Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα είτε για την αναπροσαρμογή της συμφωνίας με τη Δημοκρατία του Ζαρ, ώστε να προβλέπει τη δίκαιη, ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των υπηκόων της Κοινότητας στα μερίδια φορτίων που αναλογούν στο Βασίλειο του Βελγίου, είτε για την καταγγελία της συμφωνίας αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (1) (στο εξής: κανονισμός).
Νομικό πλαίσιο
2 Με τον κανονισμό επιδιώκεται η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 954/79 του Συμβουλίου, της 15ης Μαου 1979, περί της επικυρώσεως από τα κράτη μέλη της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί του Κώδικος Συμπεριφοράς των Ναυτιλιακών Διασκέψεων Τακτικών Γραμμών ή της προσχωρήσεως των κρατών μελών στη σύμβαση (2). Ειδικότερα, ο κανονισμός αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών «στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών προκειμένου να καταργηθούν προοδευτικά οι υφιστάμενοι περιορισμοί και να αποτραπεί η θέσπιση νέων περιορισμών» (3). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού, «η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών ισχύει για υπηκόους των κρατών μελών εγκατεστημένους σε κράτος μέλος της Κοινότητας εκτός από το κράτος του αποδέκτη των υπηρεσιών».
3 Οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του κανονισμού είναι αυτές που αφορούν τους διακανονισμούς σχετικά με τον καταμερισμό φορτίων. Συναφώς, επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ υφισταμένων διακανονισμών και μελλοντικών διακανονισμών. Όσον αφορά αυτούς τους τελευταίους, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι αυτοί «απαγορεύονται, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων όπου οι κοινοτικές ναυτιλιακές εταιρίες τακτικών γραμμών δεν θα είχαν, σε αντίθετη περίπτωση, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές προς και από τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυνατό να επιτραπεί η σύναψη τέτοιου διακανονισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6» (4). Ως προς τους ισχύοντες διακανονισμούς, το άρθρο 3 προβλέπει ότι «καταργούνται προοδευτικά ή αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4». Κατά το εν λόγω άρθρο 4:
«1. Οι ισχύοντες διακανονισμοί για καταμερισμό φορτίων που δεν θα καταργηθούν βάσει του άρθρου 3 προσαρμόζονται στην κοινοτική νομοθεσία. Συγκεκριμένα:
α) όσον αφορά τις μεταφορές που διέπονται από τον Κώδικα Συμπεριφοράς των Ναυτιλιακών Διασκέψεων Τακτικών Γραμμών (confιrences) των Ηνωμένων Εθνών, τηρούνται ο κώδικας αυτός και οι βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 954/79 υποχρεώσεις των κρατών μελών
β) όσον αφορά τις μεταφορές που δεν διέπονται από τον κώδικα συμπεριφοράς, οι διακανονισμοί θα αναπροσαρμοστούν το συντομότερο δυνατόν και πάντως πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, ώστε να προβλέπουν τη δίκαιη, ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση όλων των υπηκόων της Κοινότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, στα μερίδια φορτίων που αναλογούν στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
2. Εθνικά μέτρα λαμβανόμενα βάσει της παραγράφου 1 κοινοποιούνται αμέσως στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή. Εφαρμόζεται εν προκειμένω η διαδικασία διαβουλεύσεων της απόφασης 77/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
3. Τα κράτη μέλη αναφέρουν στην Επιτροπή τη συντελούμενη πρόοδο κατά την αναφερόμενη στην παράγραφο 1, στοιχείο ββ, προσαρμογή, αρχικά ανά εξάμηνο και στη συνέχεια ανά έτος.
4. Αν εμφανισθούν δυσχέρειες κατά την προσαρμογή των συμφωνιών προκειμένου να ανταποκρίνονται στην παράγραφο 1, στοιχείο ββ, τα σχετικά κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και το Συμβούλιο. Σε περιπτώσεις συμφωνιών ασυμβιβάστων προς την παράγραφο 1, στοιχείο ββ, και κατόπιν σχετικού αιτήματος του οικείου κράτους μέλους, το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.»
4 Στις 5 Μαρτίου 1981, το Βασίλειο του Βελγίου και η Δημοκρατία του Ζαρ συνήψαν διεθνή συμφωνία που περιελάμβανε διακανονισμούς σχετικά με τον καταμερισμό ναυτιλιακών φορτίων. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της συμφωνίας προβλέπει ότι: «Ως προς τη μεταφορά εμπορευμάτων που διακινούνται μεταξύ των χωρών των δύο μερών διά θαλάσσης, ανεξαρτήτως του λιμένος φορτώσεως ή εκφορτώσεως, το καθεστώς που εφαρμόζεται από τα συμβαλλόμενα μέρη στα πλοία που εκμεταλλεύονται οι αντίστοιχες εγχώριες ναυτιλιακές εταιρίες τους βασίζεται στην κλίμακα κατανομής 40/40/20, ως προς τον ναύλο και τον όγκο των φορτίων» (5).
Η συμφωνία, που συνάφθηκε για αόριστη διάρκεια, «μπορεί να καταγγελθεί ανά πάσα στιγμή εγγράφως και διά της διπλωματικής οδού, τηρουμένης προθεσμίας 6 μηνών» (6). Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, η συμφωνία έπρεπε να τεθεί σε ισχύ από της ανακοινώσεως της ολοκληρώσεως των διατυπώσεων που απαιτούν οι αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες τους.
Η κύρωση της συμφωνίας ανακοινώθηκε τη 13η Ιουνίου 1983 από το Βασίλειο του Βελγίου, και τη 13η Απριλίου 1987 από τη Δημοκρατία του Ζαρ. Συνεπώς, η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ τη 13η Απριλίου 1987, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού.
Επί της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας
5 Κρίνοντας ότι οι διακανονισμοί σχετικά με καταμερισμό φορτίων που περιέχονται στην εν λόγω συμφωνία αντέβαιναν στον κανονισμό, η Επιτροπή ξεκίνησε, στις 10 Απριλίου 1991, κατά του Βασιλείου του Βελγίου την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ. Στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή εκτιμούσε ότι οι επίδικοι διακανονισμοί έπρεπε να χαρακτηρισθούν «μελλοντικές συμφωνίες» κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού· επομένως, απαγορεύονταν, εκτός αν δινόταν ρητή άδεια η οποία ωστόσο δεν ζητήθηκε.
Στην από 7 Ιουνίου 1991 απάντησή της, η καθής κυβέρνηση αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό της μελλοντικής συμφωνίας: η επίμαχη συμφωνία είχε συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού και εφαρμοζόταν de facto από το 1981. Συνεπώς η συμφωνία αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού.
6 Η απάντηση αυτή δεν κρίθηκε ικανοποιητική από την Επιτροπή, η οποία, στις 11 Οκτωβρίου 1993, απηύθυνε στη Βελγική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη. Το προσφεύγον όργανο προέβαλε ότι η επίμαχη συμφωνία αντέβαινε στον κανονισμό στο μέτρο που επιφύλασσε το 40 % των μεταφορών σε βελγικές ναυτιλιακές εταιρίες αποκλείοντας αυτές των άλλων κρατών μελών. Πράγματι, η ρήτρα αυτή θεωρήθηκε ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και, ως εκ τούτου, ότι αντιβαίνει στο άρθρο 1 του κανονισμού. Δεδομένου ότι επρόκειτο για συμφωνία μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού, η συμφωνία αυτή απαγορευόταν από το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, η Βελγική Κυβέρνηση καλείτο να λάβει τα αναγκαία μέτρα εντός δύο μηνών προκειμένου να θεραπεύσει την κατάσταση αυτή.
7 Πάντως, κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου του φακέλου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη συμφωνία μπορούσε να θεωρηθεί «υφιστάμενη συμφωνία» υποκείμενη ως τοιαύτη στις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απηύθυνε στις 11 Απριλίου 1996 στην καθής κυβέρνηση συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο υποστήριζε ότι δεν είχε λάβει ουδεμία πληροφορία όσον αφορά την αναπροσαρμογή της συμφωνίας.
Οι βελγικές αρχές, από την πλευρά τους, περιορίστηκαν να απαντήσουν ότι θα εξακολουθούσαν τις αναγκαίες προσπάθειες προκειμένου να διασφαλίσουν την αναπροσαρμογή που ζητούσε η Επιτροπή.
Κατόπιν της απαντήσεως αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε στις 23 Ιουνίου 1997 στο Βασίλειο του Βελγίου συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη.
Επί της ουσίας
8 Στην προσφυγή και στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στην προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Η συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου και της Δημοκρατίας του Ζαρ χαρακτηρίζεται ως «υφιστάμενη συμφωνία»: το άρθρο 18, παράγραφος 1, της επίμαχης συμφωνίας προβλέπει πράγματι ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα δεσμευθούν μόνον μετά «την ολοκλήρωση των διατυπώσεων που απαιτούν οι αντίστοιχες νομοθεσίες τους»· οι διατυπώσεις αυτές ολοκληρώθηκαν από το Βασίλειο του Βελγίου με την έκδοση του νόμου της 21ης Απριλίου 1983 περί κυρώσεως της συμφωνίας που ανακοινώθηκε στη Δημοκρατία του Ζαρ στις 13 Ιουνίου 1983, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού.
Τελικά, η Επιτροπή φρονεί ότι η επίμαχη συμφωνία υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού. Η εν λόγω συμφωνία, συνεπώς, έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού, από την ημερομηνία κατά την οποία ο Κώδικας Συμπεριφοράς των Ναυτιλιακών Διασκέψεων των Ηνωμένων Εθνών κυρώθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου, ήτοι στις 30 Μαρτίου 1988.
9 Το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί, κατ' ουσίαν, την παράβαση. Δεν ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και δηλώνει, στα υπομνήματά του, ότι πάντοτε εκδήλωνε τη βούλησή του για την τροποποίηση των επίδικων διατάξεων προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε η Επιτροπή. Η τροποποίηση αυτή δεν ολοκληρώθηκε ακόμη λόγω της ανώμαλης πολιτικής καταστάσεως που υπάρχει στη Δημοκρατία του Ζαρ, νυν Λαϋκή Δημοκρατία του Κογκό.
Πάντως, η καθής κυβέρνηση δεν συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία η συμφωνία έπρεπε να τροποποιηθεί από την ημερομηνία κατά την οποία κυρώθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου ο Κώδικας Συμπεριφοράς των Ναυτιλιακών Διασκέψεων των Ηνωμένων Εθνών, ήτοι στις 30 Μαρτίου 1988. Επιπλέον, η ίδια αυτή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη καταγγελία της συμφωνίας θα ήταν δυσανάλογη, δεδομένου ότι η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει επίσης σειρά διατάξεων που δεν αντιβαίνουν στον κανονισμό.
10 Ωστόσο, οι παρατηρήσεις που διατυπώνει η καθής κυβέρνηση - οι οποίες, εξάλλου, δεν την οδηγούν να ζητήσει την απόρριψη της προσφυγής - δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Ως προς το ζήτημα του καθορισμού της ημερομηνίας βάσει της οποίας έπρεπε να αναπροσαρμοστεί η βαλλόμενη συμφωνία, η Επιτροπή παρατηρεί ορθώς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, διακρίνει μεταξύ των μεταφορών που διέπονται από τον Κώδικα Συμπεριφοράς των Ναυτιλιακών Διασκέψεων των Ηνωμένων Εθνών, αφενός, και αυτών που διέπονται από τον εν λόγω κώδικα, αφετέρου. Μόνον ως προς τις τελευταίες αυτές μεταφορές ο κανονισμός παρέχει στα κράτη μέλη προθεσμία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993 προκειμένου να προβούν στην προβλεπόμενη αναπροσαρμογή. Αντιθέτως, ουδεμία προθεσμία παρέχεται για την έτερη κατηγορία θαλάσσιων μεταφορών, οι οποίες είναι αυτές ακριβώς που κρίνονται εν προκειμένω. Όμως, το γεγονός ότι δεν προβλέφθηκε ουδεμία προθεσμία για την αναπροσαρμογή αυτής της κατηγορίας μεταφορών σημαίνει ότι πρέπει να αναπροσαρμοστούν αμέσως μόλις το οικείο κράτος κυρώσει τον κώδικα συμπεριφοράς. Όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου, η κύρωση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 1988.
Όσον αφορά, εξάλλου, την προβαλλόμενη δυσαναλογία της καταγγελίας της συμφωνίας, συμμερίζομαι την ένσταση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία δεν ζητήθηκε τέτοιου είδους καταγγελία, αλλά μόνον η αναπροσαρμογή της συμφωνίας προκειμένου να την καταστήσει συμβατή με τις διατάξεις του κανονισμού. Μια ενδεχόμενη καταγγελία της συμφωνίας στο σύνολό της θα ήταν αναγκαία μόνον αν το έτερο μέρος της συμφωνίας δεν δεχόταν τις αναγκαίες τροποποιήσεις.
Συνεπώς φρονώ ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη και ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό.
Πρόταση
11 Ενόψει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
- να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής,
- να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 378, σ. 1.
(2) - JO L 121, p. 1.
(3) - Βλ. ενδέκατη αιτιολογική σκέψη.
(4) - Η υπογράμμιση δική μου. Η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6 για να επιτραπούν νέοι διακανονισμοί είναι η ακόλουθη: «1. Ένα κράτος μέλος του οποίου οι υπήκοοι ή οι ναυτιλιακές εταιρείες, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν κίνδυνο να αντιμετωπίσουν κατάσταση κατά την οποία δεν θα έχουν πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχουν στις μεταφορές προς και από συγκεκριμένη τρίτη χώρα, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή. 2. Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης, στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, και της διαπραγμάτευσης και σύναψης διακανονισμών για καταμερισμό φορτίων. 3. Εάν το Συμβούλιο δεν προβεί στις αναγκαίες ενέργειες εντός εξαμήνου από την ενημέρωσή του εκ μέρους ενός κράτους μέλους βάσει της παραγράφου 1, το εν λόγω κράτος μέλος δικαιούται να λάβει οποιοδήποτε κατάλληλο προσωρινό μέτρο για να διατηρήσει πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις μεταφορές βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1. 4. Κάθε μέτρο λαμβανόμενο βάσει της παραγράφου 3 πρέπει να εναρμονίζεται προς το κοινοτικό δίκαιο και να επιτρέπει στους υπηκόους ή τις ναυτιλιακές εταιρείες της Κοινότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, τη δίκαιη, ελεύθερη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στα σχετικά μερίδια φορτίων. 5. Εθνικά μέτρα λαμβανόμενα βάσει της παραγράφου 3 κοινοποιούνται αμέσως στα κράτη μέλη και την Επιτροπή και εφαρμόζεται η διαδικασία διαβουλεύσεων της απόφασης 77/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου.»
(5) - Ελεύθερη μετάφραση.
(6) - Άρθρο 18, παράγραφος 2. Ελεύθερη μετάφραση.
Full & Egal Universal Law Academy