Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Οι παρούσες αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών (C-174/98 P) και από τον G. van der Wal (C-189/98 P), στρέφονται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, της 19ης Μαρτίου 1998, Gerard van der Wal κατά Επιτροπής (1) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή του G. van der Wal, η οποία είχε ως αίτημα την ακύρωση της από 29 Μαρτίου 1996 αποφάσεως της Επιτροπής (στο εξής: επίδικη απόφαση), με την οποία δεν είχε επιτραπεί στον προσφεύγοντα η πρόσβαση στα έγγραφα που απέστειλε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού σε εθνικά δικαστήρια, στο πλαίσιο της ανακοινώσεως 93/C 39/05 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (2).
II - Noμικό πλαίσιο
2 Στην Τελική Πράξη της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992, τα κράτη μέλη προσέθεσαν μία δήλωση (αριθ. 17) σχετικά με το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφόρηση (3). αΥστερα από τη δήλωση αυτή η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση 93/C 156/05, την οποία απηύθυνε, στις 5 Μαου 1993, στο Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα των κοινοτικών οργάνων (4). Στις 2 Ιουνίου 1993 εξέδωσε την ανακοίνωση 93/C 166/04 σχετικά με τη διαφάνεια στην Κοινότητα (5).
3 Στο πλαίσιο των προκαταρκτικών αυτών σταδίων για την εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας, η Επιτροπή και το Συμβούλιο ενέκριναν στις 6 Δεκεμβρίου 1993 ένα κώδικα συμπεριφοράς σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου και της Επιτροπής (στο εξής: κώδικας συμπεριφοράς) (6), με σκοπό τον καθορισμό των αρχών που διέπουν την πρόσβαση στα έγγραφα που κατέχουν.
4 Για την υλοποίηση της δεσμεύσεως αυτής η Επιτροπή εξέδωσε, στις 8 Φεβρουαρίου 1994, βάσει του άρθρου 162 (κατέστη άρθρο 218) της Συνθήκης ΕΚ, την απόφαση 94/90/ΕΚΑΞ, ΕΚ, Ευρατόμ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (στο εξής: απόφαση 94/90) (7). Με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής θεσπίστηκε επισήμως ο κώδικας συμπεριφοράς, του οποίου το κείμενο είναι συνημμένο στην απόφαση.
5 Ο κώδικας συμπεριφοράς, όπως θεσπίστηκε από την Επιτροπή, περιλαμβάνει την ακόλουθη γενική αρχή:
«Το κοινό θα έχει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής και του Συμβουλίου.»
6 Ο κώδικας συμπεριφοράς απαριθμεί ως ακολούθως τις περιστάσεις που μπορεί να επικαλεστεί ένα κοινοτικό όργανο για να δικαιολογήσει την απόρριψη αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα:
«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η κοινολόγηση είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος:
- της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις, νομισματική σταθερότητα, δικαστικές διαδικασίες, επιθεωρήσεις και έρευνες),
- της προστασίας του προσώπου και της ιδιωτικής ζωής,
- της προστασίας του απορρήτου στον εμπορικό και βιομηχανικό τομέα,
- της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας,
- της προστασίας της εχεμύθειας που ζητά το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο παρέσχε την πληροφορία ή που απαιτείται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους το οποίο παρέσχε την πληροφορία.
Τα θεσμικά όργανα μπορούν επίσης να αρνηθούν την πρόσβαση για να εξασφαλίσουν προστασία του συμφέροντος του θεσμικού οργάνου σε συνάρτηση με το απόρρητο των διαβουλεύσεών του.»
7 Εξάλλου, η Επιτροπή εξέδωσε την ανακοίνωση 94/C 67/03 για τη βελτίωση της πρόσβασης στα έγγραφα (8), η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι:
«(...) Η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο εάν κρίνει ότι η γνωστοποίησή του μπορεί να αποβεί επιζήμια για δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα και για την καλή λειτουργία του οργάνου (...). Κάθε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο εξετάζεται χωριστά και δεν μπορούν να ισχύσουν αυτόματα οι εξαιρέσεις (...)».
8 Tο 1993, η Επιτροπή εξέδωσε την ανακοίνωση 93/C 39/05 (9) σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης EOK. Στην ανακοίνωση αυτή μεταξύ άλλων αναφέρονται, αφενός, το αντικείμενο των πληροφοριών που μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα και, αφετέρου, τα όρια της δεσμευτικότητας των συναφών απαντήσεων της Επιτροπής (10).
III - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
9 Το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Στην ΞΞΙV η Έκθεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού (1994), αναφέρεται ότι εθνικά δικαστήρια υπέβαλαν στην Επιτροπή ορισμένες ερωτήσεις, κατ' εφαρμογή της διαδικασίας που περιγράφεται στην ανακοίνωση 93/C 39/05 (11).
10 Με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1996 ο G. van der Wal, με την ιδιότητα του δικηγόρου και μέλους εταιρίας, που χειρίζεται υποθέσεις οι οποίες άπτονται ζητημάτων ανταγωνισμού σε κοινοτικό επίπεδο, ζήτησε αντίγραφα ορισμένων εγγράφων, με τα οποία η Επιτροπή έδωσε απαντήσεις στα ζητήματα αυτά, ήτοι:
1) του εγγράφου του γενικού διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού (ΓΔ IV) της 2ας Αυγούστου 1993, που απευθυνόταν στο Oberlandesgericht του Dόsseldorf σχετικά με το αν συμβιβάζεται συμφωνία διανομής προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1983/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής διανομής (12)·
2) του εγγράφου του επιτρόπου Van Miert της 13ης Σεπτεμβρίου 1994, που απευθυνόταν στο Tribunal d'instance de St. Brieuc, σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϋόντων (13)·
3) του εγγράφου το οποίο η Επιτροπή απέστειλε, το πρώτο τρίμηνο του 1995, στο Cour d'appel de Paris, το οποίο είχε ζητήσει από την Επιτροπή να εκφράσει τη γνώμη της επί των συμβατικών όρων που αφορούν στόχους πωλήσεως δεσμεύοντες τους εμπορικούς αντιπροσώπους εταιριών κατασκευής αυτοκινήτων οχημάτων έναντι του άρθρου 85, παράγραφος 1 (κατέστη άρθρο 81, παράγραφος 1), της Συνθήκης και του κανονισμού (ΕΟΚ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (14).
11 Με έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1996, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ IV απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος, με την αιτιολογία ότι η επίδειξη σε τρίτους των ζητούμενων εγγράφων θα απέβαινε σε βάρος «της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)», παραθέτοντας τις ακόλουθες εξηγήσεις:
«(...) ςΟταν η Επιτροπή απαντά σε ερωτήσεις που της υποβάλλουν εθνικά δικαστήρια τα οποία έχουν επιληφθεί κάποιας υποθέσεως, με σκοπό την επίλυση μιας διαφοράς, η Επιτροπή παρεμβαίνει ως amicus cuiriae. Η Επιτροπή οφείλει να ενεργεί με κάποια επιφύλαξη, τούτο δε όχι μόνον όσον αφορά την αποδοχή του τρόπου με τον οποίο της υποβάλλονται σχετικές ερωτήσεις αλλά επίσης όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής χρησιμοποίηση των απαντήσεων στις ερωτήσεις αυτές. ςΟταν οι απαντήσεις αποσταλούν στους ενδιαφερομένους, θεωρώ ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας διαδικασίας και ότι βρίσκονται στη διάθεση του δικαστηρίου που υπέβαλε την ερώτηση. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις απαντήσεις, τόσο νομικά όσο και πραγματικά, πρέπει (...) να εκτιμώνται στο πλαίσιο της εκκρεμούσας διαδικασίας ως αποτελούντα μέρος του φακέλου με τον οποίο ασχολείται το εθνικό δικαστήριο. Η Επιτροπή διαβίβασε στο εθνικό δικαστήριο τις σχετικές απαντήσεις, το δε ζήτημα της δημοσιεύσεως ή/και της κοινολογήσεως των πληροφοριών αυτών εμπίπτει πρωταρχικά στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η απόφαση αυτή (...)».
Ο γενικός διευθυντής επικαλέσθηκε επίσης την ανάγκη διατηρήσεως σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ, αφενός, της εκτελεστικής εξουσίας της Κοινότητας και, αφετέρου, των εθνικών δικαστικών αρχών των κρατών μελών. Ανέφερε μάλιστα ότι, τέτοιες σκέψεις, που ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη πολύ περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία οι υποθέσεις σχετικά με τις οποίες υποβλήθηκαν ερωτήσεις στην Επιτροπή δεν έχουν ακόμα καταλήξει σε έκδοση οριστικής δικαστικής αποφάσεως.
12 Με έγγραφο της 29ης Φεβρουαρίου 1996 ο προσφεύγων υπέβαλε εκ νέου αίτηση στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, διατεινόμενος, μεταξύ άλλων, ότι δεν αντιλαμβανόταν πώς η εξέλιξη των εθνικών διαδικασιών θα μπορούσε να διακυβευθεί αν τρίτοι ελάμβαναν γνώση μη εμπιστευτικών πληροφοριών τις οποίες η Επιτροπή παρέσχε στο εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού.
13 Με την επίδικη απόφαση της 29ης Μαρτίου 1996 ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής επιβεβαίωσε την απόφαση της ΓΔ IV «με την αιτιολογία ότι η κοινολόγηση των απαντήσεων θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και, ειδικότερα, της ορθής απονομής της δικαιοσύνης». Συνεχίζοντας ανέφερε τα ακόλουθα:
«(...) η κοινολόγηση των ζητούμενων απαντήσεων, που συνίστανται σε νομικές εκτιμήσεις, υπάρχει κίνδυνος να παρεμποδίσει τις σχέσεις και την αναγκαία συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων. Είναι προφανές ότι ένα δικαστήριο που υπέβαλε ερώτηση στην Επιτροπή, που σχετίζεται μάλιστα με εκκρεμούσα υπόθεση, δεν θα εκτιμούσε το γεγονός της κοινολογήσεως της απαντήσεως που του δόθηκε (...)».
Ο Γενικός Γραμματέας προσέθεσε ότι η υπό κρίση διαδικασία διαφέρει κατά πολύ από τη διαδικασία του άρθρου 177 (κατέστη άρθρο 234) της Συνθήκης, την οποία μνημονεύει ο προσφεύγων στο πλαίσιο της νεώτερης αιτήσεώς του.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές ο G. van der Wal άσκησε κατά της επίδικης απόφασης προσφυγή, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Μαου 1996. O προσφεύγων προέβαλε ως λόγους ακυρώσεως παράβαση της αποφάσεως 94/90 και παράβαση του άρθρου 190 (κατέστη άρθρο 253) της Συνθήκης.
15 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή του G. van der Wal, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται μεταξύ άλλων:
«41 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι η απόφαση 94/90 αποτελεί πράξη απονέμουσα στους πολίτες δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που κατέχει η Επιτροπή (προαναφερθείσα απόφαση WWF UK κατά Επιτροπής, σκέψη 55) (15). Από την οικονομία της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται γενικά στις αιτήσεις προσβάσεως σε έγγραφα και ότι κάθε άτομο μπορεί να ζητήσει να λάβει γνώση οποιουδήποτε εγγράφου της Επιτροπής χωρίς να απαιτείται να αιτιολογεί το αίτημά του (βλ. σχετικά την ανακοίνωση 93/C 156/05, προαναφερθείσα στη σκέψη 2) (16). Οι εξαιρέσεις από το ως άνω δικαίωμα προσβάσεως πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενά, ώστε να μη διακυβεύεται η εφαρμογή της γενικής αρχής που τίθεται με την απόφαση αυτή (προαναφερθείσα απόφαση WWF UK κατά Επιτροπής, σκέψη 56).
42 Η απόφαση 94/90 προβλέπει δύο κατηγορίες εξαιρέσεων. Το κείμενο της πρώτης κατηγορίας, το οποίο είναι επιτακτικού χαρακτήρα, προβλέπει ότι "τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η [επίδειξη] είναι δυνατό να αποβεί εις βάρος (μεταξύ άλλων) της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (...) (δικαστικές διαδικασίες)" (βλ. ανωτέρω σκέψη 8). Επομένως, η Επιτροπή υποχρεούται να αρνείται την πρόσβαση στα έγγραφα που εμπίπτουν σε μια από τις εξαιρέσεις αυτής της πρώτης κατηγορίας όταν αποδεικνύεται ότι συντρέχει η τελευταία αυτή περίσταση (προαναφερθείσα απόφαση WWF UK κατά Επιτροπής, σκέψη 58).
43 Από τη χρησιμοποίηση της εκφράσεως "είναι δυνατό" προκύπτει ότι, για να αποδείξει ότι η επίδειξη εγγράφων που συνδέονται με δικαστική διαδικασία είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, όπως επιτάσσει η νομολογία (βλ. ανωτέρω την προηγούμενη σκέψη), η Επιτροπή, πριν αποφανθεί επί αιτήσεως προσβάσεως σε τέτοια έγγραφα, υποχρεούται να εξετάζει για κάθε ζητούμενο έγγραφο, ενόψει των πληροφοριών που διαθέτει, αν η επίδειξή του σε τρίτους μπορεί πράγματι να θίξει κάποιο από τα δημόσια συμφέροντα τα οποία προστατεύει η πρώτη κατηγορία εξαιρέσεων. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να αρνηθεί την πρόσβαση στα οικεία έγγραφα (βλ. ανωτέρω, σκέψη 42).
44 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί την εξαίρεση που στηρίζεται στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και, ανάλογα με την περίπτωση, σε ποιο βαθμό, για να αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία αυτή απέστειλε σε εθνικό δικαστήριο απαντώντας σε αίτημα που του υπέβαλε το δικαστήριο αυτό στο πλαίσιο της βασιζόμενης στην ανακοίνωση συνεργασίας, ενώ η Επιτροπή δεν είναι διάδικος στην εκκρεμή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δικαστική διαδικασία που έδωσε την αφορμή για την υποβολή του αιτήματός του.
45 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: ΕΣΑΔ) προβλέπει το δικαίωμα κάθε ατόμου να "δικασθεί δικαίως". Προς εξασφάλιση του δικαιώματος αυτού η υπόθεσή του πρέπει να εκδικάζεται "(...) υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου (...)" (άρθρο 6 της ΕΣΑΔ).
46 Κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει ο κοινοτικός δικαστής (βλ., μεταξύ άλλων, γνωμοδότηση του Δικαστηρίου 2/94, της 28ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. Ι-1759, σκέψη 33) και απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1997, Τ-213/95 και Τ-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή (σκέψη 53). Προς τούτο, το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο εμπνέονται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών καθώς και από τα στοιχεία που παρέχουν τα διεθνή νομοθετικά κείμενα, που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στα οποία έχουν συνεργασθεί και προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Συναφώς, η ΕΣΑΔ έχει ιδιαίτερη σημασία [απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18)]. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, "η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την [ΕΣΑΔ] και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου".
47 Το δικαίωμα κάθε ατόμου να τυγχάνει ευθυδικίας από ανεξάρτητο δικαστήριο σημαίνει, ιδίως, ότι τα δικαστήρια, τόσο τα εθνικά όσο και τα κοινοτικά, πρέπει να είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες διαδικασίας όσον αφορά τις εξουσίες του δικαστή, την εξέλιξη της διαδικασίας εν γένει και το απόρρητο των διαδικαστικών εγγράφων, ειδικότερα.
48 Η εξαίρεση από τη γενική αρχή της ελεύθερης προσβάσεως στα έγγραφα της Επιτροπής, που στηρίζεται στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, όταν τα έγγραφα αυτά συνδέονται με δικαστική διαδικασία, την οποία προβλέπει η απόφαση 94/90, αποσκοπεί στην εξασφάλιση του σεβασμού γενικά αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος. Επομένως, το περιεχόμενο της εξαιρέσεως αυτής δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην προστασία των συμφερόντων των διαδίκων στο πλαίσιο συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας, αλλά καλύπτει επίσης την προαναφερθείσα διαδικαστική αυτονομία των εθνικών και των κοινοτικών δικαστηρίων (βλ. ανωτέρω την προηγούμενη σκέψη).
49 Συνεπώς, η εξαίρεση αυτή πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να την επικαλείται ακόμα και όταν δεν είναι η ίδια διάδικος σε δικαστική διαδικασία η οποία δικαιολογεί εν προκειμένω την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
50 Συναφώς, πρέπει να γίνει διάκριση των εγγράφων τα οποία καταρτίζει η Επιτροπή αποκλειστικά για μια συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, όπως στις περιπτώσεις των υπό κρίση εγγράφων, και άλλων εγγράφων, τα οποία υφίστανται ανεξαρτήτως μιας τέτοιας διαδικασίας. Η εφαρμογή της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να δικαιολογείται παρά μόνο όσον αφορά την πρώτη κατηγορία εγγράφων, καθόσον η απόφαση περί επιδείξεως ή όχι τέτοιων εγγράφων εναπόκειται μόνο στο οικείο εθνικό δικαστήριο, σύμφωνα με την εγγενή δικαιολογία της υπάρξεως της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας (βλ. ανωτέρω, σκέψη 48).
51 Όμως, όταν εθνικό δικαστήριο ζητεί ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία από την Επιτροπή βάσει της προβλεπόμενης από την ανακοίνωση συνεργασίας, στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιόν του δικαστικής διαδικασίας, η απάντηση της Επιτροπής δίδεται ρητά για τη διευκόλυνση της οικείας δικαστικής διαδικασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προστασία του δημοσίου συμφέροντος επιτάσσει να αρνείται η Επιτροπή την κοινολόγηση των στοιχείων αυτών και, επομένως, την επίδειξη των εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται τα στοιχεία αυτά, δεδομένου ότι εναπόκειται αποκλειστικά στο οικείο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με την πρόσβαση σε τέτοια στοιχεία, βάσει του εθνικού δικονομικού του δικαίου, εφόσον εκκρεμεί ακόμη η δικαστική διαδικασία που έδωσε την αφορμή για να περιληφθούν τα στοιχεία αυτά σε έγγραφο της Επιτροπής.
52 Στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων ζήτησε την προσκόμιση τριών εγγράφων, που αφορούν εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες, για τα οποία ο προσφεύγων δεν ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενό τους περιοριζόταν σε επανάληψη πληροφοριακών στοιχείων στα οποία οι ενδιαφερόμενοι έχουν πρόσβαση από άλλες πηγές βάσει των διατάξεων της αποφάσεως 94/90. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι το πρώτο έγγραφο αφορούσε το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς τον κανονισμό 1983/83 μια συμφωνία διανομής, το δεύτερο την εφαρμογή του κανονισμού 26 και το τρίτο την ερμηνεία του κανονισμού 123/85 (βλ. ανωτέρω, σκέψη 11). Συνεπώς, τα έγγραφα αυτά αφορούσαν νομικά ζητήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο συγκεκριμένων εκκρεμών διαδικασιών.
53 Επ' αυτού, όπως ήδη υπογράμμισε η Επιτροπή, δεν έχει σημασία αν τα τρία ως άνω έγγραφα περιείχαν επαγγελματικά απόρρητα, δεδομένου ότι η άρνηση της Επιτροπής να κοινολογήσει τις απαντήσεις αυτές δικαιολογείται από τους προαναφερθέντες λόγους (βλ. ανωτέρω, σκέψεις 45 έως 52).
(...)»
IV - Αιτήματα των διαδίκων 16 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο μεν Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στις 24 Μαρτίου 1998, στον δε G. van der Wal στις 19 Μαρτίου 1998. Οι αναιρεσείοντες, αφενός το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών και αφετέρου o G. van der Wal, κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου δύο αιτήσεις αναιρέσεως, στις 11 Μαου 1998 (C-174/98 P) και στις 19 Μαου 1998 (C-189/98 P) αντιστοίχως.
17 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της Επιτροπής (και, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου να κριθεί σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου) και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
18 Ο G. van der Wal ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ως βάσιμη την αίτησή του, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, κρίνοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της Επιτροπής. Επικουρικώς, ζητεί να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου να κριθεί σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Τέλος, ζητεί να καταδικασθεί η Επιτροπή στα
δικαστικά έξοδα.
19 Η Επιτροπή (C-174/98 P και C-189/98 P) ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει τις ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. V - Οι λόγοι αναιρέσεως
20 To Bασίλειο των Κάτω Ξωρών προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου: αφενός, την παράβαση της αποφάσεως 94/90 και, αφετέρου, την παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 33 και 46 του Οργανισμού EK του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την νομιμότητα και την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. O G. van der Wal, εκτός από τους λόγους αναιρέσεως που επικαλείται και το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στη δική του αίτηση, προβάλλει επίσης την παράβαση της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: Σύμβαση), και την παραβίαση της αρχής της αυτονομίας των διαδίκων και των δικαιωμάτων αμύνης τους.
21 Όλοι οι ανωτέρω λόγοι αφορούν κατ' ουσία στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Πρωτοδικείου και, κυρίως, στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που διέπουν την παρούσα διαφορά. Στο επίκεντρο των προβαλλόμενων λόγων ακυρώσεως βρίσκεται η ερμηνεία την οποία δίδει το Πρωτοδικείο στην απόφαση 94/90 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής και, ειδικότερα, η ερμηνεία που δίδει στην επίμαχη εξαίρεση από τη γενική αρχή της ελεύθερης προσβάσεως στα έγγραφα της Επιτροπής, εξαίρεση που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)». Περί την ερμηνεία αυτή στρέφεται τόσο ο λόγος που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως όσο και εκείνος που συνδέεται με την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο μέτρο που η ερμηνεία της επίμαχης εξαιρέσεως προσδιορίζει τα όρια ελέγχου της επάρκειας, του ορισμένου χαρακτήρα και του ειρμού αυτής της αιτιολογίας. Εξάλλου, στην ερμηνεία της επίμαχης εξαιρέσεως ερείδεται και ο λόγος αναιρέσεως που αφορά στην παράβαση των αρχών της αυτονομίας των διαδίκων και της προστασίας των δικαιωμάτων αμύνης τους. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του λόγου αυτού, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Πρωτοδικείο, αναφερόμενο στο άρθρο 6 της Συμβάσεως προκειμένου να ερμηνεύσει το περιεχόμενο της επίμαχης εξαιρέσεως, υπερέβη τα όρια της εισαχθείσας ενώπιόν του διαφοράς και προέβη ουσιαστικά σε υποκατάσταση της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής.
22 Για λόγους συστηματικούς οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως θα εξετασθούν με την ακόλουθη σειρά: κατά πρώτον, ο λόγος που αφορά στην παράβαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως (Α)· στη συνέχεια, εκείνος που συνδέεται με την παράβαση της αποφάσεως 94/90 (Β)· ακολούθως, εκείνος που αναφέρεται στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (Γ) και, τέλος, ο λόγος που σχετίζεται με την αυτονομία των διαδίκων και τα δικαιώματα αμύνης τους (Δ). Προκειμένου μάλιστα να μειωθεί ο κίνδυνος συχνών επαναλήψεων, κίνδυνος που οφείλεται στο γεγονός ότι στις δύο συνεκδικασθείσες αιτήσεις αναιρέσεως υπάρχουν κοινοί λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι αρθρώνονται σε πολλαπλά σκέλη και ερείδονται σε διαπλεκόμενους και συχνά επαναλαμβανόμενους ισχυρισμούς και επιχειρήματα, είναι επίσης σκόπιμο να ομαδοποιηθούν αυτοί οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα, ώστε να δοθεί η εικόνα ενιαίας αντιμετωπίσεως, με επισήμανση των αποκλίσεων που υπάρχουν μεταξύ των δύο αιτήσεων. Α - Eπί της παραβάσεως της Συμβάσεως α) Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Κατά τον G. van der Wal, το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ακολουθεί μία εσφαλμένη και δυσχερώς κατανοητή ερμηνεία των αρχών που προκύπτουν από το άρθρο 6 της Συμβάσεως με συνέπεια την παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
24 Κατά τον αναιρεσείοντα, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που ορθώς προσδιορίζεται στην σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεσμεύεται από την ερμηνεία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο των προστατευόμενων δικαιωμάτων που δίνουν η Ευρωπαϋκή Επιτροπή και το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που εδρεύουν στο Στρασβούργο. Ενόψει της δεσμεύσεως αυτής, ο G. van der Wal επισημαίνει ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως και η μνημονευθείσα νομολογία των ανωτέρω οργάνων δεν στηρίζουν τη θέση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία προκύπτει από το άρθρο αυτό μία αρχή διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών δικαστηρίων. Επιπλέον, προβάλλει ότι δεν είναι ορθό να επικαλείται κανείς το άρθρο 6 της Συμβάσεως, για να προστατεύσει τη θέση ενός εθνικού δικαστηρίου ή για να ορίσει τη θέση του σε σχέση με άλλους νομικούς θεσμούς, χωρίς η επίκληση αυτή να σχετίζεται με τα ατομικά συμφέροντα των διαδίκων. Στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υιοθετεί ένα συλλογισμό που είναι αντίθετος προς τις επιδιώξεις του άρθρου 6 της Συμβάσεως, οι οποίες συγκλίνουν στην προστασία των ατομικών συμφερόντων του πολίτη έναντι του κράτους. Το Πρωτοδικείο φαίνεται να θεωρεί ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως καθιερώνει ένα δικαίωμα υπέρ του δικαστή. Προσθέτοντας έτσι μία νέα αρχή στον κατάλογο των εγγυήσεων του άρθρου 6 της Συμβάσεως - δηλαδή την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων -, η οποία δεν θεμελιώνεται ούτε στη νομολογία του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ούτε στη θεωρία, το Πρωτοδικείο παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο.
25 Κατά τον αναιρεσείοντα, ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου στην σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως θα πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένος, ακόμη και αν σημαίνει πως το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας εντάσσεται στο περιεχόμενο του όρου «ανεξάρτητο δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Συμβάσεως (δηλαδή ότι ο δικαστής πρέπει να μπορεί να αποφασίζει διαμορφώνοντας ο ίδιος ελεύθερα την πεποίθησή του για τα πραγματικά και νομικά ζητήματα, χωρίς καμία εξάρτηση από τα διάδικα μέρη και χωρίς η κρίση του να δύναται να ελεγχθεί από άλλο μη ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο). Επιπλέον, ο αναιρεσείων τονίζει ότι το Πρωτοδικείο, αναφερόμενο στη θέση του εθνικού δικαστηρίου έναντι των κοινοτικών δικαιοδοτικών αρχών, αποβλέπει στην ανεξαρτησία του πρώτου από την Επιτροπή, η οποία όμως δεν συνιστά δικαιοδοτική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 6 της Συμβάσεως. Εν κατακλείδι, κατά τον αναιρεσείοντα, το άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν θεμελιώνει με κανένα τρόπο την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων.
26 Kατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο δεν είναι τυπικά δεσμευμένοι από τη νομολογία της Ευρωπαϋκής Επιτροπής και του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ακόμη και αν αυτή παρουσιάζει μεγάλη σημασία για την ερμηνεία της Συμβάσεως. Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο δεν εφαρμόζουν τη Σύμβαση, αλλά τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η Κοινότητα δεν είναι μέλος της Συμβάσεως· επομένως, δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις σχετικά με τους δικαιοδοτικούς θεσμούς του Στρασβούργου.
27 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο G. van der Wal προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι προώθησε πολύ μακριά την ερμηνεία που έχουν δώσει τα ανωτέρω δικαιοδοτικά όργανα στο άρθρο 6 της Συμβάσεως. Αυτή η ερμηνεία, όμως, δεν αποκλείει την καθιέρωση μεγαλύτερου βαθμού προστασίας σε άλλες εθνικές έννομες τάξεις ή στην ευρωπαϋκή έννομη τάξη.
28 Κατά την Επιτροπή η σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι πειστική σε ό,τι αφορά στην αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας. Επιπλέον, στη σκέψη αυτή, το Πρωτοδικείο επιχειρηματολογεί σε επίπεδο γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να ερμηνεύσει την απόφαση 94/90, και δεν θα ήταν δυνατό να γίνει λόγος για ασυμβατότητα με την Σύμβαση ή για εσφαλμένη ερμηνεία της τελευταίας.
29 Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου δεν είναι ασυμβίβαστος με τη θεμελιώδη επιδίωξη του άρθρου 6 της Συμβάσεως. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της ανεξαρτησίας του δικαστή και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών. Η πρώτη, που περιλαμβάνει και την διαδικαστική αυτονομία του δικαστή, αποβλέπει ακριβώς στο να εγγυηθεί τα θεμελιώδη δικαιώματα των δεύτερων. β) Η άποψή μου
30 Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι, κατά πάγια νομολογία, «(...) τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο λαμβάνει σχετικώς υπόψη του τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, καθώς και τα στοιχεία που προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη σύναψη των οποίων συνέβαλαν ή στις οποίες προσχώρησαν τα κράτη μέλη. Από την άποψη αυτή η Σύμβαση ενέχει ιδιαίτερη σημασία. αΟπως επίσης έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, δεν επιτρέπονται στον χώρο της Κοινότητας μέτρα ασυμβίβαστα με τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά αναγνωρίζονται και διασφαλίζονται με τη Σύμβαση [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, EΡT (Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 41)]» (17).
31 Όπως λοιπόν ορθώς επισημαίνεται και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (18), οι κανόνες της Συμβάσεως, όπως και οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν πηγή εμπνεύσεως για τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (19). Οι κανόνες αυτοί έχουν μάλιστα ιδιαίτερη σημασία και εντός των ορίων της ανωτέρω νομολογίας, το Δικαστήριο, αφενός, αποκτά το ρόλο του ερμηνευτή της Συμβάσεως (20) και, αφετέρου, δεν μπορεί να προβεί σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ασυμβίβαστη με τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά αναγνωρίζονται και διασφαλίζονται με τη Σύμβαση. Εντούτοις, από τη στιγμή που η Ευρωπαϋκή ήΕνωση δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση, μολονότι είναι λογικό και θεμιτό να γίνεται αναφορά κατ' αναλογία στις αποφάσεις της Ευρωπαϋκής Επιτροπής και του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (21), δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο δεσμεύονται τυπικώς από τις αποφάσεις αυτές.
32 Με βάση τα ανωτέρω, φρονώ ότι ο λόγος περί παραβάσεως του άρθρου 6 της Συμβάσεως - και επομένως του κοινοτικού δικαίου -, στο μέτρο που στηρίζεται στο επιχείρημα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαφοροποιείται από την ερμηνεία σχετικά με το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 της Συμβάσεως, που δίνουν η Ευρωπαϋκή Επιτροπή και το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που εδρεύουν στο Στρασβούργο, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
33 Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι τίποτε δεν καταδεικνύει ότι η ερμηνεία που υιοθετεί το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του είναι αντίθετη με το σεβασμό του δικαιώματος κάθε ατόμου να τυγχάνει ευθυδικίας από ανεξάρτητο δικαστήριο, όπως το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται και διασφαλίζεται με το άρθρο 6 της Συμβάσεως· συναφώς, τίποτε δεν καταδεικνύει ότι η ενλόγω ερμηνεία αντιβαίνει στην ερμηνεία που έχουν μέχρι στιγμής δώσει η Ευρωπαϋκή Επιτροπή και το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που εδρεύουν στο Στρασβούργο.
34 Αφενός, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υιοθετεί έναν συλλογισμό που καθιερώνει ένα δικαίωμα υπέρ του δικαστή το οποίο δεν σχετίζεται με τα ατομικά συμφέροντα των διαδίκων. Η προστασία των τελευταίων είναι πάντοτε στο επίκεντρο του συλλογισμού του Πρωτοδικείου στις επίμαχες σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο, επιχειρηματολογώντας πάντοτε σε επίπεδο γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, ερμηνεύει το περιεχόμενο του δικαιώματος κάθε ατόμου να τυγχάνει ευθυδικίας από ανεξάρτητο δικαστήριο και επισημαίνει ότι στο περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού εντάσσεται η διαδικαστική αυτονομία των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων. Διαπιστώνει, λοιπόν, ορθώς ότι η εξαίρεση στη γενική αρχή της ελεύθερης προσβάσεως στα έγγραφα της Επιτροπής που στηρίζεται στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, όταν τα έγγραφα αυτά συνδέονται με δικαστική διαδικασία, αποσκοπεί στην εξασφάλιση του ανωτέρου δικαιώματος. Ακολούθως, επισημαίνει ότι η επίμαχη εξαίρεση «δεν μπορεί να περιορίζεται μόνον στην προστασία των συμφερόντων των διαδίκων στο πλαίσιο συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας, αλλά καλύπτει επίσης την προαναφερθείσα διαδικαστική αυτονομία των εθνικών και των κοινοτικών δικαστηρίων» (22), η οποία προκύπτει εννοιολογικά από «το δικαίωμα κάθε ατόμου να τυγχάνει ευθυδικίας από ανεξάρτητο δικαστήριο» (23). Από τον ανωτέρω συλλογισμό γίνεται φανερό ότι το Πρωτοδικείο όχι μόνο δεν αγνοεί το γεγονός ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως προσβλέπει στη διασφάλιση ενός ατομικού δικαιώματος, αλλά ρητώς εκλαμβάνει την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων ως θεσμική εγγύηση της προστασίας των συμφερόντων των διαδίκων.
35 Αφετέρου, πρέπει να τονισθεί ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αυτή η θεσμική εγγύηση ορθώς συνδυάζεται με την απαίτηση υπάρξεως «ανεξάρτητου δικαστηρίου». Ομολογουμένως, με πολύ μεγάλη δυσκολία θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί ένα δικαστήριο, καθόλα «ανεξάρτητο», το οποίο όμως δεν θα ήταν αρμόδιο να εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες διαδικασίας (τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες στην περίπτωση των εθνικών δικαστηρίων) και να αποφασίζει πράγματι το ίδιο ελεύθερα για ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με τη διαδικασία εν γένει και το απόρρητο των διαδικαστικών εγγράφων ειδικότερα.
36 Εξάλλου, αυτή η διασύνδεση μεταξύ διαδικαστικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας του δικαστή δεν φαίνεται να αντιβαίνει ούτε στο πνεύμα της Συμβάσεως ούτε στη μέχρι στιγμής αντίληψη που υπάρχει στη θεωρία και στη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του Στρασβούργου σχετικά με το περιεχόμενο του όρου «ανεξάρτητο δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Συμβάσεως. Σύμφωνα με το πνεύμα της Συμβάσεως, η ανεξαρτησία του δικαστηρίου σημαίνει κυρίως ότι, μέσω οργανικών, λειτουργικών και προσωπικών εγγυήσεων, πρέπει να αποκλείεται κάθε παρέμβαση στην άσκηση των καθηκόντων του δικαστή, είτε αυτή η παρέμβαση προέρχεται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, της νομοθετικής εξουσίας ή άλλων μορφών εξουσιών (ομάδες πιέσεως πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού, πολιτιστικού ή άλλου χαρακτήρα), είτε προέρχεται από τους ίδιους τους διαδίκους (24). Συναφώς, στο μέτρο που το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κάνει δεκτό πως σε ό,τι αφορά στην ανεξαρτησία του δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 6 της Συμβάσεως, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η τήρηση των προσχημάτων (25), πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαγόρευση παρεμβάσεως στο έργο του δικαστή περιλαμβάνει ακόμη και τον κίνδυνο παρεμβάσεως ή την φαινομενική ανάμειξη στο έργο αυτό. Με βάση τα ανωτέρω, είναι προφανές ότι, στην περίπτωση που πρέπει να ληφθεί απόφαση για ένα ζήτημα που αφορά ή συνδέεται με την εξέλιξη της διαδικασίας μίας δίκης, όπως αυτό της κρίσης περί του απορρήτου των διαδικαστικών εγγράφων και της κοινολογήσεως στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως, η υποκατάσταση στην πράξη ενός άλλου οργάνου στη θέση του αρμόδιου δικαστή για τη λήψη της ενλόγω αποφάσεως αποτελεί παρέμβαση και, σε κάθε περίπτωση, ενέχει τον κίνδυνο ή την υπόνοια επηρεασμού του δικαστή κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Στο σημείο αυτό, αξίζει να επισημανθεί ότι τα καθήκοντα αυτά δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στην κρίση περί των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που αφορούν στην ουσία της υποθέσεως, αλλά περιλαμβάνουν και την επίλυση κάθε ζητήματος που αφορά στην εξέλιξη της διαδικασίας. Ωστόσο, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στο περιεχόμενο του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με τη δικονομική διαδικασία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι παρεμβάσεις κατά τη λήψη των ενλόγω αποφάσεων ενέχουν τον κίνδυνο και δημιουργούν την υπόνοια ανάμειξης και κατά την άσκηση των καθηκόντων που αφορούν στην επίλυση των ουσιαστικών ζητημάτων της επίδικης διαφοράς. Με άλλα λόγια, η διασφάλιση της διαδικαστικής αυτονομίας κάθε δικαστή, δηλαδή η δυνατότητά του, εφαρμόζοντας ελεύθερα τους κανόνες που διέπουν την ενώπιόν του διαδικασία, να αποφασίζει ο ίδιος για τα ζητήματα που αφορούν στην εξέλιξη της διαδικασίας αυτής, αποτελεί ουσιώδη εγγύηση και, σε κάθε περίπτωση, κρίσιμη ένδειξη της ανεξαρτησίας του, όπως αυτή διασφαλίζεται από το άρθρο 6 της Συμβάσεως και ερμηνεύεται από το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο που εδρεύει στο Στρασβούργο (26). Συναφώς, προς επίρρωση του επιχειρήματος ότι αρκεί η ένδειξη-πιθανολόγηση προσβολής της ανεξαρτησίας του δικαστή, πρέπει να τονισθεί ότι, όπως αναφέρθηκε και στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η επίμαχη εξαίρεση, που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)», επιβάλλει την άρνηση της προσβάσεως σε έγγραφα της Επιτροπής, ακόμη και όταν η κοινολόγηση απλά «δύναται» να αποβεί σε βάρος του ανωτέρω δημοσίου συμφέροντος.
