Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την πρόσφατη απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C-355/96, Silhouette International Schmied (1), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας περί σημάτων (2) απαγορεύει εθνικούς κανόνες που προβλέπουν την ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα για προϋόντα που διατέθηκαν υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο εκτός του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου (ΕΟΞ) από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του. Κατά συνέπεια, μόνο η διάθεση των προϋόντων στο εμπόριο εντός του ΕΟΞ από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του έχει, εκ πρώτης όψεως, ως αποτέλεσμα την ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα (3): η διάθεσή τους στο εμπόριο εκτός του ΕΟΞ από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του δεν έχει ως αποτέλεσμα την ανάλωση των δικαιωμάτων αυτών. Το κοινοτικό δίκαιο περί σημάτων αναγνωρίζει συνεπώς την αρχή της «αναλώσεως εντός του ΕΟΞ» αλλ' όχι την αρχή της «διεθνούς αναλώσεως».
2 Το κύριο ζήτημα που θέτει το Cour d'appel de Bruxelles με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι αν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο δικαιούχος του σήματος έχει συγκατατεθεί για την εντός του ΕΟΞ εμπορία μιας παρτίδας προϋόντων του που έχουν εισαχθεί από χώρα εκτός ΕΟΞ για τον λόγο ότι έχει συγκατατεθεί για την εντός του ΕΟΞ εμπορία άλλων παρτίδων πανομοιότυπων ή παρόμοιων ειδών.
Πραγματικά περιστατικά
3 Η πρώτη από τις εφεσείουσες, η Sebago Inc., είναι εταιρία εγκατεστημένη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Είναι δικαιούχος δύο σημάτων Μπενελούξ που συνίστανται στη λέξη «Docksides» και τριών σημάτων Μπενελούξ που συνίστανται στη λέξη «Sebago». Τα πέντε σήματα αυτά καλύπτουν, μεταξύ άλλων, υποδήματα.
4 Η δεύτερη εφεσείουσα, η Ancienne Maison Dubois et Fils SA, είναι ο αποκλειστικός διανομέας υποδημάτων και ειδών υποδήσεως Sebago για το Μπενελούξ. Στη συνέχεια θα αναφέρομαι σε αμφότερες τις εφεσείουσες ως «Sebago».
5 Η Sebago ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη, η G-B Unic, εμπορευόμενη τα προϋόντα της εντός της Κοινότητας χωρίς τη συγκατάθεσή της, πρόσβαλε τα δικαιώματά της επί του σήματος. Η G-B Unic ισχυρίζεται ότι αγόρασε 2 561 ζεύγη υποδημάτων made in Salvador από εταιρία βελγικού δικαίου ειδικευμένη στις παράλληλες εισαγωγές (η οποία επομένως είχε προφανώς εισαγάγει τα εν λόγω υποδήματα από χώρα εκτός του ΕΟΞ). Η G-B Unic διαφήμισε, με το δέκατο τεύχος του 1996 του φυλλαδίου La quinzaine Maxi-GB, με το οποίο ανακοίνωσε τις τιμές που θα ίσχυαν από τις 29 Μαου έως τις 11 Ιουνίου 1996, την πώληση, στις υπεραγορές της Maxi-GB, υποδημάτων «Docksides Sebago». Η G-B Unic πώλησε το σύνολο του αποθέματός της κατά το καλοκαίρι του 1996.
6 Η Sebago δεν αμφισβητεί ότι τα υποδήματα που πώλησε η G-B Unic ήσαν γνήσια είδη. Ισχυρίζεται όμως ότι, αφού η ίδια δεν είχε συγκατατεθεί για την εμπορία τους εντός της Κοινότητας, η G-B Unic δεν είχε το δικαίωμα να τα πωλήσει εντός του κοινοτικού εδάφους. Η Sebago επικαλείται το άρθρο 13, Α, σημείο 8, του ενιαίου νόμου Μπενελούξ περί σημάτων, όπως έχει τροποποιηθεί με το πρωτόκολλο της 2ας Δεκεμβρίου 1992. Η διάταξη αυτή έχει διατύπωση παρόμοια με τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας περί σημάτων (στο εξής: οδηγία), το οποίο αφορούσε η προπαρατεθείσα απόφαση Silhouette International Schmied και το οποίο παρατίθεται κατωτέρω στο σημείο 14.
7 Το Cour d'appel επισημαίνει ότι η ερμηνεία που δίδουν οι διάδικοι της κύριας δίκης στο άρθρο 13, Α, σημείο 8, του ενιαίου νόμου διαφέρει σε δύο βασικά σημεία: αφενός, ως προς το ζήτημα αν η εν λόγω διάταξη κατοχυρώνει την αρχή της διεθνούς αναλώσεως (άποψη της G-B Unic) ή μόνο την αρχή της κοινοτικής αναλώσεως (άποψη της Sebago) και, αφετέρου, ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες υφίσταται το τεκμήριο ότι έχει δοθεί η συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος.
8 Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, η G-B Unic υποστηρίζει ότι, για να πληρούται η προϋπόθεση συγκαταθέσεως κατά το άρθρο 13, Α, σημείο 8, του ενιαίου νόμου, αρκεί να έχουν διατεθεί νομίμως στο εμπόριο εντός της Κοινότητας, με τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος, παρόμοια προϋόντα που καλύπτονται από το ίδιο σήμα. Προς στήριξη της απόψεώς της παραθέτει δύο αποφάσεις του tribunal de commerce των Βρυξελλών (4). Αντίθετα, η Sebago ισχυρίζεται ότι η συγκατάθεσή της πρέπει να δίδεται για κάθε συγκεκριμένη παρτίδα εμπορεύματος, δηλαδή για κάθε παρτίδα που εισάγεται σε δεδομένο χρόνο από συγκεκριμένο εισαγωγέα. Η Sebago φρονεί συνεπώς ότι δεν μπορεί να υπάρχει τεκμήριο για τη συγκατάθεσή της παρά μόνο αν η G-B Unic αποδείξει ότι προμηθεύτηκε τα εν λόγω υποδήματα από πωλητή ανήκοντα στο δίκτυο διανομής που έχει δημιουργήσει η Sebago εντός της Κοινότητας ή από μεταπωλητή ο οποίος, μολονότι δεν ανήκει στο δίκτυο αυτό, απέκτησε τα εν λόγω υποδήματα νομίμως εντός της Κοινότητας.
9 Η G-B Unic ισχυρίστηκε επίσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι από το γεγονός ότι η Sebago δεν απαγόρευσε στον κάτοχο άδειας χρήσεως του σήματός της στο Eλ Σαλβαδόρ να εξάγει τα εμπορεύματά του στην Κοινότητα προκύπτει κατά τεκμήριο ότι η Sebago έδωσε σιωπηρώς τη συγκατάθεσή της για την εμπορία τους εντός της Κοινότητας. Το Cour d'appel πάντως απορρίπτει ρητά το επιχείρημα αυτό, με το σκεπτικό ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Sebago έχει παραχωρήσει άδεια εκμεταλλεύσεως του σήματός της στον επιχειρηματία στο Σαλβαδόρ (άλλωστε η ίδια η Sebago αμφισβήτησε ότι έχει παραχωρήσει τέτοια άδεια).
10 Το Cour d'appel de Bruxelles έχει υποβάλει τα εξής ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαίωμα που παρέχει το σήμα επιτρέπει στον δικαιούχο να αντιταχθεί στη χρήση του σήματός του για αυθεντικά προϋόντα τα οποία δεν έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ή έστω εντός της Νορβηγίας, της Ισλανδίας ή του Λιχτενστάιν, δυνάμει της Συμφωνίας της 2ας Μαου 1992, περί ιδρύσεως του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου) από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, εφόσον:
- τα προϋόντα που φέρουν το σήμα προέρχονται απευθείας από χώρα εκτός της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου,
- τα προϋόντα που φέρουν το σήμα προέρχονται από χώρα της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου, όπου τελούν υπό διαμετακόμιση χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος ή του αντιπροσώπου του,
- αν τα προϋόντα έχουν αποκτηθεί εντός χώρας της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου όπου διατέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος ή του αντιπροσώπου του,
- ή εφόσον ορισμένα προϋόντα που φέρουν το σήμα και είναι πανομοιότυπα προς τα αυθεντικά προϋόντα που καλύπτονται από το ίδιο σήμα, αλλά έχουν εισαχθεί παραλλήλως, άμεσα ή έμμεσα, από χώρες εκτός της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου, διατίθενται ή έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο εντός της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του,
- ή εφόσον ορισμένα προϋόντα που φέρουν το σήμα και είναι παρόμοια προς τα αυθεντικά προϋόντα που καλύπτονται από το ίδιο σήμα, αλλά έχουν εισαχθεί παραλλήλως, άμεσα ή έμμεσα, από χώρες εκτός της Ευρωπαϋκής Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου, διατίθενται ή έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο εντός της Κοινότητας ή του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του;»
11 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η G-B Unic, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση παρέστησαν η Sebago, η G-B Unic και η Επιτροπή.
Η οδηγία περί σημάτων
12 Οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις της οδηγίας περί σημάτων είναι τα άρθρα 5 και 7, που επιγράφονται: «Δικαιώματα που παρέχει το σήμα» και «Όρια του δικαιώματος που παρέχει το σήμα» αντίστοιχα.
13 Το άρθρο 5 ορίζει τα εξής:
«1. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α) σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϋόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί,
β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϋόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.
(...)
3. Μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται, εάν πληρούνται οι όροι των παραγράφων 1 και 2:
α) η επίθεση του σημείου επί των προϋόντων ή της συσκευασίας τους,
β) η προσφορά των προϋόντων ή η εμπορία ή η κατοχή τους προς εμπορία ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών υπό το σημείο,
γ) η εισαγωγή ή η εξαγωγή των προϋόντων υπό το σημείο,
δ) η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση.»
14 Το άρθρο 7 περιορίζει ως εξής τα δικαιώματα που παρέχονται με το άρθρο 5:
«1. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϋόντα που έχουν διατεθεί υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος έχει νόμιμους λόγους να αντιταχθεί στη μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϋόντων, ιδίως όταν η κατάσταση των προϋόντων μεταβάλλεται ή αλλοιούται μετά τη διάθεσή τους στο εμπόριο.»
15 Μολονότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας περί σημάτων κάνει λόγο για διάθεση στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα, η αρχή περί αναλώσεως των δικαιωμάτων έχει διευρυνθεί και καλύπτει πλέον ολόκληρο τον ΕΟΞ. Η οδηγία καταλέγεται μεταξύ των νομοθετικών πράξεων που ενσωματώθηκαν στο δίκαιο του ΕΟΞ βάσει της Συμφωνίας για τον ΕΟΞ (5), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1994 (6). Το παράρτημα XVII της Συμφωνίας αυτής τροποποιεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, «για τους σκοπούς της Συμφωνίας», αντικαθιστώντας τις λέξεις «στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα» από τη φράση «στην αγορά ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη», ώστε να νοείται πλέον η εμπορία εντός του ΕΟΞ και όχι εντός της Κοινότητας (7).
Η άποψή μου επί της υποθέσεως
16 Το προδικαστικό ερώτημα έχει κάπως περίπλοκη διάρθρωση. Τα κυριότερα ζητήματα που θέτει πάντως είναι εκ πρώτης όψεως δύο.
17 Το πρώτο, δηλαδή το ζήτημα αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας καθιερώνει την αρχή της διεθνούς αναλώσεως των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα, λύθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Silhouette International Schmied (8), η οποία εκδόθηκε μετά την υποβολή της παρούσας αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, προβλέπει μόνο την ανάλωση εντός του ΕΟΞ και ότι θα αντέβαινε προς την οδηγία, αν ένα κράτος μέλος προέβλεπε την ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα λόγω εμπορίας των οικείων προϋόντων σε χώρα εκτός του ΕΟΞ. Είναι συνεπώς προφανές ότι ο ενιαίος νόμος Μπενελούξ (που, όπως θα ήθελα να υπενθυμίσω, έχει παρόμοια διατύπωση με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει μόνο την ανάλωση εντός του ΕΟΞ. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν τα υποδήματα διατέθηκαν στην αγορά εκτός του ΕΟΞ με τη συγκατάθεση της Sebago, τούτο δεν σημαίνει ότι η Sebago δεν μπορεί πλέον να ασκήσει εντός του ΕΟΞ τα δικαιώματά της που απορρέουν από το σήμα.
18 Το κυριότερο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι επομένως το δεύτερο σημείο στο οποίο διαφωνούν οι διάδικοι: σημαίνει το γεγονός ότι ο δικαιούχος του σήματος έχει συγκατατεθεί για την εντός του ΕΟΞ εμπορία μιας παρτίδας ορισμένων προϋόντων που φέρουν το σήμα του ότι έχει αναλώσει το δικαίωμά του να αντιταχθεί στην εντός του ΕΟΞ εμπορία άλλων παρτίδων πανομοιότυπων (ή παρόμοιων) προϋόντων του που φέρουν το ίδιο σήμα (9); Με άλλα λόγια, έχει η κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας «συγκατάθεση» για την εντός της Κοινότητας εμπορία «προϋόντων» την έννοια της συγκαταθέσεως για την εμπορία ορισμένου είδους προϋόντος (ή ορισμένης σειράς προϋόντων) ή την έννοια της συγκαταθέσεως για την εμπορία κάθε συγκεκριμένης παρτίδας ορισμένου είδους προϋόντος;
19 Η Sebago, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος για την εντός του ΕΟΞ εμπορία μιας παρτίδας προϋόντων δεν έχει ως αποτέλεσμα την ανάλωση των δικαιωμάτων που του παρέχει το σήμα σε σχέση με την εμπορία άλλων παρτίδων προϋόντων του, ακόμη και αν πρόκειται για πανομοιότυπα προϋόντα. Η G-B Unic υποστηρίζει την αντίθετη άποψη.
20 Κατ' αρχάς ενδείκνυται να εξεταστεί η φύση της αρχής περί αναλώσεως των δικαιωμάτων, όταν η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε καθαρά ενδοκοινοτικό πλαίσιο. Κατά το κοινοτικό δίκαιο, η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ενδέχεται να εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, αλλά να είναι δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης. Δεδομένου ότι η «χρήση» του σήματος είναι ευρύτατη έννοια (10), πολλές και διάφορες πράξεις επί εμπορευμάτων μπορούν να συνιστούν προσβολή του σήματος. Έτσι, αν δεν επιβαλλόταν κανείς περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το σήμα, οι μεταπωλητές που θα ήθελαν να πωλήσουν τα νομίμως αγορασθέντα, αλλά καλυπτόμενα από σήμα προϋόντα, θα μπορούσαν θεωρητικά να είναι υποχρεωμένοι να ζητούν τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος για τη μεταπώληση αυτή, καθώς και για κάθε άλλη πράξη σχετική με τα προϋόντα αυτά.
21 Είναι σαφές ότι η η αρχή περί αναλώσεως στο κοινοτικό δίκαιο αφορά τις πράξεις που πραγματοποιούνται σε σχέση με τα εμπορεύματα μετά την πρώτη «θέση τους σε κυκλοφορία» (11) εντός του ΕΟΞ από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του. Αν ο δικαιούχος του σήματος διαθέσει στην αγορά μια συγκεκριμένη παρτίδα προϋόντων, θέτει σε κυκλοφορία αυτή μόνο την παρτίδα προϋόντων: είναι προφανές ότι δεν θέτει σε κυκλοφορία όλες τις άλλες παρτίδες των πανομοιότυπων (ή παρόμοιων) προϋόντων που παραμένουν στις αποθήκες του και επομένως διατηρεί, σε σχέση με τις παρτίδες αυτές, όλα τα δικαιώματά του σχετικά με την επιβολή όρων λιανικής πωλήσεως.
22 Είναι αλήθεια ότι η αρχή περί αναλώσεως έχει διατυπωθεί τις περισσότερες φορές μάλλον αόριστα, με απλή αναφορά στην ανάλωση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε σχέση με τα «προϋόντα» που έχουν διατεθεί στο εμπόριο από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του. Η διατύπωση αυτή απαντά στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας. Εντούτοις, το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνεύεται σε συσχετισμό με άρθρο 7, παράγραφος 2, που αφορά τις παρεκκλίσεις από την αρχή περί αναλώσεως και αναφέρεται στη «μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση» των προϋόντων. Νομίζω ότι ο χρησιμοποιούμενος στα γαλλικά όρος «commercialisation ultιrieure» καταδεικνύει ακόμη σαφέστερα από ό,τι το αγγλικό κείμενο ότι η η αρχή περί αναλώσεως δεν αφορά άλλες πωλήσεις του ίδιου είδους προϋόντων, αλλά τις μεταγενέστερες πράξεις επί συγκεκριμένων προϋόντων, οι οποίες ακολουθούν την πρώτη πώλησή τους.
23 Επιπλέον, στην απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 1997, C-337/95, Parfums Christian Dior (12), το Δικαστήριο κάνει λόγο για ανάλωση του «δικαιώματος μεταπωλήσεως» (13), σύμφωνα δε με το γαλλικό κείμενο της αποφάσεως C-63/97, BMW (14), το Δικαστήριο δέχεται ότι το άρθρο 7 επιτρέπει «la commercialisation ultιrieure d'un exemplaire d'un produit revκtu d'une marque» (η υπογράμμιση δική μου) (15).
24 Είναι επομένως σαφέστατο, όσον αφορά τουλάχιστον τα εντός του ΕΟΞ συμβαίνοντα, ότι η κοινοτική αρχή περί αναλώσεως των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα αφορά συγκεκριμένα προϋόντα ή συγκεκριμένες παρτίδες προϋόντων και όχι ολόκληρες σειρές προϋόντων.
25 Θα εξετάσω τώρα το ζήτημα κατά πόσον ο δικαιούχος του σήματος έχει το δικαίωμα να εμποδίσει την εισαγωγή συγκεκριμένης παρτίδας προϋόντων στα οποία τέθηκε το σήμα του, από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του, εκτός του ΕΟΞ (16). Η G-B Unic δέχεται ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, ο δικαιούχος του σήματος έχει αναλώσει το δικαίωμά του να εμποδίσει την εισαγωγή της συγκεκριμένης αυτής παρτίδας, μόνον αν έχει συγκατατεθεί για την εμπορία του εντός του ΕΟΞ. Υποστηρίζει όμως ότι υφίσταται τέτοια συγκατάθεση, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, όταν ο δικαιούχος του σήματος έχει συγκατατεθεί για την εντός του ΕΟΞ εμπορία άλλων συγκεκριμένων παρτίδων του οικείου προϋόντος, διότι τούτο σημαίνει ότι έχει συγκατατεθεί σιωπηρά για την εντός του ΕΟΞ εμπορία ολόκληρης της σειράς αυτών των προϋόντων.
26 Η G-B Unic, προς στήριξη της απόψεώς της, ισχυρίζεται ότι, στις περιπτώσεις εμπορίας αυθεντικών προϋόντων εκτός ΕΟΞ, η εισαγωγή τους στον ΕΟΞ δεν θίγει τη λειτουργία του σήματος ως ενδείξεως της προελεύσεως και της ποιότητας του προϋόντος. Όπως παρατήρησα ήδη με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Silhouette International Schmied, τα επιχειρήματα αυτά είναι ιδιαίτερα ελκυστικά. Εντούτοις, αποδείχτηκαν ανεπαρκή για να ανατρέψουν, στην υπόθεση εκείνη, το συμπέρασμα ότι η οδηγία απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν τη διεθνή ανάλωση. ρα δεν επιτρέπεται η επίκλησή τους στην παρούσα υπόθεση με σκοπό την ανατροπή της νομολογίας αυτής, πράγμα που ουσιαστικά θα συνέβαινε, όπως θα αποδείξω στη συνέχεια, αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που δίνει η G-B Unic στο άρθρο 7, παράγραφος 1.
27 Κατά την άποψη της G-B Unic, το άρθρο 7, παράγραφος 1, επιτρέπει στον δικαιούχο του σήματος να εμποδίζει τις παράλληλες εισαγωγές από τρίτες χώρες, εκτός αν και μέχρις ότου αρχίσει ο ίδιος την εμπορία πανομοιότυπου (ή παρόμοιου) προϋόντος εντός του ΕΟΞ. Είναι αλήθεια ότι ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες το περιορισμένο αυτό δικαίωμα παρέχει πραγματικό πλεονέκτημα στον δικαιούχο του σήματος, αφού έτσι μπορεί να επιλέγει τις συμφέρουσες αγορές για τη διάθεση του προϋόντος του και να καθορίζει το χρονικό σημείο της θέσεως σε κυκλοφορία του προϋόντος του σε συγκεκριμένη αγορά. Στις ασυγκρίτως περισσότερες όμως περιπτώσεις στις οποίες ο δικαιούχος του σήματος δεν εμπορεύεται ήδη το προϋόν του εντός του ΕΟΞ, είναι πιθανό είτε ότι δεν θα έχει καμία αντίρρηση για την εντός του ΕΟΞ εμπορία των προϋόντων, αφού η εμπορία αυτή δεν θα πραγματοποιείται ανταγωνιστικά προς τη δική του, είτε ότι θα έχει «νόμιμο λόγο», υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, για να αντιταχθεί στην εισαγωγή τους, π.χ. ότι το εν λόγω προϋόν είναι ακατάλληλο, για κάποιο βάσιμο λόγο, για την αγορά του ΕΟΞ. Επομένως, το ζήτημα της διεθνούς αναλώσεως είναι απίθανο να τεθεί, εκτός αν ο δικαιούχος του σήματος εμορεύεται ήδη πανομοιότυπα (ή παρόμοια) προϋόντα εντός του ΕΟΞ: στην περίπτωση αυτή αποκτά ευαισθησία έναντι των «παράλληλων» εισαγωγών.
28 Αν γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο δικαιούχος του σήματος έχει συγκατατεθεί για την εντός του ΕΟΞ εμπορία μιας συγκεκριμένης παρτίδας προϋόντων, τεκμαίρεται ότι έχει συγκατατεθεί για την εμπορία άλλων πανομοιότυπων (ή παρόμοιων) παρτίδων, ο περιορισμός της αρχής περί αναλώσεως, τον οποίο έθεσε το Δικαστήριο, δηλαδή ότι η ανάλωση ισχύει εντός του ΕΟΞ, θα καθίστατο σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστος. Πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις θα επιβαλλόταν ουσιαστικά η εφαρμογή του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως, αφού θα έπρεπε κατ' ανάγκη να επιτρέπονται, σε περίπτωση μη υπάρξεως νόμιμου λόγου, όλες οι παράλληλες εισαγωγές στον ΕΟΞ.
29 Ο περιορισμός αυτός του αποτελέσματος της οδηγίας, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Silhouette International Schmied, θα ήταν εκ πρώτης όψεως ευκταίος και οπωσδήποτε θα γινόταν δεκτός με ενθουσιασμό από πολλούς κύκλους. Όπως όμως έκρινε το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση, κανένα από τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν ενώπιόν του δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλεται ο κανόνας περί διεθνούς αναλώσεως. Το επίδικο στην ανωτέρω υπόθεση ζήτημα ήταν αν το θέμα αυτό επαφίετο, κατά την οδηγία, στη διακριτική εξουσία των κρατών μελών. Η επιβολή του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως, την οποία προτείνει η G-B Unic, δεν συνάγεται αβίαστα από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1. Ούτε άλλωστε προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι αυτή ήταν η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη (17).
30 Φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν να αναμένεται ότι το Δικαστήριο θα αλλοιώσει την έννοια της νομολογίας του για να επιτύχει ένα ευκταίο έστω αποτέλεσμα. Αν αποδειχθεί ότι η οδηγία έχει ανεπίτρεπτα αποτελέσματα, το ενδεδειγμένο μέσο θεραπείας είναι η τροποποίηση της οδηγίας ή, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με τη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Silhouette International Schmied, η σύναψη διεθνών συμφωνιών ώστε να επεκταθεί η ανάλωση, όπως έγινε στο πλαίσιο της Συμφωνίας ΕΟΞ, στα προϋόντα που διατίθενται στο εμπόριο εντός τρίτων χωρών.
31 Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι δεν γεννάται τεκμήριο περί συγκαταθέσεως της Sebago για την εντός του ΕΟΞ εμπορία της επίμαχης παρτίδας προϋόντων από το γεγονός ότι έχει συγκατατεθεί για την εμπορία εντός του ΕΟΞ άλλων παρτίδων πανομοιότυπων ή παρόμοιων προϋόντων. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει στον δικαιούχο του σήματος, στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένα προϋόντα έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός του ΕΟΞ από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του, να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει το σήμα για να αντιταχθεί στην εισαγωγή στον ΕΟΞ άλλων πανομοιότυπων ή παρόμοιων προϋόντων που φέρουν το σήμα του.
Πρόταση
32 Συνεπώς φρονώ ότι στα προδικαστικά ερωτήματα του Cour d'appel de Bruxelles πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«1) Η εθνική νομοθεσία που προβλέπει την ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα, όταν πρόκειται για προϋόντα που έχουν διατεθεί στο εμπόριο εκτός του ΕΟΞ υπό το σήμα αυτό από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του, αντιβαίνει προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, όπως έχει τροποποιηθεί με τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο, της 2ας Μαου 1992.
2) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει στον δικαιούχο του σήματος, στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένα προϋόντα έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός του ΕΟΞ από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του, να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει το σήμα για να αντιταχθεί στην εισαγωγή στον ΕΟΞ άλλων πανομοιότυπων ή παρόμοιων προϋόντων που φέρουν το σήμα του.»
(1) - Συλλογή 1998, σ. I-4799.
(2) - Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
(3) - Η αρχή περί αναλώσεως μπορεί να μην εφαρμόζεται, αν συντρέχουν «νομιμοι λόγοι», υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2.
(4) - Prιs. Com. Bxl, 16 Απριλίου 1997, μη δημοσιευθείσα σε νομικό περιοδικό, στην υπόθεση GTR Group/GB Unic & Eximin Europe· και Prιs. Com. Bxl, 8 Σεπτεμβρίου 1997, μη δημοσιευθείσα σε νομικό περιοδικό, στην υπόθεση Texeuropean κατά Parimpex Belgium.
(5) - ΕΕ 1994, L 1, σ. 3.
(6) - Για το Λιχτενστάιν την 1η Μαου 1995.
(7) - Σελίδα 483. Επιπλέον, ένα πρωτόκολλο της Συμφωνίας, το Πρωτόκολλο 28 σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία, περιέχει ένα άρθρο, το άρθρο 2, που επιγράφεται: «Ανάλωση των δικαιωμάτων» και του οποίου η παράγραφος 1 προβλέπει τα εξής: «Στην έκταση κατά την οποία η ανάλωση αποτελεί αντικείμενο κοινοτικών μέτρων ή νομολογίας, τα συμβαλλόμενα μέρη μεριμνούν ώστε η εν λόγω ανάλωση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας να διέπεται από την κοινοτική νομοθεσία. Με την επιφύλαξη των μελλοντικών εξελίξεων στη νομολογία, η παρούσα διάταξη ερμηνεύεται σύμφωνα με το πνεύμα των σχετικών αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων οι οποίες έχουν εκδοθεί προ της υπογραφής της Συμφωνίας.»
(8) - Βλ. υποσημείωση 1.
(9) - Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να έχει τεθεί στην υπόθεση C-352/95, Phytheron International, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997 (Συλλογή 1997, σ. I-1729), αν τα πραγματικά περιστατικά είχαν εκτεθεί διαφορετικά με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (βλ. τα σημεία 11 και 12 των προτάσεών μου στην εν λογω υπόθεση).
(10) - Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας, που παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 13.
(11) - Βλ. π.χ. σκέψη 8 της αποφάσεως της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74, Winthorp (Συλλογή τόμος 1974, σ. 479).
(12) - Συλλογή 1997, σ. I-6013.
(13) - Σκέψη 37 της αποφάσεως.
(14) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1999 (Συλλογή 1999, σ. I-905).
(15) - Σκέψη 57 της αποφάσεως.
(16) - Μολονότι στην προκειμένη υπόθεση δεν είναι σαφές αν υπήρξε καν συγκατάθεση για την εμπορία εκτός του ΕΟΞ: βλ. ανωτέρω το σημείο 9.
(17) - Βλ. σκέψεις 18 και 19 της αποφάσεως και σημεία 31 και 32 των προτάσεών μου στην εν λόγω υπόθεση.
Full & Egal Universal Law Academy