ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 18ης Μαρτίου 1999 ( *1 )
Περιεχόμενα
Ι — Εισαγωγή
II — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς
III — Τα πραγματικά περιστατικά
IV — Αιτήματα των διαδίκων στην αίτηση αναιρέσεως
V — Λόγοι αναιρέσεως
Α — Παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας
Β — Παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 47 του κανονισμού 4028/86 και του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88
Γ — Παραβίαση της αρχής της κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως
Δ — Πλημμελής αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 190 της Συνθήκης
VI — Σχετικά με το αίτημα αποζημιώσεως
VII— Πρόταση
Ι — Εισαγωγή
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως που άσκησε η εταιρία Azienda Agricola «Le Canne» Srl περί αναιρέσεως της με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1997 αποφάσεως του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) ( 1 ).
2.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε αφενός, αίτημα ακυρώσεως κατά της εκ μέρους της Επιτροπής μειώσεως μιας αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής και, αφετέρου, αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία η προσφεύγουσα-ενάγο-υσα ισχυρίζετο ότι υπέστη λόγω της μειώσεως αυτής.
II — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς
3.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με τις κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (στο εξής: κανονισμός 4028/86) ( 2 ), ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση στις δράσεις που αναλαμβάνονται στον τομέα της αναπτύξεως της υδατοκαλλιέργειας και της διευθετήσεως των προστατευομένων θαλασσίων ζωνών ενόψει μιας καλύτερης διαχειρίσεως της παράκτιας αλιευτικής ζώνης ( 3 ).
4.
Κατά το άρθρο 12, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα ΠΙ του κανονισμού 4028/86, η προβλεπόμενη για την υδατοκαλλιέργεια κοινοτική συνδρομή ανέρχεται, όσον αφορά την περιοχή της Βενετίας, στο 40 % των επιλεξίμων δαπανών, η δε συμμετοχή της Ιταλίας αντιστοιχεί σε ποσοστό μεταξύ 10 και 30 %.
5.
Το άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86 ορίζει τα εξής:
«1. Καθ' όλη τη διάρκεια της κοινοτικής παρέμβασης, η αρχή ή ο οργανισμός που ορίζεται για το σκοπό αυτό από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή, μετά από αίτηση της, όλα τα δικαιολογητικά και όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την εκπλήρωση των οικονομικών ή άλλων προϋποθέσεων που επιβάλλονται για κάθε σχέδιο. Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει την αναστολή, τη μείωση ή την κατάργηση της συνδρομής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 47:
—
εάν το σχέδιο δεν εκτελείται σύμφωνα με τις προβλέψεις ή
—
εάν δεν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν ή
—
εάν ο δικαιούχος, αντίθετα προς τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση του και επαναλαμβάνονται στην απόφαση για χορήγηση συνδρομής, δεν έχει αρχίσει, σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής, να πραγματοποιεί τις εργασίες, ή εάν δεν έχει προσκομίσει, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ικανοποιητικές εγγυήσεις για την εκτέλεση του σχεδίου, ή
—
εάν ο δικαιούχος δεν τελειώσει τις εργασίες σε προθεσμία δύο ετών από την έναρξη τους, εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας.
Η απόφαση κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθώς και στο δικαιούχο.
H Επιτροπή προβαίνει στην ανάκτηση των ποσών η καταβολή των οποίων δεν ήταν ή δεν είναι δικαιολογημένη.
2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 47» ( 4 ).
6.
Το άρθρο 47 ορίζει τα εξής:
«1. Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η Μόνιμη Επιτροπή Διαρθρώσεων της Αλιείας συγκαλείται από τον πρόεδρο της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από αίτηση του αντιπροσώπου ενός κράτους μέλους.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της εντός προθεσμίας που δύναται να ορίσει ο πρόεδρος σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων που έχουν υποβληθεί προς εξέταση. Αποφασίζει με πλειοψηφία 54 ψήφων οι ψήφοι των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία.
3. Η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα που εφαρμόζονται αμέσως. Εντούτοις, εάν τα μέτρα αυτά δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής, η Επιτροπή τα γνωστοποιεί αμέσως στο Συμβούλιο στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή δύναται να αναβάλει την εφαρμογή το πολύ για ένα μήνα από τη γνωστοποίηση αυτή. Το Συμβούλιο μπορεί, με ειδική πλειοψηφία, να λάβει διαφορετικά μέτρα εντός προθεσμίας ενός μηνός.»
7.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1116/88, της 20ής Απριλίου 1988 (στο εξής: κανονισμός 1116/88) ( 5 ), η Επιτροπή θέσπισε τις λεπτομέρειες εκτελέσεως των αποφάσεων χορηγήσεως συνδρομών για σχέδια που αφορούν κοινοτικά μέτρα βελτιώσεως και αναδιαρθρώσεως των δομών του τομέα της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της διευθετήσεως της παράκτιας ζώνης.
8.
Το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:
« Μόλις ολοκληρωθεί η πραγματοποίηση του σχεδίου ή κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης του εάν η απόφαση της Επιτροπής προβλέπει πληρωμή σε πολλές δόσεις (...), η αρχή ή οργανισμός διαβιβάζει στην Επιτροπή αίτηση πληρωμής που επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι όροι πληρωμής.
Οι αιτήσεις πληρωμής περιλαμβάνουν πιστοποιητικό και αριθμητικό κατάλογο των δικαιολογητικών εγγράφων. Πρέπει να υποβάλλονται σε δύο αντίγραφα και να περιέχουν τα στοιχεία και έγγραφα που περιέχονται στο παράρτημα.»
9.
Στο άρθρο 4 του κανονισμού 1116/88 ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Οι πληρωμές σε δόσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν για κάθε επένδυση το ποσοστό πραγματοποίησης των εργασιών το σχετικό με αυτή την επένδυση. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τη σχέση μεταξύ του συνολικού ποσού των τιμολογίων ή άλλων λογιστικών εγγράφων που έχουν πραγματικά εξοφληθεί και αφορούν τις επιλέξιμες δαπάνες, και του συνολικού ποσού των προβλεπομένων επιλέξιμων δαπανών όπως καθορίστηκαν στην απόφαση χορήγησης της συνδρομής.
α)
(...)
β)
Υδατοκαλλιέργεια, διευθέτηση της παράκτιας ζώνης
Η συνδρομή καταβάλλεται καταρχήν σε τρεις το πολύ δόσεις.
Μια (πρώτη) αίτηση πληρωμής σε δόσεις μπορεί να υποβληθεί εφόσον:
—
το ποσοστό πραγματοποίησης ανήλθε στο 30 % τουλάχιστον των επιλέξιμων εξόδων, και
—
έχει συνταχθεί ενδιάμεση έκθεση για την υλοποίηση του σχεδίου (μόνο για την υδατοκαλλιέργεια).
γ)
(...)
2. Οι τελικές πληρωμές για όλους τους τύπους των σχεδίων εξαρτώνται από τους όρους που αναφέρονται στην απόφαση χορήγησης συνδρομής, ιδίως όσον αφορά την χρηματοδοτική συμμετοχή του κράτους μέλους και την υποβολή των επίσημων εγγράφων.»
10.
Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1116/88, «δεν πρέπει να κινείται η διαδικασία αναστολής, μείωσης ή κατάργησης της συνδρομής πριν ζητηθεί η γνώμη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους το οποίο μπορεί να λάβει θέση επί του θέματος και να καλέσει τους δικαιούχους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.»
11.
Το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88 ορίζει σχετικά τα εξής:
«Πριν κινηθεί η διαδικασία αναστολής, μείωσης ή κατάργησης της συνδρομής που προβλέπεται στο άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86, η Επιτροπή:
—
ειδοποιεί σχετικά το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να εφαρμοστεί το σχέδιο για να λάβει θέση ως προς το θέμα αυτό,
—
συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή η οποία ανέλαβε να διαβιβάσει τα δικαιολογητικά,
—
καλεί τον ή τους δικαιούχους να εκφράσουν, μέσω της αρχής ή του οργανισμού, τους λόγους για τη μη τήρηση των προβλεπομένων όρων.»
IIΙ — Τα πραγματικά περιστατικά
12.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 8 έως 20) προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την υπό κρίση διαφορά.
13.
Με την απόφαση C(90) 1923/99, της 30ής Οκτωβρίου 1990, η Επιτροπή χορήγησε στην εταιρία Le Canne χρηματοδοτική συνδρομή ύψους 1 103 646 181 ιταλικών λιρών (LIT), αντιστοιχούσα στο 40 % των επιλέξιμων δαπανών ύψους 2 759 115 453 LIT, για την πραγματοποίηση έργων εκσυγχρονισμού και διευθετήσεως εγκαταστάσεων ιχθυοκαλλιέργειας (σχέδιο I/16/90). Προβλέφθηκε η εκ μέρους του ιταλικού Δημοσίου καταβολή αναλογικής συνδρομής ανερχομένης στο 30 % των επιλέξιμων δαπανών, δηλαδή σε 827 734 635 LIT.
14.
Στην απόφαση διευκρινίζεται ότι «το ποσό της συνδρομής που θα καταβάλει πράγματι η Επιτροπή για ορισμένο περατωθέν σχέδιο εξαρτάται από τη φύση των πραγματοποιηθέντων έργων σε σχέση με τα προβλεφθέντα στο σχέδιο». Στην απόφαση διευκρινίζεται επίσης ότι, «σύμφωνα με την επισήμανση που περιλαμβάνεται στο μέρος Β της υποβληθείσας από τον δικαιούχο αιτήσεως για τη χορήγηση συνδρομής, τα προβλεπόμενα έργα δεν μπορούν να τροποποιηθούν ή να μεταβληθούν χωρίς προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της εθνικής δημόσιας υπηρεσίας και ενδεχομένως της Επιτροπής. Σημαντικές μεταβολές πραγματοποιηθείσες χωρίς σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής μπορούν να έχουν ως συνέπεια τη μείωση ή την κατάργηση της συνδρομής, σε περίπτωση που κριθούν απαράδεκτες από την εθνική δημόσια υπηρεσία ή την Επιτροπή. Σε περίπτωση τροποποιήσεων, η εθνική δημόσια υπηρεσία θα υποδείξει σε κάθε δικαιούχο τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει».
15.
Στις 23 Ιουνίου 1993 η Επιτροπή κατέβαλε στη Le Canne την πρώτη δόση ύψους 343 117 600 LIT.
16.
Μετά τον επιτόπιο έλεγχο της τελικής καταστάσεως του σχεδίου, η αρμόδια για τα δημόσια έργα υπηρεσία γνωστοποίησε στην Le Canne, με έγγραφο της 7ης Απριλίου 1994, ότι, υπό την επιφύλαξη ορισμένων τροποποιήσεων του σχεδίου που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των οικοδομικών εργασιών και των συναφών έργων, καθώς και των έργων εκσκαφής, φρονούσε πως τα έργα για την υλοποίηση του σχεδίου μπορούσαν να θεωρηθούν σύμφωνα προς το εγκριθέν σχέδιο από τεχνικής και οικονομικής απόψεως.
17.
Με την απόφαση C(94) 1531/99, της 27ης Ιουλίου 1994, η Επιτροπή δέχθηκε δεύτερη αίτηση της Le Canne για τη χορήγηση συνδρομής, που αφορά την ολοκλήρωση των έργων εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων της (σχέδιο I/100/94).
18.
Με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 1994, το οποίο απηύθυνε στο ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας (στο εξής: υπουργείο) και στην Επιτροπή, η Le Canne παρατήρησε ότι, λόγω περιστάσεων απολύτως ανεξαρτήτων από τη θέληση της, οι οποίες προέκυψαν μετά την αποστολή του σχεδίου στο υπουργείο, είχαν καταστεί αναγκαίες ορισμένες τροποποιήσεις των προβλεφθέντων στο πλαίσιο του σχεδίου 1/16/90 έργων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σχέδιο 1/16/90 είχε υποστεί στο σύνολο του ουσιώδεις τροποποιήσεις ( 6 ). Η Le Canne διευκρίνισε ότι, λόγω της πεποιθήσεώς της ότι είχε τηρήσει τους τεθέντες στόχους και ότι είχε επιλέξει τις ορθές εναλλακτικές λύσεις, αφενός, και της επιθυμίας της να επιτύχει ταχέως τα σκοπούμενα αποτελέσματα, αφετέρου, λησμόνησε την υποχρέωση της να κοινοποιήσει προηγουμένως στο υπουργείο τις μεταβολές που πραγματοποιήθηκαν, πράγμα το οποίο αποτελούσε μείζον εμπόδιο για την τακτοποίηση του φακέλου. Δήλωσε δε ότι μόλις μετά την ολοκλήρωση των έργων αντελήφθη ότι δεν είχε τηρήσει τη διατύπωση της προηγούμενης γνωστοποιήσεως των τροποποιήσεων και, συγχρόνως, ζήτησε από το υπουργείο και, ενδεχομένως, από την ίδια την Επιτροπή να προβεί στην τεχνική εξέταση των πραγματοποιηθεισών τροποποιήσεων, προκειμένου να διαπιστώσει ότι αυτές ήσαν θεμιτές και ότι οι επιλογές στις οποίες προέβη η Le Canne ήσαν αναγκαίες και ενδεδειγμένες. Η Le Canne επεσήμανε εξάλλου ότι όλες οι ενλόγω τροποποιήσεις είχαν εκτεθεί και είχαν γίνει δεκτές στο πλαίσιο της εγκρίσεως του σχεδίου συμπληρωματικής διευθετήσεως (I/100/94) για το οποίο χορηγήθηκε το ευεργέτημα της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής με την απόφαση C(94) 1531/99.
19.
Το υπουργείο, αφού προέβη στον έλεγχο της τελικής καταστάσεως των έργων, συνέταξε το πιστοποιητικό ελέγχου της τελικής καταστάσεως των έργων (στο εξής: πιστοποιητικό), με ημερομηνία 24 Μαΐου 1995, το οποίο διαβίβασε στη Le Canne, στις 3 Ιουνίου 1995. Κατά την άποψη του υπουργείου, η Le Canne είχε επιφέρει πρόσθετες τροποποιήσεις σε σχέση με εκείνες τις οποίες είχε ήδη επισημάνει η αρμόδια για τα δημόσια έργα υπηρεσία ( 7 ). Βάσει των ανωτέρω το υπουργείο κατέληξε ότι η Le Canne ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, να ζητήσει προηγουμένως άδεια για να προβεί στις τροποποιήσεις αυτές. Γι' αυτόν τον λόγο, μείωσε σε 1 049 556 101 LIT το ποσό των επιλεξίμων δαπανών κατά το τελικό στάδιο του σχεδίου. Το υπουργείο κατέληξε ότι, ενόψει των δαπανών που είχαν ήδη αναγνωρισθεί ως επιλέξιμες στο πρώτο στάδιο της πραγματοποιήσεως των έργων, οι οποίες ανέρχονταν σε 857 794 000 LIT, το συνολικό ποσό των δαπανών που αναγνωρίζονταν ως επιλέξιμες αντιστοιχούσε σε 1 907 350 101 LIT, ήτοι στο 69,13 % των επιλεξίμων δαπανών που είχε αρχικώς εγκριθεί από την Επιτροπή.
20.
Με το τελικό ένταλμα πληρωμής που εξέδωσε στις 5 Ιουλίου 1995, η Επιτροπή κατέβαλε στη Le Canne υπόλοιπο 419 822 440 LIT, μειώνοντας έτσι από 1 103 646 181 LIT σε 762 940 040 LIT το συνολικό ποσό της οφειλομένης κοινοτικής συνδρομής για τα έργα τα οποία το κοινοτικό όργανο θεώρησε, βάσει του πιστοποιητικού, ως σύμφωνα προς το αρχικώς εγκριθέν σχέδιο.
21.
Το υπουργείο και η Επιτροπή έλαβαν, στις 28 Ιουλίου και στις 3 Αυγούστου 1995 αντιστοίχως, ορισμένες γραπτές παρατηρήσεις της Le Canne με τις οποίες αυτή επισήμανε το αβάσιμο του πιστοποιητικού και ζήτησε την επανεξέταση του.
22.
Απαντώντας στο αίτημα των εθνικών αρχών, η Επιτροπή τους διαβίβασε τις παρατηρήσεις της με το τηλετύπημα αριθ. 12 497 της 27ης Οκτωβρίου 1995. Το κοινοτικό όργανο θεώρησε ότι από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προέκυπτε η ανάγκη επανεξετάσεως της διαδικασίας που ακολούθησε το υπουργείο για την τακτοποίηση του φακέλου του σχεδίου 1/16/90. Συγκεκριμένα, επικαλέσθηκε τους εξής λόγους: 1) είχαν πραγματοποιηθεί σημαντικές τροποποιήσεις του σχεδίου, χωρίς προηγουμένως να γνωστοποιηθούν στην εθνική δημόσια αρχή η χορήγηση συνδρομής για το δεύτερο σχέδιο 1/100/94 δεν συνεπαγόταν την εκ μέρους της Επιτροπής αποδοχή προγενεστέρων τροποποιήσεων 2) τα προβλε-φθέντα στο πλαίσιο του επομένου σχεδίου 1/100/94 έργα είχαν εκτελεσθεί στο πλαίσιο του σχεδίου 1/16/90 και, συνεπώς, δεν ήσαν επιλέξιμα για τη χορηγηθείσα για το σχέδιο 1/16/90 συνδρομή· 3) το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88, στο οποίο αναφέρθηκε ο σύμβουλος της Le Canne, δεν είχε εφαρμογή στο πλαίσιο που προέβαλε ο ενλόγω σύμβουλος 4) από τα παρασχεθέντα από το Υπουργείο στοιχεία προέκυψε, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι παρατηρήσεις που υπέβαλε σε υπόμνημά του ο σύμβουλος της Le Canne ήσαν εσφαλμένες, όσον αφορά τις εκπτώσεις δαπανών που πραγματοποιήθηκαν λόγω του καταλογισμού τους σε μη προβλεφθέντα κεφάλαια δαπανών.
23.
Τέλος, με έγγραφο της 14ης Νοεμβρίου 1995, το υπουργείο απέρριψε την αίτηση επανεξετάσεως της Le Canne, για τους ίδιους λόγους με τους προβαλλόμενους στο τηλετύπημα αριθ. 12 457 της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 1995.
24.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Δεκεμβρίου 1995, η Le Canne, αφενός, άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση του τηλετυπήματος αριθ. 12 497 της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 1995, και, αφετέρου, υπέβαλε αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της εκδόσεως της πράξεως αυτής επίσης ζήτησε να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25.
Η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο: να απορρίψει την προσφυγή υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη να απορρίψει την αγωγή υπό την έννοια των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, και, να καταδικάσει, εν πάση περιπτώσει, την Le Canne στα δικαστικά έξοδα.
26.
Ενώπιον του Πρωτοδικείου, προς στήριξη της προσφυγής, η Le Canne επικαλέσθηκε πέντε λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους αντιστοίχως από α) τη μη κοινοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, β) την παραβίαση της αρχής της συλλογι-κότητας που πρέπει να διέπει τη δράση της Επιτροπής, γ) την παράβαση των διαδικαστικών κανόνων που πρέπει να τηρούνται σε περίπτωση μείωσης από της Επιτροπή της χορηγηθείσας χρηματοδοτικής συνδρομής, δ) την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και, τέλος, ε) την κατάχρηση εξουσίας.
27.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προ-σφυγή-αγωγή και καταδίκασε την Le Canne στα δικαστικά έξοδα.
IV — Αιτήματα των διαδίκων στην αίτηση αναιρέσεως
28.
Η αναιρεσείουσα εταιρία Le Canne (στο εξής: αναιρεσείουσα) άσκησε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου 1998 και ζητεί από το Δικαστήριο: α) να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου και να κάνει δεκτά τα προβαλλόμενα πρωτοδίκως, β) να κηρύξει την πράξη αριθ. 12 497 της αναιρεσίβλητης Επιτροπής (στο εξής: αναι-ρεσίβλητη) της 27ης Οκτωβρίου 1995 άκυρη (nul et non avenu), γ) να καταδικάσει την Επιτροπή να επανορθώσει τη ζημία, στο μέτρο που εκτίθεται στο δικόγραφο της προσφυγής, και, δ) να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα και των δύο διαδικασιών.
29.
Η αναιρεσίβλητη ζητεί από το Δικαστήριο: α) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και β) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
V — Λόγοι αναιρέσεως
30.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για τους εξής τέσσερις λόγους : α) παραβίαση της αρχής της συλλογικότητας που διέπει τη δράση της Επιτροπής, β) παραβίαση της αρχής της κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως της υποθέσεως, γ) παραβίαση και εσφαλμένη εφαρμογή, από το Πρωτοδικείο των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 47 του κανονισμού 4028/86 και του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88 και δ) πλημμελή αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής κατά παραβίαση του άρθρου 190 της Συνθήκης και, συνακολούθως, εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία του Πρωτοδικείου σε αυτό το σημείο.
31.
Για λόγους συστηματικούς, μετά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, θα ακολουθήσει η εξέταση του τρίτου λόγου, κατόπιν η ανάλυση του δεύτερου και, τέλος, του τέταρτου λόγου αναιρέσεως.
Α — Παραβίαση της αρχής της συλλογι-κότητας
32.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα αναλύεται σε τρία επιμέρους σημεία. Καταρχάς, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε (σκέψη 37), αναφερόμενο στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής ( 8 ), ότι είναι δυνατή η εξουσιοδότηση υπαλλήλων προς λήψη εξ ονόματός της και υπό τον έλεγχο της, σαφώς καθορισμένων μέτρων διαχειρίσεως, όπως η απόφαση της Επιτροπής. Κατά την αναιρεσείουσα, η παροχή εξουσιοδοτήσεως (delegation de pouvoir) είναι σε επίπεδο αρχών αντίθετη προς την αρχή της συλλογικότητας που πρέπει να διέπει τη δράση της Επιτροπής. Στη συνέχεια, θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε δεχόμενο ότι οι εξουσιοδοτήσεις υπογραφής (délégations de signature) αποτελούν το συνηθισμένο μέτρο με το οποίο η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητες της. Τέλος, προβάλλει ότι αν, αντιθέτως, ήθελε θεωρηθεί πως το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι υπήρξε απλή εξουσιοδότηση υπογραφής, προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης αφού έκρινε (σκέψη 38) ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) θα έπρεπε να αποδείξει ότι η διοίκηση δεν τήρησε τους εφαρμοστέους στον οικείο τομέα κανόνες. Επικαλούμενη δε τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 9 ) θεωρεί ότι παρόμοια απόδειξη δεν θα μπορούσε να προσάγεται παρά μόνον από την Επιτροπή όταν τούτο αμφισβητείται.
33.
Καταρχάς, τίθεται ζήτημα κατά πόσον έσφαλε το Πρωτοδικείο θεωρώντας ότι το επίμαχο τηλετύπημα θα μπορούσε να ληφθεί και από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της Επιτροπής, ουσιαστικά χωρίς να έχει προηγουμένως τηρηθεί η αρχή της συλλογικότητας, που είναι βασική αρχή δράσεως της Επιτροπής, ως συλλογικού οργάνου ( 10 ).
34.
Όσον αφορά την εξουσιοδότηση, πρέπει να διακρίνεται η εξουσιοδότηση που επάγεται τη μεταβίβαση αρμοδιότητας σε άλλο όργανο (délégation de pouvoir/de compétence) από την εξουσιοδότηση υπογραφής (délégation de signature) ( 11 ). Συγκεκριμένα, η αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί σε ορισμένο διοικητικό όργανο δεν μπορεί νόμιμα να ασκηθεί από άλλο όργανο, εκτός αν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση. Συνεπώς, ένα όργανο δεν μπορεί νόμιμα να μεταβάλλει κανόνες που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα του, εκτός αν η μεταβολή αυτή ρητώς επιτρέπεται ή επιβάλλεται από τους κανόνες αυτούς, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενώς.
35.
Η εξουσιοδότηση που επάγεται τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας σε άλλο όργανο διαφοροποιείται από την εξουσιοδότηση υπογραφής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ένα όργανο, με ειδική πράξη του, παρέχει εξουσιοδότηση σε άλλο, συνήθως ιεραρχικά υφιστάμενο του, να υπογράφει αντί αυτού και με εντολή του ορισμένες πράξεις. Οι πράξεις αυτές, αν και φέρουν την υπογραφή του εξουσιοδοτημένου οργάνου, θεωρούνται πράξεις του οργάνου που παρέσχε την εξουσιοδότηση. Και η εξουσιοδότηση της υπογραφής πρέπει να επιτρέπεται από τις διατάξεις που καθορίζουν την αρμοδιότητα του εξουσιοδοτούντος οργάνου.
36.
Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ( 12 ) ότι η λειτουργία της Επιτροπής διέπεται από την αρχή της συλλογικότητας, η οποία απορρέει από το άρθρο 163 της Συνθήκης ΕΚ ( 13 ). Εχει δε διευκρινίσει ότι η καθιερούμενη αρχή της συλλογικότητας στηρίζεται στην ισότιμη συμμετοχή των μελών της Επιτροπής στη λήψη αποφάσεων, συνεπάγεται δε, μεταξύ άλλων, αφενός μεν ότι οι αποφάσεις πρέπει να είναι προϊόν κοινής συσκέψεως, αφετέρου δε ότι όλα τα μέλη του συλλογικού οργάνου φέρουν συλλογική πολιτική ευθύνη για το σύνολο των εκδιδομένων αποφάσεων.
37.
Ωστόσο, προκύπτει από παγία νομολογία του Δικαστηρίου ότι η χρήση της διαδικασίας εξουσιοδοτήσεως για την έκδοση μέτρων διαχειρίσεως ή διοικήσεως συμβιβάζεται με την αρχή της συλλογικότητας. Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο 2 ( 14 ), «αυτό το σύστημα εξουσιοδοτήσεως, το οποίο περιορίζεται σε καθορισμένες κατηγορίες πράξεων διοικήσεως και διαχειρίσεως, γεγονός που αποκλείει εξ ορισμού τις αποφάσεις αρχής, φαίνεται αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη η σημαντική αύξηση του αριθμού των πράξεων αποφασιστικού χαρακτήρα που η Επιτροπή καλείται να λάβει, προκειμένου να μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά της».
38.
Στο άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής εξουσιοδοτήσεων από την Επιτροπή σε μέλη της, τηρούμενης της αρχής της συλλογικής ευθύνης, να λαμβάνουν εξ ονόματος της και υπό την ευθύνη της, σαφώς καθορισμένα διαχειριστικά ή διοικητικά μέτρα. Στο τέταρτο εδάφιο του ιδίου άρθρου ορίζεται, inter alia, ότι η διάταξη του πρώτου εδαφίου, εφαρμόζεται με την επιφύλαξη κανόνων που αφορούν τις εξουσιοδοτήσεις σε θέματα δημοσιονομικού χαρακτήρα. Στο άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 3, του δημοσιονομικού κανονισμού της Επιτροπής ( 15 ) ορίζεται ότι η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό και μπορεί καταρχήν να μεταβιβάσει τις σχετικές αρμοδιότητες της υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει ο εσωτερικός κανονισμός της και εντός των ορίων που τίθενται στην πράξη εξουσιοδότησης. Οι εξουσιοδοτούμενοι δεν μπορούν παρά να ενεργούν εντός των ορίων των εξουσιών που ρητά τους μεταβιβάζονται ( 16 ).
39.
Εφόσον λοιπόν οι κείμενες διατάξεις που διέπουν τη δράση της Επιτροπής, υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, της επιτρέπουν να προβαίνει σε εξουσιοδοτήσεις, σε καθορισμένες κατηγορίες πράξεων διοικήσεως και διαχειρίσεως ή προς εκτέλεση του προϋπολογισμού, τούτο σημαίνει ότι μπορεί να παρέχει σε υπαλλήλους της εξουσιοδοτήσεις προς έκδοση παρομοίων πράξεων, για να επιταχύνει το διοικητικό της έργο, δίχως να θίγεται η αρχή της συλλογικότητας που πρέπει να διέπει τη δράση της. Επίσης η παροχή παρόμοιων εξουσιοδοτήσεων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση του κανόνα που θεσπίζει το άρθρο 173 της Συνθήκης, σχετικό με τη δυνατότητα υπαγωγής των πράξεων που λαμβάνονται κατ' αυτόν τον τρόπο στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή.
40.
Επομένως, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 37, ότι, όπως συνάγεται από τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής (άρθρο 11) είναι δυνατή η εξουσιοδότηση υπαλλήλων προς λήψη, εξ ονόματός της και υπό τον έλεγχό της, σαφώς καθορισμένων μέτρων διαχειρίσεως και διοικήσεως, όπως το επίδικο μέτρο. Δηλαδή πρόκειται για εξουσιοδοτήσεις οι οποίες δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση στον εξουσιοδοτημένο υπάλληλο αυτοτελούς εξουσίας, στερώντας την Επιτροπή από τις αντίστοιχες αρμοδιότητες ( 17 ). Επίσης, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι εξουσιοδοτήσεις υπογραφής αποτελούν το σύνηθες μέσο με το οποίο η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητές της, κάτι το οποίο άλλωστε έχει επανειλημμένα δεχθεί και το Δικαστήριο ( 18 ).
41.
Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι ήταν δυνατή η λήψη του επίμαχου μέτρου επί τη βάσει των κανόνων περί παροχής εξουσιοδοτήσεων χωρίς να έχει παραβιασθεί η αρχή της συλλογικότητας.
42.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ο αναπληρωτής προϊστάμενος μονάδας που υπέγραψε την προσβαλλομένη απόφαση υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση XIV η οποία είναι υπεύθυνη για την αλιεία ( 19 ), τον οικονομικό τομέα στον οποίο διοχετεύονται οι κοινοτικές συνδρομές που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού 4028/86, όπως αναφέρει η Επιτροπή. Εξάλλου, η αναιρε-σίβλητη διευκρινίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού, που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας (ΓΔ XIV) της Επιτροπής.
43.
Επιπλέον, θεωρώ ότι ορθώς το Πρωτοδικείο κατένειμε το βάρος της απόδειξης, κρίνοντας (σκέψη 38) ότι η Le Canne δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι η κοινοτική διοίκηση δεν τήρησε τους εφαρμοστέους στον οικείο τομέα κανόνες ( 20 ). Διότι η Le Canne όφειλε να προσκομίσει στοιχεία προκειμένου να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ( 21 ). Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
44.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β — Παραβίαση και Εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 47 τον κανονισμού 4028/86 και τον άρθρον 7 τον κανονισμού 1116/88
45.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 44, παράγραφος 1, και 47 του κανονισμού 4028/86 και το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88, επειδή έκρινε ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς την επέμβαση της ειδικής μόνιμης επιτροπής διαρθρώσεως της αλιείας, ήταν σύμφωνη με τα άρθρα αυτά. Ειδικότερα, προβάλλει ότι εσφαλμένα το Πρωτοδικείο έκρινε (σκέψη 56) πως τα άρθρα 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση επανεκτιμήσεως του συνόλου του σχεδίου και όχι όταν «ένα μέρος των δαπανών των οποίων την καταβολή ζητεί η προσφεύγουσα [Le Canne] δεν αφορά το σχέδιο όπως αυτό είχε γίνει αρχικά δεκτό». Διότι το άρθρο 44 απαριθμεί, μεταξύ άλλων υποθέσεων στις οποίες εφαρμόζεται, την περίπτωση στην οποία «το σχέδιο δεν εκτελείται σύμφωνα με τις προβλέψεις». Όπως τόνισε δε, κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, θεωρεί ότι από το γράμμα του νόμου δεν συνάγεται η διάκριση μεταξύ επιλέξιμων δαπανών καικοινο-ποιητέων τροποποιήσεων του χρηματοδοτούμενου σχεδίου. Τέλος, προβάλλει ότι μόνον μία τροποποίηση του εγκριθέντος σχεδίου που θα εθεωρείτο απαράδεκτη, εκτιμώμενη ex post, αφού ακολουθείτο η διαδικασία του άρθρου 47, θα δικαιολογούσε τη μείωση ή κατάργηση της συνδρομής και όχι οποιαδήποτε σημαντική τροποποίηση επειδή απλώς δεν είχε εγκριθεί.
46.
Κατά την Επιτροπή, η ειδική αυτή διαδικασία πρέπει να τηρείται μόνον όταν έχουμε επανεκτίμηση του ποσοστού της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής, στο πλαίσιο επανεκτίμησης του όλου σχεδίου, και όχι απλή προσαρμογή των πράγματι καταβαλλομένων ποσών για εκτελεσθείσες εργασίες του σχεδίου οι οποίες συνιστούν επιλέξιμες δαπάνες. Διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση το ποσοστό κοινοτικής χρηματοδότησης παραμένει σταθερό ( 22 ). Τονίζει δε ότι η διακύμανση (variazione) των επιλέξιμων δαπανών που απαντάται σε όλα σχεδόν τα υποβαλλόμενα σχέδια είναι το αποτέλεσμα καθαρά τεχνικών εκτιμήσεων.
47.
Το άρθρο 44, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό προς τα άρθρα 47 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88, καθιερώνει έναν ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, η παράλειψη του οποίου έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της λαμβανόμενης αποφάσεως. Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 44, πρέπει να τηρείται σε κάθε περίπτωση μείωσης, αναστολής ή κατάργησης της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στην ίδια αυτή διάταξη.
48.
Ενόψει των ανωτέρω, επιβάλλεται καταρχάς να προσδιορισθεί η έννοια της «συνδρομής» και της «μείωσης» της συνδρομής που προβλέπει το άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86 και στη συνέχεια να διευκρινισθεί το ζήτημα ποιες είναι οι εξουσίες της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
49.
Στον τομέα των υδατοκαλλιεργειών, ο όρος «συνδρομή», ερμηνευόμενος υπό το φως και των άλλων διατάξεων του κανονισμού 4028/86 και του παραρτήματος ΠΙ του κανονισμού αυτού ( 23 ), πρέπει να νοείται ότι σημαίνει το ποσοστό εκείνο επί του συνολικού ύψους ποσού για την πραγματοποίηση υλικής επένδυσης, το οποίο εγκρίνεται ως κοινοτική χρηματοδότηση για την εκτέλεση σχεδίων ( 24 ) σχετικών με την κατασκευή, τον εξοπλισμό, τον εκσυγχρονισμό ή την επέκταση εγκαταστάσεων υδατοκαλλιεργειών. Το ποσοστό αυτό, που αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσό στο οποίο ανέρχεται η επένδυση και ορίζεται κατά τη στιγμή της εγκρίσεως του σχεδίου, αποτελεί την κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή ( 25 ).
50.
Η διάταξη του άρθρου 44, σύμφωνα με το γράμμα της, καταλείπει διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή («δύναται») να αποφασίσει την «αναστολή» ή «μείωση» ή «κατάργηση» της συνδρομής, του ποσοστού δηλαδή εκείνου που αρχικά καθορίσθηκε όταν εγκρίθηκε το χρηματοδοτούμενο σχέδιο. Τούτο η Επιτροπή μπορεί να το πράξει σε ορισμένες περιπτώσεις τις οποίες απα-οιθμει, εφόσον τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 47.
51.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 44 αναφέρει ότι η αναστολή, μείωση, ή κατάργηση της συνδρομής μπορεί να αποφασισθεί σε τέσσερις περιπτώσεις: α) εαν το σχέδιο δεν εκτελείται σύμφωνα με τις προβλέψεις ή, β) εάν δεν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν ή, γ) εάν ο δικαιούχος, αντίθετα προς τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση του και επαναλαμβάνονται στην απόφαση για χορήγηση συνδρομής, δεν έχει αρχίσει, σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής, να πραγματοποιεί τις εργασίες, ή εάν δεν έχει προσκομίσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ικανοποιητικές εγγυήσεις για την εκτέλεση του σχεδίου, ή, τέλος, δ) εάν ο δικαιούχος δεν τελειώσει τις εργασίες σε προθεσμία δύο ετών από την έναρξη τους, εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας.
52.
Κατά τη γνώμη μου, θεωρητικά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο όρος «μείωση» της συνδρομής σημαίνει την για οποιοδήποτε λόγο καταβολή στον δικαιούχο μικρότερου ποσού από εκείνο που αρχικά αποφασίσθηκε να του καταβληθεί. Παραδείγματος χάριν, μείωση υφίσταται σαφώς όταν, κατά την εκτέλεση του σχεδίου, η Επιτροπή το επανεκτιμά, για κάποιους λόγους, στο σύνολό του και αποφασίζει να μειωθεί το αρχικά εγκριθέν ποσοστό κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής, που ασφαλώς αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο ποσό. Τούτο μπορεί να συμβεί διότι, λόγου χάριν, από την εξέλιξη του έργου ως εκείνη τη χρονική στιγμή συνάγεται μετά πιθανότητος ότι δεν πρόκειται να εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο εγκρίθηκε η χορήγηση της χρηματοδότησης.
53.
Ωστόσο, θεωρώ ότι, από την ίδια τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, η μείωση, αναστολή ή κατάργηση αφενός αφορά το ποσοστό που καθορίσθηκε αρχικά ότι αποτελεί την κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή όταν δηλαδή εγκρίθηκε το χρηματοδοτούμενο σχέδιο. Αφετέρου, η απόφαση για μείωση, αναστολή ή κατάργηση της συνδρομής αφορά την εν τω μέλλοντι πορεία του χρηματοδοτούμενου σχεδίου. Δηλαδή, είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για μείωση, κατά την έννοια του νόμου, μόνον όταν έχουμε σχέδιο εν εξελίξει.
54.
Επίσης, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 44, παράγραφος 1, ερμηνευόμενη, όπως θα εξετασθεί στη συνέχεια, σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις του κανονισμού 4028/86 και 1116/88 προκύπτει κατά την άποψη μου, ότι η μείωση αφορά το αρχικά προβλεφθέν ποσό συνδρομής για το χρηματοδοτούμενο έργο και όχι το ποσό που η Επιτροπή πράγματι καταβάλει για ορισμένο περατωθέν έργο. Η άρνηση καταβολής από την Επιτροπή κάποιου ποσού ενόψει των εκτελεσθέντων έργων θεωρώ ότι δεν συνιστά μείωση κατά την έννοια του κανονισμού διότι δεν τροποποιεί το αρχικά προβλεπόμενο ποσοστό συνδρομής αλλά το in concreto καταβαλλόμενο ενόψει των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί και των αντίστοιχων δαπανών στο μέτρο που είναι επιλέξιμες.
55.
Επομένως, δεν πρόκειται για μείωση, κατά την έννοια του κανονισμού 4028/86, όταν το σχέδιο έχει περατωθεί και με βάση διαπιστώσεις της τελικής καταστάσεως των έργων που πραγματοποιούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, απλώς γίνεται προσαρμογή των καταβλητέων ποσών ενόψει των εκτελεσθέντων έργων που προέβλεπε το εγκριθέν και περατωθέν σχέδιο, όπως ορθώς προ-βάλλειη Επιτροπή. Διότι ναι μεν και σε αυτήν την περίπτωση το χρηματικό ποσό που λαμβάνει ο δικαιούχος λόγω της συνδρομής είναι μικρότερο από εκείνο που του είχε αρχικά εγκριθεί, αυτή όμως η άρνηση καταβολής ολοκλήρου του υπολειπομένου ποσού από την Επιτροπή δεν συνιστά μείωση κατά την έννοια του νόμου.
56.
Εξάλλου, από τη διατύπωση του άρθρου 44 παρατηρούμε ότι ο νομοθέτης χρησιμοποιεί στην πρώτη περίπτωση ενεστώτα χρόνο και αναφέρεται σε σχέδιο που «δεν εκτελείται» σύμφωνα με τις προβλέψεις. Από αυτό το στοιχείο θα λέγαμε ότι προκύπτει η βούληση του να αποκλείσει τα έργα που έχουν ήδη εκτελεσθεί. Η επιλογή του χρόνου (του ρηματικού τύπου) στην οποία προβαίνει ο νομοθέτης στο άρθρο 44, θεωρώ ότι αποτελεί επιπλέον στοιχείο δηλωτικό της βούλησης του να μην συμπεριλάβει στις περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται να τηρείται η ειδική διαδικασία του άρθρου 44 την περίπτωση κατά την οποία περατώθηκε το σχέδιο και γεννάται απλώς ζήτημα προσαρμογής των οφειλομένων ποσών προς τα εκτελεσθέντα έργα. Συνεπώς, δεν μπορεί να ερμηνευθεί η έκφραση «εάν το σχέδιο δεν εκτελείται σύμφωνα με τις προβλέψεις» τόσο ευρέως ώστε να συμπεριλάβει και την περίπτωση των ήδη εκτελεσθέντων σχεδίων.
57.
Εν πάση δε περιπτώσει, επειδή «η απόφαση περί μειώσεως του ύψους της χορηγηθείσης συνδρομής συνεπάγεται βαρύτερες συνέπειες» ( 26 ) για την πραγματοποίηση του χρηματοδοτούμενου σχεδίου, αφού ουσιαστικά τροποποιεί τους όρους με βάση τους οποίους εγκρίθηκε η συνδρομή, χωρίς βεβαίως να αγνοείται και η μεγάλη σημασία για τον δικαιούχο της συνδρομής, τούτο νομίζω ότι δικαιολογεί και την πρόβλεψη ειδικής διαδικασίας.
58.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτόν ότι η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να τηρείται στην περίπτωση που, παραβαίνοντας ρητό όρο της απόφασης περί παροχής χρηματοδοτικής συνδρομής της Επιτροπής, χωρίς προηγούμενο αίτημα εγκρίσεως των τροποποιήσεων του σχεδίου, ο ενδιαφερόμενος περάτωσε τις εργασίες πραγματοποιήσεως του έργου και απλώς δεν εκτέλεσε εν όλω ή εν μέρει το σχέδιο όπως είχε γίνει αρχικά δεκτό ή προέβη σε δαπάνες που δεν ήταν επιλέξιμες. Εφόσον, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή περιορίζεται, ουσιαστικά, στη διαπίστωση, με βάση στοιχεία που της παρέχουν οι εθνικές αρχές, ότι ένα μέρος των δαπανών των οποίων την καταβολή ζητεί η αναιρε-σείουσα αφορά το περατωθέν σχέδιο, όπως αυτό είχε γίνει αρχικά δεκτό, μπορεί να καταβάλει μικρότερο ποσό, ανάλογα με τις εργασίες που έχουν εκτελεσθεί.
59.
Η διαφοροποίηση προβλεφθέντος ποσοστού κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής και πράγματι καταβαλλομένου ποσού ενόψει των επιλέξιμων δαπανών και των εκτελεσθεισών εργασιών καθώς και η δυνατότητα προσαρμογής των πράγματι καταβαλλόμενων ποσών προς τις εκτελεσθείσες εργασίες που είναι σχετικές με το εκτελούμενο σχέδιο, η οποία απαιτεί μια σειρά τεχνικών υπολογισμών και εκτιμήσεων, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, και από άλλες διατάξεις.
60.
Η διαφοροποίηση αυτή νομίζω ότι προκύπτει από τη μελέτη του άρθρου 4 του κανονισμού 1116/88. Σε αυτό ορίζεται ότι οι πληρωμές σε δόσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν για κάθε επένδυση το ποσοστό πραγματοποίησης των εργασιών το σχετικό με αυτή την επένδυση. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τη σχέση μεταξύ του συνολικού ποσού των τιμολογίων ή άλλων λογιστικών εγγράφων που έχουν πραγματικά εξοφληθεί και αφορούν τις επιλέξιμες δαπάνες, και του συνολικού ποσού των προβλεπομένων επιλέξιμων δαπανών όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση χορήγησης της συνδρομής.
61.
Ειδικά για τις υδατοκαλλιέργειες, που μας ενδιαφέρουν στην υπο κρίση υπόθεση, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1116/88 προβλέπεται ότι η συνδρομή καταβάλλεται καταρχήν σε τρεις το πολύ δόσεις. Μια (πρώτη) αίτηση πληρωμής σε δόσεις μπορεί να υποβληθεί εφόσον το ποσοστό πραγματοποίησης ανήλθε στο 30 % τουλάχιστον των επιλέξιμων εξόδων, και έχει συνταχθεί ενδιάμεση έκθεση για την υλοποίηση του σχεδίου (μόνο για την υδατοκαλλιέργεια).
62.
Υπενθυμίζω δε ότι στο ίδιο άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπεται ότι οι τελικές πληρωμές για όλους τους τύπους των σχεδίων εξαρτώνται από τους όρους που αναφέρονται στην απόφαση χορήγησης συνδρομής, ιδίως όσον αφορά την χρηματοδοτική συμμετοχή του κράτους μέλους και την υποβολή των επισήμων εγγράφων.
63.
Εξάλλου, από τον κανονισμό 970/87, της Επιτροπής, και μάλιστα από το παράρτημα που αφορά την περίπτωση σχεδίων στον τομέα της υδατοκαλλιέργειας συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η μείωση επέρχεται μετά από την επανεκτίμηση του χρηματο-δοτηθέντος σχεδίου. Συγκεκριμένα, εκεί ορίζεται ότι η αίτηση συνδρομής που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος, περιλαμβάνει δύο μέρη (μέρος Α και μέρος Β). Στο μέρος Β προτάσσονται ορισμένες επεξηγηματικές σημειώσεις για την περιγραφή του σχεδίου, υπάρχει δε προειδοποίηση προς τους δικαιούχους, σύμφωνα με την οποία «κάθε τροποποίηση των εργασιών, που θα επέλθει μετά την απόφαση αυτή [πρόκειται για την απόφαση της Επιτροπής για χορήγηση της συνδρομής], θα απαιτήσει μία νέα εξέταση του σχεδίου που δύναται, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε ματαίωση της συνδρομής, εάν οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο σχέδιο θεωρηθούν απαράδεκτες» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Στη συνέχεια του μέρους Β της αιτήσεως συνδρομής ακολουθεί ένας πίνακας με την ανακεφαλαίωση των προβλεπομένων εργασιών. Σύμφωνα δε με σχετική επεξηγηματική σημείωση του πίνακα αυτού, η ανακεφαλαίωση έχει σαν αντικείμενο να ομαδοποιήσει τις διάφορες κατηγορίες δαπανών. Ορίζεται δε ότι εν πάση περιπτώσει πρέπει να επισυναφθεί στο σχέδιο αναλυτική προσφορά για τις κατασκευές, οι προσφορές των οίκων που είναι ειδικευμένοι στην παράδοση των μηχανημάτων και των διαφόρων εξοπλισμών και τεχνικό σχέδιο κατασκευών. Δηλαδή, ο δικαιούχος γνωρίζει τόσο το ποιες δαπάνες θεωρούνται επιλέξιμες κατά τον χρόνο εγκρίσεως της συνδρομής όσο και ότι η εκτέλεση άλλων εργασιών πέραν εκείνων που έχουν προβλεφθεί μπορεί να οδηγήσει στη ματαίωση της συνδρομής, στο πλαίσιο μας νέας εκτίμησης του σχεδίου.
64.
Επιπλέον, μόνον στην περίπτωση ενός έργου εν εξελίξει, μπορεί να αποδεικνύεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88, ότι παρά τις τροποποιήσεις εκπληρώνεται ή μπορεί να εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παρασχέθηκε η κοινοτική συνδρομή, επομένως, δεν θα πρέπει να μειωθεί το ποσό της κοινοτικής συνδρομής. Αλλά αυτή η εκτίμηση απαιτεί ευρύτερη νομική και οικονομική εκτίμηση της πορείας του έργου στο σύνολο του και της σκοπιμότητας εκτελέσεως του, πρέπει δε να γίνεται αφού τηρηθεί η διαδικασία των προαναφερθεισών διατάξεων.
65.
Δεν βλέπω δηλαδή για ποιον λόγο η Επιτροπή θα πρέπει να τηρήσει αυτή την ειδική διαδικασία, και στην περίπτωση που προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχον στην Επιτροπή οι εθνικές αρχές, ότι οι επιλέξιμες δαπάνες ενός περατωθέντος σχεδίου δεν είναι εκείνες που θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με την απόφαση για τη χορήγηση συνδρομής. Συνεπώς, τούτο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα για το οποίο δεν πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 44, να εκφέρει γνώμη η ειδική επιτροπή του άρθρου 47.
66.
Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούμεθα εκτός από τη γραμματική και από την τελολογική και συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 4028/86.
67.
Σύμφωνα με την δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 4028/86, «πρέπει να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη και καταστολή κάθε ανωμαλίας και για την ανάκτηση των ποσών που έχουν χαθεί μετά από τέτοιες ανωμαλίες ή αμέλειες ότι πρέπει να προβλεφθεί επίσης η δυνατότητα αναστολής, μείωσης ή κατάργησης της κοινοτικής' χρηματοδότησης». Δηλαδή σκοπός του νομοθέτη είναι να λαμβάνονται μέτρα είτε για την πρόληψη είτε για την καταστολή ατασθαλιών που παρατηρήθηκαν κατά την εκτέλεση του χρηματοδοτούμενου σχεδίου, λόγω των οποίων δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε η χρηματοδότηση. Προς τούτο αποβλέπει αφενός, λόγου χάριν, και η άρνηση καταβολής του υπολοίπου της συνδρομής από την Επιτροπή λόγω διαφορών στις επιλέξιμες δαπάνες, και αφετέρου η διαδικασία αναστολής, μείωσης ή κατάργησης της κοινοτικής χρηματοδότησης, που προβλέπει το άρθρο 44. Θεωρώ δε ότι ο όρος «επίσης» («également») που χρησιμοποιείται είναι δηλωτικός ότι η μείωση, αναστολή ή κατάργηση της κοινοτικής χρηματοδότησης δεν είναι οι μόνοι τρόποι ενέργειας που διαθέτει η Επιτροπή όταν παρατηρούνται ατασθαλίες. Δηλαδή μπορούμε να συναγάγουμε από το περιεχόμενο της δεύτερης πρότασης της αιτιολογικής αυτής σκέψης ότι ο σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η διασφάλιση περαιτέρω εξελίξεως του σχεδίου χωρίς να παρατηρούνται οποιεσδήποτε ατασθαλίες.
68.
Όταν ο δικαιούχος έχει ολοκληρώσει τις εργασίες του σχεδίου και τούτο πιστοποιείται από τις εθνικές αρχές (ή δεν έχει αρχίσει ή δεν έχει εγκαίρως περατώσει τις εργασίες εκτελέσεως του) δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πρόληψη ατασθαλιών κατά την περαιτέρω εξέλιξη του σχεδίου ούτε για αναστολή, μείωση ή κατάργηση της συνδρομής αφού το έργο είτε εκτελέσθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις είτε όχι, ο δε σκοπός για τον οποίο δόθηκε το ποσό είτε επετεύχθη είτε όχι. Σε αυτό το στάδιο πριν από την τελευταία καταβολή της συνδρομής απλώς τίθεται το ζήτημα κατά πόσον οι δαπάνες ήταν επιλέξιμες ή όχι, με βάση τα δικαιολογητικά και τα έγγραφα που διαβιβάζουν στην Επιτροπή οι αρμόδιες εθνικές αρχές και όχι κατά πόσον η εξέλιξη του έργου, σχετικά με τη δυνατότητα επιτεύξεως του σκοπού του, δικαιολογεί την τήρηση της ειδικής διαδικασίας πριν από τη μείωση, αναστολή ή κατάργηση της συνδρομής. Δηλαδή δεν επανακρίνεται το σχέδιο, το οποίο αφού περατώθηκε δεν είναι συνεπώς σε εξέλιξη, αλλά ex post πλέον προσαρμόζεται το οφειλόμενο ποσό της συνδρομής στα εκτελεσθέντα έργα.
69.
Εξάλλου, τα ανωτέρω συμπεράσματα ενισχύονται και από την ανάλυση της αποστολής που ο κοινοτικός νομοθέτης αναθέτει στη μόνιμη επιτροπή διαρθρώσεων της αλιείας του άρθρου 47. Όπως, ορθώς τονίζει η αναιρεσίβλητη (σημείο 25 του υπομνήματος αντικρούσεως), επικαλούμενη το πνεύμα του άρθρου 44, η παρέμβαση της μόνιμης επιτροπής του άρθρου 47 δεν μπορεί να επιβάλλεται για απλές διακυμάνσεις τεχνικής φύσεως των επιλέξιμων δαπανών. Διότι τούτο θα ήταν απολύτως δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο που είναι η ολοκλήρωση του έργου και θα στερείτο σημασίας, δεδομένου ότι η διακύμανση των επιλέξιμων δαπανών που απαντάται σε όλα σχεδόν τα υποβαλλόμενα σχέδια είναι το αποτέλεσμα καθαρά τεχνικών εκτιμήσεων.
70.
Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η μόνιμη αυτή επιτροπή που αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών δεν είναι τεχνικό αλλά νομικο-οικονομικό όργανο που δεν είναι σε θέση να εκτιμά την επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών. Συμπεραίνει δε ότι, αν έπρεπε να προσφεύγουμε στη διαδικασία του άρθρου 47 κάθε φορά που, ακόμη και δίχως διαφορά στο ποσοστό, οι επιλέξιμες δαπάνες διαφοροποιούντο σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα το άμεσο πάγωμα όλων των προγραμμάτων που διέπονται από τον κανονισμό.
71.
Θεωρώ ότι η παρέμβαση της ειδικής επιτροπής του άρθρου 47 απαιτείται οσάκις υπάρχει περιθώριο εκτιμήσεως της πορείας του εν εξελίξει ευρισκομένου σχεδίου και λήψεως αποφάσεως περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως. Όταν η πραγματοποίηση του σχεδίου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και δεν έχει παρέλθει η προθεσμία περατώσεως των εργασιών, η επιτροπή πρέπει να παρεμβαίνει για τη διερεύνηση του ζητήματος κατά πόσον μπορεί να εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο χρηματοδοτήθηκε το σχέδιο ή όχι, οπότε θα γινόταν λόγος για μείωση, αναστολή ή κατάργηση της συνδρομής.
72.
Επιχειρήματα υπέρ της ανωτέρω υποστηριζoμενης απόψεως μπορούμε να αρυσθούμε και από άλλες διατάξεις του κανονισμού 1116/88 της Επιτροπής. Ο κανονισμός αυτός προσδιορίζει ακριβώς τα στάδια της ειδικής διαδικασίας που πρέπει να τηρείται σε περίπτωση μείωσης, αναστολής ή κατάργησης της συνδρομής. Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του ενλόγω κανονισμού, «δεν πρέπει να κινείται η διαδικασία αναστολής, μείωσης ή κατάργησης της συνδρομής πριν ζητηθεί η γνώμη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους το οποίο μπορεί να λάβει θέση επί του θέματος και να καλέσει τους δικαιούχους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους». Δηλαδή σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη είναι να αποκλείονται αυθαίρετες ενέργειες της Επιτροπής εν αγνοία των ενδιαφερομένων κρατών μελών και των δικαιούχων της συνδρομής και μάλιστα χωρίς να έχει ζητηθεί η γνώμη τους.
73.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88, ορίζεται ότι, πριν κινηθεί η διαδικασία αναστολής, μείωσης ή κατάργησης της συνδρομής, η Επιτροπή προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες, τις οποίες περιοριστικά αναφέρει, ήτοι: α) ειδοποιεί σχετικά το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να εκτελεσθεί το σχέδιο («le projet devrait être exécuté ») για να λάβει θέση ως προς το θέμα αυτό β) συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή η οποία ανέλαβε να διαβιβάσει τα δικαιολογητικά και γ) καλεί τον ή τους δικαιούχους να εκφράσουν, μέσω της αρχής ή του οργανισμού, τους λόγους για τη μη τήρηση των προβλεπομένων όρων.
74.
Η ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88 καταδεικνύει ότι αφορά σχέδιο όχι περατωθέν αλλά εν εξελίξει, η δε απόφαση της Επιτροπής περί μειώσεως της συνδρομής αφορά την εκτέλεση του όλου σχεδίου, όπως είχε προβλεφθεί.
75.
Θεωρώ δε ότι ένα σχέδιο περατωθέν, για το οποίο οι εθνικές αρχές συνέταξαν ήδη πιστοποιητικό τελικής καταστάσεως των έργων που πραγματοποιήθηκαν, μειώνοντας το ποσό των επιλέξιμων δαπανών κατά το τελικό στάδιο του σχεδίου, αφενός δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί σχέδιο που πρόκειται να εφαρμοσθεί και αφετέρου δεν έχει νόημα να συμβουλεύεται η Επιτροπή την αρμόδια εθνική αρχή αφού ουσιαστικά ενήργησε βασιζόμενη στις διαπιστώσεις και την άποψη της εθνικής αρχής για την άρνηση καταβολής ορισμένων ποσών ενόψει των επιλέξιμων δαπανών.
76.
Εξάλλου, και σε άλλες διατάξεις του κανονισμού 4028/86, και συγκεκριμένα στο άρθρο 39, παρατηρούμε ότι, οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, στην περίπτωση σχεδίων του τίτλου IV, σχετικού με την ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας ( 27 ), όπως άλλωστε είναι και το σχέδιο της αναιρεσείο-υσας, να παράσχει στην Επιτροπή την ευχέρεια να αναθεωρήσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει την απόφαση της για χορήγηση της συνδρομής, στο πλαίσιο ελέγχου των αποτελεσμάτων του σχεδίου και κυρίως των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτού, όρισε ρητώς ότι τούτο πρέπει να γίνεται αφού τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 47. Στο άρθρο 39, παράγραφος 2, ο νομοθέτης δεν κάνει λόγο για μείωση της συνδρομής, αφού αυτή έχει ήδη καταβληθεί, αλλά για αναθεώρηση, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, της απόφασης για χορήγηση που επέρχεται κάποιο διάστημα (δύο έτη στην περίπτωση των έργων για την ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας) μετά την «τελευταία καταβολή της συνδρομής». Επειδή δε πρόκειται για επανεκτίμηση των αποτελεσμάτων του όλου σχεδίου ορίζει ρητώς ότι η Επιτροπή προβαίνει στην ολική ή μερική ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών αφού τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 47.
77.
Δηλαδή και από τη διάταξη αυτή του άρθρου 39 μπορούμε να αντλήσουμε επιχειρήματα ότι ο λόγος για τον οποίο καθιερώθηκε η ειδική διαδικασία, η τήρηση της οποίας προβλέπεται άλλωστε και στο άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86 είναι να ελέγχεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της ειδικής επιτροπής του άρθρου 47, κατά πόσον μετά την περάτωση του σχεδίου κατά τον έλεγχο των αποτελεσμάτων του επιτυγχάνεται ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε η χρηματοδότηση στο πλαίσιο μιας συνολικής εκτίμησης.
78.
Υπέρ της άποψης της Επιτροπής θα μπορούσαμε να αντλήσουμε επιχειρήματα από την απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, υπόθεση C-189/90, Cipeke κατά Επιτροπής ( 28 ). Η περίπτωση αυτή αφορούσε τη νομιμότητα απόφασης της Επιτροπής περί μειώσεως της χορηγούμενης εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής: ΕΚΤ) συνδρομής για δραστηριότητα επαγγελματικής καταρτίσεως. Όμως, η σχετική με την παροχή χρηματοδοτήσεως νομοθεσία δεν προέβλεπε την τήρηση κάποιας ειδικής διαδικασίας ανάλογης με εκείνη του άρθρου 44 του κανονισμού 4028/86, αλλά παρείχε τη δυνατότητα στην Επιτροπή να αναστείλει, μειώσει ή καταργήσει τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ( 29 ).
79.
Στην ενλόγω υπόθεση Cipeke, όπου επρόκειτο ειδικότερα για την εξέταση της αιτήσεως περί καταβολής του εναπομείναντος ποσού, μετά την ολοκλήρωση της δραστηριότητας επαγγελματικής καταρτίσεως, η Επιτροπή είχε μεν διαπιστώσει ότι ποσόν ορισμένου ύψους αφορούσε μη επιλέξιμες δαπάνες δεν προέβη όμως στην κατανομή των μειώσεων με βάση το ακριβές ποσό των αντικανονικών δαπανών. Το Δικαστήριο έκρινε ( 30 ) ότι «η έγκριση δόθηκε για συνολικό ποσό και η αίτηση περί καταβολής υποβλήθηκε σφαιρικά για το σύνολο του σχεδίου, χωρίς να γνωστοποιηθεί σε καμιά από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις οποιαδήποτε λεπτομερής και σαφής εγκριτική απόφαση». Και συνέχισε ( 31 )«Εξάλλου, η Επιτροπή προφανώς κατένειμε (...) τις μειώσεις ανάλογα με τη σημασία τους για τις οικείες θέσεις και όχι με βάση το ακριβές ποσό των αντικανονικών δαπανών». Ακύρωσε δε την άρνηση της Επιτροπής διότι οι μέθοδοι εφαρμογής της μειώσεως της συνδρομής του ΕΚΤ δεν κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα, θεωρώντας ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης. Δηλαδή εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να κατανείμει τις μειώσεις με βάση το ακριβές ποσό των αντικανονικών δαπανών κατά την εξέταση της αιτήσεως περί καταβολής του εναπομείναντος ποσού, μετά την ολοκλήρωση της δραστηριότητας επαγγελματικής καταρτίσεως η δε απόφαση της περί μειώσεως δεν θα παρουσίαζε εκ του λόγου τούτου πρόβλημα.
80.
Εν κατακλείδι, από το σύνολο των διατάξεων αυτών συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να τηρείται η ειδική διαδικασία των άρθρων 44 και 47, μεταξύ άλλων, οσάκις απαιτείται να εκτιμηθεί κατά πόσον, στις περιπτώσεις σχεδίων σε εξέλιξη, μη περατωθέντων, επιτυγχάνεται ο σκοπός για τον οποίο χορηγήθηκε το ποσό της χρηματοδότησης. Θέλησε δηλαδή την τήρηση της ασφαλιστικής δικλείδας, που καθιερώνεται στο άρθρο 47, ώστε να πιστοποιείται κατά πόσον εξυπηρετείται ο σκοπός για τον οποίο χορηγήθηκε η συνδρομή, και, μόνον εάν δεν εξυπηρετείται αυτός ο σκοπός είτε, πολλώ μάλλον, κινδυνεύει να ματαιωθεί, να μπορεί η Επιτροπή να προβαίνει στη μείωση, αναστολή ή κατάργηση της συνδρομής ( 32 ), η δε απόφαση της αφορά το μέλλον, δηλαδή την περαιτέρω εξέλιξη του σχεδίου. Αντιθέτως, στην περίπτωση αρνήσεως καταβολής η απόφαση της αφορά καταστάσεις και την εκτέλεση του έργου όπως εξελίχθηκε ως εκείνη τη χρονική στιγμή, δηλαδή αφορά το παρελθόν, το ήδη εκτελεσθέν τμήμα του σχεδίου. Αυτό αποτελεί ασφαλές κριτήριο για τη διαφοροποίηση των περιπτώσεων μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως της συνδρομής για την εκτέλεση έργου εν εξελίξει από την άρνηση της καταβολής μέρους του ποσού της συνδρομής σε περίπτωση που το έργο περατώθηκε.
81.
Συνεπώς, το ποσό της καθορισθείσας συνδρομής δεν τροποποιείται, συγκεκριμένα δεν μειώνεται, κατά την έννοια του άρθρου 44 του κανονισμού 4028/86, στο μέτρο που η Επιτροπή αποφασίζει με βάση τα στοιχεία που της παρέχουν οι εθνικές αρχές ότι, αφού ορισμένα μόνο έργα εκτελέσθηκαν και οι σχετικές δαπάνες είναι επιλέξιμες, κατ' αναλογίαν προς αυτά θα πρέπει να καταβάλλονται και τα προβλεπόμενα ποσά, επιφυλασσομένης της υποχρεώσεως σεβασμού των δικαιωμάτων αμύνης του θιγομένου δικαιούχου.
82.
Άλλωστε, κατά την Επιτροπή (σημείο 24 του υπομνήματος αντικρούσεως), το γεγονός ότι τροποποιήθηκε το αρχικό σχέδιο δίχως η τροποποίηση αυτή να κοινοποιηθεί στις εθνικές και κοινοτικές αρχές εμποδίζει σοβαρά την εκτίμηση των έργων που εκτελέσθηκαν από τον δικαιούχο της συνδρομής. Γι' αυτόν τον λόγο ορίζεται ρητώς στις αποφάσεις παροχής χρηματοδοτικής συνδρομής ότι οι εκτελούμενες εργασίες δεν μπορούν να υποστούν τροποποιήσεις ή αλλαγές δίχως την προηγούμενη έγκριση της εθνικής αρχής και ενδεχομένως της Επιτροπής.
83.
Το να απαιτούμε δε, πέραν του σεβασμού των δικαιωμάτων αμύνης, όπως θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44 και σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, επιβάλλοντας στην Επιτροπή, ως τυπική προϋπόθεση, την υποχρέωση πραγματοποιήσεως διαβουλεύσεως, στο μέτρο που, όπως εν προκειμένω, οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, κατ' ορθήν ερμηνεία, δεν επιβάλλουν στο κοινοτικό αυτό όργανο τέτοια υποχρέωση, θα σήμαινε την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτών σε μια περίπτωση που δεν εντάσσεται στις προβλεπόμενες στο άρθρο 44, παράγραφος 1, περιπτώσεις.
84.
Επιπλέον, το να απαιτούμε την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44 και σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, θα ισοδυναμούσε με την επιβολή στην Επιτροπή μιας υπερβολικά τυπολατρικής υποχρεώσεως. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση των διαδικασιών χωρίς λόγο ( 33 ) και την παραβίαση του γράμματος και του πνεύματος των κειμένων διατάξεων. Δηλαδή, θα ήταν υπερβολικό να απαιτείται από την Επιτροπή, πριν καταβάλει το τελικό ποσό χρηματοδότησης για ορισμένο περατωθέν έργο, με βάση τα στοιχεία και τις τεχνικής φύσεως εκτιμήσεις που έθεσαν στη διάθεση της οι εθνικές αρχές, να τηρεί τη διαδικασία των άρθρων 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88. Ούτε εξάλλου θα εθίγετο ο στόχος για τον οποίο καθιερώθηκε αυτός ο ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, η τήρηση του οποίου είναι αναγκαία στο πλαίσιο χρηματοδοτήσεων σχεδίων από την Επιτροπή, ώστε μέσω της τηρήσεως του να διασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή διαφάνεια των διαδικασιών στον σημαντικό αυτό τομέα κοινοτικής δραστηριότητας.
85.
Ενόψει των ανωτέρω, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η προσβληθείσα ενώπιόν του απόφαση της Επιτροπής δεν αποτελούσε απόφαση που μειώνει την αρχικώς εγκριθείσα συνδρομή, κατά την έννοια του άρθρου 44 παράγραφος 1, του κανονισμού 4028/86, αλλά περιορίζεται, στην πραγματικότητα, στη διαπίστωση ότι ένα μέρος των δαπανών των οποίων την καταβολή ζητεί η αναιρεσείουσα δεν αφορούσε το σχέδιο όπως αυτό είχε γίνει αρχικά δεκτό.
86.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Γ — Παραβίαση της αρχής της κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως
87.
Ο δεύτερος λόγος τον οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα αναλύεται σε δύο σκέλη. Αφενός υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε (σκέψεις 49 και 51) ότι με το αίτημα που απέστειλε (η αναιρεσείουσα) στο υπουργείο στις 28 Ιουλίου και στην Επιτροπή στις 3 Αυγούστου 1995, δηλαδή πριν η Επιτροπή εκδώσει οριστικά την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1995 ( 34 ), ήταν σε θέση να εκθέσει τους λόγους της μη τηρήσεως των όρων που προβλέπονταν στην απόφαση περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής. Δηλαδή θεωρεί ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία της λήψεως υπόψη της γνώμης του ενδιαφερομένου πριν από τη λήψη βλαπτικής για τα συμφέροντά του αποφάσεως, όπως επιτάσσει η γενική αρχή της κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως της υποθέσεως.
88.
Αφετέρου η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε (σκέψη 51) ότι η Επιτροπή τήρησε κατ' ουσίαν τις διατάξεις που προβλέπει συναφώς το άρθρο 7 του κανονισμού 1116/88. Διότι, αντίθετα από ό,τι δέχθηκε το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή είχε ρητώς απορρίψει το αίτημα της αναιρεσείουσας να προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88.
89.
Κατέληξα ανωτέρω ότι δεν απαιτείται να τηρηθεί η ειδική διαδικασία που καθιερώνεται στα άρθρα 44, σε συνδυασμό προς το άρθρο 47, του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88, την οποία άλλωστε η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει. Εκτός του ότι μια ειδική διαδικασία, που συνιστά ουσιώδη τύπο, δεν νομίζω ότι μπορεί να τηρηθεί ουσιαστικά χωρίς να τηρηθεί και τυπικά, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν όλα εκείνα τα στάδια που ο ίδιος ο νομοθέτης προσδιορίζει, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι η Επιτροπή τήρησε κατ' ουσίαν την ειδική αυτή διαδικασία αφού κάλεσε την ενδιαφερόμενη να εκθέσει πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως τους λόγους της μη τηρήσεως των προβλεπόμενων όρων.
90.
Όμως, όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως της υποθέσεως, θα ήθελα, καταρχάς, να τονίσω ότι, σύμφωνα με την παγία νομολογία του Δικαστηρίου ( 35 ), ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται κατά ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι' αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και εν απουσία ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Η αρχή αυτή επιτάσσει να παρέχεται η δυνατότητα στους αποδέκτες αποφάσεων, οι οποίες θίγουν σημαντικά τα συμφέροντά τους, να καθιστούν λυσιτελώς γνωστή την άποψη τους.
91.
Εφόσον η άρνηση καταβολής του υπολοίπου της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής πράξη της 27ης Οκτωβρίου 1995 αποτελούσε δυσμενή απόφαση για την αναιρεσείουσα, θα έπρεπε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα αμύνης που της κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο.
92.
Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εφόσον η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε το βάσιμο του πιστοποιητικού ελέγχου της τελικής καταστάσεως των έργων, με ημερομηνία 24 Μαΐου 1995, το οποίο εξέδωσε το αρμόδιο υπουργείο, και ζήτησε την επανεξέταση του ( 36 ), τούτο δε έγινε πριν η Επιτροπή εκδώσει οριστικώς την απόφαση της με το τηλετύπημα αριθ. 12 497 της 27ης Οκτωβρίου 1995, τηρήθηκαν οι απαιτήσεις σεβασμού των δικαιωμάτων αμύνης και της γενικής αρχής της κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως της υποθέσεως, έστω και αν δεν τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των άρθρων 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και 7 του κανονισμού 1116/88.
93.
Ενόψει των ανωτέρω, θεώρησαν το Πρωτοδικείο (σκέψη 56) ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αποτελεί απόφαση μειώνο-υσα υπό την έννοια του άρθρου 44, παράγραφος 1, την αρχικώς χορηγηθείσα στην προσφεύγουσα συνδρομή, ορθώς εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, ανεξαρτήτως από τις διαλαμβανόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αιτιολογίες. Συνεπώς τα περί του εναντίου προβαλλόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και ο σχετικός λόγος στο σύνολο του.
Δ — Πλημμελής αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής και εσφαλμένη ερμηνεία τον άρθρον 190 της Σννθήκης
94.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του Πρωτοδικείου, με την οποία απέρριψε λόγο ακυρώσεως της πράξεως της Επιτροπής θεωρώντας ότι δεν υφίστατο πλημμελής αιτιολογία της πράξεως αυτής κατά παραβίαση του άρθρου 190 της Συνθήκης. Ειδικότερα, επικεντρώνει την κριτική της στη σκέψη 70 της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής, που παρέπεμπε σε εξηγήσεις που δόθηκαν στο πιστοποιητικό ελέγχου της τελικής καταστάσεως των έργων που συνέταξε το αρμόδιο υπουργείο, παρέσχε στη Le Canne «επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίζει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η εκτεθείσα συλλογιστική». Διότι οι γραπτές παρατηρήσεις που έστειλε στις εθνικές και τις κοινοτικές αρχές (στις 28 Ιουλίου και 3 Αυγούστου 1995 αντιστοίχως) αναιρούσαν ουσιαστικά τα πορίσματα του πιστοποιητικού των εθνικών αρχών ζητώντας την επανεξέταση του από την ειδική επιτροπή του άρθρου 47 του κανονισμού 4028/86, τηρούμενης της διαδικασίας του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88. Ισχυρίζεται δε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αρκεσθεί για να αιτιολογήσει την απόφαση της σε παραπομπή στο πιστοποιητικό των εθνικών αρχών αλλά θα έπρεπε να προβεί στον έλεγχο τεχνικών λεπτομερειών. Γι' αυτό ήταν απαραίτητη η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 7, ώστε να καταστεί σαφές από μία συγκριτική και κατ' αντιπαράθεση εκτίμηση σχετικά με το αρχικό σχέδιο και τα τελικά έργα (το σχέδιο κατά το τέλος των εργασιών) και να δοθεί στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να δικαιολογήσει γιατί το σχέδιο δεν εκτελέσθηκε όπως προβλεπόταν.
95.
Με την επιφύλαξη της προηγούμενης ανάλυσης που αφορά το ζήτημα κατά πόσον έπρεπε ή όχι να τηρηθεί η ειδική διαδικασία των άρθρων 44 και 47 του κανονισμού 4028/86 και του άρθρου 7 του κανονισμού 1116/88, νομίζω ότι, σχετικά με το ζήτημα των αποδιδόμενων ελαττωμάτων στην αιτιολογία, αρκεί να τονισθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν έσφαλε όταν έκρινε (σκέψη 70) ότι η αιτιολογία ήταν επαρκής και πλήρης.
96.
Το Δικαστήριο με πάγια νομολογία δέχεται ότι η αιτιολογία, την οποία απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης, πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου, που εκδίδει την πράξη, ώστε να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και στον κοινοτικό δικαστή να ασκεί τον έλεγχο του. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται η αιτιολογία μιας πράξεως να εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά συναφή στοιχεία, στο μέτρο που το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως είναι επαρκής πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο ενόψει του γράμματος της πράξεως, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των νομικών κανόνων που διέπουν το οικείο ζήτημα ( 37 ).
97.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο είναι ιδιαίτερα απαιτητικό όσον αφορά την επάρκεια της αιτιολογίας σε περιπτώσεις πράξεων μειώσεως της αρχικά εγκριθείσας κοινοτικής χρηματικής συνδρομής. Στην περίπτωση της υπόθεσης C-189/90, Cipeke κατά Επιτροπής ( 38 ), το Δικαστήριο αφού τόνισε ότι «σε περίπτωση εγκρίσεως της αρχικής αιτήσεως, η απόφαση περί μειώσεως του ύψους της αρχικώς χορηγηθείσης συνδρομής συνεπάγεται βαρύτερες συνέπειες για τον αιτούντα» ( 39 ), κατέληξε ( 40 ) ότι «η απόφαση περί μειώσεως συνδρομής πρέπει να διευκρινίζει με σαφήνεια τους λόγους που δικαιολογούν τη μείωση αυτή σε σχέση με το αρχικώς εγκριθέν ποσό». Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο έκρινε ( 41 ) ότι δεν ανταποκρίνεται στην επιταγή του άρθρου 190 της Συνθήκης απόφαση η οποία στηρίζεται στο ότι ορισμένες από τις αναληφθείσες δαπάνες δεν εγκρίθηκαν κατά τη χορήγηση της συνδρομής, χωρίς μάλιστα να έχει γνωστοποιηθεί οποιαδήποτε λεπτομερής και σαφής εγκριτική απόφαση, η οποία δεν περιέχει κανένα ενδεικτικό στοιχείο των κριτηρίων βάσει των οποίων υπολογίσθηκε το κοινοποιηθέν στον δικαιούχο μειωμένο ποσό.
98.
Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την αναι-ρεσιβαλλομένη απόφαση του (σκέψη 66), ότι, από το ιστορικό της υποθέσεως, την αλληλογραφία που αντάλλαξε η Le Canne με την εθνική δημόσια υπηρεσία και την Επιτροπή, καθώς και την απόφαση της τελευταίας, προέκυπτε ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλέσθηκε η Επιτροπή προς στήριξη της αποφάσεως αυτής, αναπτύσσονται κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ώστε να καθίσταται δυνατόν η μεν ενδιαφερόμενη να διεκδικήσει τα δικαιώματά της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, αυτός δε να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχο του ως προς τη νομιμότητα της αποφάσεως.
99.
Το Πρωτοδικείο συνέχισε ότι η επάρκεια της αιτιολογίας προέκυπτε για τρεις ειδικότερους λόγους.
100.
Πρώτον (σκέψη 67), όπως προέκυπτε από το έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 1994, το οποίο η Le Canne είχε απευθύνει στο υπουργείο και την Επιτροπή, η Le Canne, αφενός, είχε δεχθεί ότι, μετά την υποβολή του σχεδίου, ορισμένες περιστάσεις είχαν μεταβληθεί ουσιωδώς, πράγμα το οποίο συνεπαγόταν προσαρμογές και, αφετέρου, είχε δηλώσει ότι είχε επίγνωση του ότι δεν είχε τηρήσει τη διατύπωση της προηγούμενης γνωστοποιήσεως των τροποποιήσεων, πράγμα το οποίο, όπως ομολογούσε η ίδια η ενδιαφερόμενη, αποτελούσε μείζον εμπόδιο για την τακτοποίηση του φακέλου της (πρβλ. και τη σκέψη 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
101.
Δεύτερον, κατά το Πρωτοδικείο (σκέψη 68), οι λεπτομερείς εξηγήσεις που εκτίθενται στο πιστοποιητικό, προς στήριξη της κηρύξεως των δαπανών που ενέπιπταν στις διάφορες οικείες θέσεις ως μη επιλέξιμων, φανέρωναν με επαρκή σαφήνεια τους λόγους που δικαιολογούσαν την προσβαλλομένη απόφαση, όπως απαιτεί άλλωστε η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου ( 42 ).
102.
Τρίτον, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο (σκέψη 69), οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκε η Επιτροπή εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση συνοπτικώς αλλά σαφώς, αφενός, ως απάντηση σε ορισμένα επιχειρήματα που ανέπτυξε η προσφεύγουσα με τις παρατηρήσεις που διαβίβασε στην Επιτροπή στις 3 Αυγούστου 1995 και, αφετέρου, διά της παραπομπής στις εξηγήσεις που παρέσχε το υπουργείο με το πιστοποιητικό.
103.
Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα επειδή έκρινε ότι, ενόψει του συστήματος στενής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στο οποίο στηρίζεται η χορήγηση των χρηματοδοτικών συνδρομών, ορθώς η απόφαση της Επιτροπής παρέπεμψε στις εξηγήσεις αυτές.
104.
Καταλήξαμε προηγουμένως πως η απόφαση της Επιτροπής δεν συνιστούσε απόφαση μειώνουσα το ποσό της συνδρομής, κατά την έννοια του άρθρου 44, του κανονισμού 4028/86. Ενόψει τούτου θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο ορθώς συνεπέρανε (σκέψη 70) ότι υφίσταται επαρκής αιτιολογία της απόφασης της Επιτροπής ( 43 ), κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης, αφού παρέσχε στην ενδιαφερόμενη επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίζει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηριζόταν η συλλογιστική της Επιτροπής.
105.
Συνεπώς, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI — Σχετικά με το αίτημα αποζημιώσεως
106.
Εφόσον προτείνεται η απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, δεν τίθεται ζήτημα εξετάσεως του αιτήματος της αναιρεσείου- σας για αποκατάσταση ζημίας. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή γινόταν δεκτή η αίτηση και ανηρείτο η απόφαση, η υπόθεση θα έπρεπε να παραπεμφθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ως χρήζουσα διευκρινίσεως κατά το πραγματικό, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
VΙΙ — Πρόταση
107.
Ενόψει της προηγηθείσας ανάλυσης, προτείνω στο Δικαστήριο:
α.
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
β.
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) Υπόθεση Τ-218/95 (Συλλογή 1997, α Π-2055).
( 2 ) EE 376,σ. 7.
( 3 ) 0 κανονισμός (ΕΟΚ) 970/87 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1987,
θέσπισε τις μεταβατικές διατάξεις για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 4028/86, όσον άφορα τα μέτρα αναδιάρθρωσης και ανανέωσης του αλιευτικού στόλου, ανάπτυξης της υδατοκαλλιέργειας και διευθέτησης της παράκτιας ζώνης και καθόρισε τα στοιχεία και τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνουν οι αιτήσεις για οικονομική συνδρομή της Κοινότητας ΕΕ L 96, σ. 1.
( 4 ) Το άρθρο 45, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν (...) τα μέτρα που είναι αναγκαία για:
—
να διασφαλίζουν την πραγματική και κανονική υλοποίηση των ενεργειών που χρηματοδοτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού,
—
να διασφαλίζουν την πρόληψη ή την καταστολή των ανωμαλιών,
—
να ανακτούν τα ποσά που έχουν χαθεί λόγω ανωμαλιών ή αμέλειας.
...»
( 5 ) E L 112,σ.1.
( 6 ) Με εξαίρεση τη διαφορετική θέση και τη μορφολογία των δεξαμενών εντατικής εκτροφής.
( 7 ) Συγκεκριμένα: α) δεν είχαν κατασκευασθεί δεκαέξι δεξαμενές, μια υδραυλική εγκατάσταση και ένας θερμοηλεκτρικός σταθμός, όλα αυτά δε θα αντικαθίσταντο από δεξαμενές εκτροφής οι οποίες προβλεπόταν να κατασκευασθούν κατά την υλοποίηση του σχεδίου ολοκληρώσεως που ενέκρινε η Επιτροπή με την απόφαση Q 94) 1531/99 β) δεν αγοράσθηκαν ορισμένα μηχανήματα, και, ν) δεν κατασκευάσθηκαν η νέα αποθήκη και οι εκτός του υποστεγου οεξαμενές εκτροφής.
( 8 ) Η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της αναιρέσεως αναφέρει το άρθρο 27, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, προφανώς εκ παραδρομής, δεδομένου ότι το θέμα της συλλογικής ευθύνης των μελών της Επιτροπής και της παροχής εξουσιοδότησης ρυθμίζεται στο άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής (της 17ης Φεβρουαρίου 1993,93/492/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, EOK)· ΕΕ L 230, σ. 15. Το άρθρο 27 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Προφανώς η αναιρεσείουσα αναφέρεται στο άρθρο 27 του προσωρινού κανονισμού της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1975 ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, α 2.
( 9 ) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 Ρ, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, α Ι-2555) στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για απόφαση που έλαβε η Επιτροπή κατά επιχειρήσεων στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παράβασης του άρθρου 85 της Συνθήκης.
( 10 ) Δεν απαιτείται να μας απασχολήσει ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το τηλετύπημα της 27ης Οκτωβρίου 1995 αποτελεί «απλή γνώμη», για την οποία δεν απαιτείτο να τηρηθεί ο τύπος της συλλογικότητας. Θα υπενθυμίσω απλώς ότι το Πρωτοδικείο έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφαση του, σχετικά (σκέψη 28) ότι: «(...) το τηλετύπημα αριθ. 12 497 της 27ης Οκτωβρίου 1995, σε συσχετισμό με το ένταλμα πληρωμής του υπολοίπου της κοινοτικής συνδρομής που εξέδωσε η Επιτροπή στις 5 Ιουλίου 1995, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της κοινοτικής συνδρομής που είχε αρχικώς χορηγηθεί με την απόφαση Q90) 1923/99 της Επιτροπής.» Και συνέχισε (σκέψη 29): «Έτσι, το επίδικο τηλετύπημα, καθόσον στερεί την προσφεύγουσα από μέρος της συνδρομής που της είχε αρχικώς χορηγηθεί, χωρίς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να διαθέτει συναφώς ιδία εξουσία εκτιμήσεως, αποτελεί, όσον αφορά την προσφεύγουσα, ατομική απόφαση παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα της, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική της κατάσταση» βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9), της 7ης Μαίου 1991, C-291/89, Interhotel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ Ι-2257, σκέψεις 12 και 13), και C-304/89, Oliveira κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ Ι-2283, σκέψεις 12 και 13), και της 4ης Ιουνίου 1992, C-189/90, Cipeke κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3573, σκέψεις 11 και 12).
( 11 ) Για το ειδικότερο περιεχόμενο της εξουσιοδότησης/μεταβίβασης της αρμοδιότητας και τη διάκριση της από την εξουσιοδότηση υπογραφής, βλ., ενδεικτικά, J.-C. Grohens, « La délégation administrative de compétence », χρονικό, in Recueil Dalloz, 1958 (a 197 έως 204), André de Laubadère, Jean-Claude Venezia και Yves Gaudemet, «Traité de droit administratif», Παρίσι, L.G.D.J., 1988, 10η έκδ. §§925 έως 926 και René Joliet, « Le droit institutionnel des Communautés européennes», τόμος 2, με τίτλο «Les institutions, les sources, les rapports entre ordres juridiques », Λιέγη, Faculté de droit, d'Economie et des Sciences sociales de l'Université cie Liège, 1983, α 33, και Jacques Dembour, « Droit Administratif», 3η έκδ., Λιέγη, Faculté de droit, d'Economie et des Sciences sociales de l'Université de Liège, 1983, σ. 277. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων (délégation de pouvoir) σκοπείται να επιτραπεί σε μια αρχή να μεταβιβάσει ορισμένες από τις αρμοδιότητές της είτε για να ελαφρώσει το φόρτο των διοικητικών καθηκόντων της είτε για να επιτρέψει, υπό τον έλεγχο της, την άσκηση της αρμοδιότητας από όργανα που είναι σε καλύτερη θέση (mieux placés) για να πάρουν τις αποφάσεις. O δικαιολογητικός λόγος καθιερώσεως του μέτρου αυτού έγκαται στο γεγονός ότι η διοικητική ζωή θα ήταν αδύνατο να συνεχιοθεί αν οι επικεφαλής διοικητικών υπηρεσιών έπρεπε να πράττουν οι ίδιοι τα πάντα.
( 12 ) Βλ. τις αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, υπόθεση 5/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, α 2585, σκέψη 30) και της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κλπ. που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 9 (σκέψη 62).
( 13 ) Ακριβέστερα, η αρχή αυτή απορρέει από το άρθρο 17 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965, περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διάταξη που τώρα έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 163 της Συνθήκης ΕΚ.
( 14 ) Απόφαση AKZO Chemie κατά Επιτροπής, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 12 (σκέψη 37).
( 15 ) Règlement financier, της 21ης Δεκεμβρίου 1977, applicable au budget général des Communautés européennes, JO L 356, σ. 1.
( 16 ) H Επιτροπή τονίζει ότι οι εξουσιοδοτήσεις αυτές καθορίζονται με λεπτομέρειες για κάθε προϋπολογισμό από ετήσια απόφαση της Επιτροπής που ερείδεται στο άρθρο 205 της Συνθήκης και τον Δημοσιονομικό Κανονισμό.
( 17 ) Πρβλ. τη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση AKZO κατά Επιτροπής (σκέψη 36).
( 18 ) Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, C-200/89, FUNOC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-3669, σκέψεις 13 και 14), στην οποία επρόκειτο για τη Γενική Διεύθυνση V της Επιτροπής, αρμόδια για τη διαχείριση των δαπανών του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Πρβλ. επίσης τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, υπόθεση 48/69, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, σκέψεις 12 έως 14) και της 17ης Οκτωβρίου 1972, υπόθεση 8/72, Gementhandelaren κατά Επιτροπής (Συλλογήτόμος 1972-1973, α 223, σκέψεις 11 έως 14), οι οποίες εκδόθηκαν υπό το κράτος του άρθρου 27 του τότε ισχύοντος προσωρινού εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής.
( 19 ) Τούτο ορίζεται στους εσωτερικούς κανόνες για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τίτλος Β2, κεφάλαιο Β2-11, άρθρο Β2-110), όπως τονίζει η Επιτροπή.
( 20 ) Βλ. την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, FUNOC κατά Επιτροπής, που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 18 (σκέψη 14).
( 21 ) Πρβλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 28ης Απριλίου 1966, υπόθεση 51/65, ILFO κατά Ανώτατης Αρχής ΕΚΑΧ (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 259).
( 22 ) Όπως τόνισε δε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, τούτο σημαίνει ότι αν κάποιος δικαιούχος παρουσιάζεται ενώπιον της Επιτροπής και ζητεί την πληρωμή δαπανών που δεν προβλέπονται στο εγκριθέν σχέδιο και συνεπώς στην απόφαση της Επιτροπής, δεν υπάρχει μείωση της συνδρομής διότι οι δαπάνες αυτές δεν καλύπτονται Δηλαδή στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει μείωση του ποσοστού της χρηματοδότησης.
( 23 ) Πρόκειται για τη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, υπό β), τις
διατάξεις του τίτλου IV (άρθρα 11 και 12) που αφορά την ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας και τη διευθέτηση της παράκτιας ζώνης και τη διάταξη του άρθρου 44 του κανονισμού 4028/86.
( 24 ) Το άρθρο 11 του κανονισμού 4028/86 αναφέρεται σε δημόσια, ημι-
δημόσια ή ιδιωτικά έργα.
( 25 ) Υπενθυμίζω πως από το άρθρο 1, παράγραφος 1, υπό β), του
κανονισμού 4028/86 προκύπτει ότι κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση χορηγείται στις δράσεις που αναλαμβάνονται στον τομέα της αναπτύξεως της υδατοκαλλιέργειας και της διευθετήσεως των προστατευομένων θαλασσίων ζωνών ενόψει μιας καλύτερης διαχειρίσεως της παράκτιας αλιευτικής ζώνης.
( 26 ) Τούτο έχει κρίνει οχετικά και το Δικαστήριο στην ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, Cipeke κατά Επιτροπής (σκέψη 16).
( 27 ) 0 τίτλος IV αφορά επίσης και τη διευθέτηση της παράκτιας ζώνης
( 28 ) Απόφαση η οποία ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 10. Βλ. επίσης τις όμοιες αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 1992, υπόθεση C-157/90, Infortec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, ο. I-3526) και της ιδίας μέρας, υπόθεση C-181/90, Consorgan κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-3557). Πρβλ. επίσης και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Marco Darmon στις υποθέσεις αυτές.
( 29 ) Πράγματι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2950/83, του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για την εφαρμογή της αποφάσεως 83/516/EOK του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983, για τη αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου [ο κανονισμός έχει δημοσιευθεί στην ΕΕ 1983, L 289, σ. 1 και η απόφαση στην ΕΕ L 289, α 38]: «Όταν η συνδρομή του ΕΚΤ δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, μειώσει ή κατάργησα τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του».
( 30 ) Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 10, απόφαση Cipeke κατά Επιτροπής, σκέψη 19.
( 31 ) Σκέψη 20
( 32 ) O σκοπός αυτός συνίσταται και. στην πραγματοποίηση ορισμένων έργων υδατοκαλλιέργειας σύμφωνα με την υπογραφείσα σύμβαση παροχής χρηματοδοτικής συνδρομής με τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο επιχειρηματία.
( 33 ) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1975, υπόθεση 71/74, Frubo κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 181).
( 34 ) Το Πρωτοδικείο επισήμανε (σκέψη 50) πως η ίδια η προσφεύγουσα ενώπιον της Le Canne διευκρίνιζε, στο δικόγραφο της προσφυγής της, ότι η Επιτροπή αποφάσισε, με τηλεγράφημα της 7ης Αυγούστου 1995, να θέσει σε εφαρμογή τη διαδικασία καταβολής της κοινοτικής συνδρομής, καθοριζομένης βάσει των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονταν στο πιστοποιητικό.
( 35 ) Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-32/95 Ρ, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-5373, σκέψη 21).
( 36 ) Τούτο, όπως δέχθηκε το Πρωτοδικείο, έγινε με τις γραπτές παρατηρήσεις της που διαβιβάστηκαν στο υπουργείο στις 28 Ιουλίου 1995 και στην Επιτροπή στις 3 Αυγούστου 1995.
( 37 ) Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-466/93, Atlanta κλπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3799, σκέψη 16).
( 38 ) Απόφαση, ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 10. Η υπόθεση αυτή, υπενθυμίζω, αφορούσε τη νομιμότητα απόφασης της Επιτροπής περί μειώσεως της χορηγούμενης εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου συνδρομής για δραστηριότητα επαγγελματικής καταρτίσεως.
( 39 ) Σκέψη 16.
( 40 ) Σκέψη 18.
( 41 ) Σκέψεις 19 έως 22.
( 42 ) Απόφαση Cipeke κατά Επιτροπής, ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 10 (σκέψεις 18 έως 22).
( 43 ) Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 1957,2/56, Geitling κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 119) και της 8ης Φεβρουαρίου 1966, 8/65, Acciaierie e Ferriere Pugliesi κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 241).
Full & Egal Universal Law Academy