Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση, η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως SG(98) D/1124 της Επιτροπής (1) να κινήσει τη διαδικασία εξετάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ) σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 84/97 (πρώην N 509/96) υπέρ της εταιρίας Siemens Bauelemente OHG (στο εξής: Siemens) για τη μετατροπή του εργοστασίου παραγωγής ημιαγωγών της εταιρίας στο Villach.
2 Η υπόθεση αφορά κυρίως τη διαδικασία που διέπει τις κοινοποιούμενες κρατικές ενισχύσεις. Επίδικο είναι ειδικότερα το ζήτημα των αποτελεσμάτων των αρχών που διατύπωσε συναφώς το Δικαστήριο στην υπόθεση Lorenz (2) (στο εξής: αρχές Lorenz). Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή:
«Αν, η Επιτροπή, ενώ έχει ενημερωθεί από ένα κράτος μέλος για κάποιο σχέδιο που αποβλέπει να θεσπίσει ή να τροποποιήσει κάποια ενίσχυση, παραλείπει να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, το εν λόγω κράτος μπορεί, μετά την εκπνοή της αναγκαίας για την πρώτη εξέταση του σχεδίου προθεσμίας, να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου περί της ενισχύσεως, υπό τον όρο της προηγούμενης ειδοποίησης της Επιτροπής, οπότε η εν λόγω ενίσχυση θα υπάγεται στο εξής στο καθεστώς των υφισταμένων ενισχύσεων.»
3 Η Αυστρία ισχυρίζεται, κατά τα ουσιώδη, ότι μετά την κοινοποίηση του σχεδιαζομένου μέτρου η Επιτροπή παρέλειψε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης εντός της περιόδου στην οποία αναφέρεται η απόφαση Lorenz και ότι η ίδια νομοτύπως ανακοίνωσε την πρόθεσή της να χορηγήσει την ενίσχυση. Έτσι, σύμφωνα με τις αρχές που καθιέρωσε η απόφαση Lorenz, η ενίσχυση έγινε πλέον υφισταμένη ενίσχυση. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας εξετάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρέπει να ακυρωθεί διότι κακώς χαρακτηρίζει την ενίσχυση ως νέα ενίσχυση και απαγορεύει στην Αυστριακή Κυβέρνηση να τη χορηγήσει πριν η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, καταλήξει στην έκδοση τελικής απόφασης.
II - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
4 Τον Απρίλιο του 1996, δημοσιεύματα στον Τύπο ανέφεραν ότι οι αυστριακές αρχές επρόκειτο να χορηγήσουν ενίσχυση στη Siemens για την μετατροπή του εργοστασίου παραγωγής ημιαγωγών της εταιρίας στο Villach.
5 Με έγγραφο της 13ης Μαου 1996 η Επιτροπή ζήτησε από την Αυστρία να παράσχει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη σχεδιαζομένη ενίσχυση. Με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1996 η Αυστρία επιβεβαίωσε ότι μελετά τη χορήγηση ενισχύσεως στη Siemens για έρευνα και ανάπτυξη. Επιπλέον δήλωσε ότι θα ανακοίνωνε σε εύθετο χρόνο τα σχεδιαζόμενα μέτρα.
6 Με επιστολή της 21ης Ιουνίου 1996, η Αυστρία κοινοποίησε την ενίσχυση προς έγκριση. Σύμφωνα με την κοινοποίηση, η ενίσχυση θα χορηγείτο για ένα πρόγραμμα της Siemens στον τομέα των ημιαγωγών ηλεκτρισμού. Το συνολικό κόστος του σχεδίου ύψους 4 563,7 εκατομμυρίων αυστριακών σελινίων (ATS) θα καλυπτόταν μέχρι ποσού 371 εκατομμυρίων ATS μέσω κρατικής ενισχύσεως που θα χορηγούσαν εν μέρει οι ομοσπονδιακές αρχές και εν μέρει το Bundesland Kδrnten και ο δήμος Villach. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης προοριζόταν για έρευνα και ανάπτυξη (348,2 εκατομμύρια ATS), το υπόλοιπο για μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος (17 εκατομμύρια ATS) και εκπαίδευση (5,8 εκατομμύρια ATS).
7 Μετά την κοινοποίηση και πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης περί κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης η Επιτροπή και η Αυστρία είχαν αλληλογραφία επί του θέματος. Η αλληλογραφία αυτή, που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας δίκης, κάλυψε περίοδο πάνω από ενάμισι έτος.
8 Η Επιτροπή ζήτησε περισσότερες πληροφορίες επί του κοινοποιηθέντος μέτρου πέντε φορές, με επιστολές της 26ης Ιουλίου 1996, της 17ης Φεβρουαρίου 1997, της 2ας Μαου 1997, της 6ης Αυγούστου 1997 και της 10ης Νοεμβρίου 1997 (στο εξής: η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη επιστολή). Σε καθεμιά από τις επιστολές αυτές η Επιτροπή επισήμανε ότι η αίτηση περισσοτέρων στοιχείων «αναιρεί» την έναρξη της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται για την κοινοποίηση και ότι σύμφωνα με την τρίτη φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης τα κράτη μέλη δεν πρέπει να θέτουν σε εφαρμογή τα μελετώμενα μέτρα πριν η Επιτροπή διατυπώσει την άποψή της.
9 Η Αυστρία απάντησε με επιστολές της 2ας Ιανουαρίου 1997, της 19ης Μαρτίου 1997, της 13ης Ιουνίου 1997, της 4ης Σεπτεμβρίου 1997 και της 20ής Νοεμβρίου 1997.
10 Σ' αυτό το στάδιο των προτάσεων αρκεί αυτό το σύντομο ιστορικό. Το περιεχόμενο των επιστολών θα το εξετάσω κατωτέρω μαζί με το ζήτημα κατά πόσον ήταν νομότυπες οι αιτήσεις της Επιτροπής για πληροφορίες (3).
11 Με την από 20 Νοεμβρίου 1997 απάντησή της στην πέμπτη επιστολή της Επιτροπής, η Αυστριακή Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν θα ανέμενε περισσότερο και θα χορηγούσε την κοινοποιηθείσα ενίσχυση. Κατά την άποψή της η ερώτηση που περιείχε η πέμπτη επιστολή της Επιτροπής μπορούσε εύκολα να βρει απάντηση από τα έγγραφα και τα στοιχεία που είχε ήδη διαβιβάσει η Αυστρία. Εξάλλου, οι ερωτήσεις που περιείχαν η τρίτη και η τέταρτη επιστολή μπορούσαν και αυτές να έχουν απάντηση νωρίτερα και δεν αφορούσαν ουσιώδη στοιχεία του σχεδίου. Κατά συνέπεια, η κοινοποίηση είχε ολοκληρωθεί και η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της όλα τα αναγκαία στοιχεία για την προκαταρκτική εκτίμηση σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Συνεπώς, η πέμπτη επιστολή δεν μπορούσε να εκληφθεί ως αίτηση περαιτέρω αναγκαίων πληροφοριών και δεν μπορούσε να «αναιρέσει» την έναρξη της περιόδου εντός της οποίας η Επιτροπή όφειλε να λάβει θέση επί της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης. Το πολύ-πολύ μπορούσε να ερμηνευθεί ως αίτημα προς την Αυστρία να συναινέσει σε παράταση της δίμηνης προθεσμίας, πράγμα που η Αυστρία αρνήθηκε να πράξει. Κατόπιν αυτού και σύμφωνα με την απόφαση Lorenz, η ενίσχυση περιήλθε πλέον στο καθεστώς των υφισταμένων ενισχύσεων και η Αυστρία μπορούσε να τη θέσει σε εφαρμογή.
12 Με αχρονολόγητη τηλεομοιοτυπία η Επιτροπή αντιτάχθηκε στην πρόθεση της Αυστρίας να θέσει σε εφαρμογή την ενίσχυση. Με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 1997 η Αυστρία επισήμανε ότι η τηλεομοιοτυπία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως η ενδεδειγμένη διατύπωση αντιρρήσεων.
13 Με τηλεομοιοτυπία της 16ης Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή πληροφόρησε την Αυστρία για την απόφασή της να κινήσει την ίδια ημέρα τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης όσον αφορά τη μελετώμενη ενίσχυση υπέρ της Siemens και επισήμανε ότι ακολουθεί λεπτομερέστερη επιστολή (4).
14 Η επιστολή αυτή που περιείχε το κείμενο της επίδικης απόφασης (5) ακολούθησε στις 9 Φεβρουαρίου 1998, ανέφερε δε ως αντικείμενο:
«Κρατική ενίσχυση αριθ. C 84/97 (πρώην N 509/96) - Αυστρία
Μέτρα υπέρ της εταιρίας Siemens Bauelemente OHG».
15 Αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υποθέσεως, στην εταιρία και στην προτεινομένη ενίσχυση την οποία και αξιολογεί από πλευράς νομιμότητας, η Επιτροπή καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα:
«Βάσει των προαναφερθέντων, η Επιτροπή έχει σοβαρούς ενδοιασμούς στη φάση αυτή όσον αφορά το συμβιβάσιμο της προταθείσας ενίσχυσης με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ. Συγκεκριμένα, οι αυστριακές αρχές δεν έχουν αποδείξει τον χαρακτήρα κινήτρου της προταθείσας ενίσχυσης για Ε&Α, ότι η ενίσχυση είναι αναγκαία και ότι το σχέδιο είναι επιλέξιμο για χρηματοδότηση ως "δραστηριότητα ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο". Όσον αφορά τις ενισχύσεις για περιβαλλοντικά και εκπαιδευτικά μέτρα, θα πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τα προαναφερθέντα κριτήρια.
Η Επιτροπή, συνεπώς, αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Η Επιτροπή με την παρούσα δίνει στην Αυστριακή Κυβέρνηση την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της καθώς και όλες τις σχετικές πληροφορίες εντός ενός μηνός από τη λήψη της παρούσας επιστολής.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει στις αυστριακές αρχές ότι βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, το ενεχόμενο κράτος μέλος οφείλει να μη χορηγήσει την ενίσχυση μέχρι να εκδοθεί τελική απόφαση [...]». (6)
16 Με επιστολή της 6ης Μαρτίου 1998 η Αυστρία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή όπως της ζητήθηκε με περαιτέρω πληροφορίες επί του θέματος. Ωστόσο, επανέλαβε ρητά τη θέση της όσον αφορά την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό, ανέφερε, οι παρατηρήσεις της και οποιαδήποτε περαιτέρω συνεργασία επί του θέματος δεν θίγουν το κύριο επιχείρημα της, ότι δηλαδή σύμφωνα με την απόφαση Lorenz, η Επιτροπή έχασε το δικαίωμα να κινήσει τη διαδικασία. Οι παρατηρήσεις επί της ουσίας διατυπώνονται μόνον επικουρικώς και προς το συμφέρον της συνεχούς καλής συνεργασίας με την Επιτροπή.
17 Με δικόγραφο της 6ης Απριλίου 1998, που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο την επομένη, η Αυστρία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 1998.
III - Οι εφαρμοστέοι διαδικαστικοί κανόνες
18 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ) ορίζει: «Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν τον ανταγωνισμό [...] είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
19 Η απαγόρευση αυτή δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε απαλλαγμένη αιρέσεων. Το άρθρο 92, παράγραφος 3, ειδικότερα, παρέχει στην Επιτροπή ευρεία διακριτική εξουσία να επιτρέπει ενισχύσεις κατ' εξαίρεση. Συναφώς, η εκτίμηση του ζητήματος αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται ή δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά απαιτεί την εξέταση και εκτίμηση οικονομικών στοιχείων και παραγόντων που ενδέχεται να είναι και περίπλοκη και δεκτική απότομης μεταβολής (7).
20 Tο άρθρο 93 της Συνθήκης προβλέπει διαδικασίες στις οποίες ο αποκλειστικός ρόλος της Επιτροπής είναι να ελέγχει και να εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων. Η διαπίστωση ότι κάποια ενίσχυση ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά πρέπει να είναι η κατάληξη της κατάλληλης διαδικασίας για την εφαρμογή της οποίας είναι αρμόδια η Επιτροπή, με την επιφύλαξη μεταρρυθμίσεως από τα κοινοτικά δικαστήρια (8). Το άρθρο 93, παράγραφος 3, το οποίο ενδιαφέρει ιδιαίτερα την υπό κρίση υπόθεση, ορίζει τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Tο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση».
21 Κατά το άρθρο 94 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 89 EΚ) το Συμβούλιο, μπορεί να εκδώσει, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο, κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93. Μπορεί ιδίως να «καθορίσει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 93, παράγραφος 3».
22 Μέχρι πρόσφατα ο κοινοτικός νομοθέτης είχε χρησιμοποιήσει τις κανονιστικές αυτές εξουσίες μόνο σε συγκεκριμένους τομείς όπως η γεωργία, οι μεταφορές και οι ναυπηγικές εργασίες (9).
23 Έτσι, οι γενικοί διαδικαστικοί κανόνες για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 διαμορφώθηκαν σταδιακά με βάση το γράμμα και την οικονομία της Συνθήκης μέσω αποφάσεων των κοινοτικών δικαστηρίων. Σε διάφορα διαδικαστικά ζητήματα η Επιτροπή εξέδωσε ανακοινώσεις προς τα κράτη μέλη και δημοσίευσε άλλες στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (10).
24 Στις 22 Μαρτίου 1999 (πάνω από 40 χρόνια μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Ρώμης) το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 659/1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (11) (στο εξής: κανονισμός). Ο κανονισμός περιέχει νομικώς δεσμευτικούς γενικούς διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν τις ενισχύσεις σε όλους τους τομείς. Εκδόθηκε προκειμένου να «ενισχυθεί και να κωδικοποιηθεί» η προηγουμένη πρακτική της Επιτροπής και να «αυξηθεί η διαφάνεια και η ασφάλεια του δικαίου» (12).
25 Στην παρούσα υπόθεση, πάντως, ο κανονισμός δεν έχει εφαρμογή. Η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση πάνω από ένα έτος πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού, τον Απρίλιο του 1999 (13).
26 Θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός περιέχει χρήσιμα στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του δικαίου πριν από τη θέση του σε ισχύ, δεδομένου ότι ένας από τους ρητούς στόχους του είναι να «κωδικοποιήσει» την προϋπάρχουσα πρακτική της Επιτροπής. Φαίνεται ότι γι' αυτό τον λόγο η Επιτροπή αναφέρθηκε συχνά κατά την προφορική διαδικασία στις διατάξεις του κανονισμού αυτού.
27 Ωστόσο, έστω και στο μέτρο που ο κανονισμός αποτελεί κωδικοποίηση, και πάλι ανακύπτει το ερώτημα αν η παλαιότερη πρακτική ήταν νόμιμη. Το σημαντικότερο είναι ότι, καθόσον ο κανονισμός υπερακοντίζει την παλαιότερη πρακτική, δεν ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο κανονισμός σκοπεί επίσης να «ενισχύσει» την προηγούμενη πρακτική το οποίο πρέπει να σημαίνει να ενταθεί ο έλεγχος των ενισχύσεων. Πράγματι, ο κανονισμός εισάγει νέα μέσα στο σύστημα ελέγχου (14) και τροποποιεί σε ορισμένα σημαντικά σημεία τους υπάρχοντες μηχανισμούς (15).
28 Επιπλέον, σε οποιοδήποτε διαδικαστικό σύστημα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαφόρων παραγόντων διαπλέκονται στενά και κάθε διαδικαστικός κανόνας συνδέεται άρρηκτα με τους άλλους. Δεδομένου ότι το νέο σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός δημιουργεί μια νέα και κάπως διαφορετική ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της Κοινότητας, των κρατών μελών και των άλλων ενδιαφερομένων, δεν θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να απομονωθούν ορισμένοι κανόνες του κανονισμού αυτού και να θεωρηθεί ότι οι κανόνες αυτοί (που αναγκαστικά θα έβγαιναν από το πλαίσιο τους) συνιστούν κωδικοποίηση του προϋσχύσαντος δικαίου.
29 Κατόπιν των ανωτέρω, θα στηρίξω την ανάλυσή μου στην παρούσα υπόθεση αποκλειστικά στο παλαιότερο διαδικαστικό καθεστώς, το οποίο διαμορφώθηκε, όπως προανέφερα, από το γράμμα του άρθρου 93 της Συνθήκης, τη νομολογία του Δικαστηρίου και τις ανακοινώσεις της Επιτροπής.
30 Δεδομένου ότι αμφότεροι οι διάδικοι αναφέρονται επίσης σε ένα κείμενο που δημοσίευσε η Επιτροπή το 1995 που τιτλοφορείται «Οδηγός για τις διαδικασίες σε υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων» (στο εξής: οδηγός) (16), θα διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις ως προς τη φύση του κειμένου αυτού.
31 Ο οδηγός ούτε κοινοποιήθηκε με επιστολή στα κράτη μέλη ούτε δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή ως ανακοίνωση στη σειρά «C» της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
32 Το βιβλίο στο οποίο περιέχεται ο οδηγός αναφέρει στην εισαγωγή του τα ακόλουθα:
«[...] Ο τόμος αυτός αποτελεί συλλογή των βασικών κειμένων περί κρατικών ενισχύσεων που δείχνουν πως αναπτύχθηκε η κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού σ' αυτόν τον τομέα. [...] Για να δώσουμε την πληρέστερη δυνατή εικόνα, η συλλογή περιέχει κείμενα διαφόρων ειδών που δεν δημοσιεύθηκαν όλα στην Επίσημη Εφημερίδα και έχουν βεβαίως διαφορετική νομική φύση [...]».
33 Ο ίδιος ο οδηγός αναφέρει τα ακόλουθα στην εισαγωγή του:
«[...] Οι διαδικαστικοί κανόνες σε περιπτώσεις κρατικών ενισχύσεων ουδέποτε κωδικοποιήθηκαν. Ο σύντομος αυτός οδηγός έχει σκοπό να καλύψει αυτό το κενό. Οι πηγές - τα άρθρα της Συνθήκης, οι κανονισμοί του Συμβουλίου και της Επιτροπής, οι ανακοινώσεις της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη και οι ανακοινώσεις στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ - παρατίθενται - οι δικαστικές αποφάσεις συνοψίζονται - σε άλλο τμήμα του παρόντος τόμου. [...]
Νομική φύση
Ο οδηγός επιχειρεί να περιγράψει την παρούσα κατάσταση του δικαίου και της πρακτικής όπως διαμορφώθηκαν από τις διάφορες αυτές πηγές. Η περί του δικαίου αντίληψη της Επιτροπής τελεί υπό την επιφύλαξη μεταγενέστερης διαφορετικής ερμηνείας εκ μέρους του Δικαστηρίου. Εξάλλου ο οδηγός δεν αποκλείει την υιοθέτηση διαφορετικών διαδικαστικών κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις σε συγκεκριμένους τομείς ή περιστάσεις, στο μέλλον.»
34 Νομίζω ότι ο οδηγός δεν επιχειρεί - και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί - να δημιουργήσει απευθείας δικαιώματα ή υποχρεώσεις. Ο ρητός σκοπός του είναι να περιγράψει την παρούσα κατάσταση του δικαίου. Αναφέρει ρητά ότι η αντίληψη του δικαίου από την Επιτροπή υπόκειται στην ερμηνεία που θα δώσει εκ των υστέρων ενδεχομένως το Δικαστήριο. Ο στόχος του δηλαδή είναι περιγραφικός και όχι κανονιστικός. Ακόμη και αν είχε σκοπό να δημιουργήσει νέα δικαιώματα ή υποχρεώσεις δεν θα μπορούσε εγκύρως να το πράξει. Βάσει της Συνθήκης η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να θεσπίζει νομικούς δεσμευτικούς κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες για υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων (17).
35 Τα κράτη μέλη και οι άλλοι ενδιαφερόμενοι μπορούν πάντως να βασιστούν στις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ένας από τους στόχους του οδηγού είναι να περιγράψει την παρούσα πρακτική της Επιτροπής. Δημοσιεύθηκε για να προαγάγει τη διαφάνεια και να κωδικοποιήσει το ισχύον δίκαιο. Ακόμα και αν ο οδηγός δεν έχει την ιδιότητα κανόνα δικαίου που η Επιτροπή οφείλει πάντα να τηρεί, θέτει ωστόσο κανόνες συμπεριφοράς που διαγράφουν την πρακτική που πρέπει να ακολουθείται. Συνεπώς, όπως συμβαίνει και με κάθε άλλη εσωτερική οδηγία, η Επιτροπή δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους κανόνες που περιέχει ο οδηγός χωρίς αιτιολογία δεδομένου ότι διαφορετικά θα είχαμε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (18). Το ίδιο συμβαίνει και με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποστεί χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση από μια πάγια διοικητική πρακτική (19). Ο οδηγός αποτελεί απόδειξη της υπάρξεως παγιωμένης πρακτικής.
36 Θα δώσω τώρα μια σύντομη περιγραφή των βασικών διαδικαστικών αρχών που διέπουν τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων προκειμένου να τοποθετήσω στο οικείο πλαίσιο τους κανόνες που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Lorenz.
37 Το διαδικαστικό σύστημα όπως θεσπίζεται στο άρθρο 93 της Συνθήκης και έχει διαμορφωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου διαφέρει αναλόγως του αν πρόκειται για υφιστάμενες ή νέες ενισχύσεις. Οι πρώτες διέπονται από το άρθρο 93, παράγραφοι 1 και 2, και οι δεύτερες από το άρθρο 93, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης.
38 Το άρθρο 93, παράγραφος 1, αναθέτει στην Επιτροπή το καθήκον να εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, η Επιτροπή προτείνει στα κράτη μέλη τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς. Κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι κάποια ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης ή ότι εφαρμόζεται καταχρηστικά, αποφασίζει ότι το οικείο κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που καθορίζει η ίδια.
39 Όσον αφορά τις νέες ενισχύσεις, το άρθρο 93, παράγραφος 3, θεσπίζει ένα σύστημα προληπτικού ελέγχου. Η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται εγκαίρως για τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις, ώστε να μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι κάποιο τέτοιο σχέδιο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Η τελευταία φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3, απαγορεύει στο οικείο κράτος μέλος να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η εν λόγω διαδικασία καταλήξει στην έκδοση τελικής αποφάσεως.
40 Με την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973 στην υπόθεση Lorenz και με μεταγενέστερες αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι το αρχικό στάδιο ελέγχου κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, έχει ως αντικείμενο να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη για την πλήρη ή μερική συμμόρφωση προς τη Συνθήκη των σχεδίων ενισχύσεων που της κοινοποιήθηκαν. Ο στόχος που επιδιώκει η διάταξη αυτή, που είναι να αποτρέψει τη χορήγηση ενισχύσεως που αντιβαίνει στη Συνθήκη, συνεπάγεται ότι η απαγόρευση της τελευταίας φράσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, θα ισχύει καθόλη τη διάρκεια της προκαταρκτικής περιόδου. Συνεπώς, για να εξυπηρετηθεί το συμφέρον των κρατών μελών να ενημερωθούν γρήγορα για την κατάσταση σε τομείς όπου η ανάγκη παρεμβάσεως είναι ίσως επείγουσα, η Επιτροπή πρέπει να ενεργήσει ταχέως. Αν η Επιτροπή, αφού ενημερωθεί από κάποιο κράτος μέλος για σχέδιο που αποβλέπει στη χορήγηση ή στην τροποποίηση ενισχύσεως, δεν κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, το κράτος μέλος μπορεί μετά την πάροδο εύλογης περιόδου που το Δικαστήριο προσδιόρισε σε δύο μήνες (στο εξής: περίοδος Lorenz) να χορηγήσει τη μελετώμενη ενίσχυση αρκεί να ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή, οπότε η ενίσχυση περιέρχεται πλέον στο καθεστώς των υφισταμένων εγγυήσεων.
41 Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια νομολογία, αν στο τέλος της προκαταρκτικής εξέτασης η Επιτροπή κρίνει ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη οφείλει, προς το συμφέρον της χρηστής διοίκησης, να ενημερώσει το οικείο κράτος μέλος. Η εν λόγω ενίσχυση, χορηγούμενη από το οικείο κράτος στο οποίο η Επιτροπή γνωστοποίησε τη θετική εκτίμησή της, γίνεται τότε υφιστάμενη ενίσχυση υποκειμένη στο σύστημα του διαρκούς ελέγχου του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Αν όμως η Επιτροπή κρίνει ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, οφείλει αμελλητί να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, η οποία περιλαμβάνει την υποχρέωση να καλέσει τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός ορισμένης προθεσμίας.
IV - Παραδεκτό
42 Κατ' αρχάς πρέπει να εξεταστεί αν η προσφυγή της Αυστρίας για ακύρωση της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι παραδεκτή, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν έχει ακόμη εκδοθεί η τελική απόφαση για το αν συμβιβάζεται η ενίσχυση με την κοινή αγορά.
43 Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1992 στις υποθέσεις Ισπανία κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής (20), η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να είναι δεκτική προσβολής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ) (21).
44 Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, το κράτος μέλος πρέπει να είναι σε θέση να προσβάλει μια τέτοια απόφαση η οποία χαρακτηρίζει κάποια ενίσχυση ως νέα, και κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορίζει την αντίστοιχη διαδικασία. Η απόφαση αυτή έχει έννομες συνέπειες καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, δεν επιτρέπει στο κράτος μέλος να εφαρμόσει το σχέδιο ενισχύσεως που κοινοποίησε στην Επιτροπή. Εξάλλου, τα αποτελέσματα αυτά είναι οριστικά: είτε το κράτος μέλος συμμορφώνεται με την υποχρέωση μη εφαρμογής της ενίσχυσης και με συνέπεια ότι τα βλαπτικά αποτελέσματα της προκύπτουσας καθυστέρησης δεν θα μπορούν να απαλειφθούν με τυχόν μεταγενέστερη απόφαση ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά ή με προσφυγή κατά της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής· είτε θα εφαρμόσει την ενίσχυση με συνέπεια ότι ακόμη και μια τελική απόφαση της Επιτροπής που θα κρίνει ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά δεν θα μπορεί να νομιμοποιήσει τα εκτελεστικά μέτρα, τα οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι ελήφθησαν κατά παράβαση της υποχρεώσεως που διατυπώνει η τελευταία φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3 (22).
45 Στην παρούσα υπόθεση, η Αυστρία θεώρησε ότι σύμφωνα με τις αρχές Lorenz, η κοινοποιηθείσα ενίσχυση υπήχθη στο σύστημα των υφισταμένων ενισχύσεων. Η Επιτροπή διαφώνησε. Στην προσβαλλόμενη απόφαση «υπενθύμισε» στις αυστριακές αρχές την υποχρέωση που υπέχουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, να μην ενεργήσουν περαιτέρω. Κατ' αυτόν τον τρόπο χαρακτήρισε σιωπηρά την ενίσχυση ως νέα ενίσχυση με τις προαναφερθείσες ενδεχόμενες βλαπτικές έννομες συνέπειες εις βάρος της Αυστρίας. Συνεπώς, η προσφυγή της Αυστρίας είναι παραδεκτή.
V - Επί της ουσίας
46 Όπως προανέφερα, η Αυστρία υποστηρίζει κυρίως ότι σύμφωνα με τις αρχές Lorenz, η επίδικη ενίσχυση κατέστη υφισταμένη ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανίσχυρη διότι κακώς αντιμετωπίζει την ενίσχυση ως νέα και απαγορεύει στην Αυστρία να τη θέσει σε εφαρμογή πριν η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, καταλήξει σε τελική απόφαση.
47 Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή προβάλλει έναν κύριο και δύο επικουρικούς ισχυρισμούς.
48 Κατά την άποψή της, πρώτον, οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Lorenz δεν έχουν εφαρμογή διότι η ενίσχυση χορηγήθηκε πριν κοινοποιηθεί. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αυστριακές αρχές διατύπωσαν έναντι της Siemens τη χωρίς όρους και νομικώς δεσμευτική υπόσχεση να χορηγήσουν την επίδικη ενίσχυση πριν έχουν τις πρώτες επαφές με την Επιτροπή. Αφού η Αυστρία δεν τήρησε την υποχρέωση που υπέχει από την τρίτη φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3, έχασε το δικαίωμα να επικαλεστεί τις αρχές Lorenz.
49 Δεύτερον, και επικουρικώς, την ημέρα κατά την οποία η Αυστριακή Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή για την πρόθεσή της να χορηγήσει την ενίσχυση (20 Νοεμβρίου 1997) δεν είχε ακόμη εκπνεύσει η περίοδος που καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση Lorenz. Η Επιτροπή προβάλλει συναφώς δύο επιχειρήματα. Αφενός, η περίοδος αυτή δεν άρχισε να τρέχει διότι η εκ μέρους της Αυστρίας κοινοποίηση δεν ήταν πλήρης. Αφετέρου, η σχετική περίοδος πρέπει να είναι μεγαλύτερη των δύο μηνών λόγω των ιδιαιτέρων περιστάσεων της υποθέσεως.
50 Ακόμη επικουρικότερα (αν υποτεθεί ότι στις 20 Νοεμβρίου 1997 είχε εκπνεύσει η περίοδος Lorenz), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίδικη ενίσχυση δεν κατέστη αυτομάτως υφισταμένη ενίσχυση. Οσάκις ένα κράτος μέλος επικαλείται τις αρχές Lorenz, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί και στην παρούσα υπόθεση άσκησε αυτό το δικαίωμα νομοτύπως και εγκαίρως.
51 Υπό το φως των επιχειρημάτων αυτών ανακύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα:
- Έθεσε πράγματι η Αυστρία σε εφαρμογή την ενίσχυση πριν την κοινοποιήσει οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι αρχές Lorenz;
- Αν δεν έχουν εφαρμογή οι αρχές Lorenz, πότε άρχισε να τρέχει η περίοδος Lorenz;
- Ήταν η περίοδος Lorenz διαρκείας δύο μηνών;
- Αν η περίοδος Lorenz είχε λήξει, είχε η Επιτροπή δικαίωμα αντιτάξεως και το άσκησε νομοτυπως και εγκαίρως;
A - Έχουν εφαρμογή οι αρχές Lorenz;
52 Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί τις αρχές Lorenz αν έθεσε σε εφαρμογή το σχεδιαζόμενο μέτρο ενισχύσεως πριν το κοινοποιήσει (23). Η απόφαση Lorenz στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο συμφέρον των κρατών μελών να ενημερώνονται ταχέως σε περιπτώσεις όπου απαιτείται επειγόντως κάποιο μέτρο ενισχύσεως. Το δικαιολογημένο αυτό συμφέρον δεν υπάρχει στην περίπτωση που το κράτος έθεσε το μέτρο σε εφαρμογή πριν το κοινοποιήσει. Αν ένα κράτος μέλος επιθυμεί να θέσει σε εφαρμογή μέτρα το γρηγορότερο δυνατό και έχει αμφιβολία ως προς το αν ένα σχεδιαζόμενο μέτρο αποτελεί κρατική ενίσχυση, μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντά του ενημερώνοντας την Επιτροπή, η οποία έχει πλέον την υποχρέωση να καθορίσει τη στάση της εντός δύο μηνών (24).
53 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Αυστρία έθεσε σε εφαρμογή το μέτρο υπέρ της Siemens πριν το κοινοποιήσει.
54 Κατά την άποψή της, η έκφραση «να εφαρμόσει» του άρθρου 93, παράγραφος 3, σημαίνει όχι μόνον τη χορήγηση καθαυτή της ενίσχυσης στον ωφελούμενο αλλά και την προηγουμένη πράξη της θεσπίσεως του μέτρου σε νομοθετικό επίπεδο, σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες του οικείου κράτους μέλους. Συνεπώς, η ενίσχυση λογίζεται ότι έχει εφαρμοστεί μόλις κινηθεί ο νομοθετικός μηχανισμός που θα επιτρέψει τη χορήγησή της χωρίς άλλες διατυπώσεις (25).
55 Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι, κατά το αυστριακό δίκαιο, η γραπτή υπόσχεση της χορήγησης ενισχύσεως δημιουργεί την εκ του νόμου υποχρέωση των αρχών να χορηγήσουν την ενίσχυση. Συνεπώς, η υπόσχεση αυτή έχει τα ίδια αποτελέσματα όπως και η νομοθεσία που θεσπίζει την ενίσχυση και θέτει σε εφαρμογή την ενίσχυση κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3.
56 Για να αποδείξει ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση προέβη σε αυτή τη νομικώς δεσμευτική υπόσχεση η Επιτροπή επικαλείται δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες στις 5 Απριλίου 1995 και στις 26 Απριλίου 1996. Στο πρώτο αναφέρεται ότι το Villach συναγωνιζόταν για την επένδυση Siemens με άλλες τοποθεσίες στην Ανατολική Γερμανία και στην Ιρλανδία και ότι ο Καγκελάριος Vranitzky είχε «κατ' αρχήν διαβεβαιώσει» ότι η ενίσχυση υπέρ της Siemens θα χορηγείτο. Στο δεύτερο άρθρο ένας από τους διευθυντές της Siemens φέρεται ότι είπε ότι το διοικητικό συμβούλιο της Siemens κλίνει υπέρ της επενδύσεως στο Villach «δεδομένου ότι η Αυστριακή Ομοσπονδία, το Land Kδrnten και ο δήμος Villach έδωσαν γραπτές διαβεβαιώσεις στη Siemens ότι θα χορηγήσουν ενίσχυση 370 εκατομμυρίων ATS». Η Επιτροπή επικαλείται επίσης ένα εσωτερικό έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 1996 στο οποίο η διεύθυνση του εργοστασίου ημιαγωγών της Siemens ζητεί από το διοικητικό συμβούλιο της Siemens να αποδεσμεύσει τα αναγκαία κεφάλαια για την επένδυση στο Villach και αναφέρεται σε σύσταση της αρμόδιας αυστριακής αρχής προς το αυστριακό Υπουργείο Οικονομικών να χορηγήσει ενίσχυση ύψους 371 εκατομμυρίων ATS.
57 Κατά τη γνώμη μου τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η Αυστρία προέβη σε νομικώς δεσμευτική και χωρίς όρους υπόσχεση να χορηγήσει την επίδικη ενίσχυση. Η Αυστρία και η Siemens φαίνεται ότι είχαν πάντα επίγνωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τις κοινοτικές περί κρατικών ενισχύσεων διατάξεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία δείχνουν επίσης ότι, καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η ίδια η Επιτροπή αντιμετώπισε την ενίσχυση ως ενίσχυση που κοινοποιήθηκε πριν τεθεί σε εφαρμογή.
58 Πρώτον, είναι βέβαιο ότι ακόμη και κατά την ημερομηνία ασκήσεως της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως, οι αυστριακές αρχές δεν είχαν χορηγήσει τη μελετώμενη ενίσχυση.
59 Δεύτερον, τα άρθρα στον Τύπο και το έγγραφο που επικαλείται η Επιτροπή δεν είναι αποφασιστικά αποδεικτικά στοιχεία. Τα άρθρα στις εφημερίδες δεν αναφέρουν αν η φερομένη υπόσχεση της Αυστρίας ήταν με όρους ή χωρίς όρους. Το πρώτο άρθρο κάνει λόγο για μια διαβεβαίωση που δόθηκε μόνο «κατ' αρχήν», πράγμα που υπονοεί την ύπαρξη αιρέσεων. Και το έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 1996 αναφέρει την «κοινοποίηση στην ΕΕ» ως αναγκαία προϋπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πειστικά ακόμη και αναλυτικότερα άρθρα εφημερίδων.
60 Τρίτον, καθόλη τη διοικητική διαδικασία η Επιτροπή αναφερόταν στην ενίσχυση ως «κοινοποιηθείσα ενίσχυση» και την καταχώρησε με την ένδειξη «N» 509/96 (καταχώριση κοινοποιουμένων ενισχύσεων) και όχι με την ένδειξη «NN» (καταχώριση μη κοινοποιουμένων ενισχύσεων). Ακόμη και στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή ονομάζει την ενίσχυση κοινοποιηθείσα ενίσχυση.
61 Τελευταίο και σπουδαιότερο, η Αυστρία προσκόμισε στο Δικαστήριο ένα έγγραφο της 18ης Απριλίου 1996 με το οποίο οι αυστριακές αρχές πληροφόρησαν τη Siemens ότι σκόπευαν να χορηγήσουν ενίσχυση υπέρ του προγράμματος Siemens στο Villach μέχρι ορίου 371 εκατομμυρίων ATS. Στην επιστολή αναφέρεται ότι η μελετώμενη ενίσχυση τελεί υπό την αίρεση της εγκρίσεως της Επιτροπής και θα χορηγηθεί μόνον αν συμβιβάζεται με τις εκ της Συνθήκης υποχρεώσεις.
62 Το συμπέρασμα είναι - και δεν απαιτείται να συζητηθούν με περισσότερες λεπτομέρειες οι θεωρίες της Επιτροπής σχετικά με την έννοια της έκφρασης «να εφαρμόσει» - ότι στην παρούσα υπόθεση η Αυστρία δεν έθεσε σε εφαρμογή το μελετώμενο μέτρο ενισχύσεως υπέρ της Siemens πριν το κοινοποιήσει. Κατά συνέπεια, έχουν εφαρμογή οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τις κοινοποιηθείσες ενισχύσεις στους οποίους κανόνες ανήκουν και οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Lorenz.
Β - Πότε άρχισε να τρέχει η περίοδος που καθόρισε το Δικαστήριο στην απόφαση Lorenz;
63 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν στις 20 Νοεμβρίου 1997 - ημερομηνία κατά την οποία η Αυστριακή Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή για την πρόθεσή της να θέσει σε εφαρμογή την ενίσχυση - είχε ήδη λήξει η περίοδος που καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση Lorenz. Όπως προανέφερα (26) η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η περίοδος αυτή άρχισε να τρέχει σε χρόνο μεταγενέστερο απ' ό,τι υποθέτει η Αυστριακή Κυβέρνηση και εν πάση περιπτώσει στην παρούσα περίπτωση ήταν μεγαλύτερη των δύο μηνών. Σ' αυτό το τμήμα των προτάσεων θα ασχοληθώ με το πρώτο ζήτημα (27) και θα εξετάσω αν η πέμπτη επιστολή ερωτήσεων της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 1997, μπορούσε, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, «να αναιρέσει» την έναρξη της περιόδου Lorenz εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει την αρχική εκτίμησή της σχετικά με την ενίσχυση.
64 Κατά την Επιτροπή, η περίοδος Lorenz αρχίζει να τρέχει μόνον αφού η ίδια λάβει πλήρη κοινοποίηση. Η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης όταν δεν περιέχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται η Επιτροπή για να μορφώσει άποψη ως προς το αν συμβιβάζεται το οικείο μέτρο με τη Συνθήκη. Αν μια κοινοποίηση δεν είναι πλήρης η Επιτροπή ζητεί περισσότερες πληροφορίες. Η αίτηση αυτή «αναιρεί» την έναρξη της περιόδου εντός της οποίας εξετάζεται η κοινοποίηση. Στη συνέχεια η περίοδος αρχίζει εκ νέου να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία παραλαμβάνονται οι ζητηθείσες περαιτέρω πληροφορίες.
65 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι μόνον ότι είναι αρμόδια να κρίνει αν χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες. Έχει ευρεία διακριτική εξουσία όταν εκτιμά ποιες πληροφορίες είναι απαραίτητες. Κατά συνέπεια, ο ενδεχόμενος δικαστικός έλεγχος ως προς την καταλληλότητα των ερωτημάτων αυτών πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις παραβάσεως ουσιώδους τύπου ή κατάχρησης εξουσίας. Επιπλέον, το βάρος αποδείξεως όσον αφορά την καταλληλότητα των ερωτημάτων το φέρει το κράτος μέλος που διαφωνεί. Κατά την εξέταση του ζητήματος αν το αίτημα παροχής περισσοτέρων πληροφοριών είναι αναγκαίο, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συλλογική φύση της Επιτροπής και οι δυσχέρειες που συνεπάγεται, ο πολιτικώς ευαίσθητος χαρακτήρας μιας δεδομένης υπόθεσης και τα ενδεχομένως επικίνδυνα αποτελέσματα της εφαρμογής των αρχών Lorenz. Όσον αφορά τα επικίνδυνα αποτελέσματα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η συνέπεια μπορεί να είναι η χορήγηση της ενίσχυσης πριν ληφθεί εγκριτική απόφαση καίτοι μπορεί να αποδειχθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά· το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να διορθωθεί με εκ των υστέρων εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης· επιπλέον, οι ανταγωνιστές δεν έχουν κατάλληλο μέσο θεραπείας και η Επιτροπή ενδέχεται να αντιμετωπίσει αγωγές αποζημιώσεως κατά την έννοια του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ).
66 Βάσει αυτής της ερμηνείας των οικείων διατάξεων, η Επιτροπή αντιτάσσει στον ισχυρισμό της Αυστρίας ότι η κοινοποίηση ολοκληρώθηκε το αργότερο με επιστολή της 19ης Μαρτίου 1997. Κατά την άποψή της και υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη επιστολή με ερωτήσεις της 2ας Μαου, της 6ης Αυγούστου και της 10ης Νοεμβρίου 1997 ήταν αναγκαίες για την εκτίμηση της επίδικης ενίσχυσης.
67 Η Αυστριακή Κυβέρνηση συμφωνεί κατά βάση με την άποψη της Επιτροπής όσον αφορά το πότε αρχίζει η περίοδος Lorenz. Δέχεται ειδικότερα το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες, την επίδραση που έχει το αίτημα αυτό επί της ενάρξεως της περιόδου Lorenz και το περιθώριο εκτιμήσεως που έχει η Επιτροπή όσον αφορά το λυσιτελές των ερωτήσεων.
68 Η Αυστρία επιχειρηματολογεί ωστόσο ότι, λόγω της φύσεως του αρχικού σταδίου της διαδικασίας, ούτε η απαίτηση πλήρους κοινοποιήσεως ούτε το δικαίωμα αιτήσεως περισσοτέρων πληροφοριών πρέπει να ερμηνεύονται πολύ διασταλτικά. Κατά την άποψή της, είναι ανεπίτρεπτο να παρατείνει τεχνητά η Επιτροπή τη διαδικασία προκαταρκτικής εξετάσεως υποβάλλοντας νέες, άσχετες ερωτήσεις, κάθε φορά λίγο πριν από τη λήξη της δίμηνης περιόδου. Στην παρούσα υπόθεση η κοινοποίηση ολοκληρώθηκε μετά την απάντηση της Αυστρίας στη δεύτερη επιστολή και οι πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή με την τρίτη, την τέταρτη και την πέμπτη επιστολή δεν ήταν αναγκαίες για να τερματιστεί το αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή μπορούσε και όφειλε να θέσει τις ερωτήσεις αυτές σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Τέλος, και ακόμη επικουρικότερα, η περίοδος 19 μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της κοινοποιήσεως του σχεδίου ενισχύσεως και της αποφάσεως να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, υπερβαίνει το «εύλογο» μέτρο κατά την έννοια της αποφάσεως Lorenz.
69 Για να λυθούν τα ζητήματα που θέτουν αυτά τα επιχειρήματα πρέπει να εξεταστούν τα ακόλουθα ερωτήματα:
- Αληθεύει, όπως θεωρούν αμφότεροι οι διάδικοι, ότι μόνον η πλήρης κοινοποίηση σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου Lorenz;
- Αν αληθεύει, πότε η κοινοποίηση είναι πλήρης;
- Άπαξ ολοκληρωθεί η κοινοποίηση και αρχίσει να τρέχει η περίοδος Lorenz, μπορεί η Επιτροπή να «αναιρέσει» την έναρξη διαβιβάζοντας αίτημα για περισσότερες πληροφορίες με αποτέλεσμα ότι η περίοδος αρχίζει να τρέχει εκ νέου με την παραλαβή της απαντήσεως του κράτους μέλους;
- Ποιος διάδικος οφείλει να αποδείξει την έναρξη της περιόδου Lorenz και ποιο είναι το κατάλληλο επίπεδο δικαστικού ελέγχου;
- Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, άρχισε να τρέχει η περίοδος Lorenz και αν ναι, πότε;
1) Η πλήρης κοινοποίηση ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη της περιόδου Lorenz
70 Κατά τη γνώμη μου, οι διάδικοι ορθώς υποστηρίζουν ότι μόνον η πλήρης κοινοποίηση σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου Lorenz.
71 Αυτό προκύπτει, πρώτον, από τον σκοπό που επιδιώκει η υποχρέωση ενημερώσεως της πρώτης φράσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, που είναι να δοθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή να εξετάζει εγκαίρως (πριν την εφαρμογή) και προς το συμφέρον της Κοινότητας τα ενδεχόμενα σχέδια χορηγήσεως ή τροποποιήσεως ενισχύσεων (28). Στο πλαίσιο του αρχικού σταδίου εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, η κοινοποίηση πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να ξεχωρίζει, ταχέως και με την ολοκλήρωση μιας απλουστευμένης διαδικασίας εξετάσεως, τα μέτρα που ήδη από την κοινοποίησή τους είναι σαφές ότι συμβιβάζονται (ή είναι προφανές ότι δεν έχουν καν τον χαρακτήρα ενισχύσεως) από τα μέτρα τα οποία αντιθέτως εγείρουν αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό και συνεπώς απαιτούν περαιτέρω εξέταση (29).
72 Όταν η κοινοποίηση είναι αποσπασματική και ατελής κατά την έννοια ότι το κράτος μέλος δεν παρέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες γι' αυτή την πρώτη εκτίμηση, το έργο της Επιτροπής να ολοκληρώσει επωφελώς την αρχική εξέταση καθίσταται αδύνατο ή τουλάχιστον πολύ δυσχερέστερο. Αν θεωρηθεί ότι η ατελής κοινοποίηση σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου Lorenz,η Επιτροπή θα ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένη να κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας με τη μεγαλύτερη κινητοποίηση δυναμικού που συνεπάγεται, σε πολλές περιπτώσεις χωρίς λόγο.
73 Γι' αυτό τον λόγο το Δικαστήριο έχει κρίνει ρητά ότι η Επιτροπή, μόνον αφού της δοθεί η ευκαιρία να μορφώσει την πρώτη άποψή της οφείλει να ενεργήσει «αμελλητί» και να κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2 (30).
74 Δεύτερον, όταν ένα κράτος μέλος δεν παρέχει αρκούντως πλήρη ενημέρωση, το συμφέρον του να έχει ασφάλεια δικαίου και να είναι σε θέση να εφαρμόσει το μέτρο ενισχύσεως όσο το δυνατόν ταχύτερα (η κύρια συλλογιστική στην οποία στηρίζονται οι αρχές Lorenz) δεν είναι άξιο προστασίας.
75 Στην υπόθεση Lorenz το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή οφείλει να ενεργεί με «επιμέλεια» και «να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον των κρατών μελών να ενημερώνονται με ακρίβεια σύντομα σε τομείς όπου η ανάγκη παρεμβάσεως μπορεί να είναι επειγούσης φύσεως λόγω του αποτελέσματος που αυτά τα κράτη μέλη προσδοκούν από τα σχεδιαζόμενα μέτρα ενίσχυσης». Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια αν παραλείπει να λάβει θέση εντός εύλογης προθεσμίας που είναι δίμηνη (31).
76 Η υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει απόφαση εντός δύο μηνών στηρίζεται δηλαδή σε ένα συνδυασμό δύο θεωρήσεων. Η πρώτη είναι ότι η Επιτροπή οφείλει να ενεργήσει όλες τις διοικητικές διαδικασίες σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και να λαμβάνει τις αποφάσεις της εντός ευλόγου χρόνου. Η δεύτερη θεώρηση είναι η ειδικότερη υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον του κοινοποιούντος κράτους μέλους να αποκτήσει ασφάλεια δικαίου και να είναι σε θέση να εφαρμόσει την κοινοποιηθείσα ενίσχυση όσο το δυνατό ταχύτερα.
77 Η δεύτερη θεώρηση είναι ο κύριος λόγος στον οποίο το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του να επιβάλει στην Επιτροπή συγκεκριμένη και σχετικά βραχεία δίμηνη προθεσμία για την ολοκλήρωση του αρχικού σταδίου της διαδικασίας. Οι καθορισμένες προθεσμίες όπως αυτή που θεσπίστηκε με την απόφαση Lorenz είναι απαραίτητες μόνον όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας δικαίου. Σε περιστάσεις όπου τα κοινοτικά δικαστήρια στηρίζονται μόνο στην αρχή της χρηστής διοίκησης συνήθως δεν διατυπώνουν συγκεκριμένες προθεσμίες. Αντιθέτως, προσδιορίζουν το εύλογο της απαιτουμένης προθεσμίας αναλόγως των περιστάσεων της υποθέσεως και ειδικότερα αναλόγως του οικείου πλαισίου, των διαφόρων διαδικαστικών σταδίων που ακολουθεί η Επιτροπή, τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία, το περίπλοκο της υπόθεσης και τη σημασία της για τα διάφορα εμπλεκόμενα μέρη (32).
78 Κατά τη γνώμη μου, ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί το συμφέρον του να αποκτήσει ασφάλεια δικαίου και τη δυνατότητα να εφαρμόσει γρήγορα την ενίσχυση μόνον αν συμμορφωθεί πλήρως προς την υποχρέωση κοινοποιήσεως που υπέχει από την πρώτη φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3 (33). Όταν ένα κράτος μέλος παρεμποδίζει την αρχική εξέταση της Επιτροπής με μια αποσπασματική κοινοποίηση, το συμφέρον του για ταχεία εφαρμογή του μέτρου ενισχύσεως δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονο και το κράτος δεν μπορεί λογικά να προσδοκά από την Επιτροπή να ολοκληρώσει το αρχικό στάδιο εντός δύο μηνών. Αυτό το κράτος μέλος μπορεί να στηριχθεί μόνο στην πρώτη θεώρηση, δηλαδή στις αρχές της χρηστής διοίκησης που δεσμεύουν την Επιτροπή εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του κράτους.
79 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία σχετικά με την παράβαση της υποχρεώσεως μη εφαρμογής των οικείων μέτρων που θεσπίζει η τρίτη φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3. Όπως προανέφερα (34), το Δικαστήριο έχει κρίνει με διάφορες αποφάσεις ότι οι αυστηρές αρχές Lorenz δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος εφάρμοσε τα μέτρα ενισχύσεως πριν τα κοινοποιήσει ή πριν η Επιτροπή λάβει θετική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή δεσμεύεται μόνον από τη γενική υποχρέωση που υπέχει να ενεργεί με επιμέλεια και εντός ευλόγου χρόνου (35).
80 Το ίδιο προκύπτει και μάλιστα σαφέστερα από τις αποφάσεις Boussac (36) και Ιταλία κατά Επιτροπής (37) στις οποίες τα οικεία κράτη μέλη είχαν παραβεί και την υποχρέωση να αναβάλουν την εφαρμογή της ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, και την υποχρέωση αρκούντως ολοκληρωμένης κοινοποίησης που υπέχουν από την πρώτη φράση του εν λόγω άρθρου. Και στις δύο υποθέσεις είχε παρέλθει διάστημα άνω του διμήνου μεταξύ της αρχικής επιστολής του κοινοποιήσαντος κράτους και της αποφάσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία αντιδικίας. Παρ' όλ' αυτά, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εντός ευλόγου χρόνου. Συναφώς, το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε μόνο στην παράβαση της υποχρεώσεως μη εφαρμογής, του άρθρου 93, παράγραφος 3, αλλά επικαλέστηκε και την παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, της πρώτης φράσεως του εν λόγω άρθρου. Το Δικαστήριο έκρινε, συγκεκριμένα, ότι οι πληροφορίες που παρέσχε το οικείο κράτος ήταν κάθε άλλο παρά πλήρεις, ότι τα αναγκαία στοιχεία και οι οριστικές πληροφορίες διαβιβάστηκαν αργότερα (38) ενώ οι καθυστερήσεις στη διαδικασία προκλήθηκαν από το γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος δεν συνεργάστηκε ενεργά κατά τη διοικητική διαδικασία έρευνας (39). Από τη συλλογιστική αυτή μπορεί να συναχθεί ότι η ίδια λύση θα εφαρμοστεί και στην περίπτωση όπου το οικείο κράτος συμμορφώνεται με την υποχρέωση να μην ενεργήσει αλλά παραβαίνει την υποχρέωση πλήρους κοινοποιήσεως.
81 Κατά συνέπεια, μόνον η πλήρης κοινοποίηση σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου Lorenz.
2) Πότε είναι πλήρης η κοινοποίηση;
82 Η Αυστρία ισχυρίζεται, όπως προανέφερα, ότι η υποχρέωση πλήρους κοινοποιήσεως δεν πρέπει να νοείται ή να εφαρμόζεται πολύ αυστηρά.
83 Το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί εναλλακτικά με δύο προσεγγίσεις.
84 Κατά την πρώτη, η κοινοποίηση που δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να μορφώσει μια πρώτη γνώμη και να κρίνει αν πρέπει να κινηθεί το δεύτερο, κατ' αντιδικία, στάδιο της διαδικασίας αρκεί για να σημάνει την έναρξη της περιόδου Lorenz. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η Επιτροπή δήλωσε σε μια επιστολή προς τα κράτη μέλη ότι η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης κατά την έννοια των αρχών Lorenz όταν δεν περιέχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να μορφώσει η Επιτροπή μια πρώτη άποψη ως προς το αν συμβιβάζεται το μέτρο με τη Συνθήκη (40).
85 Κατά την άλλη και αυστηρότερη προσέγγιση, την έναρξη της εν λόγω περιόδου σηματοδοτεί μόνο η κοινοποίηση η οποία περιέχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται η Επιτροπή για να λάβει την τελική απόφαση ως προς το συμβιβαστό της ενισχύσεως. Όπως φαίνεται, αυτή την προσέγγιση ακολουθεί περισσότερο η Επιτροπή όταν αναφέρει στον προαναφερθέντα οδηγό ότι η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης οσάκις δεν περιέχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία ώστε να μορφώσει «άποψη ως προς το αν το οικείο μέτρο συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη» (41). Η νέα διαδικαστική ρύθμιση ακολουθεί τη δεύτερη προσέγγιση (42).
86 Έχω τη γνώμη ότι, όσον αφορά τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων, τα κράτη μέλη έχουν τη γενική υποχρέωση να παρέχουν καλόπιστα στην Επιτροπή όλα τα αναγκαία συναφή στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους. Αυτό απορρέει από την υποχρέωση των κρατών μελών να συνεργάζονται με την Επιτροπή, σύμφωνα με τα άρθρα 93, παράγραφος 1, και 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ) (43).
87 Αυτό πάντως δεν λύνει το ειδικότερο ζήτημα των ελαχίστων προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί μια αρχική κοινοποίηση ώστε να σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου Lorenz. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η αρχική κοινοποίηση δεν είναι η μόνη ευκαιρία για το κράτος μέλος να παράσχει και για την Επιτροπή να συλλέξει τις αναγκαίες πληροφορίες για την τελική απόφαση.
88 Θεωρώ ότι η κοινοποίηση η οποία δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να μορφώσει μια πρώτη γνώμη και να αποφασίσει αν θα κινήσει την κατ' αντιδικία διαδικασία (πρώτη προσέγγιση) αρκεί για να σημάνει την έναρξη της περιόδου Lorenz.
89 Για να ολοκληρώσει το πρώτο στάδιο η Επιτροπή δεν χρειάζεται οπωσδήποτε τον ίδιο αριθμό και τον ίδιο τύπο πληροφοριών όπως για την τελική απόφασή της. Η αρχική κοινοποίηση πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να διακρίνει τα μέτρα που είναι προφανές ότι συνάδουν με τις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων από εκείνα που εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό. Αν η Επιτροπή έχει αμφιβολίες μπορεί να κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας καλώντας τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Το δεύτερο στάδιο δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να συλλέξει τα στοιχεία που δεν έχει στη διάθεσή της προκειμένου να λάβει τελική απόφαση με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως (44).
90 Η δεύτερη και αυστηρότερη αντίληψη απαιτεί επιπλέον κάτι από το κράτος μέλος που κοινοποιεί, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις θα ήταν αδύνατο να παρασχεθεί. Ούτε το κράτος μέλος που κοινοποιεί ούτε η Επιτροπή γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιες πληροφορίες θα χρειαστούν τελικά για την τελική απόφαση ως προς το συμβιβαστό της ενισχύσεως. Η ανάγκη για περαιτέρω πληροφορίες μπορεί να ανακύψει μόνο κατά τη διάρκεια του δευτέρου σταδίου της διαδικασίας αφού η Επιτροπή θα έχει λάβει τις παρατηρήσεις τρίτων ενδιαφερομένων. Κατά συνέπεια είναι δύσκολο να φανταστούμε τις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος της κοινοποιήσεως παρέχει εξαρχής όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.
91 Για τους ίδιους λόγους η δεύτερη αντίληψη έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και εισάγει αβεβαιότητα σε ένα μηχανισμό που σκοπεί ακριβώς να αντιμετωπίζει αυτό το φαινόμενο. Για να είναι αποτελεσματικές οι αρχές Lorenz, το κράτος της κοινοποιήσεως πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει κατά το αρχικό στάδιο εξετάσεως αν η κοινοποίησή του είναι αρκούντως πλήρης. Κατά τη δεύτερη και αυστηρότερη αντίληψη, όμως, το κράτος μέλος το οποίο κατά το πρώτο στάδιο παρέσχε καλόπιστα όλες τις αρχικές πληροφορίες για μια αρχική εκτίμηση της ενίσχυσης μπορεί αργότερα και εκ των υστέρων να μην έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί την απόφαση Lorenz. Άπαξ η Επιτροπή λάβει τις παρατηρήσεις τρίτων ενδιαφερομένων κατά το δεύτερο στάδιο, είναι πιθανό να χρειαστεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες προκειμένου να λάβει τελική απόφαση. Θεωρώ ανεπίτρεπτο, στην περίπτωση αυτή, να χάνει το κράτος της κοινοποιήσεως αναδρομικά το δικαίωμά του να επικαλεστεί την απόφαση Lorenz.
92 Κατά συνέπεια, η κοινοποίηση είναι πλήρης ώστε να σηματοδοτήσει την έναρξη της περιόδου Lorenz αν περιέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να σχηματίσει η Επιτροπή μια αρχική γνώμη ως προς το αν το μέτρο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.
3) Το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες και τα αποτελέσματα που έχει η αίτηση πληροφοριών για την έναρξη της περιόδου Lorenz
93 Σύμφωνα με τον οδηγό, αν η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης, η Επιτροπή ζητεί τα απαιτούμενα περαιτέρω στοιχεία. Η αίτηση αυτή «αναιρεί» την έναρξη της περιόδου Lorenz. Η περίοδος αρχίζει να τρέχει και πάλι από την ημερομηνία κατά την οποία παραλαμβάνονται τα ζητηθέντα περαιτέρω στοιχεία (45).
94 Οι διάδικοι συμφωνούν ως προς τη νομιμότητα και τη χρησιμότητα του βασικού αυτού μηχανισμού. Η Αυστρία υποστηρίζει όμως ότι το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες υπόκειται σε περιορισμούς.
95 Εξ όσων γνωρίζω το Δικαστήριο μέχρι στιγμής δεν έχει διατυπώσει ρητά θετική ή αρνητική κρίση ως προς το αν συμβιβάζεται η τακτική της Επιτροπής με τη Συνθήκη (46). Θα μπορούσε μάλιστα να συναχθεί από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο έδειξε απροθυμία να ασχοληθεί με το ζήτημα (47). Ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn εξέφρασε αρνητική άποψη για το ζήτημα αυτό «διότι διαφορετικά η διοίκηση θα μπορούσε σε όλες τις περιπτώσεις κατ' επανάληψη να παρατείνει την προθεσμία ζητώντας πληροφορίες» (48). Αντιθέτως, ο γενικός εισαγγελέας Tesauro δέχθηκε ότι η πρακτική αυτή συμβιβάζεται με τη Συνθήκη αρκεί να μη μεταφέρει de facto στη σφαίρα της προκαταρκτικής βάσης έρευνες και εκτιμήσεις που θα έπρεπε αντίθετα να γίνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2 (49).
96 Κατά τη γνώμη μου, το δικαίωμα αιτήσεως περαιτέρω στοιχείων και τα αποτελέσματα της αιτήσεως αυτής πρέπει να εκτιμώνται κυρίως με αναφορά στις προϋποθέσεις της πλήρους κοινοποιήσεως, κατά τα προεκτεθέντα.
97 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οσάκις η αρχική κοινοποίηση είναι πλήρης ή ολοκληρώθηκε στη συνέχεια, π.χ., με απαντήσεις σε αιτήσεις πληροφοριών, η περίοδος Lorenz αρχίζει αυτομάτως να τρέχει. Άπαξ η κοινοποίηση είναι αρκούντως πλήρης, η αίτηση περαιτέρω πληροφοριών δεν μπορεί αναδρομικά να «αναιρέσει» την έναρξη της περιόδου Lorenz. Η αντίθετη λύση θα έβλαπτε το εύλογο συμφέρον του κοινοποιούντος κράτους μέλους να αποκτήσει ασφάλεια δικαίου και να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει ταχέως το μέτρο ενισχύσεως. Αν η Επιτροπή είχε απεριόριστο δικαίωμα να παρατείνει το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως με νέες και καθ' υπόθεση περιττές αιτήσεις συμπληρωματικών στοιχείων, αυτό θα δημιουργούσε μεγάλο κίνδυνο καταχρήσεως και θα υπέσκαπτε τον στόχο των αρχών Lorenz. Το ίδιο συμπέρασμα απορρέει και από γενικότερες θεωρήσεις περί την ασφάλεια δικαίου. Συγκεκριμένα, τόσο τα εθνικά δικαστήρια που καλούνται να εφαρμόσουν την απευθείας ισχύουσα απαγόρευση της τρίτης φράσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, όσο και οι ανταγωνιστές πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν πότε άρχισε να τρέχει η περίοδος Lorenz.
98 Όταν, αντιθέτως, η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης και δεν δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη, η Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα αλλά μάλλον υποχρέωση να ερευνήσει περαιτέρω και να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από το κράτος κοινοποιήσεως. Αυτό απορρέει από τη γενική υποχρέωση της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 155 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 211 ΕΚ) και από τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει στο πλαίσιο του άρθρου 93. Ωστόσο, ακόμη και σε περίπτωση ελλιπούς κοινοποιήσεως, η αίτηση πληροφοριών στην πραγματικότητα δεν «αναιρεί» αναδρομικά την έναρξη της περιόδου Lorenz. Ένα τέτοιο αναδρομικό αποτέλεσμα είναι περιττό, διότι αν δεν υπάρχει πλήρης κοινοποίηση η εν λόγω περίοδος ουδέποτε άρχισε να τρέχει. Συνεπώς, η αίτηση συμπληρωματικών στοιχείων πρέπει να αναλυθεί απλώς ως δήλωση της Επιτροπής ότι κατά την άποψή της η κοινοποίηση δεν είναι ακόμα πλήρης και συνεπώς η περίοδος Lorenz δεν άρχισε ακόμα να τρέχει.
99 Κατά συνέπεια, στην περίπτωση πλήρους κοινοποιήσεως η αίτηση περαιτέρω πληροφοριών δεν μπορεί να αναιρέσει την έναρξη της περιόδου Lorenz.
4) Το βάρος αποδείξεως και το επίπεδο δικαστικού ελέγχου
100 Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι η προϋπόθεση της πληρότητας αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης.
101 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το βάρος αποδείξεως όσον αφορά την ανάγκη συμπληρωματικών πληροφοριών φέρει το κράτος μέλος που διαφωνεί και ότι μόνον η Επιτροπή είναι αρμόδια να κρίνει αν η κοινοποίηση είναι πλήρης και συνεπώς αν υπάρχει ανάγκη για συμπληρωματικές ερωτήσεις. Υποστηρίζει επίσης ότι έχει συναφώς ευρεία διακριτική εξουσία. Ο δικαστικός έλεγχος όσον αφορά την ανάγκη συμπληρωματικών ερωτήσεων είναι περιορισμένος.
102 Νομίζω ότι, όσον αφορά το πρώτο ζήτημα (το βάρος αποδείξεως), κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει το αίτημά του. Η Αυστρία που επικαλείται τα αποτελέσματα της νομολογίας Lorenz οφείλει συνεπώς να αποδείξει είτε ότι η αρχική κοινοποίηση υπήρξε πλήρης είτε ότι συμπληρώθηκε επαρκώς στη συνέχεια ενωρίς ώστε η δίμηνη προθεσμία να έληξε πριν από τις 20 Νοεμβρίου 1997.
103 Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα (το επίπεδο του δικαστικού ελέγχου), θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω κατ' αρχάς τον κρίσιμο ορισμό: η κοινοποίηση είναι αρκούντως πλήρης αν δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη για το συμβιβαστό της ενισχύσεως.
104 Η έννοια της «πλήρους κοινοποιήσεως» δεν είναι δηλαδή σαφής με ακριβή οριοθέτηση. Ακόμα και η εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του συμβιβαστού του μέτρου ενισχύσεως με τη Συνθήκη συνεπάγεται περίπλοκες οικονομικές και κοινωνικές εκτιμήσεις (50). Το όριο μεταξύ απαραιτήτων πληροφοριών για την πρώτη εκτίμηση και ανεπαρκών πληροφοριών δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς.
105 Δέχομαι συνεπώς ότι η Επιτροπή έχει ευρύ «περιθώριο εκτιμήσεως» όσον αφορά την ανάγκη υποβολής συμπληρωματικών ερωτήσεων και ότι το Δικαστήριο πρέπει να παρεμβαίνει μόνον αν η Επιτροπή διαστρεβλώνει τα πραγματικά περιστατικά, υποπίπτει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, διαπράττει κατάχρηση εξουσίας ή καταστρατήγηση διαδικασίας (51).
106 Αντίθετα με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, όμως, η συλλογική φύση της Επιτροπής, ο πολιτικώς ευαίσθητος χαρακτήρας μιας υπόθεσης και τα ενδεχόμενα επικίνδυνα αποτελέσματα της νομολογίας Lorenz δεν είναι τα κατάλληλα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του αν η Επιτροπή υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει.
107 Το αν η κοινοποίηση ενός κράτους μέλους έδωσε ή δεν έδωσε τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη είναι ζήτημα αντικειμενικό. Οι τυχόν υποκειμενικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η Επιτροπή και δεν οφείλονται στο κράτος μέλος κοινοποιήσεως δεν πρέπει να επηρεάζουν την εκτίμηση σχετικά με την πληρότητα της κοινοποίησης. Αυτό θα αντέβαινε στην κύρια συλλογιστική στην οποία στηρίζεται ο μηχανισμός Lorenz, δηλαδή να λαμβάνεται υπόψη το εύλογο συμφέρον του κράτους μέλους να αποκτήσει ασφάλεια δικαίου και να είναι σε θέση να εφαρμόσει το κοινοποιηθέν μέτρο το γρηγορότερο δυνατό. Το συμφέρον αυτό δεν καθίσταται λιγότερο άξιο προστασίας όταν η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλήξει σε συμφωνία, στους κόλπους της, όταν το ζήτημα είναι πολιτικώς ευαίσθητο ή όταν η παράλειψη της Επιτροπής να ενεργήσει εγκαίρως θα είχε σοβαρές συνέπειες.
108 Συνεπώς, πρώτον, η Αυστρία οφείλει να αποδείξει ότι η κοινοποίησή της υπήρξε πλήρης και ότι οι αιτήσεις της Επιτροπής για πληροφορίες ήταν περιττές. Δεύτερον, η Επιτροπή έχει στο σημείο αυτό ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και υπόκειται μόνο σε περιορισμένο δικαστικό έλεγχο. Τρίτον, ο περιορισμός του ελέγχου δικαιολογείται μόνον από το περίπλοκο της εκτιμήσεως· δεν δικαιολογείται από πολιτικής φύσεως θεωρήσεις.
5) Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, πότε άρχισε να τρέχει η περίοδος Lorenz;
109 Υπενθυμίζω ότι η Αυστρία κοινοποίησε μια ενίσχυση συνολικού ύψους 371 εκατομμυρίων ATS. Το μεγαλύτερο μέρος θα διετίθετο στην έρευνα και ανάπτυξη (348,2 εκατομμύρια ATS), το υπόλοιπο σε μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος (17 εκατομμύρια ATS) και εκπαιδευτικά μέτρα (5,8 εκατομμύρια ATS). Μετά την αρχική κοινοποίηση της 21ης Ιουνίου 1996, η Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες, πέντε φορές. Η Αυστρία απάντησε στις τέσσερις πρώτες αιτήσεις. Στη συνέχεια, αντί να απαντήσει στην ερώτηση της πέμπτης επιστολής της Επιτροπής, η Αυστρία πληροφόρησε την Επιτροπή με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 1997 ότι σκοπεύει να εφαρμόσει την κοινοποιηθείσα ενίσχυση.
110 Για να εξετάσω αν η κοινοποίηση ολοκληρώθηκε πριν από τις 20 Νοεμβρίου 1997, θα ασχοληθώ τώρα αναλυτικότερα με την κρίσιμη αλληλογραφία.
111 Με επιστολή της 26ης Ιουλίου 1996 (πρώτη επιστολή) η Επιτροπή ζήτησε περισσότερες πληροφορίες για τη σχεδιαζομένη ενίσχυση δεδομένου ότι η αρχική κοινοποίηση δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για να σχηματίσει γνώμη περί το αν το μέτρο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Η πρώτη επιστολή περιείχε άνω των 20 αναλυτικών ερωτήσεων σχετικά με το σχεδιαζόμενο μέτρο.
112 Τον Σεπτέμβριο του 1996 πραγματοποιήθηκε άτυπη συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής, της Αυστρίας και της Siemens. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1997, η Αυστρία έστειλε μακροσκελή και αναλυτική απάντηση στην αίτηση της Επιτροπής για συμπληρωματικές πληροφορίες.
113 Η Επιτροπή έθεσε έξι επιπλέον ερωτήσεις σχετικά με την ενίσχυση (επιστολή της 17ης Φεβρουαρίου 1997, δεύτερη επιστολή), στην οποία η Αυστρία απάντησε με επιστολή της 19ης Μαρτίου 1997.
114 Η Αυστρία αμφισβητεί τη χρησιμότητα των μετέπειτα διαδικαστικών ενεργειών της Επιτροπής.
115 Στις 2 Μαου 1997 η Επιτροπή έστειλε στην Αυστρία και άλλη επιστολή (τρίτη επιστολή) με την οποία τη ρώτησε αν η κοινοποιηθείσα ενίσχυση για εκπαιδευτικά μέτρα θα χορηγείτο σύμφωνα με τη Richtlinie zur Fφrderung von generellen betrieblichen Schulungsmassnahmen (οδηγία για την προώθηση των γενικών μέτρων καταρτίσεως στις επιχειρήσεις) που είναι ένα από τα μέτρα εφαρμογής του αυστριακού νόμου για την ανάπτυξη της αγοράς εργασίας (Arbeitsmarktfφrderungsgesetz).
116 Με απάντηση της 13ης Ιουνίου 1997, η Αυστρία δήλωσε ότι η ενίσχυση για εκπαιδευτικά μέτρα θα χορηγείτο με διαφορετική νομική βάση.
117 Με επιστολή της 6ης Αυγούστου 1997 (τέταρτη επιστολή) η Επιτροπή ζήτησε από την Αυστρία να απαντήσει σε τρεις ερωτήσεις: Πρώτον, ποια είναι η παρούσα κατάσταση της τεχνικής προόδου του σχεδίου και ποιες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν μέχρι στιγμής; Δεύτερον, ποιο ήταν το αντικείμενο και η δαπάνη των προκαταρκτικών μελετών που έγιναν μεταξύ Οκτωβρίου 1995 και Ιανουαρίου 1996; Τρίτον, όσον αφορά τον νέο «καθαρό θάλαμο» που θα αποτελούσε τον πυρήνα του νέου κέντρου παραγωγής ηλεκτρικών ημιαγωγών στο Villach, ο θεμέλιος λίθος του οποίου είχε τεθεί τον Ιούνιο του 1996, πότε ολοκληρώθηκαν τα σχέδια κατασκευής και πότε υπογράφηκε η σύμβαση κατασκευής;
118 Η Αυστρία απάντησε σ' αυτές τις τρεις ερωτήσεις με επιστολή της 4ης Σεπτεμβρίου 1997.
119 Με την τελευταία επιστολή ερωτήσεων της 10ης Νοεμβρίου 1997 (πέμπτη επιστολή) η Επιτροπή επισήμανε ότι σύμφωνα με ορισμένες παρατηρήσεις των αυστριακών αρχών, ο δήμος Villach δεν είχε ακόμη αποφασίσει σχετικά με τη συνεισφορά του στην ενίσχυση Siemens και ότι η Επιτροπή δεν ήταν βέβαια αν η σχεδιαζόμενη συνεισφορά του δήμου είχε ληφθεί υπόψη κατά την κοινοποίηση της ενίσχυσης. Ζήτησε λοιπόν από την Αυστρία να επιβεβαιώσει ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που θα χορηγούσαν οι τρεις δωρητές, η Αυστρία, το Bundesland Kδrnten και ο δήμος Villach.
120 Όπως προανέφερα, η Αυστρία αμφισβήτησε με την επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 1997 τη χρησιμότητα της τρίτης, της τέταρτης και της πέμπτης επιστολής και πληφορόρησε την Επιτροπή ότι προτίθεται να εφαρμόσει το μέτρο ενισχύσεως σύμφωνα με τις αρχές Lorenz.
121 Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή προέβαλε, κατά τα ουσιώδη, τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους είχε σοβαρές αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό του σχεδίου με την κοινή αγορά και για τους οποίους αποφάσισε να κινήσει το δεύτερο, κατ' αντιδικία, στάδιο της διαδικασίας:
- Όσον αφορά την ενίσχυση για την έρευνα και την ανάπτυξη η Αυστρία δεν απέδειξε τον χαρακτήρα κινήτρου της προτεινομένης ενίσχυσης, δεν απέδειξε ότι η ενίσχυση ήταν αναγκαία ούτε ότι το σχέδιο είναι επιλέξιμο για χρηματοδότηση ως «δραστηριότητα ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο».
- Όσον αφορά την ενίσχυση για περιβαλλοντικά μέτρα δεν αποδείχθηκε αν το χρηματοδοτούμενο σχέδιο υπερβαίνει τις εθνικές και ευρωπαϋκές νομικές απαιτήσεις.
- Όσον αφορά την εκπαιδευτική ενίσχυση δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί αν το σχέδιο κατάρτισης θα είναι ειδικό ή γενικού χαρακτήρα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης.
122 Βάσει αυτών των πραγματικών στοιχείων η Αυστρία υποστηρίζει ότι η κοινοποίησή της ολοκληρώθηκε με την επιστολή της 19ης Μαρτίου 1997 ή το αργότερο με την επιστολή της 4ης Σεπτεμβρίου 1997. Συνεπώς, η περίοδος Lorenz άρχισε να τρέχει αυτομάτως είτε στις 24 Μαρτίου 1997 ή το αργότερο στις 10 Σεπτεμβρίου 1997 (αντιστοίχως, ημερομηνίες παραλαβής των δύο επιστολών). Συνεπώς, η πέμπτη επιστολή ερωτήσεων της 10ης Νοεμβρίου 1997 δεν επηρεάζει την πορεία της περιόδου Lorenz.
123 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη επιστολή ερωτήσεων της 2ας Μαου, 6ης Αυγούστου και 10ης Νοεμβρίου 1997 ήταν όλες αναγκαίες για την εκτίμηση της ενισχύσεως και ότι ακόμη και στις 20 Νοεμβρίου - ημερομηνία κατά την οποία η Αυστρία πληροφόρησε την Επιτροπή για την πρόθεσή της να εφαρμόσει το μέτρο ενισχύσεως - η κοινοποίηση δεν ήταν πλήρης.
124 Κατά τη γνώμη μου, η ανάλυση της Αυστρίας είναι ορθή. Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δείχνουν ότι αφού πλέον η Επιτροπή έλαβε στις 24 Μαρτίου 1997 την απάντηση της Αυστρίας στη δεύτερη αίτηση πληροφοριών ήταν σε θέση να μορφώσει μια πρώτη γνώμη για το συμβιβαστό του μέτρου με την ενίσχυση και ότι η περίοδος Lorenz άρχισε να τρέχει από εκείνη την ημερομηνία.
125 Το πρώτο αξιοπερίεργο στοιχείο στο σημείο αυτό είναι η εντελώς διαφορετική φύση, αφενός, της πρώτης και της δεύτερης επιστολής της Επιτροπής και, αφετέρου, της τρίτης, της τέταρτης και της πέμπτης.
126 Η πρώτη επιστολή περιέχει άνω των 20 λεπτομερών ερωτήσεων. Με τις ερωτήσεις αυτές η Επιτροπή αναφέρεται εκτενώς σε δηλώσεις των αυστριακών αρχών από την αρχική κοινοποίηση. Οι περισσότερες ερωτήσεις αναφέρονται στο μεγαλύτερο στοιχείο της συνολικής ενίσχυσης δηλαδή στην ενίσχυση για την έρευνα και ανάπτυξη. Πολλές από αυτές αναφέρονται σε καίρια ζητήματα όπως στον χαρακτήρα κινήτρου της ενίσχυσης και στον χαρακτηρισμό των ενισχυομένων δραστηριοτήτων ως δραστηριοτήτων ανάπτυξης σε προανταγωνιστικό στάδιο. Οι αμφιβολίες της Επιτροπής όσον αφορά τα ζητήματα αυτά αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της προσβαλλομένης απόφασης περί κινήσεως της κατ' αντιδικία διαδικασίας. Η δεύτερη επιστολή περιέχει έξι αναλυτικές ερωτήσεις, πέντε από τις οποίες αναφέρονται ευθέως στην απάντηση της Αυστρίας στην πρώτη επιστολή. Τρεις από τις έξι ερωτήσεις αφορούν και πάλι το στοιχείο της ενίσχυσης που προορίζεται για την έρευνα και την ανάπτυξη.
127 Αντιθέτως, με την τρίτη, την τέταρτη και την πέμπτη επιστολή η Επιτροπή θέτει πολύ λίγες ερωτήσεις (αντιστοίχως μία, τρεις και μία). Οι ερωτήσεις της τρίτης και της πέμπτης επιστολής αφορούν μόνο δευτερεύουσες πηγές του κοινοποιηθέντος σχεδίου και συγκεκριμένα την ενίσχυση για την εκπαίδευση (λιγότερο από 2 % του συνολικού ύψους) και την οικονομική συνεισφορά του δήμου Villach (όχι πάνω από 6 % της κοινοποιηθείσας ενίσχυσης). Οι ερωτήσεις αυτές δεν αφορούν τόσο το συμβιβαστό των κοινοποιηθέντων μέτρων αλλά μάλλον τον εντοπισμό και την έρευνα άλλων μέτρων, μη κοινοποιηθέντων (το προαναφερθέν Richtlinie και μια εικαζόμενη χωριστή ενίσχυση εκ μέρους του δήμου Villach). Υπό το φως πειστικών επιχειρημάτων που προέβαλε η Αυστρία με την απάντηση, το λυσιτελές των τριών ερωτήσεων της τετάρτης επιστολής είναι και αυτό αμφίβολο. Καμιά από τις ερωτήσεις στις τρεις επιστολές δεν αναφέρεται ευθέως στην κοινοποίηση ή σε απαντήσεις που είχαν δοθεί σε παλαιότερες ερωτήσεις. Η προσβαλλομένη απόφαση δεν αντικατοπτρίζει ούτε τις ερωτήσεις που περιείχαν οι επιστολές αυτές ούτε τις απαντήσεις της Αυστρίας. Οι σοβαρές αμφιβολίες στις οποίες στηρίζεται η απόφαση υπήρχαν ήδη πριν η Επιτροπή απευθύνει την τρίτη, την τέταρτη και τη πέμπτη επιστολή, καμιά από τις οποίες δεν σκόπευε να δώσει στην Αυστρία την ευκαιρία να άρει αυτές τις αμφιβολίες.
128 Ορισμένα στοιχεία σχετικά με το όλο πλαίσιο της υπόθεσης που προσκόμισε η Επιτροπή στο Δικαστήριο συνιστούν το δεύτερο στοιχείο που δείχνει σαφώς ότι η κοινοποίηση ολοκληρώθηκε με την απάντηση της Αυστρίας στη δεύτερη επιστολή.
129 Η Επιτροπή αναφέρει στο υπόμνημα αντικρούσεως ένα εσωτερικό μνημόνιο της 28ης Απριλίου 1997 (περίπου έξι εβδομάδες μετά την απάντηση της Αυστρίας στη δεύτερη επιστολή ερωτήσεων) που είχε υποβάλει η Γενική Διεύθυνση IV στο μέλος της επιτροπής Van Miert. Η αρμόδια Γενική Διεύθυνση διατυπώνει αμφιβολίες σ' αυτό το μνημόνιο σχετικά με το συμβιβαστό του κοινοποιηθέντος μέτρου με το νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στις κρατικές ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη και σχετικά με την αναγκαιότητα της ενίσχυσης. Η Γενική Διεύθυνση πρότεινε διαβούλευση με τις άλλες γενικές διευθύνσεις με βάση ένα σχέδιο αποφάσεως περί κινήσεως της κατ' αντιδικία διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
130 Η Επιτροπή μνημονεύει επίσης στο υπόμνημα αντικρούσεως τις «περιεκτικές και πολύ περίπλοκες συζητήσεις» μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών της Επιτροπής και εντός του συλλογικού οργάνου των μελών της Επιτροπής επί σχεδίων αποφάσεων σχετικά με διάφορα εθνικά σχέδια ενισχύσεων υπέρ των παραγωγών ημιαγωγών, περιλαμβανομένου και του επιδίκου αυστριακού σχεδίου ενισχύσεως. Κατά την Επιτροπή, οι συζητήσεις αυτές διήρκεσαν από τον Μάιο 1997 μέχρι τον Δεκέμβριο 1997. Η Επιτροπή μνημονεύει επίσης ένα άρθρο εφημερίδας της 20ής Ιουνίου 1997 αναφερόμενο στο μέλος της Επιτροπής Cresson και τιτλοφορούμενο «Cresson halts EU block on state aids to chips ventures» (52).
131 Όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών στο πλαίσιο της έρευνας της Επιτροπής ολοκληρώθηκαν με την παραλαβή, τον Μάρτιο 1997, της απαντήσεως της Αυστρίας στη δεύτερη επιστολή ερωτήσεων. Η Επιτροπή χρειάστηκε εννέα μήνες επιπλέον μέχρι να λάβει την απόφαση να κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, τον Δεκέμβριο, όχι για να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες αλλά για να καταλήξει σε μια απόφαση (αντικείμενο διαφωνίας στους κόλπους της) βάσει των στοιχείων που είχε ήδη στη διάθεσή της.
132 Εξ αυτών έπεται ότι η κοινοποίηση ολοκληρώθηκε με την επιστολή της Αυστρίας της 19ης Μαρτίου 1997. Συνεπώς, όπως υποστηρίζει η Αυστρία, η περίοδος Lorenz άρχισε να τρέχει αυτομάτως την ημερομηνία παραλαβής εκείνης της επιστολής, δηλαδή στις 24 Μαρτίου 1997. Δεδομένου ότι η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη επιστολή απλώς σκοπούσαν να παρατείνουν τεχνητά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ελέγχου, η Επιτροπή χρησιμοποίησε το δικαίωμά της να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες όχι για θεμιτό σκοπό (συμπλήρωση αποσπασματικής κοινοποίησης), αλλά για τον διαφορετικό και άσχετο σκοπό να κερδίσει χρόνο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση διαδικασίας και εξήλθε του περιθωρίου εκτιμήσεως όσον αφορά την πληρότητα της κοινοποίησης.
133 Εξήγησα ήδη ανωτέρω (53) για ποιο λόγο ούτε η συλλογική φύση της Επιτροπής ούτε ο πολιτικώς ευαίσθητος χαρακτήρας μιας συγκεκριμένης υπόθεσης ούτε πάλι οι ενδεχομένως σοβαρές συνέπειες της εφαρμογής της νομολογίας Lorenz μπορούν να ληφθούν υπόψη όταν εξετάζεται το ζήτημα αν μια κοινοποίηση ήταν ή δεν ήταν αρκούντως πλήρης ώστε να σημάνει την έναρξη της περιόδου Lorenz. Για να μην επαναλαμβάνω τα ίδια θα προσθέσω μόνον ότι η Επιτροπή είχε δύο απόλυτα θεμιτές επιλογές όταν ασχολήθηκε με την παρούσα πολιτικώς ευαίσθητη υπόθεση.
134 Η Επιτροπή μπορούσε, πρώτον, να ζητήσει τη συγκατάθεση της Αυστρίας για μια παράταση της δίμηνης προθεσμίας Lorenz για να μπορέσει να συζητήσει την υπόθεση αναλυτικότερα στους κόλπους της. Η συμβατική αυτή παράταση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη και τη νομολογία δεδομένου ότι ο φορέας που προστατεύεται από τις αρχές Lorenz, δηλαδή το κράτος μέλος κοινοποιήσεως πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί της προστασίας αυτής (τουλάχιστον προσωρινώς). Το κράτος μέλος που προβαίνει σε κοινοποίηση κατά κανόνα θα συμφωνούσε για τέτοια παράταση αν υπήρχε πιθανότητα να αποφασίσει η Επιτροπή να μην κινήσει το δεύτερο στάδιο που είναι δαπανηρότερο σε χρόνο και σε χρήμα.
135 Δεύτερον, οι παρατεινόμενες συζητήσεις στους κόλπους της Επιτροπής είναι ένδειξη σοβαρών δυσχερειών όσον αφορά το ζήτημα αν ένα σχέδιο χορηγήσεως ενισχύσεων συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Ο καλύτερος τρόπος να ξεπεραστούν οι δυσχέρειες αυτές είναι να ακουστούν οι απόψεις άλλων ενδιαφερομένων και συνεπώς να ζητηθεί η γνώμη άλλων κρατών μελών και των οικείων τομέων. Συναφώς, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται κατά το προκαταρκτικό στάδιο να ακούσει τη γνώμη τρίτων. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατά συνέπεια ότι οσάκις η αρχική εξέταση δεν δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να ξεπεράσει όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν, τότε έχει την υποχρέωση να συλλέξει τις απαιτούμενες γνώμες και προς τούτο να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2 (54).
136 Κατόπιν αυτών, το συμπέρασμά μου είναι ότι η περίοδος Lorenz άρχισε να τρέχει στις 24 Μαρτίου 1997.
Γ - Ήταν δίμηνη η διάρκεια της περιόδου Lorenz;
137 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εύλογη περίοδος για την ολοκλήρωση του αρχικού σταδίου της διαδικασίας που καθορίζει η απόφαση Lorenz δεν είναι μια αυστηρή προθεσμία αλλά η διάρκειά της εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Κατά την άποψή της αυτό προκύπτει από τη διατύπωση της αποφάσεως Lorenz, από διάφορες φράσεις των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση εκείνη, από το γεγονός ότι σε ορισμένες υποθέσεις η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να τερματίσει το αρχικό στάδιο σε χρόνο λιγότερο από δύο μήνες και, τέλος, από την ανάγκη καθορισμού ελαστικών προθεσμιών ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να λαμβάνει τις συχνά περίπλοκες αποφάσεις σε υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων.
138 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η διάρκεια της περιόδου Lorenz ήταν μεγαλύτερη των δύο μηνών. Καθόλη τη διαδικασία η Αυστρία ουδέποτε αναφέρθηκε στην υπόθεση ως επείγουσα. Εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση δεν ήταν επείγουσα διότι η Siemens πραγματοποίησε τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις χωρίς να περιμένει απόφαση για την ενίσχυση. Τέλος, η Αυστρία δεν μπορεί να επικαλεστεί την περίοδο Lorenz διότι ευθύνεται η ίδια σε μεγάλο βαθμό για τη συνολική καθυστέρηση.
139 Κατά τη γνώμη μου, από την απόφαση Lorenz προκύπτει, ιδίως σε συνδυασμό με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, ότι η εν λόγω προθεσμία είναι δεσμευτική.
140 Βεβαίως το Δικαστήριο χρησιμοποιεί στο διατακτικό της αποφάσεως την κάπως αόριστη έκφραση «της αναγκαίας για την πρώτη εξέταση του σχεδίου προθεσμίας». Στο σκεπτικό της απόφασης όμως το Δικαστήριο αναφέρεται σε «εύλογη προθεσμία» (55).
141 Το Δικαστήριο όμως προσδιόρισε την έννοια αυτή για τις περιστάσεις της υποθέσεως Lorenz και έκρινε: «Ενδείκνυται [...] να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 173 και 175 της Συνθήκης, τα οποία εφαρμόζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προβλέπουν προθεσμία δύο μηνών.»
142 Στις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Reischl είχε προτείνει την αρχή που έγινε τελικά δεκτή, δηλαδή ότι η κοινοποιηθείσα ενίσχυση γίνεται υφισταμένη ενίσχυση με την εκπνοή μιας εύλογης προθεσμίας για την προκαταρκτική εξέταση. Διατύπωσε όμως τη γνώμη ότι η εύλογη προθεσμία μπορεί να ποικίλλει σε διάρκεια αναλόγως της περιπτώσεως. Δέχθηκε ότι η λύση αυτή είχε το μειονέκτημα της ανασφάλειας δικαίου, αλλά κατά την άποψή του δεν υπήρχε άλλη λύση εφόσον το Συμβούλιο δεν είχε εκδώσει βάσει του άρθρου 94 της Συνθήκης κανονισμό που να καθορίζει συγκεκριμένες προθεσμίες. Πρότεινε επίσης, για να μειωθεί το πρόβλημα της αόριστης διάρκειας της περιόδου αρχικού ελέγχου, η Επιτροπή να μπορεί με προσωρινή δήλωση να επισημάνει ότι το ζήτημα εξετάζεται και η εξέτασή του θα απαιτήσει ορισμένο χρόνο (56).
143 Αντίθετα με τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο δεν ήταν πρόθυμο να δεχθεί τα μειονεκτήματα της ανασφάλειας δικαίου και για τον λόγο αυτό όρισε την εν λόγω δίμηνη προθεσμία. Ούτε δέχτηκε την πρόταση των προσωρινής ισχύος δηλώσεων της Επιτροπής. Πράγματι, η δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει σε τέτοιες δηλώσεις ίσως θα την ωθούσε να παρατείνει τεχνητά το αρχικό στάδιο. Όσον αφορά τον σεβασμό των νομοθετικών εξουσιών του Συμβουλίου, το Δικαστήριο επισήμανε ρητά την έλλειψη κανονισμού για τη διαδικασία πριν ορίσει τη δίμηνη προθεσμία (57). Ο σεβασμός της ισορροπίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων είναι εξάλλου η εξήγηση για την προσεκτική γλώσσα που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο («ενδείκνυται [...] να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 173 και 175 της Συνθήκης»).
144 Το γεγονός ότι η απόφαση Lorenz καθόρισε μια δεσμευτική ανώτατη προθεσμία επιβεβαιώνεται και από τις μεταγενέστερες υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο αναφέρεται στην απόφαση αυτή ως ορίζουσα δίμηνη προθεσμία και όχι απλώς εύλογη προθεσμία (58).
145 Εξάλλου, το να ερμηνευθεί η απόφαση Lorenz ως ορίζουσα ελαστική προθεσμία θα ερχόταν προφανώς σε σύγκρουση με την κύρια συλλογιστική της απόφασης αυτής που είναι η προστασία των συμφερόντων του κοινοποιούντος κράτους να αποκτήσει ασφάλεια δικαίου και να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει ταχέως το μέτρο ενισχύσεως. Όπως προανέφερα, το κράτος μέλος κοινοποιήσεως πρέπει να έχει τη δυνατότητα να βεβαιωθεί ex ante αν μπορεί να προχωρήσει με τη βεβαιότητα ότι η ενίσχυση υπάγεται πλέον στο σύστημα των υφισταμένων ενισχύσεων. Η ασφάλεια δικαίου και συνεπώς η δεσμευτική προθεσμία έχουν ιδιαίτερη σημασία οσάκις ανακύπτει σε εθνική δίκη το ζήτημα αν μια ενίσχυση κατέστη πλέον υφισταμένη ενίσχυση (όπως στην υπόθεση Lorenz).
146 Η ίδια η Επιτροπή ερμηνεύει πάντα την απόφαση Lorenz ως ορίζουσα δεσμευτική ανώτατη προθεσμια. Στην προαναφερθείσα επιστολή προς τα κράτη μέλη λ.χ., η Επιτροπή αναφέρει ότι «οφείλει» να ολοκληρώσει το αρχικό στάδιο εντός περιόδου «που το Δικαστήριο έχει καθορίσει σε δύο μήνες» (59).
147 Το γεγονός ότι η ίδια η Επιτροπή σε ορισμένες περιπτώσεις όρισε βραχύτερες προθεσμίες (60) είναι αξιέπαινο διότι βοηθά την επιτάχυνση της διαδικασίας και εξυπηρετεί το συμφέρον του κοινοποιούντος κράτους να είναι σε θέση να εφαρμόσει το μέτρο ενισχύσεως όσο το δυνατόν ταχύτερα. Εφόσον η Επιτροπή θέτει βραχύτερες προθεσμίες πρέπει να τις σέβεται, δεδομένου ότι το κράτος μέλος μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να βασιστεί στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πλην όμως ο εκούσιος περιορισμός του οικείου περιθωρίου δράσεως δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να θέτει μονομερώς προθεσμίες μεγαλύτερες των δύο μηνών και κατ' αυτόν τον τρόπο να στερεί το κράτος μέλος κοινοποιήσεως από τα δικαιώματα που του έχει αναγνωρίσει η νομολογία του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την ενδεχόμενη ανάγκη περισσότερου χρόνου για την αρχική εξέταση σε περίπλοκες υποθέσεις, παρατήρησα ήδη ότι η Επιτροπή μπορεί πάντα να ζητήσει τη συμφωνία του κράτους μέλους για παράταση της δίμηνης προθεσμίας και ότι το κράτος μέλος έχει κατά κανόνα ισχυρό κίνητρο να συμφωνήσει.
148 Όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη επείγοντος χαρακτήρα και το γεγονός ότι η Αυστρία δεν επιδίωξε να επιταχύνει τη διαδικασία, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Αυστρία χρειάστηκε περίπου πέντε μήνες για να απαντήσει στην πρώτη επιστολή με την οποία της ζήτησε περισσότερες πληροφορίες και ενάμιση μήνα για να απαντήσει στην τρίτη. Εξάλλου, η δεύτερη καθυστέρηση προκλήθηκε από λάθος της Αυστριακής Κυβέρνησης.
149 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι η Συνθήκη δεν θεσπίζει υποχρέωση ταχείας απαντήσεως στις αιτήσεις πληροφοριών της Επιτροπής εφόσον το οικείο κράτος μέλος σέβεται την πρώτη και την τελευταία φράση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Απλώς είναι προς το συμφέρον του κοινοποιούντος κράτους μέλους να ενεργήσει γρήγορα ώστε να μη συμβάλει στη συνολική καθυστέρηση. Συνεπώς, το κράτος μέλος χάνει το δικαίωμα να επικαλεστεί την απόφαση Lorenz μόνον αν παραβεί είτε την υποχρέωση να μην ενεργήσει (61) είτε την υποχρέωση κοινοποιήσεως (62) αλλά όχι όταν δεν απαντά γρήγορα σε αιτήσεις για περισσότερες πληροφορίες.
150 Επιπλέον και λόγω των διακυβευομένων συμφερόντων, η διαδικασία για την έγκριση κοινοποιηθείσας ενίσχυσης πρέπει να λογίζεται επείγουσα σε όλες τις περιπτώσεις όπου το οικείο κράτος μέλος δεν συμφώνησε ρητά σε παράταση της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να ολοκληρωθεί η αρχική εξέταση. Αντίθετα με την άποψη της Επιτροπής το τεκμήριο αυτό ισχύει επίσης και σε υποθέσεις όπου η επένδυση πραγματοποιείται πριν χορηγηθεί η ενίσχυση. Το κράτος κοινοποιήσεως και η ενδιαφερομένη επιχείρηση συνεχίζουν να έχουν προφανές συμφέρον στην ταχεία έγκριση του σχεδίου ενισχύσεως προκειμένου να περιορίσουν τη χρηματοδοτική δαπάνη της επένδυσης.
151 Κατόπιν των ανωτέρω, η διάρκεια της περιόδου Lorenz ήταν δίμηνη.
Δ - Μπορούσε εγκύρως η Επιτροπή να αντιταχεί στην απόφαση της Αυστρίας να θέσει σε εφαρμογή μέτρο ενισχύσεως και, αν μπορούσε, αντιτάχθηκε νομοτύπως και εγκαίρως;
152 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όταν ενημερωθεί από κάποιο κράτος μέλος ότι αυτό προτίθεται να εφαρμόσει μια κοινοποιηθείσα πρόταση σύμφωνα με τις αρχές Lorenz, μπορεί ακόμη, εντός βραχείας και εύλογης προθεσμίας, να προβάλει αντίρρηση με συνέπεια ότι η ενίσχυση δεν μπορεί νομίμως να χορηγηθεί και δεν καθίσταται υφισταμένη ενίσχυση.
153 Κατά την άποψή της, το δικαίωμα αντιτάξεως απορρέει, πρώτον, από ένα χωρίο της αποφάσεως Lorenz όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι μια ενίσχυση που τίθεται σε εφαρμογή (ενώ η Επιτροπή τήρησε σιγή) μετά την πάροδο της αναγκαίας για την πρώτη εξέτασή της προθεσμίας υπόκειται πλέον στις διατάξεις που διέπουν τις υφιστάμενες ενισχύσεις (63). Επιπλέον, η υποχρέωση του κράτους μέλους να γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του να εφαρμόσει την ενίσχυση όπως διατυπώθηκε με την απόφαση Lorenz έχει λογική βάση μόνον αν η Επιτροπή έχει δικαίωμα αντιτάξεως. Το δικαίωμα αντιτάξεως είναι ουσιώδες και για να προληφθούν οι ενδεχόμενες σοβαρές συνέπειες της εφαρμογής της νομολογίας Lorenz για την κοινή αγορά (64). Τέλος, αν δεν υπάρχει δικαίωμα αντιτάξεως, το κράτος μέλος κοινοποιήσεως θα μπορούσε το ίδιο να προσδιορίσει αποτελεσματικά την έκταση και την έκβαση της διαδικασίας. Έτσι, ακόμα και σε υποθέσεις όπου δεν υπολογίζεται ορθά η λήξη της προθεσμίας ή όπου η κοινοποίηση δεν έφθασε στην Επιτροπή (λόγω σφάλματος π.χ. στη διαβίβαση), η Επιτροπή δεν θα είχε το δικαίωμα να αντιταχθεί και η ενίσχυση θα καθίστατο υφισταμένη ενίσχυση.
154 Η Αυστρία υποστηρίζει πρωτίστως ότι σύμφωνα με τις αρχές Lorenz η Επιτροπή δεν έχει ιδιαίτερο δικαίωμα αντιτάξεως. Επικουρικά, ισχυρίζεται ότι υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως η Επιτροπή δεν άσκησε το σχετικό δικαίωμα εγκαίρως.
155 Θεωρώ αμφίβολο αν, στο πλαίσιο του εφαρμοζομένου διαδικαστικού συστήματος (65), η Επιτροπή έχει, όπως ισχυρίζεται, δικαίωμα αντιτάξεως.
156 Τα καίρια χωρία της αποφάσεως Lorenz (66) και μεταγενεστέρων αποφάσεων που παραπέμπουν σε αυτήν (67) διατυπώνουν μόνο δύο προϋποθέσεις για να προκύπτει το αποτέλεσμα Lorenz: η ενίσχυση περιέρχεται στο σύστημα που διέπει τις υφιστάμενες ενισχύσεις και μπορεί να χορηγηθεί από το κράτος μέλος αν α) η Επιτροπή δεν κινήσει την κατ' αντιδικία διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εντός δύο μηνών και β) το οικείο κράτος μέλος γνωστοποιεί εκ των προτέρων την πρόθεσή του να εφαρμόσει την ενίσχυση. Το να δεχθούμε το δικαίωμα αντιτάξεως ισοδυναμεί με εισαγωγή τρίτης προϋπόθεσης την οποία δεν θέλησε το Δικαστήριο, δηλαδή έλλειψη αντιτάξεως εκ μέρους της Επιτροπής εντός ορισμένης προθεσμίας. Με την τρίτη αυτή προϋπόθεση, η ανασφάλεια δικαίου (ως προς τη μορφή που θα λάβει η αντίρρηση, την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να διατυπωθεί και τα ακριβή έννομα αποτελέσματά της) εισάγεται και πάλι σε ένα μηχανισμό που έχει ακριβώς ως στόχο να επιλύσει το πρόβλημα της ανασφάλειας.
157 Επιπλέον, αντίθετα με την άποψη της Επιτροπής, φαίνεται ότι το Δικαστήριο διατύπωσε την υποχρέωση προηγουμένης γνωστοποιήσεως για άλλους λόγους και όχι για να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να διατυπώσει αντιρρήσεις. Φαίνεται ότι ο σκοπός ήταν μάλλον να προσδιοριστεί με ασφάλεια δικαίου (68) για όλους τους ενδιαφερομένους και για τα εθνικά δικαστήρια η ημερομηνία μετά από την οποία η ενίσχυση υπάγεται πλέον στο σύστημα που διέπει τις υφιστάμενες ενισχύσεις και/ή να διευκολυνθεί το καθήκον της Επιτροπής για διαρκή εξέταση αυτών των ενισχύσεων.
158 Τέλος, αν η Επιτροπή θεωρεί ότι η περίοδος Lorenz δεν έληξε (λ.χ. διότι η κοινοποίηση δεν ήταν πλήρης), δεν χρειάζεται ιδιαίτερο δικαίωμα αντιτάξεως. Δεδομένου ότι μία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις για την επέλευση του αποτελέσματος Lorenz δεν συντρέχει, η ενίσχυση δεν καθίσταται υφισταμένη ενίσχυση αλλά παραμένει νέα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί εγκύρως να αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και να αναφέρει στη σχετική απόφαση ότι εξακολουθεί να ισχύει η υποχρέωση μη εφαρμογής της ενίσχυσης, του άρθρου 93, παράγραφος 3. Επιπλέον, αν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη λήξη της περιόδου Lorenz, το βάρος της προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου φέρει το κράτος μέλος.
159 Για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης πάντως δεν είναι απαραίτητο να κριθεί αν η Επιτροπή έχει ή δεν έχει δικαίωμα αντιτάξεως. Ακόμη και αν η Επιτροπή είχε αυτό το δικαίωμα το άσκησε πολύ αργά.
160 Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετάσω λεπτομερέστερα τα περιστατικά, αρχής γενομένης από την επιστολή της Αυστρίας της 20ής Νοεμβρίου 1997, με την οποία η Αυστρία πληροφόρησε την Επιτροπή για την πρόθεσή της να εφαρμόσει την ενίσχυση.
161 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς την ημερομηνία κατά την οποία η επιστολή αυτή περιήλθε στην Επιτροπή. Κατά την Αυστρία, η Επιτροπή έλαβε την επιστολή αυθημερόν, δηλαδή στις 20 Νοεμβρίου 1997. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι την έλαβε στις 24 Νοεμβρίου 1997.
162 Με αχρονολόγητη τηλεομοιοτυπία την οποία η Αυστρία έλαβε όπως φαίνεται στις 28 Νοεμβρίου 199, η Επιτροπή αντιτάχθηκε στην πρόθεση της Αυστρίας να εφαρμόσει την ενίσχυση και δήλωσε ότι θα λάβει απόφαση επί του κοινοποιηθέντος μέτρου σε εύθετο χρόνο.
163 Με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 1997 η Αυστρία παρατήρησε ότι η αντίρρηση της Επιτροπής ήταν αβάσιμη και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έγκυρη. Η Αυστρία είχε δηλαδή το δικαίωμα να εφαρμόσει το μέτρο ενισχύσεως.
164 Στις 12 Δεκεμβρίου 1997 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής, της Αυστρίας και της Siemens αλλά δεν κατέληξε σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.
165 Με τηλεομοιοτυπία της 16ης Δεκεμβρίου 1997 η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Αυστρία την απόφασή της να κινήσει αυθημερόν τη διαδικασία έρευνας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ότι η απόφαση ελήφθη και ότι θα ακολουθήσει αναλυτικότερη επιστολή.
166 Η επιστολή που περιέχει την προσβαλλόμενη απόφαση επακολούθησε στις 9 Φεβρουαρίου 1998.
167 Όσον αφορά τον κατάλληλο τύπο, η διατύπωση αντιρρήσεων μπορεί να σημαίνει μόνο την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, μετά την εκπνοή μιας πρόσθετης προθεσμίας. Οι ανεπίσημες δηλώσεις της Επιτροπής ότι «αντιτάσσεται» στην απόφαση του κράτους μέλους να εφαρμόσει την ενίσχυση δεν μπορούν να έχουν έννομα αποτελέσματα υπό το φως των αρχών Lorenz. Αν λαμβάνονταν υπόψη αυτές οι ανεπίσημες δηλώσεις θα δημιουργούσαν ανασφάλεια δικαίου και θα έδιναν στην Επιτροπή άλλη μια ευκαιρία να παρατείνει το αρχικό στάδιο της διαδικασίας σε περιπτώσεις όπου το κράτος μέλος κοινοποιήσεως θεωρεί ότι αυτό διήρκεσε πάρα πολύ. Αυτή είναι και η θέση που παίρνει η Επιτροπή στον προαναφερθέντα οδηγό όταν περιγράφει την προβολή αντιρρήσεως ως εξής:
«Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται τη νομολογία κατά την έννοια ότι όταν ένα κράτος μέλος την πληροφορήσει ότι προτίθεται να εφαρμόσει το προτεινόμενο μέτρο, η Επιτροπή μπορεί ακόμα εντός εύλογα μικρής προθεσμίας (π.χ. δύο εβδομάδων) να αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2» (69).
168 Συνεπώς, η αχρονολόγητη και άτυπη τηλεομοιοτυπία που περιήλθε στην Αυστρία στις 28 Νοεμβρίου 1997 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομότυπη προβολή αντιρρήσεων.
169 Όσον αφορά την πάροδο των προθεσμιών, όπως προκύπτει από μια χειρόγραφη σημείωση στο επικαλυπτικό φύλλο της από 20 Νοεμβρίου 1997 επιστολής της Αυστρίας, η επιστολή έφθασε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής την ίδια ημέρα. Το γεγονός ότι δεν πρωτοκολλήθηκε στην Επιτροπή πριν από τις 24 Νοεμβρίου 1997 δεν ασκεί επιρροή για τον υπολογισμό του χρονικού διαστήματος μεταξύ της προηγούμενης ειδοποιήσεως και της προβολής αντιρρήσεων, δεδομένου ότι το κράτος μέλος ούτε επηρεάζει ούτε γνωρίζει τις δυσχέρειες διαβιβάσεως στους κόλπους της Επιτροπής.
170 Η τηλεομοιοτυπία της 16ης Δεκεμβρίου 1997 με την οποία η Επιτροπή πληροφόρησε την Αυστρία ότι αποφάσισε την ίδια ημέρα να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, περιήλθε στην Αυστρία άνω των τρισήμισι εβδομάδων μετά την από 20 Νοεμβρίου 1997 επιστολή της, επομένως, κατά τη γνώμη μου, εκπρόθεσμα. Η ίδια η Επιτροπή προσδιορίζει, στο χωρίο του οδηγού που παρέθεσα, τις δύο εβδομάδες ως κατάλληλη προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2. Η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει με τον νέο κανονισμό προθεσμία 15 εργασίμων ημερών (70). Σύμφωνα με το διαδικαστικό σύστημα που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, η περίοδος μεταξύ της γνωστοποιήσεως της εφαρμογής της ενίσχυσης και της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρέπει να είναι μικρότερη των τρισήμισι εβδομάδων. Και τούτο διότι εξ υποθέσεως η κοινοποίηση είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον δύο μήνες πριν το κράτος μέλος γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να εφαρμόσει την ενίσχυση και επομένως η Επιτροπή είχε επαρκή χρόνο να αποφασίσει αν θα κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη πρόσθετη περίοδος πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο. Ο συλλογισμός αυτός ισχύει κατά μείζονα λόγο στην παρούσα υπόθεση όπου η κοινοποίηση είχε ολοκληρωθεί περίπου οκτώ μήνες πριν η Αυστρία λάβει την απόφαση να προχωρήσει και όπου η Επιτροπή είχε συνεπώς πολύ μεγαλύτερο χρόνο από δύο μήνες να λάβει απόφαση.
171 Συνεπώς, η αντίδραση της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1997 ήταν όψιμη. Για τον λόγο αυτό θεωρώ περιττό να εξετάσω τον ισχυρισμό της Αυστρίας ότι η σχετική ημερομηνία δεν είναι η 16η Δεκεμβρίου 1997 αλλά η 9η Φεβρουαρίου 1998, δηλαδή η ημερομηνία της επιστολής της Επιτροπής που περιέχει την προσβαλλόμενη απόφαση. Αν λαμβανόταν υπόψη αυτή η ημερομηνία η καθυστέρηση θα ήταν προφανώς υπερβολική. Νομίζω ωστόσο ότι σε μια υπόθεση όπως η παρούσα, όπου απαιτείται επειγόντως μια απάντηση εκ μέρους της Επιτροπής, είναι ορθό να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή κοινοποιεί την απόφασή της στο κράτος μέλος έστω και ατύπως· είναι εύλογο να δεχτούμε ότι η διατύπωση της αποφάσεως θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο. Συνεπώς, είναι περιττό να ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό στην παρούσα υπόθεση.
172 Εν πάση περιπτώσει, το συμπέρασμα είναι κατά τη γνώμη μου ότι, ακόμα και αν η Επιτροπή είχε δικαίωμα αντιτάξεως, δεν το άσκησε εγκαίρως.
VI - Πρόταση
173 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Αυστρία είχε το δικαίωμα να επικαλεστεί τις αρχές Lorenz· ότι στις 20 Νοεμβρίου 1997, όταν γνωστοποίησε την πρόθεσή της να εφαρμόσει την ενίσχυση, η περίοδος Lorenz είχε λήξει· και ότι, ακόμα και αν η Επιτροπή έχει δικαίωμα αντιτάξεως, δεν το άσκησε εγκαίρως.
174 Κατά συνέπεια φρονώ ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση δεδομένου ότι κακώς χαρακτηρίζει την ενίσχυση ως νέα ενίσχυση και απαγορεύει στην Αυστριακή Κυβέρνηση να την εφαρμόσει.
175 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει την απόφαση SG(98) D/1124 της Επιτροπής·
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Το κείμενο της επίδικης απόφασης περιέχεται σε επιστολή απευθυνόμενη προς την Αυστρία της 9ης Φεβρουαρίου 1998 και περιελήφθη στην «Ανακοίνωση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ προς τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερομένους σχετικά με μέτρα ενίσχυσης υπέρ της εταιρίας Siemens Bauelemente OHG», (ΕΕ 1998, C 203, σ. 7).
(2) - Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, υπόθεση 120/73, Lorenz κατά Γερμανίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815).
(3) - Βλ. παραγράφους 109 έως 136.
(4) - Θα αναφερθώ λεπτομερέστερα στα γεγονότα μεταξύ 20ής Νοεμβρίου 1997 και 16ης Δεκεμβρίου 1997 όταν θα εξετάσω το δικαίωμα της Επιτροπής να διατυπώσει αντιρρήσεις, στις παραγράφους 152 έως 172 κατωτέρω.
(5) - Βλ. υποσημείωση 2.
(6) - Στη σελίδα 10 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 2 ανακοινώσεως.
(7) - Βλ., π.χ., απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-3547, σκέψεις 35 και 36).
(8) - Βλ., π.χ., απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, καλούμενη Boussac (Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 16).
(9) - Βλ., π.χ., τον κανονισμό (ΕΚ) 3094/95 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ 1995, L 332, σ. 1).
(10) - Βλ., π.χ., την ανακοίνωση της Επιτροπής στην ΕΕ 1983, C 318, σ. 3. Πολλά έγγραφα του είδους αυτού δημοσιεύθηκαν (ορισμένα για πρώτη φορά) στο βιβλίο Competition law in the European Communities, Volume IIA, Rules applicable to State aid, Situation at 31 December 1994, Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο 1995. Όσον αφορά πράξεις που δεν έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων θα παραθέτω από την ενημερωμένη έκδοση του βιβλίου αυτού που αναφέρει στο εξώφυλλο Situation at 30 June 1998 και δημοσιεύθηκε από την Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του 1999. Βλ., π.χ., το έγγραφο της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(81) 12740 της 2ας Οκτωβρίου 1981, σ. 89 του εν λόγω βιβλίου.
(11) - ΕΕ 1999, L 83, σ. 1.
(12) - Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του κανονισμού.
(13) - Βλ. άρθρο 30 του κανονισμού.
(14) - Βλ., π.χ., άρθρο 5, παράγραφος 3, και την τρίτη φράση του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού.
(15) - Βλ., π.χ., την υποχρέωση να ληφθεί απόφαση περί ανακλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού.
(16) - Ο οδηγός δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο που παραθέτω στην υποσημείωση 11. Τα χωρία που παραθέτω είναι από την έκδοση 1999 του οδηγού.
(17) - Βλ., π.χ., απόφαση της 16ης Ιουνίου 1993, C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3283, σκέψη 26).
(18) - Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, 148/73, Louwage κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 63, σκέψη 12).
(19) - Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1987, 344/85, Ferriere San Carlo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4435, σκέψεις 9 έως 13).
(20) - Αντιστοίχως, υποθέσεις C-312/90 (Συλλογή 1992, σ. I-4117) και C-47/91 (Συλλογή 1992, σ. I-4145).
(21) - Για τις περιστάσεις υπό τις οποίες μια τέτοια προσφυγή μπορεί να κριθεί απαράδεκτη, βλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-126/96 και T-127/96, BFM και EFIM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-3437, σκέψη 43), και της 6ης Οκτωβρίου 1999, T-123/97, Salomon κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2925, σκέψη 54).
(22) - Απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 22 και 23) και απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (σκέψεις 28 και 29), που παρατίθενται στην υποσημείωση 21.
(23) - Βλ., π.χ., απόφαση SFEI κ.λπ. (όπ.π., υποσημείωση 8) σκέψεις 46 έως 48.
(24) - Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-95/96, Gestevision Telecinco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-3407, σκέψεις 76 έως 79).
(25) - Βλ. το έγγραφο της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(89) D/5521 της 27ης Απριλίου 1989, που δημοσιεύθηκε στο Competition law in the European Communities, Volume IIA, Rules applicable to State aid, Situation at 30 June 1998, όπ.π. υποσημείωση 11, σ. 58.
(26) - Βλ. παράγραφο 49 ανωτέρω.
(27) - Για το δεύτερο ζήτημα βλ. παραγράφους 137 έως 151 κατωτέρω.
(28) - Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984, 91/83 και 127/83, Heineken Brouwerijen (Συλλογή 1984, σ. 3435, σκέψη 14)· προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Boussac (σκέψη 17).
(29) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση C-198/91, Cook κατά Επιτροπής (απόφαση της 19ης Μαου 1993, Συλλογή 1993, σ. I-2487, παράγραφος 7).
(30) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Lorenz, σκέψη 3.
(31) - Όπ.π., σκέψη 4.
(32) - Αποφάσεις του Πρωτοδικείου Gestevisiσn Telecinco κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 73), της 3ης Ιουνίου 1999, T-17/96, TF1 κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-1757, σκέψη 75), και της 22ας Οκτωβρίου 1997, T-213/95 και T-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1739, σκέψη 57).
(33) - Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Boussac (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, παράγραφος 20).
(34) - Βλ. παράγραφο 52 ανωτέρω.
(35) - Αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1987, 223/85, RSV κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4617, σκέψεις 12 έως 19)· Gestevisiσn Telecinco κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 82 έως 90) και TF1 κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψεις 72 έως 80).
(36) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
(37) - Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C-305/89 (Συλλογή 1991, σ. I-1603).
(38) - Απόφαση Boussac (σκέψεις 26 έως 28).
(39) - Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (σκέψη 30).
(40) - Βλ. επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(81) 12740, της 2ας Οκτωβρίου 1981, που παρατίθεται στην υποσημείωση 11 ανωτέρω.
(41) - Βλ. «Guide to procedures in State aid cases», από το βιβλίο που παρατίθεται στην υποσημείωση 11, παράγραφος 22.
(42) - Βλ. άρθρα 2, παράγραφος 2, 4, παράγραφος 5, και 7 του κανονισμού που παρατίθεται στην υποσημείωση 12.
(43) - Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 353, σκέψη 7)· βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 υπόθεση Boussac, παράγραφος 19.
(44) - Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451, σκέψη 13).
(45) - Βλ. «Guide to procedures in State aid cases» παράγραφος 23· και επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(81) 12740, της 2ας Οκτωβρίου 1981, αμφότερα από το βιβλίο που παρατίθεται στην υποσημείωση 11.
(46) - Βλ. J.-P Keppenne, Guide des aides d'Ιtat en droit communautaire, Bruylant Βρυξέλλες, 1999, παράγραφος 266.
(47) - Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 2, 3, 8 και 11).
(48) - Βλ. προτάσεις στην υπόθεση RSV κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σ. 4647).
(49) - Βλ. προτάσεις στην υπόθεση Cook κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, παράγραφος 11).
(50) - Βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3203, σκέψη 24).
(51) - Όπ.π., σκέψη 25.
(52) - Παράγραφοι 19 και 20 του υπομνήματος αντικρούσεως.
(53) - Βλ. παραγράφους 106 και 107.
(54) - Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψη 13) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29 απόφαση Cook κατά Επιτροπής (σκέψη 29).
(55) - Βλ. σκέψη 4 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 3 αποφάσεως.
(56) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση Lorenz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σ. 831 και 832).
(57) - Σκέψη 4.
(58) - Βλ. αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45, σκέψη 11) και Ισπανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 18).
(59) - Βλ. επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, παράγραφος 2).
(60) - Βλ. «Guide to procedures in State aid cases», που παρατίθεται στην υποσημείωση 11, παράγραφοι 30 έως 32.
(61) - Βλ. παράγραφο 52 ανωτέρω.
(62) - Βλ. παραγράφους 70 έως 81 ανωτέρω.
(63) - Βλ. σκέψη 5 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 3 αποφάσεως.
(64) - Για τα προβλήματα που επικαλείται η Επιτροπή, βλ. παράγραφο 65 ανωτέρω.
(65) - Όσον αφορά τις μέλλουσες υποθέσεις, το άρθρο 4, παράγραφος 6, του νέου κανονισμού που ρυθμίζει τη διαδικασία θεσπίζει δικαίωμα αντιτάξεως.
(66) - Σκέψεις 4 και 6 και διατακτικό (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3).
(67) - Βλ., π.χ., απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 18).
(68) - Βλ. σκέψη 4 της αποφάσεως Lorenz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3).
(69) - Υποσημείωση 85 του οδηγού που περιλαμβάνεται στο βιβλίο το οποίο παρατίθεται στην υποσημείωση 11 ανωτέρω.
(70) - Άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού, όπ.π., υποσημείωση 12.
Full & Egal Universal Law Academy