Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Για ένατη φορά η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι ένα κράτος μέλος, εν προκειμένω το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (στο εξής: οδηγία).
2. Η τελευταία αποσκοπεί στην εξάλειψη της μόλυνσης του υδάτινου περιβάλλοντος από ορισμένες ιδιαίτερα επικίνδυνες ουσίες, που απαριθμούνται σε κατάλογο, τον ονομαζόμενο «κατάλογο Ι», και στη μείωση της μόλυνσης του υδάτινου περιβάλλοντος από ορισμένες άλλες επικίνδυνες ουσίες, που απαριθμούνται σε άλλον κατάλογο, τον ονομαζόμενο «κατάλογο ΙΙ», οι οποίοι αμφότεροι αποτελούν παράρτημα της οδηγίας. ρος επίτευξη των στόχων αυτών, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 3 επ.
3. _Οσον αφορά τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, το Συμβούλιο καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, οριακές τιμές αποβολής ανάλογα με τα αποτελέσματά τους στο υδάτινο περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη τα καλύτερα διαθέσιμα τεχνικά μέσα. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας, να υποβάλλουν όλες τις απορρίψεις των εν λόγω ουσιών σε υδάτινο περιβάλλον σε προηγούμενη άδεια των αρμοδίων εθνικών αρχών, η οποία καθορίζει τα πρότυπα αποβολής, που δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις καθορισθείσες από το Συμβούλιο οριακές τιμές.
4. ρος καθορισμό των τελευταίων, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, θέσπισε, σε απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1983 σχετικά με την καταπολέμηση της ρυπάνσεως των υδάτων , κατάλογο 129 μεμονωμένων ουσιών, εγκριθέντα από το Συμβούλιο, ως βάση για τη συνέχιση των εργασιών προς εφαρμογή της οδηγίας. Στον κατάλογο αυτό προστέθηκαν, εν συνεχεία, τρεις επιπλέον ουσίες. Για 18 από τις 132 αυτές ουσίες, το Συμβούλιο καθόρισε οριακές τιμές και ποιοτικούς στόχους, ενώ άλλες 15 αποτέλεσαν αντικείμενο προτάσεως οδηγίας της Επιτροπής, η οποία όμως αποσύρθηκε λίγο μετά την υποβολή της. Συνεπώς, μέχρι σήμερα, για 114 από τις 132 ουσίες που έχουν προτεραιότητα, δεν καθορίστηκαν ακόμη οριακές τιμές σε κοινοτικό επίπεδο.
5. Όσον αφορά τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα που προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο, απαιτείται προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
[...]»
6. Ο κατάλογος ΙΙ έχει ως ακολούθως:
«Ο κατάλογος ΙΙ περιλαμβάνει:
- ουσίες που αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες οι οριακές τιμές που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας δεν έχουν καθορισθεί,
- ορισμένες μεμονωμένες ουσίες και ορισμένες κατηγορίες ουσιών που αποτελούν μέρος των οικογενειών και των ομάδων ουσιών που απαριθμούνται κατωτέρω,
και οι οποίες μέσα σε υδάτινο περιβάλλον έχουν βλαβερή επίδραση που δύναται πάντως να περιοριστεί σε ορισμένη ζώνη και που εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του αποδέκτη και της τοποθεσίας στην οποία ευρίσκονται.»
7. Το κείμενο απαριθμεί στη συνέχεια, τις «οικογένειες και ομάδες ουσιών που αναφέρονται στη δεύτερη περίπτωση». Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει οκτώ κατηγορίες ουσιών, εκ των οποίων η πρώτη αποτελείται από μεταλλοειδή και μέταλλα, καθώς και ενώσεις αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το τιτάνιο, το βόριο, το ουράνιο, το τελούριο και ο άργυρος. Η τέταρτη κατηγορία περιλαμβάνει ενώσεις οργανοπυριτικές τοξικές ή ανθεκτικές και ουσίες που μπορούν να παράγουν τέτοιου είδους ενώσεις εντός των υδάτων, εξαιρέσει των βιολογικώς αβλαβών ή αυτών που μετατρέπονται γρήγορα εντός του ύδατος σε αβλαβείς ουσίες.
8. Η οδηγία δεν προβλέπει καμία προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. Ωστόσο, το άρθρο 12, παράγραφος 2, ορίζει ότι η Επιτροπή, αν είναι δυνατόν εντός 27 μηνών από την κοινοποίηση της οδηγίας, διαβιβάζει στο Συμβούλιο τις πρώτες προτάσεις, που βασίζονται σε συγκριτική εξέταση των προγραμμάτων των κρατών μελών. Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι τα κράτη μέλη δεν θα ήταν σε θέση να της παράσχουν εντός της προθεσμίας αυτής πρόσφορα στοιχεία, πρότεινε στα κράτη μέλη, με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1976, να θεωρηθεί η μεν 15η Σεπτεμβρίου 1981 ως ημερομηνία λήξεως προθεσμίας για την κατάρτιση των προγραμμάτων, η δε 15η Σεπτεμβρίου 1986 ως ημερομηνία θέσεώς τους σε εφαρμογή.
9. Η οδηγία αντικαταστάθηκε μερικώς από την οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρυπάνσεως , η οποία αποσκοπεί στην αποφυγή και, αν τούτο δεν καθίσταται δυνατόν, στη μείωση εκπομπών στην ατμόσφαιρα, το ύδωρ και το έδαφος, προερχομένων από εγκαταστάσεις που εμπίπτουν σε ορισμένες βιομηχανικές δραστηριότητες.
10. Συγκεκριμένα, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/61 ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 3, 5, 6, παράγραφος 3, και 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464 έχουν εφαρμογή στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στις δραστηριότητες που αφορά η οδηγία 96/61, εφ' όσον χρόνο οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα του άρθρου 5 της οδηγίας. Αντίθετα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, οι σχετικές με τα συστήματα χορηγήσεως άδειας ορισμένων οδηγιών διατάξεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η οδηγία 76/464, δεν έχουν πλέον εφαρμογή στις νέες εγκαταστάσεις από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας 96/61, δηλαδή από τις 30 Οκτωβρίου 1999.
11. _Εχει εξάλλου δρομολογηθεί η έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που καθορίζει το πλαίσιο για μια κοινοτική πολιτική στον τομέα του ύδατος (στο εξής: νέα οδηγία-πλαίσιο) . Η τελευταία θα πρέπει να αντικαταστήσει, εντέλει, τις επίμαχες στην παρούσα υπόθεση διατάξεις.
12. Θα ήθελα να σημειώσω, κατ' αρχάς, ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αμφισβητεί τη σκοπιμότητα της προσφυγής της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις των άρθρων 3, 5, 6, παράγραφος 3, και 7, παράγραφος 2, της οδηγίας σύντομα δεν θα έχουν πλέον εφαρμογή σε σημαντικούς βιομηχανικούς τομείς. Η νέα οδηγία-πλαίσιο στον τομέα του ύδατος θα αντικαταστήσει την οδηγία, αρχικώς εν μέρει και στη συνέχεια εξ ολοκλήρου.
13. Επιπλέον, με την οδηγία-πλαίσιο και την οδηγία 96/61, η διάκριση ανάμεσα στις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογου Ι και στον κατάλογου ΙΙ θα καταστεί ανίσχυρη. Οι εν λόγω οδηγίες προβλέπουν ποιοτικούς στόχους μόνον ως δευτερεύον μέσον για την καταπολέμηση της ρυπάνσεως στο υδάτινο περιβάλλον. Η διένεξη επί της ερμηνείας του καταλόγου ΙΙ, πρώτη περίπτωση, η οποία συνιστά μεγάλο μέρος της υπό κρίση προσφυγής, θα περιπέσει, επομένως, προσεχώς σε αχρηστία.
14. Η αμηχανία της Ολλανδικής Κυβερνήσεως είναι κατανοητή. ροσωπικά, με εκπλήσσει το γεγονός ότι η Επιτροπή απαιτεί από τα κράτη μέλη να είναι σε θέση να καθορίσουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατά τους, ενώ η ίδια δεν κατάφερε, για την πλειονότητα των εν λόγω ουσιών, να τους προτείνει αυτό που της υπαγορεύει το άρθρο 6, παράγραφος 2 (επιπλέον των οριακών τιμών του άρθρου 6, παράγραφος 1). Συνάντησε η Επιτροπή επιστημονικές και τεχνικές δυσκολίες διαφορετικής φύσεως από εκείνες των κρατών μελών;
15. Κατά πάγια νομολογία, την οποία το καθού δεν αμφισβητεί, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια όταν πρόκειται να αποφασίσει για τη σκοπιμότητα ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως . Επιπλέον, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως παρουσιάζεται κατά το τέλος της προθεσμίας που ορίστηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, εν προκειμένω στις 23 Φεβρουαρίου 1997. Το Δικαστήριο υπενθύμισε πρόσφατα την αρχή αυτή επί παραβάσεων της ίδιας οδηγίας στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδος και Επιτροπή κατά ορτογαλίας.
16. Επιβάλλεται, συνεπώς, μια πιο λεπτομερής εξέταση των αιτιάσεων της Επιτροπής.
17. Επιβάλλεται μια πρώτη παρατήρηση σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς. Τα αιτήματα της προσφυγής της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρονται σε παράβαση, γενικής φύσεως, της οδηγίας. Τα αιτήματα ωστόσο της Επιτροπής που διατυπώθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία αφορούν μόνον τη λεκάνη του ποταμού Σκάλδη.
18. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να παραμένει μέσα στο καθορισμένο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας .
19. Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή μόνο στον βαθμό που αφορά λεκάνη του Σκάλδη.
Σχετικά με την παράβαση της υποχρεώσεως θεσπίσεως ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, πρώτη περίπτωση
20. Η Επιτροπή προσάπτει στις ολλανδικές αρχές ότι παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους περί καταρτίσεως προγραμμάτων ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογου Ι, για τις οποίες οι οριακές τιμές δεν καθορίστηκαν ακόμη σε κοινοτικό επίπεδο.
21. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή φρονεί ότι οι ουσίες αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του καταλόγου ΙΙ, πρώτη περίπτωση, και ότι, συνακόλουθα, η προκληθείσα από τις εν λόγω ουσίες ρύπανση των υδάτων πρέπει να καταπολεμηθεί με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 7 της οδηγίας μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα προγράμματα ποιοτικών στόχων.
22. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν αμφισβητεί ότι δεν θέσπισε τέτοια προγράμματα και τέτοιους στόχους. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι η προταθείσα από την Επιτροπή ερμηνεία του καταλόγου ΙΙ, πρώτη περίπτωση, είναι εσφαλμένη και ότι οι ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογου Ι, για τις οποίες δεν καθορίστηκαν οριακές τιμές σε κοινοτικό επίπεδο, πρέπει να εμπίπτουν στο καθεστώς των άρθρων 3 έως 6 της οδηγίας.
23. Η επιχειρηματολογία του καθού στηρίζεται στη διατύπωση της οδηγίας, στην οικονομία και στον σκοπό της, καθώς και στο ιστορικό της εφαρμογής της.
24. _Οσον αφορά τη διατύπωση της οδηγίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ, οι επίδικες ουσίες είναι εκείνες που «αποτελούν μέρος των οικογενειών και ομάδων ουσιών που απαριθμούνται στον κατάλογο Ι και για τις οποίες οι οριακές τιμές που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας δεν έχουν καθοριστεί».
25. Το καθού, βασιζόμενο ιδίως στο ολλανδικό και στο γερμανικό κείμενο, που χρησιμοποιούν τις φράσεις «nicht worden vastgestel», και «nicht festgelegt werden», για τη φράση «δεν έχουν καθοριστεί», συνάγει το συμπέρασμα ότι οι οικογένειες και οι ομάδες ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι δεν υπόκεινται στο καθεστώς του καταλόγου ΙΙ παρά μόνον όταν ρητώς έχει οριστεί ότι στο μέλλον δεν θα καθοριστεί καμία οριακή τιμή γι' αυτές τις οικογένειες και ομάδες ουσιών.
26. _Οσον αφορά την οικονομία και τον σκοπό της οδηγίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται ότι οι ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι της οδηγίας υπάγονται στο καθεστώς των άρθρων 3 έως 6 αυτής, που είναι αυστηρότερο από αυτό που προβλέπει το άρθρο 7 για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ. Τούτο εξηγείται από το γεγονός ότι ο κατάλογος Ι συγκεντρώνει τις επιβλαβέστερες ουσίες, γεγονός που δικαιολογεί, συνεπώς, τα πιο περιοριστικά μέτρα, ενώ οι ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο ΙΙ είναι λιγότερο επιβλαβείς.
27. Συνεπώς, η καταπολέμηση των ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι πρέπει να είναι ιδιαίτερα εντατική, προκειμένου να μη διακινδυνεύει ο σκοπός της οδηγίας που συνίσταται στην κατά το δυνατόν εξάλειψη των επιβλαβέστερων ουσιών.
28. Συνεπώς, θα ήταν λάθος να θελήσουμε να υπαγάγουμε, όπως πράττει η Επιτροπή, τις ουσίες αυτές στο ελαστικότερο καθεστώς του καταλόγου ΙΙ, με μόνη αιτιολογία ότι το Συμβούλιο δεν καθόρισε ακόμη οριακές τιμές για τις αποβολές των εν λόγω ουσιών. ράγματι, το γεγονός αυτό μόνο δεν μειώνει καθόλου τον επιβλαβή χαρακτήρα των ουσιών αυτών, οι οποίες πρέπει, συνεπώς, να υπαχθούν σε περιοριστικό καθεστώς, όπως αυτό των άρθρων 3 έως 6 της οδηγίας.
29. Μόνο στην εξαιρετικά υποθετική περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο θα είχε επισήμως κοινοποιήσει την πρόθεσή του να μη θεσπίσει κοινοτικά όρια για μια ουσία που εμπίπτει στον κατάλογο Ι, αυτή θα έπρεπε να υπαχθεί στον κατάλογο ΙΙ.
30. Το καθού τονίζει επίσης μια άλλη συνέπεια της προταθείσας από την Επιτροπή ερμηνείας που δεν ανταποκρίνεται στην οικονομία της οδηγίας. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι δεκάδες χιλιάδες ουσιών που δεν αποτέλεσαν ακόμη αντικείμενο θεσπίσεως κοινοτικών προτύπων από το Συμβούλιο εμπίπτουν στον κατάλογο Ι της οδηγίας. Αν έπρεπε να θεωρηθεί ότι όλες εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, τα κράτη μέλη θα υποχρεούνταν να καθορίσουν ποιοτικούς στόχους για κάθε μία από αυτές.
31. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η πρακτική των κοινοτικών οργάνων, μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας, επιβεβαιώνει τη συλλογιστική αυτή. Συγκεκριμένα, αποδεικνύει ότι η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πολλές προτάσεις που κατέληξαν στη θέσπιση κοινοτικών προτύπων. Η Επιτροπή, εξάλλου, δεσμεύθηκε να υποβάλει προτάσεις για τις 114 επίδικες ουσίες.
32. Το καθού συνάγει το συμπέρασμα ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υπήρχε ανάγκη καθορισμού των ορίων για τις ουσίες αυτές και υπαγωγής τους στο αυστηρό καθεστώς άρθρων 3 έως 6 της οδηγίας. Ο λόγος για τον οποίον αυτό δεν κατέστη δυνατό πρέπει να αναζητηθεί στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη ουδόλως ευθύνονται.
33. ρος στήριξη της ερμηνείας της, η Επιτροπή επικαλείται το αγγλικό κείμενο που χρησιμοποιεί τη φράση «have not been determined», καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κατάλογος ΙΙ, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, απαριθμεί τις ουσίες για τις οποίες το Συμβούλιο δεν καθόρισε ακόμη κοινοτικά όρια.
34. Ωστόσο, το καθού ισχυρίζεται, σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι τούτο αποτελεί απόσπασμα του διηγηματικού μέρους της αποφάσεως, σε υπόθεση όπου δεν ήταν επίδικη η ερμηνεία των όρων της διατάξεως αυτής. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι το Δικαστήριο συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής.
35. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, σε δύο πιο πρόσφατες αποφάσεις, ήτοι στις προπαρατεθείσες Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 15, και Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψεις 27, 29 και 30, διευκρίνισε ρητά ότι, αντίθετα προς την άποψη του καθού, οι ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι, για τις οποίες το Συμβούλιο δεν θέσπισε ακόμη οριακές τιμές αποβολής, πρέπει να θεωρούνται προσωρινά ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, το καθεστώς των οποίων προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας.
36. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 35 και 40 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου, ότι τούτο ισχύει για τις εν λόγω ουσίες «οι οποίες εξατομικεύθηκαν» και «οι οποίες συντελούν στη ρύπανση ενόψει της καταστάσεως που επικρατεί εντός εκάστου κράτους μέλους». Δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο να μην ισχύει το ίδιο όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Επομένως, το τελευταίο δεν υποχρεούται να θεσπίσει προγράμματα ποιοτικών στόχων για δεκάδες χιλιάδες ουσιών, αλλά μόνο για εκείνες τις 114 ουσίες για τις οποίες το Συμβούλιο δεν θέσπισε ακόμη οριακές τιμές και οι οποίες ενδέχεται να περιέχονται στους ολλανδικούς ποταμούς.
37. αρεμπιπτόντως, θα ήθελα να σημειώσω ότι προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν περιόρισε το αντικείμενο της προσφυγής σ' αυτές τις 114 ουσίες, ενώ στην περίπτωση των προσφυγών κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου του Βελγίου, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας το περιόρισε σε 99 μόνον ουσίες. (Όπως σημείωσα και παραπάνω, η Επιτροπή απέσυρε τις προτάσεις της όσον αφορά 15 ουσίες, με αποτέλεσμα να απομένουν 114 ουσίες για τις οποίες ούτε το Συμβούλιο θέσπισε οριακές τιμές, ούτε η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις).
38. αρά τις επιφυλάξεις αυτές, από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ερμηνεία του καθού για την πρώτη περίπτωση του καταλόγου ΙΙ πρέπει να απορριφθεί.
39. Ωστόσο, το καθού ισχυρίζεται ότι το εφαρμοστέο βάσει του εθνικού δικαίου στις οικείες ουσίες καθεστώς, που στηρίζεται σε άδειες περιέχουσες οριακές τιμές αποβολής, πρέπει να εξομοιώνεται με το προβλεπόμενο από την οδηγία καθεστώς για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο Ι και ότι, συνεπώς, είναι αυστηρότερο από αυτό που η Επιτροπή θα ήθελε να εφαρμοστεί. Συνεπώς, καμία παράβαση δεν μπορεί να προσαφθεί, εν προκειμένω, στις ολλανδικές αρχές.
40. Η καταλληλότητα του υφισταμένου στις Κάτω Χώρες καθεστώτος έχει επαρκώς αποδειχθεί από τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν στο κράτος αυτό στον τομέα προστασίας των υδάτων.
41. Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το καθεστώς που εφαρμόζουν οι ολλανδικές αρχές απορρέει από νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα και, επομένως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί, όπως φαίνεται να πράττει η Επιτροπή, ως απλή διοικητική πρακτική που οι αρχές μπορούν να μεταβάλλουν κατά διακριτική ευχέρεια.
42. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, αποφάνθηκε ρητά ότι η θέση σε εφαρμογή από κράτος μέλος, μέσω καθορισμού οριακών τιμών αποβολής, συστήματος προστασίας αντιστοίχου του συστήματος του άρθρου 6 της οδηγίας, δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση καθορισμού προγραμμάτων ποιοτικών στόχων για τις εν λόγω ουσίες, υποχρέωση στην οποία ο κοινοτικός νομοθέτης αποδίδει, κατά το Δικαστήριο, ιδιαίτερη σημασία.
43. Συναφώς, το Δικαστήριο θεώρησε αβάσιμο το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι η χρήση οριακών τιμών αποβολής αποτελεί αυτή καθεαυτή αυστηρότερο εργαλείο από τα προγράμματα ποιοτικών στόχων του άρθρου 7. Συγκεκριμένα, αποφάνθηκε ότι, εν προκειμένω, όλα εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από το επίπεδο των οριακών τιμών που έχουν γίνει δεκτές .
44. Τέλος, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η βελτίωση της ποιότητας των υδάτων σε κράτος μέλος δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιλεγείσα μέθοδος είναι αυστηρότερη από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα, καθότι η βελτίωση αυτή δεν είναι παρά το αποτέλεσμα στο οποίο θα είχε καταλήξει το κράτος μέλος εφαρμόζοντας την οδηγία και δεν είναι ικανή να το απαλλάξει από την υποχρέωση θεσπίσεως των προβλεπομένων στο άρθρο 7 μέτρων.
45. Συνεπώς, τα επιχειρήματα του καθού πρέπει να απορριφθούν και η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής να γίνει δεκτή.
Σχετικά με την παράβαση της υποχρεώσεως θεσπίσεως ποιοτικών στόχων για τις ουσίες που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, δεύτερη περίπτωση
46. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν θέσπισε ακόμη ποιοτικούς στόχους για την τέταρτη κατηγορία ουσιών που εμπίπτουν στον κατάλογο ΙΙ, δεύτερη περίπτωση, καθώς και για ορισμένες ουσίες της πρώτης κατηγορίας της εν λόγω περιπτώσεως, δηλαδή για το τιτάνιο, το βόριο, το ουράνιο, το τελούριο και τον άργυρο.
47. Το καθού δεν αμφισβητεί την παράβαση αυτή, αλλά υπογραμμίζει ότι βρέθηκε σε αδυναμία να εντοπίσει, ακόμη και στη διεθνή βιβλιογραφία, επιστημονικώς αποδεδειγμένες τιμές δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τη θέσπιση ποιοτικών στόχων. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η ανάληψη σχετικών επιστημονικών εργασιών. Οι απαιτούμενοι από την οδηγία ποιοτικοί στόχοι θα θεσπιστούν μόλις αυτό καταστεί δυνατόν.
48. Θα ήθελα να υπενθυμίσω μία ακόμη φορά ότι, όπως σαφώς προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας . Δεν αμφισβητείται ότι έως σήμερα η παράβαση δεν έχει εξαλειφθεί.
49. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, οι τεχνικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένα κράτος μέλος κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του δεν μπορούν να εξαλείψουν την παράβαση .
_Οπως παρατηρεί η Επιτροπή, το κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει παράταση της προθεσμίας.
50. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφοι 1, 2 και 3, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποιοτικούς στόχους για τις ουσίες. Τούτο είναι, εξάλλου, λογικό γιατί πρόκειται για χιλιάδες.
51. Συνεπώς, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, και όχι για τις ουσίες.
52. Το καθού παραδέχεται ότι οι εν λόγω στόχοι πρέπει υποχρεωτικά να αναφέρονται σε συγκεντρώσεις ουσιών στα ύδατα, καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, οι οριακές τιμές αποβολής, από τις οποίες εξαρτώνται οι άδειες απορρίψεως των εν λόγω ουσιών, θεσπίζονται με βάση τους στόχους αυτούς.
53. Η Επιτροπή κατακρίνει αυτήν ακριβώς την έλλειψη αναφοράς στις επίδικες ουσίες εντός συγκεκριμένων υδάτων, ήτοι της λεκάνης του Σκάλδη.
54. Η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί, εξάλλου, την έλλειψη αυτή, όπως είδαμε.
55. Δικαιολογημένα προσθέτει επίσης ότι οι ποιοτικοί στόχοι πρέπει να αφορούν μόνον ουσίες που ενδεχομένως βρίσκονται στα εν λόγω ύδατα.
56. Ωστόσο, το καθού δεν ισχυρίζεται ότι τούτο δεν ισχύει για ουσίες που αποτελούν το αντικείμενο του δεύτερου μέρους της προσφυγής της Επιτροπής.
57. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι και η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
ρόταση
58. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
- Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να λάβει για τη λεκάνη του Σκάλδη όλα τα μέτρα που επιβάλλει η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 7, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
- Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά,
- Το καθού φέρει τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων,
- Η Επιτροπή φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων.
Full & Egal Universal Law Academy