Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Μπανάνες - Σύστημα εισαγωγών - Δασμολογική ποσόστωση - Μεταβατικά μέτρα προς διευκόλυνση της μεταβάσεως στο κοινοτικό καθεστώς - Προϋποθέσεις - Δυσχέρειες οφειλόμενες στη μετάβαση στην κοινή οργάνωση αγορών - Όρια - Επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο έδαφος της πρώην Λαϋκής Δημοκρατίας της Γερμανίας μετά την επανένωση της Γερμανίας
(Κανονισμός 404/93 του Συμβουλίου, άρθρο 30)
2 Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Μπανάνες - Σύστημα εισαγωγών - Δασμολογική ποσόστωση - Θέσπιση και κατανομή - Δυσμενής διάκριση - Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 404/93 του Συμβουλίου)
3 Προσφυγή ακυρώσεως - Λόγοι - Κατάχρηση εξουσίας - Έννοια
4 Πράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - Έκταση - Ατομική απόφαση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190 (νυν άρθρο 253 ΕΚ)]
Περίληψη
1 Το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της μπανάνας, σκοπός του οποίου είναι η διευκόλυνση της μεταβάσεως από τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα στην κοινή οργάνωση των αγορών, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία λήψεως ειδικών μεταβατικών μέτρων προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι διαταράξεις της εσωτερικής αγοράς που οφείλονται στη μετάβαση αυτή και στην επίλυση των δυσχερειών στις οποίες προσκρούουν οι επιχειρηματίες μετά την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως των αγορών, οι οποίες όμως πηγάζουν από τις συνθήκες που επικρατούσαν στις εθνικές αγορές πριν τεθεί σε ισχύ ο εν λόγω κανονισμός. Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει σχετικώς υπόψη την κατάσταση των επιχειρηματιών οι οποίοι, στο πλαίσιο προγενέστερης του κανονισμού 404/93 εθνικής ρυθμίσεως, υιοθέτησαν ορισμένη συμπεριφορά και δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν τις συνέπειες που θα είχε η συμπεριφορά αυτή μετά την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών.
Εντούτοις, η διάταξη αυτή, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς καθόσον συνιστά παρέκκλιση από το εφαρμοστέο γενικό σύστημα, δεν παρέχει τη δυνατότητα αντισταθμίσεως του ανταγωνιστικού μειονεκτήματος των επιχειρήσεων οι οποίες εγκαταστάθηκαν στο έδαφος της πρώην Λαϋκής Δημοκρατίας της Γερμανίας μετά τη γερμανική επανένωση. Πράγματι, το μειονέκτημα αυτό, που συνδέεται με τις διαφορετικές ευκαιρίες που υπήρχαν στη Γερμανία, δεν οφείλεται στην εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών.
2 Καίτοι αληθεύει ότι ο κανονισμός 404/93 δεν επηρέασε ομοίως όλες τις επιχειρήσεις, η διαφορετική αυτή μεταχείριση εμφανίζεται ως σύμφυτη προς τον σκοπό της ενοποιήσεως των μέχρι τότε κλειστών αγορών, λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής καταστάσεως στην οποία βρίσκονταν οι διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών προ της εγκαθιδρύσεως της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα της μπανάνας.
3 Μια απόφαση βαρύνεται με κατάχρηση εξουσίας όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε προς επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνου που προβάλλει.
4 Η υποχρέωση αιτιολογήσεως ατομικής αποφάσεως έχει ως σκοπό να παράσχει στο κοινοτικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας για τον οποίο είναι αρμόδιο και στον ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση των λόγων που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, προκειμένου να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του και να εξετάσει αν η απόφαση είναι βάσιμη ή όχι.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-612/97,
Cordis Obst und Gemόse Groίhandel GmbH, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Ostrau (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον Gert Meier, δικηγόρο Κολωνίας, Berrenrather Straίe 313, Κολωνία (Γερμανία),
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Klaus-Dieter Borchardt και Hubert van Vliet, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούγο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Kareen Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την Christina Vasak, βοηθό γραμματέα στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής Κ(97) 3274 τελική, της 24ης Οκτωβρίου 1997, περί απορρίψεως της αιτήσεως της προσφεύγουσας για ειδική χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής στο πλαίσιο των μεταβατικών μέτρων που προβλέπει το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1)
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑ$ΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. D. Cooke, Πρόεδρο, R. Garcνa-Valdecasas και P. Lindh, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio Gonzαlez, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Απριλίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 404/93), θέσπισε κοινό σύστημα εισαγωγής μπανανών, το οποίο αντικατέστησε τα διάφορα εθνικά συστήματα. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ικανοποιητική εμπορία των μπανανών κοινοτικής συγκομιδής, καθώς και των προϋόντων καταγωγής των κρατών της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ) και των τρίτων χωρών, ο κανονισμός 404/93 προβλέπει το άνοιγμα ετησίας δασμολογικής ποσόστωσης για τις εισαγωγές μπανανών «τρίτων χωρών» και μπανανών «μη παραδοσιακών ΑΚΕ». Οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ αντιστοιχούν στις ποσότητες τις εξαγόμενες από τις χώρες ΑΚΕ καθ' υπέρβαση των παραδοσιακώς εξαγομένων εκάστου των κρατών αυτών, όπως αυτές καθορίζονται στο παράρτημα του κανονισμού 404/93.
2 Κάθε χρόνο καταρτίζεται ένας κατά πρόβλεψη υπολογισμός της παραγωγής και της καταναλώσεως της Κοινότητας, καθώς και των εισαγωγών και των εξαγωγών. Η κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως βάσει αυτού του κατά πρόβλεψη υπολογισμού γίνεται μεταξύ των επιχειρηματιών που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, αναλόγως της προελεύσεως και των μέσων ποσοτήτων μπανανών που πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών για τα οποία υπάρχουν στατιστικά δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτής της κατανομής χορηγούνται πιστοποιητικά εισαγωγής που παρέχουν στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα εισαγωγής μπανανών χωρίς καταβολή δασμών ή με καταβολή προτιμησιακών δασμών.
3 Η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 404/93 έχει ως εξής:
«ότι η υποκατάσταση των διαφόρων εθνικών καθεστώτων με αυτή την κοινή οργάνωση της αγοράς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ενδέχεται να προκαλέσει διαταραχή της εσωτερικής αγοράς· ότι είναι σκόπιμο, ως εκ τούτου, να προβλεφθεί, από την 1η Ιουλίου 1993, η δυνατότητα να λάβει η Επιτροπή όλα τα μεταβατικά μέτρα που είναι αναγκαία για την υπέρβαση των δυσχερειών θέσης σε εφαρμογή νέου καθεστώτος».
4 Το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93 προβλέπει:
«Εάν, από τον Ιούλιο 1993, χρειαστεί να ληφθούν ειδικά μέτρα για να γίνει ευκολότερα η μετάβαση από τα καθεστώτα που ίσχυαν πριν τεθεί σε ισχύ ο παρών κανονισμός στο καθεστώς που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, ιδιαιτέρως δε για να ξεπεραστούν σημαντικές δυσκολίες, η Επιτροπή (...) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
5 Η προσφεύγουσα, η Cordis Obst und Gemόse Groίhandel GmbH (στο εξής: Cordis), ιδρύθηκε την 1η Νοεμβρίου 1990, μετά την επανένωση της Γερμανίας και είναι εγκατεστημένη στο έδαφος της πρώην Λαϋκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (στο εξής: πρώην ΛΔΓ). Δραστηριοποιείται στη χονδρική εμπορία φρούτων και, ιδίως, στην ωρίμανση και συσκευσία μπανανών.
6 Στο πλαίσιο της κατευθυνόμενης και συγκεντρωτικής οικονομίας της πρώην ΛΔΓ το μονοπώλιο εισαγωγής μπανανών είχε παραχωρηθεί σε κρατικό φορέα και το μονοπώλιο της ωριμάνσεως σε κρατικοποιημένες επιχειρήσεις. Οι εγκαταστάσεις ωριμάνσεως της πρώην ΛΔΓ πωλήθηκαν ακολούθως σε υποκαταστήματα εταιριών εμπορίας φρούτων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
7 Κατά τον χρόνο ενάρξεως των δραστηριοτήτων της προσφεύγουσας, η δυνατότητα προμήθειας μπανανών στην περιοχή της εμπορικής της δραστηριοποιήσεως ήταν μικρή, η δε ζήτηση μπανανών υπερέβαινε την προσφορά καθώς και την ικανότητα ωριμάνσεως μπανανών που είχε η εν λόγω εταιρία. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα αποφάσισε το 1991 την περαιτέρω ανάπτυξή της και την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων ωριμάνσεως. Στο πλαίσιο αυτό η προσφεύγουσα δεν έλαβε καμία επιδότηση από δημόσια ταμεία.
8 Κατά την προσφεύγουσα, οι νέες της εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνταν κατά ποσοστό μικρότερο της ικανότητάς τους. Ισχυρίζεται σχετικώς ότι, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 404/93, δεδομένου ότι η εισαγωγή πράσινων μπανανών υπέκειτο στη χορήγηση πιστοποιητικών, η μετακύλιση του κόστους τους, εκ μέρους των προμηθευτών της, επί της τιμής των μπανανών περιόρισε την κατανάλωση. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η χορήγηση αυτών των πιστοποιητικών γινόταν αναλόγως των πωλουμένων ποσοτήτων μπανανών, η ίδια δεν μπόρεσε να λάβει παρά μόνον πιστοποιητικά εισαγωγής που αφορούσαν μη επαρκείς ποσότητες.
9 Υπό τις περιστάσεις αυτές η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή, στις 7 Απρλίου 1996, δυνάμει του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93, να της χορηγήσει, εντός συντόμου προθεσμίας, συμπληρωματικά πιστοποιητικά εν είδη μεταβατικών μέτρων προς αντιστάθμιση μιας καταστάσεως υπερβολικής χαλεπότητας που προέκυψε από τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 404/93.
10 Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1997 η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), στηριζόμενη, ιδίως, στους ακόλουθους λόγους (έβδομη, όγδοη, ένατη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη):
«(...)
επειδή η Cordis δεν απέδειξε ότι αδυνατούσε να προμηθευτεί από άλλες επιχειρήσεις ή άλλες πηγές επαρκείς ποσότητες μπανανών προς ωρίμανση ώστε να λειτουργήσει με πλήρη απόδοση η εγκατάσταση ωριμάνσεως, αντί να τις εισαγάγει η ίδια· επειδή η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα της μπανάνας δεν εμποδίζει μια τέτοια ενέργεια· επειδή η Cordis προμηθεύτηκε πράγματι σημαντικές ποσότητες μπανανών προς ωρίμανση από άλλες επιχειρήσεις ή άλλες πηγές χωρίς να τις εισαγάγει η ίδια· επειδή, κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι η κάθε μορφής προβαλλόμενη υπολειτουργία της εγκαταστάσεως ωριμάνσεως και η κάθε μορφής προβαλλόμενη αποτελμάτωση του κύκλου εργασιών στον τομέα της μπανάνας, απώλεια πελατείας και μείωση του προσωπικού οφειλόταν στη μετάβαση από τις διατάξεις που ίσχυαν προ της εκδόσεως του κανονισμού στην κοινή οργάνωση αγορών·
επειδή η Cordis δεν απέδειξε ότι διέθετε μετά βεβαιότητας πηγή προμήθειας μπανανών προς ωρίμανση πριν από τις επενδύσεις που πραγματοποίησε για την εγκατάσταση ωριμάνσεως· επειδή η Cordis αποδέχθηκε τον κίνδυνο να μην μπορεί να προμηθεύεται επαρκείς ποσότητες μπανανών ώστε να λειτουργεί η εγκατάσταση με πλήρη απόδοση· επειδή, κατά συνέπεια, παρά τα αναφερόμενα στις ως άνω παραγράφους, ακόμα και αν η Cordis δεν είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται από άλλες επιχειρήσεις ή άλλες πηγές επαρκείς ποσότητες μπανανών προς ωρίμανση ώστε η εγκατάσταση να λειτουργεί με πλήρη απόδοση, χωρίς να τις εισαγάγει η ίδια, αυτό πρέπει να αποδοθεί σε έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους της Cordis η οποία δεν διασφάλισε πηγές προμήθειας πριν από τις επενδύσεις που πραγματοποίησε για την εγκατάσταση ωριμάνσεως·
επειδή η Cordis μπόρεσε να προμηθευτεί από την Dole σημαντικές ποσότητες μπανανών προς ωρίμανση· επειδή προμηθεύτηκε ώριμες μπανάνες σε ποσότητες επαρκείς για την κάλυψη των αναγκών της πελατείας της· επειδή η ωρίμανση μπανανών δεν αποτελεί παρά μία μόνο από τις πολλές δραστηριότητες της Cordis· επειδή, κατά συνέπεια, η Cordis δεν απέδειξε ότι η κάθε είδους προβαλλόμενη μείωση της δραστηριότητας ωριμάνσεως συνιστούσε δυσχέρεια απειλούσα την επιβίωσή της·
(...)
επειδή η Cordis δεν απέδειξε ότι προέβη σε άλλες ενέργειες πριν από τις ανωτέρω ημερομηνίες οι οποίες απέληξαν στη δημιουργία περιπτώσεως υπερβολικής χαλεπότητας κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-68/95, λόγω δυσχερειών συνδεομένων με τη μετάβαση σε καθεστώς συνεπαγόμενο την εγκατάλειψη των εθνικών συστημάτων που υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού·
(...)»
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 29 Δεκεμβρίου 1997 η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 8 Μαου 1998 η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε να της επιτραπεί η παρέμβαση στην παρούσα υπόθεση προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
13 Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό με διάταξη του προέδρου του τετάρτου τμήματος της 6ης Ιουλίου 1998, η δε Γαλλική Δημοκρατία κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στις 4 Σεπτεμβρίου 1998.
14 Κατόπιν της εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
15 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1999.
Αιτήματα των διαδίκων
16 Η Cordis, προσφεύγουσα, ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
17 Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
18 Η Γαλλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
19 Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους που αναφέρονται, αφενός, στην παράβαση του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93 και στην κατάχρηση εξουσίας και, αφετέρου, στην παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Επί του πρώτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93 και κατάχρηση εξουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
20 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93 υπερβαίνει τα όρια που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-68/95, Τ. Port (Συλλογή 1996, σ. Ι-6065). Πράγματι, το άρθρο 30, κατά το μέτρο που αναφέρεται σε σημαντικές δυσκολίες έπρεπε να μπορεί να εφαρμοστεί στο διαρθρωτικό πρόβλημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση, έστω και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής που περιγράφονται στην απόφαση T. Port.
21 Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι στη διάταξη της 29ης Ιουνίου 1993, C-280/93 R, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-3667), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93 αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της διαταράξεως της εσωτερικής αγοράς την οποία ενδέχεται να προκαλέσει η υποκατάσταση των διαφόρων εθνικών συστημάτων από την κοινή οργάνωση αγορών. Συνεπώς, η Επιτροπή όφειλε να λάβει όλα τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα και όχι, όπως υπογραμμίστηκε στην προαναφερθείσα απόφαση T. Port, να περιορίσει τις παρεμβάσεις της στο ενδεχόμενο μιας περιπτώσεως υπερβολικής χαλεπότητας.
