Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με αγωγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την εταιρία TVR-Tecnologie Vetroresina SpA (στο εξής: εναγομένη ή TVR), στην οποία προσάπτει αθέτηση συμβάσεως, να της επιστρέψει ορισμένα ποσά και να της καταβάλει αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.
Ι - Η σύμβαση
2. Η Επιτροπή συνήψε στις 12 και 21 Δεκεμβρίου 1989 τη σύμβαση BREU-0114-Ι(A) με την εναγόμενη εταιρία στο πλαίσιο του προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής αναπτύξεως στους τομείς των τεχνολογιών της μεταποιητικής βιομηχανίας και των εφαρμογών προηγμένων υλικών (πρόγραμμα Brite/Euram) . Αντικείμενο της συμβάσεως ήταν η κατάρτιση ερευνητικού σχεδίου με τίτλο «Μελέτη δομών σύνθετων υλικών σύμφωνα με την τεχνική μέθοδο CAD-CAM· υλοποίηση εντός αυτοματοποιημένου υποδείγματος για την παραγωγή σύμφωνα με το σύστημα "filament-winding" [ινοποίηση διά περιελίξεως]».
3. Οι ασκούσες ευθέως επιρροή επί της διαφοράς ρήτρες της συμβάσεως έχουν ως εξής:
- Το πρόγραμμα είχε διάρκεια 36 μηνών αρχής γενομένης από τον επόμενο της υπογραφής της συμβάσεως μήνα (ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1990 έως 31 Δεκεμβρίου 1992)· οποιαδήποτε καθυστέρηση έπρεπε να γνωστοποιηθεί πάραυτα στην Επιτροπή (ρήτρα 2). Η TVR όφειλε να αποστέλλει κάθε έξι μήνες έκθεση επί της εξελίξεως του προγράμματος καθώς και ενδιάμεση έκθεση κατά τον δέκατο πέμπτο μήνα, ενώ, με τη λήξη του σχεδίου, τελική έκθεση επί των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων (ρήτρα 6.1). Κάθε εξαμηνιαία καθώς και η ενδιάμεση έκθεση έπρεπε να αποσταλούν εντός ενός μήνα μετά τη λήξη της αντίστοιχης περιόδου [άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο b, του παραρτήματος ΙΙ - γενικοί όροι].
- Η TVR είχε τη δυνατότητα να συνάψει με τρίτους εταιρικές συμβάσεις για την υλοποίηση ενός τμήματος του σχεδίου (ρήτρα 1.3), χωρίς, πάντως, να απαλλάσσεται, έναντι της Επιτροπής, της ευθύνης της ως προς την ορθή εκτέλεση της συμβάσεως (άρθρο 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ). Εξάλλου, η ρήτρα 10.2 της ιδίας συμβάσεως προέβλεπε ρητώς ότι η TVR επρόκειτο να συνάψει εταιρική σύμβαση με το Imperial College of Science and Technology (στο εξής: ICST), καθώς και με το DSM Limburg BU (στο εξής: DSM).
- Η οικονομική εισφορά της Επιτροπής (το ανώτατο ύψος της οποίας ανερχόταν σε 1 161 150 ECU), μετά από μια πρώτη καταβολή ύψους 460 000 ECU, επρόκειτο να χωρήσει μέσω περιοδικών καταβολών με βάση έγγραφα εξόδων πιστοποιούντα τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες (ρήτρα 4.1).
4. Κάθε συμβαλλόμενος είχε τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση για έναν από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως λόγους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχείο d, του ως άνω άρθρου, η Επιτροπή είχε την ευχέρεια να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση αθετήσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις του, εκτός και αν επικαλούνταν εύλογους και βάσιμους λόγους τεχνικής ή οικονομικής φύσεως, και εφόσον δεν είχε χωρήσει εκτέλεση σε ένα μήνα μετά την παραλαβή της έγγραφης οχλήσεως που θα είχε απευθύνει με συστημένη επιστολή η Επιτροπή, αιτούμενη την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του παραρτήματος ΙΙ, οποιαδήποτε διαφορά σχετικά με τη σύμβαση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά τη ρήτρα 11 αυτής, η σύμβαση διέπεται από το ιταλικό δίκαιο.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
6. Την ημέρα υπογραφής της συμβάσεως, η Επιτροπή προκατέβαλε στην εναγομένη ποσό ύψους 460 000 ECU, όπως προέβλεπε η ρήτρα 6.1.
7. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η TVR άρχισε τις εργασίες της την 1η Ιανουαρίου 1990, ενώ το DSM στις 30 Μαρτίου του ιδίου έτους. Αντίθετα, πριν από την υπογραφή της συμφωνίας της 21ης Μα_ου 1990 με την TVR, το ICST δεν μπόρεσε να προσλάβει το προσωπικό που θα του επέτρεπε να προβεί στην έναρξη του δικού του τμήματος εργασιών.
8. Εκτός από την ως άνω καθυστέρηση στο αρχικό στάδιο εκτελέσεως της συμβάσεως, το πρώτο έτος του σχεδίου κύλησε ομαλά. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή κατέβαλε στις 22 Ιουλίουι 1991 στην TVR ποσό ύψους 128 418,20 ECU με βάση το έγγραφο εξόδων που της είχε υποβάλει η τελευταία.
9. Η TVR συνέταξε στς 13 Νοεμβρίου 1991 έκθεση για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Οκτωβρίου 1991. Με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή τής υπενθύμισε ότι η περίοδος που έπρεπε να καλύπτει κάθε έκθεση ήταν εξαμηνιαία, ενώ τής επισήμανε και τη σημασία της ενδιάμεσης εκθέσεως.
10. Η Επιτροπή κάλεσε στις 20 Ιανουαρίου 1992 την εναγομένη να της αποστείλει την ενδιάμεση έκθεση η οποία έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί τον Απρίλιο 1991 και για την οποία της είχε ήδη δοθεί παράταση μέχρι τον Σεπτέμβριο 1991.
11. Μετά τρεις ημέρες, και συγκεκριμένα στις 23 Ιανουαρίου 1992, η Επιτροπή απηύθυνε στην TVR νέο έγγραφο, με το οποίο της υπενθύμιζε, όσον αφορά την καθυστέρηση αποστολής των περιοδικών εκθέσεων, ότι, σε περίπτωση αθετήσεως μιας από τις υποχρεώσεις του αντισυμβαλλομένου, οι γενικοί όροι τής παρείχαν την ευχέρεια να καταγγείλει τη σύμβαση και να απαιτήσει την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.
12. Τελικά, στις 30 Ιανουαρίου 1992, η TVR διαβίβασε στην Επιτροπή ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η ενδιάμεση έκθεση. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή ανέθεσε σε εξωτερικό πραγματογνώμονα να αξιολογήσει το ήδη πραγματοποιηθέν μέχρι εκείνη τη στιγμή έργο. Με τη γνωμοδότησή του, ο πραγματογνώμονας διατύπωσε αρνητικές εκτιμήσεις επί του συγκεκριμένου έργου.
13. Η Επιτροπή γνωστοποίησε στις 25 Μαρτίου 1992 στην εναγομένη την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχεία a και d, του παραρτήματος ΙΙ αυτής, διευκρινίζοντας ότι η προβλεπόμενη για τη λύση της συμβάσεως προειδοποίηση άρχιζε να τρέχει από την ημερομηνία του εν λόγω εγγράφου.
14. Στις 15 Απριλίου 1992, μερικές ημέρες προ της λήξεως της προθεσμίας ενός μήνα, η TVR απάντησε στην Επιτροπή ότι οι προβλεπόμενοι με τη σύμβαση έρευνας στόχοι και εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω απάντηση υποβλήθηκε εκ νέου για αξιολόγηση στον πραγματογνώμονα, ο οποίος εξέδωσε και νέα αρνητική γνωμοδότηση επί της εξελίξεως του σχεδίου.
15. Η Επιτροπή απηύθυνε στις 4 Μα_ου 1992 προς την εναγομένη έγγραφο, με το οποίο επέκρινε σφοδρότατα την πραγματοποιηθείσα από το DSM εργασία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η TVR είχε επιτελέσει το έργο της ως συντονιστής της εκτελέσεως της συμβάσεως.
16. Η Επιτροπή απευθύνθηκε εκ νέου στην εναγομένη στις 10 Ιουνίου 1992. Αφού υπενθύμισε την απόφασή της, της 25ης Μαρτίου 1992, να καταγγείλει τη σύμβασή της με την TVR, την κάλεσε να υποβάλει τα έγγραφα εξόδων των τριών εταίρων στη σύμβαση για το έτος 1991 καθώς και για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Μα_ου 1992.
17. Στις 2 Ιουλίου 1992, η TVR απέστειλε τα εν λόγω έγγραφα εξόδων στην Επιτροπή, η οποία τα αποδέχθηκε αρχικώς. άντως, η Επιτροπή απηύθυνε στις 23 Μαρτίου 1993 στην εναγομένη οριστική εκκαθάριση των εξόδων, με την οποία μειώνονταν αισθητά τα ποσά για το έτος 1992. Η TVR αμφισβήτησε, με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1993, την τελική εκκαθάριση, γεγονός που δεν εμπόδισε την Επιτροπή να απαιτήσει την επιστροφή 109 444,80 ECU που αντιστοιχούσαν στη διαφορά μεταξύ των ήδη καταβληθέντων στην εναγομένη ποσών και των εγκεκριμένων εξόδων.
18. Η Επιτροπή ανέθεσε στις 13 Αυγούστου 1993 στην εταιρία Ernst & Young τη διεξαγωγή ελέγχου επί των αφορώντων την εκτέλεση της συμβάσεως λογαριασμών της TVR.
19. Ενόψει του πορίσματος του ελέγχου αυτού, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην TVR στις 6 Ιουνίου 1995 ότι αποφάσισε να μειώσει σε 77 558,80 ECU το ύψος του ποσού του οποίου απαιτούσε την επιστροφή.
20. Με έγγραφα της 14ης Ιουλίου και 2ας Νοεμβρίου 1995, η TVR αμφισβήτησε την αξιωθείσα από την Επιτροπή επιστροφή. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, πέραν του οικονομικού ελέγχου του σχεδίου που πραγματοποίησε η Ernst & Young και που επιβεβαίωνε κατ' ουσίαν τα υποβληθένα έξοδα, η Επιτροπή όφειλε να είχε ζητήσει και τεχνικό έλεγχό του.
21. Επειδή η TVR αρνήθηκε να επιστρέψει το αιτηθέν ποσό, η Επιτροπή κίνησε την παρούσα δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου.
ΙΙΙ - Οι αξιώσεις των διαδίκων
22. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να υποχρεώσει την εναγομένη να της επιστρέψει 77 558,80 ECU, ποσό προσαυξημένο με τόκους από 1ης Φεβρουαρίου 1990 μέχρι και της πλήρους εξοφλήσεως,
- να υποχρεώσει την εναγομένη να της επιστρέψει 7 700 ECU ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κριθεί, κατά δικαία κρίση, ως αποζημίωση για διάφορες ζημίες που υπέστη και
- να καταδικάσει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα.
23. Η TVR ζητεί από το Δικαστήριο:
- να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη επειδή δεν προηγήθηκε καταγγελία της συμβάσεως,
- επικουρικώς, να απορρίψει το αίτημα περί επιστροφής με το αιτιολογικό ότι η σύμβαση δεν καταγγέλθηκε εγκύρως και ότι δεν υφίσταται καμία απόδειξη περί του φερομένου χρέους της TVR προς την Επιτροπή,
- επικουρικότερον, να απορρίψει το αίτημα περί αποκαταστάσεως των ζημιών,
- να κάνει δεκτή την ανταγωγή της εναγομένης, να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή οφείλει να εκτελέσει τη σύμβαση και να την υποχρεώσει να καταβάλει το υπόλοιπο της προβλεπόμενης συμβατικώς χρηματικής εισφοράς, στον βαθμό που η TVR κατασκεύασε τους σχετικούς εξοπλισμούς, και
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV - Το παραδεκτό της προσφυγής
24. Η TVR ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη δοθέντος ότι, δυνάμει του ιταλικού δικαίου που διέπει τη σύμβαση και ειδικότερα του άρθρου 1458 του αστικού κώδικα, η λόγω αθετήσεως της συμβάσεως λύση της δεν συνεπάγεται την υποχρέωση αποδόσεως παρά μόνον αν η λύση έχει απαγγελθεί μέσω δικαστικής αποφάσεως. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ζητεί την επιστροφή των καταβληθέντων σε εκτέλεση της συμβάσεως ποσών λόγω του ότι ουδεμία τυπική πράξη καταγγελίας υφίσταται.
25. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή αντικρούει, πρώτον, υποστηρίζοντας ότι τήρησε τη διαδικασία καταγγελίας λόγω αθετήσεως όπως προβλέπει η σύμβαση. Δεδομένου ότι η σύμβαση λύθηκε ήδη αυτοδικαίως, ουδείς λόγος υφίσταται να ζητηθεί από το Δικαστήριο η έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως.
Ακολούθως, η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Corte suprema di cassazione επί του άρθρου 1453 του ιταλικού αστικού κώδικα σε θέματα λύσεως των συμβάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, δεν απαιτείται η βούληση περί λύσεως της συμβάσεως λόγω αθετήσεώς της να απορρέει από ρητό αίτημα υποβαλλόμενο ενώπιον δικαστηρίου, δεδομένου ότι η βούληση αυτή μπορεί να εμπεριέχεται σιωπηρώς σε άλλα αιτήματα, ενστάσεις ή δικόγραφα, τα οποία, έστω και αν το περιεχόμενο τους διαφέρει, εξυπονοούν το αίτημα της καταγγελίας . Κατά την Επιτροπή, το Corte suprema di cassazione αναγνώρισε ειδικότερα ότι η βούληση λύσεως μιας συμβάσεως μπορεί να εμπεριέχεται σιωπηρώς στην αίτηση με την οποία ένας συμβαλλόμενος ζητεί δικαστικώς να υποχρεωθεί ο αθετήσας την υποχρέωσή του αντισυμβαλλόμενος να επιστρέψει το ποσό που του είχε καταβληθεί κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως .
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, μολονότι το θεωρεί περιττό δοθέντος ότι το αίτημα περί αναγνωρίσεως της λύσεως εμπεριέχεται εν πάση περιπτώσει σιωπηρώς στα αιτήματα περί επιστροφής της χρηματοδοτήσεως και αποκαταστάσεως των ζημιών, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την εν τοις πράγμασι καταγγελία της συμβάσεως.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο απαραδέκτου που προέβαλε η εναγομένη, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από την ανταλλαγείσα μετά την καταγγελία της συμβάσεως αλληλογραφία, προκύπτει απλώς ότι η λύση της οφείλεται στη μη τήρησή της από την TVR.
26. Με την απόφαση Επιτροπή κατά SNUA , στην οποία προτίθεμαι να επανέλθω κατωτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε παρεμφερή ένσταση απαραδέκτου αφού προηγουμένως έλεγξε το κύρος της μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής . Όπως προκύπτει από τη νομολογία αυτή, πρέπει να εξεταστεί αν η σύμβαση που είχε συνάψει η Επιτροπή με την TVR λύθηκε αυτοδικαίως λόγω αθετήσεως των υποχρεώσεων της τελευταίας.
27. Κατά την Επιτροπή, η σύμβαση καταγγέλθηκε κατ' εφαρμογή της διαλυτικής αιρέσεως που περιλαμβάνει. Μολονότι η εναγομένη δεν επικαλέστηκε την ακυρότητα της ρήτρας αυτής, πιστεύω ότι είναι χρήσιμες ορισμένες επί του θέματος παρατηρήσεις.
A - Το κύρος της συμβατικής διαλυτικής αιρέσεως
28. Οι διαλυτικές αιρέσεις των συμβάσεων διέπονται από το άρθρο 1456 του ιταλικού αστικού κώδικα , το οποίο παρέχει στα συμβαλλόμενα μέρη τη δυνατότητα να συμφωνούν, ρητώς, ότι η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως σε περίπτωση αθετήσεως συγκεκριμένης υποχρεώσεως. Σύμφωνα με τη νομολογία του Corte suprema di cassazione, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις προκειμένου ο ένας από τους συμβαλλόμενους να μπορεί να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση επικαλούμενος διαλυτική αίρεση της συμβάσεως. Αφενός, πρέπει η ρήτρα αυτή να είναι έγκυρη και, αφετέρου, η αθέτηση να βαρύνει τον αντισυμβαλλόμενο.
29. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το Corte suprema di cassazione ερμήνευσε το άρθρο 1456 του ιταλικού αστικού κώδικα υπό την έννοια ότι, για να είναι έγκυρη, η διαλυτική αίρεση πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις απορρέουσες από τη σύμβαση, οπότε πρέπει να λογίζονται ως «ρήτρες ύφους» και ως εκ τούτου ανενεργές όσες αναφέρονται εν γένει στην αθέτηση όλων των υποχρεώσεων που περιλαμβάνει η σύμβαση . Οι ως άνω ρήτρες ύφους δεν επιτρέπουν στους συμβαλλόμενους να καταγγέλλουν μονομερώς τη σύμβαση: οφείλουν να το πράττουν διά της δικαστικής οδού.
30. Ασφαλώς, ενόψει της νομολογίας του Corte suprema di cassazione, η διαλυτική αίρεση που περιλαμβάνεται στη σύμβαση της Επιτροπής με την TVR θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ρήτρα ύφους. ράγματι, όπως ήδη επισήμανα, η Επιτροπή επιφύλασσε εις εαυτήν το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αν ένας εκ των δύο αντισυμβαλλομένων ή και αμφότεροι αθετούσαν οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις τους.
31. άντως, θεωρώ ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η συναφθείσα μεταξύ της Επιτροπής και της TVR σύμβαση μπορεί να εξαιρεθεί από το προαπαιτούμενο της εξειδικεύσεως της υποχρεώσεως, η αθέτηση της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε καταγγελία της συμβάσεως.
32. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά SNUA, η περιληφθείσα στη σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και της εναγομένης επιχειρήσεως διαλυτική αίρεση, η οποία διείπετο επίσης από το ιταλικό δίκαιο, ήταν διατυπωμένη κατά διαφορετικό τρόπο ορίζοντας ότι η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί «αυτοδικαίως από την Επιτροπή σε περίπτωση μη εκπληρώσεως, από τον συμβαλλόμενο, μιας από τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παρούσα σύμβαση, ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 4.3 [...]» . Η τελευταία αυτή διευκρίνιση ώθησε το Δικαστήριο στην εκτίμηση ότι η διαλυτική αίρεση ήταν σύμφωνη προς την προϋπόθεση της εξειδικεύσεως από την οποία η νομολογία του Corte suprema di cassazione εξαρτούσε την εφαρμογή του άρθρου 1456 του ιταλικού αστικού κώδικα.
33. Εντούτοις, η εναγομένη επιχείρηση υποστήριξε ότι, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή, η αθέτηση της συμβάσεως οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας, οπότε δεν μπορούσε να της προσαφθεί κανένα πταίσμα, με αποτέλεσμα ότι η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση ρητή διαλυτική αίρεση, η εφαρμογή της οποίας εξηρτάτο από την προϋπόθεση ότι η αθέτηση βαρύνει τον ένα από τους δύο αντισυμβαλλόμενους, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή της.
34. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό και έκρινε ότι, όπως προέκυπτε από την ανωτέρω διαλυτική αίρεση, η ευχέρεια αυτεπάγγελτης καταγγελίας δεν εξηρτάτο από το υποστατό πταίσματος του αντισυμβαλλόμενου αλλά αποκλειστικά από την προϋπόθεση της μη εκτελέσεως ορισμένων συμβατικών υποχρεώσεων, ανεξάρτητα από την αιτία ή την προέλευση.
Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι: «Καίτοι είναι αληθές ότι η νομολογία του Corte suprema di cassazione εξαρτά την εφαρμογή των ρητών διαλυτικών αιρέσεων που διέπονται από το άρθρο 1456 του ιταλικού αστικού κώδικα από την προϋπόθεση καταλογισμού της μη εκτελέσεως της συμβάσεως στον υπερήμερο συμβαλλόμενο, εντούτοις, με το άρθρο 1322, ο κώδικας αυτός αναγνωρίζει στους συμβαλλομένους, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, το δικαίωμα να καθορίζουν ελεύθερα το περιεχόμενο της συμβάσεως εντός των ορίων που θέτει ο νόμος. Κατά συνέπεια, δεν απαγορεύεται στους συμβαλλομένους να επιλέξουν να περιλάβουν στη σύμβαση διαλυτική αίρεση, η πλήρωση της οποίας δεν προϋποθέτει τη δυνατότητα καταλογισμού της μη εκτελέσεως στον συμβαλλόμενο, κατά παρέκκλιση από το γενικό καθεστώς των συμβάσεων του ιταλικού δικαίου» .
35. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν προφανής η πρόθεση των συμβαλλομένων να προβλέψουν ειδικές διαδικασίες καταγγελίας της συμβάσεως, ενόψει ιδίως της ειδικής φύσεως των σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και της επιχειρήσεως στην οποία η πρώτη είχε χορηγήσει ενίσχυση και των πρακτικών δυνατοτήτων της Επιτροπής να παρακολουθεί την εκτέλεση του προγράμματος εργασιών οι οποίες εξηρτώντο άμεσα από τις εκθέσεις που όφειλε να της διαβιβάζει ο συμβαλλόμενος βάσει του άρθρου 4.3 της συμβάσεως. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο συνήγαγε ότι η Επιτροπή ορθώς στηρίχθηκε στην περιληφθείσα στη σύμβαση διαλυτική αίρεση για να την καταγγείλει αυτοδικαίως.
36. Κατ' εμέ, τα κριτήρια των οποίων έκανε χρήση το Δικαστήριο επ' ευκαιρία της προϋποθέσεως καταλογισμού της συμβατικής αθετήσεως, μπορούν να εφαρμοστούν καθ' όμοιο τρόπο και στην επιβαλλόμενη και από το ιταλικό δίκαιο προϋπόθεση της εξειδικεύσεως, η οποία έγκειται στο ότι πρέπει να προσδιορίζονται οι υποχρεώσεις επί των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής οι ως άνω αιρέσεις.
37. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να υποστηριχθεί ότι, κάνοντας χρήση της αυτονομίας της βουλήσεως επί συμβάσεων που αναγνωρίζει το άρθρο 1322 του ιταλικού αστικού κώδικα και λαμβανομένης υπόψη της ειδικής φύσεως των σχέσεως μεταξύ της Επιτροπής και της επιχειρήσεως στην οποία χορηγείται ενίσχυση , οι συμβαλλόμενοι έκαναν χρήση της αναγνωριζόμενης στο άρθρο 1322 του αστικού κώδικα αυτονομίας της βουλήσεως επί συμβάσεων και συνομολόγησαν ελευθέρως με τη σύμβαση ότι οποιαδήποτε αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεών της εκ μέρους της TVR θα παρείχε την ευχέρεια στην Επιτροπή να καταγγείλει τη σύμβαση σε αντίθεση προς τους εφαρμοστέους κανόνες του ιταλικού δικαίου. Η σαφήνεια και ακρίβεια με την οποία οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν, στα πλαίσια της συμβάσεως, τη διαδικασία και τις συνέπειες της καταγγελίας της από την Επιτροπή σε περίπτωση αθετήσεως εκ μέρους της TVR επιρρωννύουν την εκτίμηση αυτή, λαμβανομένης υπόψη, ειδικότερα, της αρχής της καλής πίστεως επί συμβάσεων στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως .
38. Ακολούθως, πρέπει να ελεγχθεί αν η Επιτροπή τήρησε την προβλεπόμενη στη διαλυτική αίρεση διαδικασία και αν όντως συντρέχει η προσαπτόμενη στην εναγομένη μη εκπλήρωση της παροχής.
B - Η τήρηση των προβλεπομένων από τη διαλυτική αίρεση προϋποθέσεων
39. Το πρώτο σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων έγκειται στον προσδιορισμό του χρόνου κατά τον οποίο η Επιτροπή απηύθυνε στην εναγομένη την προβλεπόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο b, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως όχληση. Με το δικόγραφο της αγωγής, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το εν λόγω προαπαιτούμενο απαντά στο από 23 Ιανουαρίου 1992 έγγραφό της προς την TVR και ότι η καταγγελία της συμβάσεως χώρησε με συστημένη επιστολή της 25ης Μαρτίου του ίδιου έτους. άντως, το ενάγον θεσμικό όργανο δέχθηκε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι, όπως είναι διατυπωμένο, το εν λόγω έγγραφο επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ενεργοποιεί τη λύση της συμβάσεως.
40. Από τη γραμματική διατύπωση του από 23 Ιανουαρίου 1992 εγγράφου ουδόλως συνάγεται ότι η Επιτροπή έκανε χρήση της διαλυτικής αιρέσεως της συμβάσεως. Κατ' εμέ, πρόκειται μάλλον για προειδοποίηση περί καταγγελίας της συμβάσεως απευθυνθείσα προς την εναγομένη λόγω της μη αμφισβητούμενης καθυστερήσεως που είχε σημειωθεί στην υποβολή των περιοδικών εκθέσεων. Ας σημειωθεί ότι η ευρεία ευχέρεια που διαθέτει η Επιτροπή για τη μονομερή καταγγελία της συμβάσεως απαιτεί, σε αντιστάθμιση, ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο εκφράζει με σαφήνεια τη βούλησή του να κάνει χρήση της ανωτέρω ευχερείας.
41. Συντάσσομαι, λοιπόν, με την άποψη της εναγομένης επί του θέματος και εκτιμώ ότι το έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1992 συνιστά την απαιτούμενη όχληση.
42. Έτσι, δεδομένου ότι η ημερομηνία αποστολής της οχλήσεως είναι συγκεκριμένη, απαιτείται πλέον η εξέταση του ζητήματος σε τι συνίσταται η αθέτηση την οποία η Επιτροπή προσάπτει στην εναγομένη.
Γ - Η προσαπτόμενη στην εναγομένη συμβατική αθέτηση
43. Το έγγραφο οχλήσεως που απέστειλε το ενάγον θεσμικό όργανο άρχιζε ως εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 8, και συγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχεία a και d, η Επιτροπή προτίθεται να καταγγείλει τη σύμβαση μετά τη σύσκεψη αξιολογήσεως του προσχεδίου», οπότε συνάγεται ότι ο λόγος καταγγελίας της συμβάσεως δεν ενέκειτο αποκλειστικώς στην αθέτηση μιας των υποχρεώσεων της εναγομένης (στοιχείο d), αλλά και στο γεγονός ότι για την Επιτροπή περίττευε πλέον η συνέχιση του σχεδίου για τεχνικούς λόγους ή λόγω αλλαγής ως προς την ενδεχόμενη εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της συμβάσεως (στοιχείο a).
Ακολούθως, η Επιτροπή παρέθετε τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους σκόπευε να καταγγείλει τη σύμβαση . Τέλος, η Επιτροπή διευκρίνιζε: «Το παρόν έγγραφο οχλήσεως επέχει θέση της απαιτούμενης προειδοποιήσεως ενός μήνα προ της καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχεία b, e, f και g, της συμβάσεως».
Το τελευταίο αυτό χωρίο ξενίζει κάπως, δεδομένου ότι δεν συμπίπτει με τις διατάξεις της συμβάσεως που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο του εγγράφου οχλήσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν αναφέρεται στο στοιχείο a (το οποίο προβλέπει προειδοποίηση δύο μηνών), προσθέτει, όμως, τα στοιχεία e, f και g, τα οποία αφορούν άλλους λόγους λύσεως της συμβάσεως .
44. Με το δικόγραφο της αγωγής της, η Επιτροπή επιδιώκει να αποσαφηνίσει το ζήτημα της προσαπτομένης στην TVR αθετήσεως, επισημαίνοντας ότι η αθέτηση οφειλόταν, αφενός, στην καθυστέρηση υποβολής των περιοδικών εκθέσεων και, αφετέρου, στην κακή διαχείριση του σχεδίου.
45. Δεν αμφισβητείται ότι η εναγομένη δεν τήρησε τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση προθεσμίες για τη σύνταξη των περιοδικών εκθέσεών της. Έτσι, την έκθεση του πρώτου εξαμήνου 1991 υπέβαλε μόλις 13 Νοεμβρίου 1991, τη στιγμή που όφειλε να την καταθέσει εντός ενός μήνα από το τέλος της περιόδου. Επομένως, το γεγονός αυτό σήμαινε καθυστέρηση πέραν των τριών μηνών. Η ενδιάμεση έκθεση, η οποία έπρεπε να υποβληθεί τον Απρίλιο 1991 (και για την οποία η Επιτροπή είχε δώσει τη συγκατάθεσή της για παράταση της προθεσμίας μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1991) κοινοποιήθηκε μόλις στις 30 Ιανουαρίου 1992, ύστερα από δύο διαμαρτυρίες της Επιτροπής.
46. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η TVR διευκρινίζει, προκειμένου να δικαιολογηθεί, ότι η εκτέλεση της συμβάσεως κατέστη εφικτό να αρχίσει με καθυστέρηση πολλών μηνών επειδή η συμφωνία που έπρεπε να συνάψει με το DSM υπογράφηκε μόλις στις 30 Μα_ου 1990, ενώ η συμφωνία που επρόκειτο να συνάψει με τον άλλο εταίρο της, το ICST, υπογράφηκε μόλις «μετά από καθυστέρηση αρκετών μηνών» λόγω της αδυναμίας του τελευταίου να προσλάβει ερευνητή.
47. Αφού υπενθυμίζει στην TVR ότι ήταν υπεύθυνη για την ορθή εκτέλεση της συμβάσεως, η Επιτροπή αντικρούει, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι η εναγομένη ευθυνόταν για την καθυστέρηση με την οποία το ICST άρχισε τις εργασίες, εφόσον δεν μπορούσε να προσλάβει ερευνητή πριν από την υπογραφή της συμφωνίας εταιρικής σχέσεως με την TVR.
48. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η TVR υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Corte suprema di cassazione σε θέματα λύσεως των συμβάσεων λόγω μη τηρήσεως των προθεσμιών, απαιτείται, προκειμένου η προθεσμία να μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης - και η αθέτησή της να δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως -, η εκπνοή της να καθιστά άνευ σημασίας για τον αντισυμβαλλόμενο την εκτέλεση της συμβάσεως. Κατ' αυτήν, η καθυστέρηση υποβολής των περιοδικών εκθέσεων δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι κατέστησε για την Επιτροπή την υλοποίηση του σχεδίου άνευ σημασίας .
49. Η εναγομένη προσκόμισε (για να συμπεριληφθεί στη δικογραφία) το πρακτικό συσκέψεως που έλαβε χώρα στις 5 Απριλίου 1990 στα καταστήματά της στη Ρώμη με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των τριών εταιρικών επιχειρήσεων και της Επιτροπής. Όπως προκύπτει από το πρακτικό αυτό, ο λόγος για τον οποίο το ICST ξεκίνησε τις εργασίες του με καθυστέρηση πέντε μηνών ενέκειτο στο γεγονός ότι το ίδρυμα αυτό δεν είχε λάβει την άδεια να προσλάβει το αναγκαίο προσωπικό για τις έρευνες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας εταιρικής σχέσεως με την TVR και το DSM, οι δε προηγηθείσες της συμφωνίας αυτής διαπραγματεύσεις παρατάθηκαν επί σειρά μηνών.
50. Επομένως, η TVR δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την καθυστέρηση ενάρξεως των εργασιών του ICST, δοθέντος ότι η σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και της TVR υπογράφηκε με βάση σχέδιο που είχαν υποβάλει οι τρεις εταιρίες, οι οποίες, πάντως, συμφώνησαν επί των λεπτομερειών εκτελέσεως του σχεδίου μόνον αρκετούς μήνες μετά την εκκίνησή του.
51. Η ευθύνη της TVR για την ως άνω καθυστέρηση καθίσταται ακόμη εμφανέστερη από το γεγονός ότι τόσον η ρήτρα 1.4 της συμβάσεως όσον και το άρθρο 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ αυτής προέβλεπαν ρητώς ότι η TVR έφερε την απόλυτη ευθύνη για την ορθή εκτέλεση της συμβάσεως έναντι της Επιτροπής, έστω και αν συνεργαζόταν υπό εταιρική μορφή με τρίτους για την υλοποίηση του σχεδίου. Επομένως, η εναγομένη δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ενάρξεως της συμβάσεως εκ μέρους των DSM και ICST για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση με την οποία υπέβαλε η ίδια τις περιοδικές εκθέσεις.
52. Η προϋπόθεση από την οποία η νομολογία του Corte suprema di cassazione εξαρτά τη δυνατότητα καταγγελίας μιας συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως προθεσμίας πρέπει να εξεταστεί στο γενικό πλαίσιο της συμβάσεως. ράγματι, η μη τήρηση των συμβατικών προθεσμιών αποκτά μεταλύτερη βαρύτητα οσάκις η σύμβαση δεν εκτελείται σύμφωνα με όσα προσυπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι. Κατά την Επιτροπή, η TVR ευθυνόταν για την κακή διαχείριση του σχεδίου, και αυτή είναι η δεύτερη αιτίασή της έναντι της εναγομένης.
53. Η Επιτροπή θεμελιώνει την εκτίμησή της επί δύο γνωμοδοτήσεων ανεξαρτήτου εξωτερικού πραγματογνώμονα, και συγκεκριμένα του καθηγητή Goedel του ανεπιστημίου του Άαχεν. Με την πρώτη από τις δύο αυτές γνωμοδοτήσεις, η οποία φέρει ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 1992, ο καθηγητής Goedel ανέφερε ότι: «Τα αποτελέσματα υποβλήθηκαν με σημαντική καθυστέρηση (περίπου εννέα μηνών). Οι συμβαλλόμενοι θα έπρεπε να συντονίσουν τις εργασίες τους με καλύτερο τρόπο. Με τις εκθέσεις της, η TVR προσδιορίζει τους ερευνητικούς στόχους καθώς και τους λόγους καθυστερήσεως και προβαίνει σε ανάλυση της διαθέσιμης επιστημονικής φιλολογίας αλλά δεν παρέχει στοιχεία επί των αποτελεσμάτων των δικών της ερευνών.» Ο καθηγητής Goedel χαρακτηρίζει ως «κακά» τα επιτευχθέντα μέχρι την ημερομηνία εκείνη αποτελέσματα και καταλήγει υπογραμμίζοντας την ανάγκη παρεμβάσεως ενός «δυναμικού συντονιστή». Εν συνεχεία, η απάντηση της TVR στο από 25 Μαρτίου 1992 έγγραφο οχλήσεως αποτέλεσε αντικείμενο, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, και δεύτερης αρνητικής γνωμοδοτήσεως του καθηγητή Goedel .
54. Η ενάγουσα διατύπωσε την εκτίμησή της με το από 25 Μαρτίου 1992 έγγραφό της οχλήσεως και το επιβεβαίωσε αργότερα με το έγγραφο που απηύθυνε στην εναγομένη στις 4 Μα_ου 1992.
55. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η TVR ισχυρίζεται ότι ο καθηγητής Goedel εξέδωσε την πρώτη γνωμοδότησή του χωρίς να εξετάσει το παραμικρό έγγραφο και χωρίς να επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στην Pontinia, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη το σχέδιο.
Όσον αφορά τη δεύτερη αρνητική γνωμοδότηση, η εναγομένη αμφισβητεί κατ' αρχάς την ύπαρξή της δεδομένου ότι η Επιτροπή αδυνατούσε να την προσκομίσει προκειμένου να περιληφθεί στη δικογραφία. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο πραγματογνώμονας εξέδωσε τη φερόμενη δεύτερη γνωμοδότηση, είναι αλυσιτελής για τους σκοπούς της διαδικασίας, εφόσον αναφερόταν στη χρησιμότητα του σχεδίου που είχε εγκρίνει η Επιτροπή.
56. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο πραγματογνώμων, καθηγητής ανεπιστημίου διεθνούς φήμης, είχε εξετάσει προηγουμένως με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή τα στοιχεία που είχε ήδη παράσχει η TVR στην Επιτροπή, ενώ κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν της γνωμοδοτήσεώς του περιορίστηκε στην ανάλυση των τελευταίων εγγράφων που είχε λάβει. Επιπλέον, ο καθηγητής Goedel παρίστατο στη σύσκεψη αξιολογήσεως του προσχεδίου και υπέβαλε ορισμένες ερωτήσεις στις συμμετέχουσες στη σύσκεψη επιχειρήσεις.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η δεύτερη αρνητική γνωμοδότηση διατυπώθηκε προφορικά στα πλαίσια διαφόρων συσκέψεων με τους υπαλλήλους της.
57. Κατ' εμέ, όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητό, όταν πρόκειται για ερευνητικά προγράμματα όπως το επίδικο, η Επιτροπή να στηρίζεται στη γνώμη ειδικών εγνωσμένου κύρους προκειμένου να εκτιμήσει την ποιότητα της πραγματοποιήσεως του σχεδίου. Τούτου δοθέντος, εκτιμώ επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται στο περιεχόμενο της υποτιθεμένης αρνητικής δεύτερης γνωμοδοτήσεως του καθηγητή Goedel τη στιγμή που κατά περίεργο τρόπο δεν υφίσταται καμία γραπτή μαρτυρία περί αυτής.
58. Με την πρώτη γνωμοδότησή του, ο καθηγητής Goedel διατύπωσε σαφώς αρνητική εκτίμηση για την εργασία που είχαν πραγματοποιήσει μέχρι τότε η TVR και εταίροι της. Υπό την επισήμανση «Ανάγκη νέων εταίρων», έφθασε μέχρι και του σημείου να γράψει «Need for a "strong" coordinator», αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό τη δράση της TVR ως συντονιστή του προγράμματος.
59. Η γνωμοδότηση αυτή καθώς και οι καθυστερήσεις στην υποβολή των περιοδικών εκθέσεων επέτρεπαν κάλλιστα, κατά τη γνώμη μου, στην Επιτροπή να θεωρήσει ότι το σχέδιο είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και ότι, συνακόλουθα, έπρεπε να ανασταλεί η κοινοτική χρηματοδότηση.
60. Αφετέρου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι εν πάση περιπτώσει το άρθρο 4 του παραρτήματος Ι της συμβάσεως (τεχνικές διατάξεις) παρείχε στην Επιτροπή την ευχέρεια να καταγγείλει τη σύμβαση ακόμη και αποκλειστικά με βάση τη δική της εκτίμηση επί των υποβληθέντων κατά τη διάρκεια της συσκέψεως αξιολογήσεως των αποτελεσμάτων στα πλαίσια υλοποιήσεως του προσχεδίου.
61. Για όλους αυτούς τους λόγους, συνάγω ότι η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να καταγγείλει τη σύμβαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, του παραρτήματος ΙΙ αυτής.
62. Η εναγομένη υποστηρίζει ότι, με το έγγραφο της 15ης Απριλίου 1992, είχε αντικρούσει σημείο προς σημείο τις εις βάρος της αιτιάσεις της Επιτροπής με το έγγραφο οχλήσεως και ότι πρέπει να θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν απέρριψε τις διευκρινίσεις της εφόσον δεν απάντησε επ' αυτών.
63. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το έγγραφο οχλήσεως στόχευε στην εκτέλεση της συμβάσεως, ήτοι στην πραγματοποίηση των παροχών που αποτελούσαν το αντικείμενό της. Ήταν προφανές, κατ' αυτήν, ότι οι ανωτέρω παροχές θα μπορούσαν να χωρήσουν εντός της σύντομης προθεσμίας ενός μήνα μόνον αν βρίσκονταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο κατά τον χρόνο αποστολής του εγγράφου οχλήσεως, πράγμα που δεν συνέβαινε αν ληφθεί υπόψη η εξαιρετικά σημαντική καθυστέρηση εκ μέρους της TVR. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η απάντηση που της απηύθυνε η εναγομένη στις 15 Απριλίου 1992 είναι απλή απόπειρα αιτιολογήσεως και είναι άσχετη προς την αιτηθείσα εκτέλεση.
64. Ευχής έργον θα ήταν η Επιτροπή να απαντήσει στο από 15 Απριλίου 1992 έγγραφο της εναγομένης, στηριζόμενη στα στοιχεία που είχε επισημάνει ο πραγματογνώμων με τη δεύτερη αρνητική γνωμοδότησή του, έγγραφη μαρτυρία της οποίας δεν υφίσταται. άντως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η TVR δεν έθεσε τέρμα στη μη εκτέλεση με το εν λόγω έγγραφο. Όπως και η Επιτροπή, πιστεύω ότι στην πραγματικότητα της ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί θετικά, εντός ενός μήνα, στις αιτιάσεις που της είχαν απευθυνθεί.
65. Ακολούθως, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η στάση της Επιτροπής μετά την αποστολή του εγγράφου οχλήσεως επιβεβαιώνει ότι η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Στηρίζεται συναφώς στο γεγονός ότι η Επιτροπή εξέφρασε την ικανοποίησή της για τον διορισμό νέου διευθυντή του σχεδίου και υποστηρίζει επίσης ότι το ως άνω θεσμικό όργανο δεν προέβη επισήμως σε δήλωσε καταγγελίας της συμβάσεως.
66. Η Επιτροπή αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης. Ο διορισμός τον Φεβρουάριο 1992 νέου διευθυντή του σχεδίου, και συγκεκριμένα γνωστού και ικανού ανδρός, δεν μπορούσε να επανορθώσει μια κατάσταση, η οποία είχε ήδη υποστεί, τη συγκεκριμένη στιγμή, ανεπανόρθωτη ζημία. Όσον αφορά τη μη τυπική καταγγελία της συμβάσεως, υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1454 και 1456 του ιταλικού αστικού κώδικα, η καταγγελία της συμβάσεως έγινε αυτοδικαίως και ότι, συνακόλουθα, δεν ήταν αναγκαίο να επιτύχει αναγνωριστική περί αυτού δικαστική απόφαση.
67. Κατ' εμέ, και ο ισχυρισμός αυτός της TVR είναι απορριπτέος. Αφενός, το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο 1992 η εναγομένη αποφάσισε να αντικαταστήσει τον διευθυντή του σχεδίου για να ικανοποιήσει τις αιτιάσεις που της είχαν απευθυνθεί δεν αποτελούσε εμπόδιο για την Επιτροπή να καταγγείλει τη σύμβαση σύμφωνα με τη διαλυτική αίρεση. Αφετέρου, ούτε η αίρεση αυτή ούτε οι εφαρμοστέοι κανόνες του ιταλικού δικαίου τής επέβαλαν την υποχρέωση να επιβεβαιώσει την καταγγελία της συμβάσεως μετά την παρέλευση προθεσμίας ενός μήνα. Εν πάση περιπτώσει, η επιβεβαίωση αυτή περιλαμβανόταν, κατά την άποψή μου, στο έγγραφο που απηύθυνε στις 10 Ιουνίου 1992 στην TVR και με το οποίο, υπενθυμίζοντας την απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεως που της είχε γνωστοποιήσει στις 25 Μαρτίου 1992, την καλούσε να της προσκομίσει τον τελικό υπολογισμό των δαπανών της εντός ενός μήνα. Η TVR τής διαβίβασε τελικό λογαριασμό απαντώντας στο εν λόγω έγγραφο στις 2 Ιουλίου 1992, γεγονός που επιτρέπει να συναχθεί ότι είχε απόλυτη συνείδηση της καταγγελίας της συμβάσεως.
68. Για τους λόγους που μόλις προεξέθεσα, εκτιμώ ότι η σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και της TVR είχε λυθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της διαλυτικής αιρέσεως που περιελάμβανε. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου που προανέφερα, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η εναγομένη πρέπει, συναφώς, να απορριφθεί, εφόσον, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως, η Επιτροπή νομιμοποιείται να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων στην TVR ποσών και την αποκατάσταση των ζημιών που υποστηρίζει ότι υπέστη, και τούτο χωρίς να απαιτείται, ως εκ των προτέρων και αναγκαία προϋπόθεση, να κινήσει αγωγή περί δικαστικής λύσεως της συμβάσεως.
V - Η ουσία της αξιώσεως
A - Η επιστροφή μέρους της καταβληθείσας προκαταβολής
69. Η Επιτροπή ζητεί την επιστροφή ποσού ύψους 77 558,80 ECU που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των πραγματικών εξόδων (ήτοι των εξόδων που οφείλονται στις πραγματοποιηθείσες εργασίες κατ' εκτέλεση της συμβάσεως) και των ποσών που κατέβαλε στην εναγομένη, ήτοι 460 000 ECU που κατέβαλε στις 21 Δεκεμβρίου 1989 ως προκαταβολή και 128 418,20 ECU που κατέβαλε στις 21 Ιουλίου 1991 για το πρώτο έτος του σχεδίου.
70. Η εναγομένη υπέβαλε τον οριστικό κατάλογο των εξόδων της στις 2 Ιουλίου 1992 στην Επιτροπή, η οποία αρχικά τον ενέκρινε. άντως, στις 23 Μαρτίου 1993 η Επιτροπή απηύθυνε στην εναγομένη έγγραφο με το οποίο απορρίπτει τον κατάλογο και ζητεί την επιστροφή ποσού ύψους 109 444,80 ECU.
71. Επειδή η εναγομένη αμφισβήτησε τους υπολογισμούς της Επιτροπής, η τελευταία ανέθεσε στην εταιρία Ernst & Young να προβεί σε λογιστικό έλεγχο του σχεδίου. Στην από 8 Σεπτεμβρίου 1994 εκθεσή της, η Ernst & Young διευκρίνισε ότι, εξαιρουμένων ορισμένων λογιστικών ανακριβειών , οι υποβληθείσες δαπάνες αντιστοιχούσαν προς εκείνες που περιελάμβαναν τα βιβλία της TVR και ανταποκρίνονταν προς τους όρους της συμβάσεως.
72. Η Επιτροπή απέστειλε στις 6 Ιουνίου 1995 στην εναγομένη νέο έγγραφο, με το οποίο μείωσε το αξιούμενο ποσό σε 77 558,80 ECU.
73. Η TVR ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αντιφάσκει, εφόσον ενέκρινε αρχικά τον πλήρη συγκεφαλαιωτικό κατάλογο των δαπανών, ακολούθως δε αξίωσε την επιστροφή του ποσού των 109 444,80 ECU. Θεωρεί περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τον έλεγχο της Ernst & Young, το ποσό που μπορεί η Επιτροπή να αξιώσει περιορίζεται στα 22 εκατομμύρια ITL.
74. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται καμία αντίφαση και αναφέρει συναφώς το άρθρο 21, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σύμφωνα με το οποίο, «υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 39 του παρόντος παραρτήματος, τα καταβαλλόμενα περιοδικώς ποσά βάσει των σημειωμάτων περί δαπανών πρέπει να λογίζονται ως προκαταβολές μέχρι την έγκριση, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο παράρτημα Ι διαδικασία, των εγγράφων που πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με το εν λόγω παράρτημα ή, οσάκις δεν προβλέπεται η προσκόμιση συγκεκριμένου εγγράφου, μέχρι την έγκριση του πλήρους συγκεφαλαιωτικού καταλόγου δαπανών». Η Επιτροπή εκτιμά ότι η διάταξη αυτή της παρέχει την ευχέρεια να απαιτεί την επιστροφή ήδη καταβληθέντων ποσών, εφόσον ο διενεργηθείς σύμφωνα με το άρθρο 39 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως έλεγχος φέρει στο φως σοβαρές παραβάσεις κατά την εκτέλεση.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αξιολόγησε την πραγματοποιηθείσα από την TVR εργασία δε δύο επίπεδα: ανέθεσε στην Ernst & Young οικονομική αξιολόγηση και στον καθηγητή Goedel τεχνική αξιολόγηση. Υπογραμμίζει ότι η εταιρία ελέγχου μπορούσε να πραγματοποιήσει αποκλειστικά και μόνο οικονομικό έλεγχο, ο οποίος διαφέρει από μια τεχνική αξιολόγηση. Με άλλους λόγους, οι ελεγκτές μπορούν να εκτιμήσουν το κόστος μιας εργατοώρας αλλ' όχι και να προσδιορίζουν αν είναι εύλογο από τεχνικής απόψεως να αφιερώνονται δέκα ώρες για εργασία που απαιτεί μόλις δύο ώρες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οικονομική εκτίμηση πρέπει να συνοδεύεται από τεχνική αξιολόγηση, η οποία εν προκειμένω πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή Goedel, ο οποίος κατέληξε σε αρνητικά συμπεράσματα.
75. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η TVR εμμένει στο ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο αριθμός των ωρών εργασίας που αφιερώθηκαν όντως στο σχέδιο είχε «διογκωθεί». Όσον αφορά την τεχνική αξιολόγηση, η TVR επισημαίνει ότι, με τη γνωμοδότησή του, ο καθηγητής Goedel δεν εξέτασε το ζήτημα των ωρών εργασίας.
76. Ευθύς εξαρχής, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος που συνάγει η TVR από τη φερόμενη αντίφαση της Επιτροπής, η οποία ενέκρινε αρχικώς τον πλήρη συγκεφαλαιωτικό κατάλογο δαπανών για να τον απορρίψει στη συνέχεια. ράγματι, το άρθρο 39 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως ορίζει ότι οι συγκεφαλαιωτικοί κατάλογοι των δαπανών μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επαληθεύσεων, έστω και μετά την εκ μέρους της Επιτροπής εξόφλησή τους. Επομένως, η εναγομένη όφειλε να έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η Επιτροπή μπορούσε, όπως άλλωστε το έπραξε, να παραγγείλει λογιστικό και τεχνικό έλεγχο και να αξιώσει, ενδεχομένως, την επιστροφή των ποσών που δεν αντιστοιχούσαν στις πράγματι αναληφθείσες δαπάνες.
77. Οι μη εγκριθείσες από την Επιτροπή δαπάνες είναι οι ακόλουθες :
- Εργατική δαπάνη: κατά την TVR, η δαπάνη αυτή ανέρχεται σε 333 272 000 ITL, ενώ η Επιτροπή εγκρίνει συναφώς ποσό ύψους 115 530 000 ITL.
- Έξοδα χρησιμοποιήσεως μονίμων εξοπλισμών: με βάση τα πορίσματα των ελεγκτών, η Επιτροπή μείωσε σε 22 εκατομμύρια ITL το ποσό που είχε υποβάλει η εναγομένη.
- Αμοιβές εξωτερικών συμβούλων: από τα 26 481 050 ITL που υπέβαλε η TVR, η Επιτροπή απέρριψε τα 8 100 000 ITL, ποσό για το οποίο οι ελεγκτές δεν βρήκαν κανένα δικαιολογητικό, και 13 770 000 ITL που, κατά την Επιτροπή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο αυτής της κατηγορίας εξόδων.
- Γενικά έξοδα: η Επιτροπή ενέκρινε τα γενικά έξοδα για ποσό ίσο προς το 25 % της εργατικής δαπάνης (όπως είχαν προτείνει οι ελεγκτές). Δεδομένου ότι η Επιτροπή εκτιμά το ύψος της εργατικής δαπάνης σε 115 530 000 ITL, τα γενικά έξοδα αντιστοιχούν σε 22 882 500 ITL (αντί των 73 683 000 ITL που ανέφερε η TVR).
78. Μετά τη μείωση των ως άνω ποσών, η Επιτροπή συνάγει ότι τα δυνάμενα να εγκριθούν έξοδα για το 1992 ανέρχονται σε 115 689,45 ECU, ποσό στο οποίο προστίθενται τα έξοδα του 1990 (128 418,20 ECU) και του 1991 (266 744,75 ECU), ήτοι συνολικό ποσό 510 852,40 ECU. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ήδη καταβάλει ποσό ύψους 588 418,20 ECU στην TVR, η εναγομένη οφείλει να επιστρέψει τη διαφορά, ήτοι ποσό ύψους 77 565,80 ECU .
79. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της Επιτροπής θέτει το ζήτημα του βάρους της αποδείξεως: μπορεί να η Επιτροπή να μειώσει ελευθέρως το ποσό των εξόδων που υπέβαλε ο αντισυμβαλλόμενός της και, αν ναι, εντός ποιων ορίων;
80. Οι διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως επιβάλλουν καταφατική απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος. Έτσι, το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι, «[...] σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο d, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των καταβληθέντων ως οικονομικής εισφοράς ποσών, λαμβάνοντας υπόψη, επιεικώς και ευλόγως, τη φύση και τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθεισών εργασιών καθώς και την ωφέλειά τους στο πλαίσιο κοινοτικού ερευνητικού προγράμματος και τεχνολογική αναπτύξεως». Το προαναφερθέν άρθρο 21, παράγραφος 4, επιρρωννύει την ως άνω ευχέρεια της Επιτροπής.
81. άντως, ούτε οι ως άνω διατάξεις ούτε οι κανόνες περί επιεικείας επιτρέπουν να υποστηριχθεί ότι η σχετική ευχέρεια της Επιτροπής είναι απεριόριστη. Κατ' εμέ, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι της συμβάσεως οφείλουν να δικαιολογήσουν δεόντως τον τρόπο υπολογισμού των εξόδων τους, με τη διαφορά, πάντως, ότι, αν η επιχείρηση δεν παρέχει επαρκή στοιχεία, η Επιτροπή διαθέτει κατ' ανάγκη ευρύτατο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να διορθώσει τα αναφερθέντα από τον αντισυμβαλλόμενο ποσά.
82. Ακολουθώντας τη συλλογιστική αυτή, το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξεταστεί με βάση τα περιληφθένα στη δικογραφία έγγραφα είναι αν η εναγομένη δικαιολόγησε επαρκώς τα έξοδα που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε.
83. Οι διάδικοι αντήλλαξαν την ακόλουθη αλληλογραφία επ' ευκαιρία των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Μα_ου 1992:
- Στην απάντησή της επί του εγγράφου οχλήσεως της Επιτροπής (της 15ης Απριλίου 1992), η TVR επισύναψε λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εργασιών, αναφέροντας τα αντίστοιχα σε κάθε φάση έξοδα για το εξάμηνο μεταξύ 1ης Απριλίου και 9ης Οκτωβρίου 1992. άντως, πρόκειται απλώς για χρονοδιάγραμμα εργασιών και από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι υλοποιήθηκε.
- ροφανώς, η TVR επισύναψε το εκκαθαριστικό σημείωμα εξόδων της για την επίδικη περίοδο στο έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 2 Ιουλίου 1992. άντως, δεν έκρινε απαραίτητο να προσκομίσει αντίγραφό του στο Δικαστήριο.
- Το από 14 Σεπτεμβρίου 1992 έγγραφο της Επιτροπής περιλαμβάνει ένα αναλυτικό απόσπασμα λογαριασμών που επαναλαμβάνει τις διάφορες δαπάνες που υπέβαλε η εναγομένη. Γεγονός, πάντως, παραμένει ότι, αφενός, η Επιτροπή απέρριψε τους παρατιθέμενους στο ως άνω απόσπασμα λογαριασμών αριθμούς μεταγενέστερα και, αφετέρου, δεν υφίσταται καμία πληροφορία επί της πραγματοποιηθείσας εργασίας.
- Τέλος, με το έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 29 Μαρτίου 1993 προκειμένου να αμφισβητήσει τον οριστικό υπολογισμό δαπανών εκ μέρους της Επιτροπής, η TVR διευκρινίζει τον αριθμό ωρών εργασίας που αφιερώθηκαν και τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για ορισμένες κατηγορίες εργασιών, πλην όμως, για μια ακόμη φορά, χωρίς να προσκομίσει το παραμικρό στοιχείο ως προς το πραγματοποιηθέν έργο. Επιπλέον, μία από τις κατηγορίες εργασιών είναι εν πάση περιπτώσει αδύνατο να γίνει δεκτή, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, διότι αφορά εργασία που έπρεπε, σύμφωνα με το παράρτημα Ι της συμβάσεως, να πραγματοποιηθεί από το ICST και όχι από την TVR.
84. Όλα αυτά επιβάλλουν το συμπέρασμα ότι η εναγομένη δεν απέδειξε ότι δικαιολόγησε επαρκώς τον υπολογισμό της σχετικά με τις δαπάνες και ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της συμβάσεως, η Επιτροπή μπορούσε να μειώσει το ποσό των δαπανών αυτών σύμφωνα με δική της τεχνική εκτίμηση.
85. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να ικανοποιήσει το αίτημα περί επιστροφής που υπέβαλε η Επιτροπή και να υποχρεώσει την εναγομένη να της επιστρέψει ποσό ύψους 77 565,80 ECU .
B - Οι τόκοι
86. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως, σε περίπτωση λύσεώς της, ο υπερήμερος συμβαλλόμενος οφείλει να επιστρέψει όχι μόνο τα ποσά που του είχε προκαταβάλει η Επιτροπή αλλά και τους γεγεννημένους σε σχέση με το αντίστοιχο ποσό τόκους από την ημερομηνία λήψεως των προκαταβολών. Το ισχύον επιτόκιο είναι αυτό που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις συναλλαγές του σε ECU, όπως αυτό δημοσιεύεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, προσαυξημένο κατά 2 %.
87. Επομένως, η Επιτροπή αξιώνει την καταβολή τόκων με επιτόκιο ύψους 11,75 % από την ημέρα που η εναγομένη έλαβε την προκαταβολή (ήτοι από 1ης Φεβρουαρίου 1990), ήτοι 24,97 ECU ημερησίως . Η εναγομένη δεν προέβαλε κανέναν ισχυρισμό επί του σημείου αυτού και περιορίστηκε στο να αρνηθεί την κύρια υποχρέωση επιστροφής.
88. Επειδή η TVR οφείλει να αποδώσει στην Επιτροπή το ποσό των 77 565,80 ECU ως κύρια οφειλή, το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για την παρεπόμενη υποχρέωση - ρητώς συμφωνηθείσα από τους συμβαλλομένους - περί καταβολής των συναφών τόκων .
Γ - Η αποκατάσταση των ζημιών
89. Τέλος, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την TVR να της καταβάλει αποζημίωση λόγω της ζημίας που υπέστη από την αθέτηση της συμβάσεως. Κατ' αυτήν, οι ζημίες είναι οι ακόλουθες:
- Ορισμένοι από τους υπαλλήλους της διέθεσαν σημαντικό αριθμό ωρών προκειμένου να ελέγξουν τη δραστηριότητα της εναγομένης και να απαιτήσουν την τήρηση των προβλεπομένων προθεσμιών για την υποβολή των περιοδικών εκθέσεων .
- Η Επιτροπή υποχρεώθηκε να προσφύγει στις υπηρεσίες εταιρίας ορκωτού ελέγχου προκειμένου να ελέγξει την εργασία της TVR από λογιστικής απόψεως.
- Η Επιτροπή δεν κατέστη δυνατό να επωφεληθεί των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το άρθρο 19 του παραρτήματος ΙΙ της συμβάσεως και να κάνει έτσι χρήση των κτηθεισών γνώσεων χάρη στις έρευνες που είχε χρηματοδοτήσει ή της εκμεταλλεύσεως των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που θα είχαν ενδεχομένως χορηγηθεί με την ευκαιρία αυτή.
- Συνάπτοντας σύμβαση με πρόσωπο που αθέτησε τις δεσμεύσεις του, η Επιτροπή υπέστη ζημία σε επίπεδο αξιοπιστίας έναντι όλων των δυνάμει ενδιαφερομένων να συμβληθούν μαζί της προσώπων.
90. Η Επιτροπή εκτιμά το συνολικό ύψος της αποκαταστάσεως των διαφόρων αυτών ζημιών σε 7 700 ECU, υπό την επιφύλαξη διαφορετικής εκτιμήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1226 του ιταλικού αστικού κώδικα, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι, εφόσον το συγκεκριμένο ποσό της ζημίας είναι αδύνατον να προσδιοριστεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο να το εκτιμήσει κατά δικαία κρίση.
91. Μεταξύ των ζημιών αυτών, το υποστατό των οποίων αμφισβητεί η εναγομένη επιχείρηση, εκτιμώ ότι μόνον η δεύτερη και ενδεχομένως η τρίτη μπορούν να γίνουν δεκτές. Οι δύο άλλες πρέπει να απορριφθούν για τους ακολούθους λόγους:
α) Ο χρόνος εργασίας που αφιέρωσαν αναγκαστικά οι υπάλληλοι της Επιτροπής για την εκτέλεση της αποστολής τους κατά την προγενέστερη της καταγγελίας των συμβάσεων περιόδου δεν μπορεί να εκληφθεί ως ζημία: η παρακολούθηση της εξελίξεως στα πλαίσια των αναληφθεισών συμβατικών υποχρεώσεων του θεσμικού οργάνου εμπίπτει στη συνήθη αποστολή τους. Το ευμετάβλητο της συμβατικής σχέσεως μεταξύ της Επιτροπής και της TVR δεν παρίσταται συναφώς τόσον ασύνηθες ώστε να χρήζει δυσανάλογης προσοχής, σε βάρος άλλων διοικητικών καθηκόντων, που να μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημιώσεως. Όσον αφορά τη μεταγενέστερη της λύσεως της συμβάσεως περίοδο, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν αφ' εαυτών ως συνιστώντα ζημία χωριστή από την επιβάρυνση των δικαστικών εξόδων .
β) Το γεγονός ότι ο ένας εκ των συμβαλλομένων σε συμβατική σχέση όπως η επίδικη δεν εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις του και ότι η αθέτηση αυτή συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως σε καμία περίπτωση δεν προκαλεί «απώλεια αξιοπιστίας» έναντι των τρίτων.
92. Ως προς την αδυναμία να επωφεληθεί από τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα εκ της εκμεταλλεύσεως των κτηθεισών γνώσεων ή των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας χάρη στις χρηματοδοτηθείσες έρευνες, κατ' αρχήν, ουδέν εμπόδιο υφίσταται για τον υπολογισμό της συναφούς ζημίας. άντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ο όλως υποθετικός χαρακτήρας των ως άνω πλεονεκτημάτων στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο. ράγματι, η Επιτροπή αναφέρεται σ' αυτά γενικώς και αφηρημένως, χωρίς να προσκομίζει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων να θεμελιώνει, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, έστω και αν το Δικαστήριο αποφαινόταν κατ' εύλογη κρίση, όπως προβλέπει το άρθρο 1226 του ιταλικού αστικού κώδικα, θα αδυνατούσε να αποφανθεί κατ' εκτίμηση, με αποτέλεσμα σε παρόμοια περίπτωση ο υπολογισμός των ζημιών να πρέπει να χωρήσει «στα τυφλά».
93. Αντίθετα, η αμοιβή (ύψους 6 610 ECU) που η Επιτροπή κατέβαλε στην εταιρία Ernst & Young σε εκτέλεση της συμβάσεως περί ορκωτού ελέγχου είναι επαρκώς πιστοποιημένη για τους σκοπούς του προσδιορισμού του τελικού ποσού των συμβατικών σχέσεων. άντως, δεδομένου ότι, στα πλαίσια της υποθέσεως C-40/98 μεταξύ των ιδίων διαδίκων επ' ευκαιρία της εκτελέσεως άλλης συμβάσεως έρευνας, πρότεινα στο Δικαστήριο να υποχρεώσει την εναγομένη να επιστρέψει το κόστος του ελέγχου στην Επιτροπή και δεδομένου ότι το υποβληθέν από την Ernst & Young τιμολόγιο αφορά από κοινού τον έλεγχο των δύο συμβάσεων, επιβάλλεται, προκειμένου να αποφευχθεί αδικαιολόγητος πλουτισμός της Επιτροπής, να απορριφθεί το σκέλος αυτό του αιτήματος της παρούσας υποθέσεως.
VI - Η ανταγωγή
94. Δεδομένου ότι πρέπει να γίνει δεκτή, κατά την άποψή μου, η αγωγή της Επιτροπής, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα από την TVR ανταγωγή.
VII - Δικαστικά έξοδα
95. Δοθέντος ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή σχεδόν στο σύνολό της, λόγω δε του ότι η ενάγουσα υπέβαλε σχετικό αίτημα, η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VIII - ρόταση
96. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή κατ' ουσίαν την παρούσα αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη επιχείρηση να καταβάλει στην Επιτροπή:
- ποσό ύψους 77 565,80 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 24,97 ευρώ ημερησίως, από 1ης Φεβρουαρίου 1990 έως την ημέρα πλήρους εξοφλήσεως του χρέους·
- τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το θεσμικό όργανο για τους σκοπούς της δίκης.
Full & Egal Universal Law Academy