Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που η εταιρία Οδέττη Νίκου Πετρίδη ΑΕ (στο εξής: Πετρίδη) υπέβαλε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1997 (1), η οποία απέρριψε αγωγή αποζημιώσεως αφορώσα ορισμένες πτυχές της ανατεθειμένης στην Επιτροπή διαχειρίσεως της κοινής οργανώσεως της αγοράς του ακατέργαστου καπνού.
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Στη συνέχεια θα συνοψίσω, στο μέτρο που έχει ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
3 Η αναιρεσείουσα είναι ελληνική εταιρία η οποία έχει ως κύρια δραστηριότητα τη μεταποίηση και την εμπορία καπνού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κατά την επίμαχη περίοδο, διέθετε ένα εργοστάσιο μεταποιήσεως καπνού και ένα κέντρο αποθεματοποιήσεως. Επίσης, αναλόγως των αναγκών της, μίσθωνε διάφορα μικρά εργοστάσια και γραφεία. Συνεργάζονταν με μεσάζοντες και άλλους πράκτορες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
4 Η επίμαχη περίοδος άρχισε τον Απρίλιο του 1990 και έληξε τελευτώντος του 1991. Κατά την περίοδο αυτή, η Επιτροπή οργάνωσε τρεις διαγωνισμούς σχετικά με τον καπνό που κατείχε ο ελληνικός οργανισμός παρεμβάσεως και ένα τέταρτο διαγωνισμό σχετικά με τον καπνό που κατείχαν τρεις οργανισμοί παρεμβάσεως κρατών μελών, περιλαμβανομένου του ελληνικού οργανισμού παρεμβάσεως. Στις 15 Οκτωβρίου 1991 η Επιτροπή αύξησε το ποσό της εγγυήσεως που κάθε διαγωνιζόμενος όφειλε να συστήσει υπέρ του σχετικού οργανισμού παρεμβάσεως.
5 Ο πρώτος επίμαχος διαγωνισμός προκηρύχθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 899/90 της Επιτροπής, της 5ης Απριλίου 1990, περί δημοπρασίας για την πώληση, με σκοπό την εξαγωγή, του δεματοποιημένου καπνού που κατέχει ο ελληνικός οργανισμός παρεμβάσεως (2), και αφορούσε τέσσερις παρτίδες δεματοποιημένου ακατέργαστου καπνού από τις συγκομιδές των ετών 1986 και 1987, οι οποίες παρτίδες ήσαν κατανεμημένες ανά ποικιλίες και αντιπροσώπευαν συνολική ποσότητα 5 271 428 kg. Η πρώτη παρτίδα περιείχε 1 805 903 kg καπνού. Αποτελούνταν από τις ποικιλίες Μαύρα, Καμπά Κουλάκ κλασικά και Ελασσόνας, Καμπά Κουλάκ μη κλασικά, Κατερίνης, Μπέρλεϋ Ελλάδας και Μπασμάς. Η δεύτερη παρτίδα περιείχε 1 519 836 kg καπνού, ο οποίος αποτελούνταν από τις ίδιες ποικιλίες, εξαιρουμένης της ποικιλίας Μπασμάς. Η τρίτη παρτίδα περιείχε 1 519 991 kg καπνού, ο οποίος αποτελούνταν από τις ίδιες ποικιλίες με τη δεύτερη παρτίδα. Η τέταρτη παρτίδα περιείχε 425 698 kg καπνού, ο οποίος αποτελούνταν μόνον από τις ποικιλίες Μαύρα και Μπασμάς. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε προσφορά για την πρώτη και δεύτερη παρτίδα (αντιστοίχως για ποσά 76,11 δρχ. και 63,11 δρχ. ανά χιλιόγραμμο). Παρά ταύτα, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 14 Ιουνίου 1990, να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές των διαγωνισθέντων, με την αιτιολογία ότι οι προταθείσες τιμές συνιστούσαν κίνδυνο διαταράξεως της αγοράς.
6 Ο δεύτερος επίμαχος διαγωνισμός προκηρύχθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1560/90 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1990, περί δημοπρασίας για την πώληση, με σκοπό την εξαγωγή, του δεματοποιημένου καπνού που κατέχει ο ελληνικός οργανισμός παρεμβάσεως (3). Αφορούσε εκ νέου τις ίδιες τέσσερις παρτίδες δεματοποιημένου ακατέργαστου καπνού. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε προσφορά για την πρώτη και τέταρτη παρτίδα (αντιστοίχως για ποσά 91,11 δρχ. και 101,11 δρχ. ανά χιλιόγραμμο). Στις 7 Αυγούστου 1990 η Επιτροπή δέχθηκε την προσφορά άλλου διαγωνισθέντος για τη δεύτερη παρτίδα (για ποσό 102 δρχ. ανά χιλιόγραμμο), αλλά απέρριψε όλες τις προσφορές σχετικά με την πρώτη, τρίτη και τέταρτη παρτίδα, επικαλούμενη κινδύνους διαταράξεως της αγοράς.
7 Ο τρίτος επίμαχος διαγωνισμός προκηρύχθηκε, για τις τρεις εναπομένουσες παρτίδες, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2610/90 της Επιτροπής, της 10ης Σεπτεμβρίου 1990, περί δημοπρασίας για την πώληση, με σκοπό την εξαγωγή, του δεματοποιημένου καπνού που κατέχει ο ελληνικός οργανισμός παρεμβάσεως (4). Η αναιρεσείουσα υπέβαλε προσφορά για τις τρεις παρτίδες (αντιστοίχως για ποσά 152,26 δρχ., 132,26 δρχ. και 121,26 δρχ. ανά χιλιόγραμμο). Εκ νέου, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 16 Νοεμβρίου 1990, να μη δώσει συνέχεια στις προσφορές των διαγωνισθέντων, με την αιτιολογία ότι οι προσφερθείσες τιμές απειλούσαν να προκαλέσουν ανώμαλες εξελίξεις στην αγορά.
8 Ο τέταρτος διαγωνισμός προκηρύχθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2436/91 της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 1991, περί δημοπρασίας για την πώληση, με σκοπό την εξαγωγή, του δεματοποιημένου καπνού που κατέχουν ο γερμανικός, ο ελληνικός και ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως (5). Η συνολική ποσότητα 105 486 276 kg διαιρέθηκε σε ένδεκα παρτίδες που κατανεμήθηκαν σε τέσσερις ομάδες. Κάθε ομάδα παρτίδων μπορούσε να διατεθεί προς πώληση μόνον εφόσον είχε κατακυρωθεί η προηγούμενη ομάδα παρτίδων. Ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να ληφθούν προσφορές για όλες τις ποικιλίες καπνού, οι δε σχετικές ενέργειες έπρεπε να αρχίσουν με τις ποικιλίες που είχαν τη μικρότερη ζήτηση στην αγορά. Σε κάθε παρτίδα είχε συγκεντρωθεί καπνός συγκεκριμένης ποικιλίας που ήταν στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως των σχετικών κρατών μελών. Η αναιρεσείουσα ενδιαφέρθηκε για ορισμένες από τις παρτίδες αυτές. Οι προσφορές της, οι οποίες αφορούσαν μικρότερες ποσότητες από εκείνες που είχαν καθοριστεί για τις σχετικές παρτίδες, απορρίφθηκαν ως μη σύμφωνες με τους ταχθέντες όρους.
9 Η αναιρεσείουσα, αφού απευθύνθηκε γραπτώς, στις 13 Σεπτεμβρίου 1991, στο αρμόδιο για αγροτικά ζητήματα μέλος της Επιτροπής με σκοπό να επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως του κανονισμού 2436/91, χωρίς όμως να λάβει ικανοποιητική, γι' αυτήν, απάντηση, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως, αφενός, του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, της προκηρύξεως διαγωνισμού 91/C/213/04 της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε κατ' εφαρμογήν του εν λόγω κανονισμού (υπόθεση C-232/91). Επίσης, υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως του προσβαλλομένου κανονισμού (υπόθεση C-232/91 R). Δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αφορούσαν ατομικά την αναιρεσείουσα, η προσφυγή της κηρύχθηκε απαράδεκτη με τη διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 1991, Πετρίδη και Σύλλογος Καπνεμπόρων Μακεδονίας κατά Επιτροπής (6). Η αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε ωσαύτως με διάταξη της 10ης Ιανουαρίου 1992.
10 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 162/92 της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2436/91 (7), οι τρεις τελευταίες παρτίδες του τέταρτου διαγωνισμού διαιρέθηκαν σε δέκα παρτίδες, με την αιτιολογία ότι η διάκριση αναλόγως του έτους συγκομιδής θα επιτρέψει μια καλύτερη αξιοποίηση.
Η εφαρμοστέα νομοθεσία
11 Στις 21 Απριλίου 1970 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (8). Στους κύριους μηχανισμούς της εν λόγω κοινής οργανώσεως περιλαμβάνεται η υποχρέωση αγοράς από τους οργανισμούς παρεμβάσεως των κρατών μελών, στην τιμή παρεμβάσεως, του καπνού σε φύλλα που έχει συλλεγεί εντός της Κοινότητας και δεν έχει διατεθεί στην αγορά μέσω του συνήθους εμπορικού κυκλώματος. Η διάθεση του κατά τα ανωτέρω αγοραζομένου καπνού πρέπει να γίνεται χωρίς διατάραξη της αγοράς, με ίση πρόσβαση στα εμπορεύματα και με ίση μεταχείριση των αγοραστών (άρθρο 7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού).
12 Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 327/71 του Συμβουλίου , της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί καθορισμού ορισμένων γενικών κανόνων που αφορούν τις συμβάσεις εμπορικής επεξεργασίας και συσκευασίας, τις συμβάσεις αποθεματοποιήσεως, καθώς και τη διάθεση των κατεχομένων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως καπνών (9), ορίζει ότι η διάθεση στην αγορά γίνεται βάσει όρων σχετικά με τις τιμές οι οποίοι καθορίζονται για κάθε περίπτωση λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, της εξελίξεως της αγοράς και των αναγκών της.
13 Το άρθρο 1 του κατ' επανάληψη τροποποιηθέντος κανονισμού (EOK) 3389/73 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1973, περί καθορισμού των διαδικασιών και των όρων πωλήσεως των κατεχομένων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως καπνών (10), ορίζει:
«1. Ο κατεχόμενος από τους οργανισμούς παρεμβάσεως δεματοποιημένος καπνός επαναφέρεται στην αγορά διά διαγωνισμού ή διά δημοσίου πλειστηριασμού.
2. Διά του όρου "διαγωνισμός" νοείται η διαδικασία κατά την οποία όλοι οι ευρισκόμενοι σε σχέση ανταγωνισμού αγοραστές καλούνται προς υποβολή προσφορών, ενώ η κατακύρωση γίνεται υπέρ εκείνου του οποίου η προσφορά είναι η πιο ευνοϋκή και σύμφωνη προς τον παρόντα κανονισμό.
(...)».
14 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει όσον αφορά τη διεξαγωγή των διαγωνισμών:
«Εντός των επομένων 15 ημερών από τη λήξη της προβλεπομένης για κατάθεση των προσφορών ημερομηνίας και λαμβανομένων υπόψη των προσφορών αυτών, καθορίζεται, κατά την προβλεπομένη από το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 727/70 διαδικασία, ελάχιστη τιμή για κάθε μερίδα ή αποφασίζεται να μη δοθεί συνέχεια στο διαγωνισμό.»
15 Αρχικώς, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού όριζε:
«Πας υποβάλλων προσφορά υποχρεούται να καταθέσει ασφάλεια από 0,28 λογιστικές μονάδες ανά χιλιόγραμμο ακατεργάστου καπνού στον οικείο οργανισμό παρεμβάσεως.»
Το ποσό της ασφάλειας ανήλθε σε 0,339 ECU ανά χιλιόγραμμο με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3263/85 της Επιτροπής, της 21ης Νοεμβρίου 1985, για τροποποίηση του κανονισμού 3389/73 (11). Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3389/73, ανήλθε σε 0,7 ECU ανά χιλιόγραμμο δεματοποιημένου καπνού με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3040/91 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 1991, για τροποποίηση του κανονισμού 2436/91 (12).
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
16 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 24 Ιουλίου 1995, η Πετρίδη άσκησε κατά της Επιτροπής αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ.
17 Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1997, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αγωγή έχει παραγραφεί κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο διαγωνισμό, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που αφορά τους τρεις άλλους διαγωνισμούς και καταδίκασε την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Οι λόγοι αναιρέσεως
18 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τους εξής λόγους:
- έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επίτευξη του σκοπού «να αποφευχθεί η διατάραξη της αγοράς» όσον αφορά τον δεύτερο και τρίτο διαγωνισμό·
- εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κατά την εξέταση της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο του δεύτερου διαγωνισμού·
- παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον δεύτερο διαγωνισμό·
- παράβαση των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 3389/73 και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 727/70·
- παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της αρχής της ισότητας των όπλων·
- εσφαλμένη εκτίμηση των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αύξηση του ποσού της εγγυήσεως στο πλαίσιο του τέταρτου διαγωνισμού·
- παράβαση του κανονισμού 3389/73.
Πριν εξετάσω τους διάφορους αυτούς ισχυρισμούς, διευκρινίζω ότι θα λάβω προς τούτο υπόψη μόνον εκείνους που διατυπώθηκαν στην αγωγή, καθώς και τα επιχειρήματα που περιέχει το υπόμνημα απαντήσεως στο μέτρο που αναπτύσσουν ή διευκρινίζουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Αυτό απαιτεί η ερμηνεία του άρθρου 117, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι «Το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και το υπόμνημα αντικρούσεως μπορούν να συμπληρωθούν με υπόμνημα απαντήσεως και ανταπαντήσεως».
Α - Πρώτος λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επίτευξη του σκοπού «να αποφευχθεί η διατάραξη της αγοράς» όσον αφορά τον δεύτερο και τρίτο διαγωνισμό
19 Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα φαίνεται να προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εξήγησε με ποιο τρόπο οι ενέργειες της Επιτροπής σχετικά με τον δεύτερο και τρίτο διαγωνισμό μπορούσαν να οδηγήσουν στην επίτευξη του σκοπού «να αποφευχθεί η διατάραξη της αγοράς». Κατά την Πετρίδη, η εξήγηση αυτή έχει σημασία για να εξεταστεί αν κατά τους διαγωνισμούς αυτούς τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας.
20 Η Επιτροπή φρονεί ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας απλός ισχυρισμός και, κατά συνέπεια, διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό του.
Αφού υπενθύμισε ότι στη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου η αναιρεσείουσα έφερε το βάρος αποδείξεως της προβαλλομένης παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή εκθέτει ότι το Πρωτοδικείο, αντιμετωπίζοντας την αοριστία των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, καταρχάς θεώρησε ότι ο σκοπός περί μη διαταράξεως της αγοράς είναι ικανός να επιφέρει, αν δεν επιτευχθεί, την ακύρωση των πράξεων του κοινοτικού οργάνου που διαχειρίζεται τη σχετική κοινή οργάνωση της αγοράς (σκέψεις 50 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και στη συνέχεια διευκρίνισε κατά ποιο τρόπο μπορεί να γίνει φανερή η μη επίτευξη του σκοπού αυτού, δηλαδή με την άγνοια των τιμών της αγοράς ή, πράγμα που είναι το ίδιο, με τη διάθεση των σχετικών εμπορευμάτων στο εμπόριο με πολύ χαμηλές τιμές σε σχέση με τις τιμές που ισχύουν στην αγορά. Τέλος, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο εξέθεσε ότι είναι αποδεδειγμένο ότι, όσον αφορά τον τρίτο διαγωνισμό, η Επιτροπή ώθησε τους επιχειρηματίες να της προτείνουν υψηλότερες τιμές εκείνων που προτάθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου διαγωνισμού, οπότε έκρινε αβάσιμο το επιχείρημα ότι η Επιτροπή αγνοούσε τις τιμές. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη ανάλογες σκέψεις όσον αφορά τον τρίτο διαγωνισμό.
21 Πρέπει να λεχθεί ότι, ενώπιον του Πρωτοδικείου, στην αναιρεσείουσα απέκειτο να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας της συμπεριφοράς του καθού οργάνου, αναγκαία προϋπόθεση για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Κοινότητας· συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, η έλλειψη νομιμότητας των ενεργειών ενός κοινοτικού οργάνου δεν τεκμαίρεται ούτε μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως. Όσο για το Πρωτοδικείο, έργο του είναι να εξετάζει το βάσιμο μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας.
Έτσι, όσον αφορά την προβαλλόμενη μη τήρηση, εκ μέρους της Επιτροπής, της υποχρεώσεώς της να φροντίσει να αποφευχθεί κάθε διατάραξη της αγοράς κατά την εμπορία του καπνού που κατείχαν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, το έργο του Πρωτοδικείου δεν μπορούσε να συνίσταται στο να αποδείξει ότι οι ενέργειες της Επιτροπής στοιχούν με τον σκοπό αυτόν, αλλά είχε ως αντικείμενο να εξετάσει το Πρωτοδικείο αν τα στοιχεία που διέθετε επέτρεπαν το συμπέρασμα ότι δεν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός και, ενδεχομένως, ότι η συμπεριφορά του κοινοτικού οργάνου στερείται νομιμότητας. Συνεπώς, έργο της αναιρεσείουσας ήταν να αποδείξει - έστω και ακροθιγώς - ότι με το να απορρίψει τις προσφορές της στο πλαίσιο του δεύτερου και τρίτου διαγωνισμού η Επιτροπή ενήργησε παρανόμως, και δεν ήταν έργο του Πρωτοδικείου να αποδείξει το αντίθετο. Υπό την έννοια αυτή πρέπει να νοηθεί, όσον αφορά τον δεύτερο διαγωνισμό, η σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία περιορίζεται να θεωρήσει μη σύμφωνο με τα πραγματικά περιστατικά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή αγνοούσε τις τιμές της αγοράς. Εφόσον η προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας δεν ευσταθεί, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Ομοίως, στο πλαίσιο του τρίτου διαγωνισμού, το Πρωτοδικείο λέγει, στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η ενάγουσα δεν παρέσχε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή, αποφασίζοντας στις 16 Νοεμβρίου 1990 να απορρίψει όλες τις προσφορές για να μη διαταραχθεί η αγορά, δεν έλαβε υπόψη τις ανάγκες της αγοράς (...). Όμως, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, το γεγονός ότι η Επιτροπή εννοούσε να αποφύγει τη διαταραχή της αγοράς καθιστά φανερό ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη την εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς, τουλάχιστον όπως τις εκτίμησε κατά το χρονικό εκείνο σημείο».
Για τους λόγους αυτούς, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελής, υπό την έννοια ότι έχει ως αντικείμενο μια άποψη η οποία, ακόμη και αν γίνει δεκτή, δεν θα μπορεί να επιφέρει την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί.
Β - Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κατά την εξέταση της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο του δεύτερου διαγωνισμού
22 Ο λόγος αυτός φαίνεται να έχει δύο σκέλη. Η Πετρίδη υποστηρίζει, αφενός, ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας θεωρώντας ότι η απόφαση της Επιτροπής της 7ης Αυγούστου 1990, η οποία ελήφθη σχετικά με τον δεύτερο διαγωνισμό, είναι κατάλληλη για να επιτευχθεί ο σκοπός περί μη διαταράξεως της αγοράς. Η απόφαση εκείνη - συνεχίζει η αναιρεσείουσα - περιείχε δύο αντιφατικά μέτρα: η μεν δεύτερη παρτίδα κατακυρώθηκε, οι δε προσφορές σχετικά με την τέταρτη παρτίδα απορρίφθηκαν. Επιπλέον, το τελευταίο μέτρο είναι αντίθετο προς το κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού και προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 3389/73, το οποίο ορίζει ότι η σύμβαση ανατίθεται σε εκείνον του οποίου η προσφορά είναι η ευνοϋκότερη (βλ. το σημείο 13 των προτάσεών μου).
Αφετέρου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρατήρησε ότι η εκ μέρους της Επιτροπής απόρριψη των προσφορών που έλαβε κατά τον δεύτερο διαγωνισμό ώθησε τους επιχειρηματίες να προτείνουν υψηλότερες τιμές στο πλαίσιο του επόμενου διαγωνισμού, προκειμένου να αποδείξει ότι η απόφαση απορρίψεως των προσφορών ήταν κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού περί μη διαταράξεως της αγοράς. Κατά την άποψή της, το ενδεδειγμένο μιας τέτοιας αποφάσεως μπορεί να αξιολογηθεί μόνο σε σχέση με τα στοιχεία που ήσαν διαθέσιμα όταν ελήφθη η απόφαση και όχι εκ των υστέρων.
23 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι η εμπεριεχομένη σ' αυτό επιχειρηματολογία είναι νέα και, επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Όσο για μένα, νομίζω ότι, ακόμη και αν είναι αλήθεια ότι τα συγκεκριμένα επιχειρήματα είναι νέα, ο ίδιος ο ισχυρισμός δεν είναι νέος· ωστόσο, πρέπει να απορριφθεί, για τους λόγους που θα εκθέσω αμέσως πιο κάτω.
Συγκεκριμένα, ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα διαμαρτυρήθηκε για το ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τους κανόνες αναλογικότητας όταν προχώρησε στον δεύτερο διαγωνισμό. Αφού υπενθύμισε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την έννοια της αναλογικότητας, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρίνισε σε σχέση με ποιο σκοπό οι ενέργειες της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθούν ανώφελες και ακατάλληλες. Παρ' όλ' αυτά, συνέχισε την εξέταση του συμβιβαστού της συμπεριφοράς της Επιτροπής με τον σκοπό περί μη διαταράξεως της αγοράς και κατέληξε ότι ο λόγος διαταράξεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα, δηλαδή η φερόμενη άγνοια των τιμών εκ μέρους της Επιτροπής, δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι η απόφαση της 7ης Αυγούστου 1990 είναι αντίθετη προς τον σκοπό αυτόν.
Τελικά, με τον ισχυρισμό αυτόν η αναιρεσείουσα επιδιώκει μόνο να αξιολογήσει το Δικαστήριο τα αποδεικτικά στοιχεία με διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι το Πρωτοδικείο, πράγμα που το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί, εκτός αν τα στοιχεία αυτά παραμορφώθηκαν ή το ανακριβές των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά απορρέει από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Δεδομένου ότι ουδεμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις πληρούται, το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
24 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, είναι φανερό ότι το Πρωτοδικείο, όταν αναφέρθηκε στις καλύτερες τιμές που πέτυχε η Επιτροπή κατά τον τρίτο διαγωνισμό έχοντας απορρίψει τις προσφορές που υποβλήθηκαν κατά τον δεύτερο διαγωνισμό, δεν ήθελε να αποδείξει ότι η απόφαση αυτή της Επιτροπής είναι κατάλληλη για την επίτευξη του προβλεπομένου από τον κανονισμό σκοπού περί μη διαταράξεως της αγοράς, αλλ' απλώς ήθελε να απορρίψει το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η μη επίτευξη του σκοπού αυτού απορρέει από την άγνοια των τιμών εκ μέρους της Επιτροπής. Όποιος απορρίπτει μια προσφορά και στη συνέχεια δέχεται άλλη καλύτερη, δεν φαίνεται να αγνοεί τις τιμές της αγοράς.
Εν πάση περιπτώσει, ολόκληρο το ζήτημα αυτό ανάγεται στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία απόκειται μόνο στο Πρωτοδικείο. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί ωσαύτως απαράδεκτο.
Γ - Τρίτος λόγος αναιρέσεως: παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον δεύτερο διαγωνισμό
25 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, για να απορρίψει το επιχείρημα περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον δεύτερο διαγωνισμό, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται σε πρακτικά διασκέψεων της επιτροπής διαχειρίσεως του καπνού καθώς και σε ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το σαφώς υψηλότερο ποσό της προσφοράς της. Έτσι, από τα πρακτικά αυτά προκύπτει σαφώς ότι η προσφορά της αναιρεσείουσας για την τρίτη παρτίδα, η οποία απορρίφθηκε, αντιπροσώπευε το 75 % της αξίας του καπνού, ενώ η προσφορά ενός ανταγωνιστή για τη δεύτερη παρτίδα - προσφορά η οποία έγινε δεκτή - ανερχόταν μόλις στο 23 % της πραγματικής αξίας του προϋόντος. Το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέληξε σε ανάλογο αποτέλεσμα στην έκθεσή του (σημεία 4.53 έως 4.55).
26 Για την Επιτροπή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως έχει ως αντικείμενο την αξιολόγηση πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο και, κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
27 Είναι φανερό ότι η «παραμόρφωση» την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται όσον αφορά τα δύο αυτά έγγραφα δεν συνίσταται καν στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο αρνήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, την αποδεικτική τους αξία, αλλά στο ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν συνήγαγε τα συμπεράσματα της αναιρεσείουσας. Έτσι, η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει κατά γράμμα έναν από τους ισχυρισμούς που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, στηριζόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα βάσει των οποίων το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν. Κατά συνέπεια, το αίτημα αυτό καταλήγει στο να καλεί το Δικαστήριο να επανεξετάσει αρχικό επιχείρημα, πράγμα που βαίνει πέραν της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 49 του Οργανισμού του.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
Δ - Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 3389/73 και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 727/70
28 Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 1 και 6 του κανονισμού 3389/73 και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 727/70 αναγνωρίζοντας, στις σκέψεις 58 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στην Επιτροπή κατά τη διαχείριση της κοινής οργανώσεως της αγοράς του ακατέργαστου καπνού. Φρονεί ότι, ναι μεν το περιθώριο αυτό εκτιμήσεως πρέπει να χορηγείται στα κοινοτικά όργανα όταν προβαίνουν σε επιλογές οικονομικής πολιτικής, πλην όμως τα κοινοτικά όργανα δεν πρέπει να απολαύουν του ίδιου προνομίου για απλές αποφάσεις διαχειρίσεως που ενδιαφέρουν συγκεκριμένο γεωργικό τομέα, όπως οι βαλλόμενες αποφάσεις. Επιπλέον, συνεχίζει η αναιρεσείουσα, ο κανονισμός 3389/73, μολονότι αναγνωρίζει στην Επιτροπή την εξουσία να μην κατακυρώσει συγκεκριμένη παρτίδα και, εν ανάγκη, να καθορίσει κατώτατη τιμή για την παρτίδα αυτή, της επιβάλλει συγχρόνως την υποχρέωση να εφαρμόσει την κατώτατη αυτή τιμή στις παρτίδες του επόμενου διαγωνισμού.
29 Πρέπει να λεχθεί, πρώτον, ότι οι ενέργειες κατακυρώσεως στις οποίες η Επιτροπή προβαίνει στο πλαίσιο της εκ μέρους της διαχειρίσεως της κοινής οργανώσεως της αγοράς του ακατέργαστου καπνού εξαρτώνται από την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως. Όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, το ζήτημα της υπάρξεως κινδύνου διαταράξεως της αγοράς είναι, ως εκ της φύσεώς του, περίπλοκο και ουδέποτε περιορίζεται σε απλές ενέργειες τρέχουσας ή μηχανικής διαχειρίσεως. Αυτό έκρινε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 7ης Απριλίου 1992 (13) σχετικά με την εκ μέρους της Επιτροπής διαχείριση της αγοράς των αλκοολών οινικής προελεύσεως. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3877/88 (14), ο οποίος ρυθμίζει διάφορες πτυχές της κοινής οργανώσεως που υφίσταται στον τομέα αυτόν, καθιερώνει διαδικασία διαγωνισμού ανάλογη εκείνης στην παρούσα υπόθεση, παρέχοντας στην Επιτροπή παρεμφερείς εξουσίες με αυτές που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Συγχρόνως, ο κανονισμός αυτός επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να μεριμνά, σε κάθε διαδικασία διαγωνισμού, για την τήρηση διαφόρων στόχων, στους οποίους περιλαμβάνεται «το να αποφευχθεί η διατάραξη της αγοράς». Για να αξιολογήσει τη νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής να μη δοθεί συνέχεια σε διαγωνισμό λόγω του κινδύνου διαταράξεως της αγοράς, το Δικαστήριο έκρινε ακριβώς ότι «ο κανονισμός 3877/88 παρέχει στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων» (15).
Τα ίδια ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για τομείς όπου τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια, ακόμη και οι αποφάσεις που θα μπορούσαν στη συνέχεια να δώσουν λαβή προς επίκριση δεν στοιχειοθετούν άνευ ετέρου ευθύνη της Κοινότητας όταν δεν υφίσταται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως εκ μέρους του κοινοτικού οργάνου (16).
30 Όσον αφορά τη φερόμενη παράβαση των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού 3389/73, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας είναι νέα και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν. Συγκεκριμένα, «αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. Όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε εν όψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου» (17).
31 Εξάλλου, η συγκεκριμένη ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 3389/73 που προτείνει η Πετρίδη όχι μόνο δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενό του, αλλά και οδηγεί σε προδήλως παράλογα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, δεν έχει κανένα νόημα η κατώτατη τιμή που καθορίζει η Επιτροπή για συγκεκριμένη παρτίδα να ισχύει αναγκαστικά για όλες τις άλλες παρτίδες που προσφέρονται στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας διαγωνισμού, καθόσον η ποιότητα και άλλα χαρακτηριστικά του προϋόντος μπορούν να μεταβληθούν κατά πολύ, όπως συμβαίνει στην πράξη και όπως, ειδικότερα, συνέβη με τον τρίτο επίμαχο διαγωνισμό.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να έχει την ίδια τύχη με τους προηγούμενους και να απορριφθεί.
Ε - Πέμπτος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της αρχής της ισότητας των όπλων
32 Με αυτόν τον λόγο, η Πετρίδη προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, για να απορρίψει τα επιχειρήματα που η αναιρεσείουσα ανέπτυξε σχετικά με το παράνομο του τέταρτου διαγωνισμού και της αυξήσεως της εγγυήσεως, στηρίχθηκε αποκλειστικώς στα έγγραφα που η Επιτροπή προσκόμισε με την απάντησή της στις γραπτές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου. Κατά την αναιρεσείουσα, αν ληφθούν υπόψη η ημερομηνία που προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά και το περίπλοκο περιεχόμενό τους, οι επιταγές της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της αρχής της ισότητας των όπλων δεν τηρήθηκαν, καθόσον δεν της δόθηκε η δυνατότητα να εξακριβώσει την ακρίβεια των πληροφοριακών στοιχείων που παρασχέθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο. Επιπλέον, η απάντηση της Επιτροπής περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου μία ημέρα μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας.
33 Ξωρίς να χρειάζεται να διευκρινιστεί αν το χρονικό διάστημα μεταξύ της κοινοποιήσεως στην αναιρεσείουσα της απαντήσεως της Επιτροπής, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Απριλίου 1997, και της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η οποία διεξήχθη στις 2 Μαου 1997, ήταν αρκετό για να μπορέσουν οι δικηγόροι της Πετρίδη να λάβουν γνώση του περιεχομένου της και, εν ανάγκη, να την αμφισβητήσουν, αρκεί η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει, το αργότερο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, τις παρατηρήσεις που θα έκρινε σκόπιμες. Εφόσον δεν το έπραξε, ούτε ζήτησε την αναβολή της επ' ακροατηρίου συζητήσεως για να μπορέσει να μελετήσει προσεκτικά την απάντηση της Επιτροπής και ούτε, τέλος, διατύπωσε επιφυλάξεις ή διαμαρτυρήθηκε, πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκατατέθηκε ως προς τη σχετική βραχύτητα της προθεσμίας που διέθετε, παραιτηθείσα ενδεχομένης διαδικαστικής εγγυήσεως που θα μπορούσε να επικαλεστεί με βάση τις επιταγές της διαδικασίας εκατέρωθεν ακροάσεως.
Η καθυστέρηση που σημειώθηκε κατά την κατάθεση της απαντήσεως - την οποία καθυστέρηση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην Επιτροπή και την οποία η Επιτροπή αμφισβητεί -, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι είχε συνέπειες επί των δικαιωμάτων άμυνας - ή, όπως λέγει το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ότι έθιξε τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος -, αποτελεί ένα καθαρά διαδικαστικό ζήτημα το οποίο μπορούσε να επιλυθεί μόνον από το Πρωτοδικείο. Συνεπώς, δεν μπορεί να επιφέρει την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως.
ΣΤ - Έκτος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη εκτίμηση των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αύξηση του ποσού της εγγυήσεως στο πλαίσιο του τέταρτου διαγωνισμού
34 Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, εξετάζοντας χωριστά τη νομιμότητα καθενός από τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή, παραγνώρισε την επιχειρηματολογία της με την οποία αποδεικνυόταν ότι η παράνομη συμπεριφορά του κοινοτικού οργάνου απορρέει από το σύνολο των μέτρων αυτών.
35 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τον Κανονισμό του Διαδικασίας, είναι ελεύθερο να δίνει στις αποφάσεις του τη διάρθρωση που θεωρεί κατάλληλη. Επιπλέον, η Επιτροπή φρονεί ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε τη νομιμότητα της συνολικής εξετάσεως των διαφόρων πράξεων που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ούτε εξήγησε σε τί συνίσταται η ζημία που της προκάλεσε η κατά τα ανωτέρω μη συνολική εξέταση.
36 Κατά την άποψή μου, η αναιρεσείουσα συγχέει την παράνομη συμπεριφορά με τη ζημία. Όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, το άθροισμα νομίμων πράξεων δεν μπορεί να συνεπάγεται έλλειψη νομιμότητας, πράγμα που δεν συμβαίνει οπωσδήποτε όταν η ζημία έχει προκληθεί από πολλές πράξεις. Συγκεκριμένα, μια πράξη που αυτή καθαυτή δεν είναι ζημιογόνος μπορεί να καταστεί ζημιογόνος σε συσχετισμό με άλλες πράξεις. Ωστόσο, εφόσον το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να εξετάσει το ζήτημα της νομιμότητας της συμπεριφοράς της Επιτροπής χωρίς να χρειαστεί να εξετάσει αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας (18), η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να τύχει επικλήσεως στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
37 Εξάλλου, η Πετρίδη ουδόλως εκθέτει νέα στοιχεία ικανά να αποδείξουν την έλλειψη νομιμότητας της συμπεριφοράς του κοινοτικού οργάνου, έλλειψη νομιμότητας που θα προέκυπτε από συνολική εκτίμηση των επίμαχων ενεργειών.
38 Για τους λόγους αυτούς, και ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ζ - Έβδομος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του κανονισμού 3389/73
39 Με αυτόν τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη δεχόμενο, στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δικαιούνταν να μειώσει από 45 σε 20 ημέρες το χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσιεύσεως της προκηρύξεως διαγωνισμού και της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας για την υποβολή προσφοράς. Κατά την Πετρίδη, ο κανονισμός 3389/73, ο οποίος καθορίζει τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις της διαθέσεως προς πώληση του καπνού που κατέχουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, αποτελεί ουσιώδη κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος.
40 Ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αβάσιμος. Το άρθρο 3 του κανονισμού 3389/73 της Επιτροπής καθόριζε περίοδο 45 ημερών μεταξύ της προκηρύξεως διαγωνισμού και της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας για την υποβολή προσφοράς. Εν όψει του τετάρτου διαγωνισμού, ο έχων την ίδια τυπική ισχύ κανονισμός (ΕΟΚ) 395/90 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1990, για την τροποποίηση του κανονισμού 3389/73 (ΕΕ L 42, σ. 46), μείωσε την προθεσμία αυτή σε 20 ημέρες τροποποιώντας το προαναφερθέν άρθρο 3. Lex posterior derogat priori. Επιπλέον, όπως εξέθεσε το Πρωτοδικείο, η τροποποίηση αυτή οφείλεται σε λόγους αντικειμενικούς και μη γενεσιουργούς δυσμενών διακρίσεων (η ανάγκη να επιταχυνθεί η πώληση των παρτίδων πριν εισαχθεί νέα κοινή οργάνωση αγοράς) και εμπίπτει στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμος και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
Δικαστικά έξοδα
41 Βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή επί της αναιρετικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, αν, όπως προτείνω, οι λόγοι αναιρέσεως απορριφθούν ή κηρυχθούν απαράδεκτοι, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Συμπέρασμα
42 Εν όψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτους τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως, να απορρίψει όλους τους λοιπούς και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Τ-152/95, Πετρίδη κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2427).
(2) - ΕΕ L 93, σ. 7.
(3) - ΕΕ L 148, σ. 7.
(4) - ΕΕ L 248, σ. 5.
(5) - ΕΕ L 222, σ. 23.
(6) - C-232/91 και C-233/91 (Συλλογή 1991, σ. Ι-5351).
(7) - ΕΕ L 18, σ. 16.
(8) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 85.
(9) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 102.
(10) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/010, σ. 55.
(11) - ΕΕ L 311, σ. 22.
(12) - ΕΕ L 288, σ. 18.
(13) - C-358/90, Compagnia italiana alcool κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-2457).
(14) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1988, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τη διάθεση των αλκοολών που λαμβάνονται από τις αποστάξεις που αναφέρονται στα άρθρα 35, 36 και 39 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 και βρίσκονται στην κατοχή των οργανισμών παρεμβάσεως (EE L 346, σ. 7).
(15) - Όπ.π., σκέψη 42 (η υπογράμμιση δική μου).
(16) - Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 27/85, Vandemoortele κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1129, σκέψεις 31 έως 34).
(17) - Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 Ρ, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 59).
(18) - Βλ. τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy