Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1. Το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) παραπέμπει στο Δικαστήριο την παρούσα προδικαστική υπόθεση, η οποία αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως , για να είναι σε θέση να εκτιμήσει το συμβατό προς το κοινοτικό δίκαιο μιας νομικής διατάξεως με την οποία καθορίστηκε, από 1ης Σεπτεμβρίου 1996, ηλικία συνταξιοδοτήσεως διαφορετική για τους άνδρες και τις γυναίκες προκειμένου για την καταβολή παροχής αποκαλούμενης «πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία».
2. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως, είναι δυνατό να καθοριστεί διαφορετική για τους άνδρες και τις γυναίκες ηλικία όσον αφορά την πρώτη καταβολή των συντάξεων γήρατος (γενικώς). Αυτή η δυνατότητα παρεκκλίσεως δεν εφαρμόζεται απεναντίας στις άλλες παροχές οι οποίες μνημονεύονται στο άθρο 3 της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως, όπως οι παροχές που καταβάλλονται σε περίπτωση αναπηρίας.
3. Σύμφωνα με την επίδικη διάταξη του άρθρου 122 quater του Bauern-Sozialversicherungsgesetz (νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως των γεωργών, στο εξής: BSVG), «Οι άρρενες ασφαλισμένοι, από της ηλικίας των 57 ετών συμπληρωμένων, και οι θήλεις ασφαλισμένοι, από της ηλικίας των 55 ετών συμπληρωμένων, έχουν δικαίωμα χορηγήσεως πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία όταν ο (η) ασφαλισμένος(η) (...)». Με τη διάταξη αυτή καταργήθηκε κανόνας με το ίδιο κατά τα λοιπά περιεχόμενο, ο οποίος προέβλεπε ότι : «ο ασφαλισμένος(η) δικαιούται συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία από της συμπληρώσεως ηλικίας 55 ετών, όταν (...)».
4. Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη (στο εξής: προσφεύγοντες) είναι 13 γεωργοί οι οποίοι εζήτησαν, σε ηλικία μεταξύ 55 και 57 ετών, τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία. Επειδή κατά την ημερομηνία αναφοράς δεν είχαν ακόμη συμπληρώσει ηλικία 57 ετών, οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν. Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν δικαστικώς την απόφαση αυτή, η δε διαδικασία βρίσκεται πλέον στο στάδιο της «Revision» ενώπιον του Oberster Gerichtshof.
5. Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς το συμβατό της επίδικης διατάξεως με την οδηγία 79/7. Κατά την άποψή του, δεν είναι βέβαιο ότι η διάταξη αυτή του αυστριακού δικαίου εμπίπτει στην παρέκκλιση που εισάγεται με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας. Το άρθρο αυτό επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές». Στην περίπτωση εντούτοις που η επίμαχη σύνταξη θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «παροχή αναπηρίας» κατά την έννοια της οδηγίας, δεν θα καλυπτόνταν από την παρέκκλιση αυτή και οι διακρίσεις όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της παροχής θα απαγορεύονταν, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που εισάγεται με το άρθρο 4 της οδηγίας και εφαρμόζεται άμεσα από τις 23 Σεπτεμβρίου 1984.
6. Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της επίμαχης παροχής, ο οποίος πρέπει να διενεργηθεί βάσει του κοινοτικού δικαίου, ως παροχής λόγω αναπηρίας κατά την έννοια της οδηγίας 79/7. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η μείωση της ικανότητας προς εργασία του δυνητικώς δικαιούχου της παροχής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της επίμαχης παροχής. Η εξέταση του ιστορικού της παροχής ενισχύει την εντύπωση ότι πρόκειται για παροχή λόγω αναπηρίας κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Η παροχή αυτή χαρακτηρίστηκε αρχικά απλώς ως «σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία» . Συν τω χρόνω, και για να τεθεί τέρμα στις εντονότερες ανισότητες του οικείου οικονομικού τομέα, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της παροχής κατέστησαν απλούστερες. Εντούτοις, η φύση της παροχής δεν μεταβλήθηκε ουσιωδώς. Το γεγονός και μόνον ότι ο όρος «σύνταξη γήρατος» περιλαμβάνεται στον τίτλο της εν λόγω παροχής από το 1993 και μετέπειτα δεν είναι ικανό να την καταστήσει σύνταξη γήρατος ή σύνταξη εν γένει κατά την έννοια της οδηγίας 79/7.
7. Μια περαιτέρω αμφιβολία ως προς το συμβατό αυτής της εισαχθείσας το 1996 άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών απορρέει, κατά το αιτούν δικαστήριο, από το άρθρο 7, παράγραφος 2, και από τον γενικό σκοπό της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως, από όπου συνάγεται ότι η εισάγουσα εξαίρεση διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας μπορεί να διατηρηθεί σε ισχύ μόνο για ορισμένη μεταβατική περίοδο. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι τροποποιήσεις διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εισάγοντος εξαίρεση κανόνα του άρθρου 7, παράγραφος 1, θεωρούνται σύμφωνες με την οδηγία μόνον όταν συνεπάγονται κατάργηση των ανισοτήτων. Η επίδικη εθνική νομοθεσία βαίνει εντούτοις προς την αντίθετη κατεύθυνση, διότι εισήγαγε διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως.
8. Το Oberster Gerichtshof υποβάλλει συνεπώς στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) To άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να καθορίζει διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως μόνον για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία χορηγούνται αποκλειστικά λόγω γήρατος, ή αυτή η εισάγουσα εξαίρεση διάταξη εφαρμόζεται επίσης στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία χορηγούνται μεν από της συμπληρώσεως ορισμένης ηλικίας, αλλά, επιπλέον, μόνο λόγω αναπηρίας (ανικανότητας προς εργασία);
2) Το άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχείο α_, και 2, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να τροποποιήσει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, μια προηγούμενη ρύθμιση περί ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, όμοια για τα δύο φύλα (προβλέπουσα συγκεκριμένα τη συμπλήρωση 55 ετών για τους άνδρες και τις γυναίκες), κατά τρόπο ώστε να καθορίζεται εφεξής διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και τις γυναίκες (συγκεκριμένα, η συμπλήρωση 57 ετών για τους άνδρες και 55 ετών για τις γυναίκες);»
9. Οι προσφεύγοντες, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή συμμετέσχαν στη διαδικασία. Επί της επιχειρηματολογίας των συμμετασχόντων θα επανέλθω στο πλαίσιο της νομικής εκτιμήσεως.
B - Νομική εκτίμηση
1. Επί του πρώτου ερωτήματος
10. Όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή εφαρμόζεται αφενός στις συντάξεις γήρατος ή στις συντάξεις εν γένει και, αφετέρου, στις συνέπειες που μπορούν να απορρέουν για άλλες παροχές από τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Αυτή η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη θα εξεταστεί συνεπώς σε δύο στάδια. ρέπει κατ' αρχάς να γίνει ο χαρακτηρισμός της επίμαχης παροχής και, ενδεχομένως, να προσδιοριστούν τα εφαρμοστέα κοινοτικά κριτήρια. Μόνον αν γίνει δεκτό ότι δεν πρόκειται για σύνταξη γήρατος ή για σύνταξη εν γένει θα πρέπει να εξεταστεί αν ο καθορισμός διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, όπως ο διενεργούμενος με την επίδικη εθνική νομοθεσία, πρέπει να ερμηνευθεί ως συνέπεια απορρέουσα από τον θεμιτό καθορισμό διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για την επίμαχη παροχή.
11. Κατά την εξέταση του πρώτου αυτού ζητήματος, οι προσφεύγοντες στηρίζονται στις εκτιμήσεις του αιτούντος δικαστηρίου. Υποστηρίζουν ότι εφόσον η μείωση της ικανότητας προς εργασία αποτελεί πρωτεύουσα προϋπόθεση για τη χορήγηση της επίμαχης παροχής, η παροχή αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή λόγω αναπηρίας κατά την έννοια της οδηγίας και επομένως ως μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως.
12. Η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρινίζει προκαταρκτικά ότι η επίμαχη παροχή δεν αποτελεί, από συστηματική άποψη, ιδιαιτερότητα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των γεωργών, αλλά προβλέπεται επίσης, κατά τον ίδιο τρόπο, στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των αυτοτελώς απασχολουμένων στη βιομηχανία και στη χειροτεχνία (GSVG) και των μισθωτών εργαζομένων (ASVG).
13. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίμαχη διάκριση δικαιολογείται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως και θεωρεί ότι η σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία αποτελεί σύνταξη γήρατος κατά την έννοια της οδηγίας. Η Αυστριακή Κυβέρνηση παραπέμπει συναφώς στο ιστορικό της καθιερώσεως της παροχής και προβάλλει ότι στην Αυστρία ισχύει διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και τις γυναίκες, ήτοι 65 έτη για τους άνδρες και 60 έτη για τις γυναίκες. Είναι επιπλέον δυνατή η χορήγηση πρόωρης συντάξεως γήρατος πέντε έτη πριν από τη συμπλήρωση της κανονικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για διάφορους νομικούς λόγους όπως η ανεργία ή η μακρά διάρκεια ασφαλίσεως. Με τον Bundesverfassungsgesetz über unterschiedliche Altersgrenzen von männlichen und weiblichen Sozialversicherten (ομοσπονδιακός συνταγματικός νόμος περί διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των αρρένων και θηλέων ασφαλισμένων) επέρχεται μακροπρόθεσμα η εναρμόνιση και η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει ότι μετά τη γενική αναμόρφωση του συστήματος των συντάξεων το 1993 , στο πλαίσιο της οποίας συνενώθηκαν διάφοροι τύποι παροχών, η επίμαχη παροχή πρέπει να θεωρηθεί ως πρόωρη σύνταξη γήρατος για την οποία η ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία καθορίστηκε για τα δύο φύλα στα 55 έτη. Συγχρόνως με την καθιέρωση της πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω μειώσεως της ικανότητας προς εργασία, εισήχθη για τους γεωργούς και τους εμπόρους η πρόωρη σύνταξη γήρατος σε περίπτωση μακράς διάρκειας ανικανότητας προς εργασία .
14. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει ορισμένες εκτιμήσεις συστηματικού χαρακτήρα για να αποδείξει τη συνάφεια μεταξύ της επίμαχης παροχής και της συνήθους συντάξεως γήρατος. Επικαλείται συναφώς την προστασία της επαγγελματικής δραστηριότητας καθώς και την ύπαρξη ορισμένης περιόδου αδρανείας που διευκολύνει τη χορήγηση της παροχής εν σχέσει προς την καθαρή παροχή λόγω αναπηρίας. Ο κανόνας που προβλέπει την παύση της χορηγήσεως της συντάξεως σε περίπτωση ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας είναι επίσης γνωστός στο πλαίσιο των διατάξεων που εφαρμόζονται στις συντάξεις γήρατος, πράγμα που δεν ισχύει για σύνταξη λόγω αναπηρίας. Τέλος, η επίμαχη παροχή μετατρέπεται, κατά τη συμπλήρωση της κανονικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, σε κανονική σύνταξη γήρατος.
15. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αποκρύπτει ότι η θέσπιση του Strukturanpassungsgesetz του 1996 στηρίχθηκε σε εκτιμήσεις συνδεόμενες με τον προϋπολογισμό, ιδίως για να καταστεί δυνατή η πλήρωση των «κριτηρίων του Μάαστριχτ».
16. Εφόσον η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία αποτελεί σύνταξη γήρατος κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 79/7, διατυπώνει μόνον επικουρικώς παρατηρήσεις σχετικά με τις συνέπειες της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως επί άλλων παροχών, που μπορούν να αποτελούν ενδεχομένως αιτιολόγηση.
17. Στο πλαίσιο αναλυτικής εξετάσεως της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου , η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η συνοχή μεταξύ του συστήματος των συντάξεων γήρατος και του συστήματος των άλλων εξεταστέων παροχών, αφενός, και οι οικονομικές επιπτώσεις, αφετέρου, οδηγούν στη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία αποτελεί εν πάση περιπτώσει παροχή έχουσα άμεση σχέση με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Κατά συνέπεια, η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζεται εν πάση περιπτώσει.
18. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν διακρίνει κατ' αρχάς κανένα λόγο για να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο χαρακτηρισμός της επίμαχης παροχής από το αιτούν δικαστήριο ως συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία. Υπενθυμίζει στη συνέχεια ότι για να εμπίπτει στην εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 79/7, η παροχή πρέπει να συνδέεται κατ' ανάγκην και αντικειμενικώς με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Δεδομένου ότι η νομοθετική τροποποίηση που εισήγαγε την επίμαχη διάκριση στηρίζεται σε οικονομικής φύσεως εκτιμήσεις, καθίσταται δυσχερώς αντιληπτό πώς τέτοια τροποποίηση μπορεί να συνδέεται κατ' ανάγκη με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
19. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι οι εκτιμήσεις του αιτούντος δικαστηρίου, κατά τις οποίες η επίμαχη παροχή αποτελεί παροχή λόγω αναπηρίας, είναι κατά βάση ακριβείς. Επισημαίνει, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι οι εισάγουσες παρέκκλιση διατάξεις πρέπει να αποτελούν αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια πρόωρη σύνταξη γήρατος παρεχόμενη λόγω της επελεύσεως γεγονότος άλλου πλην της συμπληρώσεως ορισμένης ηλικίας κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 79/7 δεν αποτελεί σύνταξη γήρατος ή σύνταξη εν γένει κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας. Η Επιτροπή προβάλλει ότι για να δοθεί απάντηση στο κατά πόσο η επίμαχη άνιση μεταχείριση αποτελεί συνέπεια του καθορισμού διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, πρέπει να εξεταστεί αν αυτή η ανισότητα συνδέεται κατ' ανάγκην και αντικειμενικά με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως, οι δε αναφερόμενες στον προϋπολογισμό εκτιμήσεις δεν είναι κατ' αρχήν ικανές να θεμελιώσουν αυτή την αναγκαία σύνδεση. Για όλους αυτούς τους λόγους, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Νομική εκτίμηση
20. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται τελικά να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό της επίμαχης παροχής, βάσει του εθνικού δικαίου. Η εκτίμηση αυτή πρέπει πάντως να διενεργηθεί βάσει παραμέτρων του κοινοτικού δικαίου, αποστολή δε του Δικαστηρίου είναι να τις υποδείξει.
21. Στο άρθρο 3 της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής της. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο α_, η οδηγία εφαρμόζεται «στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακολούθων κινδύνων:
- ασθενείας,
- αναπηρίας,
- γήρατος,
- εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας,
- ανεργίας».
22. Για να είναι δυνατή η κατάταξη μιας παροχής σε έναν από τους ανωτέρω κινδύνους, πρέπει να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της. Αυτά τα αντικειμενικά κριτήρια πρέπει επίσης να επιτρέπουν την οριοθέτηση των διαφόρων κινδύνων μεταξύ τους. ροκειμένου, παραδείγματος χάριν, για «παροχή γήρατος», η συμπλήρωσή του προβλεπόμενου από τον νόμο ορίου ηλικίας αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την απόκτηση του αντίστοιχου δικαιώματος. Όσον αφορά μια «παροχή αναπηρίας», είναι απεναντίας ουσιώδες να υφίσταται διαρκής ανικανότητα προς εργασία λόγω σωματικού ή ψυχικού μειονεκτήματος. Για μια «παροχή ανεργίας», είναι, παραδείγματος χάριν, χαρακτηριστικό ότι ο δικαιούχος της παροχής δεν πρέπει να έχει ενεργό εργασιακή θέση, αλλά αντιθέτως να είναι κατ' αρχήν διαθέσιμος να επανέλθει στην ενεργό επαγγελματική δραστηριότητα, πράγμα που συγκεκριμενοποιείται με το ότι τίθεται στη διάθεση της αρμόδιας διοικητικής υπηρεσίας ως αναζητών εργασία .
23. Η κατάταξη μιας παροχής μπορεί να καθίσταται προβληματική όταν - όπως εν προκειμένω - έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαφόρων κινδύνων. Σύγχυση μπορεί επιπλέον να επέλθει όταν η έννοια «ηλικία συνταξιοδοτήσεως» νοείται - όπως εν προκειμένω από την Αυστριακή Κυβέρνηση - ως ανικανότητα προς εργασία λόγω της ηλικίας ή, όπως ορίζεται σε άλλη περίπτωση, ως το χρονικό σημείο από το οποίο ο δικαιούχος της παροχής θεωρείται ότι δεν είναι πλέον ικανός προς εργασία λόγω της ηλικίας του .
24. Τα ανωτέρω δεν πρέπει πάντως να επηρεάζουν τη σαφήνεια των εννοιών. Συγκεκριμένα, έστω και αν η προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως συνδέεται με οποιαδήποτε ανικανότητα προς εργασία, πρόκειται εν πάση περιπτώσει για τεκμήριο που μπορεί να λάβει τη μορφή πλάσματος δικαίου. Διότι η διατήρηση της φυσικής ικανότητας προς εργασία κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είναι απολύτως νοητή, πράγμα που πάντως δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το πραγματικό γεγονός της συμπληρώσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η αντικειμενική συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας είναι απεναντίας αναγκαία και επαρκής .
25. Η κατάσταση είναι κατ' αρχήν διαφορετική όσον αφορά τον κίνδυνο της αναπηρίας. ρέπει συναφώς να υφίσταται αντικειμενικά αναπηρία εμποδίζουσα την ικανότητα προς εργασία. Αυτό απαιτεί η επίμαχη παροχή εν προκειμένω. Το κριτήριο της ηλικίας μπορεί να αποτελεί στοιχείο το οποίο επιτείνει τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο. Από την άποψη της κοινωνικής πολιτικής, είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι η μειωμένη ικανότητα προς εργασία επιτείνεται βεβαίως σε συνδυασμό με προχωρημένη ηλικία . Όπως δείχνει η παροχή την οποία πρέπει να χαρακτηρίσουμε εν προκειμένω, είναι κάλλιστα δυνατό, παράγοντες συνδεόμενοι με την κοινωνική πολιτική και με την πολιτική της αγοράς εργασίας, όπως η ελάφρυνση των επιβαρύνσεων ενός κλάδου της οικονομίας και η καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο κατά την καθιέρωση μιας κοινωνικής παροχής, χωρίς να αμφισβητείται ο χαρακτήρας αυτός καθεαυτόν της εν λόγω παροχής. Επιπλέον, το κριτήριο της ελάχιστης ηλικίας επιτρέπει την αντικειμενική οριοθέτηση του κύκλου των δυναμένων να είναι δικαιούχοι. Δεν πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ως συστατικό στοιχείο κατά τον χαρακτηρισμό της παροχής.
26. Οι συνθήκες υπό τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν πράγματι την παροχή αυτή, όπως εκτέθηκαν από την Αυστριακή Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν αντιτίθενται κατά βάση στην ανωτέρω ανάλυση. Αν, κατά το 1998, το ποσοστό των πρόωρων συντάξεων γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των γεωργών αντιπροσώπευε το 50 % του συνόλου των χορηγηθεισών προώρων συντάξεων γήρατος, πράγμα που, σε σχέση προς το σύνολο των χορηγουμένων συντάξεων, αντιπροσωπεύει ποσοστό 39 %, ενώ το ποσοστό των «πραγματικών συντάξεων λόγω ανικανότητας προς εργασία» δεν είναι παρά 15 %, πρόκειται αναμφισβήτητα για υψηλό ποσοστό. Δεν μπορεί πάντως να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των προϋποθέσεων χορηγήσεως της παροχής, το κριτήριο της ανικανότητας προς εργασία συνδυάζεται με την προστασία της επαγγελματικής δραστηριότητας, πράγμα που συνεπάγεται ότι αυτή η ανικανότητα προς εργασία πρέπει να διαπιστώνεται για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας στον τομέα της γεωργίας. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται συγκεκριμένα για τη χορήγηση της παροχής υπαγορεύονται, όπως επιβεβαιώνει ρητώς η Αυστριακή Κυβέρνηση, από εκτιμήσεις κοινωνικής πολιτικής. Αυτό πάντως δεν εμποδίζει η ανικανότητα προς εργασία να αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτηρισμού της παροχής.
27. Για τη συνέχεια της εξετάσεως, πρέπει να εκκινήσουμε από το ότι η εν προκειμένω επίμαχη παροχή αποτελεί παροχή αναπηρίας κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 79/7, η οποία δεν εμπίπτει επομένως στο πεδίο εφαρμογής της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, αλλά θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ως «άλλη παροχή» για την οποία έχει «συνέπειες» ο καθορισμός διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως.
28. Με την απόφαση Graham κ.λπ , το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τη χορήγηση και τον υπολογισμό ορισμένων παροχών αναπηρίας προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούσε συνέπεια, για άλλες παροχές, του καθορισμού διαφορετικής για τους άνδρες και τις γυναίκες ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο, αφενός, για τη μείωση της συντάξεως αναπηρίας από της συμπληρώσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως - 60 έτη για τις γυναίκες και 65 έτη για τους άνδρες - στο ύψος της πράγματι οφειλόμενης συντάξεως γήρατος και, αφετέρου, για επίδομα αναπηρίας το οποίο καταβαλλόταν, επιπλέον της συντάξεως αναπηρίας, μόνο στα πρόσωπα που είχαν καταστεί ανίκανα προς εργασία πέντε τουλάχιστον έτη πριν τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, ήτοι πριν τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου έτους για τις γυναίκες και του εξηκοστού έτους για τους άνδρες.
29. Το Δικαστήριο έθεσε συναφώς τα ακόλουθα κριτήρια όσον αφορά τις «συνέπειες (...) για άλλες παροχές», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, που μπορούν να δικαιολογήσουν τις ανισότητες της μεταχειρίσεως. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Thomas κ.λπ. οι συνέπειες αυτές περιορίζονται στις υπάρχουσες σε άλλα συστήματα παροχών διακρίσεις οι οποίες συνδέονται κατ' ανάγκην και αντικειμενικά με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως . Αυτό ισχύει όταν οι διακρίσεις αυτές είνα αντικειμενικώς αναγκαίες για να αποφευχθεί η διατάραξη της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ή για να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ του συστήματος των συντάξεων γήρατος και του συστήματος των άλλων παροχών .
30. Ενώ στην υπόθεση Graham κ.λπ. υπήρχε αντικειμενική σύνδεση μεταξύ της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και της επίμαχης διακρίσεως, δεδομένου ότι, ήδη από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, επήρχετο η δυσάρεστη συνέπεια που αντιπροσώπευε η μείωση της παροχής, δεν συμβαίνει το ίδιο εν προκειμένω. Ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ του καθορισμού της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και της ελάχιστης απαιτούμενης ηλικίας για τη χορήγηση της πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία. Οι προϋποθέσεις της χορηγήσεως της παροχής και το καθορισθέν όριο ηλικίας για την πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία είναι ανεξάρτητα από το γενικό σύστημα των συντάξεων γήρατος. Ένα κοινό σημείο των δύο συστημάτων εμφανίζεται μόνο κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, διότι τότε η κανονική σύνταξη γήρατος υποκαθίσταται στην παροχή πρόωρης συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία.
31. Σε σχέση προς την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως, η ελάχιστη ηλικία για τη χορήγηση της επίμαχης παροχής επελέγη κατά τρόπο μάλλον ανακόλουθο. Ενώ καθορίστηκε στα 55 έτη για τις γυναίκες, ήτοι πέντε έτη πριν από την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως, καθορίστηκε στα 57 για τους άνδρες, ήτοι οκτώ έτη πριν από την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
32. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση δέχθηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία, για τη χορήγηση της επίμαχης παροχής, είχε καθοριστεί ηλικία 50 ετών για τις γυναίκες και 55 ετών για τους άνδρες, η σύμμετρη αύξηση κατά δύο έτη της ηλικίας αυτής, η οποία τότε θα ήταν τα 52 έτη για τις γυναίκες και τα 57 έτη για τους άνδρες, δεν θα είχε βεβαίως κανένα πρόβλημα. Η κατάσταση ήταν εντούτοις διαφορετική, διότι η ισχύουσα για την επίμαχη παροχή «ηλικία συνταξιοδοτήσεως» είχε επίσης καθοριστεί στα 55 έτη για τις γυναίκες. Επειδή η αύξηση της απαιτούμενης ηλικίας πέρα από αυτή την «κανονική ηλικία της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως» θα αντέβαινε προς το σύστημα, κατά το αυστριακό δίκαιο, έπρεπε να παραμείνει αμετάβλητη για τις γυναίκες ενώ αυξήθηκε κατά δύο έτη για τους άνδρες. Επιπλέον, ουδεμία υποχρέωση υπήρχε για ένα κράτος που είχε προβλέψει διαφορά πέντε ετών στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών, να μεταφέρει επίσης κατά τρόπο σύμμετρο τη διαφορά αυτή στο σύνολο των συνεπειών για τις άλλες παροχές.
33. Με την επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί πάντως να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, πριν από την επίμαχη νομοθετική τροποποίηση, ίσχυε κανόνας μη εισάγων διακρίσεις που δεν συνδεόταν επίσης με την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως, διότι η επίμαχη παροχή ήταν ανεξάρτητη από την ηλικία αυτή.
34. Επομένως, γίνεται δυσχερώς αντιληπτό γιατί η εισαχθείσα με τη νομοθετική τροποποίηση διάκριση σχετικά με την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για τη χορήγηση της πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία πρέπει κατ' ανάγκη να συνδέεται με την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Αντιθέτως, η προγενέστερη νομική κατάσταση, η οποία ουδέν εισάγον διακρίσεις στοιχείο ενείχε και λειτουργούσε εξαιρετικά, συνηγορεί υπέρ του ότι δεν υφίσταται κατ' ανάγκη σύνδεση μεταξύ της, διαφορετικής πλέον, απαιτούμενης ηλικίας, για τη χορήγηση της παροχής και της προβλεπόμενης από τον νόμο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η ηλικία των 55 ετών που ίσχυε για τους άνδρες και τις γυναίκες δεν τροποποιήθηκε ούτε κατά τρόπο ενιαίο ούτε κατά τρόπο ανάλογο προς την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Κατά συνέπεια, η συνοχή των συστημάτων δυσχερώς μπορεί να προβληθεί ως αιτιολογία της επίδικης άνισης μεταχειρίσεως.
35. Όσον αφορά την οικονομική συνοχή των εμπλεκομένων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, πρεπεί να διαπιστωθεί ότι η νομοθετική τροποποίηση οφείλετο σε οικονομικής φύσεως λόγους. Οι αναγόμενες στον προϋπολογισμό εκτιμήσεις οι οποίες προβλήθηκαν πρέπει πάντως να θεωρηθούν ως αναφερόμενες σε γενικά μέτρα επιτεύξεως οικονομιών, προοριζόμενα να ανακουφίσουν συνολικά τον κρατικό προϋπολογισμό και ανεξάρτητα από τη χρηματοδότηση και την οικονομική διασύνδεση των οικείων κοινωνικών παροχών υπό στενή έννοια. Εν πάση περιπτώσει, η Αυστριακή Κυβέρνηση ουδέν επιχείρημα προέβαλε, πέραν από γενικές εκτιμήσεις αναγόμενες στον προϋπολογισμό, ικανό να οδηγήσει στη συναγωγή του συμπεράσματος ότι υφίσταται αλληλεξάρτηση μεταξύ των συστημάτων. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι η τήρηση των «κριτηρίων του Μάαστριχτ» αποτελούσε επιταγή απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο. Η τήρηση αυτή δεν μπορεί πάντως να επιτευχθεί κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις μεταξύ των φύλων. Οι αναγόμενες στον προϋπολογισμό εκτιμήσεις δεν μπορούν εν πάσει περιπτώσει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να δικαιολογήσουν δυσμενείς διακρίσεις λόγω φύλου .
36. Κατά συνέπεια, η διαφορά στην απαιτούμενη ηλικία ανδρών και γυναικών για τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικώς και κατ' ανάγκη συνδεόμενη με την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Επομένως, αποκλείεται επίσης η επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας για να δικαιολογηθεί η άνιση μεταχείριση. Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν μόνον τις υπάρχουσες διακρίσεις ή, ενδεχομένως, τους επιτρέπει επίσης να εισαγάγουν νέες. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί άμεσα στο δεύτερο ερώτημα στο οποίο, σύμφωνα με την εκτεθείσα άποψη, πρέπει να δοθεί απάντηση μόνον επικουρικώς.
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
37. Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται στο κατά πόσο η μεταγενέστερη εισαγωγή διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως καλύπτεται από το άρθρο 7, παράγραφοι 1, στοιχείο α_, και 2, της οδηγίας 79/7.
38. ρέπει κατ' αρχάς να διευκρινισθεί ότι ο όρος «μεταγενέστερη» αναφέρεται αφενός στην περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία η οδηγία περί ίσης μεταχειρίσεως κατέστη υποχρεωτική για το οικείο κράτος μέλος. ρόκειται, όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, για την ημερομηνία προσχωρήσεως στον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1994 και, το αργότερο, για την ημερομηνία προσχωρήσεως στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1995. Αφετέρου, ο όρος αυτός παραπέμπει στην ιδέα ότι υπήρχε προγενέστερα ένας κανόνας που εξασφάλιζε την ίση μεταχείριση.
39. ρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι, κατά τη λογική της εξετάσεως στην οποία προέβην, δεν καθορίστηκε μεταγενέστερα κατά τρόπο διαφορετικό η ηλικία συνταξιοδοτήσεως υπό στενή έννοια, αλλά η απαιτούμενη ηλικία για τη χορήγηση κοινωνικής παροχής για την οποία η ηλικία συνταξιοδοτήσεως έχει ενδεχομένως «συνέπειες».
40. Οι προσφεύγοντες έχουν την άποψη ότι τα άρθρα 7, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως δεν επιτρέπουν τη μεταγενέστερη δημιουργία νέων εξαιρέσεων από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Οι διατάξεις που πρέπει να θεσπισθούν ή τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά την έννοια των άρθρων αυτών δεν μπορούν, αφενός, παρά να συμβάλουν στην επίτευξη του θεμελιώδους στόχου της οδηγίας και, αφετέρου, να εμπεριέχουν εκτιμήσεις και αναλύσεις ικανές να αποτελέσουν τη βάση που θα επέτρεπε να καθοριστεί αν είναι δικαιολογημένη η διατήρηση εξαιρέσεων. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το αυστριακό δίκαιο είναι αντίθετο προς την οδηγία περί ίσης μεταχειρίσεως.
41. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι η αύξηση της απαιτούμενης για τους άνδρες ηλικίας για τη χορήγηση της πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως βήμα για την πραγμάτωση της θεμελιώδους αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την έννοια της οδηγίας, δεδομένου ότι, προγενέστερα, η ηλικία αυτή ήταν κατά δέκα έτη κατώτερη της «κανονικής» ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, έναντι μόνον πέντε ετών για τις γυναίκες. Η διαφορά αυτή μειώθηκε πλέον στα τρία έτη. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εφόσον είναι δυνατό να δικαιολογηθεί η διαφορά ηλικίας που ισχύει για την πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητος προς εργασία βάσει της συνοχής με την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως, η αιτιολόγηση αυτή θα έπρεπε να ισχύει για το σύνολο της μεταβατικής περιόδου μέχρι την πλήρη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ο εθνικός νομοθέτης θα πρέπει να παραμείνει ελεύθερος, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, να εξακολουθήσει την επιδίωξη των στόχων του. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα συμμεριζόταν την άποψη αυτή, θα έπρεπε, για οικονομικούς λόγους, η απαιτούμενη ηλικία για τους άνδρες και τις γυναίκες να αυξηθεί από τα 55 στα 57 έτη. Αυτό όμως θα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετο προς τον στόχο της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως που συνίσταται στην κατά το δυνατό διατήρηση κατά τη μεταβατική περίοδο των υπαρχόντων πλεονεκτημάτων υπέρ των γυναικών.
42. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει συμπερασματικά ότι η νομοθετική τροποποίηση η οποία συνίσταται, αποκλειστικά για τους άνδρες, στην αύξηση κατά δύο έτη της απαιτούμενης ηλικίας για τη χορήγηση της πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία, η οποία ήταν αρχικά η ίδια για τους άνδρες και τις γυναίκες, καλύπτεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστήριξε ρητώς ότι η εν λόγω διάταξη ουδεμία ένδειξη εμπεριέχει ότι πρόκειται για ρήτρα ακινητοποιήσεως. Στη διάταξη αυτή γίνεται λόγος για «καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως» και όχι, παραδείγματος χάριν, για «διατήρηση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως».
43. Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στο κατά πόσο η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, αποτελεί ρήτρα ακινητοποιήσεως δυνάμει της οποίας ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να λάβει νέα εισάγοντα διακρίσεις μέτρα, ακόμη και αν τα μέτρα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απαντά αρνητικά στο ερώτημα αυτό, υποστηρίζοντας ότι ούτε το κείμενο της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπουν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι υφίσταται υποχρέωση ακινητοποιήσεως.
44. Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, σκοπεί στην πραγμάτωση του στόχου της ισότητας των φύλων. Από αυτό προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ως ένα είδος «υποχρεώσεως ακινητοποιήσεως». Ένα κράτος μέλος θα υπερέβαινε τα περιθώρια ελευθερίας που του παρέχει η διάταξη αυτή για την προσαρμογή των συνταξιοδοτικών συστημάτων του αν καθιστούσε εντονότερη μια υπάρχουσα διάκριση ή αν εισήγε νέα διάκριση. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, που αναφέρεται στη διατήρηση των εξαιρέσεων, πράγμα που επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι μόνον η διατήρηση και όχι η δημιουργία κανόνων εισαγόντων διακρίσεις επιτρέπεται.
Νομική εκτίμηση
45. Εφόσον τόσο η Αυστριακή Κυβέρνηση όσο και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή αναφέρονται στην έννοια της υποχρεώσεως διατηρήσεως του status quo ή στη ρήτρα ακινητοποιήσεως, πρέπει κατ' αρχάς, για τη συνέχιση της αναλύσεως, να καθοριστεί το περιεχόμενο της έννοιας αυτής.
46. Βάσει της γραμματικής διατυπώσεώς της, η έννοια αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί ως η απαίτηση της διατηρήσεως της νομικής καταστάσεως που ίσχυε κατά την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 79/7. Εφόσον όμως η οδηγία αυτή σκοπεί, σύμφωνα με το γράμμα και τον στόχο της, στην «προοδευτική» εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, μια τόσο στατική αντίληψη είναι απρόσφορη στο πλαίσιο αυτό. Η υποχρέωση ακινητοποιήσεως θα μπορούσε πάντως να εκληφθεί επίσης υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η μεταβολή προς το χειρότερο του status quo που ίσχυε κατά την έναρξη της ισχύος της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται ότι αντιστοιχεί προς την αντίληψη της εν λόγω έννοιας από τους ενδιαφερομένους και είναι σύμφωνη προς την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας. Δεν επιλύει όμως το ζήτημα ποιον χαρακτήρα πρέπει να έχουν οι τροποποιήσεις ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως βελτίωση της καταστάσεως και συνεπώς ως βήμα προς την ορθή κατεύθυνση.
47. Ως στόχος της οδηγίας μπορεί αναμφισβήτητα να προσδιορισθεί η ίση μεταχείριση των φύλων στο πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως, έστω και αν ορισμένοι τομείς αποκλείονται, για χρονικό διάστημα μη προσδιοριζόμενο εκ των προτέρων, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας . Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός της εισάγουσας παρέκκλιση ρυθμίσεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας είναι η προσωρινή διατήρηση των πλεονεκτημάτων που αναγνωρίζονται στις γυναίκες όσον αφορά τη συνταξιοδότηση .
48. Αυτά τα «αναγνωριζόμενα στις γυναίκες πλεονεκτήματα» μπορούν πάντως να έχουν αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τόσο τον υπολογισμό της παροχής όσο και τις συνέπειές της επί άλλων παροχών. Τέτοιες αρνητικές επιπτώσεις επί της νομικής καταστάσεως των γυναικών όσον αφορά τη συνταξιοδότηση έχουν γίνει δεκτές από το Δικαστήριο . Το πρόβλημα επομένως είναι το μέτρο βάσει του οποίου θα εκτιμηθεί η πρόοδος στην οποία αποσκοπεί η οδηγία.
49. Η βελτίωση της καταστάσεως των γυναικών όσον αφορά τα δικαιώματά τους επί παροχών σε σχέση προς την αρχική, λιγότερο ευνοϊκή, κατάσταση, όπως συνέβαινε στην υπόθεση Bramhill , μπορεί να θεωρηθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ως πρόοδος βάσει του στόχου της οδηγίας .
50. Εν προκειμένω, είναι σαφώς δυσχερέστερο να γίνει αντιληπτό τι θα αποτελούσε πρόοδο κατά την έννοια της οδηγίας. Όπως ορθά εξέθεσε η Αυστριακή Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της μη ενέχουσας διάκριση κανονιστικής ρυθμίσεως που ίσχυε όσον αφορά την πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανικανότητας προς εργασία πριν από τη νομοθετική τροποποίηση του 1996, οι γυναίκες βρίσκονταν σε σχετικά μειονεκτική θέση εφόσον δεν μπορούσαν να λάβουν την παροχή αυτή παρά πέντε μόνον έτη πριν από την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως, ενώ οι άνδρες μπορούσαν να τύχουν του ευεργετήματος της παροχής δέκα έτη πριν από την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Η ίδια αύξηση, για τους άνδρες και τις γυναίκες, της απαιτούμενης ηλικίας για τη χορήγηση παροχής όπως η επίμαχη θα ήταν βέβαια σύμφωνη προς τον στόχο της απόλυτης ισότητας, αλλά θα ήταν σχετικά δυσμενέστερη για τις γυναίκες. Η ρύθμιση αυτής της συγκρούσεως συμφερόντων δεν είναι καθόλου προφανής.
51. Σημείο εκκινήσεως της αναλύσεως πρέπει να αποτελέσει η επαναλαμβανόμενη στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αρχή κατά την οποία οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά . Οι νομοθετικές τροποποιήσεις που έχουν ως στόχο την κατάργηση της άνισης μεταχειρίσεως, χωρίς ωστόσο να επιτυγχάνεται διά μιας πλήρης ισότητα, επιτρέπονται μόνον στο πλαίσιο σαφούς καθορισμού του πεδίου εφαρμογής των εισαγουσών εξαιρέσεις διατάξεων. Κατά συνέπεια, οι κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες διατηρούν ανισότητες μεταχειρίσεως, έστω και υπό μετριασμένη μορφή , δεν αποκλείονται εκ των προτέρων.
52. Απεναντίας, η εισαγωγή ανισοτήτων μεταχειρίσεως σε σύστημα παροχών που ήταν προηγουμένως απαλλαγμένο κάθε διακρίσεως έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι ήταν αρχικά δυνατή η καθιέρωση ενός είδους παροχής ουδέτερης από άποψη φύλου μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη περί του ότι δεν ελήφθη υπόψη η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «διατήρηση των εν λόγω εξαιρέσεων» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, όταν, κατά την έκδοση μεταγενέστερων νόμων, λαμβάνεται για πρώτη φορά ως νομική βάση η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη. Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεν μπορεί επίσης να διαχωριστεί από την παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως. Έστω και αν η παράγραφος 1 δεν αναφέρεται παρά στον «καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως», ο όρος «διατήρηση» που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2 υπονοεί ότι πρέπει τουλάχιστον να γίνει επίκληση των εισαγουσών διακρίσεις διατάξεων της παραγράφου 1 ώστε να μπορούν αυτές να δικαιολογήσουν μεταγενέστερη νομοθετική τροποποίηση με περιεχόμενο εισάγον διακρίσεις. Η μεταγενέστερη εισαγωγή νέων ανισοτήτων μεταχειρίσεως δεν θα ήταν συνεπώς δυνατή.
53. Για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως εντούτοις, ουδόλως είναι αναγκαίο να εμβαθύνουμε στην προβληματική αυτή δεδομένου ότι, σύμφωνα με την άποψη που διατύπωσα στα πλαίσια της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, δεν μπορεί να εφαμοστεί εν προκειμένω.
Ως προς τα κατά χρόνο αποτελέσματα προδικαστικής αποφάσεως εκδιδόμενης επί αιτήσεως ερμηνείας
54. Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Ηνωμένο Βασίλειο υποδεικνύουν να περιοριστούν για το μέλλον τα κατά χρόνο αποτελέσματα της αποφάσεως του Δικαστηρίου, στην περίπτωση κατά την οποία η αυστριακή κανονιστική ρύθμιση θα κρίνονταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει κυρίως στις σημαντικές οικονομικές συνέπειες.
55. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν και οφείλουν να εφαρμόζουν κατ' αρχήν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, και επί εννόμων σχέσεων που δημιουργήθηκαν και συνήφθησαν πριν από την έκδοση της αποφαινόμενης επί της αιτήσεως ερμηνείας προδικαστικής αποφάσεως . Κατά τη νομολογία αυτή, ο περιορισμός της κατ' αρχήν αναδρομικής εφαρμογής μιας προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου εκδιδόμενης επί αιτήσεως ερμηνείας κοινοτικών διατάξεων, κατ' αναλογία προς το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 231 ΕΚ), είναι κατ' εξαίρεση δυνατός όταν δικαιολογείται από εκτιμήσεις ασφάλειας δικαίου που προκύπτουν από το σύνολο των διακυβευομένων δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων . Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει κίνδυνος σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων και αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενο των σχετικών κοινοτικών διατάξεων . Μόνον όταν πληρούνται αυτές οι δύο προϋποθέσεις μπορεί να αναγνωριστεί ότι υφίσταται εύλογη ανάγκη προστασίας της εμπιστοσύνης όσον αφορά το συμβατό μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο. Συναφώς, υπογραμμίζεται εκ νέου ότι ο κίνδυνος οικονομικών συνεπειών δεν αποτελεί καθεαυτός λόγο προστασίας της εμπιστοσύνης όσον αφορά τη διατήρηση της ισχύος μιας κανονιστικής ρυθμίσεως.
56. Αυτές οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να δικαιολογηθεί ο κατά χρόνο περιορισμός των αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου επί αιτήσεως ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως δεν πληρούνται εν προκειμένω. Η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρινίζει βέβαια ότι, σε περίπτωση μη συμβατού της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο, οι οικονομικές επιβαρύνσεις θα ήταν σημαντικές. Αυτή η προβαλλόμενη αύξηση των επιβαρύνσεων πρέπει όμως να σχετικοποιηθεί. Αφενός, η επίμαχη νομοθετική τροποποίηση δεν υπαγορεύθηκε καθεαυτή από τα έξοδα του οικείου οικονομικού τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά από γενικές εκτιμήσεις αναφερόμενες στον προϋπολογισμό, οι οποίες από την πλευρά τους αφορούσαν την επίτευξη των κριτηρίων του Μάαστριχτ, πράγμα που ουδεμία αντικειμενική σχέση έχει με τη συνοχή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Αφετέρου, για λόγους καθαρά πρακτικούς, αυτή η οικονομική επιβάρυνση θα είναι περιορισμένη, εφόσον στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία. Το απαραίτητο κριτήριο για τη χορήγηση της παροχής είναι συναφώς η διαπίστωση της (τουλάχιστον μερικής) ανικανότητας προς εργασία, η οποία ουδόλως είναι δυνατό να γίνει αναδρομικά.
57. Ως προς την προστασία της εμπιστοσύνης όσον αφορά το συμβατό της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα. Οι συνέπειες, προκειμένου για την ασφάλιση γήρατος, της «αναγκαίας σχέσεως» μεταξύ μιας δυσμενούς διακρίσεως και της διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαπιστώθηκαν σαφώς με τις προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου . Το Δικαστήριο έθεσε ήδη τα κριτήρια που επιτρέπουν να εκτιμηθεί η «ανάγκη» και η «αντικειμενική σχέση» κατά τρόπο μη επιτρέποντα ουδεμία νομικής φύσεως αμφιβολία. Στο πλαίσιο της, επί σειρά ετών εφαρμοσθείσας, προγενέστερης κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία δεν ενείχε διακρίσεις, η Δημοκρατία της Αυστρίας ουδεμία εύλογη αμφιβολία μπορούσε να έχει ότι η καθιέρωση ορίων ηλικίας εισαγόντων διακρίσεις δεν ήταν αναγκαία κατά την έννοια της νομολογίας αυτής.
Γ - ρόταση
58. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
«Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να εφαρμόσει αυτή την εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη επί παροχών οι οποίες χορηγούνται μεν από της συμπληρώσεως ορισμένης ηλικίας, αλλά, επιπλέον, μόνον λόγω της υπάρξεως αναπηρίας (ανικανότητας προς εργασία).»
Full & Egal Universal Law Academy