Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Tο ζήτημα και το πλαίσιό του
1 Το ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση είναι αν οι τελωνειακές αρχές έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση να πληροφορήσουν τον εκτελωνιστή που ενεργεί καλόπιστα ως κύριος υπόχρεος σε διαδικασία εξωτερικής διαμετακομίσεως ότι υποπτεύονται ή ερευνούν πιθανή απάτη στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, έτσι ώστε να του δώσουν τη δυνατότητα να λάβει μέτρα για να αποφύγει τη γένεση εις βάρος του τελωνειακής οφειλής σχετικά με εμπορεύματα που υπεξαιρέθηκαν της τελωνειακής επιτηρήσεως, καθώς και, στην περίπτωση που υφίσταται τέτοια υποχρέωση, ποιες συνέπειες έχει, ειδικά όσον αφορά την είσπραξη τελωνειακών δασμών, η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής.
2 Η εξωτερική διαμετακόμιση είναι τελωνειακή διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας μη κοινοτικά εμπορεύματα μεταφέρονται μεταξύ δύο σημείων εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας με σκοπό την επανεξαγωγή τους σε άλλη χώρα μη μέλος. Κατά τη διαμετακόμιση δεν καταβάλλονται για τα εμπορεύματα τελωνειακοί δασμοί, φόρος προστιθεμένης αξίας ή ειδικός φόρος καταναλώσεως. O «κύριος υπόχρεος», συχνά πράκτορας μεταφορών ή εκτελωνιστής, είναι ο υπεύθυνος για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας και οφείλει οποιουσδήποτε δασμούς απαιτηθούν μετά από οποιαδήποτε παράβαση ή παρατυπία σχετικά με τη διαδικασία αυτή.
3 Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής και στα παραρτήματά της, έχουν ως εξής.
4 Μεταξύ της 29ης Ιουλίου και της 8ης Σεπτεμβρίου 1993, η De Haan Beheer BV (στο εξής: De Haan), εκτελωνιστής που ενεργεί ως κύριος υπόχρεος σε διαδικασίες διαμετακομίσεως, συμπλήρωσε παραστατικά T1 - διασαφήσεις στο πλαίσιο διαδικασίας εξωτερικής διαμετακομίσεως με τις οποίες δίνονται πληροφορίες σχετικά με την αποστολή και βεβαιώνεται η περάτωση των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας - για επτά αποστολές μη κοινοτικών τσιγάρων, σχετικά με τα οποία δεν καταβλήθηκαν δασμοί, που επρόκειτο να εξαχθούν σε διάφορες χώρες μη μέλη, σε κάθε δε περίπτωση ως τελωνείο προορισμού εντός της Κοινότητας δηλώθηκε η Αμβέρσα. Στην πραγματικότητα, τα τσιγάρα ουδέποτε έφθασαν στην Αμβέρσα, αλλά στις Κάτω Ξώρες υπεξαιρέθηκαν της τελωνειακής επιτηρήσεως. Ένας τελωνειακός υπάλληλος στην Αμβέρσα σφράγισε απατηλώς τα έντυπα T1 έτσι ώστε να φαίνεται ότι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν νομότυπα στο τελωνείο προορισμού (η ανάμειξη του υπαλλήλου αυτού, μολονότι το εθνικό δικαστήριο την αναφέρει ως γεγονός, αμφισβητείται από την Επιτροπή· ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι τα έντυπα T1 σφραγίστηκαν απατηλώς). Η απάτη τελέστηκε από διάφορα πρόσωπα, ένα από τα οποία ήταν υπάλληλος της De Haan, αλλά χωρίς η De Haan να γνωρίζει ή υποπτεύεται οποιαδήποτε παράνομη πράξη.
5 Όμως, οι υπάλληλοι της Fiscale Inlichtingen-en Opsporingsdienst (Υπηρεσίας Φορολογικών Πληροφοριών και Ερευνών, στο εξής: FIOD) επιτηρούσαν και ερευνούσαν όλες τις απατηλές αυτές πράξεις. Κατόπιν εκθέσεως της FIOD που καταρτίστηκε στις 21 Ιουνίου 1993, κινήθηκε έρευνα. Στις 25 Ιουνίου 1993, ανακριτής επέτρεψε στη FIOD να παρακολουθήσει ορισμένα τηλέφωνα, η δε παρακολούθηση συνεχίστηκε μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου 1993. Στις 26 Ιουλίου 1993 ή κοντά στην ημερομηνία αυτή, από την παρακολούθηση των τηλεφώνων αντλήθηκαν πληροφορίες σχετικά με ορισμένες απατηλές φορτώσεις τσιγάρων, η πρώτη από τις οποίες επρόκειτο να λάβει χώρα στις 29 Ιουλίου. Η έρευνα συνεχίστηκε μέχρι γύρω στις 9 Σεπτεμβρίου 1993, όταν καταρτίστηκε νέα έκθεση με την οποία ζητήθηκε να γίνει αυτοψία σε ορισμένες εγκαταστάσεις. Η αυτοψία επιτράπηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1993 και εντοπίστηκαν πάνω από 5 000 000 τσιγάρα για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί δασμοί. Ύποπτοι ανακρίθηκαν, περαιτέρω ποσότητες τσιγάρων εντοπίστηκαν και στις 5 Νοεμβρίου 1993 καταρτίστηκε από τη FIOD έκθεση με την οποία συνοψίστηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας.
6 Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, τα δελτία που επισυνάφθηκαν στο φύλλο 5 των εντύπων T1 σφραγίστηκαν απατηλώς και επιστράφηκαν στην De Haan. Ωστόσο, η διάταξη περί παραπομπής εκθέτει ότι, βάσει των απατηλών σφραγίδων, το τελωνείο αναχωρήσεως θεώρησε αρχικώς ότι τα δύο πρώτα παραστατικά T1 είχαν εκκαθαριστεί, δηλαδή είχαν συμπληρωθεί κατά τρόπο που βεβαίωνε τη νομότυπη ολοκλήρωση της διαδικασίας διαμετακομίσεως, ενώ τα αντίτυπα των πέντε υπολοίπων ουδέποτε επεστράφησαν στο τελωνείο εκείνο και ανακοινώθηκε στην De Haan ότι δεν έχουν εκκαθαριστεί. Από την έκθεση της FIOD προκύπτει περαιτέρω ότι, όταν καταρτίστηκε η έκθεση αυτή, ο υπάλληλος της De Haan που είχε συμμετοχή στην απάτη είχε ανακριθεί και είχε δώσει πληροφορίες σχετικά με την απάτη και ότι κάποιος κύριος De Haan της εταιρίας είχε εξεταστεί ως μάρτυρας.
7 Στις 13 Ιουλίου 1994, κοινοποιήθηκε στην De Haan ένταλμα πληρωμής τελωνειακών δασμών ποσού 2 463 318 ολλανδικών φιορινίων (HFL) για τις αποστολές τσιγάρων για τις οποίες θεωρήθηκε υπεύθυνη. Η De Haan υπέβαλε στις τελωνειακές αρχές διοικητική ένσταση κατά του εντάλματος αυτού και στις 5 Σεπτεμβρίου 1995 ο αρμόδιος για το Ρόττερνταμ επιθεωρητής εισαγωγικών δασμών και ειδικού φόρου καταναλώσεως μείωσε το καταβλητέο ποσό κατά 888 287,40 HFL λόγω του ότι είχε υπερεκτιμηθεί η τιμή λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων. Έτσι, σύμφωνα με την απόφαση εκείνη η De Haan εξακολουθούσε να οφείλει τελωνειακούς δασμούς 1 575 030,60 HFL. Στις 10 Οκτωβρίου 1995, η De Haan άσκησε κατά της αποφάσεως του επιθεωρητή προσφυγή ενώπιον του Tariefcommissie, το οποίο κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση είναι το δικαστήριο που εκδικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό τις διαφορές σχετικά με εισαγωγικούς δασμούς και είναι εκείνο που υπέβαλε την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
8 Μια πτυχή της υποθέσεως, για την οποία δεν γίνεται λόγος στη διάταξη περί παραπομπής αλλά η οποία επισημάνθηκε από την De Haan, την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, είναι ότι, πέραν της υποβολής διοικητικής ενστάσεως στις τελωνειακές αρχές, η οποία οδήγησε στην απόφαση του επιθεωρητή και στη συνακόλουθη προσφυγή ενώπιον του Tariefcommissie, η De Haan ζήτησε επίσης από τις τελωνειακές αρχές, στις 31 Μαου 1995, στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας βάσει του άρθρου 239 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (στο εξής: ΚΤΚ) (1), τη διαγραφή των σχετικών εισαγωγικών δασμών. Στις 3 Ιουνίου 1997, η Διεύθυνση Τελωνείων του Ρόττερνταμ, θεωρώντας ότι δεν μπορεί να λάβει απόφαση βάσει του άρθρου 899 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 (2), ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 905 έως 909 του κανονισμού αυτού. Με την απόφασή της, η οποία φέρει την ημερομηνία 18 Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν είναι δικαιολογημένη η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών. Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ολλανδική Κυβέρνηση στην υπόθεση C-157/98 και ενώπιον του Πρωτοδικείου από την De Haan στην υπόθεση T-150/98, η δε διαδικασία και στις δύο υποθέσεις έχει ανασταλεί (στην υπόθεση C-157/98 κατόπιν αιτήσεως της Ολλανδικής Κυβερνήσεως) μέχρι την έκδοση αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση.
9 Η απόφαση της Επιτροπής - η οποία επισυνάπτεται στις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως στην παρούσα υπόθεση - στηρίζεται στην ουσία στις σκέψεις ότι η De Haan ήταν υπεύθυνη για την ορθή διεξαγωγή της τελωνειακής διαδικασίας, ότι η έκθεση σε πιθανές απατηλές πράξεις αποτελεί συνήθη εμπορικό κίνδυνο, ότι, ακόμη και αν η ίδια η De Haan δεν είχε συμμετοχή στην απάτη, ένας από τους υπαλλήλους της, για τον οποίο ήταν υπεύθυνη, είχε συμμετοχή στην απάτη, ότι η ανάμειξη ενός Βέλγου τελωνειακού υπαλλήλου δεν έχει αποδειχθεί και ότι κανένα από τα πιο πάνω περιστατικά ούτε το γεγονός ότι η FIOD, για να συμπληρώσει την έρευνά της, απέκρυψε τις πληροφορίες της από την De Haan αποτελούν ειδικές περιπτώσεις στις οποίες εισαγωγικοί δασμοί μπορούν να διαγραφούν βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 (3).
10 Στη δίκη επί της παρούσας υποθέσεως, το Tariefcommissie έλαβε υπόψη το επιχείρημα της De Haan ότι, εφόσον ενήργησε καλόπιστα και εφόσον οι διενεργήσαντες την έρευνα γνώριζαν τί συνέβαινε, οι τελωνειακές αρχές έπρεπε να την πληροφορήσουν για τα περιστατικά, τουλάχιστον αφότου η πρώτη αποστολή είχε απατηλώς εκτραπεί από τον προορισμό της, έτσι ώστε να μπορέσει να λάβει μέτρα - να μην καταθέτει πλέον δηλώσεις T1 - για να αποτρέψει την εις βάρος της γένεση τελωνειακής οφειλής σχετικά με τις επόμενες έξι αποστολές. Κατά συνέπεια, το Tariefcommissie, στις 24 Φεβρουαρίου 1998, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Επιβάλλουν οι γραπτοί ή άγραφοι κανόνες του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου στις τελωνειακές αρχές, στις σχέσεις με τους έχοντες οφειλές έναντι αυτών, υποχρέωση όπως η περιγραφόμενη ανωτέρω στη σκέψη 6.2 [υποχρέωση προειδοποιήσεως, για το ενδεχόμενο απάτης, του διασαφιστή που βρίσκεται στην κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, της οποίας οι διασαφήσεις υποβλήθηκαν καλόπιστα] και, σε καταφατική περίπτωση, ποιες είναι οι έννομες συνέπειες που η αθέτηση της υποχρεώσεως αυτής από τις αρχές έχει για τη δημιουργία, τη βεβαίωση και την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής;»
Η εφαρμοστέα νομοθεσία
11 Ο ΚΤΚ (4) και οι διατάξεις για την εκτέλεσή του [κανονισμός 2454/93 (5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3665/93 (6)] τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994 και, στην ουσία, κωδικοποιούν και καταργούν τους πολυάριθμους τελωνειακούς κανονισμούς που ίσχυαν προηγουμένως. Ούτε ο ΚΤΚ ούτε ο εκτελεστικός κανονισμός έχουν μεταβατικές διατάξεις. Στην παρούσα υπόθεση, οι απάτες έλαβαν χώρα και η τελωνειακή οφειλή γεννήθηκε το 1993· από την άλλη πλευρά, το ένταλμα πληρωμής δασμών εκδόθηκε μόλις στις 13 Ιουλίου 1994. Ποια είναι η νομοθεσία που πρέπει να εξεταστεί για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη κανόνα του γραπτού κοινοτικού δικαίου - ο νυν ισχύων ΚΤΚ ή οι προηγούμενοι κανονισμοί;
12 Στο ερώτημά του, το Tariefcommissie αναφέρεται απλώς στους «γραπτούς (...) κανόνες του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου», αλλά τα έγγραφα της δικογραφίας αφορούν τόσο τον ΚΤΚ όσο και την προηγούμενη νομοθεσία. Στις γραπτές τους παρατηρήσεις, η De Haan, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αναφέρονται κυρίως στον ΚΤΚ.
13 Ωστόσο, στην απάντησή της σε γραπτή ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα πριν τεθεί σε ισχύ ο ΚΤΚ, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις της προηγούμενης νομοθεσίας - οι οποίες όμως, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ουσιαστικά δεν διαφέρουν από τις διατάξεις του ΚΤΚ.
14 Η άποψη αυτή βρίσκει στήριγμα στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή εφ' όλων των διαδικασιών που ήσαν εκκρεμείς κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος των κανόνων αυτών, ενώ οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου συνήθως δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις που υφίσταντο πριν από την έναρξη της ισχύος τους, εκτός αν υπάρχει σαφής ένδειξη περί του αντιθέτου. Η προσέγγιση αυτή επιβάλλεται από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (7).
15 Συμφωνώ ότι οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να ερμηνευθούν στην παρούσα υπόθεση δεν είναι εκείνοι του ΚΤΚ αλλά αυτοί της προηγούμενης νομοθεσίας. Ωστόσο, όλες οι καθαρά διαδικαστικές πτυχές της υποθέσεως μετά το ένταλμα πληρωμής που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1994 διέπονται από τον ΚΤΚ και από τους κανόνες για την εκτέλεσή του. Η άποψη αυτή συνάδει τόσο με τη νομολογία όσο και με την αρχή ότι η νομοθεσία δεν πρέπει να εφαρμόζεται αναδρομικά παρά μόνον όταν τούτο έχει ειδικά προβλεφθεί. Επιπλέον, η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε απ' όλους όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
16 Οι δυνάμενες να ασκούν επιρροή για την απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου βασικές διατάξεις της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας που έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης είναι οι ακόλουθες.
17 Ο τίτλος V του κανονισμού (ΕΟΚ) 2726/90 (8) διέπει τη διαδικασία εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Το άρθρο 10 ορίζει μεταξύ άλλων:
«1. Κάθε εμπόρευμα, για να κυκλοφορεί σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, πρέπει να αποτελεί (...) αντικείμενο μιας δήλωσης T1.
(...)
4. Η δήλωση T1 υπογράφεται από τον κύριο υπόχρεο (...)
(...)».
18 Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1:
«Ο κυρίως υπόχρεος οφείλει:
α) να προσκομίζει ανέπαφα τα εμπορεύματα καθώς και το παραστατικό Τ1 στο τελωνείο προορισμού μέσα στην καθορισμένη προθεσμία και να έχει τηρήσει τα μέτρα για τη διαπίστωση της ταυτότητάς τους που έχουν ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές·
β) να τηρεί τις οικείες διατάξεις του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακόμισης·
γ) να καταβάλλει τους δασμούς και τις άλλες ενδεχομένως απαιτητές επιβαρύνσεις έπειτα από τη διάπραξη παράβασης ή παρατυπίας κατά τη διάρκεια ή επ' ευκαιρία μιας πράξης κοινοτικής διαμετακόμισης.»
19 Το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1214/92 (9) ορίζει:
«1. Όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση προς τον κύριο υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης.»
20 Όσον αφορά τη γένεση τελωνειακής οφειλής, το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2144/87 (10), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4108/88 (11), ορίζει μεταξύ άλλων:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
(...)
δ) από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για ένα εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς (...), η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο τέθηκε ή από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή ενός εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό (...)·
(...)».
Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού:
«Το χρονικό σημείο κατά το οποίο γεννάται η τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή θεωρείται ότι είναι:
(...)
δ) στις περιπτώσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, (...) το χρονικό σημείο κατά το οποίο παύει να τηρείται η υποχρέωση της οποίας η μη εκπλήρωση γεννά την τελωνειακή οφειλή (...)·
(...)».
21 Όσον αφορά τη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής, το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 (12) ορίζει:
«Σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής υπό συνθήκες διαφορετικές από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1» - η κατάσταση στην παρούσα υπόθεση δεν έχει σχέση με τις συνθήκες αυτές -, «η βεβαίωση του αντίστοιχου ποσού πρέπει να πραγματοποιηθεί σε προθεσμία δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή:
α) υπολόγισε το ποσό των δασμών και
β) όρισε το πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο να καταβάλει το ποσό αυτό.»
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Το ποσό των δασμών, μόλις βεβαιωθεί, πρέπει να γνωστοποιείται στο πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο να το καταβάλει, σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία.»
22 Όσον αφορά την είσπραξη των εισαγωγικών δασμών, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 (13) ορίζει:
«Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών (...) δασμών που οφείλεται νομίμως (...) δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθησαν.
Εντούτοις, η διαδικασία αυτή δεν δύναται να κινηθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως (...) ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής.»
23 Όσον αφορά τις πιθανές απαλλαγές από την υποχρέωση καταβολής τελωνειακών δασμών, δύο διατάξεις προβλέπουν περιπτώσεις όπου δεν χρειάζεται να εισπραχθούν εισαγωγικοί δασμοί. Η πρώτη αφορά τις καταστάσεις όπου οι βεβαιωμένοι δασμοί μπορούν να επιστραφούν (ή να διαγραφούν αν δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί), ενώ η δεύτερη αφορά τις καταστάσεις όπου οι τελωνειακές αρχές μπορούν να παραιτηθούν από την είσπραξη των δασμών που έπρεπε να εισπραχθούν αλλά δεν εισπράχθηκαν.
24 Πρώτον, το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86 (14)) ορίζει:
«1. Η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη A έως Δ, οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
Οι περιστάσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η εφαρμογή του πρώτου εδάφιου, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για τον σκοπό αυτό, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται [για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής].
(...)».
(Οι περιπτώσεις που αναφέρονται στα μέρη A έως Δ είναι περιπτώσεις όπου οι δασμοί πρέπει να επιστραφούν ή διαγραφούν. Τα μέρη A έως Γ αφορούν τις περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται τελωνειακή οφειλή ή το ποσό που έχει καθοριστεί είναι υψηλότερο του νομίμως οφειλομένου, όπου κατά λάθος δηλώθηκε ότι τα εμπορεύματα προορίζονται για ελεύθερη κυκλοφορία ή όπου ο εισαγωγέας αρνείται να παραλάβει τα εμπορεύματα θεωρώντας τα ελαττωματικά ή μη σύμφωνα. Το τμήμα Δ παραθέτει κατάλογο ειδικών περιπτώσεων όπου, στην ουσία, ένα λάθος κατά την παραγγελία ή την παράδοση, ή κάποιο άλλο επιγενόμενο ελάττωμα, έχει ως συνέπεια ότι τα εμπορεύματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως προορίζονταν. Ουδεμία από τις περιπτώσεις αυτές αφορά περιστατικά όπως τα επίμαχα στην παρούσα υπόθεση.)
25 Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 (15) ορίζει:
«Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως "εκ των υστέρων" ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.
Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατό να γίνει εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις εφαρμογής (...)».
26 Όσον αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν οι σχετικές αποστολές έχουν εκτραπεί από τον προορισμό τους, οι διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 και του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 περιέχονταν, αντιστοίχως, στους κανονισμούς 3799/86 (16) και (ΕΟΚ) 2164/91 (17). Όπως προεξέθεσα, οι περιεχόμενοι στους κανονισμούς αυτούς διαδικαστικοί κανόνες δεν έχουν ratione temporis εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα μετά το ένταλμα πληρωμής που κοινοποιήθηκε το 1994. Όμως, στην ουσία παραμένουν οι ίδιοι στο πλαίσιο, αντιστοίχως, των άρθρων 905 έως 909 και 869 έως 876 του κανονισμού 2454/93 (18).
27 Ωστόσο, στους κανονισμούς 3799/86 και 2164/91 όντως περιέχονται διατάξεις που θεωρώ σημαντικές για περιπτώσεις όπου οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να επιστρέψουν ή να διαγράψουν δασμούς ή να παραιτηθούν από την είσπραξή τους. Το άρθρο 4 του κανονισμού 3799/86 παραθέτει κατάλογο «ειδικών περιπτώσεων» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Στον κατάλογο αυτόν περιλαμβάνονται περιπτώσεις όπου τα εμπορεύματα εκλάπησαν και στη συνέχεια ανευρέθησαν, όπου τα εμπορεύματα εκ παραδρομής και προσωρινώς εξήχθησαν από το τελωνειακό καθεστώς, όπου είναι αδύνατον να λειτουργήσει το σύστημα ανοίγματος του μεταφορικού μέσου, όπου τα εμπορεύματα επεστράφησαν στον μη κοινοτικό προμηθευτή ή επανεξήχθησαν και όπου η διάθεσή τους στο εμπόριο απαγορεύεται με δικαστική απόφαση. Το άρθρο 2 του κανονισμού 2164/91 καθορίζει δύο περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79: όταν η δασμολογική ποσόστωση ή οροφή έχει καλυφθεί χωρίς να έχει γίνει σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ή όταν οι αρχές θεωρούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, και το μη εισπραχθέν ποσό είναι μικρότερο των 2 000 ECU.
28 Όταν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους αδυνατεί να καθορίσει πάνω σ' αυτή τη βάση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων αυτών, οφείλει να φέρει την υπόθεση στην Επιτροπή, η οποία πρέπει να αποφασίσει μετά από διαβούλευση με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών (19).
29 Τέλος, τα άρθρα 243 έως 246 του ΚΤΚ προβλέπουν μια διαδικασία προσφυγής που πρέπει να ακολουθείται από τα κράτη μέλη. Κατά το άρθρο 243:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.
(...)
2. Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί:
α) σε πρώτο στάδιο, ενώπιον της τελωνειακής αρχής που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη·
β) σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία μπορεί να είναι μία δικαστική αρχή ή ένα ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη.»
Ειδική πρόβλεψη για ανάλογη διαδικασία δεν υπήρχε στην προηγούμενη κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία, μολονότι τέτοιες διαδικασίες υφίσταντο στα εθνικά δίκαια. Στις Κάτω Ξώρες, το κατά το άρθρο 243 του ΚΤΚ δικαίωμα αναγνωρίζεται από τους νόμους Algemene Wet Bestuursrecht και Algemene Wet inzake Rijksbelastingen.
Η σχέση μεταξύ των δύο διαδικασιών
30 Η De Haan κίνησε δύο παράλληλες διαδικασίες με σκοπό να αποφύγει την καταβολή των επιβληθέντων εισαγωγικών δασμών. Και οι δύο διαδικασίες κινήθηκαν μετά την παραλαβή του εντάλματος πληρωμής τον Ιούλιο του 1994, οπότε, όπως προεξέθεσα, διέπονται από τον ΚΤΚ και από τις διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του. Η πρώτη διαδικασία αφορά προσφυγή κατά του εντάλματος πληρωμής, η οποία ασκήθηκε πρώτα ενώπιον των ιδίων των τελωνειακών αρχών και στη συνέχεια ενώπιον του Tariefcommissie, όπως προβλέπεται στο άρθρο 243 του ΚΤΚ, και οδήγησε στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Η δεύτερη διαδικασία αφορά αίτηση προς τις τελωνειακές αρχές βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2, του ΚΤΚ για τη διαγραφή των δασμών σύμφωνα με το άρθρο 239, παράγραφος 1, το οποίο στην ουσία είναι ίδιο με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Η αίτηση αυτή προωθήθηκε στην Επιτροπή από την Ολλανδική Κυβέρνηση σύμφωνα με το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 και οδήγησε στην απόφαση της Επιτροπής της 18ης Φεβρουαρίου 1998 ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, απόφαση η οποία προσβάλλεται στις υποθέσεις C-157/98 και T-150/98.
31 Ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήθηκε μέχρι ενός σημείου το ζήτημα αν η παράλειψη των τελωνειακών αρχών να πληροφορήσουν την De Haan για τις υποψίες τους αποτελεί ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Όμως, νομίζω ότι το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στην παρούσα υπόθεση και πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των υποθέσεων C-157/98 και T-150/98.
32 Στο πλαίσιο τόσο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 όσο και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, όταν οι τελωνειακές αρχές αδυνατούν ή είναι απρόθυμες να λάβουν απόφαση ευνοϋκή για τον φερόμενο ως οφειλέτη τελωνειακής οφειλής, είτε η υπόθεση πρέπει να φθάσει στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση - που στη συνέχεια θα μπορεί να προσβληθεί, αναλόγως της περιπτώσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου - είτε (μολονότι τούτο καταλήγει απλώς και μόνο στο να επιβεβαιωθεί σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου ένα δικαίωμα που θεωρείται ότι προϋπάρχει βάσει του εθνικού δικαίου) υφίσταται γενικό δικαίωμα προσφυγής βάσει του οποίου η απόφαση των τελωνειακών αρχών μπορεί να ελεγχθεί από τις εθνικές αρχές και από τα εθνικά δικαστήρια - από εδώ απορρέει, όταν η υπόθεση έχει φθάσει στα εθνικά δικαστήρια, η δυνατότητα υποβολής στο Δικαστήριο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
33 Είναι σαφές ότι το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια είναι δικαίωμα να γίνει δικαστικός έλεγχος της αποφάσεως των τελωνειακών αρχών. Όταν οι αρχές αυτές έχουν λάβει την απόφαση να φέρουν την υπόθεση στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 - όπως συνέβη εν προκειμένω - η απόφαση αυτή είναι η μόνη που μπορεί να εξεταστεί από τα εθνικά δικαστήρια, καθόσον η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να ελεγχθεί μόνον από τον κοινοτικό δικαστή. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ως προς το ότι από το Tariefcommissie ζητήθηκε να ελέγξει την απόφαση των ολλανδικών τελωνειακών αρχών να φέρουν την υπόθεση στην Επιτροπή.
34 Συνεπώς, θεωρώ ότι στην κύρια δίκη το Tariefcommissie δεν έχει την εξουσία να αποφανθεί επί της υπάρξεως «ειδικής περιπτώσεως» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αυτό στην υπόθεση C-157/98. Εν πάση περιπτώσει, στη διάταξη περί παραπομπής το Tariefcommissie δεν κάνει λόγο για το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 ή για την ανάλογη διάταξη του ΚΤΚ, αλλά μόνο για το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του ΚΤΚ, το οποίο είναι ίδιο με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Ούτε προκύπτει ότι στα δικόγραφα που κατέθεσε ενώπιον του Tariefcommissie, τα οποία έχουν επισυναφθεί στη διάταξη περί παραπομπής, η De Haan έκανε λόγο για το άρθρο 13, παράγραφος 1, ή για ανάλογη διάταξη. Στην παρούσα υπόθεση, επίκληση της διατάξεως αυτής έγινε μόνο με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, κυρίως από την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά συνέπεια, δεν θα εξετάσω ευθέως το ζήτημα της «ειδικής περιπτώσεως».
Aνάλυση του ερωτήματος
35 Το ερώτημα που υπέβαλε το Tariefcommissie μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Έχουν, στο πλαίσιο διαδικασίας διαμετακομίσεως, οι τελωνειακές αρχές την υποχρέωση να πληροφορήσουν τον κύριο υπόχρεο ότι υποπτεύονται απάτη στην οποία αυτός δεν έχει συμμετοχή αλλά από την οποία μπορεί να γεννηθεί εις βάρος του τελωνειακή οφειλή και, αν ναι, ποιες είναι οι συνέπειες της παραλείψεώς τους να πράξουν τούτο;» Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο αφορούν και το ελαφρώς διαφορετικό ερώτημα «Μπορεί ο κύριος υπόχρεος σε διαδικασία διαμετακομίσεως να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής δασμών όταν οι τελωνειακές αρχές δεν τον πληροφορούν ότι υποπτεύονται απάτη στην οποία αυτός δεν έχει συμμετοχή αλλά από την οποία μπορεί να γεννηθεί εις βάρος του τελωνειακή οφειλή;»
36 Είναι σαφές ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να καθορίσει τη μορφή του ερωτήματος που είναι η πλέον κατάλληλη για τη λύση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του. Στην παρούσα υπόθεση, η De Haan ανέφερε ότι ο τρόπος που διατυπώθηκε το ερώτημα έχει σχέση με έναν εθνικό κανόνα περί εισπράξεως φόρων. Ωστόσο, μου φαίνεται ότι αυτό που το εθνικό δικαστήριο θέλει πράγματι να μάθει είναι αν κατά το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να υπάρξουν συνθήκες, απορρέουσες από την παράλειψη των τελωνειακών αρχών να πληροφορήσουν την De Haan, εντός των οποίων η De Haan μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής των σχετικών δασμών, και - υπό την επιφύλαξη της παρατηρήσεώς μου σχετικά με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 - νομίζω ότι είναι θεμιτό να εξεταστεί το ερώτημα σε αυτό το ελαφρώς ευρύτερο πλαίσιο.
37 Αν κοιτάξουμε τις διατάξεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας, είναι σαφές - και όντως δεν αμφισβητήθηκε - ότι η τελωνειακή οφειλή γεννήθηκε, κατά τα άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, και 3, στοιχείο δδ, του κανονισμού 2144/87 (20), τη στιγμή που κάθε αποστολή τσιγάρων έπαυσε να πληροί τις προϋποθέσεις στις οποίες υπέκειτο στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωτερικής διαμετακομίσεως, είτε όταν όντως εκτράπηκε από τον προορισμό της είτε, το αργότερο, όταν έληξε η προθεσμία εντός της οποίας τα τσιγάρα έπρεπε να προσκομιστούν στο τελωνείο προορισμού αλλά δεν προσκομίστηκαν. Είναι επίσης σαφές ότι κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του κανονισμού 2726/90 (21) η De Haan, ως κύριος υπόχρεος, ήταν υπεύθυνη για την καταβολή της οφειλής αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 (22) απαιτούσε από τις αρμόδιες αρχές να εισπράξουν την οφειλή.
38 Οι κανόνες αυτοί, λαμβανόμενοι ως σύνολο, δημιουργούν ένα πλέγμα που επιβάλλει την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής που γεννήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Οι μόνες εξαιρέσεις από την επιταγή αυτή προβλέπονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 και στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Εφόσον ο νομοθέτης προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις, αντενδείκνυται να προσθέσει άλλες το Δικαστήριο, μολονότι φυσικά θα υποδεικνύει, όταν χρειάζεται, τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την ερμηνεία τους.
39 Κατά την εξέταση των εξαιρέσεων αυτών, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου τη φύση της ευθύνης της De Haan.
40 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του κανονισμού 2726/90 ορίζει ότι ο κύριος υπόχρεος σε διαδικασία διαμετακομίσεως είναι υπεύθυνος για την καταβολή οποιουδήποτε δασμού οφείλεται μετά από παράβαση ή παρατυπία στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Η διατύπωση αυτή δεν δείχνει ότι η πιο πάνω ευθύνη υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που ο ίδιος ο κύριος υπόχρεος τελεί εν αδίκω.
41 Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση η De Haan ήταν εκτελωνιστής που ενεργούσε υπό την ιδιότητα αυτή. Το επάγγελμα του εκτελωνιστή δεν ρυθμίζεται σε κοινοτικό επίπεδο, μολονότι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3632/85 (23) περιείχε διατάξεις που όριζαν ότι πρέπει να μπορεί να κατατεθεί τελωνειακή διασάφηση από ένα πρόσωπο για λογαριασμό άλλου, αλλά, στην ουσία, άφηναν στα κράτη μέλη τη ρύθμιση του επαγγέλματος της παροχής τέτοιων υπηρεσιών. Σε μερικά κράτη μέλη, το επάγγελμα υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες που ρητώς καθιερώνουν αντικειμενική ευθύνη για τελωνειακή οφειλή (24). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει (25) ότι ο εκτελωνιστής «από την ίδια τη φύση των καθηκόντων του αναλαμβάνει την ευθύνη τόσο για την καταβολή των εισαγωγικών δασμών, όσο και για τη νομιμότητα των παραστατικών που υποβάλλει στις τελωνειακές αρχές». Ωστόσο, η ευθύνη αυτή δεν είναι εντελώς χωρίς περιορισμούς. Όρια υφίστανται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές έχουν παράσχει δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες (26) ή σε ορισμένες περιπτώσεις ανωτέρας βίας (27). Ακόμη και τότε, δεν υπάρχει ειδικός περιορισμός της ευθύνης αυτής ο οποίος να μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση, εκτός από το ενδεχόμενο να ασκεί επιρροή το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 ή το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
42 Εφόσον, έτσι, πρέπει να θεωρείται ότι ο εκτελωνιστής έχει κατ' αρχήν αντικειμενική ευθύνη για κάθε τελωνειακό δασμό που οφείλεται για ενέργειες διαμετακομίσεως για τις οποίες είναι υπεύθυνος ως κύριος υπόχρεος, είναι σαφές ότι οποιαδήποτε εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν δεν θα μπορεί παρά να είναι ρητή, όπως η προβλεπόμενη σε κάθε μία από τις δύο αυτές διατάξεις.
43 Έχοντας αυτό κατά νου, πρέπει τώρα να εξετάσουμε τις διάφορες δυνατότητες που με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε ότι μπορούν να δικαιολογήσουν εξαίρεση από τον βασικό κανόνα, και μάλιστα βάσει ενός καθήκοντος των τελωνειακών αρχών να πληροφορήσουν τον κύριο υπόχρεο.
44 Όπως έχω πει, η ύπαρξη «ειδικής περιπτώσεως» που καθιστά δυνατή την επιστροφή ή διαγραφή δασμών υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 αποτελεί ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της υποθέσεως C-157/98.
45 Επομένως, η βασική διάταξη που πρέπει να εξεταστεί εδώ είναι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Βάσει της διατάξεως αυτής, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απόσχουν από την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών που δεν εισπράχθηκαν κατόπιν λάθους των ιδίων των αρμοδίων αρχών, στην περίπτωση που ο οφειλέτης λογικά δεν θα μπορούσε να ανακαλύψει το λάθος αυτό αν είχε ενεργήσει καλόπιστα και είχε τηρήσει όλες τις διατάξεις που διέπουν την τελωνειακή διασάφηση.
46 Το σημαντικό ερώτημα είναι: Υπήρξε λάθος εκ μέρους των αρμοδίων αρχών;
47 Το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά ειδικά το αν η παράλειψη των τελωνειακών αρχών να πληροφορήσουν την De Haan για τις υπόνοιες και έρευνές τους μπορεί κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο να οδηγήσει στην απαλλαγή της De Haan από την ευθύνη για την καταβολή των τελωνειακών δασμών. Στο πλαίσιο αυτό, δύσκολα θα μπορούσα να θεωρήσω ότι η συμπεριφορά αυτή - η οποία φαίνεται να ήταν εσκεμμένη - μπορεί να αποτελέσει «λάθος» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στην έννοια του λάθους κατά τη διάταξη αυτή περιλαμβάνονται όχι μόνον τα λάθη υπολογισμού ή αντιγραφής (τα οποία, μαζί με τη χρήση ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών, αναφέρει ρητώς ως παραδείγματα το προοίμιο του κανονισμού 1697/79) αλλά και η παρερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών κανόνων δικαίου (28). Μολονότι τα παραδείγματα λάθους που παραθέτουν ο κανονισμός και η νομολογία σαφώς δεν απαριθμούνται περιοριστικώς, θεωρώ ότι θα ήταν παρατραβηγμένο να επεκταθεί η έννοια του λάθους σε περιπτώσεις που οι τελωνειακές αρχές ενεργούν εσκεμμένα, έχοντας επίγνωση των περιστατικών (ωστόσο, δεν θα απέκλεια τη δυνατότητα η συμπεριφορά αυτή να αποτελεί «ειδική περίπτωση» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79). Πράγματι, η διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, δείχνει ότι αυτό που νοείται είναι η μη είσπραξη δασμών κατόπιν λάθους των αρχών.
48 Επομένως, η μη πληροφόρηση της De Haan για τις υπόνοιες σχετικά με την απάτη δεν μπορεί να αποτελεί λάθος υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Ωστόσο, το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά το αν υπάρχει γενικά υποχρέωση πληροφορήσεως - εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος - και όχι αν η υποχρέωση αυτή υπάρχει βάσει οποιασδήποτε συγκεκριμένης διατάξεως. Επομένως, πρέπει να εξετάσω και τις άλλες δυνατότητες που προβλήθηκαν.
49 Διάφορες απόψεις διατυπώθηκαν ως προς τη συγκεκριμένη προθεσμία που θέτει το κοινοτικό δίκαιο εντός της οποίας οι τελωνειακές αρχές θα μπορούσαν να έχουν την υποχρέωση να πληροφορήσουν την De Haan σχετικά με την ευθύνη της για την καταβολή τελωνειακής οφειλής. Η De Haan ισχυρίζεται ότι, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3, παράγραφος 3, και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 (29), οι δασμοί πρέπει να βεβαιωθούν εντός δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να ορίσουν τον οφειλέτη και ότι το πιο πάνω ποσό πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη μόλις βεβαιωθεί. Εφόσον οι αρχές ήσαν σε θέση, μόλις έμαθαν την κατόπιν απάτης εκτροπή της πρώτης αποστολής από τον προορισμό της, να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που η De Haan όφειλε σχετικά με την αποστολή αυτή, έπρεπε να γνωστοποιήσουν το ποσό αυτό εντός δύο ημερών.
50 Δεν νομίζω ότι η De Haan μπορεί να αντλήσει οποιοδήποτε όφελος από τη συλλογιστική αυτή. Όπως παρατηρήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα στην απόφαση Covita (30) ότι «Το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές (...) δεν έχουν τηρήσει τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού (...) 1854/89 (...) δεν αποδυναμώνει το δικαίωμα των αρχών αυτών να προβούν στην [εκ των υστέρων] είσπραξη [τελωνειακών δασμών], εφόσον για την είσπραξη αυτή τηρείται η [τριετής] προθεσμία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79» (31). Στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο είπε ότι «οι προθεσμίες [αυτές] έχουν ως μόνο σκοπό να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες διοικητικές αρχές θα εφαρμόζουν ταχέως και ομοιομόρφως τις τεχνικές μεθόδους βεβαιώσεως των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών. Η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών από τις τελωνειακές αρχές μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να καταβάλει τόκους υπερημερίας στις Κοινότητες, στο πλαίσιο της αποδόσεως των ιδίων πόρων (...)» (32).
51 Η απόφαση αυτή φωτίζεται περαιτέρω με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Fennelly στην υπόθεση εκείνη, όπου είπε ότι (33): «Είναι σαφές ότι οι προθεσμίες στις διατάξεις αυτές αφορούν τη βεβαίωση και όχι την είσπραξη των οικείων ποσών και προβλέφθηκαν για λόγους λογιστικούς και όχι για να ιδρύσουν δικαιώματα υπέρ των εμπόρων. Νομίζω ότι αυτό αποδεικνύεται σαφώς από την ύπαρξη χωριστής τριετούς προθεσμίας για την εκ των υστέρων είσπραξη, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού [1697/79], και ειδικότερα από το γεγονός ότι προβλέπεται ως έναρξη της προθεσμίας αυτής είτε η ημερομηνία βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής ή, αν δεν έγινε βεβαίωση, η ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει τη μοναδική προθεσμία για την εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακών οφειλών.»
52 Η De Haan παρέθεσε τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1854/89 - «οι κανόνες σχετικά με τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής της τελωνειακής οφειλής έχουν ιδιαίτερη σημασία για (...) να εξασφαλιστεί στον υψηλότερο δυνατό βαθμό η ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων κατά την είσπραξη των εισαγωγικών και των εξαγωγικών δασμών» - προς στήριξη της απόψεώς της ότι ο οφειλέτης όντως αντλεί δικαιώματα από τα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 6, παράγραφος 1. Όμως, αν η αιτιολογική αυτή σκέψη εξεταστεί στο πλαίσιο του προοιμίου ως συνόλου, θα είναι σαφέστατο ότι σκοπός του κανονισμού είναι η εναρμόνιση των διαδικασιών που διέπουν σε ολόκληρη την Κοινότητα τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής. Στο μέτρο που οι επιχειρηματίες μπορούν να επικαλεστούν οποιοδήποτε δικαίωμα βάσει της δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως, θα πρόκειται για δικαίωμα να μη τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω της υπάρξεως διαφορετικών κανόνων στα διάφορα κράτη μέλη και όχι για δικαίωμα να απαλλαγούν από την υποχρέωση καταβολής όταν έχει παρέλθει μια (βραχύτατη) προθεσμία.
53 Κατά συνέπεια, σε ευθυγράμμιση με την απόφαση Covita, είμαι της γνώμης ότι, αν και το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1854/89 όντως απαιτεί από τις τελωνειακές αρχές να βεβαιώνουν τα ποσά εντός προθεσμίας δύο ημερών, η επιταγή αυτή αφορά τη σχέση των κρατών μελών με την Κοινότητα και αυτή καθαυτή η μη τήρηση της πιο πάνω προθεσμίας δεν έχει συνέπειες για την υποχρέωση καταβολής ή την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής.
54 Ωστόσο, μου φαίνεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού (34) - διάταξη που μέχρι τώρα δεν έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο - όντως απονέμει στον οφειλέτη δικαίωμα να πληροφορηθεί το ποσό των δασμών μόλις βεβαιωθεί - μολονότι το «μόλις» εξαρτάται από τις λέξεις «σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία».
55 Δεν έχουμε πληροφορίες σχετικά με το σημείο αυτό - και είμαι σίγουρος ότι η De Haan θα παρείχε τις πληροφορίες αυτές αν ασκούσαν επιρροή εν προκειμένω - όμως, αν πράγματι το ποσό της τελωνειακής οφειλής βεβαιώθηκε αμέσως αλλά δεν γνωστοποιήθηκε αμέσως στην De Haan εντός της προθεσμίας που συνήθως χρειάζεται για τέτοιες γνωστοποιήσεις, τότε θα θεωρήσω ότι οι τελωνειακές αρχές όντως δεν τήρησαν μια υποχρέωση προς την De Haan.
56 Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο μετά τη βεβαίωση και αν όντως γεννήθηκε - ζήτημα που μπορεί να κριθεί μόνον από το εθνικό δικαστήριο - πάλι δεν νομίζω ότι η μη τήρησή της μπορεί να απαλλάξει την De Haan από την ευθύνη για την καταβολή των δασμών. Μολονότι στην απόφαση Covita το Δικαστήριο δεν εξέτασε το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89, θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι το συμπέρασμα σχετικά με τη μεγαλύτερη σημασία της προθεσμίας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79 δεν έχει εφαρμογή και εδώ. Νομίζω ότι η συνέπεια της μη άμεσης γνωστοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 είναι, στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού, απλώς ότι δεν αρχίζει η προθεσμία εντός της οποίας οι δασμοί πρέπει να καταβληθούν σύμφωνα με το άρθρο 8, στοιχείο αα, του εν λόγω κανονισμού.
57 Είναι αλήθεια ότι ο ισχυρισμός της De Haan - και η εικασία βάσει της οποίας το εθνικό δικαστήριο ζητεί την έκδοση αποφάσεως - είναι ότι οι τελωνειακές αρχές είχαν μια υποχρέωση της οποίας η μη τήρηση τις εμπόδισε να εισπράξουν όχι μόνο κάθε τελωνειακή οφειλή που δεν γνωστοποιήθηκε αμέσως αλλά και τις μεταγενέστερες οφειλές που θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν είχε λάβει χώρα η γνωστοποίηση. Όμως, στον κανονισμό 1854/89 δεν βλέπω τίποτα που να δείχνει ότι οποιαδήποτε υποχρέωση που επιβάλλει θα μπορούσε να αφορά όχι μόνο συναλλαγές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά και μεταγενέστερες καταστάσεις που δεν έχουν ακόμη ανακύψει. Είναι σαφές ότι ο κανονισμός αυτός περιορίζεται στις βεβαιώσεις και στους όρους καταβολής των τελωνειακών οφειλών που έχουν ήδη γεννηθεί.
58 Συνεπώς, κατά την άποψή μου, ο κανονισμός 1854/89 δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση πληροφορήσεως της οποίας η μη τήρηση είναι ικανή να απαλλάξει την De Haan από την οφειλή της σχετικά με τους δασμούς.
59 Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρει ορισμένες άλλες διατάξεις που θα μπορούσαν να επιβάλουν στις τελωνειακές αρχές υποχρέωση πληροφορήσεως, αλλά συνάγει ότι δεν επιβάλλουν τέτοια υποχρέωση. Παραδείγματος χάριν, η βάσει του άρθρου 11 του ΚΤΚ υποχρέωση αφορά μόνο πληροφορίες που σχετίζονται με πράγματι προβλεπόμενη πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής και που ζητεί ο ενδιαφερόμενος.
60 Η κυβέρνηση αυτή εξετάζει και το άρθρο 379, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει το άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 1214/92 (35), το οποίο είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και κατά το οποίο, όταν δεν έχουν προσκομιστεί τα εμπορεύματα που βρίσκονται σε διαδικασία εξωτερικής διαμετακομίσεως και όταν δεν είναι γνωστό τί ακριβώς συνέβη, το τελωνείο αναχωρήσεως οφείλει να ενημερώσει τον κύριο υπόχρεο «το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης». Η Ολλανδική Κυβέρνηση έχει την άποψη ότι η υποχρέωση αυτή είναι διαφορετική και πολύ στενότερη από την υποχρέωση, την οποία αφορά το ερώτημα του Tariefcommissie, να προειδοποιήσει το τελωνείο τον εκτελωνιστή για το ενδεχόμενο διαπράξεως απάτης από τους πελάτες του.
61 Θα συμφωνήσω ότι πρόκειται για άλλου είδους υποχρέωση. Είναι σαφές ότι προβλέπεται για τις περιπτώσεις που τα εμπορεύματα έχουν «χαθεί» και οι τελωνειακές αρχές δεν έχουν αποδείξεις για το τί συνέβη σ' αυτά. Ο σκοπός (36) είναι να παρασχεθεί στον κύριο υπόχρεο η δυνατότητα να δώσει ικανοποιητική εξήγηση πριν απαιτηθεί από αυτόν να καταβάλει δασμούς, και μόνον από αυτή την άποψη μπορεί να του απονείμει οποιοδήποτε δικαίωμα. Επιπλέον, το γεγονός ότι στη διάταξη έχουν περιληφθεί οι λέξεις «και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μηνός (...)» μετριάζει τον επείγοντα χαρακτήρα των λέξεων «το συντομότερο δυνατό», οπότε η σημασία της υποχρεώσεως αυτής στην υπό εξέταση υπόθεση είναι περιορισμένη, αν δεν έχει τελείως αναιρεθεί. Τέλος, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνον όταν δεν μπορεί να αποδειχθεί σε ποιον τόπο διαπράχθηκε η παράβαση - ενώ στην παρούσα υπόθεση είναι σαφές ότι δεν πρόκειται περί αυτού.
62 Αυτές προκύπτει ότι είναι οι μόνες εφαρμοστέες κατά τον χρόνο των σχετικών αποστολών διατάξεις της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας βάσει των οποίων οι τελωνειακές αρχές θα μπορούσαν να έχουν υποχρέωση να πληροφορήσουν την De Haan. Για τους λόγους που εξέθεσα, θεωρώ ότι οι διατάξεις αυτές δεν επέβαλλαν υποχρέωση της οποίας η μη τήρηση θα μπορούσε να απαλλάξει την De Haan από την ευθύνη της για την καταβολή των δασμών.
63 Όμως, η De Haan ισχυρίστηκε ότι, με τη συμπεριφορά τους προς αυτήν, οι τελωνειακές αρχές παρέβησαν άγραφους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, οι οποίοι τις εμπόδιζαν να εισπράξουν τους δασμούς. Εξέφρασα την άποψη (37) ότι αντενδείκνυται να προστεθούν περαιτέρω εξαιρέσεις σε εκείνες που έχει ήδη προβλέψει ο νομοθέτης, αλλά νομίζω ότι στο σημείο αυτό αξίζει να εξεταστεί η ακριβής σχέση μεταξύ των συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων και των κανόνων επιείκειας ή αναλογικότητας των οποίων έγινε επίκληση.
64 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η De Haan επικαλέστηκε μια γενική αρχή κατά την οποία, αν κατάλαβα καλά, η εφαρμογή του δικαίου δεν πρέπει να οδηγεί σε αδικίες - το πεδίο εφαρμογής του δικαίου οριοθετείται, ούτως ειπείν, από μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυτού που είναι δίκαιο και επιεικές και αυτού που είναι άδικο ή ανεπιεικές.
65 Μολονότι ο στόχος αυτός είναι δίχως άλλο σωστός, δεν έχω πειστεί ότι υφίσταται οποιαδήποτε υπέρτερη αρχή του κοινοτικού δικαίου κατά την οποία ποτέ δεν επιτρέπεται να υπάρξει αποτέλεσμα που να μπορεί να χαρακτηριστεί άδικο (38) . Συχνά, η εφαρμογή του δικαίου σε συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να φαίνεται σκληρή, ή άδικη, αλλά τούτο γίνεται μόνο για λόγους ευρύτερης δικαιοσύνης. Αυτό που είναι δίκαιο για ένα άτομο πρέπει να αντισταθμίζεται με αυτό που είναι δίκαιο γενικά για την κοινότητα (και την Κοινότητα). Οι περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης - που βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως - αποτελούν ιδιαιτέρως εύγλωττο παράδειγμα. Το γεγονός ότι στους κύριους υπόχρεους σε διαδικασίες διαμετακομίσεως έχει επιβληθεί αντικειμενική ευθύνη οφείλεται στο ότι, εφόσον τους έχει ανατεθεί η διεξαγωγή διαδικασιών διαμετακομίσεως, θα λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίσουν ότι η Κοινότητα δεν θα στερηθεί πόρων που δικαιούται. Δεδομένου ότι, όπως ελέχθη, οι εκτελωνιστές ή πράκτορες μεταφορών καταθέτουν το 90 % του συνόλου των διασαφήσεων κοινοτικής διαμετακομίσεως (39), είναι φανερό ότι για το σύστημα αυτό έχει τεράστια σημασία να τηρούν οι εν λόγω επαγγελματίες τα πιο αυστηρά κριτήρια.
66 Είναι αλήθεια ότι υφίσταται νομολογία σχετικά με το ότι εθνικοί κανόνες επιείκειας μπορούν να εφαρμοστούν για την παραίτηση από την είσπραξη κοινοτικών εισφορών, όταν το κοινοτικό δίκαιο, περιλαμβανομένων των γενικών του αρχών, δεν περιέχει κοινούς κανόνες στον σχετικό τομέα, αρκεί οι εθνικοί αυτοί κανόνες να στοιχούν με την επιταγή περί ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, ώστε να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών, και να μη καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας (40).
67 Στην παρούσα υπόθεση, είμαι της γνώμης ότι οι κοινοτικοί κανόνες περί εισπράξεως τελωνειακών δασμών είναι όσο χρειάζεται πλήρεις για να αποκλειστεί εν προκειμένω η εφαρμογή εθνικών κανόνων επιεικείας (41)· η μοναδική αναφορά σε εθνικούς κανόνες είναι ότι «Όταν το ποσό των δασμών δεν καταβλήθηκε μέσα σε καθορισμένη προθεσμία (...) οι τελωνειακές αρχές κάνουν χρήση όλων των δυνατοτήτων που παρέχονται από τις ισχύουσες διατάξεις, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης, προκειμένου να διασφαλίζεται η καταβολή του εν λόγω ποσού» (42). Επιπλέον, εξαιρέσεις για λόγους επιεικείας ήδη προβλέπονταν σε κοινοτικό επίπεδο από τα άρθρα 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Ακόμη και αν τα πράγματα δεν είχαν έτσι, δεν είναι απίθανο, ενόψει της γενικεύσεως των περιπτώσεων τελωνειακής απάτης σχετικά με τσιγάρα για την οποία προσκομίστηκαν στοιχεία στο Δικαστήριο, η συστηματική εφαρμογή του κανόνα επιείκειας του οποίου έγινε επικληση να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του ποσού των εισπραττομένων τελωνειακών δασμών, καθόσον οι εκτελωνιστές, οι οποίοι δεν θα έχουν πλέον το ίδιο βάρος αντικειμενικής ευθύνης, θα μπορούν να δελεαστούν να μειώσουν την επαγρύπνησή τους για την καταπολέμηση της απάτης, θίγοντας έτσι τους στόχους του καθεστώτος των κοινοτικών τελωνειακών δασμών (43).
68 Μολονότι κατανοώ την κατάσταση της De Haan, η οποία κάλλιστα μπόρεσε να περιέλθει στην κατάσταση αυτή χωρίς δικό της πταίσμα, δεν θεωρώ ότι η De Haan μπορεί εν προκειμένω να επικαλεστεί μια αυτοτελή, κοινοτική ή εθνική, αρχή επιεικείας.
69 Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δυνατόν να μη δοθεί προσοχή στις εκκλήσεις της για δικαιοσύνη. Απεναντίας, στις εκκλήσεις αυτές είναι δυνατόν να δοθεί εμπεριστατωμένη απάντηση βάσει της αρχής της αναλογικότητας, στην οποία ορθότατα αναφέρθηκαν όλοι όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
70 Όμως, εδώ η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας στην οποία ενυπάρχει και δεν πρέπει να εφαρμοστεί αυτοτελώς, σε υψηλότερο επίπεδο. Ειδικότερα, μπορεί να έχει σημασία για το ζήτημα αν συντρέχει «ειδική περίπτωση» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Στο σημείο αυτό, συμφωνώ με την προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στη διάταξη αυτή βρίσκεται επαρκής «δίοδος» για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, και ουδείς λόγος συντρέχει να επεκτείνει το Δικαστήριο ή το εθνικό δικαστήριο την εφαρμογή αυτή σε ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κύρος αυτής ταύτης της τελωνειακής οφειλής και όχι ως ερμηνεία των διατάξεων που προβλέπουν εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταβολής της οφειλής αυτής. Αξίζει να έχουμε κατά νου στο σημείο αυτό ότι η οφειλή που η De Haan επιχειρεί να θέσει κατά μέρος είναι η συνήθης τελωνειακή οφειλή για τα εμπορεύματα και όχι ένα πρόστιμο που της επιβλήθηκε κατόπιν της απάτης. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, κάλλιστα θα είχε σημασία να εξεταστεί αν αυτό καθαυτό το πρόστιμο είναι δυσανάλογο.
71 Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Peter (44) υποστήριξα ότι οι καταστάσεις όπου βάσει του κανονισμού 1430/79 πρέπει να γίνει επιστροφή ή διαγραφή δασμών αποτελούν σειρά «ρητρών επιεικείας». Όλως προσφάτως, το Δικαστήριο δέχθηκε την ίδια άποψη στην απόφασή του στην υπόθεση Trans-Ex-Import (45), όπου χαρακτήρισε το άρθρο 905 του κανονισμού 2454/93 - η διάταξη η οποία τώρα ορίζει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας η υπόθεση πρέπει να φθάσει στην Επιτροπή για να αποφασιστεί αν συντρέχει «ειδική περίπτωση» - ως περιέχον «γενική ρήτρα επιεικείας». Συνεπώς, η επιείκεια ή η αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί υπό ευρύ πρίσμα η κατάσταση της De Haan, θα μπορούν να παίξουν ρόλο μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79.
72 Όπως έχω πει, δεν θεωρώ ενδεδειγμένο να εξεταστεί εδώ αν στην περίπτωση της De Haan πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, αλλά υπάρχει μια παρατήρηση που θα ήθελα να κάνω, η οποία επίσης δίνει απάντηση σε ένα άλλο επιχείρημα της De Haan.
73 Στις γραπτές της παρατηρήσεις η De Haan επικαλείται την αλληλεξάρτηση των άρθρων 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι τα κριτήρια που ισχύουν για το πρώτο άρθρο ισχύουν και για το δεύτερο.
74 Είναι αλήθεια ότι στην απόφαση Covita (46) το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη νομολογία του, έκρινε ότι «το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στον περιορισμό της εκ των υστέρων καταβολής των εισαγωγικών και των εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου η καταβολή αυτή είναι δικαιολογημένη» και ότι «η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με την προφανή αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79» (47).
75 Ωστόσο, μου φαίνεται ότι ο παραλληλισμός γίνεται μόνο μεταξύ των σκοπών των δύο διατάξεων και μεταξύ των εννοιών «λάθος που ηδύνατο να ανακαλυφθεί» και «δόλος ή προφανής αμέλεια». Δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση «λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών» πρέπει να ισχύουν τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για μια «ειδική περίπτωση» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Το άρθρο 4 του κανονισμού 3799/86 (48) προβαίνει σε μη περιοριστική απαρίθμηση των ειδικών αυτών περιπτώσεων· περιλαμβάνονται η κλοπή, η αδυναμία λειτουργίας του συστήματος ανοίγματος του μεταφορικού μέσου, η επιστροφή εμπορευμάτων για εξάλειψη των ελαττωμάτων τους και η διά δικαστικής αποφάσεως απαγόρευση της πωλήσεως εισαχθέντων εμπορευμάτων. Ναι μεν είναι κατανοητό ότι ένα λάθος των τελωνειακών αρχών μπoρεί να αποτελέσει ειδική περίπτωση, πλην όμως είναι σαφές ότι η τελευταία έννοια είναι πολύ ευρύτερη. Δυστυχώς όμως, είναι αναγκαίο η εξέταση της έννοιας αυτής να γίνει κατά την εκδίκαση της προσφυγής που οι Κάτω Ξώρες άσκησαν κατά της Επιτροπής.
Συμπέρασμα
76 Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στο Tariefcommissie την εξής απάντηση:
«Όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν λόγους να πιστεύουν ότι θα διαπραχθεί απάτη στο πλαίσιο διαδικασίας εξωτερικής διαμετακομίσεως, δεν υφίσταται κανόνας του κοινοτικού δικαίου που να απαιτεί από τις αρχές αυτές να προειδοποιήσουν οποιοδήποτε πρόσωπο ότι ενδέχεται να καταστεί οφειλέτης τελωνειακών δασμών κατόπιν της απάτης, ανεξαρτήτως του αν το πρόσωπο αυτό ενεργεί καλόπιστα. Ειδικότερα, η απόφαση των τελωνειακών αρχών να απόσχουν από την ενέργεια αυτή για να εξασφαλίσουν τον προσδιορισμό και κολασμό των δραστών της απάτης, μολονότι μπορεί να αποτελέσει στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή του κανόνα επιείκειας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, δεν αποτελεί "λάθος αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών" υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" ειπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών.»
(1) - Κανονισμός (EΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: ΚΤΚ).
(2) - Κανονισμός της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1).
(3) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (ΕΕ L 286, σ. 1) (βλ. το σημείο 24 των προτάσεών μου).
(4) - Κανονισμός που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 1.
(5) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 2.
(6) - Κανονισμός της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 1993 για την τροποποίηση του κανονισμού 2454/93 (ΕΕ L 335, σ. 1).
(7) - Βλ., π.χ., ειδικά όσον αφορά την τελωνειακή νομοθεσία, τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9), την οποία το Πρωτοδικείο ακολούθησε στην απόφασή του της 19ης Φεβρουαρίου 1998, T-42/96, Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-401, σκέψη 55)· της 17ης Ιουλίου 1997, C-97/95, Pascoal & Filhos (Συλλογή 1997, σ. I-4209, σκέψη 25), και της 6ης Ιουλίου 1993, C-121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3873, σκέψη 22), την οποία το Πρωτοδικείο ακολούθησε πρόσφατα στην απόφασή του της 9ης Ιουνίου 1998, T-10/97 και T-11/97, Unifrigo και CPL Imperial 2 κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-2231, σκέψεις 18 και 19).
(8) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1990 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ L 262, σ. 1).
(9) - Κανονισμός της Επιτροπής της 21ης Απριλίου 1992, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλουστεύσεως του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ L 132, σ. 1).
(10) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1987 σχετικά με την τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 201, σ. 15).
(11) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για την τροποποίηση του κανονισμού 2144/87 (ΕΕ L 361, σ. 2).
(12) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1989 για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 186, σ. 1).
(13) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979 περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254) (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1854/89, μολονότι η τροποποίηση αυτή δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση).
(14) - Και οι δύο προαναφέρθηκαν στην υποσημείωση 3.
(15) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 13.
(16) - Κανονισμός της Επιτροπής της 12ης Δεκεμβρίου 1986 που καθορίζει τις διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 4α, 6α, 11α και 13 του κανονισμού 1430/79 (ΕΕ L 352, σ. 19).
(17) - Κανονισμός της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 (ΕΕ L 201, σ. 16).
(18) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 2.
(19) - Άρθρα 871 έως 876 και 905 έως 909 του κανονισμού 2454/93.
(20) - Βλ. το σημείο 20 των προτάσεών μου.
(21) - Βλ. το σημείο 18 των προτάσεών μου.
(22) - Βλ. το σημείο 22 των προτάσεών μου.
(23) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1985 για τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα πρόσωπο δικαιούται να καταθέσει τελωνειακή διασάφηση (ΕΕ L 350, σ. 1).
(24) - Στις Κάτω Ξώρες, το επάγγελμα του εκτελωνιστή (douane-expediteur) διέπεται από τα άρθρα 30 έως 34 του Douanewet. Βάσει του άρθρου 31, έχει αποκλειστικό δικαίωμα έμμεσης αντιπροσωπεύσεως υπό την έννοια του άρθρου 5 του ΚΤΚ. Κατά τα άρθρα 32 και 32a, ο εκτελωνιστής είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τους δασμούς, αλλά μπορεί να τους αναζητήσει από τον κύριο υπόχρεο έχοντας προνομιακή απαίτηση κατ' αυτού.
(25) - Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984, 98/83 και 230/83, Van Gend & Loos και Bosman κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3763, σκέψη 16).
(26) - Βλ. το άρθρο 12 του ΚΤΚ.
(27) - Βλ., π.χ., τα άρθρα 206 [«Καμία τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή δεν θεωρείται ότι γεννάται (...) όταν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει αποδείξεις ότι η μη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν (...) από χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί το εμπόρευμα οφείλεται στην ολική καταστροφή ή την ανεπανόρθωτη απώλεια του εν λόγω εμπορεύματος απο αιτία οφειλόμενη στην ίδια τη φύση του εμπορεύματος ή σε τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία, ή ακόμη με την άδεια των τελωνειακών αρχών»] και 233 [«η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής επέρχεται (...) γγ, (...) όταν τα εμπορεύματα, πριν δοθεί άδεια παραλαβής (...), καταστραφούν ή χαθούν αναπανόρθωτα από λόγο οφειλόμενο στην ίδια τη φύση των εμπορευμάτων ή λόγω τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας»] του ΚΤΚ.
(28) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte (Συλλογή 1991, σ. I-3277, σκέψη 20).
(29) - Βλ. το σημείο 21 των προτάσεών μου.
(30) - Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1998, C-370/96 (Συλλογή 1998, σ. Ι-7711).
(31) - Σημείο 3 του διατακτικού.
(32) - Σκέψη 36.
(33) - Σημείο 37.
(34) - Βλ. το σημείο 21 των προτάσεών μου.
(35) - Βλ. το σημείο 19 των προτάσεών μου.
(36) - Όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 49, παράγραφος 2: «Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό στο τελωνείο αναχώρησης η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν εντός της προθεσμίας αυτής δεν προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, το αρμόδιο κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση που αυτό το κράτος μέλος δεν είναι το ίδιο με εκείνο στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο αναχώρησης, το τελευταίο αυτό ειδοποιεί το συντομότερο το εν λόγω κράτος μέλος.»
(37) - Βλ. το σημείο 38 των προτάσεών μου.
(38) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1990, C-174/89, Hoche (Συλλογή 1990, σ. I-2681, σκέψη 31) («το Δικαστήριο έχει ήδη αρνηθεί την ύπαρξη, στο κοινοτικό δίκαιο, της γενικής αρχής της αντικειμενικής ανεπιεικείας»), και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί.
(39) - CLECAT (Ευρωπαϋκή Επιτροπή Συνδέσεως Πρακτόρων και Βοηθητικών Επαγγελμάτων Μεταφορών της Κοινής Αγοράς), στο παράρτημα I του εγγράφου της Επιτροπής «Ενδιάμεση Έκθεση επί της Διαμετακομίσεως», ενός εγγράφου εργασίας που διανεμήθηκε τον Οκτώβριο του 1996.
(40) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 27ης Μαου 1993, C-290/91, Peter (Συλλογή 1993, σ. I-2981, σκέψη 8).
(41) - Βλ. τα άρθρα 222 έως 232 του ΚΤΚ, πρώην άρθρα 8 έως 18 του προαναφερθέντος στην υποσημείωση 12 κανονισμού 1854/89.
(42) - Άρθρο 232 του ΚΤΚ.
(43) - Πρβ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 40 απόφαση Peter, σκέψεις 11 και 14.
(44) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 40· βλ. το σημείο 16 των προτάσεών μου στην υπόθεση εκείνη.
(45) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-86/97 (Συλλογή 1999, σ. Ι-1041, σκέψη 18).
(46) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 30.
(47) - Αντιστοίχως, σκέψεις 30 και 32.
(48) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 16.
Full & Egal Universal Law Academy