Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η προκειμένη υπόθεση είναι αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η European Fertilizer Manufacturers Association (στο εξής: EFMA) κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, της 17ης Δεκεμβρίου 1997 στην υπόθεση EFMA κατά Συμβουλίου (1). Με την απόφαση εκείνη το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή με την οποία η EFMA είχε ζητήσει την ακύρωση του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 477/95 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1995, για την τροποποίηση των οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές στην Κοινότητα ουρίας καταγωγής πρώην ΕΣΣΔ και για την περάτωση των μέτρων αντιντάμπινγκ που ισχύουν για τις εισαγωγές στην Κοινότητα ουρίας καταγωγής πρώην Τσεχοσλοβακίας (2) (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
Πραγματικό και νομικό πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου η αναιρεσείουσα
2 Το ιστορικό της διαφοράς περιγράφεται ως εξής στην προσβαλλομένη απόφαση. Η EFMA είναι επαγγελματική ένωση παραγωγών λιπασμάτων. Τον Ιούνιο του 1986, η CMC-Engrais, μέλος της EFMA, ζήτησε από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Κοινότητα ουρίας καταγωγής τρίτων χωρών (3), κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (4).
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3339/87 του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ουρίας καταγωγής Λιβύης και Σαουδικής Αραβίας και για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων που προτάθηκαν σε σχέση με τις εισαγωγές ουρίας καταγωγής Τσεχοσλοβακίας, Λαϋκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Κουβέιτ, Σοβιετικής Ένωσης, Τρινιδάδ και Τομπάγκο και Γιουγκοσλαβίας και για την περάτωση της έρευνας αυτής (5), εκδόθηκε με την κατάληξη της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή. Οι αναλήψεις υποχρεώσεων που έγιναν με τον εν λόγω κανονισμό επικυρώθηκαν με την απόφαση 89/143/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 1989 (6).
3 Κατόπιν αιτήσεως της EFMA της 29ης Οκτωβρίου 1992, η Επιτροπή κίνησε νέα έρευνα θεωρώντας ότι υπήρχε μεταβολή των συνθηκών ικανή να δικαιολογήσει την έναρξη διαδικασίας επανεξετάσεως των αναλήψεων υποχρεώσεων που είχαν γίνει δεκτές.
Στις 10 Μαου 1994, η Επιτροπή κοινοποίησε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερωτικό έγγραφο στο οποίο εξέθεσε τα πορίσματα της έρευνας καθώς και τα στοιχεία, βάσει των οποίων σκόπευε να συστήσει τη λήψη οριστικών μέτρων. Ειδικότερα, με το έγγραφο αυτό έδωσε διευκρινίσεις ως προς την επιλογή της Σλοβακίας ως χώρας αναφοράς αντί της Αυστραλίας και του Καναδά, τον υπολογισμό της κανονικής αξίας (στη Σλοβακία) τη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και των τιμών εξαγωγής και, τέλος, τον υπολογισμό της ζημίας. Διευκρίνισε επίσης τους λόγους για τους οποίους θεώρησε σκόπιμο να καθορίσει περιθώριο κέρδους των κοινοτικών παραγωγών 5 % και να προβεί σε προσαρμογή κατά 10 % της τιμής της ουρίας ρωσικής προελεύσεως για τον υπολογισμό του επιπέδου του δασμού. Η προσαρμογή αυτή στηρίχθηκε σε μια διπλή εκτίμηση, δηλαδή ότι η ρωσική ουρία είχε τάσεις αλλοιώσεως κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και δεν καλυπτόταν από ασφάλεια εφοδιασμού της αγοράς. Τα στοιχεία αυτά προκαλούσαν μείωση της τιμής.
Ακολούθησε αλληλογραφία και διάφορες συνταντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της EFMA και της Επιτροπής, κατά τις οποίες συζητήθηκαν τα θέματα της προσαρμογής κατά 10 % και του καθορισμού περιθωρίου κέρδους 5 %.
4 Στις 16 Ιανουαρίου 1995, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, για την τροποποίηση των οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές στην Κοινότητα ουρίας καταγωγής πρώην Σοβιετικής Ένωσης και για την περάτωση των μέτρων αντιντάμπιγκ που ισχύουν για τις εισαγωγές στην Κοινότητα ουρίας καταγωγής πρώην Τσεχοσλοβακίας.
Το όριο εξαλείψεως της ζημίας ήταν χαμηλότερο από το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για τη Ρωσία. Για τον λόγο αυτό, ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 (7) (στο εξής: βασικός κανονισμός), στο επίπεδο του ορίου εξαλείψεως της ζημίας.
Το άρθρο 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι το ακόλουθο:
«1. Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ουρίας που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 3102 10 10 και 3102 10 90 καταγωγής Ρωσικής Ομοσπονδίας.
2. Το ποσό του δασμού ισούται με τη διαφορά μεταξύ 115 Ecu ανά τόνο και της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα" πριν τον εκτελωνισμό, αν η τιμή αυτή είναι χαμηλότερη.
3. Εκτός εάν υπάρχει άλλη πρόβλεψη, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνεικούς δασμούς.»
Η απόφαση του Πρωτοδικείου
5 Στις 17 Απριλίου 1995, η EFMA άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή με την οποία ζήτησε την ακύρωση του άρθρου 1 του προσβαλλομένου κανονισμού. Ζήτησε επίσης από το Πρωτοδικείο «να διατάξει τη διατήρηση των δασμών αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό αυτό, έως ότου τα αρμόδια όργανα θεσπίσουν τα αυστηρότερα μέτρα που θα επάγεται η εκτέλεση της αιτουμένης δικαστικής αποφάσεως».
Η αναιρεσείουσα προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο αμφισβήτησε την επιλογή της Σλοβακίας ως χώρας αναφοράς, επιλογή η οποία υποστήριξε ότι συνιστά παράβαση του βασικού κανονισμού. Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, έκανε λόγο για άλλη παράβαση του κανονισμού αυτού καθότι η κανονική αξία και οι τιμές εξαγωγής συγκρίθηκαν σε δύο διαφορετικά στάδια. Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η σύγκριση ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Στο ζήτημα αυτό έκανε επίσης λόγο για ελλιπή αιτιολογία του προσβαλλομένου κανονισμού. Τέλος, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορούσε τον καθορισμό της ζημίας. Συναφώς η αναιρεσείουσα ανέπτυξε δύο επιχειρήματα: πρώτον ότι το Συμβούλιο, προβαίνοντας σε προσαρμογή της τιμής της ουρίας ρωσικής παραγωγής για να αντισταθμίσει ορισμένες υποτιθέμενες διαφορές ποιότητας, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας. Στη συνέχεια επικαλέστηκε τις ίδιες παραβάσεις αναφερόμενη στον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους των κοινοτικών παραγωγών που η EFMA έκρινε πολύ χαμηλό.
6 Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1977, που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή. Η απόφαση εξέτασε καταρχάς τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, που αναφέρεται στον υπολογισμό της ζημίας. Στο ζήτημα αυτό το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, προβαίνοντας σε προσαρμογή κατά 10 %, λόγω των ποιοτικών διαφορών μεταξύ της ρωσικής και της κοινοτικής ουρίας, τα όργανα δεν υπερέβησαν το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν. Στη συνέχεια, σχετικά με τον ισχυρισμό της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας κατά τη διοικητική φάση, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η EFMA ενημερώθηκε κατά τη φάση αυτή για «τα κύρια πραγματικά περιστατικά και τους κυριότερους λόγους στους οποίους τα κοινοτικά όργανα στήριξαν τα συμπεράσματά τους» (8). Κατά συνέπεια δεν διαπίστωσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Πάντα στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε, στη συνέχεια, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το περιθώριο κέρδους 5 % των κοινοτικών παραγωγών είναι πολύ χαμηλό για τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους. Συναφώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε «αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση (κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου κέρδους)» (9). Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τη μελέτη Ζ/Υen που προσκόμισε η αναιρεσείουσα για να στηρίξει το επιχείρημά της, καθόσον η μελέτη αυτή προσκομίστηκε κατά την ένδικη φάση και μετά την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν προσβλήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας της EFMA διότι αυτή «είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της σχετικά με τη λυσιτέλεια του ποσοστού του 5 % και να αποδείξει για ποιο λόγο θα ήταν αναγκαίο ένα κέρδος προ της επιβολής φόρου ύψους 10 %» (10). Παρ' όλ' αυτά, συνεχίζει το σκεπτικό της αποφάσεως, η αναιρεσείουσα «ισχυρίστηκε απλώς επιχειρηματολογώντας γενικά ότι ένα κέρδος της τάξεως του 10 % θα ήταν πιο λογικό, χωρίς εξάλλου να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του περιθωρίου κέρδους» (11).
7 Αφού το Πρωτοδικείο απέρριψε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως δεν ασχολήθηκε πολύ με την εξέταση των δύο άλλων λόγων που προέβαλε η αναιρεσείουσα. Τους έκρινε «αλυσιτελείς» κατά την έννοια ότι ακόμα και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμοι, δεν θα οδηγούσαν στην ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού και στον καθορισμό ψηλότερου δασμού από αυτόν που επέβαλαν τα κοινοτικά όργανα εν προκειμένω.
8 Η EFMA άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής και προβάλλει, κατά τα ουσιώδη, έξι λόγους αναιρέσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
9 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως: το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε το γεγονός ότι δεν εξέτασε τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν ενώπιόν του αλλά τους έκρινε «αλυσιτελείς».
Η αιτίαση αυτή είναι προδήλως αβάσιμη. Όπως διευκρινίζει η απόφαση (12), το άρθρο 13, παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού ορίζει ότι όταν το όριο εξαλείψεως της ζημίας είναι χαμηλότερο του περιθωρίου ντάμπινγκ, ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να καθοριστεί σε επίπεδο ψηλότερο του ορίου εξαλείψεως της ζημίας. Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε ότι τα κοινοτικά όργανα ορθώς υπολόγισαν τη ζημία, ήταν εν πάση περιπτώσει αδύνατο, λαμβανομένου υπόψη του προαναφερθέντος κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 3, να επιβληθεί δασμός υψηλότερος από το όριο αυτό, όπως ζητούσε η αναιρεσείουσα. Ο συλλογισμός αυτός εκτίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 115 έως 122 της απόφασης και ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να γίνει λόγος για ελλιπή αιτιολογία ως προς αυτό το σημείο.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
10 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν είχε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον όσον αφορά τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως. Αυτό σημαίνει ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ).
Η αιτίαση αυτή είναι επίσης προδήλως αβάσιμη. Η νομολογία που επικαλείται η EFMA στο πλαίσιο των συναφών επιχειρημάτων της αναφέρεται σε ζήτημα τελείως άσχετο με την υπό κρίση υπόθεση, στο ζήτημα του συμφέροντος που έχει ο προσφεύγων να επιτύχει την ακύρωση ορισμένης πράξεως (13). Εν προκειμένω όμως το Πρωτοδικείο δεν απέκλεισε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να ασκήσει προσφυγή· ούτε αποφάνθηκε ως προς το έννομο συμφέρον της να επιτύχει την ακύρωση του κανονισμού. Η απόφαση απλώς εφαρμόζει το άρθρο 13, παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού: εφόσον διαπιστώθηκε ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ έπρεπε να καθοριστεί στο όριο εξαφανίσεως της ζημίας και καθορίστηκε ορθά από τα κοινοτικά όργανα, η δυνατότητα επιτεύξεως του καθορισμού ψηλότερου δασμού αντιντάμπινγκ που ζητούσε η αναιρεσείουσα προσέκρουε στον θεμελιώδη κανόνα του βασικού κανονισμού που προανέφερα. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι απορρίφθηκε ο τρίτος λόγος ακυρώσεως - που αφορούσε ακριβώς τον υπολογισμό της ζημίας - η διάταξη αυτή του βασικού κανονισμού δεν επέτρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα της EFMA και να καθοριστεί ψηλότερος δασμός αντιντάμπινγκ. Συνεπώς η εξέταση του πρώτου και του δευτέρου λόγου ακυρώσεως κατέστη περιττή: συγκεκριμένα, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να καθοριστεί δασμός ψηλότερος από το όριο εξαφανίσεως της ζημίας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Πρωτοδικείο ορθά θεώρησε ότι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως ήταν αλυσιτελείς. Πρόκειται δηλαδή για λογική εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης που δεν είναι καθόλου άγνωστη στη νομολογία: ευλόγως μπορεί να κριθεί αλυσιτελής ο ισχυρισμός ο οποίος, και αν ακόμα είναι βάσιμος, το αίτημα του προσφεύγοντος δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Στην περίπτωση αυτή είναι περιττό να εξετάσει το Πρωτοδικείο ή το Δικαστήριο τον σχετικό ισχυρισμό, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν θα επηρέαζε το διατακτικό της απόφασης (14).
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
11 Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ουσιαστική πλάνη καθώς και αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων από το Πρωτοδικείο. Συναφώς, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται μόνο επί νομικών και όχι επί πραγματικών ζητημάτων. Προσθέτει πάντως ότι το ίδιο το Δικαστήριο πρόβλεψε εξαίρεση για την περίπτωση όπου είναι προφανές ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του (15). Ακριβώς όμως η προσβαλλομένη απόφαση εμφανίζει τέτοιο ελάττωμα, δεδομένου ότι, στη σκέψη 77, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί είχαν δεχθεί κατά τη διοικητική διαδικασία μια προσαρμογή της τάξεως του 5 % λόγω της διαφοράς ποιότητας μεταξύ της ρωσικής ουρίας και της παραγόμενης στην Κοινότητα. Στην πραγματικότητα οι κοινοτικοί παραγωγοί ουδέποτε διατύπωσαν τέτοια αποδοχή.
Αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι εξ ολοκλήρου αβάσιμος. Καταρχάς, η αλλοίωση αποδεικτικών στοιχείων που μπορεί να προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου παραμένει περίπτωση εντελώς εξαιρετική, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θα έπρεπε να ελέγξει την εκτίμηση που διατύπωσε το Πρωτοδικείο επί των περιστατικών της υποθέσεως με την ιδιαιτερότητα ότι θα επρόκειτο για προφανή και εύκολα εξακριβώσιμη πλάνη. Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι το Δικαστήριο, καίτοι δέχθηκε αυτή τη δυνατότητα, ουδέποτε την εφάρμοσε στην πράξη. Εν συνεχεία, εύκολα διαπιστώνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εμφανίζει το ελάττωμα που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Πράγματι, το Πρωτοδικείο ουδέποτε επισήμανε ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί είχαν δεχτεί μια προσαρμογή της τάξεως του 5 %. Στο χωρίο της απόφασης που επικαλείται η αναιρεσείουσα γίνεται απλώς λόγος για σχετικό ισχυρισμό του Συμβουλίου. Ο ισχυρισμός αυτός μνημονεύεται δηλαδή στην απόφαση ως άποψη διαδίκου και όχι ως εκτίμηση του ίδιου του δικαστηρίου. Εν συνεχεία όσον αφορά την ουσιαστική ακρίβεια του ισχυρισμού αυτού του Συμβουλίου, είναι φανερό ότι πρόκειται για πραγματικό ζήτημα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
12 Η EFMA υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι «τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, στο μέτρο που αφορούν τη φυσική και χημική σύνθεση της ουρίας κατά τον χρόνο της εξόδου της από το εργοστάσιο στη Ρωσία, είναι άνευ σημασίας» (16) αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Συγκεκριμένα το Πρωτοδικείο αγνόησε τις αναλύσεις που είχαν πραγματοποιήσει οι κοινοτικοί παραγωγοί.
Αυτός ο λόγος είναι απαράδεκτος. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ενδεχόμενη νομική πλάνη στην απόφαση αλλλ απλώς αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου όσον αφορά πραγματικό γεγονός. Αυτός ο έλεγχος όμως δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου όταν εκδικάζει αίτηση αναιρέσεως.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
13 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ορισμένα ουσιώδη στοιχεία σχετικά με την προσαρμογή της τιμής δεν της κοινοποιήθηκαν κατά τη διοικητική φάση ενώ άλλα στοιχεία της γνωστοποιήθηκαν μόλις κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης. Κατά συνέπεια, κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν προσβλήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας.
Ούτε αυτό το επιχείρημα μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, η απόφαση αναφέρει ότι «η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ τα κύρια πραγματικά περιστατικά και τους κυριότερους λόγους στους οποίους τα κοινοτικά όργανα στήριξαν τα συμπεράσματά τους. Το μόνο συμπληρωματικό στοιχείο που παράσχει συναφώς το Συμβούλιο [...] αποτελεί απλώς επιβεβαίωση και δεν εντάσσεται στην αιτιολογία του προσβαλλομένου κανονισμού και η παράλειψη γνωστοποιήσεώς της δεν μπορούσε να εμποδίσει την προσφεύγουσα να ασκήσε τα δικαιώματά της άμυνας» (17). Μ' αυτό το προηγούμενο όμως - που το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει - δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι «δεν συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας» (18). Πράγματι, η απόφαση ορθά εφαρμόζει εδώ την αρχή ότι «κατά τη νομολογία, δεν συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας εφόσον στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας παρασχέθηκε στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η δυνατότητα να καταστήσει γνωστή την άποψή της για το υποστατό και τη λυσιτέλεια των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων» (19).
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
14 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη τη μελέτη της εταιρίας Z/Yen, που είχε προσκομίσει ενώπιόν του για να αποδείξει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εμφανίζει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στο τμήμα που αναφέρεται στον υπολογισμό του περιθωρίου κέρδους των κοινοτικών παραγωγών. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η μελέτη αυτή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη διότι η EFMA δεν την επικαλέστηκε κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά την προσκόμισε μετά την έκδοση του κανονισμού. Κατά την αναιρεσείουσα, η εκτίμηση αυτή συνιστά παράβαση του άρθρου 173 της Συνθήκης και ειδικότερα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας: το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει επιχειρήματα για να στηρίξει την άποψή του δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς και μόνο διότι δεν προέβαλε τα επιχειρήματα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία. Συναφώς η EFMA επικαλείται δύο αποφάσεις στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με τις οποίες αναγνωρίστηκε η δυνατότητα αυτή (20).
15 Ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να γίνει δεκτός. Το σχετικό χωρίο της απόφασης είναι η σκέψη 18 όπου επισημαίνεται ότι «Το Πρωτοδικείο οφείλει να διερευνά αν τα κοινοτικά όργανα στηρίχθηκαν σε ακριβή πραγματικά περιστατικά και αν τα περιστατικά αυτά αξιολογήθηκαν κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Εν προκειμένω, καθίσταται πράγματι σαφές ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας καμία απόδειξη προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι ήταν αναγκαίο ένα υψηλότερο περιθώριο κέρδους. Επομένως, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούσαν να λάβουν υπόψη το στοιχείο αυτό κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού. Για τον λόγο αυτό, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η μελέτη Ζ/Υen στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας».Εν προκειμένω το Πρωτοδικείο δεν είχε την υποχρέωση να επανεξετάσει κατ' ουσίαν την προσβαλλομένη πράξη λαμβάνοντας υπόψη προς τούτο κάθε στοιχείο που έκρινε χρήσιμο αλλά μόνο να διερευνήσει αν, με την έκδοση της πράξεως, τα κοινοτικά όργανα υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των στοιχείων που είχαν στη διάθεσή τους κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως. Συνεπώς δεν μπορούσε να λάβει υπόψη την έκτη μελέτη Z/Yen για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μεταγενέστερη του προσβαλλομένου κανονισμού.
Εξάλλου δεν νομίζω ότι η νομολογία περί κρατικών ενισχύσεων που επικαλείται η αναιρεσείουσα ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Στον συγκεκριμένο τομέα - του ντάμπινγκ - η ανάγκη να στηρίζονται τα κοινοτικά όργανα αποκλειστικά στα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά εμφανίζονται κατά τη διοικητική διαδικασία επιβάλλεται από τον ίδιο τον βασικό κανονισμό. Συναφώς αρκεί να παραθέσω το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού κατά το οποίο «όταν από την οριστική διαπίστωση των γεγονότων προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ ή επιδότηση κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας καθώς και ζημία απορρέουσα από αυτά [...] επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικός δασμός από το Συμβούλιο [...]». Βάσει της διάταξης αυτής, όταν το Συμβούλιο επιβάλλει δασμό δεν μπορεί να στηριχθεί παρά μόνο στην κατάσταση όπως προκύπτει από την οριστική διαπίστωση των γεγονότων. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της πράξεως που εξέδωσε το Συμβούλιο, το Πρωτοδικείο που καλείται να εξετάσει μήπως συντρέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, δεν μπορεί παρά να αναφερθεί στα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως.
16 Θα προσθέσω εξάλλου ότι η διαδικασία έρευνας στον τομέα του ντάμπινγκ όπως ρυθμίζεται από το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη το δικαίωμα να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που είναι χρήσιμα για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους και τα οποία χρησιμοποιεί η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας, με μόνη εξαίρεση τα εμπιστευτικά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 8 και να υποβάλλουν παρατηρήσεις συναφώς. Αν όμως αναγνωριστεί η δυνατότητα, την οποία επικαλείται εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, αμφισβητήσεως, δηλαδή, των πορισμάτων της έρευνας με την προβολή στοιχείων εκτιμήσεως που δεν είχαν προσκομιστεί κατά τη διοικητική διαδικασία και στα οποία οι λοιποί ενδιαφερόμενοι δεν είχαν πρόσβαση, τότε συντρέχει προσβολή αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος.
Συνεπώς, το συμπέρασμά μου είναι ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη αρνούμενο να λάβει υπόψη τη μελέτη Z/Yen που προσκόμισε η αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια της δίκης αλλά όχι κατά την προγενέστερη διοικητική φάση. Αντιθέτως, η απόφαση ενέχει ορθή εφαρμογή των αρχών αυτών, του βασικού κανονισμού που επιβάλλουν να εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόδηλης πλάνης περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τα κοινοτικά όργανα βάσει των στοιχείων που ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως, όπως προκύπτουν από την έρευνα αντιντάμπινγκ.
Πρόταση
17 Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου.
(1) - Τ-121/95, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2391.
(2) - ΕΕ L 49, σ. 1.
(3) - Συγκεκριμένα: Τσεχοσλοβακίας, Λαϋκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Κουβέιτ, Λιβύης, Σαουδικής Αραβίας, Σοβιετικής Ένωσης, Τρινιδάδ και Τομπάγκο και Γιουγκοσλαβίας.
(4) - ΕΕ L 201, σ. 1.
(5) - ΕΕ L 317, σ. 1.
(6) - ΕΕ L 52, σ. 37.
(7) - Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1).
(8) - Σκέψη 87.
(9) - Σκέψη 106.
(10) - ΣΚέψη 111.
(11) - Όπ.π.
(12) - Σκέψεις 115 έως 122.
(13) - Η αναιρεσείουσα επικαλείται τις αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, Apesco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2151, σκέψη 16), και της 9ης Νοεμβρίου 1994, T-46/92, Scottish Football Association κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-1039, σκέψη 14)
(14) - Βλ., όσον αφορά ειδικότερα τον τομέα του ντάμπινγκ, τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 260/85 και 106/86, TEC κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5855, σκέψη 39), και της 10ης Φεβρουαρίου 1998, C-245/95 P, Επιτροπή κατά NTN και Koyo Seiko (Συλλογή 1998, σ. I-401, σκέψη 45). Βλ. επίσης την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, C-35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. I-991, σκέψη 31)· στην περίληψη της απόφασης αυτής χαρακτηρίζεται ως «αλυσιτελής» ένας λόγος ακυρώσεως ο οποίος και αν ακόμα ευδοκιμούσε δεν θα επηρέαζε το διατακτικό.
(15) - Η αναιρεσείουσα επικαλείται τις αποφάσεις τις 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-667)· της 16ης settembre 1997, C-362/95 P, Blackspur κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-4775), καθώς και τη διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4435).
(16) - Σκέψη 66.
(17) - Σκέψη 87.
(18) - Σκέψη 89.
(19) - Σκέψη 84 που παραπέμπει στις αποφάσεις της 7ης Μαου 1991, C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-2069, σκέψη 108), και της 27ης Ιουνίου 1991, C-49/88, Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-3187, σκέψεις 15 και 17).
(20) - Η αναιρεσείουσα μνημονεύει τις αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-723, σκέψη 5), και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-2169, σκέψη 64).
Full & Egal Universal Law Academy