ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PHILIPPE LÉGER
της 25ης Μαρτίου 1999 ( *1 )
1.
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά μιας διατάξεως ( 1 ) με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε βάσει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως ( 2 ) την προσφυγή της προσφεύγουσας, υπαλλήλου της Επιτροπής.
2.
Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), που εφαρμόζεται στην κατάταξη των υπαλλήλων σε βαθμό.
3.
Η διάταξη αυτή προβλέπει τη δυνατότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) να παρεκκλίνει από την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, κατά την οποία οι υπάλληλοι της κατηγορίας Α ή του γλωσσικού κλάδου διορίζονται στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους. Η παρέκκλιση αυτή προβλέπεται εντός των ορίων μιας αναλογίας κενών θέσεων χωρίς να διατυπώνεται ρητά στο σχετικό κείμενο άλλος ειδικός όρος.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
4.
Από τις πραγματικές διαπιστώσεις που διατυπώνει κυριαρχικά το Πρωτοδικείο ( 3 ) προκύπτει ότι η προσφεύγουσα προσελήφθη αρχικά από την Επιτροπή ως έκτακτη υπάλληλος με τον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 1 από 16 Μαρτίου 1989, και αφού πέτυχε σε εσωτερικό διαγωνισμό διορίστηκε δόκιμη υπάλληλος με τον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 5, από 1ης Δεκεμβρίου 1993.
5.
Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στη διοικητική ένσταση που υπέβαλε κατά της εν λόγω αποφάσεως περί κατατάξεως σε βαθμό, ζήτησε την ακύρωση της ενώπιον του Πρωτοδικείου το οποίο δέχτηκε την προσφυγή της, με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995 ( 4 ) (στο εξής: απόφαση Αλεξοπούλου Ι).
Η απόφαση Αλεξοπούλου Ι
6.
Το Πρωτοδικείο παρατήρησε μεν ότι, κατά πάγια νομολογία, η απόφαση περί κατατάξεως σε βαθμό βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2 του ΚΥΚ εμπίπτει στην «ευρεία διακριτική ευχέρεια» της διοίκησης ( 5 ), πλην όμως έκρινε ότι η ΑΔΑ υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
Πρόσθεσε δε ότι η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται ιδίως «οσάκις οι συγκεκριμένες ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη ενός επιτυχόντος με ιδιαίτερα προσόντα και ως εκ τούτου δικαιολογούν τη χρήση του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ [βλ. συναφώς απόφαση De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (... ( 6 ))] ή οσάκις ο διοριζόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα και ζητεί να τύχει του ευεργετήματος των διατάξεων αυτών (...)» ( 7 ).
7.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δηλαδή είχε παραιτηθεί της διακριτικής ευχέρειας που της παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ με απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, σχετικά με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στον διορισμό σε βαθμό και στην κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη (στο εξής: απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983), κρίνοντας ότι η απόφαση αυτή συνιστά παράβαση του ΚΥΚ καθόσον δίνει τη δυνατότητα στη ΑΔΑ να διορίσει ένα υπάλληλο σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού ( 8 ).
8.
Το Δικαστήριο ακύρωσε κατά συνέπεια την επίδικη απόφαση περί διορισμού, ως εμφανίζουσα νομική πλάνη, δεδομένου ότι η Επιτροπή αρνήθηκε τον διορισμό στον ανώτερο βαθμό με μόνη αιτιολογία ότι το αποκλείει η απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση των προσόντων της προσφεύγουσας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
9.
Σημειωτέον ότι η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου, την οποία πολυάριθμοι υπάλληλοι εξέλαβαν ως τροποποίηση της νομολογίας σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, αποτέλεσε την αφορμή μεγάλου αριθμού αιτήσεων ανακατατάξεως ( 9 ). Μετά την έκδοση των αποφάσεων επί των διοικητικών ενστάσεων που υποβλήθηκαν εμπροθέσμως, ασκήθηκαν περί τις 80 προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Η απόφαση «οδηγός» Barnett κατά Επιτροπής ( 10 )
10.
Η απόφαση αυτή είναι η πρώτη με την οποία το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε επί μιας των προσφυγών που ασκήθηκαν κατόπιν της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι.
11.
Με την απόφαση αυτή εφαρμόζει την προαναφερθείσα νομολογία. Αφοΰ επισήμανε την ευρύτατη διακριτική εξουσία της ΑΔΑ και τον περιορισμένο δικαστικό έλεγχο σ' αυτόν τον τομέα, παρατήρησε ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις «σύμφωνα με τη διαπίστωση της ΑΔΑ εντός των ορίων της ευρύτατης διακριτικής της ευχέρειας η προσφεύγουσα δεν διέθετε εξαιρετικά προσόντα (...)» ( 11 ).
12.
Νομίζω ότι η απόφαση αυτή δεν προσθέτει παρά ένα μόνο στοιχείο στην ανάλυση της απόφασης Αλεξοπούλου Ι: η εκτίμηση των ενδεχομένων εξαιρετικών προσόντων ενός υποψηφίου πρέπει να γίνεται «όχι σε σχέση με τον πληθυσμό στο σύνολο του αλλά σε συνάρτηση με τον μέσο όρο των προσόντων των επιτυχόντων σε διαγωνισμούς, οι οποίοι ήδη αποτελούν πληθυσμό επιλεγμένο με εξαιρετική αυστηρότητα (...)» ( 12 ).
Η προσβαλλομένη διάταξη
13.
Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση Αλεξοπούλου Ι, η Επιτροπή τροποποίησε την απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 με απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996 ( 13 ) (στο εξής: απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1996) η οποία, στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, αναγνωρίζει στην ΑΔΑ τη δυνατότητα να κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που της παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, «οσάκις οι συγκεκριμένες ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη ενός επιτυχόντος με ιδιαίτερα προσόντα ή οσάκις ο διοριζόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα».
14.
Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση αυτή του Πρωτοδικείου και κατόπιν της υποβολής νέας αιτήσεως της προσφεύγουσας περί ανακατατάξεως, η ΑΔΑ επανεξέτασε την υπηρεσιακή κατάσταση της προσφεύγουσας και εξέδωσε νέα απόφαση στις 8 Ιανουαρίου 1996 (στο εξής: απόφαση περί κατατάξεως), με την οποία την κατέταξε στο βαθμό Α 7, κλιμάκιο 5, από 1ης Δεκεμβρίου 1993.
15.
Η προσβαλλομένη διάταξη εκδόθηκε επί της προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα κατά της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει κατά της εν λόγω αποφάσεως περί κατατάξεως, η δε προσφεύγουσα θέλησε να συνεχίσει τη διαδικασία παρά το ότι ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου της κοινοποίησε αντίγραφο της προπαρατεθείσας απόφασης Barnett κατά Επιτροπής, η οποία εκδόθηκε ενώ εκκρεμούσε αυτή η δεύτερη υπόθεση Αλεξοπούλου.
16.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή βάσει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του.
17.
Για να απορρίψει το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως — της παραβάσεως του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ — ως προδήλως στερούμενο παντελώς νομικής βάσεως, το Πρωτοδικείο παρατήρησε πρώτο ότι τόσον από το γράμμα όσο και από τον σκοπό της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η δυνατότητα εφαρμογής της αποτελεί απλώς ευχέρεια της AAA η οποία ουδόλως υποχρεούται να τη χρησιμοποιήσει ( 14 ).
18.
Στη συνέχεια παρατήρησε ότι, ναι μεν σε ορισμένες περιπτώσεις όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται η απόφαση Αλεξοπούλου Ι, η AAA υποχρεούται να προβαίνει σε συγκεκριμένη εκτίμηση των προσόντων και της επαγγελματικής πείρας του ενδιαφερομένου σε σχέση με τα κριτήρια του άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, πλην όμως αυτή η υποχρέωση συγκεκριμένης εκτιμήσεως δεν μπορεί να καταλήγει οπωσδήποτε σε απόφαση περί κατατάξεως στον ανώτερο βαθμό καθόσον η ΕΔΑ παραμένει εν πάση περιπτώσει ελεύθερη να λάβει την απόφαση αυτή ενώ, σύμφωνα με τις αποφάσεις Klinke κατά Δικαστηρίου και Barnett κατά Επιτροπής, ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εκτίμηση της ( 15 ).
19.
Εξετάζοντας την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι «η Επιτροπή προέβη πράγματι σε εκτίμηση της ενδεχομένης εφαρμογής έναντι της προσφεύγουσας του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ» ( 16 ), και δεν είναι δυνατόν να της καταλογιστεί πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην τελική της απόφαση να μην κατατάξει την προσφεύγουσα στον βαθμό Α 6 ( 17 ).
20.
Το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως — παράβαση από την Επιτροπή της αποφάσεως της της 1ης Σεπτεμβρίου 1983 — απορρίφθηκε επίσης ως προφανώς στερούμενο παντελώς νομικής βάσεως από το Πρωτοδικείο που διαπίστωσε ότι με την απόφαση αυτή, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι, «η Επιτροπή απλώς παρατήρησε ότι διαθέτει, βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, απλώς και μόνο τη δυνατότητα να διορίσει έναν υπάλληλο που διαθέτει εξαιρετικά προσόντα στον ανώτερο βαθμό της οικείας σταδιοδρομίας (...). Ουδόλως ανέλαβε την υποχρέωση κατατάξεως στον ανώτερο βαθμό ενός υπαλλήλου που διαθέτει τέτοια προσόντα» ( 18 ).
21.
Το ερώτημα της προσφεύγουσας περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 28ης Αυγούστου 1996 με την οποία απορρίφθηκε η από 3 Απριλίου 1996 διοικητική ένσταση της, απορρίφθηκε ως προδήλως απαράδεκτο βάσει «πάγιας νομολογίας» ( 19 ), κατά την οποία αντικείμενο προσφυγής μπορεί να αποτελέσει μόνο μια απόφαση που συνιστά προσβλητή πράξη. Η απόφαση η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να βεβαιώνει την πράξη ή την παράλειψη για την οποία διαμαρτύρεται ο ενιοτάμενος, όπως η επίδικη συνιστά τέτοια πράξη και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής.
22.
Τέλος το αίτημα της προσφεύγουσας περί αποζημιώσεως για την υλική ζημία απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμο ιδίως καθόσον «η προσφεύγουσα κακώς στήριξε το αίτημά της στην υπόθεση ότι είχε δικαίωμα κατατάξεως σε ανώτερο βαθμό κατά την πρόσληψη της» ( 20 ).
Η αίτηση αναιρέσεως
23.
Δύο αιτήσεις παρεμβάσεως υπαλλήλων που είχαν ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου μετά την έκδοση της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι — η εκδίκαση των οποίων ανεστάλη εν αναμονή της αποφάσεως του δικαστηρίου σας στην παρούσα διαδικασία — απορρίφθηκαν από τον πρόεδρο ( 21 ), διότι οι αιτούντες δεν δικαιολογούσαν άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς.
24.
Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η προσφεύγουσα κατά της προσβαλλομένης διατάξεως στηρίζεται σε τέσσερις λόγους αναιρέσεως που θα εξετάσω διαδοχικά.
Πρώτο λόγος αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας και παράβαση τον άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου
25.
?Το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως στηρίζεται στο ότι, στη σκέψη 57 της προσβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε την κρίση ότι η προσφυγή ήταν «προδήλως» αβάσιμη ή απαράδεκτη.
26.
Η Επιτροπή φρονεί αντιθέτως ότι το Πρωτοδικείο διευκρίνισε σαφέστατα, με αντιπαραβολή, ότι η άποψη της προσφεύγουσας είναι σαφές ότι προσκρούει στην ισχύουσα νομολογία, πράγμα που αρκεί για να θεωρηθεί ότι τα επιχειρήματά της είναι προδήλως νομικώς αβάσιμα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι αυτή η προσέγγιση συμφωνεί με αυτήν που ακολούθησε το Πρωτοδικείο σε μία διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1997 ( 22 ), η οποία κατέστη αμετάκλητη διότι δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως εντός της σχετικής προθεσμίας ( 23 ).
27.
Δεν νομίζω, ενόψει της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας μπορεί να ευδοκιμήσει. Πράγματι το Πρωτοδικείο φρόντισε να αιτιολογήσει επιμελώς την απόρριψη των ισχυρισμών της προσφεύγουσας.
28.
Συγκεκριμένα ο πρώτος λόγος ακυρώσεως απορρίφθηκε βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου στην οποία, αρκεί να σημειωθεί, ότι ήδη παρέπεμπε συχνά η πρώτη απόφαση Αλεξοπούλου Ι, που εκδόθηκε επί της πρώτης προσφυγής της προσφεύγουσας.
Για τον λόγο αυτό, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η προσφεύγουσα γνώριζε ήδη κάλλιστα την ερμηνεία που θα έδινε το Πρωτοδικείο στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (πρώτο σκέλος), δεδομένου ότι αυτή προέκυπτε σαφώς από την απόφαση Αλεξοπούλου Ι. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν φαίνεται αδικαιολόγητη η κρίση του Πρωτοδικείου ότι το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως «προδήλως» στερείται παντελώς νομίμου βάσεως.
Το δεύτερο σκέλος που αφορά παράβαση της αποφάσεως της Επιτροπής της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, απορρίπτεται για τους ίδιους λόγους, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο κρίνει κατά τα ουσιώδη ότι η τροποποίηση της επίδικης απόφασης συνιστά στην πραγματικότητα απλώς συμμόρφωση προς τη νομολογία Αλεξοπούλου Ι. Η προσφεύγουσα που γνώριζε κάλλιστα τη νομολογία αυτή διότι αυτή την προκάλεσε, δεν μπορούσε να αγνοεί το βάσιμο της τροποποιήσεως αυτής. Και στο σημείο αυτό δεν προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε απορρίπτοντας και το δεύτερο σκέλος ως στερούμενο «προδήλως» παντελώς νομίμου βάσεως.
29.
Περαιτέρω, αν το αίτημα της προσφεύγουσας περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 28ης Αυγούστου 1996, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της 3ης Απριλίου 1996 απορρίφθηκε ως «προδήλως απαράδεκτο» ( 24 ) η κρίση αυτή δεν είναι αναιτιολόγητη. Αντιθέτως το Πρωτοδικείο παραθέτει τη νομολογία στην οποία στηρίζει την κρίση του ( 25 ).
30.
Τέλος το αίτημα της αποζημιώσεως για την υλική ζημία απορρίπτεται επίσης ως προδήλως αβάσιμο, και συγκεκριμένα διότι «κακώς στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι η προσφεύγουσα είχε δικαίωμα κατατάξεως σε ανώτερο βαθμό από την πρόσληψη της» ( 26 ), δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο είχε αποδείξει προηγουμένως με την προσβαλλομένη διάταξη ότι η προσφεύγουσα δεν είχε δικαίωμα τέτοιας κατατάξεως ( 27 ).
31.
Από τις θεωρήσεις αυτές προκύπτει ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε «την πρόδηλη» έλλειψη νομίμου βάσεως ή το «προδήλως» απαράδεκτο της προσφυγής.
32.
Κατά συνέπεια το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
33.
Με το δεύτερο σκέλος υποστηρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν διευκρίνισε, στη σκέψη 57 της προσβαλλομένης διατάξεως, αν απορρίπτει την προσφυγή ως αβάσιμη ή ως απαράδεκτη.
34.
Η Επιτροπή, αφού διερωτάται ως προς το συμφέρον στη προβολή αυτού του λόγου — εφόσον εν πάση περιπτώσει η προσφυγή τελικά απορρίφθηκε, είτε ως απαράδεκτη είτε ως αβάσιμη — επισημαίνει ότι η εναλλακτική διατύπωση της σκέψης 57 απηχεί απλώς το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δέχτηκε τις δύο αιτιολογίες αλληλοδιαδόχως, αντίστοιχα με τους προβληθέντες λόγους ακυρώσεως. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο απορρίπτει ως προδήλως στερούμενα παντελώς νομίμου βάσεως το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως (σκέψη 44), το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως (σκέψεις 46 έως 47) και το περί αποζημιώσεως αίτημα (σκέψη 56) ως απαράδεκτο απορρίπτει το επικουρικό ακυρωτικό αίτημα που εξετάστηκε στη σκέψη 50.
35.
Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στη διάταξη του Πρωτοδικείου : η σκέψη 57 της διατάξεως αποτελεί σύνθεση του συνόλου των απορριπτικών λόγων που δέχτηκε το Πρωτοδικείο, χαρακτηρίζοντας αλληλοδιαδόχως ως προδήλως απαράδεκτα ή προδήλως αβάσιμα τα σχετικά επιχειρήματα.
36.
Επομένως το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως απορρίπτεται.
37.
Με το τρίτο σκέλος υποστηρίζεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσβαλλομένη διάταξη δεν αναφέρει ότι το Πρωτοδικείο άκουσε τον γενικό εισαγγελέα. Κατά την αναι-ρεσείουσα όμως «αυτή η παράβαση πρέπει να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της διατάξεως a quo» ( 28 ).
38.
Συναφώς αρκεί να παρατηρήσω, όπως παρατήρησε και η Επιτροπή ( 29 ), ότι το Πρωτοδικείο είναι ελεύθερο σύμφωνα με τα άρθρα 17 έως 19 του Κανονισμού Διαδικασίας του να αποφασίσει να ορίσει ένα δικαστή που καλείται να ασκήσει καθήκοντα γενικού εισαγγελέα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Το άρθρο 111 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως θεσπίζον υποχρέωση ορισμού γενικού εισαγγελέα αλλά κατά την έννοια ότι απλώς λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του γενικού εισαγγελέα, αν έχει οριστεί από το Πρωτοδικείο κατά διακριτική ευχέρεια. Άλλωστε, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού Διαδικασίας: «Στον παρόντα κανονισμό η μνεία περί γενικού εισαγγελέα αφορά μόνο τις περιπτώσεις τις οποίες έχει οριστεί γενικός εισαγγελέας.»
39.
Εν πάση περιπτώσει, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας δήλωσε κατά τη συνεδρίαση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πελάτισσά του παραιτείται από την προβολή αυτού του σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
40.
Με το τέταρτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στη σκέψη 43 επιχείρησε ένα αμάλγαμα μεταξύ του θέματος της κατατάξεως των υπαλλήλων και της προαγωγής τους, χωρίς αιτιολογία. Η αναιρεσείουσα όμως υποστηρίζει ότι ενώ η προαγωγή δεν αποτελεί υποκειμενικό δικαίωμα των υπαλλήλων αλλά κρίνεται σε σχέση με τα προσόντα, η κατάταξη τους υπόκειται σε κριτήρια εκτιμήσεως πολύ λιγότερο ελαστικά. Συνεπώς, αφού η διάταξη δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο οι περί κατατάξεως κανόνες έχουν εφαρμογή στην προαγωγή ενώ στηρίζονται σε διαφορετική βάση, εμφανίζει ελάττωμα περί την αιτιολογία.
41.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η αναιρεσείουσα, καταλογίζοντας στο Πρωτοδικείο σύγχυση μεταξύ των διαφορετικών εννοιών του ΚΥΚ, της κατατάξεως και της προαγωγής και εσφαλμένη παραπομπή στην περί προαγωγής νομολογίας προκειμένου να στηρίξει ένα συμπέρασμα σχετικά με την κατάταξη, στρεβλώνει το περιεχόμενο της διατάξεως ( 30 ).
42.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής.
43.
Για να απορρίψει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που υποστήριξε ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως αρνούμενη να τη διορίσει στο βαθμό Α 6 και ότι, στην ουσία, δεν μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια παρά μόνο διορίζοντάς την στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, το Πρωτοδικείο επισημαίνει στη σκέψη 43 της προσβαλλομένης διατάξεως την πάγια νομολογία κατά την οποία «οι νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι, ακόμη και αν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις κατατάξεως στον ανώτερο βαθμό, δεν έχουν υποκειμενικό δικαίωμα τέτοιας κατατάξεως» ( 31 ).
44.
Η εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου αποτελεί την κατάληξη του συλλογισμού του όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κρίνοντας ότι η ΑΔΑ ουδόλως υποχρεούται, βάσει της διατάξεως αυτής, να δεχτεί το αίτημα του υπαλλήλου που συνεπικαλείται για να τον κατατάξει σε ανώτερο βαθμό, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να κατηγορηθεί για σύγχυση μεταξύ των τομέων της πρόσληψης και της προαγωγής. Βεβαίως η κατάταξη εμφανίζει καταρχήν αυτόματο χαρακτήρα που αποκλείει κάθε υποκειμενική εκτίμηση της ΑΔΑ στο (άρθρο 31, παράγραφος 1, του ΚΥΚ), πλην όμως όταν αναγκάζεται, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων να εξετάσει το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η τελική απόφαση την οποία θα λάβει ανάγεται στην απόλυτη εξουσία εκτιμήσεως που έχει, όπως παρατήρησε το Πρωτοδικείο με τη διάταξη. Στο πλαίσιο αυτής της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας, η ΑΔΑ διαθέτει βεβαίως πολύ μεγαλύτερο περιθώριο εκτιμήσεως παρά στον τομέα της «κλασικής» προσλήψεως που πλησιάζει προς αυτό το οποίο διαθέτει στον τομέα της προαγωγής. Συνεπώς, ορθά το Πρωτοδικείο έκρινε σκόπιμο να παραπέμψει κατ' αναλογία στους περί προαγωγή κανόνες.
45.
Επομένως το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Λεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση τον άρθρον 31 τον ΚΥΚ
46.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, ιδίως στη σκέψη 37, πρόσθεσε στη διάταξη αυτή του ΚΥΚ μια διττή προϋπόθεση την οποία η διάταξη δεν προβλέπει: τη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατ' εξαίρεση και στην περίπτωση εξαιρετικού υποψηφίου.
47.
Όπως παρατηρεί η Επιτροπή ( 32 ), στην πραγματικότητα αυτός ο λόγος δεν συνιστά κριτικό νομικό έλεγχο της προσβαλλομένης διατάξεως αλλά αποσκοπεί να αμφισβητήσει την ισχύουσα νομολογία, την οποία περιορίστηκε να εφαρμόσει το Πρωτοδικείο χωρίς να προσθέσει, αντίθετα με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, μια επιπλέον προϋπόθεση εφαρμογής του επίδικου άρθρου.
48.
Αρκεί να παρατηρήσω ότι από την απόφαση Αλεξοπούλου Ι προκύπτει ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έχει την έννοια ότι «η ΑΔΑ υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται ιδίως οσάκις οι συγκεκριμένες ανάγκες της υπηρεσίας απαιτούν την πρόσληψη ενός επιτυχόντος με ιδιαίτερα προσόντα και ως εκ τούτου δικαιολογούν τη χρήση του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ (βλ. απόφαση De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπ.π.) ή οσάκις ο διοριζόμενος διαθέτει εξαιρετικά προσόντα και ζητεί να τύχει του ευεργετήματος των διατάξεων αυτών (...)» ( 33 ).
49.
Η ίδια θεώρηση επαναλαμβάνεται στην απόφαση Barnett κατά Επιτροπής που αναφέρει στη σκέψη 49 ότι «η ΑΔΑ υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως (...)».
50.
Συνεπώς, αναγνωρίζοντας στην Επιτροπή την ευχέρεια να εφαρμόσει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ «για εξαιρετικούς λόγους και για εξαιρετικό υποψήφιο», το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 37 της προσβαλλομένης διατάξεως, απλώς εφάρμοσε τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι πρόσθεσε και άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής σ' αυτή τη διάταξη.
51.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: παράλειψη τον Πρωτοδικείου να διαπιστώσει τη διαβούλευση μεταξύ της ΓΔ IX και της ΓΔ V
52.
Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι η ΓΔ IX είναι η μόνη αρμόδια να λάβει απόφαση περί κατατάξεως, πλην όμως, για να το πράξει, πρέπει να λάβει υπόψη τις ανάγκες της υπηρεσίας εντός της ΓΔ V όπου υπηρετούσε η αναιρεσείουσα. Η προσβαλλομένη διάταξη όμως δεν διαπιστώνει ότι η ΓΔ IX συμβουλεύτηκε τη ΓΔ V. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα, κατά την αναιρεσείουσα, ότι η ΑΔΑ δεν στήριξε την απόφαση της σε ανακριβή ή ελλιπή περιστατικά.
53.
Χωρίς να χρειάζεται να επιχειρήσω αναλυτική εξέταση του λόγου αυτού νομίζω ότι η διατύπωση του περιέχει τους λόγους που υπαγορεύουν την απόρριψη του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου: «Η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα». Είναι επομένως άσκοπο, στο πλαίσιο της εκδικάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, να εξετάζεται το ζήτημα της προσβαλλομένης διατάξεως καθόσον σκοπείται, όπως παρατήρησε η ίδια η αναιρεσείουσα, να ελεγχθεί η ακρίβεια των περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση. Αυτά τα στοιχεία όμως ανάγονται στην κυριαρχική εκτίμηση του Πρωτοδικείου.
54.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: δικονομικές παρατυπίες εκ του ότι το Πρωτοδικείο κάλεσε την αναιρεσείουσα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της προαναφερθείσας απόφασης Barnett κατά Επιτροπής
55.
Αυτός ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο, αφού κάλεσε την αναιρεσείουσα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της πριν της 15ης Δεκεμβρίου 1997«ως προς τη συνέχιση της διαδικασίας υπό το φως της [αποφάσεως Barnett κατά Επιτροπής]» ( 34 ), απέρριψε τις παρατηρήσεις αυτές οι οποίες, κατά την προσφεύγουσα, «περιείχαν νέους ισχυρισμούς» ( 35 ). Η απόρριψη αυτή έλαβε τη μορφή επιστολής του Γραμματέα της 27ης Ιανουαρίου 1998 με την οποία η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε ότι: «ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν προβλέπει την κατάθεση υπομνήματος μετά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως, οι παρατηρήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Συνεπώς το Πρωτοδικείο δεν θα τις λάβει υπόψη» ( 36 ).
56.
Ο λόγος αναιρέσεως αναλύεται σε τρία σκέλη.
57.
Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της. Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότιη αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη καθόσον, για να αποφύγει τον κίνδυνο εκθέσεως σ' αυτήν την κριτική, το Πρωτοδικείο μπορούσε να εκδώσει αιτιολογημένη διάταξη. Πράγματι, παρατηρεί η αναιρεσείουσα, «η δικαιοδοτική αξία μιας αποφάσεως του Γραμματέα είναι ιδιαίτερα επιλήψιμη από τη σκοπιά αυτή» ( 37 ).
58.
Με το δεύτερο σκέλος ζητείται να διαπιστωθεί η παράβαση του άρθρου 48, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου που ορίζει:
«1. Οι διάδικοι μπορούν προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας τους να προτείνουν με τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως αποδεικτικά μέσα. Οι διάδικοι αιτιολογούν την καθυστερημένη πρόταση των αποδεικτικών μέσων.
2. Κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προβάλει ο διάδικος νέο ισχυρισμό κατά τους όρους του προηγουμένου εδαφίου, ο πρόεδρος μπορεί, μετά την εκπνοή των συνήθων δικονομικών προθεσμιών, βάσει εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας, να χορηγήσει στον αντίδικο προθεσμία για να απαντήσει.
(...)».
59.
Τέλος με το τρίτο σκέλος προσάπτεται στο Πρωτοδικείο παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο του εν λόγω Κανονισμού, καθόσον το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του σημείου αυτού. Υπενθυμίζω ότι κατά τη διάταξη αυτή: «Το Πρωτοδικείο επιφυλάσσει τη κρίση του για το παραδεκτό του ισχυρισμού στην απόφαση με την οποία τερματίζεται η δίκη».
60.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει έκαστο σκέλος του λόγου αναιρέσεως.
61.
Και εδώ η προσφεύγουσα περιέλαβε στη διατύπωση του λόγου αναιρέσεως, τους λόγους απορρίψεως του. Πράγματι, αναγνωρίζοντας ότι το υπόμνημα που κατέθεσε όταν ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της «ως προς τη συνέχεια της διαδικασίας υπό το φως της [αποφάσεως Barnett κατά Επιτροπής]», περιείχε νέους ισχυρισμούς, η αναιρεσείουσα δέχεται σιωπηρά ότι παρέβη τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες. Οι παρατηρήσεις που κατέθεσε είχαν περιεχόμενο που ξεπερνούσε κατά πολύ το αντικείμενο των παρατηρήσεων που κλήθηκε να διατυπώσει και εμφανίζονταν, όπως παρατήρησε η-Επιτροπή ( 38 ), ως «συμπληρωματικό υπόμνημα».
62.
Στην πραγματικότητα η πρόσκληση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου προς την αναιρεσείουσα να καταθέσει παρατηρήσεις αφορούσε τη «συνέχιση της διαδικασίας, υπό το φως της αποφάσεως Barnett κατά Επιτροπής» και δεν αφορούσε την κατάθεση προσθέτων παρατηρήσεων ενόψει προβολής νέων νομικών ισχυρισμών. Στην ουσία η ενέργεια του Γραμματέα του Πρωτοδικείου είχε σκοπό να βολιδοσκοπήσει την αναιρεσείουσα για να πληροφορηθεί αν αυτή θα ενέμενε στην προσφυγή της αφού θα είχε λάβει γνώση της αποφάσεως Barnett κατά Επιτροπής που είχε εκδοθεί σε υπόθεση ανάλογη με τη δική της ή μήπως θα επιθυμούσε λ.χ. να ζητήσει την αναστολή εκδικάσεως της στην περίπτωση που θα ασκείτο αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής. Επομένως δεν μπορεί να προσάψει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της καλώντας την να υποβάλει παρατηρήσεις τις οποίες στη συνέχεια δεν έλαβε υπόψη, τη στιγμή που, όπως της επισήμανε ο Γραμματέας, ενώ κλήθηκε να λάβει θέση ως προς τη «συνέχιση της διαδικασίας», αυτή υπέβαλε παρατηρήσεις «επί της ουσίας της υποθέσεως».
63.
Εξάλλου το γενονός ότι η επιστολή αυτή συντάχθηκε από τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου και δεν έλαβε τη μορφή αποφάσεως του Πρωτοδικείου ουδόλως ασκεί επιρροή. Αρκεί να υπογραμμίσω το άρθρο 6 των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου ( 39 ), που αναφέρεται ακριβώς στη «μη αποδοχή εγγράφων και στην τακτοποίηση τους» και προβλέπει ρητά στην παράγραφο 2 την αρμοδιότητα του Γραμματέα σε τέτοιες περιπτώσεις: «Ο Γραμματέας αρνείται την εγγραφή στο Πρωτόκολλο των μη προβλεπομένων από τον Κανονισμό Διαδικασίας υπομνημάτων ή διαδικαστικών πράξεων. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο Γραμματέας υποβάλλει το ζήτημα στον πρόεδρο προς απόφαση».
64.
Κατά συνέπεια το πρώτο σκέλος του τελευταίου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
65.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, το αντιλαμβάνομαι υπό την έννοια ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, αρνούμενο να λάβει υπόψη τους νέους ισχυρισμούς που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, ενώ την αφορμή για την προβολή τους αποτέλεσε η έκδοση της αποφάσεως Barnett κατά Επιτροπής, δηλαδή νομικό ή πραγματικό στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διαδικασία, και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, πρέπει να ληφθούν υπόψη αυτοί οι νέοι ισχυρισμοί.
66.
Εγώ όμως νομίζω ότι το Πρωτοδικείο ορθώς αρνήθηκε να λάβει υπόψη, επί της βάσεως αυτής, τα εν λόγω στοιχεία.
67.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει, πρώτον, από την πάγια νομολογία τόσο του Πρωτοδικείου όσο και του Δικαστηρίου, η δημοσίευση μιας αποφάσεως κατά τη διάρκεια άλλης διαδικασίας δεν θεωρείται ως πραγματικό στοιχείο ( 40 ) που ανέκυψε κατά τη διαδικασία.
68.
Η προαναφερθείσα απόφαση Barnett κατά Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως νέο νομικό στοιχείο κατά την έννοια της προσβαλλομένης διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας.
69.
Βεβαίως το Δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες αποφάσεις να εμφανίζουν το χαρακτήρα στοιχείων που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία και είναι ικανά να δικαιολογήσουν την προβολή νέων ισχυρισμών.
70.
Η περίπτωση, πάντως, αυτή αφορά, στη νομολογία του Δικαστηρίου, καταρχήν μόνο τις ακυρωτικές αποφάσεις και τα αποτελέσματά τους έναντι των αμέσως ενδιαφερομένων προσώπων. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο κρίνει ότι «κατά πάγια νομολογία (...), απόφαση με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό παρά μόνο έναντι των προσώπων τα οποία η ακυρωθείσα πράξη αφορά άμεσα» ( 41 ).
71.
Αντιστρόφως έχει κριθεί ότι «απόφαση του Δικαστηρίου επικυρώνουσα το κύρος πράξεων των κοινοτικών οργάνων δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο που να δικαιολογεί προβολή νέου ισχυρισμού, δεδομένου ότι υπέρ των πράξεων των κοινοτικών οργάνων υφίσταται, εν πάση περιπτώσει, τεκμήριο νομιμότητας και ότι οι [προσβαλλόμενες] αποφάσεις (...), απλώς επιβεβαίωσαν μια νομική κατάσταση την οποία οι ενάγουσες γνώριζαν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής τους (...)» ( 42 ).
72.
Ακριβώς, όμως, στην προκειμένη υπόθεση, η απόφαση Barnett κατά Επιτροπής που εκδόθηκε επί προσφυγής ακυρώσεως πρέπει ακριβώς να θεωρηθεί ως απόφαση «που επιβεβαιώνει το κύρος των πράξεων των κοινοτικών οργάνων». Όπως προανέφερα ( 43 ), το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας τη νομολογία Αλεξοπούλου Ι, κατέληξε στην κρίση ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν μπορούσε να κάνει δεκτή την προσφυγή της προσφεύγουσας και να ακυρώσει την περί κατατάξεως απόφαση της ΑΔΑ.
73.
Χωρίς καν να αναρωτηθούμε περαιτέρω ως προς το αν η αναιρεσείουσα έχει εν πάση περιπτώσει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τα αποτελέσματα μιας δικαστικής αποφάσεως που αναφέρεται σε πράξεη η οποία δεν την αφορά άμεσα, αρκεί να σημειώσουμε ότι, κατ' εφαρμογήν της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, μια απόφαση όπως η προαναφερθείσα Barnett κατά Επιτροπής, που επιβεβαιώνει το κύρος μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διαδικασία.
74.
Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη δημοσίευση της προαναφερθείσας απόφασης Barnett κατά Επιτροπής ως νέο στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
75.
Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος του τελευταίου λόγου αναιρέσεως θεωρώ περιττό να απαντήσω, λαμβάνοντας υπόψη τη λύση που προτείνω σχετικά με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου και του δευτέρου σκέλους που εξετάστηκαν ανωτέρω.
Επί του αιτήματος να υποχρεωθεί η ΑΔΑ στην καταβολή αποζημιώσεως
76.
Τέλος, η αναιρεσείουσα ζητεί να υποχρεωθεί η ΑΔΑ να της καταβάλει αποζημίωση: προσωρινώς, 250000 BFR, για τη ζημία που υπέστη λόγω του ότι έχασε τις πιθανότητες προαγωγής των βαθμών Α 5- τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν είχε προαχθεί στο βαθμό Α 5 από 1ης Δεκεμβρίου 1995 τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού από 1ης Δεκεμβρίου 1995 και κατόπιν αφαιρέσεως του ποσού των 250000 BFR που ζητεί κατά πρόβλεψη.
77.
Δεδομένου ότι σας προτείνω να απορρίψετε τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλονται είναι περιττό να αποφανθείτε επί του αιτήματος καταβολής αποζημιώσεως.
78.
Κατά το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στις διαφορές μεταξύ κοινοτικών οργάνων και των υπαλλήλων τους ο κανόνας είναι ότι τα όργανα φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 122 του ίδιου κανονισμού, ο κανόνας αυτός δεν έχει εφαρμογή στις αιτήσεις αναιρέσεως, εκτός αν ασκούνται από τα όργανα. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εφαρμογή του γενικού κανόνα του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
Πρόταση
79.
Κατόπιν των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
2)
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 1998, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Τ-195/96, Συλλογή Υπ. Υπ. 1998, σ. ΙΙ-117).
( 2 ) Το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας είναι το ακόλουθο: «Οταν το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως, το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη».
( 3 ) Σκέψεις 1 έως 13 της προσβαλλομένης διατάξεως.
( 4 ) Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Τ-17/95, Συλλογή Υπ.Υπ., σ. II-683).
( 5 ) Απόφαση της 29 Ιουνίου 1994, Klinke κατά Δικαστηρίου (C-298/93 Ρ, Συλλογή 1994,0.Ι-3009).
( 6 ) Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985 (146/84, Συλλογή 1985. ο. 1723).
( 7 ) Σκέψη 21 της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι.
( 8 ) Όπ,π., σκέψη 24.
( 9 ) Περίπου 950. σύμφωνα με ένα έγγραφο της Επιτροπής, συνημμένο στην προσφυγή της Αλεξοπούλου στην υπόθεση Τ-195/96.
( 10 ) Απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 1997, Barnett κατά Επιτροπής (Τ-12/97, Συλλογή ΥΠ.ΥΠ. 1997, σ. ΙΙ-863).
( 11 ) Όπ,π., σκέψη 60.
( 12 ) Όπ.π., σκέψη 50, όπου το Πρωτοδικείο παραπέμπει στις προπαρα-τεθείσες αποφάσεις Klinke κατά Δικαστηρίου και Αλεξοπούλου Ι, και παρατηρεί ότι: «Εν πάση περιπτώσει ορισμένη επαγγελματική πείρα δεν μπορεί να απονείμει στο πρόσωπο που τη διαθέτει το δικαίωμα διορισμού στον ανώτερο βαθμό της οικείας σταδιοδρομίας (...)>».
( 13 ) Απόφαση που δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές πληροφορίες της 27ης Μαρτίου 1996.
( 14 ) Σκέψεις 36 και 37 της προσβαλλομένης διατάξεως.
( 15 ) Oiui., σκέψεις 38 και 39.
( 16 ) ΌπΛ, σκέψη 40.
( 17 ) Όπ.π., σκέψεις 41 έως 43.
( 18 ) Osul. σκέψη 45.
( 19 ) 0;iJi., σκέψη 48.
( 20 ) Όπ.π., σκέψη 55.
( 21 ) Διατάξεις του προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Ιουλίου 1998. Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (C-155S8 Ρ.Συλλογη 1998.0.Ι-4935 και Ι-4943).
( 22 ) Smets κατά Επιτροπής (Τ-134/96, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. ΙΙ-999).
( 23 ) Σκέψεις 6 έως 8 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 24 ) Σκέψη 50 της προσβαλλομένης διατάξεως.
( 25 ) Όπ.π., σκέψεις 48 έως 50. Βλ. σημείο 21 των προτάσεων, ανωτέρω.
( 26 ) Όπ_π., σκέψη 55.
( 27 ) Όπ,π.. σκεψει 35 έως 44.
( 28 ) Σελίδα 13 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 29 ) Παράγραφος 11 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 30 ) Όπ.π., σκέψη 12.
( 31 ) Παραπομπή, όσον αφορά την προαγωγή, στις αποφάσεις του Δικαστήριου της 25ης Νοεμβριου 1976. Küster κατά Κοινοβουλίου (123/75, Συλλογή 1976. α 1701, σκέψη 10)- της 1ης Ιουνίου 1995, Κούσιος κατά Επιτροπής (C-119/94 Ρ, Συλλογή 1995. σ. Ι-1439, σκέψη 19), και του Πρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Delvaux κατά Επιτροπής (Τ-142/95, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, ο. ΙΙ-1247, σκέψη 39).
( 32 ) Παράγραφος 13 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 33 ) Σκέψη 21 της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι.
( 34 ) Επιστολή του γραμματέα του Πρωτοδικείου της 11ης Νοεμβρίου 1997 προς την αναιρεσείουσα (συνημμένο 3 της αιτήσεως αναιρέσεως).
( 35 ) Σελίδα 18 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 36 ) Συνημμένο 6 της αιτήσεως αναιρέσεως.
( 37 ) ΌπΛ,ο. 19.
( 38 ) Παράγραφος 16 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 39 ) Τής 3ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 78,0.32). Οι οδηγίες αυτές εκδόθηκαν βάσει του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείο (άρθρο 23).
( 40 ) Βλ. τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1997, Chauvin κατά Επιτροπής (Τ-16/97, Συλλογή ο. ΙΙ-681, σκέψεις 39,43 και 45), που παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 1991. Ferrandi κατά Επιτροπής (C-403/85 REV, Συλλογή σ. Ι-215, σκέψη 13).
( 41 ) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Brown κατά Δικαστηρίου (125/87, Συλλογή 1988, σ 1619, σκέψη 13). Βλ επίσης την ποοπαρατεθείσα διάταξη Chauvin κατά Επιτροπής που παραπέμπει στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου: αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1965, Müller κατά Συμβουλίων της ΕΟΚ, ΕΚΑΕ και ΕΚΑΧ (43/64, Συλλογή 1965-1968, σ. 99), της 15ης Δεκεμβρίου 1966, Mosthaf κατά Επιτροπής της ΕΚΑΕ (34/65, Συλλογή 1965-1968, σ. 475), και διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Progoulis κατά Επιτροπής (Τ-131/95, Συλλογή Υπ. Υπ. 1995, σ. ΙΙ-907, σκέψη 36).
( 42 ) Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 1996, Ατλάντα κ.λπ. κατά ΕΚ (Τ-521/93, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1707, σκέψη 39), που παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1982, Dürbeck κατά Επιτροπής (11/81, Συλλογή 1982, σ. 1251, σκέψη 17).
( 43 ) Παράγραφος 11, ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy