Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
1 Με διάταξη που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Απριλίου 1998, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο), υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία: i) της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα βάσει της κτηθείσας πείρας από τη θέσπισή της και ενόψει της προσαρμογής στην επιστημονική πρόοδο (1) (στο εξής: οδηγία), καθώς και ii) των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
2 Με την οδηγία, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 94 ΕΚ) (2), ο κοινοτικός νομοθέτης αποφάσισε να εξαλείψει τα εμπόδια στο εμπόριο φαρμάκων και στην ανάπτυξη της φαρμακοβιομηχανίας εντός της κοινής αγοράς, που οφείλονται στις διαφορές των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά την παραγωγή και τη διανομή των προϋόντων αυτών. Για την πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των φαρμάκων, επελέγη η οδός της προοδευτικής προσεγγίσεως των εθνικών διατάξεων η οποία, όπως επισημάνθηκε ρητώς, «πρέπει να έχει ως κύριο στόχο τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας» (3). Ειδικότερα, η οδηγία 93/39 προέβη σε ευρεία εναρμόνιση των κριτηρίων ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις αρχές οι οποίες καλούνται να επιτρέψουν τη διάθεση στην αγορά των φαρμάκων.
3 Ουδέν φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα μπορεί να διατεθεί προς πώληση σε κράτος μέλος χωρίς άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (στο εξής: ΑΚΑ) χορηγούμενη από την αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους (βλ. άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας) (4). Η αίτηση για ΑΚΑ ενός φαρμάκου, που υποβάλλεται από τον υπεύθυνο της διαθέσεως στην αγορά, πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες και να συνοδεύεται από τα έγγραφα που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας, ακόμη και όταν για το εν λόγω φάρμακο υφίσταται ήδη ΑΚΑ χορηγηθείσα από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους (5). Σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος της οδηγίας 75/318/ΕΟΚ (6), οι πληροφορίες και τα έγγραφα που πρέπει να είναι συνημμένα σε αίτηση για ΑΚΑ δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας κατατάσσονται σε τέσσερα μέρη, ήτοι i) συνοπτική παρουσίαση του φακέλλου. ii) αποτελέσματα δοκιμασιών φυσικοχημικής, φαρμακευτικής και βιολογικής φύσεως των φαρμάκων, iii) αποτελέσματα δοκιμασιών τοξικολογικής και φαρμακολογικής φύσεως, και iv) τεκμηρίωση κλινικής φύσεως. Κάθε στοιχείο σχετικό με την αξιολόγηση του οικείου φαρμάκου είναι συνημμένο στην αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχομένων αρνητικών πληροφοριών για το προϋόν. Επιπλέον, για να μπορεί να αξιολογηθεί κατά τρόπον συνεχή η σχέση ωφελείας-κινδύνου, μετά τη χορήγηση ΑΚΑ, κάθε στοιχείο που μεταβάλλει το περιεχόμενο του φακέλλου, κάθε νέα πληροφορία που δεν βρίσκεται στον αρχικό φάκελλο και όλες οι εκθέσεις φαρμακοεπαγρύπνησης διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές (βλ. κατωτέρω υποσημείωση 25 και το αντίστοιχο μέρος των διατάξεων).
4 Η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση ΑΚΑ παρά μόνον όταν, μετά την εξέταση της σχετικής αιτήσεως, διαπιστώνει ότι: α) οι πληροφορίες και τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτών δεν έχουν κανονικό και πλήρη χαρακτήρα· β) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα είναι βλαπτικό υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως· γ) το θεραπευτικό αποτέλεσμα του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος ελλείπει ή είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο από τον αιτούντα, ή ακόμη δ) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα δεν έχει τη δηλωθείσα ποιοτική και ποσοτική σύνθεση (βλ. άρθρα 5 και 21 της οδηγίας). Η ΑΚΑ ισχύει για πέντε έτη και μπορεί να ανανεώνεται ανά πενταετείς περιόδους κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου η οποία υποβάλλεται τουλάχιστον τρείς μήνες πριν από τη λήξη της ισχύος (βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1). ςΟπως διευκρινίζεται στο άρθρο 9 της οδηγίας, η χορήγηση ΑΚΑ δεν αποκλείει την κατά το κοινό δίκαιο ευθύνη του παραγωγού και, ενδεχομένως, του υπευθύνου για τη θέση σε κυκλοφορία.
5 Το άρθρο 11 της οδηγίας (σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 21) προβλέπει επιπλέον ότι μία ήδη χορηγηθείσα ΑΚΑ μπορεί να ανασταλεί ή να ανακληθεί μόνον για έναν από τους ακόλουθους λόγους: α) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα αποδείχθηκε ότι είναι επιβλαβές υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως, ή β) δεν επιτρέπει την επίτευξη θεραπευτικών αποτελεσμάτων ή γ) δεν έχει τη δηλωθείσα από τον αιτούντα ποιοτική και ποσοτική σύνθεση, ή δ) οι περιλαμβανόμενες στον φάκελλο πληροφορίες είναι εσφαλμένες ή δεν τροποποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 9α (σχετικά με την προσαρμογή των μεθόδων παρασκευής και ελέγχου στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο), ή ακόμη ε) οι έλεγχοι επί των συστατικών, των ενδιαμέσων προϋόντων και των τελικών προϋόντων δεν διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις αναφερόμενες από τον αιτούντα μεθόδους.
ςΟπως θα δούμε λεπτομερέστερα (βλ. κατωτέρω σημείο 10), η παρούσα διαφορά έχει ως αντικείμενο ακριβώς την ανάκληση της ΑΚΑ ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος. Πάντως, εν προκειμένω, η ανάκληση παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι διατάχθηκε από την αρμόδια εθνική αρχή κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου της ΑΚΑ, αιτιολογούμενης από επιτακτικές απαιτήσεις προστασίας της δημόσιας υγείας. Ειδικότερα, η διαφορά της κυρίας δίκης αναφέρεται στο κατά πόσο η ανάκληση της αρχικής ΑΚΑ μπορεί να θίξει την ελευθερία που αναγνωρίζεται στους επιχειρηματίες που είναι εκτός του επισήμου κυκλώματος διανομής του δικαιούχου της ΑΚΑ να εισάγουν διά παράλληλης οδού μια παραλλαγή του προϋόντος από άλλα κράτη μέλη στα οποία η παραλαγή αυτή πωλείται σε τιμές κατώτερες από εκείνες που ισχύουν στο κράτος μέλος εισαγωγής.
6 ςΟπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 20ής Μαου 1976, 104/75, De Peijper, η ελευθερία παράλληλης εισαγωγής φαρμάκων που έχουν νομίμως τεθεί σε κυκλοφορία αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο, αν και στα κράτη μέλη ισχύουν συστήματα ΑΚΑ που παράγουν αποτελέσματα περιοριζόμενα στο εθνικό έδαφος. Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι συχνά παράλληλοι εισαγωγείς είναι σε θέση να προσφέρουν το εμπόρευμα σε τιμή κατώτερη από την εφαρμοζόμενη για το ίδιο προϋόν από τον αναγωρισμένο εισαγωγέα «θα έπρεπε ενδεχομένως να ωθεί τις υγειονομικές αρχές να μην περιάγουν τις παράλληλες εισαγωγές σε μειονεκτική θέση, δεδομένου ότι η αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων απαιτεί επίσης να πωλούνται τα φάρμακα σε εύλογες τιμές» (7). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των φαρμάκων, η ανάγκη προστασίας της υγείας των ανθρώπων έχει διπλό περιεχόμενο. Αφενός, μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή στα εθνικά συστήματα ΑΚΑ, τα οποία συνιστούν εθνικά μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 30 ΕΚ) (8), όσον αφορά την απαγόρευση τέτοιων μέτρων που εισάγεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ). Αφετέρου, όταν πρόκειται να εξεταστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω παρεκκλίσεως, και ιδίως η προϋπόθεση κατά την οποία απαιτείται το εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές που προκύπτει από το περιοριστικό εθνικό μέτρο να περιορίζεται στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται από το γενικό συμφέρον για την προστασία της υγείας των ανθρώπων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η προστασία του συμφέροντος αυτού μπορεί να επιδιώκεται αποτελεσματικά από τα κράτη μέλη ακριβώς με την εξασφάλιση της ελευθερίας των επιχειρηματιών να ασκούν έντονο ανταγωνισμό επί των τιμών με τις παράλληλες εισαγωγές.
7 Στην υπόθεση De Peijper, ο εισαγγελέας της περιφέρειας του Rotterdam είχε ασκήσει ποινική δίωξη για παράβαση της ολλανδικής υγειονομικής νομοθεσίας κατά μη αναγνωρισμένου εισαγωγέα ορισμένων φαρμάκων, ο οποίος διέθετε τα φάρμακα αυτά στην αγορά χωρίς να διαθέτει τον φάκελλο (που αφορούσε γενικώς τα φάρμακα) ούτε τα αποκαλούμενα πρωτόκολλα (πρακτικά ελέγχου σχετικά με κάθε παρτίδα εισαγομένου εμπορεύματος) που αφορούσαν τα εν λόγω προϋόντα. Ο κατηγορούμενος, διευθυντής εταιρίας που είχε αγοράσει τα φάρμακα από Βρεταννό χονδρέμπορο, ισχυρίστηκε προς υπεράσπισή του ότι δεν είχε κατορθώσει να λάβει τα απαιτούμενα από την ολλανδική νομοθεσία έγγραφα ούτε από τον παρασκευαστή των φαρμάκων ούτε από τον αναγνωρισμένο εισαγωγέα στις Κάτω Ξώρες (9). Απαντώντας στα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής ο ειρηνοδίκης του Rotterdam (10), το Δικαστήριο έκρινε καταρχάς ότι είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 30 της Συνθήκης μια εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που οδηγεί στην καθοδήγηση των εισαγωγών κατά τρόπο που να αποβαίνει μόνον υπέρ ορισμένων επιχειρηματιών. Το Δικαστήριο ερμήνευσε στη συνέχεια το άρθρο 36 της Συνθήκης υπό την έννοια ότι «δεν μπορεί να γίνει επίκλησή του για να δικαιολογηθούν [εθνικές] ρυθμίσεις ή πρακτικές, έστω χρήσιμες, των οποίων τα περιοριστικά στοιχεία οφείλονται όμως κυρίως στην προσπάθεια περιορισμού της επιβαρύνσεως της διοικήσεως και των δημοσίων δαπανών, εκτός αν, στην περίπτωση ελλείψεως αυτών των ρυθμίσεων ή πρακτικών, αυτή η επιβάρυνση και αυτές οι δαπάνες υπερέβαιναν ουσιωδώς τα όρια αυτού που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί» (11). Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, ενόψει πραγματικής καταστάσεως όπως η εκτιθέμενη στο πρώτο ερώτημα του ολλανδικού δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 10), η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται από κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική η οποία εξαρτά τη χορήγηση ΑΚΑ φαρμάκου από την προϋπόθεση να υποβάλλει ο παράλληλος εισαγωγέας στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εισαγωγής τα ίδια έγγραφα με εκείνα που είχαν ήδη κατατεθεί από τον κατασκευαστή ή τον αναγνωρισμένο εισαγωγέα, διότι σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι αυτοί θα είχαν πράγματι τη δυνατότητα να μονοπωλήσουν την εισαγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο του εν λόγω φαρμάκου, αρνούμενοι να προσκομίσουν τα έγγραφα σχετικά με φαρμακευτικό προϋόν γενικώς ή σχετικά με συγκεκριμένη παρτίδα του φαρμάκου αυτού. Εθνικό μέτρο όπως αυτό της συγκεκριμένης περιπτώσεως θα μπορούσε αντίθετα να τύχει της προβλεπόμενης στο άρθρο 36 Συνθήκης εξαιρέσεως αν αποδεικνύεται σαφώς ότι κάθε άλλο μέτρο θα υπερέβαινε προφανώς τα εύλογα μέσα μιας διοικήσεως που λειτουργεί κανονικά (12). Τέλος, όπως προκύπτει από το σημείο 3 του διατακτικού της αποφάσεως De Peijper, οι προμνημονευθείσες αρχές εφαρμόζονται σε κάθε μία από τις διαδικασίες χορηγήσεως άδειας οι οποίες ενδεχομένως καθίστανται αναγκαίες όταν από τις πληροφορίες και τα έγγραφα που έχουν προσκομισθεί από τον κατασκευαστή ή τον αναγνωρισμένο αντιπρόσωπό του προκύπτει: i) ότι περισσότερες παραλλαγές ενός φαρμακευτικού προϋόντος έχουν παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο υπό την ίδια ονομασία σε διάφορα κράτη μέλη και ότι ii) οι διαφορές μεταξύ της μιας και της άλλης παραλλαγής ως προς τη διαδικασία παρασκευής ή την ποιοτική και ποσοτική σύνθεση του προϋόντος έχουν επίπτωση στις θεραπευτικές του ιδιότητες. Κατά το Δικαστήριο, μόνον σε τέτοια περίπτωση «θα δικαιολογείται η μεταχείριση των παραλλαγών ως διαφορετικών φαρμάκων για τη χορήγηση της αδείας κυκλοφορίας στην αγορά και για την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων» (13).
8 Μετά την απόφαση De Peijper, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση οδηγίας σχετικά με τις παράλληλες εισαγωγές φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (14). Θεωρώντας πάντως μη πιθανή την υιοθέτηση της προτάσεως από το Συμβούλιο, ιδίως κατόπιν των αντιρρήσεων που διατυπώθηκαν από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και της αρνητικής ψήφου του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου στις 16 Οκτωβρίου 1981, η Επιτροπή αποφάσισε στη συνέχεια να αποσύρει την εν λόγω πρόταση. Οι αρχές που ενέπνευσαν την πρόταση αυτή αποτέλεσαν εντούτοις αντικείμενο δημοσιεύσεως υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών προοριζόμενων για τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες (15). Θεώρησα ενδιαφέρον να υπομνήσω εν προκειμένω την πρωτοβουλία αυτή της Επιτροπής διότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η Medicines Control Agency (στο εξής: MCA), δηλαδή ο εκτελεστικός οργανισμός στον οποίο έχουν παραχωρηθεί οι κανονιστικές αρμοδιότητες της Licensing Authority (υπηρεσίας χορηγήσεως των αδειών) που συστάθηκε με την Medicines Act 1968, βασίστηκε σημαντικά στην εν λόγω ανακοίνωση το 1984, όταν διατύπωσε με τη σειρά της κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο υποβολής των αιτήσεως ΑΚΑ φαρμάκων εισαγομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο διά της παράλληλης οδού (16).
9 Στην MAL 2 (PI), η «παράλληλη εισαγωγή» ορίζεται ως ενέργεια πληρούσα δύο απαιτήσεις: το σχετικό προϋόν καλύπτεται από ΑΚΑ εντός του Ηνωμένου Βασιλείου και ο αιτών επιδιώκει να εισαγάγει από άλλο κράτος μέλος παραλλαγή του προϋόντος αυτού καλυπτομένη ήδη από ΑΚΑ χορηγηθείσα εντός άλλου κράτους μέλους. Σε τέτοια περίπτωση, η MCA εφαρμόζει απλοποιημένη διαδικασία, η οποία γενικώς είναι ταχύτερη από τη διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία, στο πλαίσιο της οποίας ο αιτών ΑΚΑ για παραλλήλως εισαγόμενα φάρμακα [που συμφωνήθηκε να αποκαλείται Product License (Parallel Import)· στο εξής «PL (PI)»] οφείλει να παράσχει λιγότερες πληροφορίες από τις απαιτούμενες για αίτηση υποβαλλόμενη βάσει της οδηγίας. Για να υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, το οικείο φαρμακευτικό προϋόν πρέπει να πληροί πολλές προϋποθέσεις, μία από τις οποίες είναι να έχει παρασκευασθεί από ή με την έγκριση του κατασκευαστή του προϋόντος που καλύπτεται από ΑΚΑ χορηγηθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο ή από μέλος του ιδίου ομίλου εταιριών (17).
10 Το Δικαστήριο εξέδωσε και άλλη σημαντική απόφαση σχετικά με την παράλληλη εισαγωγή φαρμακευτικών προϋόντων το 1996, ήτοι κάτι περισσότερο από 20 έτη μετά την απόφαση De Peijper. Το High Court of Justice (το ίδιο δηλαδή δικαιοδοτικό όργανο που υπέβαλε εν προκειμένω τα προδικαστικά ερωτήματα) είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να του παράσχει τα αναγκαία ερμηνευτικά στοιχεία σχετικά με την οδηγία καθώς και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την ΑΚΑ φαρμακευτικών προϋόντων, ενόψει της επιλύσεως των διαφορών μεταξύ, αφενός, της εταιρίας Smith & Nephew Pharmaceuticals (στο εξής: S & N) και της MCA και της ανταγωνίστριας εταιρίας Primecrown και, αφετέρου, μεταξύ της Primecrown και της MCA (18). Οι διαφορές αυτές είχαν ως αιτία τη χορήγηση στην Primecrown, τον Αύγουστο του 1993, αδείας PL (PI) για φαρμακευτικό προϋόν παρασκευαζόμενο στο Βέλγιο, όπου αυτό καλυπτόταν από ΑΚΑ. Το βελγικής προελεύσεως προϋόν είχε την ίδια ονομασία και παρασκευαζόταν με την έγκριση της ίδιας εταιρίας που είχε εγκρίνει προϋόν για το οποίο η εταιρία S & N ήταν κάτοχος ΑΚΑ για το Ηνωμένο Βασίλειο από τον Ιανουάριο του 1991 (19). Επειδή η άδεια PL (PI) είχε χορηγηθεί στην Primecrown με την εσφαλμένη υπόθεση ότι μεταξύ των εταιριών S & N και Marion Merrell Dow Belgium υπήρχε η σχέση που προβλέπεται για την εφαρμογή της απλοποιημένης διαδικασίας (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 17 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου), η άδεια ανακλήθηκε στη συνέχεια από την MCA μετά τη διαπίστωση της πλάνης. Το Δικαστήριο επεσήμανε καταρχάς ότι η υποχρέωση προσκομίσεως, από τον αιτούντα ΑΚΑ, των πληροφοριών και των εγγράφων που προβλέπει η οδηγία για τον έλεγχο του αποτελεσματικού και αβλαβούς χαρακτήρα ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος δικαιολογείται για φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που διατίθενται για πρώτη φορά στην αγορά. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση τέτοιας υποχρεώσεως από αρμόδια αρχή κράτους μέλους για την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος που καλύπτεται ήδη από ΑΚΑ σε άλλο κράτος μέλος και του οποίου η εισαγωγή στο πρώτο κράτος μέλος συνιστά παράλληλη εισαγωγή σε σχέση προς προϋόν που καλύπτεται ήδη από άλλη ΑΚΑ (20). Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε μια κατάσταση όπως αυτή της προκειμένης περιπτώσεως - στην οποία το παρασκευαζόμενο στο κράτος εισαγωγής φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα και το παραλλήλως εισαγόμενο, αν και παράγονται κατόπιν αδείας από ανεξάρτητες εταιρίες, έχουν κοινή αρχική προέλευση από την ίδια εταιρία που παραχώρησε την άδεια - θα έπρεπε να εφαρμοσθεί η νομολογία De Peijper (βλ. ανωτέρω σημείο 7), διότι, σε διαφορετική περίπτωση, τέτοιες συμφωνίες περί χορηγήσεως αδείας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στεγανοποίηση των εθνικών αγορών των διαφόρων κρατών μελών (21). οΟπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 26 της αποφάσεως, η νομολογία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνον όταν το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που καλύπτεται από αρχική ΑΚΑ στο κράτος μέλος εισαγωγής και το παραλλήλως εισαγόμενο ιδιοσκεύασμα είναι καθόλα όμοια, αλλά επίσης όταν τα δύο φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα «παρασκευάστηκαν τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο τύπο και με τη χρήση του ίδιου ενεργού συστατικού και, επιπλέον, έχουν τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα». Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους - όταν διαπιστώσει ότι ένα φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που καλύπτεται από ΑΚΑ σε άλλο κράτος μέλος και ένα ιδιοσκεύασμα για το οποίο έχει ήδη χορηγήσει ΑΚΑ, και τα δύο δε παρασκευάζονται από ανεξάρτητες εταιρίες κατόπιν συμφωνιών συναφθεισών με την ίδια εξουσιοδοτήσασα εταιρία, χωρίς να είναι καθόλα όμοια, παρασκευάστηκαν τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο τύπο και με τη χρήση του ίδιου ενεργού συστατικού και, επιπλέον, έχουν τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα - πρέπει να θεωρήσει ότι το εισαγόμενο προϋόν καλύπτεται από την εν λόγω ΑΚΑ. Η υποχρέωση αυτή παύει να υφίσταται μόνον αν συντρέχουν λόγοι αποτελεσματικής προστασίας της ζωής και της υγείας των ανθρώπων. Στην περίπτωση κατά την οποία, αντιθέτως, η αρμόδια εθνική αρχή διαπιστώσει ότι το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα του οποίου ζητείται η παράλληλη εισαγωγή δεν πληροί τα προμνημονευθέντα κριτήρια - και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ήδη διατεθέν στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής -, θα είναι αναγκαία η νέα ΑΚΑ, η οποία θα μπορεί να χορηγηθεί κατόπιν τηρήσεως των προϋποθέσεων που τίθενται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας (22).
11 Σε αυτό το κανονιστικό και νομολογιακό πλαίσιο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν εν προκειμένω. Θα αναφερθώ στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπως εκτίθενται από το αιτούν δικαστήριο. Το 1989 και το 1993, η MCA χορήγησε στην εταιρία May & Baker (στο εξής: M & B) πέντε συνολικά ΑΚΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο (23) για το ιδιοσκεύασμα zopiclone, μια υπνωτική ουσία χρησιμοποιούμενη για την βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση της αϋπνίας, διατιθέμενη στο εμπόριο στα περισσότερα κράτη μέλη υπό το σήμα Imovane και στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την επωνυμία Zimovane. Με συμφωνία συναφθείσα το 1992, η M & B όρισε την εταιρία Rhτne-Poulenc Rorer (στο εξής: RPR) ως αντιπρόσωπό της για την παρασκευή και τη διάθεση στο εμπόριο ορισμένου αριθμού προϋόντων μεταξύ των οποίων και του Zimovane. Το 1996, η RPR παρασκεύασε, ύστερα από τρία και πλέον έτη ερευνών συνολικού κόστους 1 500 000 UKL περίπου, μια νέα παραλλαγή του Zimovane η οποία παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα για τη δημόσια υγεία, όπως περιγράφεται στο εμπιστευτικό παράρτημα της διατάξεως περί παραπομπής (στο εξής: εμπιστευτικό παράρτημα). Το «νέο Zimovane» περιλαμβάνει τα ίδια ενεργά συστατικά και έχει τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα με το «παλαιό Zimovane», αλλά παρασκευάζεται βάσει διαφορετικής διαδικασίας και με άλλα έκδοχα (το έκδοχο είναι αδρανής ουσία χρησιμοποιούμενη ως διαλύτης ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος). Ενόψει της διαθέσεως στο εμπόριο της νέας παραλλαγής του προϋόντος στο Ηνωμένο Βασίλειο, η RPR επέτυχε τον Ιούλιο του 1996, αφού έθεσε στη διάθεση της MCA τις πληροφορίες και τα έγγραφα που προβλέπει η οδηγία, την τροποποίηση δύο αδειών (0012/0259 και 0012/0260) οι οποίες μέχρι τότε έμειναν αχρησιμοποίητες. Κατόπιν αιτήσεως της RPR, η MCA ανακάλεσε επιπλέον την άδεια 0012/0162 βάσει της οποίας διετίθετο στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου η παλαιά παραλλαγή του Zimovane, και τις (μη χρησιμοποιηθείσες) άδειες 0012/0163 και 0012/0164. Από 1ης Αυγούστου 1996, η RPR έπαυσε επομένως να διαθέτει στην αγορά, απευθείας ή κατόπιν αδείας, την παλαιά παραλλαγή του Zimovane στο Ηνωμένο Βασίλειο και διαθέτει πλέον στο εμπόριο μόνον τη νέα παραλλαγή σε δισκία των 3,75 mg ή των 7,5 mg. Η παλαιά παραλλαγή του Zimovane εξακολουθεί απεναντίας να διατίθεται στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη (με εξαίρεση την Πορτογαλία). Πάντως, φαίνεται ότι η RPR έχει την πρόθεση να αντικαταστήσει την παλαιά παραλλαγή του ιδιοσκευάσματος με τη νέα, όπως αυτό συνέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο μέτρο και κατά τον ρυθμό που η διάθεση στην αγορά της νέας παραλλαγής του Zimovane θα επιτραπεί από τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών (24). H PRP θεωρεί ότι θα είχε διαπράξει ποινικό αδίκημα αν είχε διανείμει στην αγορά τη νέα παραλλαγή του Zimovane βάσει μιας από τις άδειες που ίσχυαν για την παλαιά παραλλαγή ή αν είχε διαθέσει στο εμπόριο την παλαιά παραλλαγή του Zimovane βάσει της ΑΚΑ του νέου προϋόντος.
12 Σύμφωνα με το σημείο 12 της MAL 2 (PI) (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 16), επτά άδειες παράλληλης εισαγωγής της παλαιάς παραλλαγής του Zimovane στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες είχαν χορηγηθεί προηγουμένως σε πέντε επιχειρηματίες, έπαυσαν να ισχύουν από τις 31 Ιουλίου 1996 λόγω της ανακλήσεως της «μητρικής» ΑΚΑ στην οποία προέβη η MCA κατόπιν αιτήσεως της RPR (βλ. ανωτέρω σημείο 12). Κατόπιν κοινοποιήσεως εκ μέρους της MCA [κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του σημείου 21 της MAL 2 (PI)], οι κάτοχοι των εν λόγω αδειών ζήτησαν συνεπώς τις αναγκαίες τροποποιήσεις ώστε να «συνδεθούν» οι εν λόγω άδειες με μια ισχύουσα ΑΚΑ αναφοράς, ήτοι την ΑΚΑ 0012/0259. Η απόφαση της MCA να χορηγήσει ή να διατηρήσει σε ισχύ, σύμφωνα με την απλουστευμένη διαδικασία, τις επτά άδειες για την παλαιά παραλλαγή του Zimovane (σε δισκία των 7,5 mg) αποτελεί μία από τις δύο πράξεις κατά των οποίων στρέφεται η RPR στην κυρία δίκη. Η δεύτερη προσβαλλόμενη από την RPR πράξη είναι η απόφαση της MCA να χορηγήσει σε τρείς άλλους επιχειρηματίες, σύμφωνα πάντοτε με τη διαδικασία MAL 2 (PI), αντίστοιχο αριθμό αδειών παράλληλης εισαγωγής της παλαιάς παραλλαγής του Zimovane (σε δισκία των 7,5 mg) στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Ισπανία.
13 Για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, το High Court of Justice θεωρεί αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των ακολούθων ερμηνευτικών ζητημάτων:
«1) Δύναται ένα πρόσωπο που επιδιώκει να εισαγάγει από το κράτος μέλος Α και να θέσει σε κυκλοφορία το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ στην αγορά του κράτους μέλους Β να ζητήσει και να λάβει, χωρίς να έχει συμμορφωθεί προς τις προϋποθέσεις της οδηγίας του Συμβουλίου 65/65/ΕΟΚ (όπως έχει τροποποιηθεί), από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους Β, άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (ΑΚΑ) σε περίπτωση που:
α) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ καλύπτεται από ΑΚΑ εκδοθείσα εντός του κράτους μέλους Α και καλυπτόταν από ΑΚΑ έχουσα παύσει να παράγει τα αποτελέσματά της εντός του κράτους μέλους Β, και
β) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ περιέχει τα ίδια ενεργά συστατικά και έχει τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα με το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Υ, χωρίς όμως να έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με τον ίδιο τύπο, και
γ) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Υ καλύπτεται από ΑΚΑ εκδοθείσα εντός του κράτους μέλους Β, χωρίς όμως να καλύπτεται από αντίστοιχη άδεια εκδοθείσα εντός του κράτους μέλους Α, και
δ) οι μνημονευόμενες ανωτέρω υπό τα σημεία αα και γγ ΑΚΑ χορηγήθηκαν σε διάφορες εταιρίες του ιδίου ομίλου, στον οποίο ανήκουν επίσης οι παρασκευστές των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων Ξ και Υ, και
ε) οι εταιρίες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με αυτόν του κατόχου της ΑΚΑ για το προϋόν Ξ εξακολουθούν να παρασκευάζουν και να διαθέτουν στο εμπόριο το προϋόν αυτό εντός άλλων, εκτός του κράτους μέλους Β, κρατών μελών;
2) Σε ποιο βαθμό επηρεάζει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα το γεγονός ότι:
α) η ΑΚΑ για το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ έπαυσε να ισχύει στο κράτος μέλος Β κατόπιν σχετικής εκούσιας παραιτήσεως του προσώπου στο οποίο είχε αυτή χορηγηθεί, και/ή
β) ο τύπος του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος Y εξελίχθηκε και εισήχθη προκειμένου να παρασχεθεί στη δημόσια υγεία όφελος το οποίο το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ (που είχε παρασκευαστεί βάσει διαφορετικού τύπου) δεν παρέχει, και/ή
γ) αυτό το όφελος για τη δημόσια υγεία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν τα προϋόντα Ξ και Υ κυκλοφορούσαν ταυτοχρόνως στην αγορά του κράτους μέλους Β, και/ή
δ) οι διαφορές όσον αφορά τον τύπο παρασκευής μεταξύ των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων Ξ και Υ είναι τέτοιες ώστε κανένα από τα αυτά δεν θα μπορούσε να κυκλοφορεί μονίμως στην αγορά βάσει της ΑΚΑ που ισχύει για το έτερο, και/ή
ε) η αρμόδια αρχή έχει στη διάθεσή της κατάλληλα στοιχεία που επιβάλλονται από την οδηγία 65/65, όσον αφορά τόσο το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ όσο και το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Υ, και/ή
στ) η αρμόδια αρχή εκτιμά ότι η απαγόρευση εισαγωγής του προϋόντος Ξ από το κράτος μέλος Α θα είχε ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση της αγοράς, και/ή
ζ) η αρμόδια αρχή εκτιμά ότι δεν υφίσταται λόγος κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ, που να δικαιολογεί την απαγόρευση εισαγωγής και πωλήσεως του προϋόντος Ξ;»
II - Τα επιχειρήματα που προέβαλαν στις παρατηρήσεις τους οι διάδικοι της κύριας δίκης καθώς και τα κράτη μέλη και η Επιτροπή
14 Η RPR υποστηρίζει ότι οι κοινοτικές διατάξεις περί παράλληλης εισαγωγής φαρμάκων εφαρμόζονται μόνον εφόσον το οικείο προϋόν καλύπτεται από άδειες που ισχύουν συγχρόνως στο κράτος μέλος εξαγωγής και στο κράτος μέλος εισαγωγής. Κατά την άποψη των προσφευγουσών στην κύρια δίκη, η προσφυγή στη διαδικασία MAL 2 (PI) για την άδεια των εισαγωγών στο Ηνωμένο Βασίλειο της παλαιάς παραλλαγής του Zimovane μετά την 31η Ιουλίου 1996 ήταν παράνομη. Πράγματι, αφενός, η «μητρική» ΑΚΑ της παλαιάς παραλλαγής του προϋόντος είχε αποσυρθεί και, αφετέρου, δεν πληρούνταν επίσης το κριτήριο της «παρασκευής σύμφωνα με τον ίδιο τύπο» που είχε θέσει το Δικαστήριο με την απόφαση Smith & Nephew και Primecrown, κατά το οποίο ένα εισαγόμενο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα μπορεί να τύχει του ευεργετήματος της απλουστευμένης διαδικασίας δυνάμει αρχικής ΑΚΑ χορηγηθείσας για παρόμοιο προϋόν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εισαγωγής. Η RPR υποστηρίζει ότι η παλαιά και η νέα παραλλαγή του Zimovane δεν παρασκευάζονται σύμφωνα με τον ίδιο τύπο. Προβάλλει ότι η έννοια αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως συνώνυμη της «συνταγής» και περιλαμβάνει τόσο τα ενεργά συστατικά όσο και τα έκδοχα. Η MCA όφειλε κατά συνέπεια να απαιτήσει από τους παράλληλους εισαγωγείς την προσκόμιση πλήρους φακέλου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται και διέπεται από την οδηγία.
15 Η RPR προσθέτει ότι η απόφασή της να διανείμει στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνον τη νέα παραλλαγή του Zimovane και να εγκαταλείψει τις ΑΚΑ σχετικά με την παλαιά παραλλαγή δεν είχαν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την τεχνητή στεγανοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Η προτεραιότητα που δόθηκε στην εισαγωγή της νέας παραλλαγής του Zimovane στο Ηνωμένο Βασίλειο εξηγείται από την ανάγκη να επιτευχθεί καταρχάς σ' αυτό το κράτος μέλος το πλεονέκτημα για τη δημόσια υγεία που περιγράφεται στο εμπιστευτικό παράρτημα. Το πλεονέκτημα αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν η παλαιά και η νέα παραλλαγή του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος ήταν συγχρόνως διαθέσιμες στη βρετανική αγορά.
16 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι, υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, η MCA ήταν υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης, να επιτρέψει την παράλληλη εισαγωγή της παλαιάς παραλλαγής του Zimovane στη βρετανική αγορά. Πράγματι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθούν οι δύο παραλλαγές του προϋόντος ως διαφορετικά φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, πράγμα που θα συνεπήγετο την ανάγκη για τους παράλληλους εισαγωγείς της παλαιάς παραλλαγής του Zimovane να λάβουν ΑΚΑ κατά την έννοια της οδηγίας, αν υποτεθεί ότι αυτό θα ήταν πράγματι δυνατόν (λαμβανομένης υπόψη της ανυπέρβλητης δυσχέρειας που παρουσιάζουν οι δοκιμασίες χημικής, φαρμακευτικής και βιολογικής φύσεως που ορίζει η οδηγία). Το παλαιό και το νέο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, παρασκευαζόμενα από τον ίδιο όμιλο εταιριών, συνιστούν από θεραπευτική άποψη, υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως, ισοδύναμες παραλλαγές ενός προϋόντος που έχει κοινή καταγωγή και το ίδιο ενεργό συστατικό (ήτοι τη ζοπικλόνη). Η μεταβολή των εκδόχων ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος είναι γενικώς ουδέτερη από την άποψη των θεραπευτικών επιπτώσεων. Αν και δέχονται ότι οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη δεν προσπάθησαν εσκεμμένα να απομονώσουν τη βρετανική αγορά από το υπόλοιπο της κοινοτικής αγοράς, οι βρετανικές αρχές προβάλλουν ότι η ηθελημένη εγκατάλειψη της ΑΚΑ της παλαιάς παραλλαγής του Zimovane θα είχε ακριβώς ως αποτέλεσμα τέτοια στεγανοποίηση αν γίνονταν δεκτά τα επιχειρήματα της RPR.
17 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει τέλος ότι το γενικό συμφέρον επί της προστασίας της δημοσίας υγείας, και αν ακόμη γινόταν αντιληπτό υπό την έννοια που επικαλείται η RPR και περιγράφεται στο εμπιστευτικό παράρτημα, δεν απαιτεί την επιβολή δρακόντειου μέτρου όπως η πλήρης απαγόρευση των παράλληλων εισαγωγών της παλαιάς παραλλαγής του εν λόγω προϋόντος. Παρά την τυπική ανάκληση της «μητρικής» αδείας, η MCA έχει στη διάθεσή της το σύνολο των στοιχείων, εγγράφων και λεπτομερειών που ορίζει το άρθρο 4 της οδηγίας για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας και του αβλαβούς χαρακτήρα του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος το οποίο προορίζεται για παράλληλη εισαγωγή. Η MCA επιβεβαιώνει ότι έλαβε τα στοιχεία αυτά από την RPR στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως της ΑΚΑ για τη νέα παραλλαγή του εν λόγω προϋόντος το οποίο περιλαμβάνει τα ίδια ενεργά συστατικά και έχει τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα.
18 Η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή προέβαλαν στο Δικαστήριο επιχειρήματα κατ' ουσίαν ανάλογα προς εκείνα της RPR. Η Επιτροπή υποστηρίζει ιδίως ότι η υποτιθέμενη διαθεσιμότητα, στην MCA, των σχετικών πληροφοριών για τις δύο παραλλαγές του Zimovane (βλ. ανωτέρω σημείο 17), αν υπήρχε κατά τον χρόνο της ανακλήσεως των ΑΚΑ αναφορικά με την παλαιά παραλλαγή, εξέλιπε εντούτοις συν τω χρόνω. Από 1ης Αυγούστου 1996, η RPR δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να παρέχει στην MCA, σε τακτά χρονικά διαστήματα ή στα πλαίσια αιτήσεως ανανεώσεως μιας ΑΚΑ, τις πληροφορίες σχετικά με την παλαιά παραλλαγή του Zimovane που προβλέπονται από τις διατάξεις περί φαρμακοεπαγρυπνήσεως (βλ. άρθρο 29δ της οδηγίας 75/319 και άρθρο 10 της οδηγίας 65/65 (25). Αφετέρου, οι παράλληλοι εισαγωγείς δεν υπόκεινται επίσης σε τέτοιες υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από το ζήτημα αν οι επιχειρηματίες αυτοί διαθέτουν στην πραγματικότητα τα σχετικά στοιχεία. Η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι η MCA δεν είναι πλέον σε θέση να αξιολογήσει την ασφάλεια της παραλλαγής του ιδιοσκευάσματος που εισάγεται παράλληλα στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει των επιστημονικών δεδομένων. Οι βρετανικές αρχές αντιτείνουν ότι η τήρηση των απαιτήσεων της φαρμακοεπαγρυπνήσεως που αναφέρει η Επιτροπή θα μπορούσε να εξασφαλισθεί: i) με την υποχρέωση της RPR να παράσχει επίκαιρες πληροφορίες όσον αφορά τη νέα παραλλαγή του Zimovane, ή ii) και αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι οι δύο παραλλαγές του ιδιοσκευάσματος αποτελούν διαφορετικά προϋόντα, μέσω της συνεργασίας με τις λοιπές εθνικές αρχές, σύμφωνα με την αρχή που έθεσε το Δικαστήριο στη σκέψη 27 της αποφάσεως De Peijper, η οποία διευκολύνει την πρόσβαση στα έγγραφα και στα στοιχεία που προσκομίζονται από την RPR ή από άλλες εταιρίες του ομίλου της για την παλαιά παραλλαγή στα κράτη μέλη εντός των οποίων αυτή διατίθεται ακόμη στο εμπόριο βάσει ισχύουσας ΑΚΑ.
III - Νομική ανάλυση
19 Η παρούσα υπόθεση έχει κατά την άποψή μου μια σημαντική ιδιαιτερότητα η οποία τη διακρίνει τόσο από τις δύο προηγούμενες υποθέσεις που ήδη επανειλημμένα αναφέραμε όσο και από όλες σχεδόν τις υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με την ελέυθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Πράγματι, εν προκειμένω, η ίδια η διοίκηση του κράτους υποστηρίζει ότι ορισμένο μέτρο που ζητεί ένας επιχειρηματίας είναι υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ εφόσον εμποδίζει τις παράλληλες εισαγωγές. Πρόκειται για την απόφαση να εξαρτηθεί από την υποβολή αιτήσεως σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας η χορήγηση αδείας παράλληλης εισαγωγής ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος για το οποίο δεν υπάρχει πλέον «μητρική» ΑΚΑ στο κράτος μέλος εισαγωγής. Ο αντίδικος ιδιώτης υποστηρίζει ότι η λήψη του εν λόγω μέτρου επιβάλλεται για λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ. Η ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων που μας απασχολούν δεν μπορεί επιπλέον να παραβλέψει την ιδιαιτερότητα του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος (26), λόγω της οποίας, όπως επανειλημμένα επισήμανα, η εγγυημένη από τη Συνθήκη ελεύθερη κυκλοφορία δεν εφαρμόζεται άνευ όρων σε εμπορεύματα αυτού του είδους. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, «στο παρόν στάδιο εναρμονίσεως, ελλείψει κοινοτικής διαδικασίας εγκρίσεως ή αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εθνικών εγκρίσεων (27), επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαγορεύουν άνευ ετέρου την επί του εδάφους τους εμπορία φαρμάκων τα οποία δεν είναι εγκεκριμένα από την αρμόδια εθνική τους αρχή» (28). Το Δικαστήριο δικαιολόγησε τη θέση αυτή με το ότι απόκειται στα κράτη μέλη, εντός των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη, να αποφασίζουν για το επίπεδο προστασίας που επιθυμούν να διασφαλίσουν όσον αφορά την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων, ειδικότερα για τον βαθμό αυστηρότητας των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται (29). Η αποκλειστική ρυθμιστική αρμοδιότητα των κρατών μελών εκτείνεται, αφετέρου - πάντοτε εντός των ορίων της τηρήσεως των θεμελιωδών αρχών της κοινοτικής έννομης τάξης και λαμβανομένων υπόψη των στόχων που επιδιώκει η οδηγία -, στην ΑΚΑ των παραλλήλως εισαγομένων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων. Πράγματι, ο τελευταίος τομέας δεν αποτέλεσε επίσης αντικείμενο εναρμονίσεως.
20 Μετά τη διευκρίνιση αυτή, θεωρώ καταρχάς χρήσιμο να εξεταστεί αν η οικειοθελής εγκατάλειψη μιας ισχύουσας ΑΚΑ εκ μέρους του κατόχου της μπορεί να θεωρηθεί ή όχι ως σύμφωνη με το σύστημα που εισάγεται με την οδηγία. Πρόκειται για ζήτημα που δεν συζητήθηκε κατ' ουσία στην κύρια δίκη, αλλά που το High Court μνημόνευσε στο δεύτερο ερώτημά του (σημείο αα)· βλ. ανωτέρω σημείο 13, διερωτώμενο αν το ζήτημα αυτό έχει σημασία για την απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος. Η αμφιβολία συναφώς επιτρέπεται λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του άρθρου 21 της οδηγίας, κατά το οποίο: «η άδεια κυκλοφορίας δύναται να μην χορηγηθεί, να ανασταλεί ή να ανακληθεί μόνον για τους λόγους που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία» (η υπογράμμιση είναι του γράφοντος· βλ. ανωτέρω σημεία 4 και 5). Η Επιτροπή ορθά επεσήμανε εξάλλου ότι μια από τις θεμελιώδεις αρχές τις κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί φαρμάκων, στην οποία η έννοια της υποχρεωτικής αδείας είναι παντελώς ξένη, επιβάλλει να παραμένει ο αιτών απολύτως κύριος των αποφάσεών του κατά τη διάρκεια όλης της διαδικασίας χορηγήσεως ΑΚΑ. Ο ενδιαφερόμενος έχει συνεπώς όλη την ευχέρεια να αποφασίσει αν και πότε θα κινήσει διαδικασία αιτήσεως αδείας, να αποσύρει την ήδη υποβληθείσα αίτηση πριν αυτή αποτελέσει αντικείμενο οριστικής αποφάσεως και να ζητήσει ή όχι την ανανέωση μιας ΑΚΑ της οποία λήγει η ισχύς (βλ. άρθρο 10 της οδηγίας). Δεν βλέπω κατά συνέπεια πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο κάτοχος δεν έχει την ευχέρεια να εγκαταλείψει μία ΑΚΑ η οποία εξακολουθεί να ισχύει, ήτοι να εγκαταλείψει μέτρο το οποίο του είναι ευνοϋκό και το οποίο ελήφθη κυρίως προς το συμφέρον του. Θεωρώ κατά συνέπεια ότι ο κανόνας που θέτει το άρθρο 21 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τις περιπτώσεις μιας πραγματικής ανακλήσεως, την οποία διατάσσει η αρμόδια εθνική αρχή αντίθετα προς τη βούληση του κατόχου.
21 Αφού ελέχθησαν τα ανωτέρω, επισημαίνω ότι η ερμηνεία που ζητεί το High Court από το Δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης αφορά κατ' ουσίαν το αν υπό συνθήκες όπως αυτές της προκειμένης περιπτώσεως, η απουσία ουσιωδών διαφορών από την άποψη της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας μεταξύ της παλαιάς και της νέας παραλλαγής του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος αρκεί για την απελευθέρωση των παραλλήλων εισαγωγών από την υποχρέωση παροχής στην αρμόδια εθνική αρχή όλων των πληροφοριών που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας ενόψει του ελέγχου της αποτελεσματικότητα και του αβλαβούς χαρακτήρα του εν λόγω προϋόντος, αν και δεν υπάρχει στο κράτος μέλος εισαγωγής ουδεμία «μητρική» ΑΚΑ ισχύουσα για την παλαιά παραλλαγή. Οι βρετανικές αρχές θεωρούν ότι στην ερώτηση αυτή πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, αυτό δε - όπως διευκρίνισαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - ανεξαρτήτως του ότι η παλαιά παραλλαγή του Zimovane καλυπτόταν προηγουμένως από αρχική βρετανική ΑΚΑ, η οποία έπαυσε πλέον να παράγει αποτελέσματα. Σημαντικό είναι, κατά την άποψη των βρετανικών αρχών, μόνον το γεγονός ότι τα στοιχεία, τα έγγραφα και οι λεπτομέρειες που παρέσχε η RPR σύμφωνα με την οδηγία κατά τη διαδικασία χορηγήσεως της ΑΚΑ για το νέο Zimovane δεν διαφέρουν από εκείνα σχετικά με την παλαιά παραλλαγή για την οποία υπάρχει η πρόθεση παράλληλης εισαγωγής (30). Σύμφωνα εξάλλου με το σημείο 4, στοιχείο δδ, της MAL 2 (PI), αρκεί το προϋόν που αποτελεί αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής να μην παρουσιάζει διαφορές έχουσες επίπτωση επί του θεραπευτικού αποτελέσματος σε σχέση με προϋόν καλυπτόμενο από αρχική ΑΚΑ για το Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 17). Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η θέση αυτή είναι σύμφωνη με το κριτήριο που επιτρέπει να χαρακτηρισθούν οι διάφορες παραλλαγές ενός προϋόντος ως διαφορετικά φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για τη χορήγηση της αδείας διαθέσεως στο εμπόριο, όπως το κριτήριο αυτό καθορίσθηκε από το Δικαστήριο για πρώτη φορά με την απόφαση De Peijper (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 12 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου) και επαναλήφθηκε αργότερα στη σκέψη 22 της αποφάσεως Smith & Nephew και Primecrown. Επιπλέον, κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, το τριπλό κριτήριο που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση Smith & Nephew και Primecrown θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τονίζει τη σημασία του ενεργού συστατικού του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος. Αντίθετα, αν το εν λόγω κριτήριο εφαρμοζόταν εξεταζόμενο μόνο γραμματικά, κάθε ήσσονος σημασίας μεταβολή του τύπου ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος, αν και χωρίς επίπτωση στα θεραπευτικά αποτελέσματα του ιδιοσκευάσματος αυτού, θα μπορούσε ευλόγως να καταλήξει στη διακοπή των παραλλήλων εισαγωγών της προηγούμενης παραλλαγής του εν λόγω προϋόντος. Επιπλέον, κατά την άποψη των βρετανικών αρχών, με την απόφαση Smith & Nephew και Primecrown, το Δικαστήριο δεν θέλησε να καθορίσει κριτήριο γενικής εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις παράλληλης εισαγωγής, αλλά περιορίστηκε να εφαρμόσει στα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης περιπτώσεως τις αρχές που διατύπωσε με την απόφαση De Peijper. Κατά συνέπεια, το εν λόγω κριτήριο εφαρμόζεται μόνον όταν το παραλλήλως εισαγόμενο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα και εκείνο που καλύπτεται από ΑΚΑ στο κράτος μέλος εισαγωγής δεν παρασκευάζονται από εταιρίες ανήκουσες στον ίδιο όμιλο.
22 Πρόκειται για αντιρρήσεις αρκετά σοβαρές και ουσιώδεις. Είναι σημαντικές διότι υπογραμμίζουν τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ μιας καταστάσεως «του τύπου De Peijper» (ομώνυμο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα παρασκευαζόμενο από ένα και μόνον όμιλο εταιριών σε περισσότερα κράτη μέλη, με εθνικές παραλλαγές έχουσες διαφορετικά έκδοχα) και μιας καταστάσεως «του τύπου Smith & Nephew» (ομώνυμο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα παρασκευαζόμενο σε περισσότερα κράτη μέλη, κατόπιν εγκρίσεως του ίδιου παραγωγού, από ανεξάρτητους κατασκευαστές, με εθνικές παραλλαγές έχουσες διαφορετικά έκδοχα) καθώς και τα αποτελέσματα που απορρέουν σε νομικό επίπεδο. Στην πρώτη περίπτωση, μπορούμε ευλόγως να διερωτηθούμε - όπως τότε ο γενικός εισαγγελέας Mayras - «ποιο μπορεί να είναι το συμφέρον ενός κατασκευαστή φαρμακευτικών προϋόντων να διαφοροποιεί ένα φάρμακο που προορίζεται να κυκλοφορήσει με την ίδια ονομασία σε διάφορα κράτη και που θα έπρεπε, από αυστηρή σκοπιά ορθολογικής οργάνωσης της παρασκευής του και του κόστους του, να έχει την ίδια σύνθεση, παρασκευή και έλεγχο. Ασφαλώς, ορισμένες διαφοροποιήσεις μπορεί να επιβάλλονται από τις ιδιαίτερες εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις στα θέματα δημοσίας υγείας. Αλλά και αν ληφθούν υπόψη αυτές οι ρυθμίσεις, η ερώτηση μένει συχνά αναπάντηση, εκτός αν σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για διαφοροποιήσεις που γίνονται για καθαρά εμπορικούς λόγους, για την κατανομή της αγοράς και την εκμετάλλευση της καταστάσεως». Νομίζω ότι στην υπόθεση De Peijper, ο γενικός εισαγγελέας Mayras πρότεινε στο Δικαστήριο, για τους προμνημονευθέντες λόγους, να εισαγάγει τεκμήριο κατά το οποίο οι ενδεχόμενες διαφορές του τύπου των εν λόγω προϋόντων, οι οποίες δεν έχουν αντικειμενικά καμία θεραπευτική επίπτωση, εξηγούνται μόνον από την πρόθεση του κατασκευαστή να απομονώσει τις διάφορες αγορές (31). σΟπως επισήμανε το Δικαστήριο στη συνέχεια, δεν μπορεί ως εκ τούτου να αποδοθεί σημασία σε τέτοιες διαφορές για να καθορισθεί αν η παραλλαγή της οποίας σκοπείται η παράλληλη εισαγωγή έχει ήδη ή όχι διατεθεί στην αγορά στο κράτος μέλος εισαγωγής. Διευκρινίζοντας ότι η προτίμηση των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έναντι των απαιτήσεων της δημόσιας υγείας δεν στερείται κινδύνων, ο γενικός εισαγγελέας Mayras έκρινε ότι η λύση αυτή παρουσιάζει «ήσσονος σημασίας κίνδυνο» σε μια κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως De Peijper, δεδομένου του έντονου πειρασμού των κατασκευαστών να επωφεληθούν των διαφορών της νομοθεσίας για να επιτύχουν σημαντικά κέρδη και να απομονώσουν τις αγορές (32). Η λύση αυτή στηρίζεται προφανώς στη σκέψη - που νομίζω αντικατοπτρίζει το επίπεδο των τεχνικοεπιστημονικών γνώσεων της εποχής - ότι η ταυτότητα θεραπευτικού αποτελέσματος μεταξύ δύο φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων συνεπάγεται αφ' εαυτής ότι αυτά ταυτίζονται επίσης από την άποψη του ελέγχου της ασφάλειας των χρηστών.
23 Με την απόφαση Smith & Nephew και Primecrown, το Δικαστήριο έκρινε όμως, αν αντιλήφθηκα ορθά, ως πλήρως θεμιτό να μπορούν οι διάφοροι κάτοχοι αδειών σε εθνικό επίπεδο, που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιριών, να αποφασίζουν την παρασκευή των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων για τα οποία έχει χορηγηθεί έγκριση σύμφωνα με διαφορετικές προδιαγραφές, ιδίως όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα έκδοχα, χωρίς αυτό να μπορεί να αποδοθεί, έστω κατά τεκμήριο, σε εναρμονισμένη πρόθεση περιχαρακώσεως των διαφόρων εθνικών αγορών. Υπενθυμίζω ότι η S & N είχε αναγκασθεί να πραγματοποιήσει πρόσθετες κλινικές δοκιμές και να τροποποιήσει τον τύπο (ακριβέστερα τα χρησιμοποιούμενα έκδοχα) του παρασκευαζόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο ιδιοσκευάσματος Ditropan σε σχέση προς το παρασκευαζόμενο στις Ηνωμένες Πολιτείες από την χορηγήσασα την έγκριση εταιρία Marion Merrell Dow (και στο Βέλγιο από μία εκ των θυγατρικών της), δεδομένης της ανάγκης να αποδειχθεί στην MCA η απουσία δυνητικώς καρκινογόνου χαρακτήρα του προϋόντος (33).
24 Από την άλλη πλευρά, με την απόφαση Smith & Nephew και Primecrown έγινε δεκτό, τουλάχιστον σιωπηρώς, ότι αν οι διαφορές του τύπου μεταξύ των διαφόρων παραλλαγών ενός προϋόντος δεν έχουν επιπτώσεις στις αντίστοιχες θεραπευτικές ιδιότητες, περιλαμβάνονται εν τούτοις μεταξύ των στοιχείων τα οποία η αρμόδια αρχή (υποκείμενη στον έλεγχο του εθνικού δικαστή) πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά τον έλεγχο της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εν λόγω παραλλαγών, για τον χαρακτηρισμό τους ως παρόμοιων ή διαφορετικών φαρμάκων ενόψει της χορηγήσεως ΑΚΑ (34). ηΟπως επισήμαναν οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή, η αρχή κατά την οποία η αρμόδια αρχή είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον την αντίστοιχη θεραπευτική αποτελεσματικότητα, αλλά επίσης την αντίστοιχη σύνθεση από ενεργά συστατικά και από έκδοχα των διαφόρων παραλλαγών ενός και του αυτού φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος συνάγεται από πολυάριθμες κανονιστικές διατάξεις. Ανέφερα ήδη ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να εξετάζουν τις αιτήσεις χορηγήσεως αδείας σύμφωνα με τα πρωτόκολλα που περιγράφονται στο προμνημονευθέν παράρτημα της οδηγίας 75/318 (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 6 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου). Δυνάμει των πρωτοκόλλων αυτών, η ποιοτική σύνθεση όλων των συστατικών του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος - που ο αιτών ΑΚΑ πρέπει να προσκομίσει σύμφωνα με το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 3, της οδηγίας - συνίσταται στον προσδιορισμό ή την περιγραφή όχι μόνον των δραστικών συστατικών και των στοιχείων της φαρμακοτεχνικής διαμορφώσεως που χορηγούνται στον ασθενή, αλλά επίσης των συστατικών του εκδόχου, οποιασδήποτε φύσεως και για οποιαδήποτε ποσότητα έχει χρησιμοποιηθεί (συμπεριλαμβανομένων των χρωστικών υλών, των συντηρητικών, των σταθεροποιητικών, των πυκνωτικών, των γαλακτωματοποιητικών, των διορθωτικών της γεύσεως και των αρωματικών). Τα συστατικά του εκδόχου η γνώση των οποίων είναι αναγκαία για την ορθή χορήγηση του φαρμάκου συμπεριλαμβάνονται επίσης - πάντοτε στο πλαίσιο της ποιοτικής και ποσοτικής συνθέσεως - στη σύνοψη των χαρακτηριστικών του προϋόντος που πρέπει να προσκομισθεί από τον αιτούντα τη χορήγηση ΑΚΑ (βλ. άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 9, της οδηγίας) (35). Ο ενδιαφερόμενος πρέπει επιπλέον να διευκρινίσει τη λειτουργία των εκδόχων στο τελικό προϋόν και να δικαιολογήσει τη λειτουργία αυτή με επιστημονικά δεδομένα σχετικά με τη γαληνική ανάπτυξη. Επιπλέον, στο πλαίσιο της περιγραφής του τρόπου παρασκευής - που είναι συνημμένη στην αίτηση χορηγήσεως αδείας δυνάμει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της οδηγίας - ο πραγματικός τύπος παρασκευής πρέπει να περιλαμβάνει ποσοτική ένδειξη όλων των χρησιμοποιουμένων ουσιών, συμπεριλαμβανομένων των εκδόχων (οι ποσότητες εκδόχων μπορούν πάντως να αναφέρονται κατά προσέγγιση «στο μέτρο που το απαιτεί ο φαρμακευτικός τύπος»). Ο προσδιορισμός και η δοσολογία των συστατικών του εκδόχου εμπίπτουν στις πληροφορίες σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούνται επί του τελικού προϋόντος, τις οποίες οφείλει να παρέχει ο αιτών δυνάμει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 7, της οδηγίας (36).
Στην εισαγωγή του εν λόγω παραρτήματος της οδηγίας 75/318 προβλέπεται από την άλλη πλευρά ότι όταν προετοιμάζουν τον φάκελο οι αιτούντες λαμβάνουν υπόψη τις κοινοτικές επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με την ποιότητα, την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων, τις οποίες δημοσιεύει η Επιτροπή στον οδηγό σχετικά με τους κανόνες που διέπουν τα φαρμακευτικά προϋόντα στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση. Συνάγεται λοιπόν τόσο από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής όσο και από την τελευταία έκδοση του οδηγού αυτού (37) ότι μεταβολές που επέρχονται στον τύπο ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος όσον αφορά τα έκδοχα μπορούν να έχουν επίπτωση στη διάρκεια της διατηρήσεως και στη βιοδιαθεσιμότητα του προϋόντος (38)· επιπλέον, τα έκδοχα μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα ασφάλειας κατά τρόπο ώστε, ακόμη και σε περίπτωση βιοϋσοδυναμίας μεταξύ δύο φαρμάκων, τα προϋόντα αυτά να μη μπορούν να θεωρηθούν κατ' ανάγκη ως ισοδύναμα από την άποψη των θεραπευτικών αποτελεσμάτων (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 38) και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου. Με την πρόσφατη απόφαση Generics (UK) κ.λπ., το Δικαστήριο, στηριζόμενο στις αρχές στις οποίες αναφέρθηκα, αναγνώρισε ότι μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα γενικό προϋόν - έστω και αν πληροί τα κριτήρια της ίδιας ποιοτικής και ποσοτικής σύνθεσης όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, της ίδιας φαρμακευτικής μορφής και της βιοϋσοδυναμίας - δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «ουσιαστικά παρεμφερές» με αρχικό φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα ώστε να τύχει ο δεύτερο αιτών ΑΚΑ του ευεργετήματος της συντομευμένης διαδικασίας που εισάγεται με το άρθρο 4, σημείο 8, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αα, iii, της οδηγίας, είναι ακριβώς η περίπτωση κατά την οποία οι επιστημονικές γνώσεις υποδεικνύουν ότι το οικείο προϋόν παρουσιάζει, από την άποψη της ασφάλειας ή της αποτελεσματικότητας, σημαντικές διαφορές σε σχέση με το αρχικό ιδιοσκεύασμα, όσον αφορά τα έκδοχα που περιέχει (39).
25 Διερωτώμαι στο σημείο αυτό ποιες εκτιμήσεις δεν επιτρέπουν ενδεχομένως να εφαρμοσθεί εν προκειμένω η νομολογία Smith & Nephew και Primecrown η οποία, όπως επισήμανα (βλ. παράγραφο 24), έχει το πλεονέκτημα να αντικατοπτρίζει τα αποτελέσματα της πλέον πρόσφατης τεχνικής και επιστημονικής εξελίξεως. Το αιτούν δικαστήριο επεσήμανε στο πρώτο ερώτημά του (στο σημείο δδ) ότι οι κάτοχοι των ΑΚΑ και οι εταιρίες παρασκευής του παλαιού και του νέου Zimovane είναι εταιρίες ανήκουσες στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Πρέπει συνεπώς να εφαρμοσθεί εν προκειμένω το τεκμήριο που τίθεται με την απόφαση De Peijper (βλ. ανωτέρω σημείο 22). Θεωρώ εν τούτοις ότι ο κανόνας αυτός καθιστά αναγκαία μία σημαντική διευκρίνιση. Το Ηνωμένο Βασίλειο προτείνει μία μηχανική εφαρμογή του εν λόγω κανόνα. Ακριβέστερα, τον ερμηνεύει ως απόλυτο τεκμήριο (juris et de jure) που επιβάλλει να θεωρηθούν ως το ίδιο προϋόν δύο παραλλαγές ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος έχουσες τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα. Αυτό δε εν πάση περιπτώσει, ακόμη και ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες διαφορές στα χρησιμοποιούμενα έκδοχα ή στη σύνθεση και ανεξάρτητα από τον λόγο των διαφορών αυτών. Η συλλογιστική αυτή των βρετανικών αρχών δεν με πείθει.
26 ιΟπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Mayras στις προτάσεις του επί της υποθέσεως De Peijper, πρέπει εν προκειμένω να αναζητηθεί μία λεπτή ισορροπία μεταξύ των αντιτιθεμένων απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της προστασίας της δημόσιας υγείας, μεταξύ του στόχου που συνίσταται στην κατάργηση όλων των κρατικών μέτρων που επιτρέπουν τις εισαγωγές ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος μόνον στους επιχειρηματίες που ανήκουν στο επίσημο δίκτυο διανομής του κατόχου της ΑΚΑ, και του στόχου που συνίσταται στη διασφάλιση του αυστηρού ελέγχου της αποτελεσματικότητας και του αβλαβούς χαρακτήρα των προϋόντων που διατίθενται στην εθνική αγορά, ενδεχομένως με την επανάληψη των συναφών διοικητικών ελέγχων. Η ελευθερία των παραλλήλων εισαγωγών πρέπει να διασφαλίζεται ορθά - αυτό δε αποτελεί προϋπόθεση της δυνατότητας εφαρμογής της παρεκκλίσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ επί περιοριστικού μέτρου που συνίσταται στην ανάγκη χορηγήσεως ΑΚΑ για την εισαγωγή φαρμάκων τα οποία καλύπτονται ήδη από ΑΚΑ σε άλλο κράτος μέλος -, όταν προκύπτει ή μπορεί να συναχθεί η πρόθεση του παραγωγού των διαφόρων παραλλαγών ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος να επιδιώξει τη στεγανοποίηση της κοινοτικής αγοράς και, ειδικότερα, να απομονώσει τις εθνικές αγορές στις οποίες επιτυγχάνει τις υψηλότερες τιμές. Η ελευθερία αυτή δεν πρέπει όμως να εκληφθεί ως δόγμα. Θεωρώ κατά συνέπεια ότι η αρμόδια εθνική αρχή θα είναι υποχρεωμένη να μεταχειριστεί ως διαφορετικά προϋόντα για τη χορήγηση αδείας διαθέσεως στην εθνική αγορά τις παραλλαγές ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος οι οποίες έχουν διαφορετικό τύπο, αν η προσφυγή σε αυτή την πολιτική διαφοροποιήσεως από τον μοναδικό κατασκευαστή αποδεικνύεται ότι στηρίζεται σε λόγους σοβαρούς και δυνάμενους να ελεγχθούν αντικειμενικά, συνδέονται δε με την προστασία της δημόσιας υγείας. Θα παρατηρήσω εξάλλου, mutatis mutandis, ότι σύμφωνα επίσης με τη νομολογία Smith & Nephew και Primecrown, η υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής κράτους μέλους να θεωρήσει ότι καλύπτεται από τη χορηγηθείσα εντός του κράτους αυτού αρχική ΑΚΑ μία παραλλαγή ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος i) που εισάγεται παράλληλα από άλλο κράτος μέλος στο οποίο επιτρέπεται η διάθεσή του στην αγορά και ii) είναι όμοια με εκείνη της οποίας η κυκλοφορία επιτρέπεται στο κράτος μέλος εισαγωγής σύμφωνα με τα τρία κριτήρια που έθεσε το Δικαστήριο δεν υφίσταται όταν αντιτίθενται στην υποχρέωση αυτή εκτιμήσεις αντλούμενες από την αποτελεσματική προστασία της ζωής και της υγείας των ανθρώπων (40).
27 Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι το τεκμήριο που τίθεται με την απόφαση De Peijper (διαφορές τύπου μη έχουσες επιπτώσεις στα θεραπευτικά αποτελέσματα = ίδιο επίπεδο ποιότητας και ασφάλειας για τους χρήστες των διαφόρων εθνικών παραλλαγών = πρόθεση του κατασκευαστή να στεγανοποιήσει την αγορά) πρέπει να εκληφθεί ως μαχητό τεκμήριο (juris tantum), το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη του αντιθέτου. Αν, και μόνον στην περίπτωση αυτή, ο παραγωγός είναι σε θέση να αποδείξει επαρκώς στην αρμόδια εθνική αρχή ότι η διαφορά τύπου ανταποκρίνεται πράγματι σε σοβαρές και αντικειμενικές εκτιμήσεις που αφορούν τη δημόσια υγεία, πρέπει να συναφθεί το συμπέρασμα ότι οι διάφορες παραλλαγές του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος αποτελούν διαφορετικά προϋόντα και ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω αρχή δεν διαθέτει για τις παραλλαγές αυτές τα σχετικά στοιχεία που απαιτούνται από την οδηγία. Προσθέτω ότι μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λάβει υπόψη η αρμόδια αρχή (και ενδεχομένως ο δικαστής) του κράτους μέλους εισαγωγής, κατά την αξιολόγηση του σοβαρού και πραγματικού χαρακτήρα των λόγων προστασίας της δημόσιας υγείας που επικαλείται ο κατασκευαστής για να δικαιολογήσει τη διαφορά τύπου των διαφόρων παραλλαγών, περιλαμβάνεται ενδεχομένως το γεγονός ότι η παραλλαγή που αποσύρθηκε από την οικεία εθνική αγορά συνεχίζει εν τούτοις να παρασκευάζεται και να διατίθεται στο εμπόριο από τον εν λόγω κατασκευαστή, ή από εταιρία του ίδιου ομίλου, σε άλλα κράτη μέλη. Τέτοιο γεγονός θα πρέπει συνεπώς να αποτελέσει αντικείμενο πειστικής αιτιολογίας, που να εξηγεί γιατί οι εν λόγω εκτιμήσεις αναφορικά με τη δημόσια υγεία δεν ισχύουν όσον αφορά τις εν λόγω χώρες, ή να στηρίζεται σε πρόσθετους παράγοντες, όπως π.χ. τα χαρακτηριστικά της αγοράς του οικείου φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος ή η ύπαρξη ιδιαίτερων συμβατικών σχέσεων στα οικεία κράτη μέλη, ειδάλλως ο ζυγός θα γείρει υπερ του συμπεράσματος ότι οι διάφορες παραλλαγές είναι ουσιαστικά όμοιες. ςΟσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, παρατηρώ ότι δεν είναι δυνατόν να συναχθούν από τον φάκελο της υποθέσεως οι λόγοι για τους οποίους δεν ζητήθηκε ΑΚΑ για το νέο Zimovane στην Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία (βλ. ανωτέρω σημείο 11 και υποσημείωση 24). ηΟπως πάντως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, εν προκειμένω οι ίδιες οι βρετανικές αρχές αποκλείουν ότι η ανάπτυξη και η εισαγωγή του νέου Zimovane είχαν ως αντικείμενο την απομόνωση της αγοράς του Ηνωμένου Βασιλείου από την υπόλοιπη κοινοτική αγορά (βλ. ανωτέρω σημείο 16).
28 Αν αποδειχθεί ότι οι διαφορές τύπου των διαφόρων παραλλαγών σκοπούν να προστατεύσουν τη δημοσία υγεία, θα πρέπει να θεωρηθεί ως βάσιμη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ η ενδεχόμενη άρνηση της αρμόδιας εθνικής αρχής να επιτρέψει σύμφωνα με την απλουστευμένη ad hoc διαδικασία την παράλληλη εισαγωγή ενός φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος το οποίο φέρει την ίδια ονομασία με εκείνη για την οποία υφίσταται ΑΚΑ στο κράτος μέλος εισαγωγής, έστω και αν το πρώτο προϋόν έχει τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα και περιλαμβάνει τα ίδια ενεργά συστατικά με το δεύτερο. Σε τέτοια περίπτωση πράγματι, θα πρέπει να θεωρηθεί, αφενός, ότι η θεμελιώδης απαίτηση της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό, με μέτρα λιγότερο περιοριστικά των ενδοκοινοτικών συναλλαγών από την υποχρέωση του παράλληλου εισαγωγέα να υποβάλει αίτηση χορηγήσεως ΑΚΑ σύμφωνη με τους όρους της οδηγίας. Αφετέρου, υπό τέτοιες συνθήκες, τίποτε δεν επιτρέπει να λεχθεί ότι η απαίτηση χορηγήσεως ΑΚΑ για τα προϋόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, στα οποία επιτρέπεται η διάθεσή τους στην αγορά, αποκλίνει από τον πραγματικό της στόχο και χρησιμοποιείται κατά τρόπο ώστε να επέλθει αυθαίρετη δυσμενής διάκριση έναντι των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη φαρμάκων ή να επιτευχθεί εμμέσως προστασία της εθνικής παραγωγής. Η λύση την οποία υποδεικνύω επιτρέπει επίσης να αποφευχθεί, με την εισαγωγή μιας οποιασδήποτε ανεπαίσθητης μεταβολής του τύπου του προϋόντος, να μπορούν ευχερώς οι κατασκευαστές φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος να εμποδίζουν, όπως φοβούνται οι βρετανικές αρχές, τις παράλληλες εισαγωγές μιας παραλλαγής του προϋόντος αυτού της οποίας είναι αποδεδειγμένος ο ασφαλής χαρακτήρας.
29 Υπενθυμίζω συναφώς ότι, λαμβανομένου υπόψη του παρόντος σταδίου εναρμονίσεως του κοινοτικού δικαίου στον τομέα που μας απασχολεί, απόκειται στο Ηνωμένο Βασίλειο, εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη, να αποφασίσει σχετικά με το επίπεδο στο οποίο προτίθεται να διασφαλίσει την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων στην επικράτειά του (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 28 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου). Η MCA έκρινε ότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχε σχετικά με τον αβλαβή χαρακτήρα του επίμαχου φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος υπό κανονικές συνθήκες χρήσεως και ότι οι εκτιθέμενοι στο εμπιστευτικό παράρτημα λόγοι οι οποίοι οδήγησαν το 1996 την RPR να διαθέσει στο εμπόριο τη νέα παραλλαγή του Zimovane και να αποσύρει συγχρόνως από την αγορά την προηγούμενη παραλλαγή δεν μπορούν να εμπίπτουν στο γενικό συμφέρον όσον αφορά την προστασία της υγείας των ανθρώπων, όπως αυτό νοείται στη βρετανική έννομη τάξη. Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ στην προκειμένη περίπτωση αποκλείεται εξάλλου από την MCA βάσει της προβαλλόμενης απουσίας συγκεκριμένων αποδείξεων των πραγματικών περιστατικών στα οποία θα μπορούσαν να βασίζονται οι εκτιμήσεις προστασίας της δημόσιας υγείας που επικαλείται η RPR και όχι βάσει αναλύσεως του απρόσφορου χαρακτήρα από θεωρητική άποψη των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες στην κυρία δίκη. Εφόσον απόκειται στον εθνικό δικαστή να έχει την τελευταία λέξη όσον αφορά τον έλεγχο της αξιολογήσεως στην οποία προέβη η καθής διοίκηση, θα παρατηρήσω παρεμπιπτόντως ότι η εν λόγω διοίκηση δεν φαίνεται να αμφισβητεί κατ' αρχήν ότι ο έλεγχος του ασφαλούς χαρακτήρα των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων που διατίθενται στην αγορά πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τις παρενέργειες υπό πραγματικές συνθήκες χρήσεως. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου στον εν λόγω τομέα. Αναφέρομαι στις υποχρεώσεις που απορρέουν, όπως επισήμαναν η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή στις παρατηρήσεις τους, από την κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών στον τομέα της φαρμακοεπαγρυπνήσεως (41). Ειδικότερα, το άρθρο 29α της οδηγίας 75/319, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να καθιερώσουν εθνικά συστήματα για τη συλλογή και την επιστημονική αξιολόγηση των πληροφοριών που είναι χρήσιμες για την εποπτεία των παρενεργειών των φαρμάκων, προβλέπει ότι τα εν λόγω συστήματα πρέπει «[να συλλέγουν] επίσης πληροφορίες για οποιαδήποτε συχνά παρατηρούμενη εσφαλμένη χρήση ή σοβαρή κατάχρηση φαρμακευτικών προϋόντων». Συμμερίζομαι τέλος την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία η αρμόδια εθνική αρχή ή το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο του κράτους μέλους εισαγωγής, όταν εξετάζει σε ποιο επίπεδο διασφαλίζεται η προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων από την εθνική έννομη τάξη, οφείλει να επαληθεύει την ύπαρξη των αρχών της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως, αναλόγως με τα ισχύοντα, δυνάμει της Συνθήκης, όσον αφορά τη δράση των κοινοτικών αρχών (42).
IV - Πρόταση
30 Βάσει των προηγουμένων εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice:
«Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, αντιστοίχως άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ) ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι κάθε πρόσωπο που επιδιώκει να εισαγάγει από το κράτος μέλος Α στο κράτος μέλος Β το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ, για το οποίο χρησιμοποιούνται τα ίδια ενεργά συστατικά και το οποίο έχει τα ίδια θεραπευτικά αποτελέσματα αλλά παρασκευάζεται σύμφωνα με διαφορετικό τύπο από εκείνον ενός ιδιοσκευάσματος Υ, το οποίο καλύπτεται από άδεια κυκλοφορίας στην αγορά στο κράτος μέλος Β, υποχρεούται να ζητήσει και να λάβει άδεια κυκλοφορίας στην αγορά από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους Β δυνάμει της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, όπως τροποποιήθηκε, όταν:
i) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Ξ καλύπτεται από άδεια κυκλοφορίας στην αγορά χορηγηθείσα εντός του κράτους μέλους Α αλλά δεν καλύπτεται από αντίστοιχη άδεια εντός του κράτους μέλους Β·
ii) το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα Υ καλύπτεται από άδεια κυκλοφορίας στην αγορά χορηγηθείσα εντός του κράτους μέλους Β αλλά όχι από αντίστοιχη άδεια εντός του κράτους μέλους Α·
iii) η ανωτέρω υπό σημεία i και ii άδειες κυκλοφορίες στην αγορά χορηγήθηκαν σε διάφορες εταιρίες του ίδιου ομίλου στον οποίο ανήκουν επίσης οι κατασκευαστές των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων Ξ και Υ·
iv) ο τύπος του ιδιοσκευάσματος Υ εξελίχθηκε και εισήχθη προκειμένου να παρασχεθεί στη δημόσια υγεία όφελος το οποίο το ιδιοσκεύασμα Ξ (που παρασκευάζεται βάσει διαφορετικού τύπου) δεν παρέχει·
v) αυτό το όφελος για τη δημόσια υγεία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν τα προϋόντα Ξ και Υ κυκλοφορούσαν ταυτοχρόνως στην αγορά του κράτους μέλους Β, και
vi) οι εταιρίες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τον κάτοχο της αδείας κυκλοφορίας στην αγορά για το προϋόν Ξ συνεχίζουν να παρασκευάζουν και να διαθέτουν στο εμπόριο το προϋόν αυτό σε κράτη μέλη άλλα από το κράτος μέλος Β, υπό την προϋπόθεση ότι ο κάτοχος της αδείας κυκλοφορίας στην αγορά είναι σε θέση να αποδείξει βάσει αντικειμενικών στοιχείων ότι η διάθεση στο εμπόριο του ιδιοσκευάσματος Ξ σε αυτά τα κράτη μέλη δεν παρουσιάζει κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων ανάλογους με εκείνους που θα παρουσίαζε στο κράτος μέλος Β.
Ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως των εθνικών διατάξεων που διέπουν τη διάθεση στην αγορά παραλλήλως εισαγομένων φαρμεκευτικών ιδιοσκευασμάτων, απόκειται στην αρμόδια για τη χορήγηση των αδειών κυκλοφορίας στην αγορά εθνική αρχή και, ενδεχομένως, στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει αν οι λόγοι για τους οποίους εξελίχθηκε και εισήχθη ο τύπος του ιδιοσκευάσματος Υ μπορούν να εμπίπτουν στο αναφερόμενο στην προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων γενικό συμφέρον, όπως αυτό ορίζεται στην εθνική έννομη τάξη.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 13/991, σ. 25. Οι τροποποιήσεις της οδηγίας που είναι σημαντικές για τις παρούσες προτάσεις επήλθαν: με τη δεύτερη οδηγία 75/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 65· βλ. άρθρα 35 και 36)· με την οδηγία 83/570/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 1983, για την τροποποίηση των οδηγιών 65/65/ΕΟΚ, 75/318/ΕΟΚ και 75/319/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (EE L 332, σ. 1· βλ. άρθρο 1, σημεία 1 έως 6)· με την οδηγία 87/21/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ 1987, L 15, σ. 36· βλ. άρθρο 1, σημείο 1)· με την οδηγία 89/341/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την τροποποίηση των οδηγιών 65/65/ΕΟΚ, 75/318/ΕΟΚ και 75/319/ΕΟΚ (EE L 142, σ. 11· βλ. άρθρο 1, σημεία 1 έως 4), και με την οδηγία 93/39/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση των οδηγιών 65/65/ΕΟΚ, 75/318/ΕΟΚ και 75/319/ΕΟΚ σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (EE L 215, σ. 22· βλ. άρθρο 1). Με την οδηγία 93/39 εισήχθη, από 1ης Ιανουαρίου 1995, αποκεντρωμένη διαδικασία αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εθνικών αδειών κυκλοφορίας στην αγορά, σε συνδυασμό με δεσμευτική διαιτησία της Κοινότητας σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των κρατών μελών (βλ. άρθρα 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 11, 7, παράγραφος 2, και 7α της οδηγίας 65/65 και άρθρα 8 έως 15γ της οδηγίας 75/319). Οι ανεξάρτητες εθνικές διαδικασίες υφίστανται, αλλά από 1ης Ιανουαρίου 1998 (τέλος της μεταβατικής περιόδου για τη νέα διαδικασία) περιορίζονται αυστηρά στην αρχική φάση της διαδικασίας (χορήγηση της αδείας κυκλοφορίας στην αγορά από το «κράτος μέλος αναφοράς») και στα φάρμακα που δεν διατίθενται στο εμπόριο σε περισσότερα του ενός κράτους μέλους.
(2) - Οι προμνημονευθείσες οδηγίες 89/341 και 93/39 (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 1) θεσπίστηκαν εντούτοις βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ).
(3) - Βλ. το προοίμιο της οδηγίας 65/65 (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 1 και το αντίστοιχο μέρος των διατάξεων) και ειδικότερα την πρώτη αιτιολογική σκέψη.
(4) - Η κοινοτική ΑΚΑ χορηγούμενη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2309/93 του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών έγκρισης και εποπτείας των φαρμακευτικών προϋόντων για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση ευρωπαϋκού οργανισμού για την αξιολόγηση των φαρμακευτικών προϋόντων (ΕΕ L 214, σ. 1).
(5) - Οπως είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει το Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-440/93, Scotia Pharmaceuticals (Συλλογή 1995, σ. I-2851, σκέψεις 24 και 25), η εξουσία εκτιμήσεως που έχει η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση των αδειών κράτους μέλους είναι, στο πλαίσιο της οδηγίας, πολύ περιορισμένη. Η δυνατότητα χορηγήσεως ΑΚΑ πρέπει, κατά συνέπεια, να αποκλείεται όταν δεν προσκομίσθηκαν όλες οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4 ή όταν δεν πραγματοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες δοκιμασίες (δοκιμασίες φυσικοχημικής, βιολογικής, μικροβιολογικής, φαρμακολογικής, τοξικολογικής και κλινικής φύσεως).
(6) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Μαου 1975, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις αναλυτικές, τοξικοφαρμακολογικές και κλινικές προδιαγραφές και πρωτόκολλα στον τομέα των δοκιμών των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 54). Για τη διευκόλυνση της χορηγήσεως ΑΚΑ σε περισσότερα κράτη μέλη για το ίδιο φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, οι προμνημονευθείσες στην υποσημείωση 1 οδηγίες 75/318 και 75/319 εναρμόνισαν τις μεθόδους ελέγχου των διατιθέμενων στο εμπόριο φαρμάκων, ειδικότερα επιβάλλοντας στις αρμόδιες εθνικές αρχές την υποχρέωση εξετάσεως των αιτήσεων αδείας σύμφωνα με τα πρωτόκολλα που περιγράφονται στο παράρτημα στο οποίο αναφέρονται οι εν λόγω διατάξεις. Το παράρτημα αυτό αντικαταστάθηκε από την οδηγία 91/507/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1991 (ΕΕ L 270, σ. 32), ενόψει της προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο.
(7) - Συλλογή τόμος 1976, σ. 241.
(8) - Σύμφωνα με το άρθρο 30 ΕΚ:«Οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών (...) που δικαιολογούνται από λόγους (...) προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων (...). Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο των κρατών μελών». Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου «το άρθρο 36 εξακολουθεί να ισχύει εφόσον η εναρμόνιση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα της παραγωγής και του εμπορίου των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί πλήρως» (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1989, 215/87, Schumacher, Συλλογή 1989, σ. 617, σκέψη 15· της 21ης Μαρτίου 1991, C-369/88, Delattre, Συλλογή 1991, σ. I-1487, σκέψη 48· της 16ης Απριλίου 1991, C-347/89, Eurim-Pharm, Συλλογή 1991, σ. I-1747, σκέψη 26· της 8ης Απριλίου 1992, C-62/90, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1992, σ. I-2575, σκέψη 10· της 1ης Ιουνίου 1994, C-317/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1994, σ. I-2039, σκέψη 14, και της 10ης Νοεμβρίου 1994, C-320/93, Ortscheit, Συλλογή 1994, σ. I-5243, σκέψη 14).
(9) - Παρατηρείται ότι το φάρμακο που εισήγε ο αναγνωρισμένος στις Κάτω Ξώρες επίσημος διανομέας και εκείνο που διετίθετο στην αγορά του κράτους αυτού από τον παράλληλο εισαγωγέα είχαν κοινή προέλευση, διότι παρασκευάζονταν - αντιστοίχως στην Ελβετία και στο Ηνωμένο Βασίλειο - από εταιρίες ανήκουσες στον ίδιο όμιλο εταιριών.
(10) - Στην υπόθεση De Peijper, το ολλανδικό δικαστήριο είχε ρωτήσει το Δικαστήριο: 1) αν το άρθρο 30 της Συνθήκης ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι είναι ασυμβίβαστο με αυτό ένα εθνικό μέτρο το οποίο εξαρτά τη χορήγηση ΑΚΑ φαρμάκου από την εκ μέρους του παράλληλου εισαγωγέα προσκόμιση στην αρμόδια αρχή εγγράφων ομοίων με εκείνα που είχε ήδη υποβάλει ο κατασκευαστής ή ο αναγνωρισμένος εισαγωγέας του, όταν: i) το εν λόγω φαρμακευτικό προϋόν, παρασκευαζόμενο κατά τρόπο ενιαίο και έχον καθορισμένη επίσης ποιοτική και ποσοτική σύνθεση, κυκλοφορεί νομίμως σε περισσότερα κράτη μέλη βάσει αντιστοίχου αριθμού κανονικών αδειών, ii) σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η αρμόδια αρχή κατέστησε πασίγνωστη με επίσημες δημοσιεύσεις τη χορήγηση ΑΚΑ, iii) επιχειρηματίας εγκατεστημένος σε ένα από αυτά τα κράτη μέλη ο οποίος προτίθεται να εισαγάγει παράλληλα το εν λόγω φαρμακευτικό προϋόν, μπορεί να λάβει τα στοιχεία σχετικά με την παρασκευή και την ποιοτική και ποσοτική σύνθεσή του μόνον αν ο παραγωγός ή οι αναγνωρισμένοι αντιπρόσωποί του στο κράτος εισαγωγής είναι διατεθειμένοι να του τα παράσχουν, και iv) οι υγειονομικές αρχές αυτού του κράτους διαθέτουν ήδη τα σχετικά έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν προηγουμένως προς στήριξη της αιτήσεως ΑΚΑ, και 2) αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και όταν μεταξύ του προϋόντος του οποίου έχει επιτραπεί η κυκλοφορία στο κράτος μέλος εισαγωγής και του ομωνύμου προϋόντος που αποτελεί αντικείμενο παράλληλης εισαγωγής από άλλο κράτος μέλος υφίστανται διαφορές (ως προς τη διαδικασία παρασκευής ή την ποιοτική και ποσοτική σύνθεση), οι οποίες εντούτοις είναι τόσο δευτερεύουσας σημασίας «που μπορεί να υποτεθεί ότι ο κατασκευαστής δημιουργεί ή εφαρμόζει (...) τις διαφορές αυτές με τον πρόδηλο και αποκλειστικό σκοπό να τις χρησιμοποιήσει (...) για να εμποδίσει και για να παρεμβάλει εμπόδια στη δυνατότητα παράλληλης εισαγωγής του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση De Peijper, υποσημείωση 7, σκέψεις 10, 11 και 33).
(11) - Οπ.π., σκέψη 18.
(12) - Οπως παραπάνω, σκέψεις 20 έως 32. Το Δικαστήριο απέκλεισε προπαντός τη δυνατότητα επικλήσεως της προβλεπομένης στο άρθρο 36 της Συνθήκης παρεκκλίσεως όσον αφορά την επιβαλλόμενη στον παράλληλο εισαγωγέα υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφου όπως ο φάκελος που προβλέπεται και διέπεται από την ολλανδική νομοθεσία: το Δικαστήριο έκρινε ότι «αν οι υγειονομικές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής διαθέτουν ήδη, κατόπιν προηγουμένης εισαγωγής, όλες τις φαρμακευτικές ενδείξεις που αφορούν το εν λόγω φάρμακο και έχουν κριθεί απαραίτητες για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας και του αβλαβούς χαρακτήρα του φαρμάκου, δεν είναι αναγκαίο για να προστατευθεί η υγεία και η ζωή των ανθρώπων να απαιτήσουν οι ρηθείσες αρχές από τον δεύτερο επιχειρηματία που εισήγαγε ένα καθόλα όμοιο φάρμακο να τους υποβάλει εκ νέου τις πιο πάνω ενδείξεις» (όπως παραπάνω σκέψη 21: η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). ςΟσον αφορά αντίθετα την υποχρέωση προσκομίσεως εγγράφων όπως τα πρωτόκολλα σχετικά με κάθε παρτίδα φαρμάκου παράλληλα εισαγόμενη, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν εύλογο συμφέρον να είναι σε θέση να ελέγξουν ανά πάσα στιγμή και κατά τρόπο βέβαιο αν μια συγκεκριμένη παρτίδα φαρμάκων είναι σύμφωνη με τις ενδείξεις που περιλαμβάνονται στον φάκελο. Πάντως, κατά το Δικαστήριο, και αν ακόμη στο διοικητικό καθεστώς του κράτους μέλους εισαγωγής ίσχυε ο κανόνας κατά τον οποίο απόκειται στον παράλληλο εισαγωγέα να αποδείξει ότι η εισαχθείσα παρτίδα φαρμάκων είναι σύμφωνη με την περιγραφή του προϋόντος, «δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση δικαιολογημένο, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, να υποχρεωθεί [ο εν λόγω εισαγωγέας να το αποδείξει] με τη βοήθεια εγγράφων που του είναι απρόσιτα, αν η διοίκηση και ενδεχομένως το δικαστήριο διαπιστώσουν ότι η απόδειξη μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα», όπως η μεταξύ εθνικών διοικήσεων ανταλλαγή εγγράφων σχετικά με ορισμένα προϋόντα λίγο πολύ τυποποιημένα μεγάλης κυκλοφορίας (όπ.π., σκέψεις 29 και 27).
(13) - Οπ.π., σκέψη 36 και σημείο 3 του διατακτικού.
(14) - Βλ. πρόταση τροποποιήσεως των οδηγιών 65/65 και 75/319, της 2ας Ιουνίου 1980 (JO C 143, σ. 8).
(15) - Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις παράλληλες εισαγωγές φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων των οποίων η κυκλοφορία έχει ήδη επιτραπεί (ΕΕ 1982, C 115, σ. 5).
(16) - Βλ. Notes on Application for Product Licenses (Parallel Importing) (Medicines for Human Use), όπως τροποποιήθηκε [στο εξής: «MAL 2 (PI)»].
(17) - Σύμφωνα με το σημείο 4 της MAL 2 (PI), το φαρμακευτικό προϋόν του οποίου σχεδιάζεται η παράλληλη εισαγωγή πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) να είναι προϋόν εισαγόμενο από κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας·
β) να είναι φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα (όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας) προοριζόμενο για ανθρώπινη χρήση·
γ) να καλύπτεται από ισχύουσα ΑΚΑ η οποία να έχει χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους της Κοινότητας·
δ) να μη διαφέρει, ως προς το θεραπευτικό αποτέλεσμα, από προϋόν καλυπτόμενο από βρετανική άδεια κυκλοφορίας·
ε) να έχει παρασκευασθεί από ή με την έγκριση: i) τον/του παρασκευαστή του προϋόντος που καλύπτεται από τη βρετανική άδεια κυκλοφορίας ή ii) το/του μέλους του ιδίου ομίλου εταιριών.
Αν οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούται, η αίτηση PL (PI) δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ο αιτών καλείται να υποβάλει αίτηση ΑΚΑ σύμφωνα με την κανονική διαδικασία (MAL 2). Σύμφωνα με το σημείο 12 της MAL 2 (PI), μια PL (PI) ισχύει μόνον για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ισχύουν η ΑΚΑ για το Ηνωμένο Βασίλειο (η οποία μερικές φορές χαρακτηρίζεται ως άδεια αναφοράς ή «βασική άδεια») αφενός, και η αντίστοιχη κοινοτική ΑΚΑ αφετέρου. Αν μία από αυτές, για οποιοδήποτε λόγο (π.χ. λήξη της ισχύος ή ανάκληση), παύει να παράγει τα αποτελέσματά της, η άδεια PL (PI) καθίσταται επίσης ανίσχυρη. Το σημείο 21 της MAL 2 (PI) προβλέπει τέλος ότι η κανονική διαδικασία εφαρμόζεται στις τροποποιήσεις της αδείας PL (PI) τις οποίες ζητεί ο δικαιούχος. Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ώστε οι όροι της αδείας να εξακολουθούν να είναι σύμφωνοι με τις σχετικές διατάξεις της οικείας ΑΚΑ και ενημερώνει τον κάτοχο μιας PL (PI) για τις ενδεχομένως αναγκαίες ενέργειες κατόπιν των τροποποιήσεων που επήλθαν στην ΑΚΑ αναφοράς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο κάτοχος μιας PL (PI) οφείλει να γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε μεταβολή της κοινοτικής ΑΚΑ της οποίας λαμβάνει γνώση και οφείλει να ζητεί και να επιτυγχάνει μεταβολή της PL (PI) ώστε το τροποποιημένο προϋόν να μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο στο Ηνωμένο Βασίλειο.
(18) - Βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-201/94, Smith & Nephew και Primecrown (Συλλογή 1996, σ. I-5819).
(19) - Ακριβέστερα, η αμερικανική εταιρία Marion Merrell Dow είχε παραχωρήσει το δικαίωμα παραγωγής και διαθέσεως στο εμπόριο του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος Ditropan στην S & N αφενός για το Ηνωμένο Βασίλειο και στην εταιρία Marion Merrell Dow Belgium αφετέρου για το Βέλγιο.
(20) - Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Smith & Nephew και Primecrown, υποσημείωση 18, σκέψεις 19 έως 21.
(21) - Οπ.π., σημείο 25.
(22) - Οπ.π., σημείο 1 του διατακτικού. Το Δικαστήριο έκρινε επιπλέον ότι «συνεπώς, αντιβαίνει στην οδηγία (...) η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής και στο Πλαίσιο αιτήσεως για τη χορήγηση ΑΚΑ, εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, χρήση των στοιχείων που έχουν υποβληθεί από ανεξάρτητη εταιρία προς στήριξη αιτήσεως για τη χορήγηση ΑΚΑ άλλου φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος, χωρίς την έγκριση της εταιρίας αυτής» (ςΟπ.π., σκέψη 31).
(23) - Πρόκειται για τις άδειες αριθ. 0012/0162 (Zimovane σε δισκία των 7,5 mg), αριθ. 0012/0163 (Zimovane σε κάψουλες των 3,75 mg), αριθ. 0012/0164 (Zimovane σε κάψουλες των 7,5 mg), αριθ. 0012/0259 (Zolerim σε δισκία των 7,5 mg) και αριθ. 0012/0260 (Zimovane σε δισκία των 3,75 mg). Μόνον η ΑΚΑ αριθ. 0012/0162 χρησιμοποιήθηκε πράγματι.
(24) - Ο εκπρόσωπος της RPR δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι μια ΑΚΑ του νέου Zimovane χορηγήθηκε ήδη επίσης στην Ελβετία όπου η παλαιά παραλλαγή δεν διατίθεται πλέον στο εμπόριο. ΑΚΑ του νέου Zimovane ζητήθηκε επίσης σε οκτώ άλλα κράτη μέλη (Ιρλανδία, Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Φινλανδία και Κάτω Ξώρες) καθώς και στη Νορβηγία.
(25) - Δυνάμει του άρθρου 29δ της οδηγίας 75/319, ο υπεύθυνος για τη διάθεση στην αγορά υποχρεούται: i) να γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια αρχή κάθε ύποπτη σοβαρή παρενέργεια που φέρεται σε γνώση του από κάποιον επαγγελματία του τομέα της υγείας και ii) να διατηρεί λεπτομερή αρχεία για κάθε άλλη ύποπτη παρενέργεια, τα οποία, συνοδευόμενα από επιστημονική αξιολόγηση, υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές αμέσως μόλις ζητηθούν ή τουλάχιστον κάθε έξι μήνες κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων ετών από την έγκριση και μία φορά τον χρόνο κατά τα επόμενα τρία έτη. Επιπλέον, πριν λάβει απόφαση επί αιτήσεως ανανεώσεως μιας ΑΚΑ, η αρμόδια αρχή εξετάζει φάκελο που περιλαμβάνει την κατάσταση των στοιχείων της φαρμακοεπαγρυπνήσεως (συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω αρχείων σχετικά με τις μη σοβαρές ύποπτες παρενέργειες) και τις λοιπές συναφείς πληροφορίες σχετικά με την επιτήρηση του εν λόγω ιδιοσκευάσματος (άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 65/65). Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω επίσης τις διατάξεις του άρθρου 4β, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 65/65, τα οποία, με σκοπό την καλύτερη προάσπιση της υγείας των ανθρώπων και την αποφυγή άσκοπης επαναλήψεως των προσπαθειών κατά τη διάρκεια της εξετάσεως των αιτήσεων ΑΚΑ, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να καταρτίζουν συστηματικά εκθέσεις αξιολογήσεως για κάθε φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα για το οποίο χορηγήθηκε άδεια, να ανταλλάσσουν τις εκθέσεις αυτές κατόπιν αιτήσεως όταν, για ήδη εγκεκριμένο φάρμακο σε άλλο κράτος μέλος, εκκρεμεί αίτηση ΑΚΑ σε άλλο κράτος μέλος και να τις ενημερώνουν όταν διατίθενται νέες πληροφορίες οι οποίες αποδεικνύονται σημαντικές για την αξιολόγηση της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του ιδιοσκευάσματος.
(26) - Οπως ορθά επισημάνθηκε, το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα αποτελεί παράδοξο προϋόν υπό την έννοια ότι η ουσιώδης λειτουργία του είναι μεν προφανώς η θεραπεία, αλλά μπορεί επίσης να προκαλεί ασθένεια όταν είναι ελαττωματικό ή διατίθεται εσφαλμένα (βλ. Cadeau, E., και Richeux, J.-Y., Le juge communautaire et le mιdicament. Libre circulation des marchandises et protection de la santι publique«, Les Petites Affiches, αριθ. 7/1996, σ. 4).
(27) - Βλ. πάντως ανωτέρω υποσημειώσεις 1 και 5.
(28) - Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Ortscheit, υποσημείωση 8, σκέψη 18.
(29) - Οπ.π., σκέψη 16, και προμνημονευθείσα απόφαση De Peijper, υποσημείωση 7, σκέψη 15.
(30) - Φαίνεται συνεπώς ότι οι βρετανικές αρχές δέχονται σιωπηρώς κατ' αρχήν ότι σε περίπτωση ανακλήσεως (ή μη ανανεώσεως) μιας αρχικής ΑΚΑ, ή οικειοθελούς εγκαταλείψεως μη συνοδευόμενης από αίτηση χορηγήσεως ΑΚΑ για άλλη παραλλαγή του εν λόγω προϋόντος, δεν είναι καθόλου δυνατό να εγκριθούν βάσει της MAL2 (PI) οι παράλληλες εισαγωγές του προϋόντος από άλλα κράτη μέλη όπου αυτό καλύπτεται από ισχύουσες άδειες, η δε εκ μέρους της MCA προσφυγή στη διαδικασία πλήρους αξιολογήσεως που εισάγει η οδηγία καθίσταται αντιθέτως αναγκαία.
(31) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mayras της 17ης Μαρτίου 1976 επί της προμνημονευθείσας υποθέσεως De Peijper (Συλλογή τόμος 1976, σ. 252, συγκεκριμένα σ. 264).
(32) - Οπ.π.
(33) - Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Smith & Nephew και Primecrown, υποσημείωση 18, σκέψη 9.
(34) - Υπενθυμίζω ότι «τα κριτήρια ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας» είναι εκείνα στα οποία πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά, προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας και του καταναλωτή φαρμάκων, η απόφαση της αρμόδιας εθνικής αρχής επί αιτήσεως χορηγήσεως ΑΚΑ (βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη της προμνημονευθείσας οδηγίας 93/39, υποσημείωση 1).
(35) - Η συνοπτική έκθεση των χαρακτηριστικών του προϋόντος πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 4α της οδηγίας. Δυνάμει του άρθρου 4β, μετά τη χορήγηση ΑΚΑ, η αρμόδια εθνική αρχή κοινοποιεί στον υπεύθυνο για τη διάθεση του προϋόντος στην αγορά την περίληψη που ενέκρινε· λαμβάνει κατόπιν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην περίληψη να είναι σύμφωνες με εκείνες που εγκρίνονται κατά την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας ή μεταγενέστερα.
(36) - Βλ. προμνημονευθέν παράρτημα της οδηγίας 75/318 (υποσημείωση 6), μέρος δεύτερο, σημεία Α.1.1, Α.4.1, Β.1 και Ε.1.3.
(37) - Βλ. Ευρωπαϋκή Επιτροπή, The rules governing medicinal products in the European Union (vol. 3 C), Guidelines on medicinal products for human use. Efficacy, Luxembourg, 1998, σελ. 223 έως 235.
(38) - Ως βιοδιαθεσιμότητα νοείται η ταχύτητα και ο βαθμός διαχύσεως, στο κεντρικό κυκλοφοριακό σύστημα του ασθενούς στον οποίο χορηγείται το φάρμακο, ενός ενεργού συστατικού ή μιας θεραπευτικής ουσίας (π.χ. άλατα, εστέρες) βάσει φαρμακευτικής αγωγής. Διαφορές στα έκδοχα και/ή στον τρόπο παρασκευής βιοφαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων μπορούν να συνεπάγονται διαφορετικές ταχύτητες διαλύσεως ή απορροφήσεως. Δύο ιδιοσκευάσματα, τα οποία αποτελούν «ισοδύναμα» προϋόντα (δηλαδή περιλαμβάνουν την ίδια ποσότητα του ίδιου ενεργού συστατικού για την ίδια δοσολογία) ή προϋόντα «υποκαταστάσεως» (δηλαδή περιλαμβάνουν την ίδια θεραπευτική ουσία αλλά διαφέρουν κατά τον χημικό τύπο της ουσίας αυτής ή κατά τη δοσολογία), είναι βιοϋσοδύναμα αν η βιοδιαθεσιμότητά τους είναι παρόμοια σε τέτοιο σημείο ώστε έχουν τα ίδια ουσιωδώς αποτελέσματα, τόσο από την άποψη της αποτελεσματικότητας όσο και του αβλαβούς χαρακτήρα. Στην πράξη, η απόδειξη της βιοϋσοδυναμίας μεταξύ φαρμακευτικών προϋόντων ισοδυνάμων ή υποκαταστάσεως αποτελεί επίσης τον καλύτερο τρόπο να αποδειχθεί η θεραπευτική ισοδυναμία μεταξύ των εν λόγω ιδιοσκευασμάτων, υπό τον όρο ότι τα οικεία προϋόντα περιλαμβάνουν έκδοχα γενικώς γνωστά ως ασφαλή και χρησιμοποιούνται κατά τον ίδιο τρόπο (όπως παραπάνω).
(39) - Βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-368/96, Generics (UK) (Συλλογή 1998, σ. I-7967, σκέψεις 32, 33 και 36). Το εν λόγω άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο αα, προβλέπει τρεις άλλες περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών τη χορήγηση ΑΚΑ δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών και τοξικολογικών δοκιμών ούτε τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών. Εξάλλου, η συντομευμένη διαδικασία που αναφέρεται στο κείμενο «δεν μετριάζει καθόλου τις προδιαγραφές ασφαλείας και αποτελεσματικότητας που πρέπει να πληρούν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα» (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Scotia Pharmaceuticals, υποσημείωση 5, σκέψη 17). ηΕνα γενικής χρήσεως φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα αποτελεί αντίγραφο ενός ιδιοσκευάσματος που εισάγει καινοτομία, του οποίου ο τύπος μπορεί να αναπαραχθεί από άλλους κατασκευαστές, αντίγραφο που πωλείται υπό την ίδια ονομασία και σε τιμή γενικώς κατώτερη από αυτή του αρχικού προϋόντος.
(40) - Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Smith & Nephew και Primecrown, υποσημείωση 18, σημείο 1, στοιχείο αα, του διατακτικού.
(41) - Βλ. άρθρα 29α έως 29θ της οδηγίας 75/319, που εισήχθησαν με το άρθρο 3, σημείο 3, της προμνημονευθείσας οδηγίας 93/39 (υποσημείωση 1).
(42) - Από τις μνημονευόμενες στο κείμενο αρχές απορρέει ότι, όταν υφίστανται αβεβαιότητες ως προς την ύπαρξη ή το περιεχόμενο κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων, οι κοινοτικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας χωρίς να πρέπει να περιμένουν να αποδειχθεί πλήρως ο πραγματικός χαρακτήρας και η σοβαρότητα των κινδύνων αυτών [βλ. αποφάσεις της 5ης Μαου 1998, C-157/96, National Farmer's Union κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-2211, σκέψη 63), και C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-2265, σκέψεις 99 και 100)].
Full & Egal Universal Law Academy