Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που υποβλήθηκε από τον πρόεδρο του Arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage (Πρωτοδικείου Ξάγης) (Κάτω Ξώρες) έχει ως αντικείμενο το κύρος της τροποποιήσεως που το Συμβούλιο επέφερε στο καθεστώς συνδέσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας με τις Υπερπόντιες Ξώρες και Εδάφη (στο εξής: ΥΞΕ). Το καθεστώς αυτό, το οποίο καθιερώθηκε για δέκα χρόνια με την απόφαση 91/482/ΕΟΚ, της 25ης Ιουλίου 1991 (1) (στο εξής: απόφαση 91/482 ή απόφαση ΥΞΕ), αναθεωρήθηκε σημαντικά, κατά την περίοδο ισχύος του, με την απόφαση 97/803/ΕΚ, της 24ης Νοεμβρίου 1997 (2) (στο εξής: απόφαση 97/803 ή απόφαση για την αναθεώρηση), η οποία έθιξε μεταξύ άλλων τη δυνατότητα εξαγωγής ζάχαρης από τις ΥΞΕ στην Κοινότητα.
2 Τα διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που κινήθηκε από την ολλανδική εταιρία Emesa Sugar (Free Zone) NV (στο εξής: Emesa) κατά των μητροπολιτικών αρχών των Κάτω Ξωρών και των αρχών της ευρισκομένης στην Καραϋβική νήσου Aruba, η οποία είναι μία από τις ΥΞΕ. Ο σκοπός ήταν, με λίγα λόγια, να μείνουν ανεφάρμοστες οι διατάξεις της αποφάσεως για την αναθεώρηση έτσι ώστε η εισαγωγή ζάχαρης προελεύσεως Aruba να συνεχίσει να διέπεται από την απόφαση ΥΞΕ.
3 Η κύρια δίκη εντάσσεται σε μια πραγματική «ομοβροντία» δικών (3) που κίνησαν η Emesa και άλλοι επιχειρηματίες καθώς και οι αρχές της Aruba και των Ολλανδικών Αντιλλών, τόσο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων όσο και ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (4), προκειμένου να αντιταχθούν στην εφαρμογή της αποφάσεως 97/803. Επιπλέον, το ίδιο πρωτοβάθμιο ολλανδικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο ανάλογη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (5).
4 Η παρούσα υπόθεση ανάγεται στη δυσκολία που υπάρχει για τον κοινοτικό νομοθέτη να συμβιβάσει τις επιταγές της κοινής γεωργικής πολιτικής, και πιο συγκεκριμένα τις επιταγές που απορρέουν από την κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης, με τους στόχους προτιμησιακής εμπορικής μεταχειρίσεως και συμβολής στην ανάπτυξη που διατυπώνονται υπέρ των ΥΞΕ στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ως προς το αν υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο αρχή κατά την οποία, άπαξ χορηγήθηκαν, τα πλεονεκτήματα που αναγνωρίζονται υπέρ των ΥΞΕ στο πλαίσιο του καθεστώτος συνδέσεως δεν μπορούν να ανακληθούν ή να περιοριστούν («αρχή του κλειδώματος»).
II - Τα πραγματικά περιστατικά
5 Η εταιρία Emesa Sugar (Free Zone) NV συστάθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1997 με κεφάλαια που προέρχονταν από τον αμερικανοβραζιλιανό όμιλο The Emesa Group. Από τον Απρίλιο του ίδιου έτους άρχισε τις δραστηριότητές της ζαχαροποιίας στη νήσο Aruba. Το αυτόνομο αυτό εξαρτώμενο έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών είναι - όπως έχω ήδη πει - μία από τις ΥΞΕ που απαριθμούνται στο παράρτημα IV της Συνθήκης ΕΚ.
6 Δεδομένου ότι η Aruba δεν παράγει ζάχαρη, η αιτούσα στην κύρια δίκη επιχείρηση λαμβάνει την αναγκαία για τις δραστηριότητές της πρώτη ύλη από μονάδες επεξεργασίας ζαχαροκάλαμων στο Τρίνινταντ και Τομπάγκο, το οποίο είναι ένα από τα κράτη του ομίλου «Αφρική, Καραϋβική και Ειρηνικός» (στο εξής: ΑΚΕ). Σχετικά με τη ζάχαρη που αποκτάται κατ' αυτόν τον τρόπο, η Emesa προβαίνει στις εξής εργασίες: «ραφινάρισμα», ταξινόμηση ανάλογα με το μέγεθος ή άλεση (milling) (6) και συσκευασία. Κατά την αιτούσα εταιρία, η ετήσια παραγωγική της ικανότητα ανέρχεται τουλάχιστον σε 34 000 τόνους ζάχαρης.
7 Βάσει του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ, το οποίο παράρτημα αφορά ό,τι συνηθίζεται να αποκαλείται «σώρευση καταγωγών ΥΞΕ/ΑΚΕ» (βλ. το σημείο 25 των προτάσεών μου), οι εργασίες που περιγράφονται στο προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου είναι επαρκείς για να μπορέσει η ζάχαρη να θεωρηθεί ως καταγωγής ΥΞΕ και ως έχουσα, για τον λόγο αυτόν, πλήρη ελευθερία προσβάσεως στην κοινοτική αγορά. Δεδομένου ότι η τιμή της ζάχαρης στην Ευρωπαϋκή Ένωση είναι τριπλάσια της τιμής στην παγκόσμια αγορά (7), το εμπορικό συμφέρον που παρουσιάζει η εργασία αυτή είναι ευνόητο.
8 Οι προσπάθειες της Emesa να εμποδίσει με δικαστικές ενέργειες τη συμμετοχή των Κάτω Ξωρών στην αναθεώρηση της αποφάσεως ΥΞΕ προσέκρουσαν στην απόφαση του Gerechtshof te 's-Gravenhage (Εφετείου Ξάγης) της 20ής Νοεμβρίου 1997. Η απόφαση αυτή - κατά της οποίας τώρα εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως - εξαφάνισε δύο διατάξεις με τις οποίες το αιτούν στην παρούσα υπόθεση δικαστήριο είχε δεχθεί αιτήσεις της Emesa.
9 Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκείνης, ο ίδιος πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη της 4ης Νοεμβρίου 1997, προδικαστικό ερώτημα ως προς τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να εμποδίσουν τη συμμετοχή των αρχών κράτους μέλους στην έκδοση κοινοτικών πράξεων (8). Το Ολλανδικό Δημόσιο άσκησε ένδικο μέσο κατά της διατάξεως αυτής περί παραπομπής.
10 Η απόφαση 97/803, η οποία εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 24 Νοεμβρίου 1997 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1997, περιορίζει σε 3 000 τόνους τον χρόνο την ποσότητα ζάχαρης που μπορεί να εισαχθεί στην Κοινότητα χωρίς τελωνειακούς δασμούς στο πλαίσιο του καθεστώτος σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ. Έτσι, δόθηκε τέλος στην κατάσταση που περιγράφεται σε προηγούμενο σημείο των προτάσεών μου, πράγμα που είχε σημαντικές συνέπειες για τους οικονομικούς στόχους της Emesa. Συγκεκριμένα, η ποσόστωση των 3 000 τόνων ζάχαρης τον χρόνο αντιστοιχεί - κατά την επιχείρηση αυτή - μόλις στην παραγωγή της ενός μηνός.
11 Άπαξ εκδόθηκε η απόφαση 97/803, η Emesa υπέβαλε στον πρόεδρο του Arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που οδήγησε στην παρούσα υπόθεση. Το αντικείμενο της αιτήσεως αυτής ήταν, κατ' αρχάς, να απαγορευθεί στο Δημόσιο να επιβάλει στη ζάχαρη της Emesa νέο εισαγωγικό δασμό ή φόρο, στη συνέχεια να απαγορευθεί στο Hoofdproductschap voor Akkerbouwproducten (στο εξής: HPA) να αρνηθεί τη χορήγηση αδειών εισαγωγής για το ίδιο προϋόν και, τέλος, να απαγορευθεί στην Aruba να αρνηθεί τη χορήγηση στην Emesa των αντίστοιχων πιστοποιητικών EUR.1. Τα πιστοποιητικά EUR.1 είναι έγγραφα για την κυκλοφορία εμπορευμάτων εκδιδόμενα από τις τελωνειακές αρχές των ΥΞΕ για την πιστοποίηση της καταγωγής των προϋόντων (9).
Όμως, στην ίδια διάταξη περί παραπομπής, ο Ολλανδός δικαστής κήρυξε, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, την αίτηση απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ολλανδικού Δημοσίου (Staat der Nederlanden) και του HPA και την έκρινε παραδεκτή μόνον όσον αφορά την Aruba. Κατόπιν αυτού, το αντικείμενο της κύριας δίκης περιορίστηκε στην αίτηση της Emesa - η οποία στην ίδια διάταξη έγινε δεκτή με προσωρινή διαταγή - να απαγορεύσει ο δικαστής στις αρμόδιες αρχές της νήσου Aruba να αρνηθούν τη χορήγηση πιστοποιητικού EUR.1 για τη ζάχαρη που παράγεται από την αιτούσα, με το σκεπτικό ότι η άρνηση αυτή δεν είναι δυνατή υπό το κράτος της αποφάσεως 91/482.
III - Τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας η ενδιάμεση αναθεώρηση από την 1η Δεκεμβρίου 1997 της αποφάσεως συνδέσεως, μέσω της αποφάσεως 97/803/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1997 (ΕΕ L 329, σ. 50) - ειδικότερα δε το θεσπισθέν με την απόφαση αυτή άρθρο 108β, παράγραφος 1, καθώς και η κατάργηση της milling ως μεθόδου μεταποιήσεως που έχει σημασία για την καταγωγή;
2) Επιτρέπεται η εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου - ειδικότερα το προστεθέν με την απόφαση αυτή άρθρο 108β, παράγραφος 1, καθώς και η κατάργηση της milling ως μεθόδου μεταποιήσεως που έχει σημασία για την καταγωγή - να βαίνει, ως προς τα περιοριστικά της αποτελέσματα, (κατά πολύ) πέραν αυτού που είναι δυνατό να επιτευχθεί μέσω μέτρων διασφαλίσεως βάσει του άρθρου 109 της αποφάσεως συνδέσεως;
3) Επιτρέπει η Συνθήκη ΕΚ, ειδικότερα το τέταρτο μέρος της, να περιλαμβάνει μια απόφαση του Συμβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ - εν προκειμένω η προαναφερθείσα απόφαση 97/803/ΕΚ - ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος;
4) Θα είναι διαφορετική η απάντηση στο ερώτημα 3,
α) αν οι περιορισμοί αυτοί ή τα μέτρα αυτά λαμβάνουν τη μορφή δασμολογικών ποσοστώσεων ή περιορισμών των διατάξεων περί καταγωγής ή συνδυασμού αμφοτέρων
και
β) αν οι σχετικές διατάξεις περιέχουν ή όχι μέτρα διασφαλίσεως;
5) Προκύπτει περαιτέρω από τη Συνθήκη ΕΚ, ειδικότερα από το τέταρτο μέρος της, ότι τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί στο πλαίσιο του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο - υπό την έννοια ευνοϋκών για τις ΥΞΕ μέτρων - δεν μπορούν στη συνέχεια να αναθεωρηθούν ή να εξαλειφθούν σε βάρος των ΥΞΕ;
6) Αν πράγματι αυτό δεν είναι πλέον δυνατό, είναι οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου ανίσχυρες και μπορούν οι ιδιώτες να επικαλεστούν το ανίσχυρο αυτό στο πλαίσιο δίκης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου;
7) Μέχρι ποιο σημείο πρέπει η απόφαση ΥΞΕ του 1991 (91/482/ΕΟΚ, ΕΕ 1991, L 263, σ. 1, με διορθωτικό στην ΕΕ 1993, L 15, σ. 33) να θεωρηθεί ότι ισχύει χωρίς καμία αλλαγή κατά τη διάρκεια του αναφερόμενου στο άρθρο 240, παράγραφος 1, της αποφάσεως χρονικού διαστήματος των δέκα ετών, δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν την αναθεώρησε πριν από την πάροδο της πρώτης περιόδου των πέντε ετών κατά την έννοια του άρθρου 240, παράγραφος 3, της αποφάσεως;
8) Αντιβαίνει η τροποποιητική απόφαση του Συμβουλίου (97/803/ΕΚ) προς το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ;
9) Είναι έγκυρη η προαναφερθείσα τροποποιητική απόφαση του Συμβουλίου, αν ληφθούν υπόψη οι προσδοκίες που δημιουργήθηκαν συνεπεία του ενημερωτικού φυλλαδίου DE 76 του Οκτωβρίου 1993 που διένειμε η Επιτροπή, δεδομένου ότι στη σελίδα 16 του φυλλαδίου αυτού εκτίθεται σε σχέση με την έκτη απόφαση ΥΞΕ ότι η διάρκεια ισχύος της αποφάσεως αυτής ανέρχεται πλέον σε δέκα έτη (ενώ προηγουμένως ανερχόταν σε πέντε);
10) Είναι το προαναφερθέν άρθρο 108β, που θεσπίστηκε με ισχύ από την 1η Δεκεμβρίου 1997, ανεπίδεκτο εφαρμογής μέχρι του σημείου να πρέπει να θεωρηθεί ότι στερείται κύρους;
11) Έχει εξουσία το εθνικό δικαστήριο (στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων), υπό περιστάσεις όπως αυτές που εκτίθενται στην απόφαση C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Sόderdithmarschen κ.λπ., και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, να διατάξει εκ των προτέρων ασφαλιστικό μέτρο, όταν υπάρχει κίνδυνος παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους μη κοινοτικής αρχής που αποτελεί κατά το κοινοτικό δίκαιο εκτελεστική αρχή, προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια παράβαση;
12) Αν στο ερώτημα 11 δοθεί καταφατική απάντηση και η εκτίμηση των κατά το ερώτημα 11 περιστάσεων δεν απόκειται στα εθνικά δικαστήρια, αλλά στο Δικαστήριο των ΕΚ, μπορούν τότε οι αναφερόμενες στα σημεία 3.9 έως 3.11 της παρούσας διατάξεως περιστάσεις [αποκλεισμός της milling και επιβολή ποσοτικών περιορισμών, ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας της Emesa, το ζήτημα αν ελήφθη υπόψη το κοινοτικό συμφέρον] να δικαιολογήσουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά την έννοια του ερωτήματος 11;»
IV - Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις
Η Συνθήκη ΕΚ
13 Στο πλαίσιο της οριοθετήσεως του εδαφικού πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, το άρθρο 227 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 299 ΕΚ), παράγραφος 3, εντάσσει στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της τις ΥΞΕ, των οποίων κατάλογος περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV και για τις οποίες «ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης». Από το 1964 οι Ολλανδικές Αντίλλες ανήκουν στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (10).
14 Το άρθρο 3, στοιχείο ρ, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3 ΕΚ) ορίζει ότι η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και το χρονοδιάγραμμα της Συνθήκης, «τη σύνδεση με τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη, με σκοπό την αύξηση των συναλλαγών και την προώθηση με κοινή προσπάθεια της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης».
15 Το τέταρτο μέρος της Συνθήκης επιγράφεται «Η σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών». Κατά το άρθρο 131 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 182 ΕΚ), σκοπός της συνδέσεως αυτής είναι η προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως των ΥΞΕ καθώς και η δημιουργία στενών οικονομικών σχέσεων μεταξύ αυτών και της Κοινότητας στο σύνολό της.
16 Το άρθρο 132 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 183 ΕΚ) ορίζει ότι:
«Η σύνδεση έχει τους εξής σκοπούς.
1. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εμπορικές τους συναλλαγές με τις χώρες και εδάφη το καθεστώς που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις δυνάμει της παρούσας Συνθήκης.
[...]».
17 Το άρθρο 133 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 184 ΕΚ) ορίζει:
«1. Καταργούνται πλήρως οι δασμοί κατά την εισαγωγή στα κράτη μέλη των καταγομένων εμπορευμάτων από τις χώρες και εδάφη, σύμφωνα με την προοδευτική κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών, όπως προβλέπεται στην παρούσα Συνθήκη.
2. Οι εισαγωγικοί δασμοί που επιβάλλει κάθε χώρα και έδαφος επί προϋόντων των κρατών μελών και των άλλων χωρών και εδαφών καταργούνται προοδευτικώς κατά τα άρθρα 12, 13, 14, 15 και 17.
[...]»
18 Τέλος, το άρθρο 136 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 187 ΕΚ) ορίζει:
«Κατά τη διάρκεια μιας πρώτης περιόδου πέντε ετών από την έναρξη της ισχύος της παρούσας Συνθήκης, οι τρόποι και η διαδικασία της συνδέσεως των χωρών και εδαφών με την Κοινότητα καθορίζονται από τη σχετική σύμβαση εφαρμογής που προσαρτάται στην παρούσα Συνθήκη.
Προ της λήξεως της προβλεπομένης στην ανωτέρω παράγραφο συμβάσεως, το Συμβούλιο καθορίζει ομοφώνως, βάσει των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων και των αρχών της παρούσας Συνθήκης, τις διατάξεις που πρέπει να προβλεφθούν για μία νέα περίοδο.»
Η απόφαση 91/482
19 Για τη δεκαετία 1990-1999, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 91/482, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο της 241, τέθηκε σε ισχύ στις 20 Σεπτεμβρίου 1991· κατά το άρθρο της 240, παράγραφος 1, η απόφαση αυτή έπρεπε να εφαρμοστεί για περίοδο δέκα ετών «από την 1η Μαρτίου 1990» (11). Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει:
«3. Πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετούς περιόδου, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία μετά από πρόταση της Επιτροπής, θεσπίζει, εκτός από τις χρηματοδοτικές συνδρομές που αναφέρονται στο άρθρο 154, παράγραφος 1:
α) ενδεχομένως, τις τροποποιήσεις που πρέπει να επέλθουν στις διατάξεις που αποτελούν το αντικείμενο ανακοίνωσης στην Επιτροπή εκ μέρους των αρμοδίων αρχών των ΥΞΕ το αργότερο δέκα μήνες πριν από τη λήξη της εν λόγω πενταετούς περιόδου·
β) ενδεχομένως, τις τροποποιήσεις που προτείνει η Επιτροπή βάσει της δικής της εμπειρίας ή της σχέσης με τις τροποποιήσεις που αποτελούν το αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών ΑΚΕ·
γ) ενδεχομένως, τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τις τροποποιημένες διατάξεις στο πλαίσιο των στοιχείων αα και ββ μέχρι την έναρξη ισχύος αυτών.
[...]».
20 Κατά το άρθρο 101 της αποφάσεως 91/482, όπως είχε πριν από την αναθεώρηση για την οποία θα μιλήσω αναλυτικά πιο κάτω:
«1. Τα προϋόντα καταγωγής των ΥΞΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδύναμου αποτελέσματος.
2. Τα προϋόντα που δεν κατάγονται από τις ΥΞΕ, βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στις ΥΞΕ και επανεξάγονται ως έχουν προς την Κοινότητα, εισάγονται στην Κοινότητα απαλλαγμένα από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την προϋπόθεση ότι:
- έχουν καταβληθεί στην οικεία ΥΞΕ δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος του ιδίου ύψους ή μεγαλύτεροι από τους δασμούς που επιβάλλονται στην Κοινότητα κατά την εισαγωγή αυτών των ιδίων προϋόντων, καταγωγής τρίτων χωρών, στα οποία εφαρμόζεται η ρήτρα του πλέον ευνοουμένου κράτους,
- δεν έχουν τύχει απαλλαγής ή επιστροφής, ολικώς ή μερικώς, δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων,
- συνοδεύονται από πιστοποιητικό εξαγωγής.
[...]»
21 Το άρθρο 108, παράγραφος 1, της αποφάσεως 91/482 ορίζει:
«- η έννοια των προϋόντων καταγωγής και οι σχετικές μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ,
[...]».
22 Όσο για τη συγκεκριμενοποίηση των κριτηρίων καταγωγής των προϋόντων ΥΞΕ, πρέπει να επισημανθεί, σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ, ότι:
«Για την εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης σχετικά με την εμπορική συνεργασία, ένα προϋόν θεωρείται "καταγόμενο προϋόν" ή "προϋόν καταγωγής" των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, που στη συνέχεια αποκαλούνται "ΥΞΕ", της Κοινότητας ή των κρατών ΑΚΕ όταν έχει είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί εκεί.»
23 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του ίδιου παραρτήματος περιέχει κατάλογο των κατεργασιών και μεταποιήσεων που θεωρούνται ανεπαρκείς για να μπορέσει ένα προϋόν να χαρακτηριστεί ως καταγωγής ΥΞΕ.
24 Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος ΙΙ καθιερώνει το αποκαλούμενο καθεστώς «σωρεύσεως καταγωγών», βάσει του οποίου:
«2. Όταν προϋόντα εξ ολοκλήρου παραγόμενα στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ υφίστανται κατεργασίες ή μεταποιήσεις στις ΥΞΕ, θεωρούνται ότι έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στις ΥΞΕ.
3. Οι κατεργασίες ή μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ θεωρούνται ότι έχουν πραγματοποιηθεί στις ΥΞΕ όταν οι παραγόμενες ύλες υφίστανται περαιτέρω κατεργασίες ή μεταποιήσεις στις ΥΞΕ.
[...]»
Η απόφαση 97/803
25 Κατά το σημείο της 32, η απόφαση 97/803 παρενέβαλε στην απόφαση 91/482 το άρθρο 108β, του οποίου οι παράγραφοι 1 και 2 ορίζουν:
«1. [...] η σώρευση καταγωγής ΑΚΕ/ΥΞΕ, που αναφέρεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος ΙΙ, γίνεται δεκτή για ετήσια ποσότητα 3 000 τόνων ζάχαρης.
2. Για την εφαρμογή των κανόνων σώρευσης ΑΚΕ/ΥΞΕ, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, θεωρούνται ότι αρκούν για να προσδώσουν τον χαρακτήρα προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ η κυβοποίηση της ζάχαρης ή ο χρωματισμός.
[...]»
26 Επίσης, η απόφαση 97/803 τροποποίησε ελαφρώς το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως 91/482:
«1. Τα προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών.
[...]»
27 Τέλος, το άρθρο 102 διαμορφώθηκε ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των άρθρων [...] 108β, η Κοινότητα δεν επιβάλλει στις εισαγωγές των προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ ούτε ποσοτικούς περιορισμούς, ούτε μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.»
V - Το καθεστώς εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των ΥΞΕ και της Κοινότητας
28 Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Road Air (12), είχα την ευκαιρία να υπογραμμίσω ότι, για να καθοριστεί το νομικό καθεστώς των σχέσεων μεταξύ των ΥΞΕ και της Κοινότητας, πρέπει προ πάντων να διευκρινιστεί σε ποιο μέτρο μπορεί να εφαρμοστεί καθεμία από από τις διατάξεις της Συνθήκης, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του τετάρτου μέρους της (13).
29 Η απάντηση που το Δικαστήριο έδωσε σε γενικό επίπεδο στο ζήτημα αυτό βρίσκεται στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση Leplat: «Η σύνδεση αυτή [των ΥΞΕ με την Κοινότητα] αποτελεί αντικείμενο ενός καθεστώτος που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης (άρθρα 131 έως 136), οπότε οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή στις ΥΞΕ χωρίς ρητή μνεία» (14).
30 Κατά συνέπεια, η σύνδεση των ΥΞΕ με την Κοινότητα δεν σημαίνει ότι όλο το κοινοτικό δίκαιο (15), τόσο το πρωτογενές όσο και το παράγωγο, έχει άμεση και αυτόματη εφαρμογή επί των ΥΞΕ: αντιθέτως, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται, υπό το πρίσμα του τετάρτου μέρους της Συνθήκης, ποιες κοινοτικές διατάξεις, και σε ποιο μέτρο, έχουν εφαρμογή επί των ΥΞΕ.
31 Στην απάντησή του, το Δικαστήριο τόνισε ότι η ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων δεν εμποδίζει την είσπραξη τελωνειακών δασμών και διευκρίνισε ότι η είσπραξη αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 91/482, που το Συμβούλιο εξέδωσε εγκύρως βάσει της εξουσίας που του παρέχει το άρθρο 136 της Συνθήκης.
32 Ομοίως, στην απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (16), το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά τον στενό σύνδεσμο με την Κοινότητα, οι ΥΞΕ δεν είναι αναπόσπαστο μέρος της τελευταίας, οπότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ της Κοινότητας και των ΥΞΕ χωρίς κανένα περιορισμό.
33 Οι νομικές βάσεις επί των οποίων στηρίζεται η απάντηση αυτή είναι περιληπτικά οι εξής:
α) Οι ΥΞΕ δεν αποτελούν μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και οι εμπορικές τους συναλλαγές με την τελευταία δεν απολαύουν του ιδίου καθεστώτος με τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για ενδοκοινοτικές πράξεις, ενώ μεταξύ των ΥΞΕ και της Κοινότητας πρόκειται για πραγματικές εισαγωγές.
β) Το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 184 ΕΚ) δεν έχει εφαρμογή επί των προϋόντων που, μετά την εισαγωγή τους στις εν λόγω χώρες και στα εν λόγω εδάφη επανεξάγονται σε ένα από τα κράτη μέλη.
γ) Άλλη ερμηνεία - όπως εκείνη που γι' αυτό το είδος προϋόντων αναγνωρίζει υπέρ των ΥΞΕ το ευεργέτημα ενός καθεστώτος ανάλογου με εκείνο που ισχύει μεταξύ των κρατών μελών - θα προϋπέθετε ότι οι ΥΞΕ αποτελούν «τμήμα της κοινής τελωνειακής ζώνης, πράγμα το οποίο υπερακοντίζει κατά πολύ τα προβλεπόμενα στη Συνθήκη» (17).
δ) Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να παραμείνει ό,τι προβλέπουν οι αποφάσεις που το Συμβούλιο εξέδωσε για τη σχετική περίοδο βάσει του άρθρου 136 της Συνθήκης.
VI - Ανακατάταξη των προδικαστικών ερωτημάτων
34 Για να διευκολυνθεί η εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων, θα τα ομαδοποιήσω με μια λογική σειρά.
α) Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων (προκαταρκτικό ζήτημα).
β) Η δυνατότητα αναθεωρήσεως της αποφάσεως ΥΞΕ μετά την πάροδο των πέντε πρώτων ετών εφαρμογής της (έβδομο και ένατο ερώτημα).
γ) Το μη ανατρέψιμο των αποτελεσμάτων που υπήρξαν στο πλαίσιο του άρθρου 136 της Συνθήκης (νυν άρθρο 187 ΕΚ) (πέμπτο και έκτο ερώτημα).
δ) Το κύρος των ποσοτικών περιορισμών με γνώμονα τα άρθρα 133 (νυν άρθρο 184 ΕΚ), παράγραφος 1, και 136 της Συνθήκης (τρίτο, τέταρτο και όγδοο ερώτημα).
ε) Η αναλογικότητα της επιβολής της ποσοστώσεως και της φερομένης καταργήσεως της αλέσεως ως επαρκούς εργασίας μεταποιήσεως (πρώτο, δεύτερο και δέκατο ερώτημα).
στ) Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ενδέκατο και δωδέκατο ερώτημα).
VII - Οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
A - Προκαταρκτικό ζήτημα: το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων
35 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβαλαν ότι τα προδικαστικά ερωτήματα ενδέχεται να είναι απαράδεκτα αν ληφθεί υπόψη το αλυσιτελές τους για την κύρια δίκη (βλ. τα σημεία 111 επ. των προτάσεών μου). Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που κηρύχθηκε απαράδεκτο το αίτημα αναστολής που στρεφόταν κατά των μητροπολιτικών ολλανδικών αρχών, το αντικείμενο της κύριας δίκης περιορίστηκε στην προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε κατά της Aruba για να συνεχίσει να χορηγεί πιστοποιητικά καταγωγής EUR.1, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις της αποφάσεως για την αναθεώρηση. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν επιφέρει καμία τροποποίηση όσον αφορά τα πιστοποιητικά αυτά, το ζήτημα του κύρους της υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου (αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής) δεν μπορεί να έχει καμία συνέπεια για την προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε στην κύρια δίκη.
Παρά ταύτα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν ως προς το ότι, ανεξαρτήτως του αντικειμένου της παρούσας υποθέσεως, το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον και, ειδικότερα, η ανάγκη ασφάλειας δικαίου απαιτούν ταχεία απόφανση του Δικαστηρίου ως προς το σύννομο της αποφάσεως 97/803.
Με βάση το σκεπτικό αυτό και το γεγονός ότι στις άλλες υποθέσεις όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση το κύρος της αποφάσεως αυτής η διαδικασία ανεστάλη εν αναμονή της αποφάνσεως στην παρούσα υπόθεση (βλ. τις υποσημειώσεις 4 και 5), και εγώ θεωρώ ότι λόγοι ορθής απονομής της δικαιοσύνης απαιτούν ταχεία απάντηση στα προδικαστικά αυτά ερωτήματα.
B - Επί της δυνατότητας αναθεωρήσεως της αποφάσεως ΥΞΕ κατά την περίοδο εφαρμογής της (έβδομο και ένατο προδικαστικό ερώτημα)
36 Με το έβδομο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο εγείρει το ζήτημα αν μετά τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας (την 1η Μαρτίου 1995) που προέβλεπε το άρθρο 240, παράγραφος 3, της αποφάσεως ΥΞΕ, αλλά εντός της δεκαετούς προθεσμίας εφαρμογής στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου (βλ. το σημείο 19 των προτάσεών μου) το Συμβούλιο μπορούσε να προχωρήσει σε ενδιάμεση αναθεώρηση.
37 Κατά την Emesa και την Aruba, η προθεσμία αναθεωρήσεως που προέβλεπε το άρθρο 240, παράγραφος 3, της αποφάσεως ΥΞΕ πρέπει να ερμηνευθεί ως αυστηρή προθεσμία, υπό την έννοια ότι, πλην των εξαιρετικών μέτρων διασφαλίσεως που θα μπορούσαν να θεσπιστούν σύμφωνα με το άρθρο 109, απέκλειε κάθε τροποποίηση μετά τη λήξη της. Έτσι, το Συμβούλιο στερείτο ratione temporis της εξουσίας να εκδώσει την απόφαση για την αναθεώρηση δυόμισι χρόνια μετά την οριακή ημερομηνία.
38 Μεταξύ των παρατηρήσεων των διαφόρων κρατών μελών και κοινοτικών οργάνων που έλαβαν μέρος στην προδικαστική διαδικασία υφίσταται σχεδόν πλήρης σύμπτωση απόψεων όσον αφορά το περιεχόμενο της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο ζήτημα αυτό.
39 Για το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η εξουσία που προβλέπεται στο άρθρο 240, παράγραφος 3, της αποφάσεως ΥΞΕ αποτελεί κλασικό παράδειγμα των πολλών διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας οι οποίες, κατά τα πρότυπα του καθεστώτος που καθιέρωσαν οι διάφορες συμβάσεις του Λομέ, επιτρέπουν την αναθεώρηση των εν ισχύι πράξεων για να μπορέσει να υπάρξει ανταπόκριση στην εξέλιξη των γεγονότων.
40 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι η πενταετής περίοδος που προέβλεπε το άρθρο 240, παράγραφος 3, είχε ως σκοπό η αναθεώρηση της αποφάσεως ΥΞΕ, όσον αφορά τις κοινές οργανώσεις των αγορών των γεωργικών προϋόντων, να λάβει υπόψη τον νέο υπολογισμό των χρηματοδοτικών συνδρομών της Κοινότητας, οι οποίες είχαν καθοριστεί μόνο για περίοδο πέντε ετών (άρθρο 154 της αποφάσεως ΥΞΕ). Επίσης, έπρεπε να καταστεί δυνατό να συμπέσει η αναθεώρηση με την αναθεώρηση της Συμβάσεως του Λομέ IV, έτσι ώστε οι κοινές οργανώσεις των αγορών να επωφεληθούν από τις βελτιώσεις που επέφερε η ενδιάμεση αναθεώρηση της συμβάσεως αυτής. Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν συμμερίζεται την άποψη ότι το Συμβούλιο ενδέχεται να ήταν ratione temporis αναρμόδιο να εκδώσει την απόφαση 97/803. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η άποψη αυτή απορρέει από εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 240, παράγραφος 3, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τον στόχο του Συμβουλίου όταν εισήγαγε αυτή τη ρήτρα αναθεωρήσεως.
41 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η έκφραση «πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετούς περιόδου» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 240, παράγραφος 3, δεν μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα μια αμετάβλητη προθεσμία που αποκλείει κάθε τροποποίηση μετά τη λήξη της. Συγκεκριμένα, τούτο θα κατέληγε στο να θεωρηθεί η απόφαση ΥΞΕ, κατά παραγνώριση της πραγματικής της ratio, ως ανελαστικό μέτρο. Αντιθέτως, η εν λόγω περίοδος πρέπει να θεωρηθεί ως «παρότρυνση» για ενέργεια υπό το πρίσμα του συνόλου των μέτρων που είχαν ήδη εφαρμοστεί.
42 Συμφωνώ και ταυτίζομαι με καθεμία από τις απόψεις που εκτέθηκαν πιο πάνω: η πενταετής προθεσμία που το Συμβούλιο επέβαλε στον εαυτό του με την απόφαση ΥΞΕ για να προχωρήσει στην ενδιάμεση αναθεώρησή της δεν στερεί το Συμβούλιο από την κανονιστική του εξουσία άπαξ παρήλθε η εν λόγω πενταετία. Από την άποψη αυτή, η παρούσα κατάσταση είναι σαφώς διαφορετική από την κατάσταση στην υπόθεση Hansen (18), την οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης. Τότε, επρόκειτο για απαρέγκλιτη προθεσμία που έτασσε στο Συμβούλιο το πρώην άρθρο 227, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
43 Επιπλέον, ακόμη και αν δεν υφίστατο το άρθρο 240, παράγραφος 3, της αποφάσεως ΥΞΕ - δηλαδή ακόμη και αν η απόφαση αυτή δεν προέβλεπε ενδιάμεση αναθεώρηση -, το Συμβούλιο θα μπορούσε να την τροποποιήσει οποτεδήποτε, καθόσον η εξουσία του αυτή απορρέει ευθέως από το άρθρο 136 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 187 ΕΚ) και όχι από τις αποφάσεις που εκδόθηκαν διαδοχικά από το ίδιο το Συμβούλιο κατ' εφαρμογήν της τελευταίας διατάξεως.
44 Τελικά, η κανονιστική εξουσία του Συμβουλίου στον τομέα αυτόν βρίσκει τα όριά της όχι βέβαια στις διορίες που έθετε αρχικώς η απόφαση ΥΞΕ, αλλά στην ολοκληρωτική επίτευξη των στόχων πολιτικού χαρακτήρα που διατυπώνονται στο άρθρο 132 της Συνθήκης και, γενικότερα, στην εξάρτηση της δράσεως του Συμβουλίου από τη νομιμότητα, στο πλαίσιο της οποίας οι γενικές αρχές του δικαίου κατέχουν σημαίνουσα θέση.
45 Όσον αφορά την προοδευτική επίτευξη των στόχων αυτών, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, στην υπόθεση Road Air, ότι το άρθρο 136 παρέχει στο Συμβούλιο ευρεία διακριτική εξουσία για να θεσπίσει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των στόχων της συνδέσεως των ΥΞΕ (19). Το Δικαστήριο συνέχισε: «Η σύνδεση με τις ΥΞΕ πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει μιας δυναμικής και προοδευτικής διαδικασίας, κατά την οποία μπορεί να απαιτηθεί η θέσπιση πολλών διατάξεων προκειμένου να επιτευχθεί το σύνολο των σκοπών που διακηρύσσονται στο άρθρο 132 της Συνθήκης, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί χάρη στις προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου» (20).
46 Όσον αφορά τα όρια που θέτουν στη δραστηριότητα του Συμβουλίου οι γενικές αρχές του δικαίου, το τωρινό πλαίσιο απαιτεί να γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στον σεβασμό της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πράγμα που θα εξετάσω πιο κάτω.
47 Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Συμβούλιο είχε πλήρη εξουσία να αναθεωρήσει την απόφαση ΥΞΕ όταν το έπραξε.
48 Με το ένατο ερώτημά του, ο Ολλανδός δικαστής διερωτάται ως προς το κύρος της αποφάσεως 97/803 αν ληφθούν υπόψη οι προσδοκίες που δημιούργησε το ενημερωτικό φυλλάδιο DE 76 (21) που διανεμήθηκε από την Επιτροπή τον Οκτώβριο του 1993. Το φυλλάδιο αυτό ανέφερε ότι η περίοδος εφαρμογής της αποφάσεως ΥΞΕ είναι δέκα έτη.
49 Σε απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα μπορούσε να λεχθεί, πρώτον, ότι ένα ενημερωτικό φυλλάδιο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στηρίξει σοβαρές προσδοκίες εκ μέρους ενός επιχειρηματία που προτίθεται να προβεί σε σημαντική επένδυση. Είναι αδιανόητο ο διευθύνων μια επιχείρηση να είναι τόσο απρόσεκτος ώστε να λάβει υπόψη, κατά τον χρόνο της πραγματοποιήσεως των επενδυτικών του σχεδίων, μόνο τις πληροφορίες που περιέχονται σε εκλαϋκευτικό έγγραφο το οποίο στερείται κάθε νομικής αξίας.
50 Πρέπει να προστεθεί ότι το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο διανεμήθηκε πριν από την απόφαση για την αναθεώρηση και πριν από την πάροδο της πενταετούς προθεσμίας του άρθρου 240, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ. Τότε, το περιεχόμενο του φυλλαδίου αντιστοιχούσε στις διατάξεις της αποφάσεως αυτής. Από ένα εκλαϋκευτικό έγγραφο δεν μπορούν να αντληθούν δικαιώματα μεγαλύτερα από εκείνα που μπορούν να στηριχθούν στο νομοθέτημα που το έγγραφο υποτίθεται ότι εκλαϋκεύει. Έτσι, το προδικαστικό ερώτημα περιορίζεται στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που η Emesa θα μπορούσε να έχει ως προς το ότι θα παραμείνει σε ισχύ το προβλεπόμενο στην απόφαση ΥΞΕ καθεστώς σωρεύσεως καταγωγών.
51 Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη, «μολονότι η τήρηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες για διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα και τούτο ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως» (22). Αν τούτο ισχύει γενικά, ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας διατρέχει οικονομικούς κινδύνους έχοντας επίγνωση της δυνατότητας μεταβολής του αντίστοιχου νομικού καθεστώτος.
52 Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ως προς το ότι η Emesa διέθετε, όταν επένδυσε στη νήσο Aruba, επαρκή στοιχεία για να μπορέσει κατ' εύλογη κρίση να προβλέψει ότι θα μεταβληθεί το φιλελεύθερο καθεστώς σωρεύσεως καταγωγών. Τούτο προκύπτει - όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο με τις παρατηρήσεις του - από τις δηλώσεις των ίδιων των δικηγόρων της Emesa στην υπόθεση T-43/98 (23). Κατ' αυτούς, ήταν πασίδηλο, τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 1996, ότι το Συμβούλιο μελετούσε μια ιρλανδική συμβιβαστική πρόταση, η οποία συνίστατο ακριβώς στο να περιοριστεί σε 3 000 τόνους τον χρόνο η ποσότητα ζάχαρης που μπορεί να εισαχθεί στην Κοινότητα υπό το καθεστώς σωρεύσεως ΑΚΕ/ΥΞΕ.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν νομίζω ότι η αιτούσα εταιρία μπορεί να επικαλεστεί την προστασία που θα άξιζαν τυχόν δικαιολογημένες προσδοκίες για τη διατήρηση του προτιμησιακού καθεστώτος εισαγωγής ζάχαρης.
Γ - Επί του μη ανατρέψιμου των αποτελεσμάτων που υπήρξαν στο πλαίσιο του άρθρου 136 της Συνθήκης (πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα)
54 Με το πέμπτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο θέτει το πρόβλημα της αρχής του ανατρέψιμου ή μη ανατρέψιμου των πλεονεκτημάτων που έχουν χορηγηθεί στις ΥΞΕ στο πλαίσιο του άρθρου 136. Το έκτο ερώτημα, το οποίο αφορά τα αποτελέσματα αυτού του μη ανατρέψιμου, θα πρέπει να εξεταστεί μόνον αν τα πλεονεκτήματα αυτά δεν μπορούσαν να ανακληθούν.
55 Οι διάδικοι στην κύρια δίκη συμφωνούν ως προς την ύπαρξη αυτού που αποκαλούν μηχανισμό «κλειδώματος» ή «μπλοκαρίσματος» στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ. Ο μηχανισμός αυτός φέρεται ότι εμποδίζει τα κοινοτικά όργανα να θεσπίσουν μέτρα που συνεπάγονται συνεχή φαλκίδευση των δικαιωμάτων ή προνομίων που χορηγήθηκαν στις ΥΞΕ με προηγούμενες αποφάσεις. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στις πράξεις αυτές φέρεται ότι καθορίζουν ένα σημείο καμπής ή μη επιστροφής, οπότε κάθε μεταγενέστερη απόφαση που φαλκιδεύει τα δικαιώματα ή προνόμια αυτά πρέπει να θεωρείται αντίθετη προς τη Συνθήκη και οι ιδιώτες πρέπει να μπορούν να επικαλεστούν ευθέως το ανίσχυρό της.
56 Ο πρόεδρος του Arrondissementsrechtbank φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη αυτή. Στη διάταξη περί παραπομπής, αναφέρεται στη γνωμοδότηση που μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων εξέδωσε κατόπιν αιτήσεως των ολλανδικών αρχών, κατά την οποία ο πιο πάνω μηχανισμός κλειδώματος προβλέπεται σιωπηρώς στο άρθρο 132, σημείο 1, της Συνθήκης, του οποίου η σαφής και απαλλαγμένη αιρέσεων διατύπωση επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η Κοινότητα υπέχει συγκεκριμένη υποχρέωση αποτελέσματος. Για το αιτούν δικαστήριο, «η ανάλυση αυτή δεν μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί. Είναι πιθανή: στο πλαίσιο της ίδιας της κοινής αγοράς, που και αυτή δημιουργήθηκε σταδιακά, διάφορες διατάξεις της Συνθήκης δείχνουν ότι (κατά τη μεταβατική περίοδο) τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν πλέον να καθιερώσουν νέους ποσοτικούς περιορισμούς στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές: πρόκειται για τις αποκαλούμενες διατάξεις stand still [...]».
57 Όμως, κατά την άποψη που συμμερίζομαι με όλους τους εκπροσώπους των κρατών μελών και κοινοτικών οργάνων που έλαβαν μέρος στην προδικαστική διαδικασία, η θεωρία του κλειδώματος, λόγω του γενικόλογου των όρων με τους οποίους έχει διατυπωθεί, είναι αβάσιμη. Το γεγονός ότι η δυναμική διαδικασία συνδέσεως των ΥΞΕ με την Κοινότητα απαιτεί όλο και πιο προωθημένη ένταξη δεν εμποδίζει, σε ορισμένα σημεία, τη δυνατότητα του Συμβουλίου να επανερμηνεύσει προς τα κάτω μια διευκόλυνση που προηγουμένως είχε αναγνωριστεί στις ΥΞΕ. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, ως εκ της εξαιρετικής φύσεώς του και των χαρακτηριστικών της κοινοτικής αγοράς, το πλεονέκτημα αυτό είχε καθιερωθεί μόνο προσωρινά. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω με τον κανόνα ο οποίος επιτρέπει, μετά από ορισμένες εργασίες, την αναγνώριση καταγωγής ΥΞΕ σε ορισμένα προϋόντα προελεύσεως ΑΚΕ.
58 Το πλάσμα που καθιερώνει ο μηχανισμός σωρεύσεως καταγωγών εγκρίθηκε τότε από το Συμβούλιο χωρίς το Συμβούλιο να έχει - και πιθανότατα χωρίς να μπορεί να έχει - πλήρη επίγνωση των συνεπειών που μπορούσαν να υπάρξουν. Υφίστανται παλαιότερες καταστάσεις που και αυτές ήσαν προσωρινές. Στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου (24), η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το πρωτόκολλο περί δασμολογικής ποσοστώσεως για τις εισαγωγές μπανανών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης, οπότε η τροποποίηση του πρωτοκόλλου αυτού ήταν δυνατή μόνο με την τήρηση των προϋποθέσεων που έθετε το τότε άρθρο 236. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι όντως το πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης, ως παράρτημα της συμβάσεως εφαρμογής της συνδέσεως των ΥΞΕ με την Κοινότητα. Όμως, προσέθεσε ότι το πρωτόκολλο καταρτίστηκε ως μεταβατικό μέτρο, εν αναμονή του να γίνουν ομοιόμορφες οι συνθήκες εισαγωγής μπανανών στην κοινή αγορά.
59 Ο προσωρινός ή, αν προτιμά κανείς, μεταβατικός χαρακτήρας των μέτρων που το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίσει σε τέτοιες περιστάσεις δεν δείχνει αδιαφορία προς τα δικαιώματα και τις προσδοκίες των ΥΞΕ ή ιδιωτών, προ πάντων δε όταν η σταθερότητα ενός συστήματος εμπορικών προνομίων εξαρτάται από το συμβιβαστό του με άλλους στόχους της Κοινότητας, που και αυτοί αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη, όπως η ορθή λειτουργία μιας κοινής οργανώσεως αγοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 33). Από τη στιγμή που εξακριβώθηκε ότι η σώρευση καταγωγών στον τομέα της ζάχαρης μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικές διαταράξεις της ήδη λεπτής ισορροπίας της κοινής οργανώσεως αγοράς, το Συμβούλιο ρητώς είχε από την ίδια τη Συνθήκη όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να αντιδράσει κατά των μη ανεκτών αυτών συνεπειών της αποφάσεως ΥΞΕ.
60 Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο έκανε το καθήκον του όταν προέβη στην ανάλυση των «επιτευχθέντων [χάρη στην απόφαση ΥΞΕ] αποτελεσμάτων» υπό το πρίσμα των «αρχών της παρούσας Συνθήκης» (άρθρο 136). Το αποτέλεσμα της αναλύσεως αυτής μπορούσε να οδηγήσει τόσο στη διατήρηση του μέτρου όσο και στην κατάργησή του ή στον περιορισμό των συνεπειών του. Ομοίως, το Συμβούλιο μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να τροποποιήσει την κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης. Το σημαντικό ήταν ότι κάθε μέτρο έπρεπε να προσαρμοστεί στις αρχές της Συνθήκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, εκτός από την προώθηση των εμπορικών συναλλαγών με τις ΥΞΕ, η διατήρηση μιας κοινής γεωργικής πολιτικής.
61 Στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο επέλεξε να μειώσει την ποσότητα ζάχαρης που μπορεί να τύχει του ευεργετήματος της σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ σε 3 000 τόνους τον χρόνο, πράγμα που μπορούσε να καλύψει σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές εισαγωγές ζάχαρης από τις ΥΞΕ. Θα αναφερθώ στην κατάσταση της κοινοτικής αγοράς για το προϋόν αυτό όταν θα εξετάσω το ζήτημα της αναλογικότητας.
62 Όμως, η απόφαση για την αναθεώρηση δεν επιφέρει μόνον περιορισμούς. Εισάγει και διάφορα πλεονεκτήματα σε διάφορους τομείς της συνδέσεως: μεγαλύτερη δυνατότητα των κατοίκων των ΥΞΕ να εγκατασταθούν στην Κοινότητα (άρθρα 232 και 233α), βήματα προόδου στην αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων (άρθρο 233β), δυνατότητα προσβάσεως σε διάφορα κοινοτικά προγράμματα (άρθρο 233γ). Επιπλέον, η χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας προς τις ΥΞΕ αυξήθηκε κατά 21 %. Τελικά, αν η απόφαση για την αναθεώρηση εξεταστεί στο σύνολό της, δεν νομίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το καθεστώς συνδέσεως των ΥΞΕ αναθεωρήθηκε προς τα κάτω (25)· μια τέτοια τροποποίηση πάντοτε θα μπορεί να είναι απόλυτα θεμιτή, αν ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν στα προηγούμενα σημεία των προτάσεών μου.
63 Όπως υπογράμμισα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Road Air: «Δεν πρέπει να λησμονείται ότι καθεμία από τις αποφάσεις ΥΞΕ αποτελεί ένα ομοιογενές κανονιστικό σύνολο, του οποίου τα διάφορα μέρη δεν μπορούν να αναλυθούν μεμονωμένα. Συγκεκριμένα, η κατάργηση των δασμών πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με μια ολόκληρη σειρά άλλων μέτρων που ευνοούν εξίσου, αν όχι περισσότερο, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των ΥΞΕ» (26).
64 Κατά συνέπεια, δεν βλέπω κανένα βάσιμο επιχείρημα που θα επέτρεπε το συμπέρασμα ότι, όταν ένας προτιμησιακός κανόνας καταγωγής που έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο του καθεστώτος συνδέσεως των ΥΞΕ αποδεικνύεται ικανός, έστω και θεωρητικά, να δημιουργήσει σημαντικές διαταράξεις στη λειτουργία μιας κοινής οργανώσεως αγοράς, το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο από τη Συνθήκη να σέβεται εσαεί τον κανόνα αυτόν.
Δ - Επί του κύρους των ποσοτικών περιορισμών με γνώμονα τα άρθρα 133, παράγραφος 1, και 136 της Συνθήκης (τρίτο, τέταρτο και όγδοο προδικαστικό ερώτημα)
65 Το άρθρο 133, παράγραφος 1, προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση των τελωνειακών δασμών που εισπράττονται κατά την εισαγωγή προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ (βλ. το σημείο 17 των προτάσεών μου).
66 Πρώτ' απ' όλα θεωρώ - αντιθέτως προς το Συμβούλιο - ότι με το άρθρο 108β η απόφαση για την αναθεώρηση εισήγαγε έναν πραγματικό ποσοτικό περιορισμό στις εμπορικές συναλλαγές με τις ΥΞΕ. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ναι μεν η εισαγωγή ενός συγκεκριμένου προϋόντος πέραν της καθιερωμένης ποσοστώσεως είναι νομικώς δυνατή, πλην όμως οι απαιτητοί δασμοί την καθιστούν οικονομικώς απραγματοποίητη. Τούτο συμβαίνει με τα προϋόντα που υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς και που πλεονάζουν στην Κοινότητα.
67 Αντιθέτως, δεν είμαι πεπεισμένος ότι ο σχετικός ποσοτικός περιορισμός επιβλήθηκε επί της «εισαγωγής στα κράτη μέλη των καταγομένων εμπορευμάτων από τις χώρες και εδάφη» υπό την έννοια του άρθρου 133. Εδώ μπορεί να βρίσκεται το κλειδί για το σύνολο των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση: ο νομικός χαρακτηρισμός που πρέπει να δοθεί στις διατάξεις που περιέχονται στα άρθρα 6, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ και 108β της αποφάσεως για την αναθεώρηση. Πάντως, όπως δείχνουν οι εξηγήσεις που ακολουθούν, η απάντηση θα είναι η ίδια είτε το ζήτημα εξεταστεί από άποψη καθαρά τελωνειακής τεχνικής είτε θεωρηθεί εντός μιας πολιτικοεμπορικής προοπτικής.
68 Ωστόσο, η έννοια της καταγωγής ενός προϋόντος, έννοια για την οποία οι Συνθήκες δεν λέγουν απολύτως τίποτα, έχει ένα ελάχιστο περιεχόμενο, το οποίο δίνεται στην έννοια αυτή από τους ίδιους τους όρους της. Το κρασί από κλήματα της Rioja, το οποίο συνθλίβεται, παλιώνει και εμφιαλώνεται στην Ισπανία, είναι αναμφισβήτητα προϋόν ισπανικής καταγωγής. Αυτός ο σκληρός πυρήνας της έννοιας (27) - ο οποίος καλύπτει και την περίπτωση που το εμπόρευμα υποβάλλεται σε σαφώς ήσσονα επεξεργασία σε άλλη επικράτεια - πρέπει να μείνει μακριά από κάθε παρέμβαση του νομοθέτη καθόσον αποτελεί απόρροια του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Από δω και πέρα, το περιθώριο της διακριτικής εξουσίας που απομένει στον νομοθέτη για να επεξεργαστεί έναν ορισμό μετατρέπει αναπόφευκτα τους κανόνες καταγωγής σε νομικοτεχνικά μέσα που τίθενται στην υπηρεσία πολιτικών στόχων. Δεν υπάρχει τίποτα το αθέμιτο στην προσφυγή σε κατά κυριολεξία τελωνειακές παραμέτρους, π.χ., για τον προσανατολισμό της εμπορικής πολιτικής της Κοινότητας. Έτσι, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, είναι συχνότατα τα φορολογικά μέτρα που εφαρμόζονται για τη ρύθμιση της αγοράς (28).
69 Με άλλα λόγια, τίποτα δεν εμποδίζει τον νομοθέτη να αναγνωρίσει, για τη διευκόλυνση των τελωνειακών ελέγχων, ως τόπο καταγωγής ορισμένων εμπορευμάτων έναν τόπο στον οποίο από οικονομική άποψη, λόγω της μικρής αξίας που προστίθεται εκεί, δεν μπορεί να βρίσκεται η καταγωγή των προϋόντων αυτών. Ενεργώντας έτσι, ο νομοθέτης δεν λέγει ότι καθορίζει την καταγωγή των σχετικών προϋόντων, αλλά χρησιμοποιεί ένα πλάσμα δικαίου το οποίο του επιτρέπει να επιφυλάσσει σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών μεταχείριση - εν γένει προτιμησιακή - πανομοιότυπη με εκείνη που δικαιούνται τα προϋόντα συγκεκριμένης καταγωγής.
70 Έτσι πρέπει να νοηθεί το καθεστώς σωρεύσεως ΑΚΕ/ΥΞΕ το οποίο παρέχει σε εμπορεύματα καταγωγής ΑΚΕ πιστοποιητικό καταγωγής ΥΞΕ, μετά από ελάχιστη κατεργασία σε μία από τις τελευταίες, έτσι ώστε να μπορούν να υπαχθούν σε ευνοϋκό καθεστώς, ως εάν επρόκειτο για προϋόντα ΥΞΕ. Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ δεν λέγει άνευ λόγου ότι, «όταν προϋόντα εξ ολοκλήρου παραγόμενα στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ υφίστανται κατεργασίες ή μεταποιήσεις στις ΥΞΕ, θεωρούνται ότι έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στις ΥΞΕ» ή «οι κατεργασίες ή μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ θεωρούνται ότι έχουν πραγματοποιηθεί στις ΥΞΕ όταν οι παραγόμενες ύλες υφίστανται περαιτέρω κατεργασίες ή μεταποιήσεις στις ΥΞΕ» (29).
71 Εν περιλήψει, θεωρώ ότι το καθεστώς σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ αποτελεί μέτρο προτιμησιακής εμπορικής μεταχειρίσεως το οποίο, αυτό καθαυτό, είναι εντελώς άσχετο με τη διάταξη του άρθρου 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης και εξαρτάται μόνον από την επίτευξη των στόχων που παρατίθενται στα άρθρα 131 και 132.
72 Αν, παρά την πιο πάνω συλλογιστική, το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι η προσθήκη του άρθρου 108β ισοδυναμεί με την επιβολή τελωνειακών δασμών επί εμπορευμάτων καταγωγής ΥΞΕ, ούτε και αυτό θα είναι οπωσδήποτε λόγος να τεθεί υπό αμφισβήτηση το κύρος της διατάξεως αυτής. Συγκεκριμένα, η ευνοϋκή μεταχείριση που η Συνθήκη επιφυλάσσει στην εισαγωγή εμπορευμάτων καταγωγής ΥΞΕ πρέπει να γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο που καθιερώθηκε παλαιότερα μεταξύ των κρατών μελών. Έτσι πρέπει να νοηθεί το άρθρο 133, παράγραφος 1, όταν αναφέρεται στην «προοδευτική κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών, όπως προβλέπεται στην παρούσα Συνθήκη» (30). Ομοίως, το άρθρο 132, παράγραφος 1, αναφέρει μεταξύ των στόχων της συνδέσεως την εφαρμογή στις εμπορικές συναλλαγές με τις ΥΞΕ του καθεστώτος που βάσει της Συνθήκης διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών.
73 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι, στο πλαίσιο που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, δηλαδή στο νομικό πλαίσιο του εμπορίου ζάχαρης, ο ενδοκοινοτικός δασμολογικός παροπλισμός έγινε μόνο με την καθιέρωση κοινής οργανώσεως της αγοράς του προϋόντος αυτού. Το χαρακτηριστικό της εν λόγω κοινής οργανώσεως - όπως και πολλών άλλων - είναι η καθιέρωση κοινών εξωτερικών δασμών παράλληλα με τον καθορισμό κατώτατης τιμής που ισχύει για όλα τα κράτη μέλη. Η δυνατότητα να υπαχθούν στο ευεργετικό καθεστώς της σωρεύσεως καταγωγών συνδυαζόμενη με τη διατήρηση της δασμολογικής τους αυτονομίας έθετε τις ΥΞΕ σε πολύ πιο πλεονεκτική κατάσταση από εκείνη οποιουδήποτε κράτους μέλους, οπότε, για να αποφευχθούν διαταράξεις στην κοινοτική αγορά, το Συμβούλιο αναγκάστηκε να επιφέρει τις αναγκαίες διορθώσεις. Με άλλα λόγια, κάθε δυσμενής σύγκριση που θα ήθελε κανείς να κάνει μεταξύ της διαδικασίας ελευθερώσεως του εμπορίου ζάχαρης μεταξύ των κρατών μελών και της διαδικασίας που πρέπει να εφαρμόζεται στις σχέσεις της Κοινότητας με τις ΥΞΕ είναι παραπλανητική αν δεν ληφθεί υπόψη η προηγούμενη καθιέρωση, στον κοινοτικό τομέα, της αντίστοιχης κοινής οργανώσεως. Από την άποψη αυτή, ακόμη και αν ο επίμαχος ποσοτικός περιορισμός εφαρμοζόταν επί εμπορευμάτων καταγωγής ΥΞΕ, δεν θα παρέβαινε το άρθρο 133, παράγραφος 1, καθόσον δεν εφαρμόστηκε η διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε τότε από τα κράτη μέλη για να καταργήσουν προοδευτικά τους τελωνειακούς δασμούς που ίσχυαν μεταξύ τους.
74 Επομένως, συνάγω ότι το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για να προσβληθεί το κύρος του ποσοτικού περιορισμού που η απόφαση για την αναθεώρηση, ειδικότερα δε το άρθρο της 108β, επέβαλε στις εισαγωγές ζάχαρης που υπάγονται στο ευεργετικό καθεστώς σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ.
75 Ο Ολλανδός δικαστής αναφέρεται επίσης, στο τρίτο και τέταρτο ερώτημά του, στο ενδεχόμενο ο επίμαχος ποσοτικός περιορισμός να είναι ασυμβίβαστος με τη Συνθήκη ΕΚ, και συγκεκριμένα με το άρθρο της 136, δεύτερο εδάφιο. Όμως, δεν διευκρινίζει σε τί μπορεί να συνίσταται το ασυμβίβαστο αυτό.
76 Το άρθρο 136 παρέχει στο Συμβούλιο ευρύτατη εξουσία να καθορίσει τον τρόπο και τη διαδικασία συνδέσεως των ΥΞΕ με την Κοινότητα. Κατά την ίδια διάταξη, η δράση του Συμβουλίου πρέπει να διέπεται από τα επιτευχθέντα αποτελέσματα και να στηρίζεται στις αρχές της Συνθήκης.
77 Το Συμβούλιο δεν έκανε τίποτε άλλο όταν, αφού εξέτασε τον κίνδυνο διαταράξεως της κοινοτικής αγοράς που οφειλόταν στη δυνατότητα απεριόριστης εισαγωγής ζάχαρης υπό καθεστώς σωρεύσεως, υπέβαλε το προϋόν αυτό σε δασμολογική ποσόστωση για να διατηρηθεί ένα μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής, η οποία, χωρίς καμία αμφιβολία, αποτελεί μία από τις αρχές της Συνθήκης (άρθρο 3, στοιχείο ε). Η έβδομη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως για την αναθεώρηση αναφέρει με σπάνια σαφήνεια τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να ενεργήσει κατά τον τρόπο που ενήργησε (31).
78 Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει το βάσιμο αυτού του τρόπου ενέργειας. Έτσι, στην υπόθεση Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (32), είπε ότι: «Στη συνέχεια, επισημαίνεται ότι το άρθρο 136, δεύτερο εδάφιο, εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να εκδίδει αποφάσεις στο πλαίσιο της συνδέσεως, βάσει των αρχών της Συνθήκης. Συνεπώς το Συμβούλιο, όταν εκδίδει αποφάσεις ΥΞΕ δυνάμει του εν λόγω άρθρου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον τις αρχές του τετάρτου μέρους της Συνθήκης, αλλά και τις άλλες αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική». Προσέθεσε: «Το συμπέρασμα αυτό συνάδει με τα άρθρα 3, στοιχείο ρ, και 131 της Συνθήκης που προβλέπουν ότι η Κοινότητα προάγει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των ΥΞΕ, χωρίς παρ' όλ' αυτά η προώθηση αυτή να συνεπάγεται υποχρέωση να ευνοούνται τα ΥΞΕ» (33).
79 Όσον αφορά τον τρόπο επιτεύξεως των στόχων αυτών, εφόσον το ζήτημα αυτό δεν θα εξεταστεί στο πλαίσιο της αναλύσεως σχετικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει εδώ να υπομνηστεί ότι ο νομοθέτης διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία διακριτική εξουσία που αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που τα άρθρα 40 έως 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 34 ΕΚ έως 37 ΕΚ) του απονέμουν (34).
80 Κατά συνέπεια, στις πράξεις που εξέδωσε το Συμβούλιο δεν βλέπω κανένα στοιχείο ικανό να αποτελέσει παραβίαση της εξουσίας που αναγνωρίζει στο Συμβούλιο το άρθρο 136.
Ε - Επί της αναλογικότητας της επιβολής της ποσοστώσεως και επί της φερομένης καταργήσεως της αλέσεως ως επαρκούς εργασίας μεταποιήσεως (πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
81 Τα πιο κάτω σημεία των προτάσεών μου θα αφιερωθούν στην εξέταση του ζητήματος αν οι παράγραφοι 1 (επιβολή της ποσοστώσεως) και 2 (φερόμενη κατάργηση της αλέσεως) του άρθρου 108β της αποφάσεως για την αναθεώρηση συμβιβάζονται με τους κανόνες αναλογικότητας (πρώτο προδικαστικό ερώτημα) και με τα όρια που θέτει για τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως το άρθρο 109 (δεύτερο ερώτημα).
i) Γενικά επί της αρχής της αναλογικότητας
82 Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί ότι, όταν λαμβάνεται μέτρο για να απαγορευθεί ή περιοριστεί η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, το μέτρο αυτό πρέπει να είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται, ότι, οσάκις πρέπει να γίνει επιλογή μεταξύ διαφόρων μέτρων, πρέπει να επιλεγεί το λιγότερο δεσμευτικό και, τέλος, ότι τα προβλήματα που προκύπτουν δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους στόχους που επιδιώκονται. Επιπλέον, στην περίπτωση που ο νομοθέτης άσκησε διακριτική εξουσία, το μέτρο που θεσπίστηκε δεν πρέπει να είναι φανερά ακατάλληλο σε σχέση με τους στόχους που επιδιώκονται (35).
83 Στις περιπτώσεις που είναι αναγκαίο, για την επίτευξη των διαφορετικών στόχων που τάσσουν οι Συνθήκες, να θεσπιστούν μέτρα που θα μπορούσαν να φανούν αντιφατικά, το Δικαστήριο έχει χορηγήσει σημαντικό περιθώριο διακριτικής εξουσίας στα κοινοτικά όργανα. Αναγνωρίζει ότι τότε τα όργανα αυτά είναι οι πιο κατάλληλοι να εκτιμήσουν και σταθμίσουν τα διάφορα συγκρουόμενα συμφέροντα. Στην υπόθεση Fishermen's Organisations κ.λπ., το Δικαστήριο είπε: «Κατά πάγια νομολογία, κατά την επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν "να μεριμνούν για την απαιτούμενη εναρμόνιση μεταξύ των στόχων αυτών, οι οποίοι ενδεχομένως εμφανίζονται αντιφατικοί εάν θεωρηθούν απομονωμένα, και, αναλόγως με την περίπτωση, να δίδουν προσωρινώς την προτεραιότητα σε κάποιον εξ αυτών, εάν αυτό επιβάλλουν τα γεγονότα ή οι οικονομικές περιστάσεις εν όψει των οποίων τα όργανα εκδίδουν τις αποφάσεις τους"» (36).
84 Κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας, το σχετικό όργανο πρέπει να υποβάλει τα μέτρα που μελετά να θεσπίσει σε δοκιμασία «ορθολογικότητας», πράγμα που σημαίνει τόσο ότι τα μελετώμενα μέτρα πρέπει να είναι «κατ' εύλογη κρίση» ικανά να επιτύχουν τους στόχους που επιδιώκονται όσο και ότι η βλάβη ή ζημία που προκαλείται από την πράξη πρέπει να είναι «κατ' εύλογη κρίση» ανεκτή, δηλαδή δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη σε σχέση με το όφελος που μπορεί να υπάρξει γενικά για το κοινό (37).
ii) Ειδικά επί της επιβολής της ποσοστώσεως
85 Κατά το προοίμιο της αποφάσεως για την αναθεώρηση, το Συμβούλιο τροποποίησε την απόφαση ΥΞΕ γιατί είχε πειστεί ότι η ελεύθερη πρόσβαση των προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ στην Κοινότητα και η διατήρηση του κανόνα σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ συνεπάγονταν σοβαρό κίνδυνο συγκρούσεως μεταξύ των στόχων της κοινοτικής πολιτικής σχετικά με την ανάπτυξη των ΥΞΕ και των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής.
86 Είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές οι διαστάσεις που μπορούσε να έχει ο κίνδυνος αυτός. Όπως δείχνουν τα πληροφοριακά στοιχεία που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή - και που δεν αμφισβητήθηκαν - η ευρωπαϋκή αγορά ζάχαρης βρίσκεται τώρα σε πρόσκαιρη ισορροπία. Κατόπιν της επιβολής ποσοστώσεων, η κοινοτική παραγωγή ζάχαρης από ζαχαρότευτλα ανέρχεται σε 13,4 εκατομμύρια τόνους, πράγμα που υπερβαίνει την ποσότητα ζάχαρης που καταναλώνεται στην Κοινότητα, η οποία είναι κατά προσέγγιση 12,7 εκατομμύρια τόνοι. Επιπλέον, η Κοινότητα εισάγει από τις ΑΚΕ 1,3 εκατομμύρια τόνους ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο για να αντιμετωπίσει την ειδική ζήτηση για την ποικιλία αυτή. Εξάλλου, λόγω των συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ), η Κοινότητα είναι υποχρεωμένη να επιτρέπει την εισαγωγή 400 000 τόνων ζάχαρης από τρίτες χώρες.
Δεδομένου ότι η συνολική ζήτηση ζάχαρης στην Κοινότητα είναι χαμηλότερη από την προσφορά, ένα μέρος της διαθέσιμης ζάχαρης προορίζεται για εξαγωγή. Παρ' όλ' αυτά, λόγω της σημαντικής διαφοράς μεταξύ του επιπέδου των τιμών της παγκόσμιας αγοράς και αυτού της Κοινότητας (το δεύτερο αντιπροσωπεύει περί το 300 % του πρώτου), η πώληση αυτή πρέπει να τυγχάνει επιδοτήσεων υπό μορφή επιστροφών λόγω εξαγωγής. Το ποσό των επιστροφών αυτών είναι τώρα 470 ευρώ ανά τόνο. Επίσης, για τη μεγίστη ποσότητα ζάχαρης που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο επιδοτούμενων εξαγωγών έχουν γίνει συμφωνίες στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Στα επόμενα χρόνια, το ανώτατο αυτό όριο θα πρέπει να μειωθεί κατά 20 %.
87 Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι ΥΞΕ δεν παράγουν οι ίδιες ζάχαρη· περιορίζονται να μεταποιήσουν, δίνοντάς του ισχνή προστιθέμενη αξία (38), το εμπόρευμα που προέρχεται από τις ΑΚΕ.
88 Στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να σταθμίσει τους διάφορους σχετικούς παράγοντες πριν εκδώσει απόφαση για να αρθεί μια σύγκρουση μεταξύ δύο σημαντικών στόχων της κοινοτικής πολιτικής. Με δεδομένη την κατάσταση της κοινοτικής αγοράς ζάχαρης, δεν νομίζω ότι η λύση που επέλεξε το Συμβούλιο ήταν δυσανάλογη. Οι πιο πάνω αριθμοί δείχνουν ότι στην πραγματικότητα η κοινοτική αγορά είναι πλεονασματική και ότι η ισορροπία επιτυγχάνεται μόνο χάρη στις επιδοτούμενες εξαγωγές. Κάθε πρόσθετη ποσότητα ζάχαρης που εισέρχεται στην αγορά θα ανάγκαζε τα κοινοτικά όργανα να αυξήσουν το ποσό των επιδοτήσεων λόγω εξαγωγής (στα όρια που εκτίθενται πιο πάνω) ή να μειώσουν τις ποσοστώσεις των ευρωπαίων παραγωγών. Σε κάθε περίπτωση, η κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης θα υφίστατο σημαντική διατάραξη, αντίθετη προς τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Η ποσόστωση των 3 000 τόνων τον χρόνο σέβεται σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές εισαγωγές ενός προϋόντος (39) που μόνο η χρησιμοποίηση του πλάσματος δικαίου που καθιερώνει ο κανόνας σωρεύσεως καθιστά δυνατό να θεωρηθεί ότι κατάγεται από τις ΥΞΕ.
89 Από τη μια πλευρά, προκύπτει ότι η απόφαση του Συμβουλίου στοιχεί σε λογικό βαθμό, για να μη πω απόλυτα, με τον στόχο προστασίας της σταθερότητας της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης. Από την άλλη πλευρά, προκύπτει ότι η βλάβη που προκλήθηκε στις οικονομίες των ΥΞΕ είναι κατ' εύλογη κρίση ανεκτή, καθόσον οι εισαγωγές εξακολουθούν να επιτρέπονται μέχρι τις παραδοσιακές ποσότητες και, ούτως ή άλλως, ο θιγόμενος κλάδος παραγωγής συμβάλλει μόνον αμυδρά στην ανάπτυξη των ΥΞΕ.
90 Επομένως, συνάγω ότι ο ποσοτικός περιορισμός εισαγωγής ζάχαρης υπό καθεστώς σωρεύσεως ΑΚΕ/ΥΞΕ, ο οποίος καθιερώθηκε από το άρθρο 108β, παράγραφος 1, της αποφάσεως 97/803, τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.
iii) Ειδικά όσον αφορά την κατάργηση της αλέσεως
91 Όσον αφορά τη φερόμενη κατάργηση της αλέσεως ως εργασίας μεταποιήσεως κατάλληλης για την αναγνώριση καταγωγής, θα περιοριστώ να επικαλεστώ την ερμηνεία που το Συμβούλιο και η Επιτροπή δίνουν στο άρθρο 108β, παράγραφος 2, της αποφάσεως για την αναθεώρηση. Κατά τη διάταξη αυτή:
«2. Για την εφαρμογή των κανόνων σώρευσης ΑΚΕ/ΥΞΕ, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, θεωρούνται ότι αρκούν για να προσδώσουν τον χαρακτήρα προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ η κυβοποίηση της ζάχαρης ή ο χρωματισμός.»
92 Τόσο η Επιτροπή, που υπέβαλε την πρόταση για την έκδοση της αποφάσεως, όσο και το Συμβούλιο, που της έδωσε ισχύ νόμου υιοθετώντας την, συμφωνούν ως προς το ότι το άρθρο 108β, παράγραφος 2, περιορίζεται να παραθέσει δύο παραδείγματα εργασιών που μπορούν να αποτελέσουν βάση για τη σώρευση καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ χωρίς να προβεί σε περιοριστική απαρίθμηση των εργασιών αυτών. Κατά τα δύο αυτά κοινοτικά όργανα, η διάταξη αυτή σκοπό έχει να άρει ορισμένες αμφιβολίες ορίζοντας ότι οι δύο αυτές εργασίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο κατεργασιών του άρθρου 3, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ, δηλαδή στις κατεργασίες που είναι ανεπαρκείς για να αναγνωριστεί σε ένα προϋόν η ιδιότητα του καταγόμενου προϋόντος (βλ. το σημείο 24 των προτάσεών μου).
93 Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 108β, παράγραφος 2, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατάργησε την άλεση ως εργασία κατάλληλη για την αναγνώριση καταγωγής. Παρ' όλ' αυτά, μπορεί να θεωρηθεί αξιοθρήνητη η χαμηλή ποιότητα της νομοθετικής τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε κατά τη σύνταξη της διατάξεως αυτής. Αν το Συμβούλιο ήθελε απλώς να χαρακτηρίσει ως «ανεπαρκείς» υπό την πιο πάνω έννοια τις εργασίες κυβοποιήσεως ή χρωματισμού ζάχαρης, θα έπρεπε να το πει ρητώς ή τουλάχιστον να το εξηγήσει στο προοίμιο.
iv) Επί της ευρύτητας των περιοριστικών αποτελεσμάτων του άρθρου 108β σε σχέση με τα μέτρα διασφαλίσεως
94 Το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε ο Ολλανδός δικαστής αφορά το ζήτημα αν είναι αποδεκτό μέτρα όπως μια ποσόστωση ή η κατάργηση της αλέσεως να βαίνουν, όσον αφορά τα περιοριστικά τους αποτελέσματα, πολύ πέραν αυτού που θα ήταν δυνατό βάσει των μέτρων διασφαλίσεως που επιτρέπει το άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΞΕ.
95 Όσον αφορά τη φερόμενη κατάργηση της αλέσεως, παραπέμπω σε ό,τι εκτέθηκε πιο πάνω.
96 Κατά τα λοιπά, ο ποσοτικός περιορισμός που καθιερώθηκε από το άρθρο 108β, παράγραφος 1, πρέπει να θεωρηθεί διαρθρωτικό και όχι απλώς συγκυριακό μέτρο. Κατά συνέπεια, η λειτουργία του όπως και η δικαιολόγησή του είναι σαφώς διαφορετικές από εκείνες των μέτρων διασφαλίσεως που προβλέπει το άρθρο 109. Τούτο εξηγεί ότι τα αποτελέσματά του μπορούν να υπερβούν εκείνα των μέτρων διασφαλίσεως, καθόσον οι δύο διατάξεις αντιστοιχούν σε διαφορετικές περιπτώσεις που προβλέπει ο νομοθέτης.
97 Συγκεκριμένα, τα μέτρα διασφαλίσεως, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν περιορισμένα διαχρονικά αποτελέσματα και είναι εξαιρετικά σε σχέση με το συνήθως ισχύον καθεστώς εμπορικών συναλλαγών. Αντιθέτως, το άρθρο 108β της αποφάσεως εντάσσεται στο σύνηθες αυτό καθεστώς και πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού. Στο προοίμιο της αποφάσεως αυτής, οι λόγοι που δικαιολόγησαν την έκδοσή της εξηγούνται με σαφείς όρους, οι οποίοι υπογραμμίζουν την ανεπάρκεια της επιλογής μόνον προσωρινών λύσεων για την επίλυση διαρκών προβλημάτων:
«[...] σοβαρές διαταραχές στην κοινοτική αγορά ορισμένων προϋόντων που υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς οδήγησαν στη θέσπιση μέτρων διασφάλισης· [...] είναι σκόπιμο να προληφθούν νέες διαταραχές με μέτρα για τον καθορισμό ευνοϋκού πλαισίου για την κανονική ροή του εμπορίου, συμβατού με την κοινή γεωργική πολιτική».
98 Επιπλέον, διαφορετικά κριτήρια στηρίζουν και διέπουν, από τη μια πλευρά, τα μέτρα διασφαλίσεως του άρθρου 109 και, από την άλλη πλευρά, την επιβολή κατά το άρθρο 108β ποσοστώσεως για τη ζάχαρη που τυγχάνει της σωρεύσεως καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ. Ενώ το άρθρο 109 καθιερώνει αντικειμενικά κριτήρια εκτιμήσεως για τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως (δηλαδή, σοβαρές διαταραχές σε τομέα οικονομικής δραστηριότητας της Κοινότητας ή των κρατών μελών, κίνδυνος για την εξωτερική οικονομική σταθερότητα, δυσκολίες ικανές να προκαλέσουν επιδείνωση σε τομέα δραστηριοτήτων), το άρθρο 108β εντάσσεται σε μια λογική ελεύθερης πολιτικής δράσεως.
99 Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκεφθώ ότι οι αρχές που έχουν εφαρμογή επί των μέτρων διασφαλίσεως πρέπει να εφαρμόζονται και εντός του συνήθους κανονιστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται. Επομένως, τίποτα δεν επιβάλλει να περιοριστούν τα αποτελέσματα του άρθρου 108β της αποφάσεως κατά τον ίδιο τρόπο που περιορίζονται τα αποτελέσματα των εξαιρετικών μέτρων διασφαλίσεως.
ΣΤ - Επί του ανεπίδεκτου εφαρμογής του άρθρου 108β (δέκατο ερώτημα)
100 Ο αιτών δικαστής ερωτά επίσης αν το άρθρο 108β είναι σε τέτοιο σημείο ανεπίδεκτο εφαρμογής ώστε να πρέπει να κηρυχθεί ανίσχυρο. Το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν την αμφιβολία αυτή. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που η Aruba προέβαλε κατά την κύρια δίκη, το «ανεπίδεκτο εφαρμογής» της διατάξεως απορρέει από το γεγονός ότι οι αρχές κάθε ΥΞΕ δεν έχουν οι ίδιες κανένα τρόπο να μάθουν σε ποιο χρονικό σημείο γίνεται υπέρβαση του ορίου των 3 000 τόνων ζάχαρης που ισχύει για τις εισαγωγές από το σύνολο των ΥΞΕ (για τις οποίες έχει καθιερωθεί η σώρευση καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ), οπότε ουδέποτε θα είναι σε θέση να χορηγήσουν ή να αρνηθούν τα πιστοποιητικά καταγωγής.
101 Σε κάθε περίπτωση, το ανίσχυρο της διατάξεως πρέπει να αποκλειστεί. Πρώτον, για λόγους αρχής: το κύρος κανόνων δικαίου ουδέποτε εξαρτάται από την κατά το μάλλον ή ήττον δυσκολία εφαρμογής τους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 108β περιορίζεται να καθορίσει τα υλικά όρια για τη σώρευση καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ, χωρίς να θίξει τα διαδικαστικά προβλήματα που μπορεί να συνεπάγεται η εφαρμογή τους.
Δεύτερον, στις 19 Δεκεμβρίου 1997 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2553/97 (40), του οποίου αντικείμενο είναι ακριβώς «να καθοριστούν οι λεπτομέρειες έκδοσης των πιστοποιητικών εισαγωγής για τα προϋόντα που αναφέρονται στο άρθρο 108β της απόφασης 91/482/ΕΟΚ, για να επιτραπούν η εισαγωγή και οι έλεγχοι, που είναι αναγκαίοι για τον σκοπό αυτό, των ποσοτήτων που προβλέπονται στην εν λόγω απόφαση» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
Ζ - Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ενδέκατο και δωδέκατο προδικαστικό ερώτημα)
102 Με το ενδέκατο ερώτημά του, ο Ολλανδός δικαστής ερωτά αν εθνικό δικαστήριο έχει την εξουσία, για να αποφύγει μια παράβαση του κοινοτικού δικαίου, να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα που θα ισχύουν έναντι μη κοινοτικού οργάνου.
103 Συμμερίζομαι πλήρως την άποψη της Επιτροπής ότι το ερώτημα αφορά προβλήματα που ανάγονται στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων. Παρ' όλ' αυτά θα κάνω μερικές σύντομες παρατηρήσεις.
104 Πρέπει ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννομη τάξη της ημεδαπής δύναται, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπει η νομολογία του Δικαστηρίου (41), να διατάξει τα μέτρα αυτά για όλες τις πράξεις με τις οποίες οι δημόσιες αρχές που υπόκεινται στη δικαιοδοσία του εφαρμόζουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
105 Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για εθνική δικαστική αρχή η οποία εκδικάζει υπόθεση σχετική με τις ΥΞΕ και η οποία πρέπει να αποφανθεί επί της νομιμότητας μιας κοινοτικής πράξεως. Λαμβάνω ως αφετηρία το ότι η δικαστική αυτή αρχή έχει την εξουσία και αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του ζητήματος, όπως εξάλλου έπραξε στο πλαίσιο των διαφόρων αγωγών και αιτήσεων που ασκήθηκαν και υποβλήθηκαν μέχρι τώρα σχετικά με την εταιρία Emesa. Υπό τις συνθήκες αυτές - εκτός αν στο νομικό καθεστώς που συνδέει τη νήσο Aruba με το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών δεν υφίστανται αντίθετες διατάξεις - θεωρώ ότι είναι φανερό ότι η περί ης πρόκειται δικαστική αρχή οφείλει να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια με εκείνα που θα εφάρμοζε αν πανομοιότυπο ζήτημα είχε εγερθεί σχετικά με κράτος μέλος. Έτσι, δίνεται καταφατική απάντηση στο ενδέκατο ερώτημα, με τον αφηρημένο τρόπο που το ερώτημα αυτό έχει διατυπωθεί.
106 Το ίδιο δεν ισχύει για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δωδέκατο ερώτημα. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της σκοπιμότητας να διατάξει εν προκειμένω το εθνικό δικαστήριο ασφαλιστικά μέτρα. Όπως νομίζω, στα ασφαλιστικά μέτρα στα οποία αναφέρεται ο Ολλανδός δικαστής περιλαμβάνεται η αναστολή εκτελέσεως των διατάξεων του άρθρου 108β. Για να δικαιολογηθεί η αναστολή αυτή, ο εθνικός δικαστής υπαινίσσεται τη σοβαρή και απολύτως ανεπανόρθωτη ζημία που η επιβολή της ετήσιας ποσοστώσεως συνεπάγεται για την Emesa, με το άμεσο κλείσιμο του εργοστασίου και τις δυσκολίες κοινωνικής τάξεως που απορρέουν από αυτό.
107 Πρέπει να πω ότι, στην προαναφερθείσα απόφασή του Zuckerfabrik Sόderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει την αναστολή εκτελέσεως κοινοτικής πράξεως ή εθνικής διοικητικής πράξεως που εκδόθηκε σε εκτέλεση κοινοτικής πράξεως μόνον αν πληρούνται σωρευτικώς οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
- αν το δικαστήριο έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και, στην περίπτωση που στο Δικαστήριο δεν έχει ήδη υποβληθεί ερώτημα σχετικά με το κύρος της βαλλόμενης πράξεως, το ίδιο το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα·
- αν υπάρχει επείγουσα κατάσταση και αν εκείνος που προσέφυγε στη δικαιοσύνη απειλείται με σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία·
- αν το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας (42).
108 Όπως είπα προηγουμένως, από τις περιστάσεις που αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής πρέπει να εξεταστεί μόνον ο κίνδυνος βέβαιης ζημίας για την αιτούσα επιχείρηση. Συγκεκριμένα, οι σκέψεις σχετικά με το ενδεχόμενο συγκρούσεως μεταξύ των στόχων του καθεστώτος σωρεύσεως με τις ΥΞΕ και της διατηρήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (η οποία σύγκρουση, αντιθέτως με αυτό που φαίνεται να νομίζει το εθνικό δικαστήριο, υπερβαίνει το καθαρά οικονομικό επίπεδο) έχουν ήδη αναλυθεί κατά την εξέταση του κύρους της επιβολής ποσοστώσεως με γνώμονα τα άρθρα 133, παράγραφος 1, και 136 της Συνθήκης (τρίτο, τέταρτο και όγδοο προδικαστικό ερώτημα). Όσο για τη σημασία που πρέπει να δοθεί στις περιορισμένες συνέπειες των εισαγωγών ζάχαρης από τις ΥΞΕ λαμβανομένου υπόψη του όγκου της παραγωγής ζάχαρης στην Ευρωπαϋκή Ένωση, το ζήτημα αυτό αντιμετωπίστηκε κατά την εξέταση της αναλογικότητας της επιβολής της ποσοστώσεως (πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα).
109 Για τους λόγους που τώρα θα εκθέσω δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να καθοριστεί αν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση που τάσσει η νομολογία, δηλαδή το να είναι επείγουσα η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της κοινοτικής πράξεως και το να είναι ενδεχόμενο η Emesa να υποστεί από το κλείσιμο του εργοστασίου σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
Πρώτον, απ' όλα όσα είπα πιο πάνω εύκολα προκύπτει ότι δεν βρήκα κανένα λόγο για να τεθεί υπό αμφισβήτηση το κύρος της αποφάσεως για την αναθεώρηση. Κατά μείζονα λόγο δεν νομίζω ότι εν προκειμένω μπορούν να δικαιολογηθούν «σοβαρές αμφιβολίες».
Δεύτερον, η επιχειρηματολογία μου σχετικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας συνεπάγεται επίσης ότι δεν θεωρώ ότι η εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη αντιστάθμιση των συγκρουομένων συμφερόντων είχε προδήλως παράλογα αποτελέσματα. Κάθε άλλο μάλιστα· υποστήριξα στο πλαίσιο αυτό ότι η λύση που επελέγη είναι κατάλληλη για τους στόχους που τάχθηκαν και ανάλογη με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν.
Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, πληρούνται η πρώτη και η τρίτη προϋπόθεση που εκτέθηκαν πιο πάνω, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει το εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν πρέπει να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως κοινοτικής πράξεως.
110 Παρά ταύτα, για να τεθώ από τώρα εντός του πλαισίου των ασφαλιστικών μέτρων που πράγματι διατάχθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, η αντίρρησή μου είναι πολύ διαφορετική: η προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε εις βάρος της Aruba δεν είναι ούτε λυσιτελής στο πλαίσιο της τωρινής διαδικασίας ούτε χρήσιμη για να οδηγήσει στην επίμαχη αναστολή εκτελέσεως.
111 Συγκεκριμένα, ελλείψει δικαιοδοσίας, το αιτούν δικαστήριο χρειάστηκε να κηρύξει απαράδεκτη την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Ολλανδικού Δημοσίου και του HPA και την έκρινε παραδεκτή μόνον όσον αφορά την Aruba (βλ. το σημείο 11 των προτάσεών μου). Έτσι, η petitio στην κύρια δίκη περιορίστηκε στην αίτηση της Emesa να απαγορευθεί στις αρμόδιες αρχές της νήσου Aruba να αρνηθούν τη χορήγηση του πιστοποιητικού EUR.1 για τη ζάχαρη που επεξεργάζεται η αιτούσα, καθόσον η άρνηση αυτή δεν είναι δυνατή στο πλαίσιο της αποφάσεως 91/482.
112 Επομένως, η επίμαχη αναστολή εκτελέσεως έχει σχέση όχι με το κύρος της αποφάσεως 97/803, αλλά με τη χορήγηση πιστοποιητικών EUR.1 από τις τελωνειακές αρχές των ΥΞΕ, ζήτημα που διέπεται από τον τίτλο ΙΙ του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ, τίτλο του οποίου το κύρος δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση στην παρούσα διαδικασία. Ακόμη και αν το τυχόν ανίσχυρο της αποφάσεως για την αναθεώρηση μπορούσε να έχει συνέπειες για τη νομιμότητα πράξεων, όπως η ίδια η απόφαση ΥΞΕ, που συνδέονται στενά με την πράξη που βάλλεται με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η απόφαση για την αναθεώρηση ουδόλως επηρέασε την υποχρέωση των αρχών των ΥΞΕ να εκδίδουν πιστοποιητικά EUR.1 υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται. Δεν είναι έργο των αρχών αυτών - αλλά των αρχών των κρατών εισαγωγής - να ελέγχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2553/97, την τήρηση της ποσοστώσεως των 3 000 τόνων τον χρόνο. Κατά συνέπεια, το ασφαλιστικό μέτρο της αναστολής εκτελέσεως, επί της νομικής αναγκαιότητας του οποίου διερωτάται ο Ολλανδός δικαστής, δεν έχει την παραμικρή χρησιμότητα.
Συμπέρασμα
113 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του προέδρου του Arrondissementsrechtbank te 's-Gravenhage (Κάτω Ξώρες) ως εξής:
«1) Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προκύπτει κανένας λόγος ανισχύρου της αποφάσεως 97/803/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1997, για την ενδιάμεση αναθεώρηση της αποφάσεως 91/482/ΕΟΚ σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα, και ειδικότερα του άρθρου της 108β.
2) Το εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννομη τάξη της ημεδαπής δύναται, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπει η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, να διατάξει τέτοια μέτρα για τις πράξεις με τις οποίες οι δημόσιες αρχές που υπάγονται στη δικαιοδοσία του εφαρμόζουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
3) Στην παρούσα υπόθεση, η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου που διατάχθηκε από το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις περιστάσεις που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής.»
(1) - Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη σύνδεση των ΥΞΕ με την Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΕ L 263, σ. 1).
(2) - Απόφαση του Συμβουλίου για την ενδιάμεση αναθεώρηση της αποφάσεως 91/482 (ΕΕ L 329, σ. 50).
(3) - Η Γαλλική Κυβέρνηση κάνει λόγο για «νομικό κλεφτοπόλεμο».
(4) - Η διαδικασία στην υπόθεση T-310/97, Ολλανδικές Αντίλλες κατά Συμβουλίου, για την ακύρωση της αποφάσεως 97/803, ανεστάλη με διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 1998 εν αναμονή της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υποβλήθηκε στην υπόθεση Τ-310/97 για να ανασταλεί η εκτέλεση διαφόρων διατάξεων της αποφάσεως εκείνης απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Μαρτίου 1998, T-310/97 R (Συλλογή 1998, σ. II-455), η οποία κατόπιν της υποβολής αιτήσεως αναιρέσεως επικυρώθηκε με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Ιουνίου 1998 [C-159/98 P(R), Συλλογή 1998, σ. I-4147]. Ανάλογες προσφυγές ακυρώσεως ασκήθηκαν από την Aruba κατά του Συμβουλίου (T-36/98) και από την Emesa κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής (T-43/98 και T-44/98). Και στις τρεις υποθέσεις η διαδικασία ανεστάλη εν αναμονή της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υποβλήθηκε στην υπόθεση T-43/98 απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 14ης Αυγούστου 1998 (T-43/98 R, Συλλογή 1998, σ. II-3055), η οποία όμως αναιρέθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1998 [C-363/98 P(R), Emesa Sugar κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. I-8787]. Επίσης, στην υπόθεση T-44/98, η Emesa προσέβαλε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει πιστοποιητικό εισαγωγής ζάχαρης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ίσχυαν πριν από την απόφαση για την αναθεώρηση. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ωσαύτως από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου με διάταξη της 14ης Αυγούστου 1998 (T-44/98 R), η οποία αναιρέθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1998 [C-364/98 P(R), Emesa Sugar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-8815]. Στις 30 Απριλίου 1999 ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου εξέδωσε νέα διάταξη, με την οποία διέταξε, υπό ορισμένους όρους, την προσωρινή αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 108β της αποφάσεως για την αναθεώρηση και επέτρεψε στην Emesa να εξαγάγει προς την Κοινότητα το συνολικό ποσό των 7 500 τόνων ζάχαρης επί ένα εξάμηνο. Τέλος, η διαδικασία ανεστάλη, με διάταξη της 11ης Φεβρουαρίου 1999, και στις υποθέσεις T-52/98 και T-53/98, Ολλανδικές Αντίλλες κατά Επιτροπής, καθώς και T-54/98, Aruba κατά Επιτροπής.
(5) - C-380/97, Emesa Sugar κατά Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, Staat der Nederlanden, Ολλανδικών Αντιλλών και Aruba, όπου η διαδικασία ανεστάλη με διάταξη της 5ης Δεκεμβρίου 1997.
(6) - Με την εργασία αυτή, η ζάχαρη αποκτά την επιθυμητή διάμετρο, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει ο πελάτης.
(7) - Σύμφωνα με έρευνα που έγινε από το Πανεπιστήμιο Έρασμος κατόπιν αιτήσεως του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, των Ολλανδικών Αντιλλών και της Aruba.
(8) - Υπόθεση C-380/97 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 5.
(9) - Κατά το άρθρο 12 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ:
«1. Η απόδειξη της ιδιότητας καταγόμενου προϋόντος, κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος, παρέχεται με πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1, υπόδειγμα του οποιου περιλαμβάνεται στο παράρτημα 4 του παρόντος παραρτήματος.
2. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται μόνον εάν πρόκειται να χρησιμεύσει ως δικαιολογητικό έγγραφο για την εφαρμογή της απόφασης.
3. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται μόνον κατόπιν γραπτής αιτήσεως του εξαγωγέα, ή, με την ευθύνη αυτού, του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του. Η αίτηση αυτή συντάσσεται στο έντυπο του οποίου υπόδειγμα περιλαμβάνεται στο παράρτημα 4 και το οποίο συμπληρώνεται σύμφωνα με το παράρτημα αυτό.
[...]
6. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της ΥΞΕ εξαγωγής, εάν τα εμπορεύματα δύνανται να θεωρηθούν ως καταγόμενα προϋόντα κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος.
[...]»
(10) - Τώρα αποκαλούνται «υπερπόντιες χώρες που υπάγονται στο Βασίλειο των Κάτω Ξωρών» και σε αυτές περιλαμβάνονται η Aruba και οι κατά κυριολεξία Ολλανδικές Αντίλλες.
(11) - Επί των προβλημάτων αναδρομικότητας που θέτει η διάταξη αυτή, βλ. τα σημεία 24 έως 43 των προτάσεών μου στην υπόθεση Road Air, στις οποίες παραπέμπει η σκέψη 47 της αποφάσεως που το Δικαστήριο εξέδωσε στις 22 Απριλίου 1997 στην υπόθεση εκείνη (C-310/95, Συλλογή 1997, σ. I-2229).
(12) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 11.
(13) - Στην υπόθεση Road Air, το ζήτημα ήταν να καθοριστεί αν οι διατάξεις του τετάρτου μέρους της Συνθήκης ΕΟΚ εμπόδιζαν, κατά τον χρόνο που αφορούσε η κύρια δίκη (Ιούνιος του 1991), την είσπραξη εισαγωγικών δασμών στην Κοινότητα από εμπορεύματα καταγωγής τρίτης χώρας που βρίσκονταν σε ελεύθερη κυκλοφορία στις Ολλανδικές Αντίλλες.
(14) - C-260/90 (Συλλογή 1992, σ. I-643, σκέψη 10).
(15) - Στη σκέψη 62 της γνωμοδοτήσεώς του 1/78, της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 401), καθώς και στη σκέψη 17 της γνωμοδοτήσεως 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. I-5267), όπου αναφέρθηκε στις ΥΞΕ, το Δικαστήριο επισήμανε ότι πρόκειται για χώρες και εδάφη που εξαρτώνται από τα κράτη μέλη, αλλά που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
(16) - C-390/95 P (Συλλογή 1999, σ. I-769, σκέψη 36).
(17) - Απόφαση Road Air που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 11, σκέψη 34.
(18) - Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, 148/77 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 563).
(19) - Απόφαση Road Air που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 11, σκέψη 39.
(20) - Αυτόθι, σκέψη 40.
(21) - Το φυλλάδιο αυτό φέρει τον τίτλο: «The European Community and the Overseas Countries and Territories».
(22) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-372/96, Pontillo (Συλλογή 1998, σ. I-5091, σκέψεις 22 και 23).
(23) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 4. Σημείο 26 της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
(24) - C-280/93 (Συλλογή 1994, σ. I-4973).
(25) - Ειδικά αν ληφθεί υπόψη η μετριότατη συμβολή που έχει για την οικονομική ανάπτυξη των ΥΞΕ η ισχνή προστιθέμενη αξία που αντιπροσωπεύουν οι σχετικές βιομηχανικές εργασίες (βλ. συναφώς την υποσημείωση 38).
(26) - Συλλογή 1997, σ. I-2250, σημείο 95 των προτάσεων.
(27) - Καθορίζεται, για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), και, όσον αφορά τις ΥΞΕ, στο άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως ΥΞΕ.
(28) - Όσον αφορά τη νομική φύση της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-186/96, Demand (Συλλογή 1998, σ. I-8529, σημεία 36 έως 44 των προτάσεων).
(29) - Η υπογράμμιση δική μου.
(30) - Η υπογράμμιση δική μου.
(31) - «Εκτιμώντας ότι η εγκαθίδρυση, με την απόφαση 91/482/ΕΟΚ, της ελεύθερης πρόσβασης για όλα τα προϋόντα καταγωγής των ΥΞΕ, και η διατήρηση της σώρευσης προϋόντων καταγωγής ΑΚΕ και καταγωγής των ΥΞΕ έχουν οδηγήσει στη διαπίστωση ότι υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης των στόχων των δύο κοινοτικών πολιτικών δηλαδή της ανάπτυξης των ΥΞΕ και της κοινής γεωργικής πολιτικής· ότι σοβαρές διαταραχές στην κοινοτική αγορά ορισμένων προϋόντων που υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς οδήγησαν, επανειλημμένα, στη θέσπιση μέτρων διασφάλισης· ότι είναι σκόπιμο να προληφθούν νέες διαταραχές με μέτρα για τον καθορισμό ευνοϋκού πλαισίου για την κανονική ροή του εμπορίου, συμβατού με την κοινή γεωργική πολιτική».
(32) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 16, σκέψη 37.
(33) - Αυτόθι, σκέψη 38.
(34) - Απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 24, σκέψη 89.
(35) - Βλ. την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-150/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-7235, σκέψη 74), η οποία επικυρώνει πλούσια παλαιότερη νομολογία.
(36) - Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-44/94 (Συλλογή 1995, σ. I-3115, σκέψη 37). Βλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 47.
(37) - Με το αυτό περιεχόμενο, βλ. T. C. Hartley: The Foundations of European Community Law, Οξφόρδη, 1994, σ. 155.
(38) - Όπως υπογράμμισε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, το ουσιώδες μέρος των διάφορων εργασιών που είναι αναγκαίες για να μπορέσει να τεθεί η ζάχαρη στη διάθεση του κοινού γίνεται στο Τρίνινταντ και Τομπάγκο και όχι στη νήσο Aruba.
(39) - Οι εισαγωγές αυτές ανήλθαν σε 2 310 τόνους το 1996, σύμφωνα με τους αριθμούς της Eurostat που παρέθεσε το Συμβούλιο.
(40) - Κανονισμός για τις λεπτομέρειες εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής όσον αφορά ορισμένα προϋόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 1701, 1702, 1703 και 1704, με σώρευση καταγωγών ΑΚΕ/ΥΞΕ (ΕΕ L 349, σ. 26).
(41) - Κατά το Δικαστήριο, «η προσωρινή προστασία που διασφαλίζει στους πολίτες το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το αν εγείρουν ζήτημα ασυμβιβάστου διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας προς το κοινοτικό δίκαιο ή ζήτημα κύρους κοινοτικών πράξεων του παραγώγου δικαίου, εφόσον και στις δύο περιπτώσεις η αμφισβήτηση αφορά αυτό τούτο το κοινοτικό δίκαιο». Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Sόderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (Συλλογή 1991, σ. I-415, σκέψη 20).
(42) - Απόφαση Zuckerfabrik Sόderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 41, σκέψεις 14 επ.
Full & Egal Universal Law Academy