22 Στην παρούσα υπόθεση είναι αναγκαία η παρέμβαση της Επιτροπής για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Πράγματι, οι παλαιές επιχειρήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας βρίσκονται σε κατάσταση διαφορετική από εκείνη των νέων επιχειρήσεων οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ (στο εξής: νέες επιχειρήσεις). Οι πρώτες έχουν τη δυνατότητα να προσδιορίζουν τη στάση τους αναλόγως των οικονομικών τους σχεδίων, ενώ οι δεύτερες, λόγω των σχετικών με την επανένωση της Γερμανίας προβλημάτων, βρίσκονται αναπόφευκτα αντιμέτωπες με συλλογική περίπτωση χαλεπότητας. Συνεπώς, όλες οι νέες επιχειρήσεις δικαιούνται χορηγήσεως συμπληρωματικών πιστοποιητικών εισαγωγής.
23 Εξάλου, ο κανονισμός 404/93, με την προβλεπόμενη από αυτόν μέθοδο χορηγήσεως των πιστοποιητικών βάσει της μέσης ποσότητας μπανανών που διατέθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς, αποκρυστάλλωσε την αρχική ανταγωνιστική κατάσταση παρακωλύοντας τις νέες επιχειρήσεις να περιορίσουν το ανταγωνιστικό τους μειονέκτημα. Υποχρέωση όμως της Επιτροπής είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των επιχειρήσεων. Πράγματι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση Τ. Port, η παρέμβαση των κοινοτικών οργάνων επιβάλλεται ιδίως αν η μετάβαση προς την κοινή οργάνωση αγοράς προσβάλλει τα προστατευόμενα από το κοινοτικό δίκαιο θεμελιώδη δικαιώματα ορισμένων επιχειρηματιών.
24 Εξάλλου, καμία διάταξη του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93 δεν αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής του επί «συλλογικών» περιπτώσεων χαλεπότητας, δηλαδή επί καταστάσεων στις οποίες πολλές εταιρίες βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και δικαιούνται ατομική αντιστάθμιση. Πράγματι, οι νέες επιχειρήσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η προσφεύγουσα, αποτελούν όλες θύματα των διαρθρωτικών προβλημάτων που υπήρχαν στην πρώην ΛΔΓ. Εξάλλου, ο αριθμός τους είναι περιορισμένος. Συνεπώς, η χορήγηση ειδικής ποσοστώσεως στις επιχειρήσεις αυτές δεν θα έθιγε την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα της μπανάνας.
25 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα του επιχειρήματος της προσφεύγουσας κατά το οποίο εφαρμογή του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93 υπερβαίνει τα όρια που έθεσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του Τ. Port. Κατ' εφαρμογή του άρθρου αυτού η Επιτροπή δεν θα υποχρεωνόταν να παρέμβει παρά μόνο σε περίπτωση υπερβολικής χαλεπότητας η ύπαρξη της οποίας εξαρτάται από τη συνδρομή των ακολούθων τεσσάρων προϋποθέσεων που τέθηκαν με την απόφαση:
- την ύπαρξη σχετικών από νομικής απόψεως οικονομικών διατάξεων υπό το προγενέστερο εθνικό καθεστώς·
- την απώλεια της αξίας αυτών των διατάξεων λόγω θεσπίσεως της κοινής οργανώσεως αγορών·
- τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των δυσχερειών·
- την ανάγκη ρυθμίσεως των περιπτώσεων χαλεπότητας, ιδίως ως προς την ύπαρξη δυσχερειών απειλουσών την επιβίωση των εισαγωγέων και ως προς την προστασία των θεμελιωδών κοινοτικών δικαιωμάτων.
26 Στην προκειμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι της ήταν αδύνατο να προμηθευθεί μπανάνες ούτε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες απειλούσες την επιβίωσή της, οφειλόμενες στη μετάβαση από τα υφιστάμενα πριν από τη θέση σε ισχύ της κοινής οργανώσεως αγορών εθνικά συστήματα προς το κοινοτικό σύστημα. Συνεπώς, δεν απέδειξε ότι βρίσκεται σε κατάσταση υπερβολικής χαλεπότητας.
27 Εξάλλου, οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93, που τέθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Τ. Port, δεν συντρέχουν εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα των νέων επιχειρήσεων δεν συνδέονται με τη θέσπιση κοινής οργανώσεως αγορών, αλλά προϋπήρχαν. Αντιθέτως, η εφαρμογή της κοινής οργανώσεως βελτίωσε τη δυνατότητα αναπτύξεως των εγκαταστάσεων ωριμάνσεως, όπως των εγκαταστάσεων της προσφεύγουσας.
28 Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν μπορεί από την παραβίαση αυτή να προκύψει περίπτωση υπερβολικής χαλεπότητας. Πράγματι, αφενός, η «συλλογική» περίπτωση χαλεπότητας που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 του κανονισμού 404/93, καθόσον οι προϋποθέσεις που αυτό επιβάλλει μπορούν να εκτιμηθούν μόνο σε ατομικό επίπεδο. Αφετέρου, οι δραστηριότητες των εγκαταστάσεων ωριμάνσεως δεν περιορίστηκαν από τη μετάβαση στην κοινή οργάνωση αγορών. Μόνον όσες επιθυμούν να εισάγουν οι ίδιες μπανάνες τρίτων χωρών ή μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ χρειάζονται πιστοποιητικά. Δεν επιβλήθηκε κανένας περιορισμός στην εισαγωγή ξένων μπανανών, δηλαδή μπανανών εισαγομένων από άλλους εισαγωγείς.
29 Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι θα ήταν δυνατόν ένα συλλογικό αντιστάθμισμα λόγω του μικρού αριθμού των επιχειρήσεων που αυτό θα αφορούσε, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι οποιαδήποτε ειδική ποσόστωση χορηγείται, σε περιπτώσεις χαλεπότητας, υπέρ ορισμένων επιχειρηματιών ζημιώνει κάποιους άλλους. Συνεπώς, η χορήγηση ειδικής ποσοστώσεως στο σύνολο των νέων επιχειρήσεων, όπως ζητεί η προσφεύγουσα, θα ζημίωνε άλλους επιχειρηματίες. Όπως, όμως, υπογράμμισε ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου στη διάταξή του της 21ης Μαρτίου 1997, Τ-79/96 R, Camar κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-403), οι τυχόν αποκλίσεις από το γενικό σύστημα χορηγήσεως πιστοποιητικών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αλλοιώνουν το κοινό σύστημα εισαγωγής στο σύνολό του.
30 Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει την άποψη της Επιτροπής αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93 υπερβαίνει τα όρια που τέθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Τ. Port. Κατά την άποψή της, εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν ανταποκρίνεται στα νομολογιακά κριτήρια, ιδίως όσον αφορά την απειλή επιβιώσεως της επιχειρήσεως. Δεν μπορεί, επίσης, να ισχυρίζεται ότι οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται στη μετάβαση στην κοινή οργάνωση αγορών.
31 Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 30 σε «συλλογικές» περιπτώσεις χαλεπότητας, η Γαλλική Δημοκρατία, στηριζόμενη στη σκέψη 37 της προαναφερθείσας απόφασης Τ. Port, ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατη η εκτίμηση της συμπεριφοράς των επιχειρηματιών στο σύνολό τους. Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία θα αντέβαινε προς τον σκοπό του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, παράγραφος 4, ΕΚ), που επιβάλλει οι προσφυγές να αφορούν αποφάσεις που να απευθύνονται στον προσφεύγοντα ή να τον αφορούν άμεσα και ατομικά.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
32 Το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία λήψεως ειδικών μεταβατικών μέτρων προκειμένου «να γίνει ευκολότερα η μετάβαση από τα καθεστώτα που ίσχυαν πριν τεθεί σε ισχύ ο παρών κανονισμός στο καθεστώς που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, ιδιαιτέρως δε για να ξεπεραστούν σημαντικές δυσκολίες» οφειλόμενες στην εν λόγω μετάβαση. Κατά πάγια νομολογία σκοπός των μεταβατικών αυτών μέτρων είναι η αντιμετώπιση των διαταράξεων της εσωτερικής αγοράς που οφείλονται στην υποκατάσταση των διαφόρων εθνικών καθεστώτων από την κοινή οργάνωση των αγορών και αποβλέπουν στην επίλυση των δυσχερειών στις οποίες προσκρούουν οι επιχειρηματίες μετά την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως των αγορών, οι οποίες όμως πηγάζουν από τις συνθήκες που επικρατούσαν στις εθνικές αγορές πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 404/93 (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 46 και 47, αποφάσεις Τ. Port, προαναφερθείσα, σκέψη 34, και της 4ης Φεβρουαρίου 1997, C-9/95, C-23/95 και C-156/95, Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-645, σκέψη 22, καθώς και την προαναφερθείσα διάταξη Camar κατά Επιτροπής, σκέψη 42).
33 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει σχετικώς υπόψη την κατάσταση των επιχειρηματιών οι οποίοι, στο πλαίσιο προγενέστερης του κανονισμού 404/93 εθνικής ρυθμίσεως, υιοθέτησαν ορισμένη συμπεριφορά και δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν τις συνέπειες που θα είχε η συμπεριφορά αυτή μετά την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Τ. Port, σκέψη 37).
34 Συνεπώς, σκοπός του άρθρου αυτού είναι να διευκολύνει τη μετάβαση στην κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα της μπανάνας για τις επιχειρήσεις οι οποίες αντιμετώπισαν εκ του λόγου αυτού ιδιαίτερα και απρόβλεπτα προβλήματα.
35 Συνεπώς, επιβάλλεται να εξεταστεί αν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η προσφεύγουσα οφείλονται στη μετάβαση προς την κοινή οργάνωση αγορών.
36 Σημειώνεται σχετικώς ότι η προσφεύγουσα εταιρία ιδρύθηκε την 1η Νοεμβρίου 1990, μετά την επανένωση της Γερμανίας. Συνεπώς, αποφάσισε το 1991 να επεκταθεί, κατασκευάζοντας νέες εγκαταστάσεις ωριμάνσεως, γνωρίζοντας την κατάσταση που υφίστατο στη Γερμανία λόγω της επανένωσης.
37 Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα με το οποίο να αποδεικνύεται ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την επανένωση της Γερμανίας της προκάλεσαν ειδικό και απρόβλεπτο πρόβλημα οφειλόμενο στην εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα της μπανάνας. Πρέπει να προστεθεί ότι οι διάδικοι επιβεβαίωσαν κατά την προσφορική διαδικασία ότι, πριν από την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών, οι επιχειρήσεις ωριμάνσεως της πρώην ΛΔΓ δεν μπορούσαν να προβαίνουν οι ίδιες στην εισαγωγή μπανανών. Συνεπώς, βασίμως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών δεν προκάλεσε την όξυνση των διαφορετικών μειονεκτημάτων που προβάλλει η προσφεύγουσα (βλ. ανωτέρω σκέψη 27).
38 Εντούτοις, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η παρέμβαση της Επιτροπής είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ο κανονισμός 404/93, λόγω της προβλεπόμενης από αυτόν μεθόδου χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής αναλόγως της ποσότητας μπανανών που διατέθηκε κατά την περίοδο αναφοράς, αποκρυστάλλωσε την αρχική ανταγωνιστική κατάσταση παρακωλύοντας τις νέες επιχειρήσεις να περιορίσουν το μειονέκτημά τους.
39 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93, το οποίο πρέπει να ερμηνευθεί περιοριστικώς καθόσον συνιστά παρέκκλιση από το εφαρμοστέο γενικό σύστημα, δεν παρέχει τη δυνατότητα αντισταθμίσεως του ανταγωνιστικού μειονεκτήματος των νέων επιχειρήσεων, του προκύπτοντος από τις υφιστάμενες στη Γερμανία διαφορές ευκαιριών. Πράγματι, το μειονέκτημα αυτό δεν οφείλεται στην εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγορών.
40 Επιπλέον, καίτοι αληθεύει ότι ο κανονισμός 404/93 δεν επηρέασε ομοίως όλες τις επιχειρήσεις, το Δικαστήριο έχει ήδη απαφανθεί στην απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψεις 73 και 74), ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση εμφανίζεται ως σύμφυτη προς τον σκοπό της ενοποιήσεως των μέχρι τότε κλειστών αγορών, λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής καταστάσεως στην οποία βρίσκονταν οι διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών προ της εγκαθιδρύσεως της κοινής οργανώσεως αγορών.
41 Τέλος, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίξει ότι η απόρριψη της αιτήσεώς της με την προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά κατάχρηση εξουσίας. Αρκεί σχετικώς να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, μια απόφαση βαρύνεται με κατάχρηση εξουσίας όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε προς επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνου που προβάλλει (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, Τ-143/89, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-917, σκέψη 68, και απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-5755, σκέψη 69). Η προσφεύγουσα, όμως, δεν προσκόμισε σχετικώς κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
42 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93 και ότι, εκδίδουσα την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιδίωξε την επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνον που προβλέπει το εν λόγω άθρο.
43 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αναφέρεται σε παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
44 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι είχε προβεί, πριν από τις 10 Σεπτεμβρίου 1992, σε άλλες ενέργειες συνεπαγόμενες περίπτωση υπερβολικής χαλεπότητας κατά την έννοια της προαναφερθείσας απόφασης Τ. Port, είναι ακατανόητη και ότι, κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με έλλειψη αιτιολογίας.
45 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, η υποχρέωση αιτιολογήσεως ατομικής αποφάσεως έχει ως σκοπό να παράσχει στο κοινοτικό δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας για τον οποίο είναι αρμοδίο και στον ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση των λόγων που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, προκειμένου να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του και να εξετάσει αν η απόφαση είναι βάσιμη ή όχι (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984, 8/83, Bertoli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1649, σκέψη 12, και του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 1992, Τ-44/90, La Cinq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1, σκέψη 42, και της 29ης Ιουνίου 1993, Τ-7/92, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-669, σκέψη 30).
46 Η αμφισβητούμενη αιτιολογική σκέψη έπεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, της λεπτομερούς εκθέσεως των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί στην προσφεύγουσα απαλλαγή κατά την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού 404/93. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η οποιαδήποτε προβαλλόμενη μείωση των δραστηριοτήτων της στον τομέα της ωριμάνσεως συνιστούσε δυσχέρεια απειλούσα την επιβίωσή της. Εξάλλου, στην αμφισβητούμενη αιτιολογική σκέψη η Επιτροπή υπογράμμισε το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι προέβη σε άλλες ενέργειες οι οποίες δημιούργησαν περίπτωση υπερβολικής χαλεπότητας «λόγω δυσχερειών συνδεομένων με τη μετάβαση σε καθεστώς συνεπαγόμενο με την εγκατάλειψη των εθνικών συστημάτων που υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού» (βλ. ανωτέρω σκέψη 10).
47 Συνεπώς, η Επιτροπή απλώς υπέμνησε ότι εναπόκειτο στην προσφεύγουσα να αποδείξει ότι συντρέχουν τα κριτήρια που τέθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Τ. Port.
48 Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκή αιτιολογία ώστε να μπορεί ο κοινοτικός δικαστής να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας για τον οποίο είναι αρμόδιος και ο ενδιαφερόμενος να γνωρίσει τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου. Δεν βαρύνεται, συνεπώς, με έλλειψη αιτιολογίας.
49 Επομένως, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος και, κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, και η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα, πρέπει να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά της έξοδα. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Γαλλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα, φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
3) Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy