Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Landgericht Heilbronn (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1) (στο εξής: Σύμβαση). Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να ορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, της Συμβάσεως αυτής, που αναγνωρίζει, σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου της τοποθεσίας του ακινήτου.
Πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο
2 Το 1995, ο A. Gφtz, Γερμανός υπήκοος που κατοικεί στη Γερμανία, μίσθωσε από την Dansommer A/S, ανώνυμη εταιρία δανικού δικαίου, οικία ευρισκόμενη στη Δανία, για να διαμείνει εκεί κατά τις διακοπές του, επί δεκαπέντε ημέρες.
Η οικία δεν ανήκε στην Dansommer, αλλά σε ιδιώτη, κάτοικο Δανίας. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, η Dansommer ενεργούσε στο πλαίσιο της συναλλαγής αυτής απλώς και μόνον ως μεσάζων.
Σύμφωνα με τους γενικούς όρους της συμβάσεως, το τίμημα που κατέβαλε ο A. Gφtz περιελάμβανε, εκτός από την παραχώρηση της χρήσεως του ακινήτου για τη συμφωνηθείσα περίοδο, την ασφάλιση του ιδίου για την περίπτωση της ακυρώσεως του ταξιδίου. Στη σύμβαση αυτή προβλεπόταν επίσης ότι η Dansommer εγγυόταν στον πελάτη την επιστροφή των εξόδων του ταξιδίου. Η Dansommer δεν υποχρεούνταν να παράσχει οποιαδήποτε άλλη παροχή εκτός αυτών που προαναφέρθηκαν.
3 Μετά τη λήξη της διαμονής του A. Gφtz στην εν λόγω οικία, η Dansommer τον ενήγαγε ενώπιον του Amtsgericht Heilbronn. Υποστήριξε ότι ο εναγόμενος δεν είχε καθαρίσει προσηκόντως την οικία πριν από την αναχώρησή του και ότι είχε καταστρέψει την επένδυση του δαπέδου καθώς και τη διάταξη ασφαλείας του φούρνου.
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η Dansommer άσκησε την αγωγή έχοντας υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ιδιοκτήτη της οικίας.
4 Δεδομένου ότι η αγωγή απορρίφθηκε, η Dansommer άσκησε έφεση ενώπιον του Landgericht Heilbronn, που είναι το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι για την έκδοση αποφάσεως πρέπει να επιλυθεί το προκαταρκτικό ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας, που διέπεται από τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Πράγματι, η Σύμβαση αυτή θεσπίζει ειδικούς κανόνες για τις υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και μισθώσεις ακινήτων και εμπίπτουν στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου της τοποθεσίας του ακινήτου. Ειδικότερα, η κρίσιμη διάταξη της Συμβάσεως είναι το άρθρο 16, που έχει ως εξής:
«Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
1) α) σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου·
β) πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία και τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους στο οποίο έχει κατοικία ο εναγόμενος, εφόσον ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής είναι φυσικά πρόσωπα και έχουν κατοικία στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος.»
5 Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο ββ, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ενάγουσα είναι εγκατεστημένη στη Δανία, ενώ ο μισθωτής κατοικεί στη Γερμανία. Επομένως, ερωτά το Δικαστήριο αν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο αα. Εάν τούτο συμβαίνει, η υπόθεση υπάγεται στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δανικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, το Landgericht ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αα, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμογή σε περιπτώσεις στις οποίες η συμβατική υποχρέωση του πρακτορείου ταξιδίων περιορίζεται στην παραχώρηση της χρήσεως εξοχικής κατοικίας, συνοδεύεται δε υποχρεωτικώς από ασφάλεια για την περίπτωση ακυρώσεως του ταξιδίου, πλην όμως ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής της οικίας δεν έχουν κατοικία στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος;»
Επί της ουσίας
6 Ένα πρώτο στοιχείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι, όπως παρατήρησε το αιτούν δικαστήριο, η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο αα, και όχι του στοιχείου ββ της διατάξεως αυτής. Η τελευταία αυτή διάταξη απαιτεί να είναι αμφότεροι οι διάδικοι φυσικά πρόσωπα έχοντα κατοικία στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος, προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται εν προκειμένω: η Dansommer είναι ανώνυμη εταιρία εδρεύουσα στη Δανία· ο A. Gφtz είναι φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στη Γερμανία.
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αν το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αα, έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Συναφώς, υποστηρίχθηκαν δύο διαφορετικές απόψεις, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ του A. Gφtz και της Dansommer δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μίσθωση υπό την έννοια του άρθρου 16 της Συμβάσεως (2). Αντιθέτως, πρόκειται για σύνθετη συμβατική σχέση, που έχει ως αντικείμενο την παροχή τουριστικών υπηρεσιών εκ μέρους επαγγελματικής επιχειρήσεως, της Dansommer, προς έναν καταναλωτή, τον A. Gφtz. Δεδομένου ότι στη συναλλαγή αυτή δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που μπορεί να αναχθεί σε μισθωτική σχέση, ο κανόνας του άρθρου 16 της Συμβάσεως περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του forum rei sitae δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.
Αντιθέτως, κατά την άλλη άποψη, το άρθρο 16 της Συμβάσεως έχει εφαρμογή βάσει της μισθωτικής φύσεως της επίμαχης σχέσεως (3). Πράγματι, το αντικείμενο της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως είναι να διασφαλιστεί στον A. Gφtz η χρήση ενός ακινήτου για τη συμφωνηθείσα περίοδο. Οι λοιπές παροχές που συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (ασφάλεια για την ενδεχόμενη ακύρωση και εγγύηση καλύπτουσα τα έξοδα ταξιδίου) είναι αμιγώς παρεπόμενες και δεν μεταβάλλουν τη φύση της λειτουργίας αυτής.
7 Πρέπει ευθύς εξαρχής να υπογραμμιστεί ότι φρονώ ότι η άποψη κατά την οποία το άρθρο 16 της Συμβάσεως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής δεν βρίσκει κανένα έρεισμα ούτε στη ratio της διατάξεως αυτής ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά την πρώτη πτυχή του ζητήματος - ήτοι τον σκοπό της διατάξεως - πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 16, σημείο 1, της Συμβάσεως καθιερώνει μια αποκλειστική ειδική δικαιοδοσία υπέρ του δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, από την οποία οι διάδικοι δεν μπορούν να παρεκκλίνουν (4). Η ratio legis αυτής της κατανομής αρμοδιοτήτων βασίζεται - σύμφωνα με τη διατύπωση του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Webb - «στην αρχή της γειτνιάσεως (...)»· πράγματι, το δικαστήριο αυτό «είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σε θέση, ενόψει της γειτνιάσεως, να έχει αμεσότερη γνώση της πραγματικής καταστάσεως και να εφαρμόζει τους κανόνες και τα συναλλακτικά ήθη που είναι, γενικώς, εκείνα του κράτους της τοποθεσίας» του ακινήτου (5). Κατά το Δικαστήριο, οι θεωρήσεις αυτές - που εμπνέονται από «το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης» (6) - «εξηγούν την αναγνώριση στις (...) διαφορές μεταξύ εκμισθωτών και μισθωτών σχετικά με την ύπαρξη ή την ερμηνεία συμβάσεων μισθώσεως ή την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο μισθωτής και την έξωση, αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια της χώρας της τοποθεσίας του ακινήτου» (7).
Αυτό το χωρίο του σκεπτικού παρέχει, κατά την άποψή μου, μια αποφασιστική ερμηνευτική ένδειξη για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι, κατά τη νομολογία, το άρθρο 16 δεν πρέπει να ερμηνεύεται «ευρύτερα απ' όσο απαιτεί ο σκοπός του» (8), τούτο δεν σημαίνει ότι στη διάταξη αυτή πρέπει να προσδίδεται υπερβολικά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, δεδομένου ότι τούτο θα ενείχε τον κίνδυνο ματαιώσεως της ratio στην οποία στηρίζεται η διάταξη αυτή. Το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι ακριβώς η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο A. Gφtz στο επίμαχο κτίριο. Και, υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, η ανάγκη να υποβληθεί η διαφορά αυτή στο δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου - ήτοι στα δανικά δικαστήρια - δικαιολογείται ακριβώς ενόψει του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αα.
8 Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει διευκρινίσει διεξοδικά ποιες είναι οι υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, της Συμβάσεως. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στην απόφαση Rφsler (9), από την οποία απορρέουν δύο σημαντικές ενδείξεις για την υπό κρίση υπόθεση.
Η πρώτη είναι ότι η επίμαχη διάταξη «εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων, έστω και αν συνάπτονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα και αφορούν μόνον την παραχώρηση της χρήσεως εξοχικής κατοικίας» (10). Συνεπώς, το γεγονός ότι το ακίνητο παραχωρείται για μια σύντομη περίοδο διακοπών - όπως συμβαίνει ακριβώς στην υπόθεση της κύριας δίκης - δεν εμποδίζει, αφ' εαυτού, τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1.
Η δεύτερη κρίσιμη ένδειξη που παρέχει η απόφαση Rφsler για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς είναι ότι το Δικαστήριο διακρίνει μεταξύ των διαφορών που συνδέονται άμεσα με τη σύμβαση μισθώσεως - για τις οποίες το δικαστήριο της τοποθεσίας έχει αποκλειστική δικαιοδοσία - και εκείνων που, αντιθέτως, έχουν έμμεση μόνο σχέση με τη χρήση του ακινήτου, η οποία δεν δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 16, σημείο 1. Μεταξύ όμως των διαφορών που συνδέονται άμεσα με τη μισθωτική σχέση, η απόφαση αυτή ανέφερε ακριβώς τις διαφορές τις οποίες αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης: ήτοι τις διαφορές που αφορούν την ορθή χρήση του ακινήτου και την ενδεχόμενη «αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο μισθωτής» (11).
Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, φρονώ ότι η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο αα: πράγματι, το αίτημα που διατύπωσε η ενάγουσα αφορά άμεσα τη χρήση του εκμισθωθέντος ακινήτου, υπό την έννοια της αποφάσεως Rφsler. Ως εκ τούτου, η διαφορά πρέπει να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της τοποθεσίας του ακινήτου.
9 Εξάλλου, δεν θεωρώ ότι η λύση που πρότεινα ανωτέρω αναιρείται από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Hacker (12). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο απέκλεισε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, σε σχέση με μια «πολύπλοκη σύμβαση», στην περίπτωση της οποίας η χρήση μιας κατοικίας δεν ήταν παρά ένα στοιχείο μόνον (όχι κυρίαρχο) ενός συνόλου «υπηρεσιών παρεχομένων έναντι συνολικής τιμής πληρωθείσας από τον πελάτη (...)» (13). Αυτές οι παροχές υπηρεσιών - πέραν της απλής χρήσεως της κατοικίας για σύντομη περίοδο διακοπών - ήσαν «οι πληροφορίες και συμβουλές για τις οποίες το πρακτορείο ταξιδίων προτείνει στον πελάτη μια σειρά επιλογών για τις διακοπές, η κράτηση κατοικίας για την επιλεγείσα από τον πελάτη περίοδο, η κράτηση θέσεων για τη μεταφορά, η υποδοχή επιτόπου και, ενδεχομένως, η ασφάλεια για την περίπτωση ακυρώσεως του ταξιδίου» (14).
Ωστόσο, η προκείμενη υπόθεση είναι διαφορετική. Η συμβατική σχέση μεταξύ της Dansommer και του A. Gφtz δεν έχει ως αντικείμενο ένα σύνολο ετερογενών παροχών υπηρεσιών όπως οι περιγραφείσες με την απόφαση Hacker. Ο δικαιολογητικός λόγος μιας τέτοιας σχέσεως - ή, ακριβέστερα, η «λειτουργία» της συμβάσεως - συνίστατο κυρίως στο να εξασφαλιστεί στον A. Gφtz η χρήση μιας κατοικίας, έστω κι αν η χρήση αυτή του εξασφαλιζόταν για σύντομο χρονικό διάστημα και με σκοπό τον τουρισμό. Πέραν αυτής της κύριας λειτουργίας, η σύμβαση δεν προέβλεπε άλλες παροχές υπηρεσιών άλλης φύσεως, ικανές να μεταβάλουν τον χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως. Οι μόνες ρήτρες που δεν συνδέονταν άμεσα με τη χρήση του ακινήτου τις οποίες αναφέρει το αιτούν δικαστήριο ήσαν η ασφάλεια για την περίπτωση ακυρώσεως και η εγγύηση της επιστροφής των εξόδων ταξιδίου. Ωστόσο, είναι πρόδηλον ότι πρόκειται για παρεπόμενες ρήτρες, ουδέτερες σε σχέση με τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως της οποίας αποτελούν τμήμα και οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σε οποιαδήποτε σύμβαση χωρίς να μεταβάλλουν τον χαρακτηρισμό της.
Συνεπώς, αντίθετα προς την υπόθεση Hacker, η υπό κρίση σύμβαση δεν αφορά την παροχή ενός σύνθετου συνόλου υπηρεσιών, αλλά αποκλειστικά τη χρήση ενός ακινήτου αντί πληρωμής. Αυτή είναι η χαρακτηριστική λειτουργία της μισθώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο αα, της Συμβάσεως, όπως έχει ερμηνευθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
10 Τέλος, φρονώ ότι το γεγονός ότι η Dansommer δεν είναι ο ιδιοκτήτης του επίμαχου ακινήτου δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, της Συμβάσεως. Πράγματι, όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο, η Dansommer άσκησε την αγωγή της κύριας δίκης έχοντας υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ιδιοκτήτη: τούτο σημαίνει ότι υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δικαιούχου του εμπράγματος δικαιώματος και τα ασκεί ενώπιον των δικαστηρίων ως αν ήταν ο ιδιοκτήτης. Με άλλα λόγια, η υποκατάσταση δεν μεταβάλλει τη φύση της επίμαχης σχέσεως, η οποία παραμένει αμετάβλητη, ανεξαρτήτως της υποκαταστάσεως των προσώπων την οποία είχε ως συνέπεια.
Φρονώ ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Shearson Lehman Hutton (15) δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, το ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί στην υπόθεση αυτή ήταν αν μπορούσε να γίνει επίκληση του ειδικού συστήματος που προβλέπουν τα άρθρα 13 επ. της Συμβάσεως στον τομέα των συμβάσεων που συνάπτουν οι καταναλωτές από εταιρία που δεν είχε την ιδιότητα αυτή αλλά ενεργούσε απλώς υπό την ιδιότητά της ως εκδοχέα των δικαιωμάτων ενός καταναλωτή. Το Δικαστήριο ορθώς απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή, τονίζοντας ότι η Σύμβαση «διαπνέεται από τη μέριμνα προστασίας του καταναλωτή λόγω της ιδιότητάς του ως συμβαλλομένου ο οποίος λογίζεται ως οικονομικώς ασθενέστερος και νομικώς ως διαθέτων λιγότερη πείρα από τον αντισυμβαλλόμενό του» (16). Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι «η παροχή προστασίας που επιτελούν οι συναφείς διατάξεις σημαίνει ότι η εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τις ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει συναφώς η Σύμβαση (...) δεν πρέπει να επεκτείνεται σε πρόσωπα για τα οποία δεν δικαιολογείται η παροχή προστασίας» (17). Με άλλα λόγια, «η Σύμβαση (...) προστατεύει τον καταναλωτή μόνον εφόσον είναι ο ίδιος ενάγων ή εναγόμενος σε δίκη» (18).
Ωστόσο, η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, η ειδική δικαιοδοσία του άρθρου 16 δεν διαπνέεται από προσωπική εύνοια προς τον δικαιούχο του εμπράγματος δικαιώματος επί ακινήτου. Πολλώ μάλλον, δικαιολογείται από μια απαίτηση αντικειμενικού χαρακτήρα, η οποία συνίσταται στο να επιλαμβάνεται των υποθέσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων το δικαστήριο που, ενόψει της γειτνιάσεως, είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σε θέση να αποφανθεί επ' αυτών. Σε τελική ανάλυση, σκοπείται μια ορθολογιστική κατανομή αρμοδιοτήτων, διά της προκρίσεως του forum rei sitae προς διασφάλιση της «ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Εντεύθεν συνάγεται αβίαστα ότι η απαίτηση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται - και πρέπει επομένως να ικανοποιείται - ανεξαρτήτως από το αν η αγωγή ασκείται ευθέως από τον δικαιούχο ή από άλλο πρόσωπο που έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα αυτού.
Πρόταση
11 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Landgericht Heilbronn ως εξής:
«Το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αα, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι έχει εφαρμογή σε μια κατάσταση στην οποία ο κύριος και ο μισθωτής του ακινήτου δεν κατοικούν στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος και στην οποία η συμβατική υποχρέωση του διοργανωτή ταξιδίων περιορίζεται στην απλή παραχώρηση της χρήσεως μιας εξοχικής κατοικίας, η οποία συνοδεύεται από αμιγώς παρεπόμενες ρήτρες, όπως είναι η ασφάλεια για την περίπτωση ακυρώσεως του ταξιδίου και η εγγύηση της επιστροφής των εξόδων ταξιδίου.»
(1) - EE 1982, L 388, σ. 7. Το κείμενο αυτό τροποποιήθηκε με τις συμβάσεις προσχωρήσεως της 9ης Οκτωβρίου 1978 (ΕΕ L 388, σ. 24), της 25ης Οκτωβρίου 1982 (ΕΕ L 388, σ. 1) και της 26ης Μαου 1989 (ΕΕ L 285, σ. 1).
(2) - Η άποψη αυτή προβάλλεται από τον A. Gφtz, την Dansommer και την Επιτροπή, η οποία όμως προβάλλει μια διαφορετική αιτιολογία. Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε υποστηρίξει επίσης την άποψη αυτή· ωστόσο, κατά την προφορική διαδικασία, μετέβαλε την άποψή της και προέβαλε ότι το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αα, της Συμβάσεως έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
(3) - Η άποψη αυτή υποστηρίζεται από την Ισπανική, την Ιταλική και τη Γαλλική Κυβέρνηση.
(4) - Παρέκκλιση από την αποκλειστική δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 16 δεν είναι δυνατή ούτε με συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων άλλου συμβαλλομένου κράτους (άρθρο 17) ούτε με σιωπηρή παρέκταση δικαιοδοσίας (άρθρο 18). Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 19 της Συμβάσεως, το δικαστήριο άλλου συμβαλλόμενου κράτους από εκείνο του οποίου τα δικαστήρια αναγνωρίζονται ως έχοντα αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία κατ' εφαρμογήν του άρθρου 16 οφείλει να διαπιστώσει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του. Τέλος, αλλοδαπή απόφαση εκδοθείσα κατά παράβαση του άρθρου 16 δεν μπορεί να τύχει ούτε αναγνωρίσεως (άρθρο 28) ούτε εκτελέσεως (άρθρο 34).
(5) - Απόφαση της 17ης Μαου 1994, C-294/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-1717, σημείο 18 των προτάσεων).
(6) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1977, 73/77, Sanders (Συλλογή τόμος 1977, σ. 755, σκέψη 17).
(7) - Προαναφερθείσα απόφαση Sanders, σκέψη 15.
(8) - Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1994, C-292/93, Lieber (Συλλογή 1994, σ. Ι-2535, σκέψη 12). Η άποψη αυτή δικαιολογείται με τον συλλογισμό ότι το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο αα, «έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται οι διάδικοι της επιλογής δικαστηρίου, στην οποία, διαφορετικά, θα προέβαιναν, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υπάγονται σε δικαστήριο που δεν είναι το δικαστήριο της κατοικίας κανενός από αυτούς».
(9) - Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1985, 241/83 (Συλλογή 1985, σ. 99).
(10) - Προαναφερθείσα απόφαση Rφsler, σκέψη 25.
(11) - Σκέψη 29. Η υπογράμμιση δική μου.
(12) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-280/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-1111). Επίκληση της αποφάσεως αυτής γίνεται προς στήριξη της απόψεως κατά την οποία αποκλείεται, στην υπό κρίση υπόθεση, η εφαρμογή του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο αα, της Συμβάσεως.
(13) - Σκέψη 15.
(14) - Σκέψη 14.
(15) - Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1993, C-89/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-139).
(16) - Σκέψη 18. Η υπογράμμιση δική μου.
(17) - Σκέψη 19. Η υπογράμμιση δική μου.
(18) - Σκέψη 23. Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy