Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Οικονομική και κοινωνική συνοχή - Σχέδια στον τομέα του τουρισμού και του περιβάλλοντος - Ξορήγηση κοινοτικών χρηματοδοτικών συνδρομών - Ενδείξεις περί αναμίξεως υπαλλήλων δυνάμενης να έχει επιπτώσεις στην εξέλιξη του χρηματοδοτουμένου από την Επιτροπή σχεδίου - Η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως της μη επιπτώσεως των εν λόγω ενεργειών στη διαχείριση του σχεδίου
Περίληψη
$$Όταν ο δικαιούχος χρηματοδοτικής συνδρομής, που είχε χορηγηθεί για την υλοποίηση σχεδίου δημιουργίας τράπεζας δεδομένων σχετικά με τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη, προσκομίσει στοιχεία σχετικά με αναμίξεις υπαλλήλων της Επιτροπής στη διαχείριση του εν λόγω σχεδίου, οι οποίες είναι δυνατόν να είχαν επίπτωση στην εύρυθμη εξέλιξή του, η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι, παρά τις εν λόγω ενέργειες, ο δικαιούχος εξακολουθεί να μπορεί να εκτελέσει το σχέδιο αυτό κατά τρόπο ικανοποιητικό. Επομένως, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον δικαιούχο της χρηματοδοτικής συνδρομής να αποδείξει ότι οι ενέργειες αυτές του στέρησαν κάθε δυνατότητα να αρχίσει μια πραγματική συνεργασία με τους εταίρους στο σχέδιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-433/97 P,
IPK-Mόnchen GmbH, με έδρα το Μόναχο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον H.-J. Prieί, δικηγόρο Βρυξελλών, 13, place des Barricades, B-1000 Bruxelles,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) της 15ης Οκτωβρίου 1997, T-331/94 IPK κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1997, σ. II-1665), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, όπου ο έτερος των διαδίκων είναι η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Grunwald, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg, καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray (εισηγητή), και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 1997, η IPK-Mόnchen GmbH (στο εξής: αναιρεσείουσα) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 1997, Τ-331/94, IPK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1665, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 1994 με την οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο είχε αρνηθεί να της καταβάλει το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής που της είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο στήριξης σχεδίου δημιουργίας τράπεζας δεδομένων για τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη.
2 Το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση ως εξής:
«1 Με την οριστική θέσπιση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1992, το Κοινοβούλιο αποφάσισε "ποσό ύψους 530 000 ΕCU τουλάχιστον να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση δικτύου πληροφοριών σχετικά με τα σχέδια οικολογικού τουρισμού στην Ευρώπη" (EE L 26, σ. 1, σ. 659).
2 Στις 26 Φεβρουαρίου 1992, η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα πρόσκληση υποβολής προσφορών για την υποστήριξη σχεδίων στον τομέα του τουρισμού και του περιβάλλοντος (EE 1992, C 51, σ. 15). Στην πρόσκληση αυτή ανέφερε ότι σκόπευε να διαθέσει συνολικά 2 εκατομμύρια ΕCU και να επιλέξει περίπου 25 σχέδια. Η πρόσκληση ανέφερε επίσης ότι "τα σχέδια που θα επιλεγούν πρέπει να ολοκληρωθούν εντός ενός έτους από την υπογραφή της σύμβασης". Ο όρος "σύμβαση" παρέπεμπε στη δήλωση την οποία ο δικαιούχος της συνδρομής έπρεπε να υπογράψει για την έγκριση της συνδρομής.
3 Στις 22 Απριλίου 1992, η προσφεύγουσα, η οποία είναι επιχείρηση εδρεύουσα στη Γερμανία και ασκεί τη δραστηριότητά της στον τομέα του τουρισμού, υπέβαλε σχέδιο περί δημιουργίας τράπεζας δεδομένων για τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη. Αυτή η τράπεζα δεδομένων θα ονομαζόταν "Ecodata". Η προσφεύγουσα θα ανελάμβανε τον συντονισμό του σχεδίου. Ωστόσο, για την εκτέλεση των εργασιών, η προσφεύγουσα θα συνεργαζόταν με τρεις επιχειρήσεις, ήτοι τη γαλλική Innovence, την ιταλική Tourconsult και την ελληνική 01-Πληροφορική. Η πρόταση δεν περιείχε καμιά διευκρίνιση ως προς την κατανομή των έργων μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών, αλλ' απλώς ανέφερε ότι όλες ήσαν "consultants specialised in tourism, as well as in information- and tourism-related projects" [σύμβουλοι ειδικευμένοι στον τουρισμό καθώς και σε σχέδια σχετικά με την πληροφόρηση και τον τουρισμό].
4 Σύμφωνα πάντοτε με την πρόταση, η εκτέλεση του σχεδίου θα απαιτούσε δεκαπέντε μήνες. Η αρχική τετράμηνη περίοδος θα έπρεπε να αφιερωθεί στη λήψη μέτρων σχεδιασμού ("requirements analysis and data determination", "data base planning", "network technical specifications"). Κατόπιν, περίοδος οκτώ μηνών θα έπρεπε να αφιερωθεί στην ανάπτυξη του λογισμικού και στην εκτέλεση πιλοτικής φάσεως ("development of application software", "pilot phase"). Η πιλοτική φάση θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια πρώτη αξιολόγηση του συστήματος ("system evaluation"). Τέλος, τρεις μήνες θα έπρεπε να αφιερωθούν στην τελική αξιολόγηση του συστήματος και στην επέκτασή του ("system expansion"). Ως προς την πιλοτική φάση, διευκρινιζόταν ότι αυτή θα συνίστατο στην εφαρμογή και την αξιολόγηση του συστήματος στα τέσσερα κράτη μέλη από τα οποία προέρχονταν οι τέσσερις μετέχουσες στο σχέδιο επιχειρήσεις, ήτοι στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Μετά τη λήξη της φάσεως αυτής, οι χρήστες θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην τράπεζα δεδομένων. Ως προς την επέκταση του συστήματος διευκρινιζόταν ότι αυτή θα συνίστατο στην επέκταση της τράπεζας δεδομένων, τόσον ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη χρήση της, στα άλλα κράτη μέλη.
5 Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1992, η Επιτροπή ενέκρινε συνδρομή 530 000 ΕCU υπέρ του σχεδίου Ecodata και κάλεσε την προσφεύγουσα να υπογράψει και να επιστρέψει "τη δήλωση του δικαιούχου της συνδρομής" (στο εξής: δήλωση), η οποία ήταν συνημμένη στο έγγραφο και περιείχε τους όρους λήψεως της συνδρομής.
6 Η δήλωση όριζε μεταξύ άλλων ότι το 60 % του ποσού της συνδρομής θα καταβαλλόταν ήδη από της παραλαβής, από την Επιτροπή, της δεόντως υπογεγραμμένης από την προσφεύγουσα δηλώσεως και το υπόλοιπο του ποσού μετά τη λήψη και αποδοχή από την Επιτροπή των σχετικών με την εκτέλεση του σχεδίου εκθέσεων, ήτοι μιας ενδιάμεσης εκθέσεως που έπρεπε να υποβληθεί εντός τριών μηνών από της ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου και μια τελική έκθεση, συνοδευόμενη από λογιστικά έγγραφα, η οποία έπρεπε να υποβληθεί εντός τριών μηνών από της ολοκληρώσεως του σχεδίου και το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993. Ως προς την τελευταία αυτή ημερομηνία, η δήλωση διευκρίνιζε ότι επρόκειτο για απαρέγκλιτη προθεσμία η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της δημοσιονομικής νομοθεσίας των Κοινοτήτων. Τέλος, η δήλωση ανέφερε ότι η μη τήρηση των τασσομένων για την υποβολή των εκθέσεων και των απαιτουμένων εγγράφων προθεσμιών θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από το δικαίωμα εισπράξεως του υπολοίπου της συνδρομής.
7 Η δήλωση υπογράφηκε από την προσφεύγουσα στις 23 Σεπτεμβρίου 1992 και παρελήφθη από την Επιτροπή στις 29 Σεπτεμβρίου 1992. Ωστόσο, η πρώτη δόση της συνδρομής δεν καταβλήθηκε στην προσφεύγουσα μετά την παραλαβή, από την Επιτροπή, της εν λόγω υπογεγραμμένης δηλώσεως. Κατόπιν τηλεφωνικής συνομιλίας για το θέμα αυτό μεταξύ της προσφεύγουσας και των υπηρεσιών της Επιτροπής, ο M. von Moltke, γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Πολιτική των Επιχειρήσεων, εμπόριο, τουρισμός και κοινωνική οικονομία (ΓΔ XXIII), έστειλε στην προσφεύγουσα, στις 18 Νοεμβρίου 1992, νέα δήλωση η οποία είχε το ίδιο περιεχόμενο με τη συνημμένη στο έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1992. Με βάση τη νέα αυτή δήλωση, καταβλήθηκε η πρώτη δόση της συνδρομής τον Ιανουάριο του 1993.
8 Με έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 1992, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα ότι θεωρούσε ότι η εκτέλεση του σχεδίου είχε αρχίσει το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου 1992 και επομένως ανέμενε την ενδιάμεση έκθεση μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1993. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή καλούσε επίσης την προσφεύγουσα να υποβάλει ακόμη δύο ενδιάμεσες εκθέσεις, ήτοι μία μέχρι τις 15 Απριλίου 1993 και μία μέχρι τις 15 Ιουλίου 1993. Τέλος, η Επιτροπή επανέλαβε ότι η τελική έκθεση έπρεπε να υποβληθεί το αργότερο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993.
9 Τον Νοέμβριο του 1992, ο Tζοάνος, προϋστάμενος τμήματος στη ΓΔ XXIII, κάλεσε την προσφεύγουσα και την 01-Πληροφορική σε συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε απόντων των δύο άλλων εταίρων του σχεδίου. Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της προσφεύγουσας, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί αυτές καθαυτές από την καθής, ο Τζοάνος πρότεινε, κατά την προαναφερθείσα συνάντηση, να ανατεθεί ο κύριος όγκος των εργασιών και να χορηγηθεί το σημαντικότερο μέρος των κεφαλαίων στην 01-Πληροφορική.
10 Η προσφεύγουσα κλήθηκε επίσης να δεχθεί τη συμμετοχή στο σχέδιο γερμανικής επιχειρήσεως, της Studienkreis fόr Tourismus, η οποία δεν περιλαμβανόταν στην πρόταση του σχεδίου και ήδη μετείχε σε σχέδιο οικολογικού τουρισμού με την ονομασία "Ecotrans". Η συμμετοχή αυτή συζητήθηκε ιδίως κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως που πραγματοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 19 Φεβρουαρίου 1993, κατά τη διάρκεια της οποίας οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενέμειναν στη συμμετοχή της Studienkreis fόr Tourismus.
11 Λίγες μέρες μετά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1993, ο φάκελος του σχεδίου Ecodata αφαιρέθηκε από τον Τζοάνο. Στη συνέχεια, διατάχθηκε πειθαρχική διαδικασία κατά του Τζοάνου και εσωτερική ανάκριση για τους φακέλους που είχε χειριστεί. Η πειθαρχική διαδικασία κατέληξε στην οριστική παύση του Τζοάνου. Αντιθέτως, η εσωτερική ανάκριση σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στη έγκριση της συνδρομής στο σχέδιο Ecodata δεν αποκάλυψε καμιά παρατυπία.
12 Τον Μάρτιο του 1993, η προσφεύγουσα, η Innovence, η Tourconsult και η 01-Πληροφορική συναντήθηκαν προκειμένου να διαπραγματευθούν συμφωνία σχετικά με τη διαρρύθμιση του σχεδίου και ιδίως την κατανομή των εργασιών. Η συμφωνία αυτή συνήφθη νομοτύπως στις 29 Μαρτίου 1993.
13 Η προσφεύγουσα υπέβαλε μια πρώτη έκθεση τον Απρίλιο του 1993, μια δεύτερη έκθεση τον Ιούλιο του 1993 και την τελική έκθεση τον Οκτώβριο του 1993 (παράρτημα 12 του δικογράφου της προσφυγής, τόμος 1). Κάλεσε επίσης την Επιτροπή προκειμένου να της παρουσιάσει το εκτελεσθέν έργο. Η παρουσίαση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1993.
14 Με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1993, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα τα ακόλουθα:
"(...) the Commission considers that the report submitted on the [Ecodata] project shows that the work completed by 31 October 1993 does not satisfactorily correspond with what was envisaged in your proposal dated 22 April 1992. The Commission therefore considers that it should not pay the outstanding 40% of its proposed contribution of 530,000 ECU for this project.
The Commission's reasons for taking this position include the following:
1.The project is nowhere near complete. Indeed the original proposal provided for a pilot phase as the fifth stage of the project. Stages six and seven respectively were to be System Evaluation and System Expansion (to the twelve Member States) and it is clear from the timetable set out on page 17 of the proposal that these were to be completed as part of the project to be co-financed by the Commission.
2.The pilot questionnaire was manifestly over-detailed for the project in question having regard in particular to the resources available and the nature of the project. It should have been based on a more realistic appraisal of the principle information needed by those dealing with questions of tourism and the environment (...).
3.The linking together of a number of databases to establish a distributive database system has not been achieved at 31 October 1993.
4.The type and quality of data from the test regions is most disappointing, particularly as there were only 4 Member States with 3 regions in each. A great deal of such data as there is in the system is either of marginal interest or irrelevant for questions relating to the environmental aspects of tourism particularly at the regional level.
5.These reasons and others which are also apparent, sufficiently demonstrate that the project has been poorly managed and coordinated by IPK and has not been implemented in a manner which corresponds with its obligations.
(...)"
["(...) η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποβληθείσα για το σχέδιο [Ecodata] έκθεση δείχνει ότι το ολοκληρωθέν μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993 έργο δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στα προβλεπόμενα στην από 22 Απριλίου 1992 πρότασή σας. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πρέπει να καταβάλει το υπόλοιπο 40 % της προταθείσας για το σχέδιο αυτό συνδρομής ύψους 530 000 ΕCU.
Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή έλαβε τη θέση αυτή περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
1.Το σχέδιο δεν έχει ολοκληρωθεί ούτε κατά προσέγγιση. Πράγματι, η αρχική πρόταση προέβλεπε πιλοτική φάση ως το πέμπτο στάδιο του σχεδίου. Τα στάδια έξι και επτά αντιστοίχως έπρεπε να ήσαν το Σύστημα Αξιολογήσεως και το Σύστημα Επεκτάσεως (στα δώδεκα κράτη μέλη) και από το παρατιθέμενο στη σελίδα 17 της προτάσεως χρονοδιάγραμμα καθίσταται σαφές ότι τα στάδια αυτά έπρεπε να ολοκληρωθούν ως τμήμα του σχεδίου που συγχρηματοδοτείται από την Επιτροπή.
2.Το πιλοτικό ερωτηματολόγιο ήταν προδήλως υπερβολικά λεπτομερές για το εν λόγω σχέδιο, ενόψει ιδίως των διαθέσιμων πόρων και της φύσεως του σχεδίου. Θα έπρεπε να στηρίζεται σε ρεαλιστικότερη αποτίμηση των βασικών πληροφοριακών στοιχείων που χρειάζονται όσοι ασχολούνται με θέματα τουρισμού και περιβάλλοντος (...).
3.Η διασύνδεση ορισμένων βάσεων δεδομένων προκειμένου να δημιουργηθεί σύστημα διανομής βάσεων δεδομένων δεν επιτεύχθηκε μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1993.
4.Το είδος και η ποιότητα των δεδομένων από το τεστ των περιοχών είναι πολύ απογοητευτικά, ιδίως καθόσον υπήρχαν μόνον τέσσερα κράτη μέλη με τρεις περιφέρειες στο καθένα. Πολλά από τα δεδομένα αυτά που υπάρχουν στο σύστημα είναι είτε περιορισμένου ενδιαφέροντος είτε χωρίς σημασία για ζητήματα που έχουν σχέση με τις περιβαλλοντικές πτυχές του τουρισμού ιδίως σε περιφερειακό επίπεδο.
5.Αυτοί και άλλοι, επίσης πρόδηλοι, λόγοι αποδεικνύουν επαρκώς ότι η διαχείριση και ο συντονισμός του σχεδίου από την IPK ήταν ατελής και το σχέδιο δεν εκτελέστηκε κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της.
(...)"]
15 Η προσφεύγουσα εξέφρασε τη διαφωνία της προς το περιεχόμενο του προμνησθέντος εγγράφου, ιδίως με έγγραφο που έστειλε στην Επιτροπή στις 28 Δεκεμβρίου 1993. Στο μεταξύ, συνέχισε να αναπτύσσει το σχέδιο και προέβη δημόσια σε αρκετές παρουσιάσεις του. Στις 29 Απριλίου 1994, έγινε συνάντηση της προσφεύγουσας και των εκπροσώπων της Επιτροπής προκειμένου να συζητηθεί η μεταξύ τους διαφορά. Με έγγραφο της 3ης Αυγούστου 1994, η Επιτροπή κοινοποίησε στην προσφεύγουσα τα ακόλουθα:
"I am sorry that it was not possible to reply to you directly at an earlier stage following our exchange of letters and (συνάντηση της 29ης Απριλίου 1994).
(...) (T)here is nothing in your reply of 28th December which would lead us to change our opinion. However you raise a number of additional matters on which I would like to comment. (...)
I now have to inform you that having fully considered the matter (...) I see little point in our having a further meeting. I am therefore now confirming that we will not, for the reasons set out in my letter of 30 November and above make any further payment in respect of this project. (...)".
["Δεν μπόρεσα νωρίτερα να σας απαντήσω αμέσως μετά τη μεταξύ μας ανταλλαγή επιστολών και τη συνάντηση (της 29ης Απριλίου 1994).
(...) (Δ)εν υπάρχει τίποτε στην απάντησή σας της 28ης Δεκεμβρίου το οποίο θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη. Ωστόσο, έχετε θέσει έναν ορισμένο αριθμό πρόσθετων σημείων για τα οποία θα ήθελα να υποβάλω τις παρατηρήσεις μου (...).
Επί του παρόντος πρέπει να σας ενημερώσω ότι, αφού μελέτησα εμπεριστατωμένα το ζήτημα (...), φρονώ ότι δεν θα ήταν πολύ χρήσιμη μια νέα συνάντησή μας. Για τον λόγο αυτό, σας επιβεβαιώνω ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στο έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου και ανωτέρω, δεν θα προβούμε σε καμιά περαιτέρω πληρωμή όσον αφορά το σχέδιο αυτό (...)".]»
3 Με την ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή της, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 1994, η προσφεύγουσα προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλούνταν από την προσβολή των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ο δεύτερος από την ανεπαρκή αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
4 Προκειμένου περί του παραδεκτού της προσφυγής, πράγμα που αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή για τον λόγο ότι δεν είχε τηρηθεί η προθεσμία των δύο μηνών που προβλέπει το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ), το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στις σκέψεις 24 έως 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφενός, ότι προσφυγή ακυρώσεως κατ' αποφάσεως αμιγώς επιβεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως μη εμπροθέσμως προσβληθείσας είναι απαράδεκτη και, αφετέρου, ότι μια απόφαση είναι αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως εάν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη πράξη και δεν προηγήθηκε της εκδόσεώς της επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της προγενέστερης πράξεως. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, όταν η Επιτροπή αποφασίσει να οργανώσει με τον εν λόγω αποδέκτη συνάντηση προκειμένου να συζητηθούν ζητήματα σχετικά με την απόφαση περί της οποίας πρόκειται, μια τέτοια πρωτοβουλία πρέπει να χαρακτηρισθεί ως επανεξέταση, έστω και αν από την εν λόγω συνάντηση δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο ούτε κατέστη δυνατό να οδηγηθεί η Επιτροπή στην υιοθέτηση άλλης θέσεως.
5 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 38, 40 και 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, στο πλαίσιο κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής χορηγηθείσας για την υλοποίηση νεωτεριστικών σχεδίων στον τομέα του τουρισμού και του περιβάλλοντος, ύστερα από πρόσκληση για υποβολή προτάσεων με σκοπό την στήριξη τέτοιων σχεδίων, η υποχρέωση τηρήσεως των χρηματοδοτικών όρων, όπως αυτοί μνημονεύονται στην απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως, καθώς και η υποχρέωση ουσιαστικής εκτελέσεως της επενδύσεως, αποτελούν ουσιώδεις δεσμεύσεις του δικαιούχου από τις οποίες, για τον λόγο αυτό, εξαρτάται η χορήγηση της κοινοτικής συνδρομής. Κατά συνέπεια, όταν προκύπτει ότι κατά την τελική ημερομηνία ολοκληρώσεως των έργων, αυτά ελάχιστα αντιστοιχούν, τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική άποψη, στο σχέδιο που είχε προταθεί από τον δικαιούχο της ενισχύσεως και επιχορηγηθεί από την Επιτροπή, η τελευταία αντιδρά κατά τρόπο ανάλογο προς αυτήν την ανεπαρκή εκτέλεση, αρνούμενη την καταβολή του υπολοίπου της συνδρομής.
6 Στις σκέψεις 45 έως 47, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί λυσιτελώς ούτε την αρχή patere legem quam ipse fecisti ή του Selbstbindung, ούτε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προκειμένου να εισπράξει το υπόλοιπο του συνολικού ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας συνδρομής. Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι δεν μπορούσε να προσαφθεί στην Επιτροπή το γεγονός ότι προκάλεσε καθυστερήσεις στην εκτέλεση του σχεδίου και ότι ουδόλως η προσφεύγουσα απέδειξε ότι, έστω και αν είχε προσκομίσει ενδείξεις ότι ορισμένοι υπάλληλοι της Επιτροπής είχαν αναμιχθεί κατά τρόπο προκαλούντα αναστάτωση στο σχέδιο κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Νεομβρίου 1992 και Φεβρουαρίου 1993, οι αναμίξεις αυτές της στέρησαν κάθε δυνατότητα να αρχίσει αποτελεσματική συνεργασία με τους εταίρους της πριν από τον Μάρτιο του 1993. Επομένως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας.
7 Προκειμένου περί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι από την απόφαση περί μειώσεως του ποσού της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής πρέπει σαφώς να καταφαίνονται οι λόγοι που δικαιολογούν τη μείωση της συνδρομής σε σχέση με το αρχικώς χορηγηθέν ποσό, και τούτο εφόσον μια τέτοια απόφαση συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες για τον δικαιούχο της συνδρομής αυτής. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επιταγή αυτή πληρούται εφόσον η απόφαση παραπέμπει, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, σε έγγραφο που βρίσκεται ήδη στην κατοχή του αποδέκτη και περιλαμβάνει τα στοιχεία επί των οποίων το εν λόγω κοινοτικό όργανο στήριξε την απόφασή του, δηλαδή την υπόμνηση των όρων στήριξης και την απαρίθμηση των σημειωθεισών παραλλείψεων κατά την εκτέλεση του σχεδίου. Επομένως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως και την προσφυγή στο σύνολό της.
Η αίτηση αναιρέσεως
8 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατ' ουσίαν έξι λόγους. Με τον πρώτο λόγο της υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ), ορίζοντας την 31η Οκτωβρίου 1993 ως την τελική ημερομηνία για την υποβολή της εκθέσεως αποπερατώσεως του έργου, χωρίς να έχει λάβει υπόψη τις σχετικές παρατηρήσεις της. Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο της, το Πρωτοδικείο παρέλειψε επίσης να αιτιολογήσει τη μη λήψη υπ' αυτού υπόψη των δηλώσεων στις οποίες είχε προβεί ο Τζοάνος στις 19 Φεβρουαρίου 1993. Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, αφενός, στηριζόμενο σε λανθασμένα γεγονότα και διαπιστώσεις και, αφετέρου, λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου 1993 ως τελικής ημερομηνίας για την υποβολή της εκθέσεως. Με τον πέμπτο λόγο της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την εκτίμηση των δηλώσεων του Τζοάνου της 19ης Φεβρουαρίου 1993. Σύμφωνα με τον έκτο και τελευταίο λόγο της, το Πρωτοδικείο έκανε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.
9 Με τον τέταρτο λόγο της, που πρέπει να εξεταστεί πρώτος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο καθορισμός, στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, της 31ης Οκτωβρίου 1993, ως τελικής ημερομηνία για την υποβολή της εκθέσεως της συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Ο λόγος αυτός διαιρείται σε τρία μέρη.
10 Κατ' αρχάς, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε συμφωνήσει η διάρκεια για την υλοποίηση του σχεδίου να είναι δεκαπέντε μήνες και είχε επίσης ορίσει ως ημερομηνία ενάρξεως αυτού την 15η Οκτωβρίου 1992, το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων κάνοντας δεκτό ότι, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των μερών, η τελική ημερομηνία υποβολής της εκθέσεως μπορούσε να οριστεί πριν από αυτήν που προβλεπόταν για την αποπεράτωση του σχεδίου, όπως είχε αρχικώς προταθεί.
11 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη απαιτώντας από την προσφεύγουσα να αποδείξει ότι οι ενέργειες, πριν από τον Μάρτιο του 1993, ορισμένων υπαλλήλων της Επιτροπής της στέρησαν κάθε δυνατότητα πραγματικής συνεργασίας με τους εταίρους της και κρίνοντας ότι, εφόσον η Επιτροπή είχε μεταθέσει για αργότερα την ημερομηνία ενάρξεως του σχεδίου, η εμμονή στην 31η Οκτωβρίου 1993 ως τελική ημερομηνία συνιστά επίσης κατάχρηση εξουσίας. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τις παρεμβάσεις της ΓΔ ΞΙΙΙ σχετικά με τη σύσταση του ομίλου και τη συμμετοχή καθενός των μελών αυτού όσον αφορά τις υπηρεσίες που έπρεπε να παρασχεθούν.
12 Τέλος, το Πρωτοδικείο δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να ερευνήσει την υπόθεση, αρνούμενο να αποδεχθεί το αίτημα της προσφεύγουσας για προσκόμιση εγγράφων της ΓΔ ΞΙΙΙ.
13 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στηρίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι η ημερομηνία ενάρξεως του σχεδίου είχε μετατεθεί για τις 15 Οκτωβρίου 1992. Ισχυρίζεται ότι, πέραν του ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να απαιτήσει την απόδειξη ενός αρνητικού γεγονότος, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στο να αναφερθεί στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να εξηγήσει τους λόγους που την εμπόδισαν να επιτύχει μια ταχεία και σύμφωνη προς το πρόγραμμα του σχεδίου εκτέλεση σύμφωνα με την προσφορά που η ίδια είχε υποβάλει.
14 Πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί το δεύτερο μέρος του προβαλλομένου λόγου κατά το οποίο το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την έκταση της απαγορεύσεως που ισχύει για τα κοινοτικά όργανα σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας, εφόσον τέτοια κατάχρηση προκύπτει από το γεγονός ότι ορισμένοι από τους υπαλλήλους της Επιτροπής προέβησαν, κατά την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου 1992 και Φεβρουαρίου 1993, σε ενέργειες δυνάμενες να εμποδίσουν την προσφεύγουσα να αρχίσει μια πραγματική συνεργασία με τους εταίρους της πριν από τον Μάρτιο του 1993.
15 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα προσκόμισε στοιχεία σχετικά με αναμίξεις υπαλλήλων της Επιτροπής στην εκτέλεση του σχεδίου, αναμίξεις οι οποίες διασαφηνίστηκαν στις σκέψεις 9 και 10 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην ομαλή εκτέλεση του σχεδίου.
16 Υπό τέτοιες περιστάσεις, στην Επιτροπή εναπέκειτο να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να είναι σε θέση, παρά τις επίμαχες ενέργειες, να εκτελέσει ικανοποιητικώς το σχέδιο.
17 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη απαιτώντας από την προσφεύγουσα να αποδείξει ότι οι ενέργειες των υπαλλήλων της Επιτροπής τη στέρησαν από κάθε δυνατότητα να αρχίσει μια πραγματική συνεργασία με τους εταίρους της στο σχέδιο.
18 Κατά συνέπεια, και χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν τα δύο άλλα μέρη του τέταρτου λόγου, ο λόγος αυτός πρέπει να θεωρηθεί βάσιμος.
19 Επομένως, επιβάλλεται το Δικαστήριο, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της αναιρέσεως, να δεχθεί τα αιτήματα της αναιρεσείουσας και να αναιρέσει την πρωτόδικη απόφαση, στο μέτρο που με αυτήν, αφενός, απορρίφθηκαν τα αιτήματα της τελευταίας για ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου του 1994, με την οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο αρνήθηκε την καταβολή του υπολοίπου της χρηματοδοτικής ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο της στήριξης σχεδίου δημιουργίας τράπεζας δεδομένων για τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη, και, αφετέρου, καταδικάστηκε η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αναπομπής της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο
20 Σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, «Αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.»
21 Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να αποφανθεί επί της υποθέσεως και ότι επιβάλλεται η αναπομπή της στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της αναιρεσίουσας με τα οποία ζητείται η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως της 3ης Αυγούστου 1994.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 1997, T-331/94, IPK κατά Επιτροπής, στο μέτρο που με την απόφαση αυτή, αφενός, απορρίφθηκαν τα αιτήματα της IPK Mόnchen GmbH για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου του 1994, με την οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής που της είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο στηρίξεως σχεδίου δημιουργίας τράπεζας δεδομένων επί του οικολογικού τουρισμού στην Ευρώπη, και, αφετέρου, καταδικάστηκε η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
2) Αναπέμπει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της IPK Mόnchen GmbH για την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως της 3ης Αυγούστου 1994.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy