Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο) Bremen (Γερμανία) υπέβαλε σειρά ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (1) ,και ως προς την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα (2).
2 Πριν εκτεθούν τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης, καθώς και το κανονιστικό πλαίσιο, είναι χρήσιμο να εκτεθούν συνοπτικά οι κοινοτικές τελωνειακές διαδικασίες που αφορούν την παρούσα υπόθεση και οι οποίες θεσπίστηκαν με τον τελωνειακό κώδικα.
Συνοπτική έκθεση των τελωνειακών διαδικασιών που αφορούν την παρούσα υπόθεση
3 Τα εισαγόμενα εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας εμπορεύματα πρέπει να προσκομίζονται αμέσως σε ένα τελωνείο ή σε μια ελεύθερη ζώνη (3)· στην πρώτη περίπτωση τα εμπορεύματα πρέπει να προσκομίζονται στο τελωνείο (4) και να συντάσσεται γι' αυτά «συνοπτική διασάφηση» (5) που να εξατομικεύει τα εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα πρέπει να λαμβάνουν έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς που γίνονται δεκτοί για τέτοια εμπορεύματα (6), ενώ κατά το μεταξύ διάστημα έχουν το καθεστώς εμπορευμάτων ευρισκομένων υπό προσωρινή εναπόθεση (7). Οι διατυπώσεις που απαιτούνται προκειμένου να δοθεί στα εμπορεύματα τελωνειακός προορισμός πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί εντός είκοσι ημερών από της καταθέσεως της συνοπτικής διασάφησης για τα εμπορεύματα εκείνα που φθάνουν με άλλον τρόπο πλην της θαλάσσιας μεταφοράς (8)· όταν όμως το επιβάλλουν οι περιστάσεις οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν παράταση της προθεσμίας αυτής, η οποία πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τις πραγματικές ανάγκες που δικαιολογούνται από τις περιστάσεις (9).
4 Ο «τελωνειακός προορισμός εμπορεύματος» περιλαμβάνει την υπαγωγή του σε ένα τελωνειακό καθεστώς και την επανεξαγωγή του εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας (10). Το τελωνειακό καθεστώς περιλαμβάνει τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία (11).
5 Σε ορισμένες περιπτώσεις που προσδιορίζονται στον κώδικα γεννάται τελωνειακή οφειλή. Οι περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνουν τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλήψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος (12).
6 Ο κανονισμός εφαρμογής απαριθμεί ορισμένες παραλήψεις που θεωρείται ότι δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, εφόσον, μεταξύ άλλων, δεν προϋποθέτουν προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Από το γράμμα της σχετικής ρυθμίσεως προκύπτει ότι ο κατάλογος αυτός είναι εξαντλητικός (13). Οι απαριθμούμενες παραλήψεις περιλαμβάνουν την υπέρβαση της προθεσμίας εντός της οποίας το εμπόρευμα πρέπει να έχει λάβει έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς, εφόσον θα είχε χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας, εάν αυτή είχε εγκαίρως ζητηθεί (14).
7 Εξάλλου, στην περίπτωση που η τελωνειακή νομοθεσία προβλέπει απαλλαγή από τους δασμούς, η απαλλαγή αυτή ισχύει και όταν η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί λόγω μη εκπληρώσεως υποχρεώσεων που συνδέονται με την προσωρινή εναπόθεση, εφόσον η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου δεν ενέχει ούτε δόλιους χειρισμούς ούτε έκδηλη αμέλεια και εφόσον πληρούνται οι υπόλοιποι όροι εφαρμογής της ατέλειας ή της απαλλαγής (15).
8 Η επιστροφή ή η διαγραφή εξαγωγικών ή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις που καθορίζονται με τον κανονισμό εφαρμογής και οι οποίες δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου (16). Οι καθορισθείσες περιπτώσεις περιλαμβάνουν την περίπτωση κατά την οποία η τελωνειακή οφειλή γεννάται με άλλο τρόπο από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή την υπαγωγή των εμπορευμάτων σε καθεστώς προσωρινής εισδοχής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς, ο δε ενδιαφερόμενος μπορεί να προσκομίσει έγγραφο που να αποδεικνύει ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα θα μπορούσαν, αν είχαν διασαφηθεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχειρίσεως ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχειρίσεως (17).
9 Το καθεστώς παθητικής τελειοποίησης είναι ένα καθεστώς κατά το οποίο τα κοινοτικά εμπορεύματα εξάγονται προσωρινώς εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας προκειμένου να υποστούν εργασίες τελειοποίησης: τα προϋόντα που προκύπτουν από τις εργασίες αυτές μπορούν στη συνέχεια να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία με ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς (18).
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
10 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι επιχείρηση εμπορίας ενδυμάτων, η οποία λειτουργεί υπό τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρίας, προβαίνουσα σε μαζικές εισαγωγές για παθητική τελειοποίηση και επανεξάγουσα, κατά ένα μέρος, μη κοινοτικά εμπορεύματα εισαχθέντα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Κατά το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα, τα εισαχθέντα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας για λογαριασμό της προσφεύγουσας μη κοινοτικά προϋόντα προσκομίστηκαν κανονικώς στην υπηρεσία εκτελωνισμού Hohe Tor του Hauptzollamt Bremen-Ost (κεντρικό τελωνείο του Bremen-Ost) (στο εξής: τελωνείο) και παραδόθηκαν στην προσφεύγουσα υπό καθεστώς προσωρινής εναπόθεσης.
11 Τον Αύγουστο του 1993 η προσφεύγουσα με επιστολή της προς το τελωνείο ανακοίνωσε ότι η εισαγωγή του ηλεκτρονικού συστήματος για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών της υποθέσεων, η οποία μετά την ολοκλήρωσή της θα διευκόλυνε την ταχύτερη περάτωση των τελωνειακών διατυπώσεων, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί και ότι, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η εικοσαήμερη προθεσμία για την περάτωση των τελωνειακών διατυπώσεων. Το τελωνείο ενημέρωσε, κατόπιν αυτού, την υπηρεσία εκτελωνισμού Hohe Tor ότι η εικοσαήμερη προθεσμία μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί να παραταθεί κατόπιν σχετικής αιτήσεως. Τον Ιανουάριο του 1994, το τελωνείο ανακοίνωσε στην προσφεύγουσα ότι η υπηρεσία εκτελωνισμού είχε επανειλημμένως κατά το παρελθόν επιστήσει την προσοχή της επί της λήξεως των προθεσμιών για προϋόντα τα οποία είχαν τεθεί αρχικώς υπό καθεστώς εναπόθεσης, αλλ' ότι μετά την έναρξη ισχύος του τελωνειακού κώδικα από 1ης Ιανουαρίου 1994 δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί η πρακτική αυτή των υποδείξεων. Επομένως, η προσφεύγουσα πρέπει με μεγαλύτερη προσοχή απ' ό,τι στο παρελθόν να μεριμνά για την τήρηση των προθεσμιών. Παράλληλα, η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για τη γέννηση τελωνειακής οφειλής δυνάμει του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σε συνδυασμό με το άρθρο 49 του τελωνειακού κώδικα.
12 Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1994 έως το τέλος του 1994 η προσφεύγουσα υπερέβαινε συνήθως τις προθεσμίες εναποθέσεως πριν από τον προσδιορισμό ενός τελωνειακού προορισμού για τα εμπορεύματά της. Τον Οκτώβριο του 1994 το τελωνείο με έγγραφό του προς την προσφεύγουσα την ενημέρωσε για τις συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς σε σχέση με τις τελωνειακές οφειλές και την κάλεσε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν τηρούσε τις προθεσμίες. Η προσφεύγουσα δεν απάντησε. Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε σειρά αιτήσεων παρατάσεως της προθεσμίας, επικαλούμενη τη σημαντική και απρόβλεπτη καθυστέρηση των εργασιών που προκάλεσε η μηχανοργάνωση του λογιστηρίου της και η απουσία λόγω ασθενείας μελών του προσωπικού της.
13 Μεταξύ 20ής Οκτωβρίου 1994 και 15ης Φεβρουαρίου 1995, το τελωνείο εξέδωσε 125 πράξεις επιβολής φόρου, οι οποίες αφορούσαν εκτελωνισμούς που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Δεκεμβρίου 1994· οι πράξεις αυτές στηρίζονταν στο άρθρο 204, παράγραφος 1, του κώδικα. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε διοικητική ένσταση κατά του συνόλου των πράξεων επιβολής φόρου, υποστηρίζοντας, κατ' ουσίαν, ότι δεν είχε γεννηθεί καμία τελωνειακή οφειλή δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, διότι οι παραλείψεις της δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος. Επικουρικώς, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής, την επιστροφή των καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών. Με δύο αποφάσεις της 23ης Μαου 1995, το τελωνείο απέρριψε τις διοικητικές ενστάσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και αρνήθηκε την αιτούμενη επιστροφή· με απόφαση της 12ης Μαου 1997, απέρριψε τη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας κατά της αρνήσεως αυτής.
14 Τον Ιούνιο του 1995 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht αμφισβητούσα τους δασμούς που επιβλήθηκαν με την απόφαση της 23ης Μαου 1995, η οποία εκδόθηκε σε απάντηση των διοικητικών της ενστάσεων κατά των πράξεων επιβολής φόρου. Τον Ιούνιο του 1997 άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου προσφυγή κατά της αποφάσεως της 12ης Μαου 1997 περί απορρίψεως της διοικητικής της ενστάσεως που εστρέφετο κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για επιστροφή των δασμών. Τον Δεκέμβριο του 1997 το Finanzgericht διέταξε την ένωση των δύο υποθέσεων και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Περιλαμβάνεται στο άρθρο 859 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), μία εγκύρως θεσπισθείσα και πλήρης ρύθμιση περί παραλείψεων, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), οι οποίες "δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος";
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α) Κωλύεται το επιληφθέν δικαστήριο να εξετάσει αυτοδικαίως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παράταση της προθεσμίας κατά το άρθρο 859, σημείο 1, του κανονισμού 2454/93 στην περίπτωση που υποβλήθηκε εμπροθέσμως σχετικό αίτημα, όταν αίτημα για παράταση της προθεσμίας έχει απορριφθεί από τις τελωνειακές αρχές με απόφαση η οποία δεν δύναται πλέον να προσβληθεί;
β) Μπορεί το αίτημα για παράταση της προθεσμίας - αντί να αναφέρεται χωριστά για κάθε μία από τις διασαφήσεις που περιλαμβάνονται σε σχετικό κατάλογο - να αναφέρεται συνολικά σε όλες τις διασαφήσεις μιας ορισμένης χρονικής περιόδου (η οποία στην προκειμένη περίπτωση εκτείνεται σε αρκετούς μήνες), προβαλλομένης ως δικαιολογίας για την αιτούμενη παράταση της υπάρξεως κατά τη χρονική αυτή περίοδο ειδικών προβλημάτων λειτουργίας της επιχειρήσεως (π.χ. αιφνίδια ασθένεια υπαλλήλων ή απουσία τους λόγω αδείας, πρόσληψη νέου προσωπικού, προβλήματα εφαρμογής νέου ηλεκτρονικού συστήματος για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, υπερβολικές δαπάνες καταχώρισης κατά την παθητική τελειοποίηση, στην οποία θα έπρεπε να προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές), χωρίς να συντρέχει προφανής αμέλεια κατά το άρθρο 859, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2454/93;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Μπορεί να γίνει δεκτό ότι η μη έγκαιρη εκπλήρωση της υποχρεώσεως καθορισμού τελωνειακού προορισμού για τα εμπορεύματα, σε μια σειρά περιπτώσεων, συνιστά παράλειψη η οποία "δεν έχει πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος", στην περίπτωση που ορίστηκε τελωνειακός προορισμός για τα οικεία εμπορεύματα μετά την πάροδο της προθεσμίας, χωρίς να έχει δικαιολογηθεί παράταση της προθεσμίας κατά το άρθρο 49, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 2β ή στο ερώτημα 3:
Εφαρμόζεται το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού 2454/93, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1, σημείο 29, του κανονισμού (ΕΚ) 3254/94 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ 1994, L 346, σ. 1), εκτός από την περίπτωση της δασμολογικής προτιμησιακής μεταχείρισης ή της κοινοτικής μεταχείρισης, επίσης στην περίπτωση χορηγήσεως άλλων δασμολογικών ελαφρύνσεων;
5) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα:
Υποχρεούνται οι τελωνειακές αρχές και τα δικαστήρια, στην περίπτωση αιτήσεως επιστροφής δασμών, να εξετάζουν αυτοδικαίως αν συντρέχουν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις επιστροφής, ακόμα και στην περίπτωση που ο αιτών ρητώς στηρίζει το αίτημα επιστροφής σε μία μόνο εκ του νόμου προβλεπόμενη προϋπόθεση, έτσι ώστε στην προκειμένη περίπτωση να πρέπει επίσης να εξεταστεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 905, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 2454/93, αναφορικά με διασαφήσεις για υπαγωγή στο καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας, ως προς τις οποίες έχουν υποβληθεί έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας εμπορευμάτων τύπου EUR.1, ή πιστοποιητικά καταγωγής τύπου Α, και ως προς τις οποίες προβλέπεται πλήρης ή μερική απαλλαγή από τις εισαγωγικές επιβαρύνσεις για επανεισαγόμενα προϋόντα προοριζόμενα για παθητική τελειοποίηση (διαφορική δασμολογική επιβάρυνση) ή για επανεισαγόμενα προϋόντα μετά τη βελτίωσή τους;
6) Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού 2454/93, μπορεί κατά κανόνα να θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος ενήργησε χωρίς πρόθεση απάτης ή χωρίς προφανή αμέλεια;
7) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο έκτο ερώτημα και/ή αρνητικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα:
Το περιεχόμενο της έννοιας "πρόδηλη αμέλεια" του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να προσδιορίζεται λαμβανομένων υπόψη αντικειμενικών ή (επίσης) υποκειμενικών στοιχείων, είναι δε η έννοια αυτή ομοίου περιεχομένου με την έννοια "προφανής αμέλεια" του άρθρου 859, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2454/93 και με την έννοια "πρόδηλη αμέλεια" του άρθρου 212α του τελωνειακού κώδικα μπορεί δε να θεωρηθεί ότι δεν συντρέχει "πρόδηλη αμέλεια" κατά το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα στην περίπτωση που οφείλονται εισαγωγικοί δασμοί κατά το άρθρο 204, παράγραφος 1, στοιχείο αα, επειδή παραβιάστηκε κατά πολλούς μήνες, για λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται στο ερώτημα 2β, η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 49, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, δεν συντρέχουν δε προϋποθέσεις για παράταση της προθεσμίας, ώστε να συντρέχει επίσης προφανής αμέλεια κατά το άρθρο 859, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2454/93;»
15 Οι διάδικοι της κύριας δίκης, καθώς και η Γερμανική και Βρετανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρέστησαν κατά την προφορική διαδικασία.
Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
16 Το άρθρο 49 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Όταν τα εμπορεύματα αποτέλεσαν αντικείμενο συνοπτικής διασάφησης πρέπει να υποβληθούν σε διατυπώσεις προκειμένου να λάβουν τελωνειακό προορισμό μέσα στις ακόλουθες προθεσμίες:
α) (...)
β) είκοσι ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης της συνοπτικής διασάφησης για τα εμπορεύματα που φθάνουν με άλλον τρόπο εκτός από μεταφορά διά θαλάσσης.
2. Όταν το δικαιολογούν οι περιστάσεις, η τελωνειακή αρχή μπορεί να αποφασίσει τη σύντμηση ή να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η παράταση δεν μπορεί, εντούτοις, να υπερβεί τις πραγματικές ανάγκες που δικαιολογούνται από τις περιστάσεις.»
17 Το άρθρο 204, παράγραφος 1, ορίζει:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί, ή
β) (...)
σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 203, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.»
Το άρθρο 203 αναφέρεται στην υπεξαίρεση [απομάκρυνση] εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς από την τελωνειακή επιτήρηση.
18 Το άρθρο 212α (19) ορίζει:
«Όταν η τελωνειακή νομοθεσία προβλέπει ατέλεια ή απαλλαγή από εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς δυνάμει των άρθρων 184 έως 187, αυτή η ατέλεια ή απαλλαγή ισχύει επίσης και σε περιπτώσεις γένεσης της τελωνειακής οφειλής δυνάμει των άρθρων 202 έως 205, 210 ή 211, εφόσον η συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου δεν ενέχει ούτε δόλιους χειρισμούς ούτε έκδηλη αμέλεια και ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι πληρούνται οι άλλοι όροι εφαρμογής της ατέλειας ή της απαλλαγής.» (20)
19 Το άρθρο 239 ορίζει:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 236, 237 και 238, οι οποίες:
- καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,
- προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του χρέους των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες.»
Τα άρθρα 236, 237 και 238 αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες, αντιστοίχως, οι δασμοί δεν οφείλονταν, η τελωνειακή διασάφηση έχει ακυρωθεί και τα σχετικά εμπορεύματα δεν έγιναν δεκτά από τον εισαγωγέα ως ελαττωματικά ή μη σύμφωνα προς τους όρους της συμβάσεως.
20 Το άρθρο 249 ορίζει:
«1. Οι αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος κώδικα καθώς και για την εφαρμογή του κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 184, με εξαίρεση τον τίτλο VIII και με την επιφύλαξη των άρθρων 9 και 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 (21), καθώς και της παραγράφου 4, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στις παραγράφους 2 και 3 τηρουμένων των διεθνών δεσμεύσεων της Κοινότητας.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό μέσα σε προθεσμία που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Αποφασίζει με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο βάσει πρότασης της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στην επιτροπή, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία.
3. α) Η Επιτροπή θεσπίζει τα σχεδιαζόμενα μέτρα όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής.
β) Όταν τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής, ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
γ) Εάν το Συμβούλιο δεν αποφασίσει εντός τριμήνου από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης τα προτεινόμενα μέτρα θεσπίζονται από την Επιτροπή.
4. Οι αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή των άρθρων 11, 12 και 21 θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87.»
21 Το άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής (22) ορίζει:
«Οι ακόλουθες παραλείψεις θεωρείται ότι δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, του κώδικα, εφόσον:
- δεν αποτελούν απόπειρα διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση του εμπορεύματος,
- δεν προϋποθέτουν προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου,
- έχουν διεκπεραιωθεί εκ των υστέρων όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διευθέτηση της κατάστασης του εμπορεύματος:
1) η υπέρβαση της προθεσμίας, εντός της οποίας τα εμπορεύματα πρέπει να έχουν λάβει έναν από τους προορισμούς που προβλέπονται στο πλαίσιο της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, εφόσον θα είχε χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας, εάν είχε ζητηθεί εγκαίρως·
2) όταν πρόκειται για εμπορεύματα υπό καθεστώς διαμετακόμισης, η υπέρβαση της προθεσμίας προσκόμισης των εν λόγω εμπορευμάτων στο τελωνείο προορισμού, εφόσον αυτή πραγματοποιήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο·
3) όταν πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν τεθεί υπό προσωρινή εναπόθεση ή υπό το καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, η υποβολή των εν λόγω εμπορευμάτων σε εργασίες χωρίς την προηγούμενη άδεια των τελωνειακών υπηρεσιών, εφόσον οι εργασίες αυτές θα είχαν επιτραπεί εάν είχε υποβληθεί σχετική αίτηση·
4) όταν πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής, η χρησιμοποίηση των εμπορευμάτων αυτών υπό συνθήκες άλλες από αυτές που προβλέπονται στην άδεια, εφόσον η χρησιμοποίηση αυτή θα είχε επιτραπεί, υπό το ίδιο καθεστώς αν είχε υποβληθεί σχετική αίτηση·
5) όταν πρόκειται για εμπορεύματα υπό προσωρινή εναπόθεση ή που έχουν υπαχθεί σε κάποιο τελωνειακό καθεστώς, η μη εγκεκριμένη μετακίνησή τους εφόσον αυτά μπορούν να προσκομιστούν στις τελωνειακές αρχές που θα το ζητήσουν·
6) όταν πρόκειται για εμπορεύματα υπό προσωρινή εναπόθεση ή που έχουν υπαχθεί σε κάποιο τελωνειακό καθεστώς, η έξοδος από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας των εμπορευμάτων αυτών ή η είσοδός τους σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι αναγκαίες διατυπώσεις.
7) όταν πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν υποβληθεί σε ευνοϋκή δασμολογική μεταχείριση λόγω του ειδικού τους προορισμού, η εκχώρησή τους, χωρίς σχετική κοινοποίηση στις τελωνειακές υπηρεσίες, χωρίς να έχουν προσλάβει αυτά τον προβλεπόμενο προορισμό, εφόσον:
α) η λογιστική αποθήκης που τηρεί ο εκχωρητής, αναφέρει την εκχώρηση αυτή
και
β) ο εκδοχεύς είναι δικαιούχος άδειας που αφορά το συγκεκριμένο εμπόρευμα·
8) προκειμένου για εμπόρευμα το οποίο είναι δυνατό να τύχει του ευεργετήματος της ολικής ή μερικής απαλλαγής από εισαγωγικούς δασμούς της προβλεπόμενης στο άρθρο 145 του κώδικα σε περίπτωση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, η εμφάνιση κάποιας από τις καταστάσεις τις αναφερόμενες στο άρθρο 204, παράγραφος 1, στοιχεία αα ή ββ, του κώδικα κατά την παραμονή του εν λόγω εμπορεύματος σε τελωνειακή εναπόθεση ή σε άλλο τελωνειακό καθεστώς πριν από τη διασάφησή του για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία·
9) προκειμένου για εργασίες τελειοποίησης προς επανεξαγωγή που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τρόπο συνεχή, η παράλειψη αίτησης ανανέωσης της απαιτούμενης άδειας, εφόσον πληρούνται οι όροι έκδοσής της.»
22 Το άρθρο 860 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:
«Οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται σύμφωνα με το άρθρο 204, παράγραφος 1, του κώδικα, εκτός αν το πρόσωπο που ενδέχεται να είναι οφειλέτης αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 859.»
23 Το άρθρο 899 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι, «όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης, στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής που αναφέρεται στο άρθρο 239, παράγραφος 2, του κώδικα διαπιστώνει:
- ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αίτησης αυτής αντιστοιχούν σε μία από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 900 έως 903 και δεν συνεπάγονται προφανή αμέλεια ή δόλο εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών.
Με τον όρο "ενδιαφερόμενος" νοείται το ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 878, παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, κάθε άλλο πρόσωπο που έχει παρέμβει κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων που συνδέονται με τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ή που έχει δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω διατυπώσεων,
- ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αίτησης αυτής αντιστοιχούν σε μία από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 904, δεν εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών.»
24 Το άρθρο 900 του κανονισμού εφαρμογής (23) ορίζει, στο χωρίο που αφορά την παρούσα υπόθεση:
«1. Η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών εγκρίνεται όταν:
(...)
ξ) η τελωνειακή οφειλή γεννάται με άλλο τρόπο από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα και εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό καταγωγής, πιστοποιητικό κυκλοφορίας, παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης ή κάθε άλλο κατάλληλο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα θα μπορούσαν, αν είχαν διασαφηθεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχείρισης ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχείρισης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι άλλοι όροι του άρθρου 890.»
25 Το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:
«1. Όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης, στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ή διαγραφής βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2, του κώδικα, δεν είναι σε θέση να αποφασίσει, με βάση το άρθρο 899, και η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος, στο οποίο υπάγεται η αρχή, διαβιβάζει το φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 906 έως 909.
Ο όρος "ενδιαφερόμενος" θεωρείται ότι έχει την έννοια που έχει και στο άρθρο 899.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η τελωνειακή αρχή απόφασης απορρίπτει την αίτηση.»
Το πρώτο ερώτημα
26 Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής θεσπίζει εγκύρως σύστημα που να ρυθμίζει εξαντλητικώς τις παραλήψεις κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του τελωνειακού κώδικα, οι οποίες «δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος».
27 Από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο παρακινήθηκε κυρίως από τις επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί στη γερμανική επιστήμη ως προς το κύρος του εξαντλητικού χαρακτήρα που το άρθρο 860 παρέχει στο άρθρο 859. Οι επιφυλάξεις αυτές στηρίζονται στο ότι ο τελωνειακός κώδικας δεν παρέχει εξουσία θεσπίσεως εξαντλητικών κανόνων που να ρυθμίζουν τις περιστάσεις υπό τις οποίες θεωρείται ότι οι παραλήψεις δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος. Το εθνικό δικαστήριο, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Γερμανική Κυβέρνηση συμμερίζονται τις επιφυλάξεις αυτές και προβάλλουν ορισμένα επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεώς τους.
28 Τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται κυρίως στην άποψη ότι το άρθρο 859 επανακαθορίζει τα όρια της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 204: ενώ το άρθρο 204 ορίζει απλώς ότι τελωνειακή οφειλή δεν γεννάται υπό τις περιστάσεις της παραγράφου 1, στοιχείο αα (24), εφόσον οι παραλείψεις δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, το άρθρο 859 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρεκκλίσεως (ότι δηλαδή οι παραλείψεις δεν συνιστούν απόπειρα διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση του εμπορεύματος, ότι δεν προϋποθέτουν προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου και ότι έχουν διεκπεραιωθεί εκ των υστέρων όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διευθέτηση της κατάστασης του εμπορεύματος) καθορίζοντας στη συνέχεια κατά τρόπο εξαντλητικό (βλ. το άρθρο 860) εννέα ειδικές παραλείψεις που θεωρείται ότι δεν έχουν πραγματικές συνέπειες κατά την έννοια του άρθρου 240, παράγραφος 1. Υποστηρίζεται ότι το άρθρο 859 βαίνει, κατά συνέπεια, πέραν εκείνου που είναι αναγκαίο και σύμφωνο για την εφαρμογή του άρθρου 204, παράγραφος 1, εφόσον περιορίζει σε ειδικές περιπτώσεις την έκταση μιας παρεκκλίσεως η οποία αρχικώς καθορίστηκε υπό γενική διατύπωση.
29 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει, επίσης, ότι το άρθρο 249 του κώδικα ρυθμίζει απλώς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται προς θέσπιση διατάξεων εφαρμογής, χωρίς να παρέχει την προς τούτο εξουσία. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι πολλές ειδικές διατάξεις του τελωνειακού κώδικα που παρέχουν στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει διατάξεις εφαρμογής (π.χ., τα άρθρα 19, 30, παράγραφος 3, 34, 35, παράγραφος 3, 36, παράγραφος 2, 76, παράγραφος 1, και 94, παράγραφοι 2 και 3) δεν θα είχαν νόημα αν το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να θεωρήσει το άρθρο 249 ως παρέχον αρμοδιότητα θεσπίσεως εφαρμοστικών διατάξεων.
30 Το εθνικό δικαστήριο και η προσφεύγουσα της κύριας δίκης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μόνον το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίσει διάταξη όπως αυτή του άρθρου 859 και ότι μια τέτοια διάταξη θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στον τελωνειακό κώδικα. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, αν είχε τη βούληση να παράσχει στην Επιτροπή εξουσιοδότηση να νομοθετεί όπως αυτή έπραξε με το άρθρο 859, θα είχε περιλάβει ρητή διάταξη που θα της παρείχε την εξουσία να καθορίζει κατά τρόπο εξαντλητικό τις παρεκκλίσεις από το άρθρο 204, παράγραφος 1.
31 Καίτοι δεν είναι εντελώς αβάσιμα, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να αντιπαραβληθούν, κατά τη γνώμη μου, με μια σειρά άλλων σκέψεων.
32 Πρώτον, η διατύπωση του άρθρου 249 είναι ευρεία: είναι διατυπωμένο κατά τρόπο σκοπούντα να παράσχει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα θεσπίσεως «των αναγκαίων για την εφαρμογή του κώδικα διατάξεων» (εκτός του τίτλου VIII που αφορά τις προσφυγές) σύμφωνα με μια υποχρεωτική διαδικασία η οποία περιλαμβάνει τη σύμπραξη της Επιτροπής του τελωνειακού κώδικα την οποία προβλέπει το άρθρο 247. Εξάλλου, στο προοίμιο του κώδικα υπογραμμίζεται η πρόθεση παροχής ευρέων αρμοδιοτήτων, καθόσον τονίζεται:
«Ότι θα πρέπει να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κώδικα και, για τον σκοπό αυτό, να προβλεφθεί κοινοτική διαδικασία για τη θέσπιση των τρόπων εφαρμογής σε κατάλληλες προθεσμίες· ότι πρέπει να συσταθεί επιτροπή τελωνειακού κώδικα προκειμένου να διασφαλίζεται η στενή και αποτελεσματική συνεργασία στον τομέα αυτό μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής» (25).
33 Η αιτιολογική αυτή σκέψη υπογραμμίζει τον σκοπό διασφαλίσεως υψηλού βαθμού ομοιομορφίας κατά την εφαρμογή του κώδικα, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό στον τομέα του τελωνειακού δικαίου, το οποίο αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της Κοινότητας, και το οποίο απαιτεί διοικητική εργασία εκ μέρους των εθνικών τελωνειακών αρχών και λεπτομερή διαδικασία εφαρμογής. Είναι προφανώς επιβεβλημένο η νομοθεσία που διέπει το τελωνειακό καθεστώς των εισερχομένων στην Κοινότητα εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως του συνοριακού σημείου εισόδου, να εφαρμόζεται κατά τρόπο ενιαίο στα διάφορα κράτη μέλη.
34 Εξάλλου, σε ανάλογες υποθέσεις, το Δικαστήριο ερμήνευσε διασταλτικώς τις εξουσίες εφαρμογής που διαθέτει η Επιτροπή. Στην υπόθεση Zuckerfabrik Franken (26), π.χ., η οποία αφορούσε τις εξουσίες της Επιτροπής να θεσπίζει κανόνες εφαρμογής περιλαμβάνοντες καθορισμό μιας σημαντικής διαδικασίας μη ρυθμιζόμενης από τον βασικό κανονισμό, το Δικαστήριο έκρινε ότι ρύθμιση προβλέπουσα την εκ μέρους του Συμβουλίου θέσπιση γενικών κανόνων εφαρμογής και την εκ μέρους της Επιτροπής θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων εφαρμογής, σύμφωνα με τη διαδικασία των επιτροπών, «πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι, καθόσον αφορά την αρμοδιότητά της, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί μόνο να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου» (27).
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αρχή αυτή στην απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (28), καθώς και στην απόφαση Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής (29). Καίτοι και οι τρεις υποθέσεις αφορούσαν κανονισμούς που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, θεωρώ ότι η διατυπωθείσα αρχή εφαρμόζεται ομοίως και στον τελωνειακό τομέα.
35 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, στο άρθρο 204 του κώδικα το Συμβούλιο δεν επεφύλαξε δι' εαυτόν την αρμοδιότητα του κατά τρόπο εξαντλητικό καθορισμού των κατηγοριών παραλείψεων, αλλά μεταβίβασε στην Επιτροπή την ευθύνη καθορισμού του αν και κατά πόσο κρίνεται εύλογη και αναγκαία η θέσπιση άλλων διατάξεων. Από την απλή διαπίστωση ότι ο «κανόνας του εκτός αν» που περιέχεται στο άρθρο 204 είναι διατυπωμένος κατά τρόπο γενικό δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα θεσπίσεως περισσότερο ειδικών κανόνων. Αντιθέτως, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ασφαλείας δικαίου και της ομοιόμορφης ερμηνείας, νομίζω ότι το αντίθετο αληθεύει, η δε γενική διατύπωση της διατάξεως πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ως δυνατότητα που παρασχέθηκε στην Επιτροπή να ενεργεί κατ' αυτόν τον τρόπο (30). Συντάσσομαι, κατά συνέπεια, με την άποψη της Επιτροπής ότι δεν ήταν απλώς εύλογο, αλλά ότι ήταν αναγκαίο να παρασχεθεί στις εθνικές τελωνειακές αρχές ένα ενιαίο κοινοτικό πλαίσιο διά της εξαντλητικής απαριθμήσεως των σχετικών περιπτώσεων.
36 Η άποψη αυτή βρίσκει, εξάλλου, έρεισμα στο προοίμιο του τελωνειακού κώδικα. Όπως και στην έβδομη αιτιολογική σκέψη που προαναφέρθηκε, στο προοίμιο τονίζεται ότι «κατά την έκδοση των μέτρων εφαρμογής του παρόντος κώδικα θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα αποφυγής, στο μέτρο του δυνατού, απατών ή παρατυπιών που είναι δυνατό να επιφέρουν ζημία στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων» (31). Συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι ο στόχος αυτός επιβάλλει τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος εξαντλητικής απαριθμήσεως των εξαιρέσεων, ώστε να μπορέσουν οι τελωνειακές αρχές να παράσχουν σαφείς οδηγίες στις τελωνειακές υπηρεσίες σε όλη την Κοινότητα.
37 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι διάφορες ειδικές εξουσίες εφαρμογής στις οποίες σε πολλά σημεία του αναφέρεται ο τελωνειακός κώδικας θα ήταν περιττές αν το άρθρο 249 ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει γενική αρμοδιότητα εφαρμογής, το λογικό συμπέρασμα αυτής της προβληματικής θα ήταν ότι, από τα 253 άρθρα του κώδικα καμία άλλη διάταξη, εκτός από κάποιες σπάνιες διατάξεις που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε νομίμως να εφαρμοστεί, η συντριπτική δε πλειοψηφία των 915 άρθρων του κανονισμού εφαρμογής θα ήταν, ως εκ τούτου, παράνομα. Μια τέτοια άποψη θα ήταν προφανώς αβάσιμη. Από κανένα στοιχείο του κώδικα δεν προκύπτει ότι μόνον όπου ρητή διάταξη του κώδικα προβλέπει την εφαρμογή της μπορούν να εκδοθούν οι προβλεπόμενοι κατ' εξουσιοδότηση κανόνες σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 249 διαδικασία της επιτροπής. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές συνιστούν περιπτώσεις στις οποίες κρίθηκε ότι η έκδοση τέτοιων κανόνων είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναγκαία. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η θέσπιση κανόνων εφαρμογής αποκλείεται σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.
38 Εξάλλου, από κανένα στοιχείο του άρθρο 249 δεν προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται κατά τον προτεινόμενο από την προσφεύγουσα τρόπο: δεν περιορίζεται να καθορίσει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στις περιπτώσεις που υπάρχουν άλλες ειδικές διατάξεις του κώδικα οι οποίες παρέχουν αρμοδιότητα, αλλά κατά τρόπο γενικό αναφέρεται στις «αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος κώδικα» και καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις εκδόσεως διατάξεων τέτοιας φύσεως.
39 Τελειώνοντας επισημαίνω σχετικά με το πρώτο ερώτημα ένα ζήτημα το οποίο υπογράμμισε η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις και κατά την προφορική διαδικασία, δηλαδή την έννοια που έχει η επιταγή θεσπίσεως κανόνων εφαρμογής κατά τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 249. Στη διαδικασία αυτή συμπράττει στενά η επιτροπή του τελωνειακού κώδικα η οποία συστήθηκε με το άρθρο 247 και η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής. Το άρθρο 249 επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση υποβολής στην εν λόγω επιτροπή του σχεδίου των προτεινομένων μέτρων. Η επιτροπή γνωμοδοτεί σχετικώς με ειδική πλειοψηφία, σύμφωνα με το άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ. Ο πρόεδρος δεν μετέχει στην ψηφοφορία. Η Επιτροπή δεν μπορεί να λάβει μέτρα αν αυτά δεν είναι σύμφωνα προς τη γνώμη της επιτροπής· άλλως, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει βάσει ειδικής πλειοψηφίας. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τα κράτη μέλη είχαν ορισμένες επιλογές κατά τη διάρκεια καταρτίσεως του κανονισμού εφαρμογής: μπορούσαν να παγώσουν τον προτεινόμενο κανονισμό και, αποφασίζοντας στο πλαίσιο του Συμβουλίου με την ίδια (ειδική) πλειοψηφία, είτε να τον αντικαταστήσουν με διαφορετικό κανονισμό είτε να τροποποιήσουν τον κώδικα ώστε να περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο των εξαιρέσεων, οι οποίες τελικά περιελήφθησαν στα άρθρα 859 και 860. Καίτοι η υποχρέωση της Επιτροπής να εκδώσει τον κανονισμό εφαρμογής σύμφωνα με την καθοριζόμενη στο άρθρο 249, παράγραφοι 2 και 3, διαδικασία δεν αφορά ασφαλώς άμεσα το ζήτημα της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η διαδικασία υλοποιεί κατά μέγα μέρος τον σκοπό της διασφαλίσεως των συμφερόντων των κρατών μελών.
40 Για τους λόγους αυτούς, προτείνω, σχετικά με το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, να κριθεί ότι το άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής εγκύρως θεσπίζει σύστημα εξαντλητικής απαριθμήσεως των παραλείψεων κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, οι οποίες «δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος».
Το δεύτερο ερώτημα
41 Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου τίθεται για την περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι - όπως προτείνω - καταφατική, προϋποθέτει δηλαδή ότι το άρθρο 859 είναι έγκυρο. Το δεύτερο ερώτημα αποτελείται από δύο σκέλη.
Δεύτερο ερώτημα, σκέλος αα
42 Το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αναφέρεται στο αν, στην περίπτωση που αίτηση παρατάσεως της προβλεπομένης από το άρθρο 859, σημείο 1, προθεσμίας, η οποία κατατέθηκε εμπροθέσμως, απορρίφθηκε από τις τελωνειακές αρχές με απόφαση κατά της οποίας δεν χωρεί πλέον προσφυγή, ένα δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτοδικαίως αν συντρέχουν οι προθεσμίες για χορήγηση μιας τέτοιας παρατάσεως.
43 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 859, σημείο 1, ορίζει ότι, υπό τρεις προϋποθέσεις (32), η υπέρβαση της προθεσμίας εντός της οποίας τα εμπορεύματα πρέπει να έχουν λάβει έναν από τους προορισμούς που προβλέπονται στο πλαίσιο της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, εφόσον θα είχε χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας, εάν είχε ζητηθεί εγκαίρως, θεωρείται ότι δεν έχει πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, του κώδικα.
44 Νομίζω ότι από το γράμμα του άρθρου 859, σημείο 1, προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν κατατέθηκε καμία αίτηση παρατάσεως της προθεσμίας κατά το άρθρο 49 του κώδικα, αλλά το εθνικό δικαστήριο έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι αν είχε υποβληθεί αίτηση η προθεσμία θα είχε παραταθεί. Όπως υπογραμμίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, την ερμηνεία αυτή επιβάλλουν, εξάλλου, οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, υπό την έννοια ότι, σε εναντία περίπτωση, οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της τελωνειακής οφειλής, να αμφισβητήσουν την απόφαση με την οποία η τελωνειακή αρχή αρνήθηκε να παρατείνει την προθεσμία εφαρμογής του άρθρου 49 του κώδικα, έστω και αν δεν χωρεί προσφυγή κατά της αρνήσεως αυτής καθαυτής. Αυτό θα δημιουργούσε αβεβαιότητα για όλες τις αποφάσεις αρνήσεως παρατάσεως της προθεσμίας που έλαβαν οι τελωνειακές αρχές βάσει του άρθρου 49.
45 Για τους λόγους αυτούς προτείνω να κριθεί ότι, στην περίπτωση που αίτημα παρατάσεως της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 859, σημείο 1, εμπροθέσμως υποβληθέν, απορρίφθηκε από τις τελωνειακές αρχές με απόφαση κατά της οποίας δεν χωρεί πλέον προσφυγή, το εθνικό δικαστήριο μπορεί αυτοδικαίως να εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως μιας τέτοιας παρατάσεως.
Δεύτερο ερώτημα, σκέλος ββ
46 Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο και πάλι τίθεται μόνο για την περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική (εφόσον δηλαδή κριθεί ότι το άρθρο 859 είναι έγκυρο), αναφέρεται στο αν το αίτημα για παράταση της προθεσμίας μπορεί να αφορά συνολικά όλες τις διασαφήσεις μιας ορισμένης χρονικής περιόδου (στην προκειμένη περίπτωση αυτή εκτείνεται σε διάρκεια αρκετών μηνών) και όχι χωριστά κάθε μία από τις διασαφήσεις, προβαλλομένης ως δικαιολογίας για την αιτούμενη παράταση της υπάρξεως κατά τη χρονική αυτή περίοδο ειδικών προβλημάτων λειτουργίας της επιχειρήσεως (π.χ. αιφνίδια ασθένεια υπαλλήλων ή απουσία τους λόγω αδείας, πρόσληψη νέου προσωπικού, προβλήματα εφαρμογής νέου ηλεκτρονικού συστήματος για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων), χωρίς να συντρέχει προφανής αμέλεια κατά το άρθρο 859, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής.
47 Το ζήτημα επομένως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 49 του τελωνειακού κώδικα, ειδικότερα δε το είδος των περιστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν παράταση της προθεσμίας για την ολοκλήρωση των διατυπώσεων που απαιτούνται προκειμένου να δοθεί τελωνειακός προορισμός στα εμπορεύματα για τα οποία έχει υποβληθεί συνοπτική διασάφηση. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 49, παράγραφος 2, παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να παρατείνουν την εικοσαήμερη προθεσμία από της καταθέσεως της συνοπτικής διασαφήσεως, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις και εφόσον η παράταση αυτή «δεν υπερβαίνει τις πραγματικές ανάγκες που δικαιολογούνται από τις περιστάσεις» (33). Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται χωριστά για κάθε διασάφηση ή μπορεί να υποβληθεί μία μόνο αίτηση με την οποία να ζητείται παράταση της προθεσμίας για ορισμένο αριθμό συνοπτικών διασαφήσεων.
48 Όπως υπογραμμίζουν το εθνικό δικαστήριο και η Επιτροπή, το άρθρο 49, παράγραφος 2, προέρχεται από το άρθρο 7 της οδηγίας 68/312/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1968, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με: 1) την προσκόμιση στο τελωνείο εμπορευμάτων αφικνουμένων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, 2) την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών (34). Η διάταξη αυτή παρείχε την αρμοδιότητα παρατάσεως της αντίστοιχης προθεσμίας «εφόσον το δικαιολογούν εξαιρετικές περιστάσεις». Ο όρος «εξαιρετικές» απαλείφθηκε όταν η οδηγία 68/312 αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4151/88 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για τον καθορισμό των διατάξεων που εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (35). Αυτό υπονοεί ότι οι λόγοι που δικαιολογούν παράταση της προθεσμίας δεν περιορίζονται πλέον στις εξαιρετικές μόνον περιστάσεις.
49 Εντούτοις, όπως επίσης υπογραμμίζουν το εθνικό δικαστήριο και η Επιτροπή, η έννοια και ο σκοπός της διατάξεως και η θέση της στο όλο σύστημα δασμών δικαιολογούν την άποψη ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω από τις συνήθεις περιστάσεις προκειμένου να δικαιολογηθεί παράταση της προθεσμίας. Σκοπός του συστήματος προσωρινής εναπόθεσης είναι να παρασχεθεί στα μη κοινοτικά εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο και για τα οποία έχει υποβληθεί συνοπτική διασάφηση μια περιορισμένη μεταβατική περίοδος μέχρις ότου τα εμπορεύματα αυτά λάβουν τελωνειακό προορισμό εντός αυστηρών προθεσμιών. Οι διατάξεις περί παρατάσεως της προθεσμίας δεν αποσκοπούν στη συνήθη παράταση της προσωρινής εναποθέσεως και τη μετατροπή της, στην πράξη, σε σύστημα τελωνειακής εναποθέσεως, το οποίο αποτελεί ειδικό και διακεκριμένο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο απαιτείται η συμφωνία και ο έλεγχος των τελωνειακών αρχών.
50 Για τους λόγους αυτούς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η παράταση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 49, παράγραφος 1, μπορεί να χορηγηθεί μόνον όταν συντρέχουν ειδικές και έκτακτες περιστάσεις οι οποίες αφεαυτών δικαιολογούν παράταση της προθεσμίας. Ξρησιμοποιώ τον όρο «έκτακτες» υπό την κύρια έννοιά του, δηλαδή υπό την έννοια εκείνου που δεν είναι κανονικό. Καίτοι περιστάσεις που αφορούν την ίδια την επιχείρηση μπορούν, εφόσον είναι έκτακτες υπό την έννοια αυτή, να δικαιολογήσουν μια παράταση, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν τέτοιου είδους περιστάσεις: τα περιστατικά που προβάλλονται στο υποβληθέν ερώτημα αποτελούν την καθημερινή ρουτίνα της οικείας επιχειρήσεως και πρέπει να εξεταστούν ανά περίπτωση.
51 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν μια αίτηση παρατάσεως της προθεσμίας μπορεί να αφορά ένα σύνολο διασαφήσεων ή αν πρέπει να υποβάλλεται χωριστή αίτηση για κάθε διασάφηση. Αν οι προβαλλόμενες περιστάσεις προς δικαιολόγηση της αιτούμενης παρατάσεως ισχύουν για όλες τις σχετικές διασαφήσεις, ώστε να δικαιολογούν την υποβολή αιτήσεως παρατάσεως της προθεσμίας για κάθε μία από τις διασαφήσεις, θεωρώ ότι μπορεί να υποβάλλεται μία μόνον αίτηση για ένα σύνολο διασαφήσεων. Αυτό μπορεί να γίνει αν π.χ. έχουν υποβληθεί πολλές διασαφήσεις - ή πρόκειται να υποβληθούν - εντός μιας σύντομης περιόδου και οι λόγοι που προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως καλύπτουν αυτήν την περίοδο. Ας μου επιτραπεί πάντως να υπογραμμίσω ότι οι ειδικές και έκτακτες περιστάσεις βάσει των οποίων ζητείται παράταση της προθεσμίας πρέπει να εκτίθενται σε κάθε μία από τις αιτήσεις παρατάσεως. Όπως υπογραμμίζει το καθού της κύριας δίκης, χωρίς αιτιολογημένη αίτηση της παρατάσεως της προθεσμίας οι τελωνειακές αρχές δεν θα είναι σε θέση να καθορίσουν «τις πραγματικές ανάγκες που δικαιολογούν οι περιστάσεις». Εξάλλου, κατά το γράμμα του άρθρου 859, σημείο 1, ρητώς απαιτείται αίτηση παρατάσεως, όπως προβλέπεται και στο σημείο 15 του παραρτήματος Α.2 της διεθνούς συμβάσεως για την απλούστευση και εναρμόνιση των τελωνειακών συστημάτων (36), στην οποία η Κοινότητα έχει προσχωρήσει και προς την οποία υποχρεούται να συμμορφωθεί. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει ποιες είναι οι περιστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν παράταση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση και πώς μπορούν να αποδειχθούν οι περιστάσεις αυτές.
52 Το συμπληρωματικό ερώτημα με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί αν οι περιστάσεις που εκτίθενται στο ερώτημα συνιστούν περίπτωση προφανούς αμέλειας στερείται κατά συνέπεια ενδιαφέροντος, εφόσον κατά την άποψή μου στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις δυνάμενες να δικαιολογήσουν παράταση της προθεσμίας. Εντούτοις, το ζήτημα της αμέλειας εξετάζεται εκτενέστερα στο πλαίσιο του τελευταίου ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου (37).
53 Για τους προεκτεθέντες λόγους προτείνω ως απάντηση στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου ότι i) παράταση της προβλεπόμενης από το άρθρο 49, παράγραφος 1, προθεσμίας μπορεί να χορηγηθεί μόνον εφόσον συντρέχουν ειδικές και έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούν αφεαυτών την παράταση της προθεσμίας και ii) μια αίτηση παρατάσεως της προθεσμίας μπορεί να αφορά πολλές διασαφήσεις μιας ορισμένης περιόδου, εφόσον οι ειδικές και έκτακτες περιστάσεις που προβάλλονται αφορούν όλες τις διασαφήσεις αυτές.
Το τρίτο ερώτημα
54 Το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο υποβάλλεται για την περίπτωση κατά την οποία - αντιθέτως των όσων υποστήριξα - η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική (αν δηλαδή θεωρηθεί ότι το άρθρο 859 δεν είναι έγκυρο), αναφέρεται στο αν πρέπει να κριθεί ότι οι παραλήψεις που σημειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό περιπτώσεων, και οι οποίες συνίσταντο στη μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση προσδιορισμού, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, τελωνειακού προορισμού για τα προσκομισθέντα εμπορεύματα, δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, όταν τα προσκομισθέντα εμπορεύματα έλαβαν τελωνειακό προορισμό μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας και δεν δικαιολογείται παράταση της προθεσμίας κατά το άρθρο 49, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα. Από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι ακόμη και αν δεν κριθεί ότι μεμονωμένες παραλήψεις όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται εν προκειμένω δεν είχαν πραγματικές συνέπειες, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, η εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση που δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια ενός έτους.
55 Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό δεν τίθεται αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, όπως προτείνω, θα το εξετάσω συνοπτικώς.
56 Είναι προφανές ότι οι επανειλημμένες παραβιάσεις της υποχρεώσεως προσδιορισμού τελωνειακού προορισμού για τα εμπορεύματα που βρίσκονται υπό καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος. Όπως προανέφερα, η συνέπεια είναι ότι το καθεστώς της προσωρινής εναποθέσεως χρησιμοποιείται ακριβώς όπως και το καθεστώς τελωνειακής εναποθέσεως, χωρίς την έγκριση και τον έλεγχο που απαιτούνται στην περίπτωση αυτή βάσει της νομοθεσίας. Το άρθρο 204, παράγραφος 1, ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή γεννάται τελωνειακή οφειλή. Ο «κανόνας του εκτός αν» αποσκοπεί στο να μην επιτρέψει τη γένεση οφειλής όταν πρόκειται για τυπική πλημμέλεια που μπορεί να ιαθεί. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, στην οποία δεν θα είχε δοθεί παράταση, δεν πρόκειται για τυπική πλημμέλεια που μπορεί να ιαθεί.
Το τέταρτο ερώτημα
57 Το τέταρτο ερώτημα τίθεται για την περίπτωση που στο δεύτερο ερώτημα, σκέλος ββ, ή στο τρίτο ερώτημα, δοθεί αρνητική απάντηση. Πρότεινα να είναι αρνητική η απάντηση στο τρίτο ερώτημα και σε ένα σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, σκέλος ββ. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής, περί επιστροφής των δασμών στην περίπτωση που τα εμπορεύματα θα μπορούσαν να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχειρίσεως ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχειρίσεως, εφαρμόζεται επίσης όταν τα εμπορεύματα θα μπορούσαν να τύχουν άλλων δασμολογικών ελαφρύνσεων.
58 Το ερώτημα αυτό αφορά τη δικαστική επιδίωξη της επιστροφής δασμών υπό μορφή επικουρικού αιτήματος στηριζόμενου στο άρθρο 239 του κώδικα. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 239 προβλέπει ότι είναι δυνατή η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών σε περιπτώσεις «που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου». Οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 239 καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής και, κατά συνέπεια, μέσω εφαρμοστικού κανονισμού. Το άρθρο 900 του εκτελεστικού αυτού κανονισμού απαριθμεί ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες οι εισαγωγικοί δασμοί επιστρέφονται ή διαγράφονται, μεταξύ των οποίων, στην παράγραφο 1, στοιχείο ξξ, την περίπτωση κατά την οποία η τελωνειακή οφειλή γεννάται με άλλο τρόπο από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα και εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό καταγωγής, πιστοποιητικό κυκλοφορίας, παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης ή κάθε άλλο κατάλληλο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα θα μπορούσαν, αν είχαν διασαφηθεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχειρίσεως ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχειρίσεως, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι άλλοι όροι του άρθρου 890.
59 Το άρθρο 201 του κώδικα ορίζει ότι τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς ή από την υπαγωγή του στο καθεστώς προσωρινής εισδοχής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς. Το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής είναι διαφορετικό από το καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως: πρόκειται για ένα τελωνειακό καθεστώς. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 890 του κανονιμού εφαρμογής είναι το προσκομιζόμενο έγγραφο να αναφέρεται ρητώς στα οικεία εμπορεύματα, να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την αποδοχή αυτού του εγγράφου, καθώς και όλες οι άλλες προϋποθέσεις για τη χορήγηση προτιμησιακής τελωνειακής μεταχειρίσεως.
60 Από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο οδηγήθηκε στην υποβολή αυτού του ερωτήματος διότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστήριξε ότι το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, εφαρμόζεται επίσης και ως προς τα εμπορεύματα εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να τύχουν άλλης προτιμησιακής τελωνειακής μεταχειρίσεως, δηλαδή ολικής ή μερικής απαλλαγής από τους δασμούς εισαγωγής πρώτον για τα εμπορεύματα που επανεισάγονται μετά από παθητική τελειοποίηση και δεύτερον για τα εμπορεύματα που επιστρέφουν από επισκευή.
61 Το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, προστέθηκε στον κανονισμό εφαρμογής με τον κανονισμό 3254/94 (38) στο προοίμιο του οποίου τονίζεται:
«ότι το άρθρο 890 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 προβλέπει την επιστροφή ή τη διαγραφή των δασμών κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων που μπορούν να τύχουν κοινοτικής ή προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης στην περίπτωση που η τελωνειακή οφειλή γεννάται με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία·
ότι υπάρχουν επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες η τελωνειακή οφειλή γεννάται με άλλο τρόπο από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και για τις οποίες επίσης ο εισαγωγέας μπορεί να προσκομίσει έγγραφο που του επιτρέπει να τύχει τέτοιας προτιμησιακής μεταχείρισης· ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει προφανής δόλος ή αμέλεια, η υποχρέωση, στις περιπτώσεις αυτές, καταβολής των δασμών φαίνεται δυσανάλογη σε σχέση με τη προστασία που παρέχει το κοινό δασμολόγιο» (39).
62 Προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, εφαρμόζεται μόνον όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι, αν τα εμπορεύματα είχαν διασαφηθεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία θα μπορούσαν να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχειρίσεως ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχειρίσεως. Το ότι τα εμπορεύματα θα μπορούσαν, κατά τον χρόνο της θέσεώς τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, να τύχουν άλλων μειώσεων ή απαλλαγών δασμών, όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται ο προσφεύγων της κύριας δίκης, δεν σημαίνει ότι η κατάσταση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ. Επομένως, το επιχείρημα του προσφεύγοντος της κύριας δίκης δεν ευσταθεί.
63 Για τους λόγους αυτούς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα θα μπορούσαν να τύχουν άλλων μορφών προτιμησιακής τελωνειακής μεταχειρίσεως πέραν αυτών που ρητώς προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη.
Το πέμπτο ερώτημα
64 Το πέμπτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου υποβλήθηκε για την περίπτωση κατά την οποία στο τέταρτο ερώτημα δοθεί, όπως προτείνω, αρνητική απάντηση, δηλαδή κριθεί ότι το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, μοναδικό έρεισμα του προσφεύγοντος της κύριας δίκης για την επιστροφή των δασμών, δεν έχει εφαρμογή σε μια περίπτωση όπως αυτή του προσφεύγοντος της κύριας δίκης. Κατ' ουσίαν, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελωνειακές αρχές και τα δικαστήρια υποχρεούνται να εξετάσουν αυτεπαγγέλτως αν η επιστροφή μπορεί να στηριχθεί σε άλλους λόγους.
65 Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, από την απόφαση SEIM (40) η οποία αφορούσε το άρθρο από το οποίο προέρχεται το άρθρο 239, παράγραφος 1 [άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 (41)], προκύπτει σαφώς ότι, καίτοι η κοινοτική νομοθεσία δεν απαγορεύει στις τελωνειακές αρχές - και κατ' επέκταση στα εθνικά δικαστήρια - να εξετάζουν σε όλες τις περιπτώσεις αν οι περιστάσεις που προβάλλονται με μια αίτηση για επιστροφή ή διαγραφή δασμών εμπίπτουν σε μια άλλη διάταξη, εντούτοις δεν υποχρεούνται να προβαίνουν στην εξέταση αυτή (42). Η εσωτερική νομοθεσία και μόνον καθορίζει αν και κατά πόσο υπάρχει υποχρέωση εξετάσεως του αν συντρέχουν άλλοι λόγοι επιστροφής από εκείνους που ρητώς προβάλλονται.
66 Για τους λόγους αυτούς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εξετάζοντας αίτηση επιστροφής δασμών, οι τελωνειακές αρχές και τα δικαστήρια δεν υποχρεούνται να εξετάσουν αυτεπαγγέλτως όλους τους πιθανούς λόγους επιστροφής.
Το έκτο ερώτημα
67 Με το έκτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ενήργησε με πρόθεση απάτης ή με προφανή αμέλεια όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ.
68 Το άρθρο 899 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι, όταν η τελωνειακή αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής που αναφέρεται στο άρθρο 239, παράγραφος 2, του κώδικα διαπιστώνει ότι «οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αίτησης αυτής αντιστοιχούν σε μία από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 900 έως 903 και δεν συνεπάγονται προφανή αμέλεια ή δόλο εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών». Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση περί ελλείψεως προφανούς αμέλειας ή δόλου εκ μέρους του ενδιαφερομένου πληρούται κατά κανόνα στις περιπτώσεις του άρθρου 900, περιλαμβανομένων εκείνων οι οποίες, όπως η παρούσα υπόθεση (κατά την άποψή της), εμπίπτουν στο άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ.
69 Εντούτοις, όπως υπογραμμίζουν η Επιτροπή και το καθού της κύριας δίκης, μια τέτοια ερμηνεία δεν συμβιβάζεται προφανώς με το γράμμα της διατάξεως. Από το άρθρο 899 και από το προοίμιο του κανονισμού 3254/94 (43), με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, στον κανονισμό εφαρμογής (44), συνάγεται σαφώς ότι η επιστροφή ή η διαγραφή βάσει του άρθρου 239 του κώδικα εξαρτώνται από δύο σωρευτικές προϋποθέσεις: πρώτον, να συντρέχει μία από τις περιστάσεις που προβλέπουν τα άρθρα 900 έως 903 και, δεύτερον, οι περιστάσεις αυτές να μην συνεπάγονται δόλο ή προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Προσθέτω ότι η ερμηνεία αυτή ευρίσκει σαφές έρεισμα στο γερμανικό και γαλλικό κείμενο του άρθρου 899.
70 Για τους λόγους αυτούς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 900, παράγραφος 1, σημείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ενήργησε με δόλια πρόθεση ή ότι δεν επέδειξε προφανή αμέλεια.
Το έβδομο ερώτημα
71 Το έβδομο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία στο τέταρτο ή στο έκτο ερώτημα, ή και στα δύο μαζί, δοθεί αρνητική απάντηση, όπως και εγώ προτείνω. Το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να διευκρινιστεί ο όρος «πρόδηλη αμέλεια» του άρθρου 239, παράγραφος 1, του κώδικα, ειδικότερα δε ερωτά αν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη «πρόδηλης αμέλειας» στην περίπτωση κατά την οποία γεννώνται τελωνειακές οφειλές εισαγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο αα, επειδή δεν τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 49, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα επί σειρά μηνών για λόγους που ως παράδειγμα παρατίθενται στο δεύτερο ερώτημα, σκέλος ββ, και δεν συντρέχουν περιστάσεις δικαιολογούσες παράταση της προθεσμίας, ώστε να υπάρχει και στην περίπτωση αυτή προφανής αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 859, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής.
72 Από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο παρακινήθηκε να υποβάλει το ερώτημα αυτό λόγω μικρών διαφορών ορολογίας σχετικών με την έννοια της αμέλειας που παρατηρούνται στις διατάξεις τις σχετικές με την επιστροφή ή τη διαγραφή δασμών (άρθρο 239 του κώδικα και άρθρα 899 και 905 του κανονισμού εφαρμογής), καθώς και στις διατάξεις τις σχετικές με τη γέννηση τελωνειακής οφειλής (άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής). Ενώ στο αγγλικό και γαλλικό κείμενο του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής χρησιμοποιούνται οι ίδιοι όροι «obvious negligence» και «nιgligence manifeste», στο γερμανικό κείμενο αυτών των διατάξεων χρησιμοποιούνται όροι ελαφρώς διαφορετικοί: στα άρθρα 239, 899 και 905 χρησιμοποιούνται οι όροι «offensichtliche Fahrlδssigkeit», ενώ στο άρθρο 859 χρησιμοποιείται ο όρος «grobe Fahrlδssigkeit». Επίσης, στο άρθρο 212α, το οποίο επεκτείνει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να παρασχεθεί απαλλαγή από τους δασμούς, ορίζοντας ότι μια τέτοια απαλλαγή χορηγείται, ιδίως, εφόσον η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου δεν ενέχει ούτε «δόλιους χειρισμούς» ούτε «έκδηλη αμέλεια», ενώ στο γαλλικό κείμενο χρησιμοποιείται και πάλι ο όρος «nιgligence manifeste», στο γερμανικό κείμενο χρησιμοποιείται ένας άλλος όρος «offenkundige Fahrlδssigkeit». Οι διαφορές αυτές στην αγγλική και γερμανική ορολογία παρακίνησαν το αιτούν δικαστήριο να ρωτήσει αν τελωνειακή οφειλή που γεννήθηκε λόγω προφανούς αμέλειας κατά την έννοια του άρθρου 859 μπορεί να επιστραφεί ή να διαγραφεί.
73 Στις γραπτές της παρατηρήσεις η Επιτροπή κατέγραψε λεπτομερώς όλες τις γλωσσικές αποδόσεις των εν λόγω διατάξεων. Το κύριο συμπέρασμα που συνάγεται από την εν λόγω καταγραφή είναι ότι οι όροι δεν χρησιμοποιούνται κατά τρόπο συστηματικό. Όπως προανέφερα στο γαλλικό κείμενο χρησιμοποιείται ένας όρος και στις πέντε αυτές διατάξεις· το ίδιο και στο δανικό, ιταλικό, πορτογαλικό και ισπανικό κείμενο. Στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιούνται δύο όροι: στο φινλανδικό και ελληνικό χρησιμοποιούνται τρεις (όχι όμως στα ίδια σημεία)· το ρεκόρ κατέχουν το γερμανικό και το σουηδικό κείμενο που χρησιμοποιούν τέσσερις όρους (και πάλι όχι στα ίδια σημεία). Το μόνο εύλογο συμπέρασμα κατά τη γνώμη μου είναι ότι ο νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να προβεί σε σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χρησιμοποιηθέντων όρων. Δεδομένου ότι η χρήση των όρων στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις των διατάξεων έγινε χωρίς κανένα προφανή λόγο, ερμηνεία τους υπό διαφορετική έννοια θα έθιγε σοβαρά την ενιαία εφαρμογή των νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων.
74 Εντούτοις, μπορεί να προστεθεί, όπως τονίζει η Επιτροπή, ότι με τον ή τους χρησιμοποιηθέντες όρους ο νομοθέτης θέλησε να προσδιορίσει κάτι διαφορετικό από τη «nιgligence grave» ή «serious negligence», που χρησιμοποιήθηκε (και ορίστηκε) σε προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση: είχε χρησιμοποιηθεί στα άρθρα 4α, 6α και 11α του κανονισμού 1430/79 (45) και ορίστηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3799/86 (46). Καίτοι ο όρος «grobe Fahrlδssigkeit» χρησιμοποιείται στο γερμανικό κείμενο του άρθρου 859 του κανονισμού εφαρμογής, σε όλες τις άλλες επίσημες γλώσσες κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού 3799/86 (δανική, ολλανδική, ελληνική, ιταλική, πορτογαλική και ισπανική) χρησιμοποιείται όρος διαφορετικός - και προφανώς αυστηρότερος - από τον ή τους όρους που χρησιμοποιούνται στην ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση.
75 Το άρθρο 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 3799/86 ορίζει τα εξής:
«β) θεωρείται ότι υπάρχει "σοβαρή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου" όταν αυτός δεν έχει συμμορφωθεί προς τις διαδικαστικές διατάξεις των οποίων η τήρηση αποτελεί καταρχήν προϋπόθεση για την έγκριση της επιστροφής ή της διαγραφής μολονότι δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί την ύπαρξή τους.
Ειδικότερα, αποτελεί "σοβαρή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου":
- το γεγονός ότι ένα πρόσωπο που δεν ασκεί το επάγγελμα του εκτελωνιστή δεν έχει συμμορφωθεί προς τις διαδικαστικές διατάξεις των οποίων η τήρηση αποτελεί καταρχήν προϋπόθεση για την έγκριση της επιστροφής ή της διαγραφής μολονότι είχε ήδη αντιμετωπίσει στο παρελθόν ανάλογη κατάσταση και ήταν, συνεπώς, εν γνώσει των διοικητικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η εν λόγω επιστροφή ή διαγραφή,
- το γεγονός ότι ένα πρόσωπο που ασκεί το επάγγελμα του εκτελωνιστή και που αντιπροσωπεύει το πρόσωπο στο όνομα του οποίου υποβλήθηκε αίτηση επιστροφής ή διαγραφής δεν έχει εκτελέσει τις οδηγίες που του είχε δώσει το εν λόγω πρόσωπο για να προβεί στις διοικητικές ενέργειες ενώπιον των τελωνειακών αρχών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εν λόγω επιστροφή ή διαγραφή».
76 Συνεπώς, το προηγούμενο κριτήριο σοβαρής αμέλειας ήταν ότι ο ενδιαφερόμενος «δεν είναι δυνατό να αγνοεί την ύπαρξη» διαδικαστικών κανόνων η τήρηση των οποίων αποτελεί, καταρχήν, προϋπόθεση για την έγκριση της επιστροφής ή της διαγραφής· η σχετική διατύπωση στο γερμανικό και αγγλικό κείμενο είναι, αντιστοίχως, «must have been aware» και «Kenntnis haben muίte». Ελλείψει ειδικού ορισμού του όρου «προφανής αμέλεια» στο πλαίσιο του τελωνειακού κώδικα, φρονώ ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται αν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να αγνοεί τους κανόνες αυτούς, υπό την έννοια ότι οποιοσδήποτε σώφρων που δραστηριοποιείται στον τομέα αυτό και βρίσκεται υπό ανάλογες συνθήκες οφείλει να γνωρίζει. Κατά κανόνα εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά εμπίπτει στην έννοια αυτή, προσθέτω όμως ότι συμμερίζομαι την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, η οποία υποστηρίζει ότι η περιγραφόμενη στη διάταξη παραπομπής συμπεριφορά συνιστά προφανώς περίπτωση προφανούς αμέλειας.
Πρόταση
77 Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω στα ερωτήματα του Finanzgericht Bremen να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 859 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, εγκύρως θεσπίζει σύστημα εξαντλητικής απαριθμήσεως των παραλείψεων, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα οι οποίες "δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος".
2) Στην περίπτωση που αίτημα παρατάσεως της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 859, σημείο 1, του κανονισμού εφαρμογής εμπροθέσμως υποβληθέν, απορρίφθηκε από τις τελωνειακές αρχές με απόφαση κατά της οποίας δεν χωρεί πλέον προσφυγή, το εθνικό δικαστήριο μπορεί αυτοδικαίως να εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως μιας τέτοιας παρατάσεως.
3) i) Παράταση της προβλεπόμενης από το άρθρο 49, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προθεσμίας μπορεί να χορηγηθεί μόνον εφόσον συντρέχουν ειδικές και έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούν αφεαυτών την παράταση της προθεσμίας.
ii) Μια αίτηση παρατάσεως της προθεσμίας μπορεί να αφορά πολλές διασαφήσεις μιας ορισμένης περιόδου, εφόσον οι ειδικές και έκτακτες περιστάσεις που προβάλλονται αφορούν όλες τις διασαφήσεις αυτές.
4) Το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα θα μπορούσαν να τύχουν άλλων μορφών προτιμησιακής τελωνειακής μεταχειρίσεως πέραν αυτών που ρητώς προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη.
5) Εξετάζοντας αίτηση επιστροφής δασμών, οι τελωνειακές αρχές και τα δικαστήρια δεν υποχρεούνται να εξετάσουν αυτεπαγγέλτως όλους τους πιθανούς λόγους επιστροφής.
6) Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιστροφής που προβλέπει το άρθρο 900, παράγραφος 1, σημείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ενήργησε με δόλια πρόθεση ή ότι δεν επέδειξε προφανή αμέλεια.
7) Συντρέχει περίπτωση "πρόδηλης αμέλειας" κατά την έννοια του άρθρου 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα όταν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να αγνοεί την ύπαρξη διαδικαστικών κανόνων η τήρηση των οποίων αποτελεί, καταρχήν, προϋπόθεση για την έγκριση της επιστροφής ή της διαγραφής, υπό την έννοια ότι οποιοσδήποτε σώφρων που δραστηριοποιείται στον τομέα αυτό και βρίσκεται υπό ανάλογες συνθήκες οφείλει να γνωρίζει.»
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1).
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1).
(3) - Άρθρο 38, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
(4) - Άρθρο 40 του τελωνειακού κώδικα.
(5) - Άρθρο 43 του τελωνειακού κώδικα.
(6) - Άρθρο 48 του τελωνειακού κώδικα.
(7) - Άρθρο 50 του τελωνειακού κώδικα.
(8) - Άρθρο 49, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
(9) - Άρθρο 49, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
(10) - Άρθρο 4, παράγραφος 15, του τελωνειακού κώδικα.
(11) - Άρθρο 4, παράγραφος 16, του τελωνειακού κώδικα.
(12) - Άρθρο 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
(13) - Άρθρο 860 του κανονισμού εφαρμογής.
(14) - Άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής.
(15) - Άρθρο 212ατου τελωνειακού κώδικα, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 17, σ. 1).
(16) - Άρθρο 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
(17) - Άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξξ, του κανονισμού εφαρμογής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3254/94 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 346, σ. 1).
(18) - Άρθρο 145 του τελωνειακού κώδικα.
(19) - Το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 82/97, προαναφερθέντα στην υποσημείωση 15.
(20) - Η υποσημείωση αυτή αφορά μόνον το αγγλικό κείμενο των προτάσεων.
(21) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1).
(22) - Όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1427/97 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1997 (ΕΕ L 196, σ. 31), το οποίο προσέθεσε τα σημεία 8 και 9.
(23) - Όπως προστέθηκε με τον κανονισμό 3254/94, προαναφερθέντα στην υποσημείωση 17.
(24) - Η μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η παραμονή υπό προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει υπαχθεί το εμπόρευμα.
(25) - Έβδομη αιτιολογική σκέψη.
(26) - Απόφαση της 15ης Μαου 1984, 121/83 (Συλλογή 1984, σ. 2039).
(27) - Σκέψη 13 της αποφάσεως.
(28) - Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 30).
(29) - Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1997 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-9/95, C-23/95 και C-156/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-645, σκέψη 37).
(30) - Βλ. π.χ. την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, Γερμανία κατά Επιτροπής, C-240/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5383, συγκεκριμένα τα σημεία 42 και 43 των προτάσεών μου και τις σκέψεις 36 και 37 της αποφάσεως).
(31) - Όγδοη αιτιολογική σκέψη.
(32) - Βλ. ανωτέρω σημείο 21.
(33) - Στο έργο του Community Customs Law (1995), ο καθηγητής Ben Terra χαρακτηρίζει την έκφραση αυτή ως «μια από τις πιο ελκυστικές εκφράσεις του κώδικα», τόμος Ι, σ. 333.
(34) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 26.
(35) - ΕΕ L 367, σ. 1. Βλ. άρθρο 15, παράγραφος 2.
(36) - Η σύμβαση αποτελεί παράρτημα της αποφάσεως 75/199/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1975, περί κυρώσεως της διεθνούς συμβάσεως για την απλούστευση και εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων και περί αποδοχής του παραρτήματός της «περί της τελωνειακής αποταμιεύσεως» (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 5). Το παράρτημα Α.2 έχει προσαρτηθεί στην απόφαση 78/528/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 1978, περί αποδοχής εξ ονόματος της Κοινότητας τριών παραρτημάτων της διεθνούς συμβάσεως «περί απλουστεύσεως και εναρμονίσεως των τελωνειακών καθεστώτων» (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/006, σ. 162).
(37) - Βλ. επόμενα σημεία 71 έως 76.
(38) - Προαναφερθείς στην υποσημείωση 17.
(39) - Δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
(40) - Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1996, C-446/93 (Συλλογή 1996, σ. Ι-73).
(41) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (ΕΕ L 286, σ. 1).
(42) - Βλ. σκέψεις 52 έως 54 της αποφάσεως.
(43) - Προαναφερθείς στην υποσημείωση 17.
(44) - Βλ. δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, παρατεθείσα στο σημείο 61.
(45) - Προαναφερθείς στην υποσημείωση 41.
(46) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 4α, 6α, 11α και 13 του κανονισμού 1430/79 (ΕΕ L 352, σ. 19). Ο κανονισμός 3799/86 καταργήθηκε με το άρθρο 913 του κανονισμού εφαρμογής. (Σ.τ.Μ.: στο ελληνικό κείμενο του εν λόγω άρθρου χρησιμοποιείται ο όρος «σοβαρή αμέλεια»).
Full & Egal Universal Law Academy