Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Οι παρούσες προτάσεις αφορούν δύο ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Bundesgerichtshof (Γερμανία), προκειμένου να διευκρινιστεί αν ένα γαλακτοκομικό προϋόν στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί για διαιτητικούς λόγους από φυτικές λιπαρές ύλες μπορεί, παρά ταύτα, να διατεθεί στο εμπόριο με την ονομασία «τυρί», συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από ενδείξεις επί της συσκευασίας που αναφέρονται στη σύνθεση και τον ειδικό σκοπό για τον οποίο προορίζεται το προϋόν αυτό. Eιδικότερα, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά εξαρτάται από την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο (1) (στο εξής: κανονισμός), καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (2) (στο εξής: οδηγία).
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει ότι «ως γαλακτοκομικά προϋόντα νοούνται τα προϋόντα που προέρχονται αποκλειστικά από το γάλα· εννοείται ότι είναι δυνατό να προστίθενται ουσίες που είναι απαραίτητες για την παρασκευή τους, εφόσον οι εν λόγω ουσίες δεν χρησιμοποιούνται με σκοπό την ολική ή μερική αντικατάσταση οποιουδήποτε από τα συστατικά του γάλακτος». Η παράγραφος 3 του ιδίου αυτού άρθρου ορίζει, επιπλέον, ότι «η ονομασία "γάλα" και οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό των γαλακτοκομικών προϋόντων δύνανται επίσης να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με έναν ή περισσότερους όρους για τον ορισμό των σύνθετων προϋόντων των οποίων κανένα στοιχείο δεν υποκαθιστά ή δεν πρόκειται να υποκαταστήσει οποιοδήποτε συστατικό του γάλακτος και των οποίων το γάλα ή ένα γαλακτοκομικό προϋόν αποτελεί ουσιώδες μέρος είτε λόγω της ποσότητάς του είτε λόγω του ότι η επίδρασή του χαρακτηρίζει το προϋόν». Μεταξύ των ονομασιών που επιφυλάσσονται αποκλειστικά για τα γαλακτοκομικά προϋόντα και οι οποίες αναφέρονται σε παράρτημα του κανονισμού περιλαμβάνεται η ονομασία «τυρί».
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι οι ονομασίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 «δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για κανένα άλλο προϋόν εκτός από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό» (3).
3 Η οδηγία ορίζει, στο άρθρο της 3, παράγραφος 2, ότι τα προϋόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 (ήτοι τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (4)), «εξαιρέσει των μετατροπών που έχουν υποστεί ώστε να ανταποκρίνονται στους προβλεπόμενους στο άρθρο 1 ορισμούς (...), πρέπει επίσης να ανταποκρίνονται και στις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που ισχύουν για τα συνήθη τρόφιμα.»
Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
4 Το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί μιας διαφοράς μεταξύ της Schutzverband gegen Unwesen in der Wirtschaft eV (ενώσεως για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, στο εξής: Schutzverband) και της Union Deutsche Lebensmittelwerke GmbH (στο εξής: UDL), που είναι εταιρία που παρασκευάζει κυρίως τυριά και προϋόντα που προέρχονται από το τυρί, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων που προορίζονται για ειδική ή διαιτητική διατροφή. Η UDL διαθέτει στο εμπόριο υπό το σήμα Becel τρόφιμα στη σύνθεση των οποίων τα λιπαρά ζωικής προελεύσεως που περιέχουν κορεσμένα λιπαρά οξέα έχουν αντικατασταθεί από λιπαρά φυτικής προελεύσεως πλούσια σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, που έχουν το χαρακτηριστικό ότι μειώνουν τον δείκτη της χοληστερίνης. Αντικείμενο της διαφοράς αποτελούν, ειδικότερα, δύο προϋόντα του φάσματος Becel, τα οποία διατίθενται στο εμπόριο από τις αρχές της δεκαετίας του '90 με την ονομασία «διαιτητικό κρεμώδες προϋόν για επάλειψη». Αφορμή για τη διαφορά αποτέλεσε το γεγονός ότι η UDL εκδήλωσε την πρόθεσή της να αρχίσει να πωλεί τα εν λόγω προϋόντα με τις ονομασίες «ολλανδικό ορεκτικό - τυρί διαίτης με φυτικά έλαια, για διατροφή με υποκατάστατα λιπαρά» και «μαλακό τυρί διαίτης που περιέχει φυτικά έλαια, για διατροφή με υποκατάστατα λιπαρά». Επιπλέον, σκοπεί να αναγράφει επί της συσκευασίας, όσον αφορά το πρώτο από τα προϋόντα αυτά, ότι «αυτό το τυρί διαίτης είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα» και, όσον αφορά το δεύτερο, ότι «αυτό το τυρί διαίτης είναι ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, όσον αφορά τη χοληστερίνη».
5 Η Schutzverband ενήγαγε την UDL ενώπιον του Landgericht Hamburg, υποστηρίζοντας ότι οι ονομασίες και οι περιγραφές που σκοπούσε η UDL να επιθέσει επί των επιμάχων προϋόντων ήσαν παράνομες, διότι το τυρί είναι γαλακτοκομικό προϋόν, ενώ, στη σύνθεση των επίμαχων προϋόντων, οι λιπαρές ύλες του γάλακτος έχουν αντικατασταθεί πλήρως από λίπη φυτικής προελεύσεως. Κατά συνέπεια, η Schutzverband ζητούσε να απαγορευθεί στην UDL η χρήση της ονομασίας «τυρί» για τα επίμαχα προϋόντα καθώς και η επίθεση των εν λόγω περιγραφικών ενδείξεων επί της συσκευασίας τους. Το Landgericht απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεώς του ασκήθηκε έφεση, το δε εφετείο μεταρρύθμισε την απόφαση του πρωτοδικείου και δέχθηκε την αγωγή της Schutzverband.
6 Ακολούθως, η UDL άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εκτιθέμενα κατωτέρω προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1898/87 και του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/398. Συγκεκριμένα, τα υποβληθέντα από το Bundesgerichtshof ερωτήματα είναι τα ακόλουθα:
«1) Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο, την έννοια ότι - ακόμη κι αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή - ένα γαλακτοκομικό προϋόν στη σύνθεση του οποίου οι λιπαρές ύλες του γάλακτος έχουν αντικατασταθεί, για διαιτητικούς λόγους, από φυτικές λιπαρές ύλες δεν μπορεί να φέρει την ονομασία "τυρί";
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: έχει σημασία το γεγονός ότι η ονομασία "τυρί διαίτης με φυτικά έλαια (ή μαλακό τυρί διαίτης που περιέχει φυτικά έλαια), για διατροφή με υποκατάστατα λιπαρά" συμπληρώνεται επί της συσκευασίας με περιγραφικές ενδείξεις, όπως "αυτό το τυρί διαίτης είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (...)" ή "αυτό το τυρί διαίτης είναι ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, όσον αφορά τη χοληστερίνη (...)";»
Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
7 Όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, η UDL υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού και της οδηγίας (ήτοι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού και τα άρθρα 3, παράγραφος 2, και 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας) πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η διαιτητική παραλλαγή ενός τροφίμου πρέπει, κατ' αρχήν, να πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ισχύουν για το σύνηθες τρόφιμο, ιδίως όσον αφορά την παρασκευή, τη σύνθεση και τη φύση του προϋόντος, όπως επίσης και την ονομασία και την επισήμανσή του. Κατά την UDL, το διαιτητικό προϋόν δεν οφείλει να τηρεί τις επιταγές που ισχύουν για το σύνηθες τρόφιμο παρά μόνο στο μέτρο που τούτο δεν ενέχει κίνδυνο για τη χρήση του ως τροφίμου που προορίζεται για ειδική διατροφή. Η UDL συνάγει εντεύθεν ότι η διαιτητική παραλλαγή του τροφίμου πρέπει να φέρει την ίδια ονομασία πωλήσεως με το αντίστοιχο σύνηθες προϋόν. Εν προκειμένω, η UDL φρονεί ότι επιτρέπεται η χρήση του όρου «τυρί», δεδομένου ότι ο όρος αυτός επιτρέπει στον καταναλωτή να διακρίνει το οικείο προϋόν από συγγενή προϋόντα.
Τούτο προκύπτει, ιδίως, από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο ορίζει τα προϋόντα που χαρακτηρίζονται με τις ενδείξεις «διαιτητικά» ή «διαίτης» πρέπει, «εξαιρέσει των μετατροπών που έχουν υποστεί ώστε να ανταποκρίνονται [στον διαιτητικό ή συμφυή με τη διαιτητική διατροφή σκοπό] να ανταποκρίνονται (...) και στις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που ισχύουν για τα συνήθη τρόφιμα».
Κατά την UDL, το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται υπό το φως του σκοπού που έγκειται στην προστασία των τροφίμων από απομιμήσεις. Υπό την έννοια αυτή, οι διαιτητικές παραλλαγές τροφίμων συνιστούν προϋόντα που έχουν ίδια χαρακτηριστικά και πρέπει, επομένως, να μπορούν και αυτά να προστατευθούν από τις απομιμήσεις.
8 Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, που έχει υποβληθεί επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα απαντήσει στο πρώτο ερώτημα υπό την έννοια ότι τα επίμαχα προϋόντα δεν μπορούν να φέρουν την ονομασία που χρησιμοποιείται για τα αντίστοιχα συνήθη προϋόντα, ήτοι την ονομασία «τυρί», η UDL τονίζει ότι για την περιγραφή τέτοιων προϋόντων υπάρχουν δύο δυνατότητες: πρέπει είτε να γίνεται χρήση της ονομασίας που έχει καθιερωθεί από τις συνήθειες, ήτοι του όρου «τυρί», είτε να χρησιμοποιείται μια περιγραφική ονομασία για το προϋόν, η οποία, για να επιτελεί τη λειτουργία της ως κατανοητής ενδείξεως των χαρακτηριστικών του προϋόντος, θα πρέπει επίσης να περιέχει τον όρο «τυρί».
9 Ακολούθως, η UDL εξετάζει τη συμφωνία προς την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, όσον αφορά τη χρήση του όρου «τυρί» για την περιγραφή των διαιτητικών προϋόντων τα οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης. Η UDL παρατηρεί, εν γένει, ότι η εν λόγω διάταξη σκοπεί στην προστασία των καταναλωτών και στη διαφύλαξη των καλύτερων δυνατών όρων ανταγωνισμού όσον αφορά τη διάθεση στο εμπόριο των γαλακτοκομικών προϋόντων. Ο πρώτος από τους σκοπούς αυτούς επιτυγχάνεται αυτομάτως, αφού πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι καταναλωτές διαιτητικών προϋόντων που έχουν υπερβολικά υψηλό δείκτη χοληστερίνης και άλλα παρόμοια προβλήματα γνωρίζουν καλώς τα χαρακτηριστικά του προϋόντος και μάλιστα ακριβώς το γεγονός ότι οι φυσικές λιπαρές τους ουσίες έχουν αντικατασταθεί από άλλες λιπαρές ουσίες, φυτικής προελεύσεως, και, εν πάση περιπτώσει, μπορούν να εξακριβώσουν το στοιχείο αυτό χάρη στις περιγραφικές ενδείξεις που έχουν τεθεί επί της συσκευασίας. Όσον αφορά την προστασία των όρων ανταγωνισμού, η UDL τονίζει ότι τα διαιτητικά προϋόντα είναι πολύ ακριβότερα από τα αντίστοιχα συνήθη προϋόντα και ότι, επομένως, δεν παρουσιάζονται στην αγορά ως απομίμηση των τελευταίων αυτών προϋόντων, οπότε δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι τα ανταγωνίζονται.
10 Αντιθέτως, η Schutzverband ισχυρίζεται ότι, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων του κανονισμού και της οδηγίας, ένα γαλακτοκομικό προϋόν στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί από λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως δεν μπορεί να ονομάζεται «τυρί» και ότι οι ενδεχόμενες συμπληρωματικές ενδείξεις που σκοπεί να θέτει επί της συσκευασίας η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης δεν μπορούν να αποτρέψουν τον κίνδυνο δημιουργίας συγχύσεως μεταξύ του διαιτητικού προϋόντος και του αντίστοιχου προϋόντος που περιέχει τις λιπαρές ύλες του γάλακτος.
11 Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η κρίσιμη διάταξη της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του κανονισμού. Με βάση τον συλλογισμό αυτό η Γερμανική Κυβέρνηση συνάγει ότι οι παρεκκλίσεις από τους κανόνες περί ονομασιών οι οποίες επιτρέπονται για διαιτητικούς λόγους αφορούν μόνον τις μετατροπές των τροφίμων που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του διαιτητικού σκοπού και δεν εκτείνονται στην ονομασία των προϋόντων, η οποία εξακολουθεί να διέπεται από την αρχή κατά την οποία πρέπει να αποφεύγονται οι ονομασίες που μπορούν να οδηγήσουν τον καταναλωτή σε πλάνη. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, τα γαλακτοκομικά προϋόντα χαρακτηρίζονται ακριβώς από το γεγονός ότι προέρχονται αποκλειστικά από το γάλα. Εντεύθεν απορρέει ότι οι περιγραφικές εκφράσεις που προτείνει η UDL για τα δύο επίμαχα διαιτητικά προϋόντα, οι οποίες περιέχουν τον όρο «τυρί», μολονότι τα προϋόντα αυτά δεν περιέχουν τις λιπαρές ύλες του γάλακτος, μπορούν να οδηγήσουν τον καταναλωτή σε πλάνη, οπότε δεν συνάδουν προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού και της οδηγίας.
Επικουρικώς, η Γερμανική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα αρνητική απάντηση, αποκλειστικά, βέβαια, για την περίπτωση κατά την οποία θα δοθεί στο πρώτο ερώτημα καταφατική απάντηση.
12 Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες διατάξεις δεν επιτρέπουν τη χρήση της ονομασίας «τυρί» για ένα προϋόν του οποίου η σύνθεση διαφέρει σημαντικά από εκείνη του αντίστοιχου συνήθους προϋόντος. Η ένδειξη ότι πρόκειται για διαιτητικό προϋόν δεν εξαιρεί την ονομασία από την απαγόρευση αυτή. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, πρέπει εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιηθεί μια διαφορετική ονομασία. Κατά την άποψή της, ούτε η προσθήκη περιγραφικών ενδείξεων επιτρέπει τη χρήση του όρου «τυρί».
13 Η Γαλλική Κυβέρνηση ερμηνεύει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού υπό την έννοια ότι ένα γαλακτοκομικό προϋόν στη σύνθεση του οποίου οι λιπαρές ύλες του γάλακτος έχουν αντικατασταθεί από λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως δεν μπορεί να ονομάζεται «τυρί». Η κυβέρνηση αυτή φρονεί ότι η προσθήκη επί της συσκευασίας περιγραφικών ενδείξεων που περιέχουν και αυτές τον όρο «τυρί» δεν αίρει την απαγόρευση χρήσεως του όρου αυτού για το επίμαχο προϋόν.
14 Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει παρόμοια άποψη με εκείνη της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
15 Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι ένα γαλακτοκομικό προϋόν στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί από άλλες ύλες, άσχετες προς το γάλα, δεν μπορεί να ονομάζεται «τυρί»· επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι διατάξεις της οδηγίας συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας αυτής, δεδομένου ότι δεν αφορούν παρά μόνον τις ιδιαίτερες θρεπτικές ιδιότητες των διαιτητικών προϋόντων, χωρίς όμως να θίγουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους κανόνες που αφορούν την ονομασία των προϋόντων.
Επί του πρώτου ερωτήματος
16 Με το πρώτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν η απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, που ορίζει ότι οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται για τα γαλακτοκομικά προϋόντα δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για άλλα προϋόντα, εκτείνεται στα προϋόντα που προέρχονται από το γάλα και στη σύνθεση των οποίων οι λιπαρές ύλες του γάλακτος έχουν αντικατασταθεί από λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως για διαιτητικούς λόγους, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας. Όλες οι κυβερνήσεις των κρατών μελών που παρενέβησαν, καθώς και η Schutzverband και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η εν λόγω απαγόρευση πρέπει να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω. Η UDL είναι η μόνη που υποστηρίζει το αντίθετο.
17 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει εκ προοιμίου να διευκρινιστεί αν η απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμόζεται στα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (στο εξής: διαιτητικά προϋόντα). Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει ότι το διαιτητικό προϋόν πρέπει να ανταποκρίνεται και στις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που ισχύουν για το αντίστοιχο τρόφιμο συνήθους καταναλώσεως, πλην όμως διατυπώνει, συγχρόνως, μια εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή, καθόσον δέχεται τη δυνατότητα μετατροπών στη σύνθεση των προϋόντων αυτών, στο μέτρο που αυτές είναι αναγκαίες για να καταστούν τα προϋόντα σύμφωνα με τον ειδικό θρεπτικό προορισμό τους.
Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί αν η απαγόρευση χρήσεως του όρου «τυρί» μπορεί να υπάγεται στην εξαίρεση αυτή.
18 Κατά την UDL, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που διασφαλίζουν την προστασία των ονομασιών που ισχύουν για ορισμένα τρόφιμα όχι μόνον επιτρέπουν να φέρουν οι διαιτητικές παραλλαγές των προϋόντων αυτών τις ονομασίες πωλήσεως που φέρουν τα προϋόντα συνήθους καταναλώσεως αλλά, πολλώ μάλλον, επιβάλλουν τη χρήση των ονομασιών αυτών και για τις διαιτητικές παραλλαγές.
19 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναιρείται από τον ισχυρισμό που αντέταξε η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή δεν αμφισβητείται ότι η εξαίρεση που προβλέπει η οδηγία αφορά αποκλειστικά τις διατάξεις περί της συνθέσεως του προϋόντος συνήθους καταναλώσεως και όχι εκείνες που διέπουν την ονομασία του. Η ερμηνεία αυτή απορρέει από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, στο οποίο γίνεται λόγος για τις «μετατροπές που έχουν υποστεί» τα προϋόντα αυτά και το οποίο αναφέρεται, επομένως, στη σύνθεση των εν λόγω προϋόντων και όχι στην ονομασία τους. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί επίσης το ότι, μολονότι η οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τη σύνθεση των τροφίμων που προορίζονται για ειδική διατροφή και αναφέρει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή, επιπλέον εκείνων που προβλέπει η οδηγία 79/112/ΕΟΚ (5), ουδόλως αφορά την ονομασία τους, η οποία εξακολουθεί, επομένως, να διέπεται αποκλειστικά από τον κανονισμό. Κατά συνέπεια, τα διαιτητικά προϋόντα μπορούν καταρχήν να διατίθενται στο εμπόριο με την ονομασία γένους του προϋόντος συνήθους καταναλώσεως στο οποίο αντιστοιχούν, συνοδευόμενη από την ένδειξη των ειδικών θρεπτικών χαρακτηριστικών τους (βλ. το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας). Ωστόσο, ο παραλληλισμός αυτός δεν είναι δυνατός στην περίπτωση κατά την οποία η σύνθεση των διαιτητικών προϋόντων αντιβαίνει προς τις διατάξεις που διέπουν τη χρήση των εν λόγω ονομασιών (6).
20 Αν τα κριτήρια αυτά εφαρμοστούν εν προκειμένω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο παραγωγός έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει τα συστατικά ενός γαλακτοκομικού προϋόντος, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στον ειδικό θρεπτικό προορισμό, και να διαθέτει το τροποποιηθέν κατ' αυτόν τον τρόπο προϋόν στο εμπόριο. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τον χρόνο της διαθέσεώς του στην αγορά, το προϋόν αυτό δεν θα μπορεί να φέρει την προστατευόμενη ονομασία αν δεν περιέχει τα συστατικά των γαλακτοκομικών προϋόντων τα οποία, δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν ώστε να είναι δυνατή η χρήση της προστατευόμενης ονομασίας.
21 Εντεύθεν απορρέει ότι η εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπει η οδηγία δεν μπορεί να αποκλείει την εφαρμογή του κανονισμού. Πράγματι, ο κανονισμός, ο οποίος έχει ένα ειδικό περιεχόμενο, που έγκειται στην προστασία των ονομασιών του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, δεδομένου ότι αποτελεί lex specialis, υπερέχει της οδηγίας, η οποία, αντιθέτως, έχει γενική ισχύ, δεδομένου ότι αφορά αδιακρίτως όλα τα προϋόντα που προορίζονται για ειδική διατροφή.
22 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη σκοπούσα να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του τα διαιτητικά τρόφιμα (7) και, παραλλήλως, από τη διαπίστωση ότι η οδηγία δεν περιέχει διατάξεις με σκοπό τον αποκλεισμό της εφαρμογής του κανονισμού.
23 Κατόπιν των γενικών αυτών διαπιστώσεων, πρέπει να εξακριβωθεί αν η απαγόρευση χρήσεως του όρου «τυρί» που απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού πρέπει να εφαρμόζεται επίσης για τα προϋόντα που προέρχονται από το γάλα και στη σύνθεση των οποίων οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί, για διαιτητικούς λόγους, από λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως.
24 Οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού, σε συνδυασμό με το παράρτημα αυτού, προβλέπουν ότι η ονομασία «τυρί» επιφυλάσσεται αποκλειστικά στα «γαλακτοκομικά προϋόντα» και ότι στα προϋόντα αυτά περιλαμβάνονται όλα τα προϋόντα που προέρχονται αποκλειστικά από το γάλα. Ωστόσο, η εν λόγω παράγραφος 2 προβλέπει ότι «είναι δυνατό να προστίθενται ουσίες που είναι απαραίτητες για την παρασκευή τους, εφόσον οι εν λόγω ουσίες δεν χρησιμοποιούνται με σκοπό την ολική ή μερική αντικατάσταση οποιουδήποτε από τα συστατικά του γάλακτος». Ομοίως, η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει ότι «οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό των γαλακτοκομικών προϋόντων δύνανται επίσης να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με έναν ή περισσότερους όρους για τον ορισμό των σύνθετων προϋόντων των οποίων κανένα στοιχείο δεν υποκαθιστά ή δεν πρόκειται να υποκαταστήσει οποιοδήποτε συστατικό του γάλακτος και των οποίων το γάλα ή ένα γαλακτοκομικό προϋόν αποτελεί ουσιώδες μέρος είτε λόγω της ποσότητάς του είτε λόγω του ότι η επίδρασή του χαρακτηρίζει το προϋόν».
25 Το γράμμα των προαναφερθεισών διατάξεων είναι σαφέστατο. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα μόνα προϋόντα που μπορούν να φέρουν την ονομασία «γαλακτοκομικά προϋόντα», στα οποία συμπεριλαμβάνεται το τυρί, είναι τα προϋόντα που προέρχονται από το γάλα και στων οποίων τη σύνθεση δεν έχει επέλθει, κατά τη διάρκεια της παρασκευής τους, έστω μερική αντικατάσταση οποιουδήποτε από τα συστατικά του γάλακτος. Εντεύθεν απορρέει ότι, οσάκις στη σύνθεση ενός προερχομένου από το γάλα προϋόντος, όπως είναι το τυρί, οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί από λίπη φυτικής προελεύσεως, το προϋόν αυτό δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ως προερχόμενο αποκλειστικά από το γάλα. Επομένως, το προϋόν που παρασκευάζεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού, να υπάγεται στην κατηγορία των «γαλακτοκομικών προϋόντων» ούτε, συνακόλουθα, να φέρει την ονομασία «τυρί» ή να διατίθεται στο εμπόριο με την ονομασία αυτή.
26 Ο λόγος υπάρξεως της εν λόγω απαγορεύσεως είναι η απαίτηση προστασίας του καταναλωτή. Όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, ο νομοθέτης θέλησε ακριβώς «να αποτρέψει τη δημιουργία οποιασδήποτε συγχύσεως στον καταναλωτή μεταξύ των γαλακτοκομικών προϋόντων και των άλλων τροφίμων, περιλαμβανομένων και εκείνων που εν μέρει περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά συστατικά». Όμως, τέτοια ακριβώς σύγχυση μπορεί να δημιουργηθεί στον καταναλωτή όσον αφορά ένα προϋόν που ονομάζεται «διαιτητικό τυρί» και στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί από λίπη φυτικής προελεύσεως. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η ανάγνωση της ενδείξεως «τυρί» μπορεί να δημιουργήσει στον καταναλωτή την εντύπωση ότι πρόκειται για προϋόν που προέρχεται αποκλειστικά από το γάλα, ενώ, στην πραγματικότητα, θα αγοράσει ένα προϋόν το οποίο, μολονότι προέρχεται από το γάλα και έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προσιδιάζει στο τυρί, διαφέρει σαφώς από τα τυριά, διότι ένα από τα συστατικά του - οι λιπαρές ύλες - έχει αντικατασταθεί από ένα διαφορετικό συστατικό - λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως - ξένο προς τα γαλακτοκομικά προϋόντα.
27 Ωστόσο, η εν λόγω ερμηνεία της απαγορεύσεως χρήσεως του όρου «τυρί» για προϋόντα που δεν συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των γαλακτοκομικών προϋόντων δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατη η χρήση της ονομασίας αυτής για τα τυριά που προορίζονται για ειδική διατροφή. Πράγματι, οι κρίσιμες διατάξεις, όπως ερμηνεύθηκαν ανωτέρω, επιτρέπουν τη χρήση της ονομασίας «διαιτητικό τυρί» για την περιγραφή ενός τυριού στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν μειωθεί αισθητά, χωρίς ωστόσο να έχουν αντικατασταθεί από ξένες ουσίες, όπως είναι οι λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως. Το ουσιώδες στοιχείο, το οποίο και χαρακτηρίζει το γαλακτοκομικό προϋόν και, συνακόλουθα, το τυρί, είναι ότι οι τυχόν ξένες ουσίες που έχουν προστεθεί στις φυσικές ουσίες κατά τη διαδικασία παρασκευής δεν έχουν αντικαταστήσει ούτε καν εν μέρει οποιοδήποτε από τα φυσικά συστατικά του προϋόντος.
28 Αυτή η ερμηνεία του περιεχομένου της επίμαχης απαγορεύσεως συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το ζήτημα της συμφωνίας των εθνικών διατάξεων στον τομέα των γαλακτοκομικών προϋόντων προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ), περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Έτσι, με την απόφαση Smanor, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, αν ένα προϋόν που νομίμως παράγεται σε ένα κράτος μέλος και πωλείται σε άλλο κράτος μέλος διαφέρει ουσιωδώς, εξ αιτίας των ποιοτικών χαρακτηριστικών του, από ένα προϋόν που παράγεται στο τελευταίο αυτό κράτος και διατίθεται εκεί στο εμπόριο με ονομασία πωλήσεως που έχει καταστεί παραδοσιακή, οι αρχές του κράτους αυτού μπορούν να απαιτήσουν τη διάθεση του εν λόγω προϋόντος στο εμπόριο υπό διαφορετική ονομασία από εκείνη που χρησιμοποιείται για το παραδοσιακό εθνικό προϋόν. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την εισαγωγή κατεψυγμένων γιαουρτιών και, επομένως, τη φύση και τη σημασία των διαφορών μεταξύ των γιαουρτιών αυτών και του νωπού γιαουρτιού. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη από εθνική διάταξη απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «γιαούρτι» για την πώληση κατεψυγμένων προϋόντων συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο «στην περίπτωση κατά την οποία το γιαούρτι που έχει υποστεί κατάψυξη δεν παρουσιάζει πλέον τα χαρακτηριστικά που προσδοκά ο καταναλωτής όταν αγοράζει ένα προϋόν με την ονομασία "γιαούρτι"» (8). Με την απόφαση Deserbais, το Δικαστήριο δέχθηκε, ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική - έστω σε παρεμπιπτόντως λεχθέν - ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης και, γενικότερα, η επιδίωξη των σκοπών της κοινής αγοράς δεν επιτρέπουν την εισαγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο νέου προϋόντος «που εμφανίζεται με ορισμένη εμπορική ονομασία, διαφέρει όμως τόσο πολύ από απόψεως συνθέσεως ή παρασκευής από τα εμπορεύματα που είναι γενικώς γνωστά με την ονομασία αυτή στην Κοινότητα, ώστε δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην ίδια κατηγορία». Επομένως, και με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δέχθηκε - έστω και εκτός του πλαισίου των κρίσιμων για την απόφασή του λόγων - ότι η προστασία του καταναλωτή επιτάσσει να απαγορεύεται η χρήση της παραδοσιακής ονομασίας του προϋόντος οσάκις η σύνθεσή του έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε τη χρήση της ονομασίας «τυρί» για προϋόντα που είχαν συγκεκριμένο ελάχιστο όριο περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες. Μολονότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε στην υπόθεση αυτή ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις απαγορεύσεως της χρήσεως της ονομασίας αυτής, παρά ταύτα αναγνώρισε, καταρχήν, «ότι τα κράτη μέλη (...) έχουν (...) τη δυνατότητα να θεσπίζουν κανόνες που εξαρτούν τη χρήση από τους εθνικούς παραγωγούς ορισμένης εμπορικής ονομασίας τυριού από την τήρηση του κατά παράδοση ελαχίστου ορίου περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες» (9) .
29 Η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού την οποία προτείνω συνάδει με την οδηγία 97/4/ΕΚ, η οποία επιτρέπει στο κράτος μέλος εισαγωγής να απαγορεύει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τη χρήση της ονομασίας πωλήσεως του κράτους μέλους παραγωγής, όταν το τρόφιμο που φέρει την ονομασία αυτή «απέχει, ως προς τη σύνθεση ή την παρασκευή του, από το τρόφιμο που είναι γνωστό υπό την ονομασία αυτή», με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εξασφαλίζεται, εντός του κράτους μέλους εμπορίας, η ορθή ενημέρωση των καταναλωτών, η οποία να τους επιτρέπει να γνωρίζουν την πραγματική φύση του τροφίμου και να το διακρίνουν από τα τρόφιμα με τα οποία θα μπορούσαν να το συγχέουν, καθόσον η ονομασία πωλήσεως συνοδεύεται από άλλες «περιγραφικές πληροφορίες», οι οποίες αναγράφονται επί της συσκευασίας του προϋόντος «δίπλα» σε αυτήν.
30 Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα γαλακτοκομικό προϋόν στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες του γάλακτος έχουν αντικατασταθεί από λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως δεν μπορεί να φέρει την ονομασία «τυρί».
Επί του δευτέρου ερωτήματος
31 Δεδομένου ότι πρότεινα δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, θα πρέπει κατ' ανάγκη να εκφέρω γνώμη και επί του δευτέρου ερωτήματος, που υπέβαλε επικουρικώς το αιτούν δικαστήριο.
32 Με το δεύτερο ερώτημα, το γερμανικό δικαστήριο ερωτά αν πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό το γεγονός ότι η ονομασία «τυρί διαίτης» με φυτικά έλαια για διατροφή με «υποκατάστατα» λιπαρά συμπληρώνεται επί της συσκευασίας με περιγραφικές ενδείξεις, όπως «αυτό το τυρί διαίτης είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (...)» ή «αυτό το τυρί διαίτης είναι ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, όσον αφορά τη χοληστερίνη (...)».
33 Φρονώ ότι η προσθήκη επεξηγηματικών ενδείξεων αυτού του είδους δεν μπορεί να αναιρέσει τον παράνομο χαρακτήρα της χρήσεως της ονομασίας «τυρί» για τα επίμαχα προϋόντα, τα οποία χαρακτηρίζονται όλα από την αντικατάσταση, στη σύνθεσή τους, των λιπαρών υλών ζωικής προελεύσεως από λιπαρές ύλες φυτικής προελεύσεως. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνωρίζει ότι η λειτουργία της ονομασίας «τυρί» είναι να εγγυάται στον καταναλωτή την ύπαρξη όλων των συστατικών του προϋόντος αυτού και ότι, επομένως, καμία συμπληρωματική πληροφορία δεν μπορεί, ελλείψει ενός ή περισσοτέρων από τα συστατικά αυτά, να επιτρέψει τη χρήση της ονομασίας αυτής. Τούτο επιβεβαιώνεται από μια διάταξη του κανονισμού, ήτοι από το άρθρο 3, παράγραφος 2, που ορίζει ρητά ότι, «όσον αφορά προϋόν άλλο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 2, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ετικέτες, εμπορικά έγγραφα, διαφημιστικό υλικό ή οποιαδήποτε μορφή διαφήμισης (...) ούτε και οποιαδήποτε μορφή παρουσίασης που να δηλώνει, να συνεπάγεται ή να υπαινίσσεται ότι το εν λόγω προϋόν είναι γαλακτοκομικό».
34 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει συναφώς να γίνει δεκτό ότι, προδήλως, οι εν λόγω επεξηγηματικές ενδείξεις δεν επιφέρουν οποιαδήποτε τροποποίηση του ουσιαστικού περιεχομένου της απαγορεύσεως, που συνίσταται στην επιτακτική ανάγκη αυστηρής προστασίας του καταναλωτή από ενδεχόμενες μεταβολές της συνθέσεως του προϋόντος. Εντεύθεν απορρέει ότι καμία συμπληρωματική εξήγηση σχετικά με το όνομα του προϋόντος δεν μπορεί να έχει επίπτωση επί του περιεχομένου της απαγορεύσεως. Με άλλα λόγια, υφίσταται αμάχητο τεκμήριο περί του κινδύνου που αντιπροσωπεύει για τον καταναλωτή η χρήση του όρου «τυρί» για γαλακτοκομικά προϋόντα των οποίων η σύνθεση έχει υποστεί την περιγραφείσα ανωτέρω τροποποίηση: ο μόνος τρόπος να αποτραπεί ο κίνδυνος αυτός είναι η προαναφερθείσα απαγόρευση και όχι η χρήση πληροφοριακών στοιχείων που τίθενται επί της συσκευασίας.
35 Η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη συμφωνία προς το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, των εθνικών κανόνων περί ονομασίας των τροφίμων ακολουθεί παρόμοια συλλογιστική. Είναι σκόπιμο να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι εθνικές διατάξεις που σκοπούν να εξασφαλίσουν την ορθή ονομασία των προϋόντων και, συνακόλουθα, την ενημέρωση των καταναλωτών και την εντιμότητα των συναλλαγών δεν απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης αν δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος αναγομένους στην προστασία των καταναλωτών (10). Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, όπως υπογραμμίστηκε ήδη στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου ερωτήματος, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι το γεγονός ότι η ονομασία του προϋόντος συνοδεύεται από επεξηγηματικές ενδείξεις αρκεί για να διασφαλίσει την ενημέρωση του καταναλωτή, π.χ., στην περίπτωση κατά την οποία τα χαρακτηριστικά του προϋόντος που διατίθεται στο εμπόριο διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα του προϋόντος με το οποίο συνδέεται η παραδοσιακή ονομασία (11).
36 Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης προβάλλει το ακόλουθο επιχείρημα: αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη χρήση του όρου «τυρί» για προϋόντα που προέρχονται από το γάλα και στη σύνθεση των οποίων ένα φυσικό συστατικό έχει αντικατασταθεί από ένα ξένο συστατικό και ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει ακόμη και όταν, κατά περίπτωση, έχουν τεθεί συναφώς επεξηγηματικές σημειώσεις επί της συσκευασίας, η απαγόρευση θα έχει υπερβολικά ευρύ πεδίο εφαρμογής, το οποίο δεν είναι αναγκαίο για την προστασία του καταναλωτή, και θα αντιβαίνει, επομένως, προς την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή της, η προστασία αυτή μπορεί να διασφαλιστεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό χάρη στις εν λόγω επεξηγηματικές σημειώσεις. Τούτο επιβεβαιώνει την άποψη ότι η επίμαχη απαγόρευση πρέπει, αντιθέτως, να ερμηνευθεί κατά τρόπο ελαστικό, και ότι πρέπει να αναγνωριστεί η δυνατότητα χρήσεως του όρου «τυρί» για γαλακτοκομικά προϋόντα στη σύνθεση των οποίων οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί από φυτικά λίπη, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι έχει διασφαλιστεί προσηκόντως η ενημέρωση των καταναλωτών.
37 Η άποψη αυτή είναι αβάσιμη. Αντιβαίνει τόσο προς την εν γένει οικονομία του εν λόγω κανονισμού όσο και, ειδικότερα, προς τη λογική του άρθρου 3, παράγραφος 1.
38 Πρέπει να υπομνηστεί ότι ο κανονισμός ρυθμίζει την ονομασία των γαλακτοκομικών προϋόντων με σκοπό την προστασία της φυσικής συνθέσεως του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, προς το συμφέρον των παραγωγών και των καταναλωτών της Κοινότητας· ο κανονισμός αυτός αναγνωρίζει την ανάγκη «να αποτρέπεται κάθε σύγχυση στον καταναλωτή μεταξύ των γαλακτοκομικών προϋόντων και των άλλων τροφίμων, περιλαμβανομένων και εκείνων που εν μέρει περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά συστατικά» (12). Ως γνωστόν, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια διάταξη δεν μπορεί να περιορίζει την ελευθερία δράσεως ενός επιχειρηματία παρά μόνο στο μέτρο που τούτο είναι αναγκαίο για την υλοποίηση των σκοπών που επιδιώκει ο νομοθέτης με τη θέσπιση του επίμαχου περιοριστικού μέτρου. Η ίδια αυτή νομολογία υπογραμμίζει ότι, κυρίως οσάκις επεμβαίνει, όπως εν προκειμένω, στο πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας, ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει να διαθέτει, κατά τη λήψη των αποφάσεών του, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως (13).
39 Κατά τη θέσπιση της υπό κρίση ρυθμίσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε αναγκαίο να επιβάλει την επίμαχη απαγόρευση. Ανακύπτει το ερώτημα αν, υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας, η απαγόρευση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει απόλυτη ισχύ. Θεωρώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Πράγματι, στο πλαίσιο της χρήσεως της εξουσίας του εκτιμήσεως, που είναι ιδιαίτερα ευρεία όταν οι επεμβάσεις του επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε προδήλως ότι μόνο μια αυστηρή απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «τυρί» για προϋόντα που προέρχονται από το γάλα και από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι φυσικές λιπαρές ύλες μπορούσε με βεβαιότητα να αποτρέψει τη δημιουργία στον καταναλωτή οποιασδήποτε συγχύσεως την οποία θα μπορούσε να προκαλέσει η χρήση του όρου «τυρί», έστω συνοδευόμενη από επεξηγηματικές ενδείξεις. Πράγματι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο όρος «τυρί» είναι εκείνος που έλκει την προσοχή του καταναλωτή και του παρέχει τη δυνατότητα να προσανατολιστεί, ενώ μπορεί να υποτεθεί ότι οι επεξηγηματικές ενδείξεις δεν ασκούν παρά μόνο μια πιθανή και, εν πάση περιπτώσει, πολύ μικρή επιρροή στις επιλογές του. Επομένως, η επίμαχη απαγόρευση δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, που πρότεινα ανωτέρω.
40. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αρνητική απάντηση και, συγκεκριμένα, να απαντήσει ότι η απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που η ονομασία «τυρί» συμπληρώνεται από περιγραφικές ενδείξεις επί της συσκευασίας, όπως «αυτό το τυρί διαίτης είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (...)» ή «αυτό το τυρί διαίτης είναι ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, όσον αφορά τη χοληστερίνη (...)».
Πρόταση
40 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο, και του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα προϋόν που προέρχεται από το γάλα και στη σύνθεση του οποίου οι φυσικές λιπαρές ύλες έχουν αντικατασταθεί από φυτικές λιπαρές ύλες δεν μπορεί να φέρει την ονομασία "τυρί".
2) Η απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1898/87 ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ονομασία "τυρί διαίτης με φυτικά έλαια (ή μαλακό τυρί διαίτης που περιέχει φυτικά έλαια) για διατροφή με υποκατάστατα λιπαρά" συμπληρώνεται επί της συσκευασίας με περιγραφικές ενδείξεις όπως "αυτό το τυρί διαίτης είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (...)" ή "αυτό το τυρί διαίτης είναι ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, όσον αφορά τη χοληστερίνη (...)"».
(1) - ΕΕ L 182, σ. 36. Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 623/98 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1998 (ΕΕ L 85, σ. 3).
(2) - ΕΕ L 186, σ. 27. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 96/84/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 48, σ. 20).
(3) - To άρθρο 3, παράγραφος 1, «δεν θα εφαρμόζεται για την ονομασία προϋόντων των οποίων η ακριβής φύση είναι γνωστή λόγω παραδοσιακής χρήσης ή/και όταν οι ονομασίες χρησιμοποιούνται σαφώς για να περιγράφουν μια χαρακτηριστική ιδιότητα του προϋόντος».
(4) - Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν τα «τρόφιμα τα οποία λόγω της ειδικής σύνθεσής τους ή της ειδικής επεξεργασίας κατά την παρασκευή τους διακρίνονται σαφώς από τα τρόφιμα συνήθους κατανάλωσης, ανταποκρίνονται στο δηλούμενο θρεπτικό προορισμό τους και κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο δηλώνεται ότι επιτελούν τον προορισμό αυτόν».
(5) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33). Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 97/4/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997 (ΕΕ L 43, σ. 21).
(6) - Π.χ., η διαιτητική σοκολάτα, μολονότι θα πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, όλα τα υποχρεωτικά συστατικά της σοκολάτας συνήθους καταναλώσεως, θα μπορεί να παρασκευάζεται δια της αντικαταστάσεως της ζάχαρης, την οποία πρέπει να αποφεύγουν οι διαβητικοί, από φρουκτόζη ή από άλλα υποκατάστατα της ζάχαρης. Eλλείψει αντίθετων διατάξεων περί της χρήσεως της ονομασίας «σοκολάτα», η σοκολάτα που παρασκευάζεται κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο με την ονομασία αυτή, στην οποία θα πρέπει να προστίθεται μια ένδειξη περί της ιδιαίτερης φύσέως της, όπως είναι ο όρος «διαιτητική».
(7) - Αντιθέτως, η πρόταση της Επιτροπής (ΕΕ 1984, C 111, σ. 7) προέβλεπε μια τέτοια εξαίρεση. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 της προτάσεως αυτής είχε ως εξής: «Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή υπό την έννοια της οδηγίας 77/94/ΕΟΚ». Η οδηγία αυτή [οδηγία του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 38)] αντικαταστάθηκε από την εν προκειμένω κρίσιμη οδηγία. Το γεγονός ότι η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή δείχνει τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να επεκτείνει την εφαρμογή του κανονισμού στα διαιτητικά προϋόντα.
(8) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 298/97 (Συλλογή 1988, σ. 4489, ειδικότερα σκέψεις 21 και 24).
(9) - Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 286/86 (Συλλογή 1988, σ. 4907, σκέψεις 11 και 13). Η υπόθεση αυτή αφορούσε τη γαλλική νομοθεσία, η οποία επέβαλλε ποινικές κυρώσεις για τη χρήση της ονομασίας τυριού Edam για τυριά που είχαν περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες χαμηλότερη από 40 %.
(10) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 27/80, Fietje (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 517).
(11) - Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Smanor, σκέψη 23. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε μια ετικέτα όπου αναγραφόταν η προθεσμία για την πώληση ή την κατανάλωση. Βλ., επίσης, την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, C-3/91, Exportur (Συλλογή 1992, σ. I-5529, σκέψεις 27 και 28).
(12) - Κατά τη διατύπωση της έκτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού.
(13) - Βλ., μεταξύ των πλέον προσφάτων, τις αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-150/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-7235)· της 10ης Μαρτίου 1998, C-122/95, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-973), και της 19ης Φεβρουαρίου 1998, C-4/96, NIFPO (Συλλογή 1998, σ. I-681).
Full & Egal Universal Law Academy