Περίληψη
Λέξεις κλειδιά
1 Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Εσφαλμένη εκτίμηση νομοτύπως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων - Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51)
2 Αναίρεση - Λόγοι - Απλή επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Οργανισμός των Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρα 49 και 51· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 § 1, στοιχ. γγ)
3 Ευρωπαϋκές Κοινότητες - Όργανα - Υποχρεώσεις - Σεβασμός του επαγγελματικού απορρήτου - Περιεχόμενο - Πληροφορίες παρασχεθείσες από τρίτο - Σεβασμός της ανωνυμίας του πληροφοριοδότη - Νομότυπος χαρακτήρας πειθαρχικής διαδικασίας κινηθείσας βάσει αυτών των πληροφοριών - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 214)
4 Υπάλληλοι - Πειθαρχικό καθεστώς - Πειθαρχική διαδικασία - Αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
5 Υπάλληλοι - Πειθαρχικό καθεστώς - Κύρωση - Εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής - Δικαστικός έλεγχος - Έκταση - Όρια
Περίληψη
6 Δυνάμει των άρθρων 168 Α της Συνθήκης και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων - αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
Κατά συνέπεια, όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο μόνο για την άσκηση, δυνάμει του άρθρου 168 Α της Συνθήκης, ελέγχου επί του νομικού χαρακτηρισμού των περιστατικών αυτών και των εννόμων συνεπειών που έχουν εν προκειμένω αντληθεί από το Πρωτοδικείο. Ομοίως, το Δικαστήριο δεν είναι, κατ' αρχήν, αρμόδιο να εξετάζει τις αποδείξεις που το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη προς στήριξη αυτών των περιστατικών. Πράγματι, εφόσον η προσκόμιση των αποδείξεων αυτών υπήρξε νομότυπη και τηρήθηκαν οι ισχύουσες γενικές αρχές του δικαίου και οι δικονομικοί κανόνες περί βάρους αποδείξεως και διεξαγωγής των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο, και μόνον αυτό, είναι αρμόδιο να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των στοιχείων που του έχουν υποβληθεί.
7 Από τα συνδυασμένα αποτελέσματα του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να μνημονεύει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που ειδικώς στηρίζουν την αίτηση αυτή.
Δεν ικανοποιεί την επιταγή αυτή μια αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά λέξη παράθεση των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που στηρίζονταν επί ρητώς απορριφθέντων από το ένδικο αυτό όργανο πραγματικών περιστατικών· πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση με την οποία ζητείται η απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, στην αρμοδιότητα του τελευταίου.
8 Το άρθρο 214 της Συνθήκης, το οποίο υποχρεώνει τα μέλη καθώς και το λοιπό προσωπικό των οργάνων της Κοινότητας να μη μεταδίδουν πληροφορίες που καλύπτονται, από την ίδια τους τη φύση, από το επαγγελματικό απόρρητο, αποτελεί γενική αρχή που ισχύει και επί πληροφοριών που παρέχονται από φυσικά πρόσωπα, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι, ως εκ της φύσεώς τους, εμπιστευτικές.
Όσον αφορά την περίπτωση πληροφοριών που παρέχονται εντελώς εκούσια αλλά συνοδεύονται από αίτημα σεβασμού του απορρήτου προς προστασία της ανωνυμίας του πληροφοριοδότη, το όργανο που δέχεται να λάβει τις πληροφορίες αυτές υποχρεούται να σεβαστεί έναν τέτοιο όρο. Εξάλλου, μια διαδικασία που έχει κινηθεί βάσει πληροφοριών των οποίων η πηγή δεν αποκαλύπτεται είναι νομότυπη, εφόσον δεν εμποδίζεται το οικείο πρόσωπο να καταστήσει γνωστή την άποψή του επί του υποστατού ή του περιεχομένου των γνωστοποιηθέντων γεγονότων ή εγγράφων ή ακόμη και επί των συμπερασμάτων που η Επιτροπή έχει εν προκειμένω αντλήσει.
9 Σχετικά με το πειθαρχικό καθεστώς των υπαλλήλων, η ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία δεν είναι ένδικη αλλά διοικητική, οπότε η Επιτροπή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
10 Όταν έχει αποδειχθεί το υποστατό των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η κατά του υπαλλήλου αιτίαση, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εμπίπτει η επιλογή της κατάλληλης πειθαρχικής ποινής χωρίς τούτο να μπορεί να επικριθεί από τον κοινοτικό δικαστή, εκτός αν πρόκειται για περίπτωση πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας.
Full & Egal Universal Law Academy