Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Ajinomoto και NutraSweet κατά Συμβουλίου .
Οι εταιρίες Ajinomoto Co. Inc. (στο εξής: Ajinomoto) και NutraSweet Co. (στο εξής: NutraSweet) ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθ' όσον με αυτή απορρίφθηκαν οι προσφυγές που είχαν ασκήσει κατά του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/91 του Συμβουλίου, της 27ης Μα_ου 1991, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ασπαρτάμης καταγωγής Ιαπωνίας και Ηνωμένων ολιτειών της Αμερικής .
Ι - Το νομικό πλαίσιο
2. Η εφαρμοστέα στην παρούσα διαφορά ρύθμιση είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας .
3. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι: «Δασμός αντιντάμπινγκ μπορεί να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία».
4. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού: «Ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η τιμή εξαγωγής του στην Κοινότητα είναι μικρότερη από την κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος».
5. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού ορίζει την «κανονική αξία» του ομοειδούς προϊόντος ως εξής:
«Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ως κανονική αξία νοείται:
α) η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής. [...]
β) όταν καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής ή όταν τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν δίκαιη σύγκριση:
i) η συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος όταν εξάγεται προς μια τρίτη χώρα [...],
ή
ii) η κατασκευασμένη αξία, που προσδιορίζεται προσθέτοντας το κόστος παραγωγής και ένα λογικό περιθώριο κέρδους [...]» .
6. Το άρθρο 2, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Όταν ένα προϊόν δεν εισάγεται αμέσως από τη χώρα καταγωγής αλλά εξάγεται προς την Κοινότητα από μία ενδιάμεση χώρα, η κανονική αξία είναι η συγκρίσιμη πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή του ομοειδούς προϊόντος στην εσωτερική αγορά είτε της χώρας εξαγωγής είτε της χώρας καταγωγής. Η τελευταία αυτή βάση μπορεί να είναι η κατάλληλη, μεταξύ άλλων, αν το προϊόν διαμετακομίζεται μέσω της χώρας εξαγωγής ή αν τέτοια προϊόντα δεν κατασκευάζονται στη χώρα εξαγωγής ή αν δεν υπάρχει συγκρίσιμη τιμή για τα προϊόντα αυτά στη χώρα εξαγωγής.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
Το ιστορικό της διαφοράς
7. Το προϊόν το οποίο αφορά ο επίδικος κανονισμός είναι η ασπαρτάμη. ρόκειται για ένα υποκατάστατο ζάχαρης που χρησιμοποιείται κυρίως στα προϊόντα διατροφής.
8. Η ασπαρτάμη ανακαλύφθηκε το 1965 από ερευνητή της αμερικανικής εταιρίας G. D. Searle & Co., η οποία κατέστη εν συνεχεία NutraSweet. Μετά την ανακάλυψη αυτή, η NutraSweet απέκτησε διπλώματα ευρεσιτεχνίας για τη χρησιμοποίηση της ασπαρτάμης στις Ηνωμένες ολιτείες και σε διάφορα κράτη μέλη. Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της προστατευόταν στη Γερμανία μέχρι το 1986, στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 1987, σε άλλες χώρες της Κοινότητας μέχρι το 1988 και στις Ηνωμένες ολιτείες μέχρι το 1992.
9. Κατά το χρονικό διάστημα της έρευνας, που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 31ης Δεκεμβρίου 1989, η NutraSweet ήταν ο μοναδικός παραγωγός ασπαρτάμης στις Ηνωμένες ολιτείες. Η Ajinomoto ήταν, επίσης, ο μοναδικός παραγωγός ασπαρτάμης στην Ιαπωνία. Εξαιρέσει ορισμένων απευθείας πωλήσεων της NutraSweet σε ανεξάρτητους πελάτες εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας ή στις Ηνωμένες ολιτείες με σκοπό την εξαγωγή προς την Κοινότητα, η εταιρία αυτή διέθετε την ασπαρτάμη μέσω μιας θυγατρικής εταιρίας που ανήκε από κοινού στη NutraSweet και στην Ajinomoto, ήτοι της ελβετικής εταιρίας NutraSweet AG.
10. Κατόπιν καταγγελίας που υπέβαλε η εταιρία Holland Sweetener Company vof, η Επιτροπή κίνησε στις 3 Μαρτίου 1990 μια διαδικασία αντιντάμπινγκ που αφορούσε τις εισαγωγές ασπαρτάμης καταγωγής Ιαπωνίας και Ηνωμένων ολιτειών Αμερικής .
11. Στις 26 Νοεμβρίου 1990, επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στις επίδικες εισαγωγές . Η NutraSweet και η Ajinomoto (στο εξής: προσφεύγουσες) κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του προσωρινού κανονισμού με έγγραφα της 6ης και 30ής Δεκεμβρίου 1990.
12. Στις 22 Μαρτίου 1991, η Επιτροπή τούς ανακοίνωσε τα κυριότερα περιστατικά και τις κυριότερες εκτιμήσεις βάσει των οποίων σκόπευε να προτείνει στο Συμβούλιο την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
13. Στις 27 Μα_ου 1991, το Συμβούλιο εξέτασε τον επίδικο κανονισμό, με τον οποίο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των προσφευγουσών . Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού διέτασσε την οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ μέχρι του ύψους των επιβληθέντων οριστικών δασμών .
Οι επίδικοι κανονισμοί
14. ροκειμένου να καθορισθεί το περιθώριο ντάμπινγκ της ασπαρτάμης των προσφευγουσών, η Επιτροπή και το Συμβούλιο (στο εξής: όργανα) προέβησαν σε σύγκριση της κανονικής αξίας του προϊόντος με την τιμή του εξαγωγέα προς την Κοινότητα.
15. Η κανονική αξία της ασπαρτάμης καταγωγής Ηνωμένων ολιτειών καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του βασικού κανονισμού, βάσει των πραγματικών τιμών που εφαρμόζονται στην αμερικανική αγορά.
16. Τα θεσμικά όργανα δέχθηκαν επίσης τις πραγματικές αμερικανικές τιμές όσον αφορά την ιαπωνική ασπαρτάμη. ράγματι, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι το προϊόν αυτό δεν εισαγόταν απ' ευθείας από την Ιαπωνία στην Κοινότητα, αλλά πωλούνταν στη NutraSweet προκειμένου να επανεξαχθεί στην κοινοτική αγορά. Επομένως, το Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού, καθόρισε την κανονική αξία της ιαπωνικής ασπαρτάμης βάσει της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής, δηλαδή των Ηνωμένων ολιτειών.
17. Τέλος, τα θεσμικά όργανα, στηριζόμενα στο άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, καθόρισαν το ποσό των δασμών αντιντάμπινγκ όχι σε συνάρτηση με το διαπιστωθέν περιθώριο ντάμπινγκ, αλλά στο επίπεδο που κρίθηκε αναγκαίο για την εξάλειψη της ζημίας που υφίστατο η κοινοτική βιομηχανία.
Η πρωτοβάθμια δίκη
18. Οι προσφεύγουσες άσκησαν τις προσφυγές τους στο ρωτοδικείο στις 6 Σεπτεμβρίου 1991 . Ζήτησαν την ακύρωση του επίδικου κανονισμού στο σύνολό του ή, επικουρικώς, καθ' όσον ο κανονισμός αυτός τις αφορούσε.
19. ρος στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν διαφόρους λόγους από τους οποίους τέσσερις αντλούνταν από: 1) παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού· 2) παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού· 3) παράβαση ουσιώδους τύπου καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχεία α_ και β_, του βασικού κανονισμού, και 4) παράβαση ουσιώδους τύπου καθώς και των άρθρων 7, παράγραφος 4, στοιχείο β_, και 8, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
20. Με τον πρώτο λόγο τους, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, καθορίζοντας την κανονική αξία της αμερικανικής ασπαρτάμης βάσει των πραγματικών τιμών που ίσχυαν στις Ηνωμένες ολιτείες .
Υπενθύμισαν ότι, κατά το χρονικό διάστημα της έρευνας, η παραγωγή και η εμπορία της ασπαρτάμης προστατεύονταν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις Ηνωμένες ολιτείες (με διάρκεια ισχύος μέχρι το 1992), ενώ η ισχύς των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που κάλυπταν το έδαφος των κρατών μελών είχε ήδη λήξει (το 1988).
Οι προσφεύγουσες θεωρούσαν ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, οι τιμές που ίσχυαν στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών δεν επέτρεπαν δίκαιη σύγκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχεία α_ και β_, του βασικού κανονισμού και δεν προέκυπταν από συνήθεις εμπορικές πράξεις. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς την κοινοτική αγορά που είναι πλήρως ανταγωνιστική, η αμερικανική αγορά ήταν μονοπωλιακή λόγω του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προστάτευε την ασπαρτάμη. Στην περίπτωση όμως μιας μη ανταγωνιστικής αγοράς, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να υπολογίζουν το ντάμπινγκ βάσει κατασκευασμένης αξίας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, σημείο ii, του βασικού κανονισμού .
Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν επίσης ότι ο επίδικος κανονισμός δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένος ως προς τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 253 EK) .
21. Το ρωτοδικείο απέρριψε τον πρώτο αυτό λόγο με το ακόλουθο σκεπτικό:
«126 Το κείμενο του κανονισμού δεν εξαρτά την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ από κανέναν άλλο λόγο πέραν της ζημιογόνου διαφοροποιήσεως των τιμών που ισχύουν στην εσωτερική αγορά (εν προκειμένω, στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών), αφενός, και στην αγορά εξαγωγής (εν προκειμένω, στην κοινοτική αγορά), αφετέρου.
127 Αυτά καθεαυτά τα κριτήρια της διαρθρώσεως της αγοράς ή του βαθμού ανταγωνισμού δεν είναι καθοριστικά για να επιλεγεί η μέθοδος της κατασκευασμένης κανονικής αξίας αντί για τη μέθοδο της κανονικής αξίας που στηρίζεται σε πραγματικές τιμές, εφόσον οι τιμές αυτές προκύπτουν από τις δυνάμεις της αγοράς. ράγματι, όπως η Επιτροπή ανέφερε στον κανονισμό της (σημείο 16 των αιτιολογικών σκέψεων, το οποίο επιβεβαιώθηκε με το σημείο 8 των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού του Συμβουλίου), οι "διαφορές στην ελαστικότητα των τιμών μεταξύ της αμερικανικής και της κοινοτικής αγοράς" αποτελούν "προϋπόθεση για τη διαφοροποίηση των τιμών" και, αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, "δεν θα ήταν δυνατό να επιβληθεί δασμός για την άσκηση πρακτικών ντάμπινγκ". Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι οι τιμές που χρησιμοποιήθηκαν για να καθοριστεί η κανονική αξία δεν προέκυπταν από τις δυνάμεις της αγοράς ή δεν αντανακλούσαν την πραγματική κατάσταση στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών, δεν υφίστατο κανένας λόγος να κατασκευαστεί η κανονική αξία αντί να βασιστεί στις πράγματι καταβαλλόμενες τιμές στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών.»
Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από ανεπαρκή αιτιολογία, το ρωτοδικείο έκρινε ότι τα στοιχεία που εκτίθενται στους επίδικους κανονισμούς «ήσαν επαρκή για να μπορέσουν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν την αιτιολογία του ληφθέντος μέτρου προκειμένου να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και ο κοινοτικός δικαστής να ασκήσει τον έλεγχό του» .
22. Με τον δεύτερο λόγο, η Ajinomoto υποστήριξε ότι τα όργανα παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού, καθορίζοντας την κανονική αξία της ιαπωνικής ασπαρτάμης βάσει των πραγματικών τιμών που ίσχυαν στις Ηνωμένες ολιτείες.
Η Ajinomoto προέβαλε ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού, τα κοινοτικά όργανα όφειλαν να καθορίσουν την κανονική αξία του προϊόντος βάσει μιας «συγκρίσιμης τιμής». Όμως, εν προκειμένω η τιμή πωλήσεως της ασπαρτάμης στις Ηνωμένες ολιτείες δεν ήταν «συγκρίσιμη» με την τιμή της εξαγωγής λόγω του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του οποίου κάτοχος ήταν η NutraSweet στην αμερικανική αγορά. Τα κοινοτικά όργανα έπρεπε επομένως να καθορίσουν την κανονική τιμή της ιαπωνικής ασπαρτάμης βάσει της τιμής στη χώρα καταγωγής, δηλαδή την Ιαπωνία .
23. Επί του σημείου αυτού, το ρωτοδικείο έκρινε ότι:
«179 [...] τα κοινοτικά όργανα καθόρισαν την κανονική αξία βάσει της καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής (την αγορά των Ηνωμένων ολιτειών).
180 [Η Ajinomoto], περιοριζόμενη να υποστηρίξει ότι η τιμή αυτή δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον λόγο ότι στη σχετική αγορά υφίστατο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το σχετικό προϊόν, δεν απέδειξε ότι η εν λόγω τιμή δεν ήταν συγκρίσιμη (βλ. σκέψεις 126 έως 129 ανωτέρω).
181 Επιπλέον, δεν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων θα μπορούσαν τα κοινοτικά όργανα να λάβουν υπόψη τις τιμές της χώρας καταγωγής (εν προκειμένω της Ιαπωνίας) [...].
182 Επομένως, καλώς τα κοινοτικά όργανα καθόρισαν την κανονική αξία βάσει της καταβληθείσας ή καταβλητέας τιμής στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών.»
24. Τέλος, με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο τους, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι τα κοινοτικά όργανα παρέβησαν το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχεία α_ και β_, του βασικού κανονισμού καθώς και ότι παραβίασαν την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας .
Συγκεκριμένα, τα κοινοτικά όργανα όφειλαν να ανακοινώσουν στα ενδιαφερόμενα μέρη τις διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τις αποδείξεις του (των) καταγγέλλοντος (καταγγελλόντων), αφενός, και, όσον αφορά το υποστατό και τη λυσιτέλεια των προβαλλομένων περιστατικών καθώς και τα στοιχεία αποδείξεως που ελήφθησαν υπόψη αφετέρου. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται ως προς τα όργανα ήδη πριν από την επιβολή των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ. Όμως, εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέλειψε να ανακοινώσει στις προσφεύγουσες τα κύρια γεγονότα και τις κύριες εκτιμήσεις βάσει των οποίων σκόπευε να επιβάλει προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ.
25. Στις σκέψεις 87 και 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι:
«87 Ακόμη και αν υποτεθεί, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, ότι η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει την πληροφόρηση των εξαγωγέων σχετικά με τα κύρια γεγονότα και εκτιμήσεις βάσει των οποίων εξετάζεται το ενδεχόμενο επιβολής προσωρινών δασμών, ο μη σεβασμός των δικαιωμάτων αυτών δεν μπορεί, αφεαυτού, να καταστήσει πλημμελή τον κανονισμό περί επιβολής των οριστικών δασμών. Δεδομένου ότι ένας τέτοιος κανονισμός είναι διαφορετικός από τον κανονισμό περί επιβολής προσωρινών δασμών, έστω και αν συνδέεται με αυτόν μέχρι σημείου να τον υποκαθιστά υπό ορισμένες προϋποθέσεις [...] το κύρος του πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τους κανόνες που ισχύουν κατά την έκδοσή του. Εφόσον κατά τη διαδικασία εκδόσεως κανονισμού επιβάλλοντος οριστικό δασμό διορθώθηκε ένα ελάττωμα που είχε καταστήσει πλημμελή τη διαδικασία εκδόσεως του αντίστοιχου κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού, η έλλειψη νομιμότητας του τελευταίου αυτού κανονισμού δεν συνεπάγεται την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού περί επιβολής του οριστικού δασμού. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν διορθώθηκε το ελάττωμα αυτό και ο κανονισμός περί επιβολής οριστικού δασμού παραπέμπει στον κανονισμό περί θεσπίσεως προσωρινού δασμού, η έλλειψη νομιμότητας του δεύτερου συνεπάγεται την έλλειψη νομιμότητας του πρώτου.
88 Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων μερών έγιναν σεβαστά στο πλαίσιο της διαδικασίας καταρτίσεως του προσβαλλομένου κανονισμού, ο οποίος επέβαλε οριστικό δασμό και διέταξε την οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών.»
26. Στη συνέχεια της συλλογιστικής του , το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως του επίδικου κανονισμού τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών δεν εθίγησαν. Επομένως, έκρινε τον λόγο αυτό αβάσιμο και απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
27. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να αποφανθεί επί της ουσίας. Επομένως, καλεί το Δικαστήριο να ακυρώσει τον επίδικο κανονισμό και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της κατ' αναίρεση διαδικασίας.
28. Εξ ετέρου τα κοινοτικά όργανα ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
29. ρος στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται τρεις κοινούς λόγους:
- παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού·
- παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης·
- παράβαση ουσιώδους τύπου.
30. Επιπλέον, η Ajinomoto επικαλείται έναν πρόσθετο λόγο, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού.
31. Θα εξετάσω διαδοχικά τους τρεις αυτούς λόγους με τη σειρά που διατυπώνονται.
ρώτος λόγος: παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού
Επιχειρήματα των αναιρεσειουσών
32. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, κρίνοντας ότι τα όργανα ορθώς καθόρισαν την κανονική αξία της αμερικανικής ασπαρτάμης βάσει των πραγματικών τιμών που ίσχυαν στις Ηνωμένες ολιτείες.
33. Οι αναιρεσείουσες υπογραμμίζουν ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού θέτει μια προϋπόθεση «συγκρισιμότητας» μεταξύ των πραγματικών τιμών και των τιμών εξαγωγής προς την Κοινότητα.
Δυνάμει αυτής της διατάξεως, η κανονική αξία δεν μπορεί να καθορίζεται βάσει των πραγματικών τιμών παρά μόνον αν οι τιμές αυτές είναι επαρκώς «συγκρίσιμες» με τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα. ροκειμένου να εκτιμηθεί η «συγκρισιμότητα των τιμών», τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των παραγόντων που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών στην εσωτερική αγορά του εξαγωγέα και, ειδικότερα, τη διάρθρωση της αγοράς καθώς και την ύπαρξη προστασίας βάσει της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Όταν ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστατεύει την εμπορία του προϊόντος μόνο στην εσωτερική αγορά του εξαγωγέα (με αποκλεισμό της κοινοτικής αγοράς), οι πραγματικές τιμές και οι τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα παύουν να είναι επαρκώς «συγκρίσιμες» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3. Στην περίπτωση αυτή, τα όργανα δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται στις πραγματικές τιμές, αλλ' οφείλουν να καθορίζουν την κανονική αξία του προϊόντος βάσει κατασκευασμένης αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, σημείο ii, του βασικού κανονισμού.
34. Όμως, εν προκειμένω, η εκτίμηση του ρωτοδικείου στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του βασικού κανονισμού.
Συγκεκριμένα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προστατεύει την εμπορία του προϊόντος στην εσωτερική αγορά του εξαγωγέα δεν μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να επηρεάσει τη «συγκρισιμότητα των τιμών» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.
Οι αναιρεσείουσες αναγνωρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξέτασε άμεσα το ζήτημα της ερμηνείας των όρων «συγκρίσιμη τιμή» ή «δίκαιη σύγκριση» που περιέχει το άρθρο 2, παράγραφος 3. Θεωρούν, εντούτοις , επαγωγικώς, ότι το μόνο δυνατό συμπέρασμα είναι ότι το ρωτοδικείο απέκλεισε την ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας βάσει των στοιχείων που μπορούν να θίξουν τη «συγκρισιμότητα των τιμών».
35. Για να στηρίξουν την κατ' αυτές ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, οι αναιρεσείουσες στηρίζονται σε διάφορα στοιχεία, ήτοι: στο γράμμα της διατάξεως αυτής και ιδίως στον όρο «συγκρίσιμη τιμή»· στη δομή του βασικού κανονισμού· στους σκοπούς της κοινοτικής νομοθεσίας αντιντάμπινγκ· στη γενική συμφωνία για τους δασμούς και στη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου · στο αμερικανικό δίκαιο, καθώς και στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας.
Εκτίμηση
36. ρος στήριξη του πρώτου λόγου τους, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κυρίως δύο επιχειρήματα. Υποστηρίζουν ότι:
α) το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθ' όσον έκρινε ότι η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην εσωτερική αγορά του εξαγωγέα ουδέποτε θα μπορούσε να επηρεάσει τη «συγκρισιμότητα των τιμών» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού· και ότι
β) το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι, όταν οι πραγματικές τιμές δεν είναι επαρκώς «συγκρίσιμες» με τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα, η κανονική αξία πρέπει να καθορίζεται βάσει κατασκευασμένης αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, σημείο ii.
37. Νομίζω ότι τα δύο αυτά επιχειρήματα στηρίζονται εντούτοις σε εσφαλμένη αντίληψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και του βασικού κανονισμού.
38. ρώτον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν απέκλεισε, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, οποιαδήποτε δυνατότητα να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην εσωτερική αγορά μπορεί να επηρεάσει τη μέθοδο καθορισμού της κανονικής αξίας.
Από τη σκέψη 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το ρωτοδικείο περιορίστηκε να εξετάσει το επιχείρημα των αναιρεσειουσών κατά το οποίο, «στην περίπτωση [...] μιας μη ανταγωνιστικής αγοράς, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να υπολογίζουν το ντάμπινγκ βάσει κατασκευασμένης αξίας» .
Συναφώς, το ρωτοδικείο έκρινε ότι: «αυτά καθεαυτά τα κριτήρια της διαρθρώσεως της αγοράς ή του βαθμού ανταγωνισμού δεν είναι καθοριστικά για να επιλεχθεί η μέθοδος της κατασκευασμένης κανονικής αξίας [...]», υπό την προϋπόθεση ότι οι «πραγματικές τιμές προκύπτουν από τις δυνάμεις της αγοράς» .
Επομένως, το ρωτοδικείο ζήτησε από τις αναιρεσείουσες να αποδείξουν ένα συγκεκριμένο στοιχείο. Τους ζήτησε να αποδείξουν ότι, λόγω της υπάρξεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του οποίου η NutraSweet ήταν κάτοχος, οι τιμές που ίσχυαν στην αμερικανική αγορά δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι «προέκυπταν από τις δυνάμεις της αγοράς», δηλαδή από τη συνήθη λειτουργία της προσφοράς και της ζητήσεως. Όμως, εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν το στοιχείο αυτό. ράγματι, το ρωτοδικείο απέρριψε επιχείρημά τους για τον λόγο ότι:
«Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι οι τιμές που χρησιμοποιήθηκαν για να καθοριστεί η κανονική αξία δεν προέκυπταν από τις δυνάμεις της αγοράς ή δεν αντανακλούσαν την πραγματική κατάσταση στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών, δεν υφίστατο κανένας λόγος να κατασκευαστεί η κανονική αξία αντί να βασιστεί στις πράγματι καταβαλλόμενες τιμές στην αγορά των Ηνωμένων ολιτειών» .
Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, η απόρριψη του επιχειρήματος αυτού δεν ισοδυναμεί με τη διαπίστωση ότι η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να καθορίζουν την κανονική αξία. Αντιθέτως, το ρωτοδικείο είπε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν αποδειχθεί ότι, λόγω της υπάρξεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι πραγματικές τιμές δεν προκύπτουν πλέον «από τις δυνάμεις της αγοράς».
39. Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει τρεις χωριστές μεθόδους για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.
Κατά την πρώτη μέθοδο, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας πρέπει να λαμβάνεται ως βάση η πραγματική τιμή, δηλαδή «η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής» (άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α_).
Κατά τη δεύτερη μέθοδο, η κανονική αξία πρέπει να υπολογίζεται με αναφορά στη «συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος όταν εξάγεται προς μια τρίτη χώρα» (άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, σημείο i).
Τέλος, κατά την τρίτη μέθοδο, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να καθορίζουν την κανονική αξία με βάση μια «κατασκευασμένη αξία» (άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, σημείο ii).
40. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού διευκρινίζει ότι τα όργανα οφείλουν να καταφεύγουν στις δύο τελευταίες αυτές μεθόδους υπολογισμού όταν «καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων» ή όταν «τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν δίκαιη σύγκριση».
41. Συναφώς, το Δικαστήριο και το ρωτοδικείο κρίνουν παγίως ότι:
«με βάση το γράμμα και την οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του βασικού κανονισμού, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας πρέπει να λαμβάνεται κατά προτεραιότητα υπόψη η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων τιμή και ότι από το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι απόκλιση από την αρχή αυτή επιτρέπεται μόνον όταν δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία πώληση ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν έγκυρη σύγκριση» .
Το Δικαστήριο και το ρωτοδικείο έχει διευκρινίσει επίσης ότι:
«η έννοια των συνήθων εμπορικών πράξεων αφορά τον χαρακτήρα των λαμβανομένων υπόψη πωλήσεων αυτών καθαυτών. Σκοπό έχει να αποκλείσει από τη διαδικασία του καθορισμού της κανονικής αξίας τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά δεν πραγματοποιούνται κατά τους συνήθεις εμπορικούς όρους, ιδίως όταν ένα προϊόν πωλείται σε τιμή κάτω του κόστους παραγωγής ή όταν πραγματοποιούνται συναλλαγές μεταξύ συνδεομένων με ορισμένη σχέση μερών ή μεταξύ μερών που έχουν συνάψει κάποιον αντισταθμιστικό διακανονισμό» .
Εξάλλου, «Η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι εγχώριες πωλήσεις πρέπει να καθιστούν δυνατή μια έγκυρη σύγκριση αφορά το αν οι πωλήσεις αυτές είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικές για να χρησιμεύσουν ως βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στην εγχώρια αγορά πρέπει συγκεκριμένα να αντικατοπτρίζουν τη συνήθη συμπεριφορά των αγοραστών και να είναι αποτέλεσμα κανονικής διαμορφώσεως των τιμών» .
42. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι οι δύο περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού αποτελούν αποκλειστική απαρίθμηση. Τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από την αρχή κατά την οποία η κανονική αξία πρέπει να καθορίζεται βάσει της πραγματικής τιμής παρά μόνον όταν «καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί επί συνήθων εμπορικών πράξεων» ή όταν «τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν δίκαιη σύγκριση».
43. Επομένως, για να ευδοκιμήσουν οι αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες πρέπει να αποδείξουν ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο να κρίνει ότι η επίδικη κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μιας από τις δύο εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού.
44. Όμως, εν προκειμένω οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται καμία από τις δύο αυτές περιστάσεις. Σε κανένα σημείο της παρούσας διαδικασίας δεν υποστήριξαν ότι, λόγω της υπάρξεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του οποίου η NutraSweet ήταν κάτοχος, οι πωλήσεις ασπαρτάμης στην αμερικανική αγορά δεν πραγματοποιήθηκαν επί «συνήθων εμπορικών πράξεων» ή δεν καθιστούσαν δυνατή μια «δίκαιη σύγκριση».
Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών, αντιθέτως, συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού επιβάλλει, εκτός από τις δύο προαναφερθείσες εξαιρέσεις, τη «συγκρισιμότητα των τιμών». Θεωρούν ότι τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να εφαρμόζουν την κατασκευασμένη αξία όταν οι πραγματικές τιμές δεν είναι «συγκρίσιμες» με τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν κατά αυτό τον τρόπο στο γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 3, μια εξαίρεση που η διάταξη αυτή δεν προβλέπει .
45. Νομίζω ότι, ενώπιον μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε μια ιδιαίτερη επιλογή. Θα μπορέσει να αποφασίσει την απόρριψη του πρώτου λόγου βάσει αποκλειστικώς των αρχών που προμνημονεύθηκαν. Ή θα μπορέσει επίσης να αποφασίσει να θεωρήσει ότι με τον λόγο αυτό επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προστατεύει την εμπορία του προϊόντος στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μιας από τις δύο εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού.
46. Κλίνω μάλλον στο να προτείνω στο Δικαστήριο να επιλέξει την πρώτη λύση.
ράγματι, θεωρώ ότι, σε αντίθεση προς το άρθρο 234 EK, που είναι δυνατόν να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να συναγάγει το πραγματικό αντικείμενο μιας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως λόγω της δικαστικής συνεργασίας που θεσπίζει , τα άρθρα 168 A της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 225 EK) και 51 του Οργανισμού EK του Δικαστηρίου δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να θεραπεύει τις ενδεχόμενες ανεπάρκειες μιας αιτήσεως αναιρέσεως, ιδίως, υποκαθιστώντας μια δεδομένη επιχειρηματολογία με αυτήν που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Επιπλέον, τονίζω ότι, εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως, διότι το Συμβούλιο, στο υπόμνημά του αντικρούσεως , έλαβε πρόνοια να υπενθυμίσει τις αρχές που εξαγγέλλουν το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού και η απόφαση του Δικαστηρίου Goldstar κατά Συμβουλίου.
47. άντως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα αποφάσιζε ότι δεν μπορεί να υιοθετήσει αυτή τη λύση, προτείνω, επικουρικώς, να κρίνετε ότι η επίδικη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού.
48. Από οικονομικής απόψεως, το «ντάμπινγκ» ορίζεται παραδοσιακά ως «δυσμενής διάκριση μέσω των τιμών μεταξύ των εγχωρίων αγορών».
Συναφώς, οι οικονομολόγοι θεωρούν γενικώς ότι είναι απαραίτητες τρεις προϋποθέσεις για να μπορεί να υφίσταται μια τέτοια διάκριση . Απαιτείται: (1) κάποια οικονομική ισχύς - μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο - του εφαρμόζοντος το ντάμπινγκ στην αγορά όπου οι τιμές είναι υψηλές· (2) ένας «διαχωρισμός» των διαφόρων οικείων αγορών και (3) διαφορά ελαστικότητας των τιμών μεταξύ των αγορών.
Στο έργο τους Anti-Dumping and Anti-Subsidy Law , οι Beseler και Williams εξέτασαν τις τρεις αυτές προϋποθέσεις ως ακολούθως:
«To the economist, dumping is traditionally defined only as price discrimination between national markets... A necessary condition for price discrimination is that the total market for a product can be broken down into two or more sub-markets and that at least one of the sub-markets is isolated from the others. In addition, the seller has to have a certain degree of monopoly power in one or more of the isolated sub-markets. In these circumstances, price discrimination is profitable if there is a difference in the elasticities of demand in the separate sub-markets, thus enabling a higher price to be charged for the product in the sub-market in which the demand is less elastic» .
49. Επομένως, από καθαρά οικονομικής απόψεως, η ύπαρξη μονοπωλίου στην εσωτερική αγορά του εξαγωγέα και η ύπαρξη διαφοράς στην ελαστικότητα των τιμών μεταξύ της εγχώριας αγοράς και της αγοράς εξαγωγής θεωρούνται ως στοιχεία που είναι εγγενή στη διάκριση λόγω των τιμών. Κατά συνέπεια, δεν αντιλαμβάνομαι τους λόγους για τους οποίους, από νομικής απόψεως, η ύπαρξη ενός τέτοιου μονοπωλίου και η ύπαρξη μιας τέτοιας διαφοράς ελαστικότητας των τιμών θα μπορούσαν να συνιστούν επαρκείς λόγους για να απορριφθεί η μέθοδος καθορισμού της κανονικής αξίας βάσει των πραγματικών τιμών.
50. Τα όργανα υιοθέτησαν εξάλλου μια πανομοιότυπη συλλογιστική στο πλαίσιο της κανονιστικής τους πρακτικής. Θεωρούν ότι η ύπαρξη μονοπωλίου ή έλλειψη ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά δεν τους αφαιρεί τη δυνατότητα να υπολογίζουν το ντάμπινγκ βάσει των πραγματικών τιμών .
Επομένως, σε ορισμένες διαδικασίες αντιντάμπινγκ, τα κοινοτικά όργανα καθόρισαν την κανονική αξία του προϊόντος βάσει των πραγματικών τιμών, μολονότι ο ανταγωνισμός στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής ήταν περιορισμένος λόγω ενός συστήματος ελέγχου των τιμών από τις δημόσιες αρχές . Στην αποκαλούμενη υπόθεση των «καταψυκτών καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως» , η Επιτροπή είπε μάλιστα ότι:
«δεν θεωρεί ότι ο όρος "συνηθισμένες εμπορικές πράξεις" προϋποθέτει την ύπαρξη συνθηκών τέλειου ανταγωνισμού και έχει τη γνώμη ότι, ακόμα και όταν ο ανταγωνισμός επηρεάζεται από καταστάσεις όπως η ύπαρξη cartel, μονοπωλίου ή καθεστώτος κατώτατων τιμών, οι τιμές πώλησης πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια συνηθισμένων εμπορικών πράξεων με την προϋπόθεση ότι μπορούν, γενικά, να εφαρμόζονται σε όλους τους πραγματικούς πιθανούς πελάτες και ότι καλύπτουν το σύνολο του παραγωγικού κόστους» .
51. Όπως ορθώς υπογραμμίζεται στην επιστήμη , η συλλογιστική που ακολουθεί η Επιτροπή στις υποθέσεις αυτές απορρέει λογικά από την οικονομική αντίληψη του ντάμπινγκ.
52. Ένας άλλος λόγος με ωθεί επίσης στη σκέψη ότι η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην εγχώρια αγορά του εξαγωγέα δεν επιτρέπει παρέκκλιση από την αρχή που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του βασικού κανονισμού.
53. Είδαμε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να καθορίζουν την κανονική αξία βάσει της πραγματικής τιμής παρά μόνον όταν οι εσωτερικές πωλήσεις επιτρέπουν μια «δίκαιη σύγκριση».
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προϋπόθεση αυτή αφορά το ζήτημα αν οι εγχώριες πωλήσεις είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικές για να χρησιμεύουν ως βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Σκοπεί να διασφαλίσει ότι οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στην εγχώρια αγορά πρέπει να αντικατοπτρίζουν μια «συνήθη συμπεριφορά των αγοραστών» και να είναι αποτέλεσμα «κανονικής διαμορφώσεως των τιμών» , δηλαδή της κανονικής λειτουργίας της προσφοράς και της ζητήσεως.
54. Όμως, νομίζω ότι, ακόμη και αν ο ανταγωνισμός στην εγχώρια αγορά είναι περιορισμένος λόγω της υπάρξεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι εγχώριες πωλήσεις εξακολουθούν, κατ' αρχήν, να αντικατοπτρίζουν τη «συνήθη συμπεριφορά των αγοραστών» και να είναι αποτέλεσμα «κανονικής διαμορφώσεως των τιμών».
ράγματι, ακόμη και από θέση μονοπωλίου, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας εξακολουθεί να καθορίζει τις τιμές του κατ' ακολουθία της δικής του εμπορικής στρατηγικής. Μπορεί επομένως να αποφασίσει να εφαρμόσει υψηλότερες τιμές εάν επιθυμεί να μεγιστοποιήσει ταχέως τα οφέλη από την εφεύρεσή του ή να παρουσιάσει το προϊόν του ως είδος πολυτελείας . Αντιστρόφως, μπορεί να αποφασίσει, παρά το μονοπώλιό του, να εφαρμόσει τιμές σχετικώς χαμηλές, εάν επιθυμεί να εισχωρήσει ταχέως στην αγορά ή να εξασφαλίσει σημαντικότερη πελατεία.
Κυρίως, όμως, ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εξακολουθεί, μέχρις ορισμένου σημείου, να εξαρτάται από τις συνήθεις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή από τον νόμο της προσφοράς και της ζητήσεως. Για να καθορίσει τις τιμές του, θα πρέπει να λάβει υπόψη διάφορα στοιχεία όπως την ύπαρξη ή την έλλειψη ζητήσεως για το προϊόν του, την ύπαρξη ή την έλλειψη ανταγωνισμού που ασκείται από υποκατάστατα προϊόντα, καθώς και τη συμπεριφορά των αγοραστών, οι οποίοι μπορούν να αποδεχτούν ή να αποκρούσουν το επίπεδο των εφαρμοζομένων τιμών, ή ακόμη να στραφούν προς άλλα προϊόντα, όταν θεωρούν ότι η προτεινόμενη τιμή είναι υπερβολική.
55. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προστατεύει την εμπορία του προϊόντος στην εγχώρια αγορά δεν νομίζω ότι συνιστά, αφ' εαυτής, επαρκή λόγο για να θεωρηθεί ότι οι εγχώριες πωλήσεις δεν επιτρέπουν «δίκαιη σύγκριση» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β_, του βασικού κανονισμού.
56. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο ως αβάσιμο.
Δεύτερος λόγος: παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης
57. Με τον δεύτερο λόγο τους, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης.
ροσάπτουν στο ρωτοδικείο ότι έκρινε, στις σκέψεις 130 έως 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο επίδικος κανονισμός είναι επαρκώς αιτιολογημένος, ενώ το Συμβούλιο δεν εξέτασε τους λόγους για τους οποίους οι πραγματικές τιμές που ίσχυαν στην αμερικανική αγορά ήταν «συγκρίσιμες» με τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα.
58. ρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Εξάλλου, το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να διευκρινίζει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα που στηρίζουν τα αιτήματα τα οποία ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να γίνουν δεκτά. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο κρίνει ότι:
«από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται επακριβώς τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένα η αίτηση αυτή» .
Με την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι:
«Δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς να περιέχει επιχειρηματολογία αποσκοπούσα ειδικώς στον προσδιορισμό της πλάνης περί το δίκαιο την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου» .
59. Όμως, εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες περιορίζονται στην επανάληψη των επιχειρημάτων που διατύπωσαν πρωτοδίκως, χωρίς να διευκρινίζουν επακριβώς τη νομική πλάνη την οποία πάσχει κατ' αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα, ενώπιον του ρωτοδικείου υποστήριξαν ότι «το καθού παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως (άρθρο 190 της Συνθήκης), μη αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι οι τιμές που τυγχάνουν της προστασίας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ήσαν συγκρίσιμες με τις τιμές εξαγωγής προς την Κοινότητα» .
Στο πλαίσιο του παρόντος λόγου, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι «η εκ μέρους του Συμβουλίου παράβαση της υποχρεώσεώς του να επικαλεσθεί έστω και ελάχιστα έγκυρους λόγους προς στήριξη του συμπεράσματός του ότι οι τιμές της ασπαρτάμης στις Ηνωμένες ολιτείες ήταν συγκρίσιμες προς τις κοινοτικές τιμές, παρά την ύπαρξη διπλώματος ευρεσιτεχνίας στις Ηνωμένες ολιτείες, ισοδυναμεί με παράβαση του άρθρου 190 [της Συνθήκης] [...]» .
60. Καθ' όσον οι αναιρεσείουσες επιδιώκουν να επανεξεταστούν απλώς τα επιχειρήματα που διατύπωσαν πρωτοδίκως, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Τρίτος λόγος: παράβαση ουσιώδους τύπου
Επιχειρήματα των αναιρεσειουσών
61. Με τον τρίτο τους λόγο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο παρέβη ουσιώδη τύπο.
Του προσάπτουν ότι έκρινε, στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διαδικασία εκδόσεως του προσωρινού κανονισμού συνιστά ελάττωμα που δεν επηρεάζει στο κύρος του οριστικού κανονισμού, όταν το ελάττωμα αυτό διορθώθηκε κατά τη διαδικασία εκδόσεως του οριστικού κανονισμού .
62. Οι αναιρεσείουσες υπενθυμίζουν ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Θεωρούν ότι, βάσει αυτής της αρχής, η Επιτροπή οφείλει να ανακοινώνει στους ενδιαφερομένους, πριν από την έκδοση προσωρινού κανονισμού, τα κύρια περιστατικά και τις κύριες εκτιμήσεις βάσει των οποίων προτίθεται να επιβάλλει προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ.
63. Όμως, σε αντίθεση προς ό,τι έκρινε το ρωτοδικείο, παράβαση αυτής της υποχρεώσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως του προσωρινού κανονισμού θίγει ανεπανόρθωτα τη νομιμότητα της οριστικής εισπράξεως των προσωρινών δασμών.
64. ρος στήριξη αυτής της απόψεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατ' ουσίαν τρία επιχειρήματα .
ρώτον, η νομολογία που παραθέτει το ρωτοδικείο στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι άσχετη. Η νομολογία αυτή αφορά τις προϋποθέσεις παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται κατά προσωρινού κανονισμού και όχι, όπως εν προκειμένω, την παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.
Δεύτερον, από το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η ύπαρξη προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ αποτελεί προϋπόθεση για την οριστική είσπραξη αυτών των δασμών. Συγκεκριμένα, η οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών δεν μπορεί να διαταχθεί παρά μόνον εάν η Επιτροπή έχει επιβάλει προηγουμένως προσωρινούς δασμούς. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε παρανομία που καθιστά ελαττωματικό τον προσωρινό κανονισμό πρέπει κατ' ανάγκη να συνεπάγεται την παρανομία της οριστικής εισπράξεως των προσωρινών δασμών.
Εκτίμηση
65. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ' ουσίαν, ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως του προσωρινού κανονισμού συνεπάγεται οπωσδήποτε το παράνομο της οριστικής εισπράξεως των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ.
66. Νομίζω ότι το Δικαστήριο έχει ήδη λάβει θέση επί αυτού του είδους επιχειρημάτων με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, Neotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου .
Στην υπόθεση αυτή, η Neotype είχε ζητήσει την ακύρωση ενός προσωρινού κανονισμού και ενός οριστικού κανονισμού που εκδόθηκαν κατόπιν μιας διαδικασίας επανεξετάσεως. Η προσφεύγουσα θεωρούσε ότι ο προσωρινός κανονισμός ήταν παράνομος για τον λόγο ότι η Επιτροπή (1) την ειδοποίησε με παρά πολύ μεγάλη καθυστέρηση για την εκ νέου κίνηση της διαδικασίας έρευνας και (2) εξέδωσε τον προσωρινό κανονισμό σε ημερομηνία κατά την οποία οι παρατηρήσεις της δεν μπορούσαν λογικά να είχαν εξεταστεί . Η Neotype υποστήριζε ότι, λόγω του παράνομου χαρακτήρα του προσωρινού κανονισμού, έπρεπε να ακυρωθεί η διάταξη του οριστικού κανονισμού που αφορούσε την οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ.
67. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς τον λόγο αυτόν ως εξής :
«Η Neotype υποστηρίζει [...] ότι η οριστική είσπραξη, δυνάμει του άρθρου 2 του οριστικού κανονισμού, των ποσών που είχαν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ είναι παράνομη καθ' όσον ο προσωρινός κανονισμός ήταν άκυρος και, επομένως, δεν μπορούσε να επικυρωθεί με τον οριστικό κανονισμό.
Εν προκειμένω, πρέπει να τονισθεί προκαταρκτικά ότι η νομιμότητα του οριστικού κανονισμού περί εισπράξεως του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ δεν επηρεάζεται από ενδεχόμενη ακυρότητα του προσωρινού κανονισμού παρά μόνον καθ' όσον αυτή επηρεάζει τον οριστικό κανονισμό.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι λόγοι που επικαλείται η Neotype κατά του προσωρινού κανονισμού δεν μπορούν να προβληθούν κατά του οριστικού κανονισμού. Ο πρώτος λόγος του Neotype ότι ο προσωρινός κανονισμός στερείται νομιμότητας λόγω πλημμελείας που σημειώθηκε κατά τη διαδικασία της ακροάσεως δεν επηρεάζει την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού. ράγματι, ακόμη και αν η Neotype δεν είχε πληροφορηθεί εγκαίρως τη θέσπιση του προσωρινού δασμού, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις στην οριστική είσπραξη του δασμού αυτού, καθ' όσον η Neotype είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τα επιχειρήματά της πριν εκδοθεί οριστικός κανονισμός.»
68. Από την απόφαση Neotype του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι ενδεχόμενη παρανομία του προσωρινού κανονισμού δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της οριστικής εισπράξεως των προσωρινών δασμών παρά μόνον όταν η παρανομία αυτή επηρεάζει τον οριστικό κανονισμό.
69. Σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες , νομίζω ότι οι αρχές που συνάγονται από την απόφαση Neotype μπορούν πλήρως να εφαρμοστούν στην παρούσα δίκη.
ράγματι, όπως ακριβώς και στην υπόθεση Neotype, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι ο προσωρινός κανονισμός είναι παράνομος λόγω προσβολής των δικαιωμάτων τους άμυνας, η οποία συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού. Όπως ακριβώς και στην υπόθεση Neotype, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι ο παράνομος χαρακτήρας του προσωρινού κανονισμού συνεπάγεται κατ' ανάγκη το παράνομο της οριστικής εισπράξεως των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ. Όμως, όπως ακριβώς και στην υπόθεση Neotype, ο κοινοτικός δικαστής διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους πριν από την έκδοση του οριστικού κανονισμού .
70. Ενόψει της αποφάσεως Neotype του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των αναιρεσειουσών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως του προσωρινού κανονισμού δεν θίγει τη νομιμότητα του οριστικού κανονισμού παρά μόνον αν η παρανομία αυτή επηρεάζει τον οριστικό κανονισμό.
71. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο ως αβάσιμο.
Τέταρτος λόγος: παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού
72. Τέλος, η Ajinomoto υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παρέβη το το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 6, του βασικού κανονισμού, κρίνοντας ότι τα κοινοτικά όργανα ορθώς προσδιόρισαν την κανονική αξία της ιαπωνικής ασπαρτάμης βάσει των τιμών που ίσχυαν στις Ηνωμένες ολιτείες.
73. Η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει εντούτοις κανένα αυτοτελές επιχείρημα προς στήριξη αυτής της αιτιάσεως. εριορίζεται να αναφέρει ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως , οι τιμές που ίσχυαν στην αμερικανική αγορά δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση υπολογισμού της κανονικής αξίας της ιαπωνικής ασπαρτάμης.
74. Επομένως, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω το Δικαστήριο στις σκέψεις που ανέλυσα στα σημεία 36 έως 56 αυτών των προτάσεων.
75. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
76. Κατά τα άρθρα 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των κοινοτικών οργάνων.
ρόταση
77. Επομένως, βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy