Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης
1 Με διάταξη του High Court of Justice (England and Wales), Queen's Bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο), της 24ης Απριλίου 1997, που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 16 Φεβρουαρίου 1998, το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να ερμηνεύσει τις διατάξεις περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως της συμφωνίας συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας. Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), είναι τα εξής:
«1) Έχει η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας που υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963, σε συνδυασμό με το πρόσθετο πρωτόκολλό της που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 23 Νοεμβρίου 1970, την έννοια ότι παρέχει πλεονεκτήματα σε Τούρκο υπήκοο ο οποίος α) εισήλθε ή β) παρέμεινε στο έδαφος κράτους μέλους κατά παράβαση της νομοθεσίας του κράτους μέλους περί αλλοδαπών;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σε κάποιο από τα σκέλη του πρώτου ερωτήματος, έχουν α) το άρθρο 13 της Συμφωνίας ή β) το άρθρο 41 του πρόσθετου πρωτοκόλλου άμεσο αποτέλεσμα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών;
3) Απαγορεύει η Συμφωνία, σε συνδυασμό με το πρόσθετο πρωτόκολλο, την εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή διατάξεως του οικείου εθνικού δικαίου, η οποία αρνείται στον εν λόγω Τούρκο υπήκοο την άδεια διαμονής στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους με μόνη αιτιολογία ότι η άδεια εισόδου ή διαμονής στο έδαφος αυτό έπαυσε να ισχύει;
4) Οσάκις, παρά τις διατάξεις του οικείου εθνικού δικαίου, η αρμόδια αρχή κράτους μέλους εξετάζει, κατά διακριτική ευχέρεια, την αίτηση Τούρκου υπηκόου να παραμείνει στο έδαφός του, υποχρεούται να λάβει υπόψη τη Συμφωνία, σε συνδυασμό με το πρόσθετο πρωτόκολλο;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, οφείλει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχερείας της;
6) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα, ποια στοιχεία πρέπει να λάβει υπόψη η αρμόδια εθνική αρχή προκειμένου να κρίνει αν η απέλαση συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας;»
2 Η συμφωνία συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (1). Η συμφωνία αυτή έχει ως αντικείμενο «την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών, λαμβανομένης πλήρως υπόψη της ανάγκης εξασφαλίσεως της επιταχυνομένης αναπτύξεως της τουρκικής οικονομίας και της ανυψώσεως του επιπέδου απασχολήσεως και των όρων διαβιώσεως του τουρκικού λαού, [προκειμένου να διευκολυνθεί] μεταγενέστερα η ένταξη της Τουρκίας στην Κοινότητα» (2). Προς επίτευξη των στόχων αυτών, η σύνδεση που δημιουργήθηκε με την εν λόγω συμφωνία περιλαμβάνει: i) μια προπαρασκευαστική φάση επιτρέπουσα στην Τουρκική Δημοκρατία να ενισχύσει την οικονομία της με τη βοήθεια της Κοινότητας· ii) μια μεταβατική φάση αποβλέπουσα στη βαθμιαία σύσταση τελωνειακής ενώσεως και στην προσέγγιση των οικονομικών πολιτικών των συμβαλλομένων μερών και iii) μια τελική φάση η οποία βασίζεται στην τελωνειακή ένωση η οποία συνεπάγεται την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών (3). Οι κανόνες εφαρμογής της τελικής φάσεως θεσπίστηκαν με την απόφαση 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας (4).
Το άρθρο 13 της συμφωνίας, που μνημονεύει η διάταξη περί παραπομπής, περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 3 («Άλλες διατάξεις οικονομικού χαρακτήρος») του τίτλου ΙΙ («Εφαρμογή της μεταβατικής φάσεως») της συμφωνίας και ορίζει ότι: «Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 52 μέχρι και 56 και 58 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητος για την κατάργηση μεταξύ τους των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως» (5).
3 Το πρόσθετο πρωτόκολλο - με το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη θέσπισαν τους όρους, τον τρόπο και τον ρυθμό εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπει η συμφωνία (βλ. σημείο 2 ανωτέρω) και που αντικατέστησε τα πρωτόκολλα τα οποία είχαν επισυναφθεί στην αρχική συμφωνία - εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (6). Σύμφωνα με τα άρθρα του 62 και 63, παράγραφος 2, το πρόσθετο πρωτόκολλο αποτελεί, μαζί με τα παραρτήματά του, αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1973 (δηλαδή την ημέρα προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα).
Το άρθρο 41 του προσθέτου πρωτοκόλλου, δηλαδή η δεύτερη κοινοτική διάταξη που επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΙΙ («Δικαίωμα εγκαταστάσεως, υπηρεσίες και μεταφορές») και έχει ως εξής:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιβάλλουν μεταξύ τους νέους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
2. Το Συμβούλιο Συνδέσεως ορίζει, σύμφωνα με τις αρχές των άρθρων 13 και 14 της Συμφωνίας Συνδέσεως, τον ρυθμό και τον τρόπο κατά τον οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη καταργούν προοδευτικά μεταξύ τους τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
Το Συμβούλιο Συνδέσεως ορίζει τον ρυθμό και τον τρόπο αυτό για τις διάφορες κατηγορίες δραστηριοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη ανάλογες διατάξεις που έχουν ήδη θεσπιστεί από την Κοινότητα στους τομείς αυτούς, καθώς και την ειδική κατάσταση της Τουρκίας στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα. Δίδεται προτεραιότητα στις δραστηριότητες που συμβάλλουν ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της παραγωγής και των συναλλαγών» (7).
Το Συμβούλιο Συνδέσεως δεν έλαβε μέχρι τώρα κανένα μέτρο βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 2, του προσθέτου πρωτοκόλλου.
4 Λαβή για την παρούσα υπόθεση έδωσε η αίτηση του Α. Savas, Τούρκου υπηκόου, ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του High Court of Justice προκειμένου αυτό να ασκήσει τον έλεγχό του επί: i) του μέτρου με το οποίο ο Secretary of State for the Home Department (στο εξής: SSHD) αρνήθηκε να χορηγήσει στον αιτούντα άδεια διαμονής ελεύθερου επαγγελματία στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και ii) την απόφαση να θέσει σε εφαρμογή μέτρα απελάσεως ληφθέντα κατά του Α. Savas και της συζύγου του.
5 Το ζεύγος Α. Savas εισήλθαν στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 22 Δεκεμβρίου 1984 με κανονική θεώρηση εισόδου ως τουρίστες για περίοδο ενός μήνα και υπό τον ρητό όρο ότι δεν θα αναλάβουν μισθωτή εργασία και δεν θα ασκήσουν ελευθέριο επάγγελμα. Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι γνωστό ποιο επάγγελμα ασκούσαν το ζεύγος Α. Savas ούτε ποια μέσα διέθεταν από τις 21 Ιανουαρίου 1985, ημερομηνία λήξεως της ισχύος της θεωρήσεως εισόδου τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, έως την έναρξη λειτουργίας της επιχειρήσεως κατασκευής υποκαμίσων από τον Α. Savas τον Νοέμβριο του 1989. Το ζεύγος Α. Savas επιδίωξε για πρώτη φορά να τακτοποιήσει τη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1991. Με επιστολές της 31ης Ιανουαρίου και 29ης Μαου 1991, που απέστειλαν στο Immigration and Nationality Department of the Home Office (στο εξής: IND) μέσω των δικηγόρων τους, ζήτησαν να τους δοθεί άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει των συναφών διατάξεων του εθνικού δικαίου. Την 1η Ιουλίου 1991 το IND ζήτησε από το ζεύγος Α. Savas πληροφορίες ως προς την οικονομική τους κατάσταση. Ωστόσο, λόγω της δυσλειτουργίας των υπηρεσιών του, το IND δεν εξέτασε εντός των προθεσμιών τα έγγραφα τα οποία το ζεύγος Α. Savas είχε υποβάλει εν συνεχεία. Αφού ο Α. Savas άρχισε να λειτουργεί ταχυεστιατόριο τον Δεκέμβριο του 1992, το IND απάντησε, στις 21 Ιουλίου 1993, επικοινωνώντας με τους δικηγόρους του ζεύγους Α. Savas, οι οποίοι επανειλημμένως είχαν υποβάλει περαιτέρω πληροφορίες κατόπιν αιτήσεων του IND και του SSHD.
6 Στις 21 Μαρτίου 1994, το SSHD αρνήθηκε να χορηγήσει την άδεια που ζήτησε το ζεύγος Α. Savas και τους κοινοποίησε απόφαση περί απελάσεως. Ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, ο SSHD εξέτασε την αίτηση του ζεύγους Α. Savas βάσει του γνωστού ως καθεστώτος «αδείας μακράς διαρκείας» (long residence concession), σύμφωνα με το οποίο το πρόσωπο το οποίο έχει συμπληρώσει δεκαετή ή μεγαλύτερη συνεχή - νόμιμη ή όχι - διαμονή μπορεί να λάβει άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον SSHD, το ζεύγος Α. Savas δεν πληρούσε κανένα από τα κριτήρια αυτά και δεν μπορούσε να προβάλει καμία άλλη περίσταση που να αιτιολογεί την εκ μέρους του Secretary of State άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ αυτών, όπως η ύπαρξη ειδικών σχέσεων με τη χώρα υποδοχής ή ενδεχομένως για ανθρωπιστικούς λόγους.
Η προσφυγή που άσκησε το ζεύγος Α. Savas κατά της αποφάσεως περί απελάσεως απορρίφθηκε με απόφαση του Immigration Adjudicator της 13ης Δεκεμβρίου 1994. Η μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο Α. Savas, με την οποία ζήτησε να του επιτραπεί να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Immigration Appeal Tribunal, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Στο μεταξύ, τον Σεπτέμβριο του 1994, ο Α. Savas άνοιξε δεύτερο ταχυεστιατόριο. Στις 31 Αυγούστου 1995, δύο αποφάσεις περί απελάσεως κοινοποιήθηκαν στο ζεύγος Α. Savas, με αποτέλεσμα, εφόσον αυτές οι αποφάσεις περί απελάσεως εφαρμοστούν, το ζεύγος Α. Savas δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο επί τρία τουλάχιστον έτη (εκτός αν η απόφαση περί απελάσεως ανακληθεί για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους).
7 Στις 30 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, οι δικηγόροι του Α. Savas επικαλέστηκαν για πρώτη φορά το άρθρο 41 του προσθέτου πρωτοκόλλου προς στήριξη της αιτήσεώς τους για την άδεια διαμονής. Προέβαλαν ότι η διάταξη αυτή, η οποία είχε άμεσο αποτέλεσμα, εμπόδιζε το Ηνωμένο Βασίλειο να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα των Τούρκων υπηκόων να εγκαθίστανται στο έδαφός του, πλην εκείνων οι οποίοι ίσχυαν ήδη την 1η Ιανουαρίου 1973, ημερομηνία προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα, και οι οποίοι περιλαμβάνονταν στο HC 510, την εθνική διάταξη η οποία, κατά την ημερομηνία αυτή, ρύθμιζε τον έλεγχο της μεταναστεύσεως μετά την είσοδο του αλλοδαπού στο εθνικό έδαφος (8). Την 1η Μαου 1996 ο SSHD εξέδωσε την απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε η παρούσα προσφυγή. Από την επίδικη διάταξη προκύπτει ότι η ερμηνεία του άρθρου 41 που προτείνει ο Α. Savas δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του, έστω και αν η ερμηνεία αυτή θεωρηθεί ορθή. Πράγματι, όταν υπέβαλε την αίτησή του για την άδεια διαμονής ως επιχειρηματίας, ο ενδιαφερόμενος δεν είχε πλέον καμία έγκυρη άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να θεμελιώσει κανένα δικαίωμα βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως του HC 510.
8 Ο Α. Savas προέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι το άρθρο 41 του πρόσθετου πρωτοκόλλου επέβαλλε στον SSHD να εξετάσει την αίτησή του βάσει του άρθρου 21 του HC 510, το οποίο εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα τα οποία γίνονται δεκτά στο Ηνωμένο Βασίλειο ως επισκέπτες, ανεξάρτητα από την ημέρα εισόδου τους και την κατάστασή τους εν όψει της μεταναστεύσεως κατά την υποβολή της αιτήσεως. Επικουρικώς, ο Α. Savas υποστήριξε ότι, ακόμα και αν ο κανόνας εσωτερικού δικαίου θεωρηθεί ότι δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του, έπρεπε να εξεταστεί η αίτηση για την άδεια διαμονής που είχε υποβάλει βάσει του προοιμίου και του άρθρου 13 της συμφωνίας, καθώς και του προαναφερθέντος άρθρου 41. Μια τέτοια εξέταση θα είχε κατ' ανάγκη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, η απέλαση αποτελούσε κύρωση δυσανάλογη σε σχέση με τη διαπραχθείσα εν προκειμένω παράβαση των εθνικών διατάξεων που έχουν εφαρμογή στον τομέα της μεταναστεύσεως.
9 Από την πλευρά του το SSHD ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της συμφωνίας από πρόσωπο το οποίο δεν διαμένει νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους ή στο οποίο το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους δεν επέτρεψε άλλως να υποβάλει αίτηση εισόδου στο έδαφός του. Εξάλλου, σε κανένα πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στην κατάσταση του Α. Savas δεν επιτρέπεται, εν πάση περιπτώσει, να επικαλείται την εν λόγω συμφωνία, αν ληφθεί υπόψη η διάταξη του άρθρου 41 του προσθέτου πρωτοκόλλου. Πράγματι, η διάταξη αυτή στερείται αμέσου αποτελέσματος και δεν μπορεί να επιβάλλει στο Ηνωμένο Βασίλειο να εφαρμόσει τους κανόνες περί εγκαταστάσεως των Τούρκων υπηκόων που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1973. Το SSHD προβάλλει, επικουρικώς, ότι η αίτηση που υπέβαλε ο Α. Savas δεν είναι βάσιμη. Η διάταξη της παραγράφου 21 του HC 510 έχει εφαρμογή μόνο σε εκείνους οι οποίοι, κατά την υποβολή της αιτήσεώς τους, διαμένουν νομίμως στο Ηνωμένο Βασίλειο με τουριστική θεώρηση εισόδου. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του HC 510, η μη τήρηση της προθεσμίας που αναφέρεται στη θεώρηση εισόδου αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, εμπόδιο στη δυνατότητα για τον αιτούντα να επιτύχει τροποποίηση της αρχικής άδειας διαμονής (9). Τέλος, αποκλείεται η απέλαση να αποτελεί δυσανάλογη κύρωση για αλλοδαπό ο οποίος υπερέβη κατά πολύ τις προθεσμίες που προβλέπει η άδεια διαμονής για περίπτωση όπως αυτή του Α. Savas.
ΙΙ - Νομική ανάλυση
10 Θεωρώ σκόπιμο να αρχίσω την εξέταση της παρούσας υποθέσεως, όπως προτείνει η Επιτροπή, από το δεύτερο των προδικαστικών ερωτημάτων με τα οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν το άρθρο 13 της Συμφωνίας και το άρθρο 41 του προσθέτου πρωτοκόλλου έχουν ενδεχομένως άμεσο αποτέλεσμα. Πράγματι, είναι προφανές ότι η αίτηση που υπέβαλε ο Α. Savas θα πρέπει ασφαλώς να απορριφθεί αν οι διατάξεις που επικαλείται ενώπιόν του High Court of Justice δεν προορίζονται ή, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι τέτοιας φύσεως που να ρυθμίζουν ευθέως την κατάσταση των ιδιωτών. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, διάταξη περιεχόμενη σε συμφωνία συναφθείσα από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι έχει απευθείας εφαρμογή όταν, εν όψει του γράμματός της, του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης (10).
11 Πρώτον, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής και όλων των κυβερνήσεων που παρενέβησαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 13 της Συμφωνίας (βλ. σημείο 2 ανωτέρω) έχει ουσιωδώς προγραμματικό χαρακτήρα. Πράγματι, το άρθρο αυτό περιορίζεται στην υπόμνηση των αρχών από τις οποίες η Τουρκική Δημοκρατία, τα κράτη μέλη και η Κοινότητα συμφώνησαν να εμπνέονται για τη σταδιακή και αμοιβαία πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως των κοινοτικών και Τούρκων υπηκόων. Δεν είναι τυχαίο ότι το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Demirel, ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 της Συμφωνίας - περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και των οποίων το κείμενο έχει ακριβώς ως πρότυπο τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 13 (βλ. υποσημείωση 17 κατωτέρω) - δεν αποτελούν κανόνες κοινοτικού δικαίου που έχουν απευθείας εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών (11).
12 Όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 41 του προσθέτου πρωτοκόλλου, η διάταξη της παραγράφου 2 της μνημονευθείσας διατάξεως ενέχει, ωσαύτως, απλώς προγραμματικό χαρακτήρα, εφόσον περιορίζεται να προβλέπει τις εξουσίες του Συμβουλίου Συνδέσεως προκειμένου να καθορίσει, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 13 της Συμφωνίας και για κάθε κατηγορία δραστηριοτήτων, τον ρυθμό και τις λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη καταργούν σταδιακά μεταξύ τους τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως. Εξάλλου, η διάταξη αυτή δεν προβλέπει καμία προθεσμία για την εκ μέρους του Συμβουλίου Συνδέσεως άσκηση της εξουσίας αυτής (12).
Αντιθέτως, το προαναφερθέν άρθρο 41, παράγραφος 1 (βλ. σημείο 3 ανωτέρω), συνιστά ρήτρα standstill (η οποία ισχύει επίσης στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών), καθόλα ανάλογη προς εκείνη του άρθρου 53 της Συνθήκης, που περιλαμβανόταν (πριν από την κατάργησή του από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ) στο κεφάλαιο ΙΙ του τίτλου ΙΙΙ, περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως. Σχετικά με το τελευταίο αυτό άρθρο, το Δικαστήριο, με την απόφαση Costa, έκρινε ότι «η κατά τον τρόπο αυτό αναληφθείσα υποχρέωση των κρατών μελών αναλύεται νομικά σε μία απλή υποχρέωση αποχής από ενέργεια· δεν υπόκειται σε καμία αίρεση, η δε εκτέλεσή της ή η επέλευση των αποτελεσμάτων της δεν εξαρτάται από πράξη ούτε των κρατών μελών ούτε της Επιτροπής. Πρόκειται, επομένως, για υποχρέωση πλήρη, νομικώς, και, κατά συνέπεια, ικανή να επάγεται άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των πολιτών τους. Αυτή η τόσο ρητώς διατυπωμένη απαγόρευση, η οποία τέθηκε σε ισχύ μαζί με τη Συνθήκη στο σύνολο της Κοινότητας και, ως εκ τούτου, ενσωματώθηκε στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαίου τους και αφορά άμεσα τους υπηκόους τους, υπέρ των οποίων γεννά προσωπικά δικαιώματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίσουν» (13). Κατά την άποψή μου, ανάλογες σκέψεις επιβάλλονται σχετικά με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου. Πράγματι, το άρθρο αυτό προβλέπει επίσης μια σαφή και ακριβή υποχρέωση αποτελέσματος. Λόγω της φύσεως της διατάξεως αυτής, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να την επικαλείται ενώπιον των εθνικών δικαιοδοτικών αρχών προκειμένου να κριθούν παράνομα και, κατά συνέπεια, ανεφάρμοστα τα μέτρα τα οποία ενδεχομένως θέσπισε κράτος μέλος, επιβάλλοντας στην εγκατάσταση Τούρκων υπηκόων στο έδαφός του και άλλους περιορισμούς πλην εκείνων που υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 1973 (14).
13 Η διαπίστωση ότι το προαναφερθέν άρθρο 41, παράγραφος 1, μπορεί να ρυθμίσει απευθείας την κατάσταση των ιδιωτών δεν φαίνεται εξάλλου να αναιρείται από την εξέταση του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας στην οποία περιλαμβανεται η διάταξη αυτή. Πράγματι, με τη συμφωνία συνιστάται σύνδεση η οποία έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών - περιλαμβανομένου και του τομέα της αυτοτελούς απασχολήσεως, με τη σταδιακή εξάλειψη των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως - με σκοπό την ανύψωση του επιπέδου απασχολήσεως και των όρων διαβιώσεως του τουρκικού λαού, προκειμένου να διευκολυνθεί μεταγενέστερα η προσχώρηση της Τουρκίας στην Κοινότητα (βλ. σημείο 2 ανωτέρω). Εξάλλου, το γεγονός ότι η συμφωνία αποσκοπεί κυρίως στην προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως της Τουρκίας και, επομένως, συνεπάγεται μια ανισορροπία στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Κοινότητα έναντι της τρίτης ενδιαφερόμενης χώρας δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να εμποδίζει την απευθείας εφαρμογή των διατάξεών της (15). Κατά συνέπεια, όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, καταλήγω στο ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου - κατ' αντίθεση προς το άρθρο 13 της συμφωνίας - θέτει, όπως φαίνεται, επαρκώς σαφή και ανεπιφύλακτο κανόνα ώστε να μπορεί να εφαρμόζεται απευθείας από τον εθνικό δικαστή στο μέτρο που είναι τέτοιας φύσεως ώστε να ρυθμίζει την έννομη κατάσταση ενός ιδιώτη.
14 Θα εξετάσω τώρα το πρώτο και το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το High Court of Justice, των οποίων τα κείμενα παρατίθενται ανωτέρω (βλ. σημείο 1). Θα ήθελα να προτείνω στο Δικαστήριο να τα εξετάσει από κοινού. Τα ερωτήματα αυτά επιβάλλουν να ορισθεί το περιεχόμενο των δικαιωμάτων τα οποία ένα πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή του Α. Savas μπορεί νομίμως να επικαλεστεί βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου. Σύμφωνα με τον αιτούντα, η προαναφερθείσα διάταξη παραπέμπει συνολικά στους κανόνες που επιβάλλει το άρθρο 52 της Συνθήκης, όπως αυτοί διασαφηνίστηκαν εν συνεχεία από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Αυτό που θέλει να προβάλει ο Α. Savas είναι, νομίζω, ότι η κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων εξομοιώνεται πλήρως με εκείνη των κοινοτικών υπηκόων, όσον αφορά το ευεργέτημα της ελευθερίας εγκαταστάσεως στα κράτη μέλη και τους κανόνες που διέπουν την εθνική μεταχείριση. Εφόσον δε η άσκηση της ελευθερίας για την οποία γίνεται λόγος στην παρούσα υπόθεση προϋποθέτει κατ' ανάγκη το δικαίωμα διαμονής του Τούρκου διακινούμενου εργαζομένου στο έδαφος της χώρας εγκαταστάσεως (16), ο αιτών προβάλλει ότι δεν είναι δυνατό (τούτο δε ισχύει έμμεσα και για τη σύζυγό του) να αποτελέσει αντικείμενο μέτρων απελάσεως, έστω και αν τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται - όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση - από τη μη τήρηση τόσο των προθεσμιών ισχύος της θεωρήσεως εισόδου όσο και της απαγορεύσεως ασκήσεως επαγγέλματος με την οποία συνοδευόταν η θεώρηση αυτή. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο και τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
15 Ωστόσο, τα επιχειρήματα που επικαλείται ο Α. Savas δεν με πείθουν. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου δεν παρέχει ευθέως στους Τούρκους υπηκόους πλήρες και ανεπιφύλακτο δικαίωμα προσβάσεως σε μη μισθωτές δραστηριότητες και στην άσκηση τέτοιων δραστηριοτήτων ούτε συστάσεως και διαχειρίσεως επιχειρήσεων στις χώρες μέλη, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία του κράτους υποδοχής για τους ημεδαπούς. Είναι γεγονός ότι, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας, δεν υπάρχει καμία που να αντιστοιχεί σε εκείνη του άρθρου 52 του συστήματος που θεσπίζει η Συνθήκη. Είναι αληθές ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύθηκαν να πραγματοποιήσουν μεταξύ τους την ελευθερία εγκαταστάσεως, εμπνεόμενα προς τούτο από τις συναφείς διατάξεις της Συνθήκης. Ωστόσο, το Συμβούλιο Συνδέσεως παρέλειψε, κατ' αντίθεση προς ό,τι συνέβη στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (17), να αποφασίσει σχετικά με τους ρυθμούς και τις λεπτομέρειες της σταδιακής καταργήσεως των περιορισμών της εν λόγω ελευθερίας όπως προβλέπονται, κατ' εφαρμογήν της προγραμματικής διατάξεως που περιλαμβάνεται στη συμφωνία (βλ. άρθρο 41, παράγραφος 2, του πρόσθετου πρωτοκόλλου). Η διάταξη αμέσου αποτελέσματος που περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν άρθρο 41, παράγραφος 1, δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να αποτελέσει νομική βάση στο αίτημα του Α. Savas, κατά το οποίο η μεταχείριση των Τούρκων επαγγελματιών και επιχειρηματιών θα έπρεπε να είναι πλήρως προσαρμοσμένη προς τις αρχές που θέσπισε η Συνθήκη όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως.
16 Επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το εξής σημείο: μολονότι, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους διακινούμενους Τούρκους εργαζομένους πρέπει, κατ' εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου, να εμπνέεται στο μέτρο του δυνατού από τις αρχές που καθιερώθηκαν με τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης, μόνον οι εργαζόμενοι οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η απόφαση 1/80 απολαύουν τέτοιων ευεργετικών διατάξεων και, επομένως, δικαιωμάτων κατά τα πρότυπα αυτών που καθιέρωσε η Συνθήκη (δηλαδή, έχουν ενταχθεί νομίμως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής και έχουν νομίμως απασχοληθεί στο κράτος αυτό) (18). Συναφώς, το Δικαστήριο διασαφήνισε ότι, «σε αντίθεση με τους υπηκόους των κρατών μελών, οι Τούρκοι εργαζόμενοι δεν έχουν το δικαίωμα να κυκλοφορούν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας, αλλά έχουν μόνον ορισμένα δικαιώματα στο κράτος μέλος υποδοχής, στο έδαφος του οποίου εισήλθαν και εργάστηκαν νομίμως κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου» (19). Με άλλα λόγια, δεν αμφισβητείται ότι, χάρη στη συμφωνία, η κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων είναι ασφαλώς διαφορετική από εκείνη των υπηκόων άλλων τρίτων κρατών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ωστόσο ότι, στον τομέα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η Συμφωνία θέλησε να την εξομοιώσει προς εκείνη των κοινοτικών εργαζομένων· τούτο δε, ειδικότερα, για τον σκοπό εισόδου τους στο έδαφος κράτους μέλους και του δικαιώματος διαμονής, ανανεώσεως της ισχύος της άδειας εργασίας και της ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα (20). Τούτο είναι ακόμη περισσότερο αληθές αφού το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ότι οι διατάξεις περί της συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν τόσο την είσοδο στην επικράτειά τους των Τούρκων υπηκόων όσο και τις προϋποθέσεις της πρώτης τους απασχολήσεως (21).
Όμως, αυτό που προέχει για τις παρούσες προτάσεις είναι ότι η αρχή της μη εξομοιώσεως η οποία ισχύει για τους Τούρκους εργαζομένους πρέπει κατά μείζονα λόγο να εφαρμόζεται, για τους προαναφερθέντες λόγους (βλ. σημείο 15), στους Τούρκους υπηκόους οι οποίοι επιθυμούν να μεταναστεύσουν εντός της Κοινότητας για να ασκήσουν εντός αυτής δραστηριότητες ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου προστατεύει ασφαλώς, με το άμεσο αποτέλεσμά του, τον Τούρκο διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος ασκεί δραστηριότητα ελεύθερου επαγγελματία. Τούτο δε αποκλειστικά υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, ενδεχόμενους νέους περιορισμούς εξαρτώντας την εγκατάσταση των επαγγελματιών και επιχειρηματιών από κανονιστική ρύθμιση λιγότερο ευνοϋκή απ' ό,τι η προηγουμένως προβλεπόμενη μεταχείριση. Με τη συμφωνία και το πρόσθετο πρωτόκολλο, συνεπώς, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μετέβαλαν τους περιορισμούς στην εν λόγω ελευθερία που υπήρχαν ήδη την 1η Ιανουαρίου 1973 (με εξαίρεση τις ενδεχόμενες παρεμβολές στον τομέα αυτόν της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 9 της Συμφωνίας· βλ. κατωτέρω, σημεία 18 έως 20). Επαναλαμβάνω, περιορίστηκαν στη δέσμευση της σταδιακής καταργήσεώς τους. Ωστόσο, η δέσμευση αυτή δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Κατά την άποψή μου, συνεπώς, τα κράτη μέλη διατήρησαν, στον τομέα της εγκαταστάσεως, μια ουσιαστικά άνευ όρων εξουσία να ρυθμίζουν την είσοδο και τη διαμονή των Τούρκων υπηκόων στην επικράτειά τους, τις λεπτομέρειες εντάξεώς τους στην εθνική αγορά εργασίας (βλ. υποσημείωση 22 ανωτέρω), καθώς και την κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων που έχουν ήδη ενταχθεί νομίμως στην αγορά αυτή ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή επιχειρηματίες. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο ότι ο Α. Savas δεν μπορεί να επικαλείται την αμέσου αποτελέσματος διάταξη του άρθρου 41, παράγραφος 1, του πρόσθετου πρωτοκόλλου, για να θεμελιώσει τα δικαιώματα που προβάλλει στον τομέα της εγκαταστάσεως (και διαμονής, που προφανώς είναι παρακολουθηματική της πρώτης) στη βρετανική επικράτεια.
17 Η Επιτροπή προβάλλει ότι οποιοσδήποτε βρίσκεται στην κατάσταση του αιτούντος δεν μπορεί να προβάλει κανένα δικαίωμα δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 41, παράγραφος 1, έστω και αν η παρουσία του εντός του κράτους μέλους υποδοχής είναι νόμιμη κατά το εθνικό δίκαιο. Συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Πράγματι, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα που διατύπωσαν ομοφώνως επί του σημείου αυτού οι εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση. Κατ' αυτές, το ότι ένας Τούρκος εργαζόμενος διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει νόμιμου τίτλου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του νομίμου χαρακτήρα της απασχολήσεως για την οποία πρόκειται, από την οποία εξαρτάται για τον Τούρκο διακινούμενο εργαζόμενο η δυνατότητα απολαύσεως των ειδικών δικαιωμάτων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 (22). Αλλά ιδέες του είδους αυτού ισχύουν μόνο στην περίπτωση της μισθωτής εργασίας. Ως γνωστόν, όμως, το Συμβούλιο Συνδέσεως δεν έθεσε σε εφαρμογή όλες τις διατάξεις της συμφωνίας περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως: εν όψει της αδρανείας αυτής, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να μεταφερθεί στην περίπτωση του αυτοτελώς εργαζομένου η αρχή, γύρω από την οποία επικεντρώνονται οι κανόνες οι οποίοι έχουν εφαρμογή στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο σύστημα της συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, σύμφωνα με την οποία αρχή ο νόμιμος χαρακτήρας της εργασίας του διακινουμένου εργαζομένου εντός της χώρας υποδοχής έχει ως συνέπεια ότι του αναγνωρίζονται ανεπιφύλακτα συγκεκριμένα δικαιώματα τα οποία είναι άξια προστασίας. Προς καλύτερη διευκρίνιση, το αποτέλεσμα της ερμηνείας του άρθρου 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου, την οποία προτείνω στο Δικαστήριο, δεν θα ήταν κατά πάσα λογική διαφορετική αν το ζεύγος Α. Savas είχε ζητήσει από τις βρετανικές αρχές την άδεια διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από τη λήξη της ισχύος της θεωρήσεως εισόδου τους, κατά την περίοδο κατά την οποία νομίμως είχαν το δικαίωμα διαμονής.
18 Τούτου δοθέντος, ας μου επιτραπεί να προσθέσω, για να είμαι πλήρης επί του σημείου αυτού, μερικές σκέψεις επί μιας πτυχής της παρούσας υποθέσεως η οποία δεν μας έχει απασχολήσει μέχρι τώρα. Μπορεί ένα πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με αυτή του αιτούντος να επικαλεστεί τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, που διαλαμβάνει το άρθρο 9 της Συμφωνίας, προκειμένου να προβάλει το δικαίωμά του να εγκατασταθεί και να διαμένει στη χώρα υποδοχής, χωρίς πράγματι να έχει ανάγκη την ατομική άδεια που εκδίδει ο SSHD σύμφωνα με το σημείο 21 του HC 510; Το άρθρο 9 το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙ της Συμφωνίας (με επικεφαλίδα «Εφαρμογή της μεταβατικής φάσεως») ορίζει ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας και υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων, οι οποίες θα ηδύναντο να θεσπισθούν σύμφωνα με το άρθρο 8, κάθε διάκριση που βασίζεται στην ιθαγένεια απαγορεύεται, σύμφωνα με την αρχή η οποία εκτίθεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας» (που κατέστη το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ και εν συνεχεία, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12 ΕΚ) (23).
Εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να γίνει η σκέψη ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις είναι δυνατό να έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, αυτό δε για πολλούς λόγους. Πρώτον, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διαλαμβάνει γενικώς η Συμφωνία επέχει θέση μέσου προς επίτευξη ενός αποτελέσματος και όχι ουσιαστικού κανόνα. Επομένως, μόνον σε σχέση με την εφαρμογή, εκ μέρους των κρατών μελών, άλλων κανονιστικών διατάξεων σε καταστάσεις προβλεπόμενες και ρυθμιζόμενες από συμβάσεις που το προαναφερθέν άρθρο 9 τους επιβάλλει την υποχρέωση να μην αντιμετωπίζουν διαφορετικά, ελλείψει λογικής και πρόσφορης αιτιολογίας, τους υπηκόους τους και τους Τούρκους υπηκόους οι οποίοι διαμένουν στην επικράτεια του ενδιαφερομένου κράτους. Εξάλλου, η ελευθερία εγκαταστάσεως για την οποία γίνεται λόγος στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει σε τομείς που καλύπτονται από τη Συμφωνία (24). Τέλος, επιβάλλεται να ερμηνευθεί το άρθρο 21 του HC 510, το οποίο επανειλημμένως αναφέρθηκε, υπό την έννοια ότι από διοικητική άδεια του SSHD εξαρτά μόνον την εγκατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, προσώπων που έχουν την ιθαγένεια τρίτης χώρας, τα οποία εισήλθαν στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους με τουριστική θεώρηση (25). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο φαίνεται ότι η κατάσταση του Α. Savas εμπίπτει στη σφαίρα στην οποία η προαναφερθείσα υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να λειτουργήσει απευθείας. Τα δικαιώματα εγκαταστάσεως και διαμονής που επικαλείται προκύπτουν από τη συνδυασμένη εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της βρετανικής κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα της μεταναστεύσεως η οποία φαίνεται να επιτρέπει στους Βρετανούς και κοινοτικούς υπηκόους να δημιουργούν και να διαχειρίζονται επιχειρήσεις χωρίς να χρειάζονται ειδική αστυνομική άδεια. Κατά συνέπεια, αρκεί να αναγνωριστεί ότι το άρθρο 9 της Συμφωνίας έχει απευθείας εφαρμογή για να έχει τη δυνατότητα ο αιτών να επιτύχει πραγματική έννομη προστασία, στον βαθμό που από τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο προκύπτει προφανής δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας εις βάρος των Τούρκων υπηκόων (26).
Το ότι ούτε ο Α. Savas ούτε το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκαν στη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 9 δεν αποκλείει την εξέταση της διακρίσεως, όπως έπραξα ανωτέρω θέτοντας τούτο ως υπόθεση εργασίας. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να λαμβάνει υπόψη και άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πλην εκείνων στις οποίες αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, οι οποίες όμως φαίνεται ότι ασκούν επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (27).
19 Στις πρόσθετες προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Sόrόl (28), μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, εξήγησα ότι η διάταξη του άρθρου 9 της Συμφωνίας έχει άμεσο αποτέλεσμα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών (29). Πρότεινα να ερμηνευθεί το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με τα άρθρα 37 και 39 του πρόσθετου πρωτοκόλλου (30), υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλουν σε Τούρκο υπήκοο που τελεί σε κατάσταση παρόμοια με της Sόrόl (31) την υποχρέωση κατοχής ειδικής άδειας παραμονής, η οποία παρέχει στον κάτοχό της τη δυνατότητα σταθερής διαμονής στο εθνικό έδαφος, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση οικογενειακής παροχής, όπως το επίδομα και το πρόσθετο επίδομα συντηρουμένου τέκνου, το οποίο προβλέπει η γερμανική νομοθεσία, ενώ τέτοιο έγγραφο δεν απαιτείται από τους ημεδαπούς που κατοικούν στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους (32).
20 Αντίθετα προς ό,τι συνέβη στην υπόθεση Sόrόl, θεωρώ ωστόσο ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι από την εφαρμογή της γενικής απαγορεύσεως της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, που κατά τη Συμφωνία οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη και η Τουρκία, προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του Α. Savas να του χορηγηθεί η αναγκαία άδεια διαμονής ως να επρόκειτο για Βρετανό υπήκοο ή, εν πάση περιπτώσει, κοινοτικό. Με τα προεκτεθέντα δεν προβάλλω τον ισχυρισμό ότι τα δικαιώματα εγκαταστάσεως και διαμονής δεν μπορούν, αφηρημένα, να εμπίπτουν στη σφαίρα εφαρμογής αυτής της απαγορεύσεως με βάση την ιθαγένεια. Ωστόσο, δέχομαι ότι, εξετάζοντας το ζήτημα αν η διαφορετική μεταχείριση που η βρετανική νομοθεσία επιφυλάσσει σε όσους βρίσκονται στην κατάσταση του αιτούντος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί «δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας» κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 της Συμφωνίας, πρέπει να μη λησμονείται η θεμελιώδης αρχή την οποία επανειλημμένως υπέμνησα ήδη (33): η περίπλοκη θέση που η Συμφωνία παρέχει στους Τούρκους υπηκόους δεν μπορεί, γενικά, να θεωρηθεί ισοδύναμη με εκείνη που απολαύουν οι κοινοτικοί υπήκοοι δυνάμει της Συνθήκης. Για να μπορούν τα κράτη μέλη να διατηρήσουν τον έλεγχο εισόδου των μεταναστευτικών ρευμάτων στην επικράτειά τους, οι προϋποθέσεις εισόδου των διακινούμενων Τούρκων εργαζομένων καθορίζονται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο και η δυνατότητα για τους ενδιαφερομένους να λάβουν άδεια εργασίας εξαρτάται αποκλειστικά από τον νόμιμο χαρακτήρα της καταστάσεώς τους υπό την έποψη του δικαιώματος διαμονής. Πρόκειται για κριτήριο που διαμόρφωσε το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 (βλ. υποσημείωση 19 ανωτέρω), το οποίο όμως δεν μπορεί να εφαρμοστεί και στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Πράγματι, όπως ορθώς παρατήρησαν οι βρετανικές αρχές, στο πλαίσιο του καθεστώτος συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, τα δικαιώματα που παρέχονται στους Τούρκους υπηκόους έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν τη μεταγενέστερη ένταξη στο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο του κράτους μέλους υποδοχής των διακινουμένων εργαζομένων οι οποίοι βρίσκονται ήδη στην επικράτειά του ως εργαζόμενοι (μισθωτοί ή αυτοτελώς απασχολούμενοι) ή των μελών της οικογενείας των εργαζομένων αυτών (34). Αυτό δεν συμβαίνει προφανώς στην περίπτωση του αιτούντος ο οποίος προτίμησε να εγκατασταθεί de facto και κρυφίως και να ζητήσει εν συνεχεία τη νομιμοποίηση της καταστάσεώς του βάσει τετελεσμένων γεγονότων. Κατ' εμέ, συνεπώς, επιβάλλεται να αποκλειστεί το ότι Τούρκος υπήκοος στον οποίο, όπως στον Α. Savas, επετράπη να εισέλθει και να διαμείνει για σύντομη περίοδο στην επικράτεια κράτους μέλους, ως επισκέπτης, υπό την επιφύλαξη της απόλυτης απαγορεύσεως ασκήσεως επαγγέλματος, και, αντιθέτως, κατέληξε να παραμείνει στο εν λόγω κράτος μέλος παρανόμως επί μεγάλο χρονικό διάστημα και να δημιουργήσει και να διαχειρίζεται εκεί επιχειρήσεις, μπορεί να επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 9 της Συμφωνίας, προκειμένου να του αναγνωριστεί το δικαίωμα εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος χωρίς προηγούμενη άδεια του τμήματος αλλοδαπών όπως επιβάλλει το εθνικό δίκαιο.
21 Τέλος, δεν χρειάζεται καν να παρατηρήσω ότι η εξέταση των λοιπών προδικαστικών ερωτημάτων παρέλκει, δεδομένου ότι προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.
ΙΙΙ - Πρόταση
Εν όψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice (England and Wales), Queen's Bench Division:
«Το άρθρο 13 της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, που υπέγραψαν στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα, αφενός, η Δημοκρατία της Τουρκίας, και, αφετέρου, τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και η Κοινότητα, δεν συνιστά διάταξη αμέσου αποτελέσματος στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών. Από το άρθρο 41, παράγραφος 1, του προσθέτου πρωτοκόλλου που υπέγραψαν τα συμβαλλόμενα μέρη στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και προσαρτήθηκε στην εν λόγω Συμφωνία, προκύπτει σαφής, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση δεσμεύουσα τα κράτη μέλη να μη θεσπίσουν άλλους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως των Τούρκων υπηκόων πλην εκείνων που υπήρχαν ήδη κατά την 1η Ιανουαρίου 1973. Το προαναφερθέν άρθρο 41, παράγραφος 1, δεν παρέχει ούτε δικαίωμα εγκαταστάσεως ούτε δικαίωμα διαμονής σε Τούρκο υπήκοο, ο οποίος παρέμεινε στην επικράτεια κράτους μέλους μετά τη λήξη της ισχύος της νόμιμης θεωρήσεως εισόδου, κατά παράβαση των εθνικών διατάξεων περί μεταναστεύσεως του εν λόγω κράτους μέλους, και άσκησε εκεί δραστηριότητα ως αυτοτελώς απασχολούμενος. Συνεπώς, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, η εν λόγω διάταξη δεν εμποδίζει τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να αρνηθούν, βάσει της συναφούς νομοθεσίας που είχε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1973, να επιτρέψουν σε διακινούμενο Τούρκο εργαζόμενο να παραμείνει στην επικράτεια του κράτους αυτού.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48.
(2) - Βλ. προοίμιο και άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας (η υπογράμμιση δική μου).
(3) - Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 15).
(4) - Βλ. απόφαση 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την εφαρμογή της οριστικής φάσης της τελωνειακής ένωσης (ΕΕ 1996, L 35, σ. 1).
(5) - Το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, το άρθρο 43 ΕΚ· το άρθρο 53 της Συνθήκης ΕΚ καταργήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ· το άρθρο 54 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, το άρθρο 44 ΕΚ· το άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη το άρθρο 45 ΕΚ· το άρθρο 56 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, το άρθρο 46 ΕΚ, και το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη το άρθρο 48 ΕΚ.
(6) - ΕΕ L 293, σ. 1.
(7) - Το κείμενο του άρθρου 13 της εν λόγω συμφωνίας παρατίθεται ανωτέρω, σημείο 2. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 14, «τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 55, 56 και 58 μέχρι και 65 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για την κατάργηση μεταξύ τους των περιορισμών στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών». Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, το άρθρο 49 ΕΚ· το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη το άρθρο 50 ΕΚ· το άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, το άρθρο 51 ΕΚ· το άρθρο 62 της Συνθήκης ΕΚ καταργήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ· τα άρθρα 63 και 64 της Συνθήκης ΕΚ κατέστησαν, κατόπιν τροποποιήσεως, τα άρθρα 52 ΕΚ και 53 ΕΚ και το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη το άρθρο 54 ΕΚ. Το Συμβούλιο Συνδέσεως - συγκείμενο, αφενός, από μέλη των κυβερνήσεων των κρατών μελών, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, αφετέρου, από μέλη της Τουρκικής Κυβερνήσεως - θεσπίστηκε με το άρθρο 6 της συμφωνίας. Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, της συμφωνίας αυτής, «για την πραγματοποίηση των στόχων οι οποίοι καθορίζονται στη συμφωνία και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από αυτή, το Συμβούλιο Συνδέσεως έχει εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις. Καθένα από τα συμβαλλόμενα δύο μέρη έχει την υποχρέωση να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση των αποφάσεων [...]».
(8) - Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 21 του HC 510, «τα πρόσωπα που γίνονται δεκτά ως επισκέπτες μπορούν να ζητήσουν την άδεια του Υπουργού να εγκατασταθούν στη χώρα προκειμένου να ασκήσουν επαγγελματική δραστηριότητα είτε για λογαριασμό τους είτε ως εταίροι σε νέα ή ήδη υπάρχουσα επιχείρηση. Οι αιτήσεις εξετάζονται κατά περίπτωση. Η άδεια εξαρτάται από ορισμένους παράγοντες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απόδειξη ότι ο αιτών θα διαθέσει για την επιχείρηση δικά του περιουσιακά στοιχεία ανάλογα των συμφερόντων του στην επιχείρηση, ότι θα είναι σε θέση να αναλάβει το μερίδιο που του αναλογεί από τις ενδεχόμενες οφειλές της επιχειρήσεως και ότι το μερίδιό του από τα κέρδη θα επαρκεί για τη συντήρησή του και τη συντήρηση τυχόν εξαρτωμένων προσώπων. Η συμμετοχή του αιτούντος στην επιχείρηση δεν πρέπει να ισοδυναμεί με συγκεκαλυμμένη απασχόληση και πρέπει να είναι σαφές ότι δεν θα χρειάζεται να συμπληρώνει τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως με απασχόληση για την οποία απαιτείται άδεια εργασίας. [...] Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η διαμονή του αιτούντος μπορεί να παραταθεί για περίοδο μέχρι 12 μήνες υπό τον όρο ότι αυτός δεν θα έχει το δικαίωμα να αναλάβει απασχόληση. Το πρόσωπο που γίνεται δεκτό ως επιχειρηματίας εξαρχής μπορεί να λάβει παράταση της διαμονής του αν εξακολουθούν να πληρούνται οι προαναφερθέντες όροι κατά τη λήξη της περιόδου για την οποία έλαβε την αρχική άδεια» (ελεύθερη μετάφραση).
(9) - Η παράγραφος 4 του HC 510 σχετικά με την παράταση ή την τροποποίηση μεταβολή της άδειας παραμονής όριζε ότι: «Στις επόμενες παραγράφους απαριθμούνται οι κύριες κατηγορίες προσώπων που μπορούν να λάβουν περιορισμένη άδεια εισόδου και μπορούν να ζητήσουν την τροποποίησή της, καθώς και οι αρχές που διέπουν την εξέταση των αιτήσεών τους, ή την τροποποίηση των αδειών. Για την απόφαση επί των ζητημάτων αυτών λαμβάνονται υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία· το γεγονός ότι ο αιτών πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις των παρόντων κανόνων όσον αφορά τη διαμονή ή την παράτασή της υπό την προτεινομένη ιδιότητα δεν είναι καθοριστικό στοιχείο υπέρ αυτού. Μπορεί π.χ. να ληφθεί υπόψη το αν το άτομο τήρησε τα χρονικά όρια και τους όρους υπό τους οποίους έλαβε την άδεια εισόδου· το αν, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα του, της συμπεριφοράς του ή των συναναστροφών του δεν ενδείκνυται να του δοθεί άδεια παραμονής· το αν συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια· ή αν, σε περίπτωση που του επιτραπεί να παραμείνει για τον χρόνο επί τον οποίο επιθυμεί να παραμείνει, ίσως δεν θα μπορεί να επιστρέψει σε κάποια άλλη χώρα.»
(10) - Βλ., μεταξύ πολλών, αποφάσεις Demirel (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 14· της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199, σκέψη 15)· της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/96, Racke (Συλλογή 1998, σ. Ι-3655, σκέψη 31), και της 4ης Μαου 1999, C-262/96, Sόrόl (Συλλογή 1999, σ. Ι-2685, σκέψη 60).
(11) - Βλ. απόφαση Demirel (προπαρατεθείσα, υποσημείωση 4), σκέψεις 19 έως 25.
(12) - Κατ' αντίθεση προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου σχετικά με τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης εγκαταστάσεως των εργαζομένων (βλ. υποσημείωση 17 κατωτέρω).
(13) - Βλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191, ειδικότερα σ. 1201).
(14) - Βλ. επίσης την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. Ι-3461), με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, το άμεσο αποτέλεσμα των ρητρών standstill όσον αφορά την καθιέρωση νέων περιορισμών στην πρόσβαση στην απασχόληση Τούρκων εργαζομένων οι οποίοι νομίμως διέμεναν και απασχολούνταν στο έδαφος των συμβαλλομένων κρατών, ρήτρα που περιλαμβανόταν στο άρθρο 7 της αποφάσεως 2/76, της 20ής Δεκεμβρίου 1976, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 12 της Συμφωνίας της Άγκυρας, και στο άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως, που θέσπισε το Συμβούλιο Συνδέσεως το οποίο δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (οι δύο αυτές αποφάσεις δεν δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα).
(15) - Βλ. απόφαση Sόrόl (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10), σκέψεις 69 έως 72.
(16) - Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Sevince (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 29, και της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus (Συλλογή 1992, σ. Ι-6781, σκέψη 29). Βλ. επίσης αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1976, 48/75, Royer (Συλλογή τόμος 1976, σ. 203, σκέψη 27)· της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-100/89 και C-101/89, Kaefer και Procacci (Συλλογή 1990, σ. Ι-4647, σκέψη 19), και της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh (Συλλογή 1992, σ. Ι-4265, σκέψη 17). Αντιθέτως, κατά το Δικαστήριο, ελλείψει ειδικής διατάξεως αναγνωρίζουσας στους Τούρκους εργαζομένους το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους μετά από περίοδο απασχολήσεως σ' αυτό, το δικαίωμα διαμονής Τούρκου εργαζομένου, όπως αυτό διασφαλίζεται, εμμέσως πλην σαφώς, από το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 (βλ. υποσημείωση 19 κατωτέρω, ως παρακολουθηματικό της νόμιμης απασχολήσεως), εξαλείφεται στην περίπτωση που ο εργαζόμενος δεν είναι πλέον ικανός, κατά τρόπο πλήρη και μόνιμο, για την απασχόληση αυτή (βλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93, Bozkurt, Συλλογή 1995, σ. Ι-1475, σκέψη 40).
(17) - Βλ. ειδικότερα, τις προαναφερθείσες αποφάσεις 2/76 και 1/80 (βλ. υποσημείωση 14 ανωτέρω), εκδοθείσες από το Συμβούλιο Συνδέσεως προς εφαρμογή του άρθρου 12 της Συμφωνίας, καθώς και του άρθρου 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Συμφωνίας, «τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους». Τα άρθρα 48 και 49 της Συνθήκης ΕΚ κατέστησαν, κατόπιν τροποποιήσεως, τα άρθρα 39 ΕΚ και 40 ΕΚ, το δε άρθρο 50 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη το άρθρο 41 ΕΚ. Το άρθρο 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου όριζε ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 12 της Συμφωνίας, μεταξύ της λήξεως του 12ου και του 22ου έτους μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας. Η απόφαση 2/76, ειδικότερα, εμφανίζεται, κατά το άρθρο 1 αυτής, ως ένα πρώτο στάδιο στην πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ της Κοινότητας και της Τουρκίας, στάδιο του οποίου η διάρκεια καθορίστηκε σε τέσσερα έτη από της 1ης Δεκεμβρίου 1976· με την απόφαση 1/80, το Συμβούλιο Συνδέσεως καθόρισε ως στόχο τη βελτίωση του καθεστώτος που απολαύουν οι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους σε σχέση με το καθεστώς που θέσπισε η απόφαση 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως (βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου). Βλ. επίσης την απόφαση 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (ΕΕ 1983, C 110, σ. 60), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 39 του προσθέτου πρωτοκόλλου.
(18) - Βλ., μεταξύ πολλών, τις αποφάσεις Bozkurt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17), σκέψη 20, και της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-171/95, Tetik (Συλλογή 1997, σ. Ι-329, σκέψεις 20 και 28). Κατά το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη δεν έχουν έτσι την ευχέρεια να εξαρτούν ή να περιορίσουν την εφαρμογή στους Τούρκους εργαζομένους συγκεκριμένων δικαιωμάτων τα οποία οι Τούρκοι υπήκοοι, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις, απολαύουν βάσει της αποφάσεως 1/80 (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, C-36/96, Gόnaydin, Συλλογή 1997, σ. Ι-5143, σκέψη 39, και C-98/96, Ertanir, Συλλογή 1997, σ. Ι-5179, σκέψη 57). Υπενθυμίζω ότι οι διατάξεις του τμήματος 1 («Ζητήματα σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων») του κεφαλαίου ΙΙ («Κοινωνικές διατάξεις») της αποφάσεως 1/80 - που έχει ως αντικείμενο τα δικαιώματα στον τομέα της απασχολήσεως που απολαύουν, στο κράτος μέλος υποδοχής, αντιστοίχως, οι Τούρκοι εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται νομίμως στην αγορά εργασίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους για συγκεκριμένη περίοδο (άρθρο 6) και τα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων αυτών στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους (άρθρο 7) - αποτελούν ένα πρόσθετο στάδιο προς την πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Το προαναφερθέν άρθρο 6, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους,
- εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·
- εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη, και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, να αποδεχθεί, κατ' επιλογή του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·
- εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.»
Κατά πάγια νομολογία, ο νόμιμος χαρακτήρας μιας απασχολήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 - που πρέπει να εκτιμάται βάσει της νομοθεσίας του κράτους υποδοχής, η οποία ρυθμίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο Τούρκος υπήκοος εισήλθε στο εθνικό έδαφος και εργάζεται σ' αυτό (βλ. απόφαση Bozkurt, παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 27) - προϋποθέτει μια σταθερή και όχι πρόσκαιρη κατάσταση στην αγορά εργασίας κράτους μέλους και συνεπάγεται, κατά συνέπεια, την ύπαρξη μη αμφισβητούμενου δικαιώματος διαμονής (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις Sevince, παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 30, και Kus, παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 12 και 22). Συνεπώς, κατά το Δικαστήριο, οι περίοδοι εργασίας που ο εργαζόμενος συμπλήρωσε αφού έλαβε άδεια διαμονής που του χορηγήθηκε λόγω δολίας συμπεριφοράς (ανακριβείς δηλώσεις) που οδήγησε, μετά την αποκάλυψή της, σε οριστική καταδίκη του ενδιαφερομένου και στην ανάκληση του σχετικού μέτρου δεν μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες. Πράγματι, τέτοιες περίοδοι εργασίας, κατά τις οποίες ο διακινούμενος Τούρκος εργαζόμενος δεν είχε νομίμως άδεια διαμονής, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι στηρίζονται σε σταθερή και νόμιμη κατάσταση, αλλά πρέπει να θεωρηθούν ότι εμφανίζουν το στοιχείο του προσκαίρου· εξάλλου, υπό τις μόλις προηγουμένως μνημονευθείσες περιστάσεις, η άσκηση εργασίας από τον ενδιαφερόμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γεννά υπέρ αυτού δικαιώματα ή θεμελιώνει υπέρ αυτού δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-285/95, Kol, Συλλογή 1997, σ. Ι-3069, σκέψεις 21 και 25 έως 29).
(19) - Βλ. απόφαση Tetik (παρατεθείσα στην υποσημείωση 19), σκέψη 29.
(20) - Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Darmon στις 12 Ιουλίου 1994 στην υπόθεση Eroglu (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-355/93, Συλλογή 1994, σ. Ι-5113, σκέψεις 23 έως 25). Ο γενικός εισαγγελέας δέχθηκε ότι, εφόσον η εν λόγω συμφωνία εμπνέεται από το άρθρο 48 της Συνθήκης, «επεκτείνει προοδευτικώς επί των Τούρκων υπηκόων το πεδίο εφαρμογής μιας από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Κοινότητας, ήτοι την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, [και] έχει επομένως τον ίδιο σκοπό με εκείνον που επιδιώκει η Συνθήκη ΕΟΚ για τους κοινοτικούς υπηκόους», η κατάσταση του εργαζομένου κατά την έννοια της Συμφωνίας τείνει να προσεγγίσει την αντίστοιχη κοινοτική έννοια. Ωστόσο, ο γενικός εισαγγελέας περιορίστηκε να συναγάγει από την αρχή αυτή ότι η έννοια του εργαζομένου όπως προκύπτει από τη Συμφωνία δεν μπορεί, ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως υπέρ μιας περιοριστικής ερμηνείας - να ερμηνευθεί «πολύ διαφορετικά» από την κοινοτική έννοια του εργαζομένου, όπως αυτή προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
(21) - Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις Kus (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17), σκέψη 25, και Gόnaydin και Ertanir (παρατεθείσες στην υποσημείωση 19), σκέψη 23, σχετικά με την απόφαση 1/80 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), η οποία, κατά το Δικαστήριο, περιορίζεται στη ρύθμιση με το άρθρο 6 αυτής (βλ. υποσημείωση 23 κατωτέρω) της καταστάσεως των Τούρκων εργαζομένων που έχουν ήδη ενταχθεί νομίμως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Κατ' ανάλογο τρόπο, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, μολονότι προβλέπει δικαίωμα των μελών της οικογένειας του Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένο στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους να καταλάβουν θέση εργασίας αφού έχουν διαμείνει νομίμως στο κράτος αυτό επί ορισμένο χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο να προδικάζει την αρμοδιότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ζήσουν μαζί με τον Τούρκο εργαζόμενο που εργάζεται νομίμως εντός του κράτους αυτού, να ρυθμίσει τη διαμονή τους έως τον χρόνο κατά τον οποίο αποκτούν δικαίωμα αποδοχής οποιασδήποτε προσφοράς εργασίας και, ενδεχομένως, να τους επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις που το ίδιο καθορίζει, να εργάζονται πριν από τη λήξη της αρχικής τριετίας την οποία προβλέπει η περίπτωση αυτή (βλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-351/95, Kadiman, Συλλογή 1997, σ. Ι-2133, σκέψη 32).
(22) - Βλ. υποσημείωση 19 ανωτέρω και το αντίστοιχο απόσπασμα των προτάσεων.
(23) - Το προαναφερθέν άρθρο 8 προβλέπει ότι: «Για την πραγματοποίηση των σκοπών που εκτίθενται στο άρθρο 4 [δηλαδή τη βαθμιαία σύσταση τελωνειακής ενώσεως μεταξύ της Τουρκίας και της Κοινότητας και την προσέγγιση της τουρκικής οικονομικής πολιτικής και αυτής της Κοινότητας ώστε να εξασφαλιστεί η καλή λειτουργία της συνδέσεως, καθώς και η ανάπτυξη των κοινών ενεργειών που είναι αναγκαίες για τον σκοπό αυτό], το Συμβούλιο Συνδέσεως καθορίζει [...] τις προϋποθέσεις, τους τρόπους και τον ρυθμό εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν θέματα περιλαμβανόμενα στη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Κοινότητας, τα οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και ιδίως τα αναφερόμενα στον παρόντα τίτλο, καθώς και κάθε ρήτρα διασφαλίσεως η οποία θα καθίστατο αναγκαία.»
(24) - Μολονότι η έλλειψη στο πρόσθετο πρωτόκολλο ειδικής διατάξεως η οποία, κατ' αναλογία προς το άρθρο 37, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (βλ. υποσημείωση 31 κατωτέρω), επαναβεβαιώνει την υποχρέωση για τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την ίση μεταχείριση των Τούρκων υπηκόων και των υπηκόων του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως δεν είναι χωρίς σημασία.
(25) - Πράγματι, περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως, όπως το ότι η πρόσβαση σε ανεξάρτητη δραστηριότητα εξαρτάται από προηγούμενη ατομική διοικητική άδεια, επιβαλλόμενη από τη νομοθεσία κράτους μέλους στους αλλοδαπούς που προέρχονται από χώρα μέλος της Κοινότητας οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν στη χώρα αυτή, ακόμα και αν οι υπήκοοι αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους, είναι σαφώς αντίθετη προς τους συναφείς κανόνες της Συνθήκης, αυτό δε έστω και αν το εν λόγω επάγγελμα περιλαμβάνεται στα ρυθμιζόμενα επαγγέλματα (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 28ης Ιουνίου 1977, 11/77, Patrick, Συλλογή τόμος 1977, σ. 373, σκέψη 15).
(26) - Εξάλλου, έχω ήδη παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει στη συμφωνία διάταξη όπως εκείνη του άρθρου 52 της Συνθήκης η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση, στον τομέα της ελεύθερης εγκαταστάσεως, της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας (βλ. σημείο 15 και υποσημείωση 25 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, όταν πρόσωπα τα οποία απολαύουν της προστασίας που προσφέρει ειδικότερος κανόνας του κοινοτικού δικαίου αποτελούν αντικείμενο άδικης δυσμενούς διακρίσεως, οι εσωτερικοί κανόνες οι οποίοι είναι αντίθετοι προς την υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως μπορούν να κηρυχθούν αντίθετοι προς το άρθρο 9 της Συμφωνίας (βλ., mutatis mutandis, τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 13 Απριλίου 1989 ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδος (απόφαση της 30ής Μαου 1989, 305/87, Συλλογή 1989, σ. Ι-1461, σημείο 14). Άλλωστε, η αρχή σύμφωνα με την οποία το άρθρο 6 της Συνθήκης έχει αυτοτελή εφαρμογή μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο για τις οποίες η Συνθήκη δεν καθορίζει ειδικούς κανόνες απαγορεύσεως των διακρίσεων βάσει ιθαγενείας είναι πάγια στη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-92/92 C-326/92, Phil Collins κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-5145· της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-43/95, Data Delecta και Forsberg, Συλλογή 1996, σ. Ι-4661, και της 12ης Μαου 1998, C-85/96, Martνnez Sala, Συλλογή 1998, σ. Ι-2691, σκέψη 63).
(27) - Βλ. για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 18ης Φεβρουαρίου 1964, 73/63 και 74/63, International Crediet- en Handelsvereniging Rotterdam (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1017)· της 28ης Ιουνίου 1978, 70/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 455)· της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207), της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-114/91, Claevs (Συλλογή 1992, σ. Ι-6559), και της 18ης Μαρτίου 1993, C-280/91, Viessmann (Συλλογή 1993, σ. Ι-971, σκέψη 15).
(28) - Προτάσεις αναπτυχθείσες στις 17 Δεκεμβρίου 1998 (Συλλογή 1999, σ. Ι-2726).
(29) - Όπ.π., σημεία 6 έως 12.
(30) - Το άρθρο 37 του προσθέτου πρωτοκόλλου επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος (κατά συνέπεια, χωρίς κανένα όρο αμοιβαιότητας με την Τουρκία) να παραχωρεί «στους εργαζόμενους τουρκικής ιθαγένειας, που απασχολούνται στην Κοινότητα, καθεστώς που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, όσον αφορά τους όρους εργασίας και την αμοιβή». Το άρθρο 39 προβλέπει ότι «το Συμβούλιο Συνδέσεως θεσπίζει διατάξεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως για τους τουρκικής ιθαγένειας εργαζομένους που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας και των οικογενειών τους, που κατοικούν εντός της Κοινότητας».
(31) - Δηλαδή σε Τούρκο υπήκοο στον οποίο i) επετράπη, στο πλαίσιο συνενώσεως των οικογενειών, να διαμένει με τον έτερο σύζυγο, Τούρκο υπήκοο ο οποίος διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους και ασκεί εκεί, παράλληλα με τις πανεπιστημιακές του σπουδές, πραγματική μισθωτή δραστηριότητα η οποία δεν υπερβαίνει ορισμένο αριθμό ωρών κατ' ανώτατο όριο εβδομαδιαίως, βάσει άδειας εργασίας για έκτακτο υπάλληλο και ii) ο οποίος διαμένει νόμιμα με τον έτερο σύζυγο στο κράτος μέλος υποδοχής.
(32) - Τέλος, με την προαναφερθείσα απόφαση Sόrόl (βλ. υποσημείωση 11 ανωτέρω), το Δικαστήριο κατέληξε σε ανάλογη λύση, στηριζόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, όπως είχα προτείνει στις προηγούμενες προτάσεις μου στην υπόθεση αυτή, που αναπτύχθηκαν στις 12 Φεβρουαρίου 1998, δηλαδή τον κανόνα που αποτελούσε το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το γερμανικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο υπέμνησε εξάλλου ότι ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 επιβάλλει την υποχρέωση συγκεκριμένου αποτελέσματος και, ως εκ της φύσεώς του, μπορεί ένας πολίτης να τον επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζητώντας απ' αυτόν να παραμερίσει τις εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους το οποίο εξαρτά τη χορήγηση δικαιώματος από προϋπόθεση η οποία δεν επιβάλλεται στους ημεδαπούς, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η θέσπιση συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής. Συναφώς, το Δικαστήριο υπέμνησε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 αποτελεί απλώς τη θέση σε εφαρμογή και την υλοποίηση, στον ειδικό τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που διαλαμβάνει το άρθρο 9 της Συμφωνίας το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, που κατέστη άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ (βλ. απόφαση Sόrόl, παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 63 και 64).
(33) - Βλ. ανωτέρω υποσημειώσεις 21 και 22, καθώς και τα αντίστοιχα τμήματα των προτάσεων.
(34) - Έχω κατά νου, για παράδειγμα, την κατάσταση Τούρκου εργαζομένου ο οποίος επικαλείται την απαγόρευση δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας προκειμένου να ζητήσει την παράταση της άδειας διαμονής εντός του κράτους μέλους υποδοχής για να εξακολουθήσει να ασκεί εκεί αυτοτελή απασχόληση ή να εκμεταλλεύεται επιχείρηση για την οποία δόθηκε ήδη κανονική άδεια.
Full & Egal Universal Law Academy