37 Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι η μέχρι στιγμής θεωρία και νομολογία σχετικά με το άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν περιλαμβάνει σαφώς την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των δικαστηρίων, τούτο δεν θα συνιστούσε, κατά τη γνώμη μου, παράβαση της ενλόγω Συμβάσεως. Αποτελεί ερμηνευτικό εμπλουτισμό του περιεχομένου της, στον οποίο δύναται να προβεί το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο, τα οποία δεν εμπνέονται μόνο από τη Σύμβαση προκειμένου να αναπτύξουν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
38 Mε βάση τις ανωτέρω σκέψεις, φρονώ ότι ο λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, μέσω της παραβάσεως του άρθρου 6 της Συμβάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Β - Eπί της παραβάσεως της αποφάσεως 94/90
39 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών θεωρεί ότι είναι καταρχήν ορθή η ερμηνεία που έδωσε το Πρωτοδικείο γενικά στο σύστημα που θεσπίζει η απόφαση 94/90 (27). Εντούτοις, θεωρεί ότι οι διατάξεις της απόφασης αυτής παραβιάσθηκαν κατά την εφαρμογή της ανωτέρω ορθής ερμηνείας στο πλαίσιο της εξαιρέσεως που αφορά στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)». Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως αρθρώνεται σε πέντε επί μέρους σκέλη (28): το πρώτο σκέλος αφορά στη θεωρητική θεμελίωση της επίμαχης εξαιρέσεως και, ειδικότερα, στην αρχή της «διαδικαστικής αυτονομίας» των εθνικών δικαστηρίων (α)· το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος αναφέρονται στο κριτήριο εφαρμογής και στο εύρος της ερμηνείας της ανωτέρω εξαιρέσεως (β)· το πέμπτο σκέλος αφορά στις επιπτώσεις της ενλόγω ερμηνείας στην ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (γ). α) Επί του πρώτου σκέλους αα) Επιχειρήματα των διαδίκων
40 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα συνήγαγε από την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας ότι ο συντάκτης ενός εγγράφου που καταρτίσθηκε για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία δεν είναι ελεύθερος να επιτρέψει την πρόσβαση στο έγγραφο αυτό για το λόγο ότι η πρόσβαση αυτή, όσο τουλάχιστον διαρκεί η ενλόγω διαδικασία, είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον. Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας, όπως αυτή προσδιορίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην οποία προφανώς βασίσθηκε το Πρωτοδικείο, αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι διατάξεις άμεσης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου εφαρμόζονται από το εθνικό δικαιο στην εθνική έννομη τάξη του και έχει την έννοια ότι η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστή καθορίζεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο εφόσον τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (29). Ωστόσο, κατά το αναιρεσείον Βασίλειο, στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται παρά μόνο το ζήτημα αν η Επιτροπή υποχρεούται να επιτρέψει την πρόσβαση σε δικά της έγγραφα, ζήτημα που δεν σχετίζεται με τις υποχρεώσεις του εθνικού δικαστή, ούτε παραβιάζει την αυτονομία του τελευταίου. Επομένως, κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι μπορεί να γίνει επίκληση της εξαιρέσεως της απόφασης 94/90 σχετικά με το δημόσιο συμφέρον προκειμένου να προστατευθεί η διαδικαστική αυτονομία των εθνικών δικαστηρίων (30).
41 Παράλληλα, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επισημαίνει ότι το Πρωτοδικείο δεν αντλεί όλες τις συνέπειες αυτής της εσφαλμένης επικλήσεως. Κατά το αναιρεσείον Βασίλειο, εφόσον γίνεται δεκτό ότι η πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου μιας συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας είναι ζήτημα που διέπεται από το εθνικό δίκαιο, δεν υπάρχει κανένας λόγος ώστε η επίκληση της διαδικαστικής αυτονομίας να περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που καταρτίζονται ενόψει της διαδικασίας αυτής (31) και μόνον ενόσω η ενλόγω διαδικασία είναι εκκρεμούσα (32).
42 Εξάλλου, κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, το Πρωτοδικείο δεν προέβη στις αναγκαίες εξακριβώσεις προκειμένου να εκτιμήσει αν η άδεια προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά τη διαδικαστική αυτονομία του εθνικού δικαστή. Συγκεκριμένα, δεν προέβη στις απαραίτητες εξακριβώσεις προκειμένου να εκτιμήσει αν ο εθνικός δικαστής επιτρέπει την πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου της εθνικής διαδικασίας και αν η Επιτροπή, ενόψει του κρίσιμου εθνικού δικαίου, είχε τη δυνατότητα να επιτρέψει αυτήν την πρόσβαση.
43 Κατά τον G. van der Wal, δεν υπάρχει κανένας λόγος ώστε να γίνει δεκτό ότι με τις εξαιρέσεις που περιλαμβάνονται στον κώδικα συμπεριφοράς και στην απόφαση 94/90, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θέλησαν να εξασφαλίσουν τη διαδικαστική αυτονομία των εθνικών δικαστηρίων. Κατά τον G. van der Wal, η εξαίρεση υπό τον τίτλο «δικαστικές διαδικασίες» στοχεύει μόνον στην προστασία των συμφερόντων των διαδίκων στη συγκεκριμένη εκκρεμή διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
44 Τέλος, ο G. van der Wal ισχυρίζεται ότι η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του ανεξάρτητου δικαστή κατά το άρθρο 6 της Συμβάσεως.
45 Kατά την Επιτροπή, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως βασίζεται σε μία εσφαλμένη ερμηνεία αυτού που το Πρωτοδικείο εννοεί χρησιμοποιώντας τον όρο «αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας».
46 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι, όταν το Πρωτοδικείο αναφέρεται στην ανωτέρω αρχή, παραπέμπει στην νομολογία της υποθέσεως «Rewe» του Δικαστηρίου (33). Αυτή η νομολογία δεν μνημονεύεται ούτε στη γραπτή ούτε στην προφορική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, ούτε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αντίθετα, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου είναι απόλυτα σύμφωνος με την νομολογία την οποία η Επιτροπή επικαλέσθηκε ενώπιόν του (34) και σύμφωνα με την οποία στο εθνικό δικαστήριο ανήκει αποκλειστικά να καθορίσει, επί τη βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου, αν, σε ποια στιγμή και υπό ποιες προϋποθέσεις η απάντηση της Επιτροπής μπορεί να γνωστοποιηθεί σε τρίτους.
47 Σε ό,τι αφορά στο επιχείρημα ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου δεν είναι αρραγής διότι περιορίζει την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής στα έγγραφα που καταρτίζονται ειδικώς για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία και μόνο για όσο χρονικό διάστημα η ενλόγω διαδικασία είναι εκκρεμής, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα αποσπάσματα της αποφάσεως που αφορούν στις περιπτώσεις των εγγράφων που υπάρχουν ανεξάρτητα από μία συγκεκριμένη διαδικασία και από τη χρονική περίοδο εκκρεμοδικίας, δεν αποτελούν παρά παρεμπίπτουσες απόψεις ως προς τις οποίες το Πρωτοδικείο δεν είναι άλλωστε τόσο κατηγορηματικό όσο ισχυρίζεται το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών. Τούτο είναι δε λογικό διότι οι περιπτώσεις αυτές δεν αποτελούν αντικείμενο ούτε της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ούτε της διαφοράς που εισήχθη ενώπιον του Πρωτοδικείου.
48 Σχετικά με το επιχείρημα ότι, αφενός, σε καμία περίπτωση δεν θα υπήρχε προσβολή της διαδικαστικής αυτονομίας αν οι εθνικοί δικαστές επέτρεπαν την πρόσβαση ενός τρίτου στα έγγραφα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, και, αφετέρου, το Πρωτοδικείο όφειλε να προβεί στη σχετική εξακρίβωση, η Επιτροπή εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα παρέκαμπτε εντελώς την αυτονομία του εθνικού δικαστή· αντί να αφήσει το εθνικό δικαστήριο να απαντήσει, η Επιτροπή θα έπρεπε, υπό τον έλεγχο του Πρωτοδικείου, να υποκαταστήσει το εθνικό δικαστήριο και να λάβει μία απόφαση επί τη βάσει της δικής της ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Ορθώς, επομένως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ασυμβίβαστο με το σεβασμό της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών δικαστηρίων.
49 Τέλος, σε ό,τι αφορά στο προβαλλόμενο από τον G. van der Wal, σύμφωνα με το οποίο η εξαίρεση «δικαστικές διαδικασίες» αφορά αποκλειστικά στα συμφέροντα των διαδίκων, η Επιτροπή, αφού πρώτα αμφισβητεί το παραδεκτό του τρόπου προβολής του (35), σημειώνει ότι, αφενός, η απόφαση 94/90 αναφέρεται στο «δημόσιο» συμφέρον και στις «δικαστικές διαδικασίες» ως τέτοιες και, αφετέρου, ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου δεν αγνοεί την προστασία των συμφερόντων των διαδίκων (36). αβ) Η άποψή μου αβ.1. Επί του παραδεκτού
50 Κατά την Επιτροπή, το προβαλλόμενο απ' τον G. van der Wal, σχετικά με την ερμηνεία του περιεχομένου της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην προστασία του «δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)», παρουσιάζεται κατά τρόπο απαράδεκτο διότι στερείται αιτιολογίας και εξηγήσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, αναφερόμενη σε εκφράσεις της αιτήσεως αναιρέσεως όπως η έκφραση «σύμφωνα με τον προσφεύγοντα» (37), θεωρεί ότι η προβολή του ενλόγω σκέλους του λόγου αναιρέσεως γίνεται επί τη βάσει μόνον προσωπικών απόψεων του αναιρεσείοντα, οι οποίες στερούνται κάθε νομικής επιχειρηματολογίας.Kατά την νομολογία του Δικαστηρίου, «στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να διευκρινίζονται οι προβαλλόμενοι νομικοί λόγοι και επιχειρήματα που στηρίζουν τα αιτήματα του αναιρεσείοντος. (...) η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιλαμβάνει κατά τρόπο ακριβή τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένα το αίτημα αυτό» (38).Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας, φρονώ ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής δεν είναι πειστικός. Στο πλαίσιο του λόγου αναιρέσεως που αφορά στην εσφαλμένη ερμηνεία που έδωσε το Πρωτοδικείο στην απόφαση 94/90 και, ειδικότερα, στην επίμαχη εξαίρεση, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι ούτε η ενλόγω απόφαση, ούτε άλλος κανόνας δικαίου μπορεί να θεμελιώσει την ερμηνεία που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο στην σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Αφού προσδιορίζει το επικρινόμενο σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στη συνέχεια ο αναιρεσείων επιχειρεί να ερμηνεύσει την απόφαση 94/90 αναφερόμενος γενικά στη βούληση των συντακτών της (σημείο 25 της αιτήσεώς του) και στο προηγούμενο νομικό καθεστώς (σημείο 26 της αιτήσεώς του). Με βάση τα ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι η επίμαχη εξαίρεση στοχεύει αποκλειστικά στην προστασία των συμφερόντων των διαδίκων και όχι στην αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών δικαστηρίων, την οποία αμφισβητεί παραπέμποντας στη συνέχεια της αιτήσεώς του. Φρονώ, ότι η ανωτέρω παρουσίαση, αν και λακωνική και σχετικά γενική, δεν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου και περιέχει - έστω κατά το ελάχιστο - τα απαραίτητα στοιχεία νομικής θεμελιώσεως του σχετικού σκέλους του λόγου αναιρέσεως. Τούτο ισχύει ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι το σκέλος αυτό προβάλλει εν προκειμένω έναν ισχυρισμό αρνητικού περιεχομένου, δηλαδή ότι δεν υφίσταται νομική θεμελίωση της ερμηνείας που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο. Αυτό το αρνητικό περιεχόμενο δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό την περιορισμένης εκτάσεως θεμελίωση του ενλόγω σκέλους του λόγου αναιρέσεως. Επιπλέον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εκφράσεις του τύπου «σύμφωνα με τον προσφεύγοντα» ή «ο προσφεύγων θεωρεί ότι...» απλά δηλώνουν την προβολή ενός ισχυρισμού, ανήκουν στο πλαίσιο του ιδιαίτερου ύφους κάθε δικογράφου και δεν μπορούν από μόνες τους να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την ουσία του περιεχομένου του.Με βάση τα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή και να προχωρήσει στην εξέταση αυτού του σκέλους του λόγου αναιρέσεως που σχετίζεται με την παράβαση της αποφάσεως 94/90. αβ.2. Επί του βάσιμου
51 Καταρχάς, πρέπει να τονισθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα αμφισβητήσεως της μείζονος προτάσεως του συλλογισμού του Πρωτοδικείου όπως αυτή διατυπώνεται στις σκέψεις 41 έως 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Ορθώς, λοιπόν, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι η απόφαση 94/90 αποτελεί πράξη απονέμουσα στους πολίτες δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που κατέχει η Επιτροπή (39) και ότι οι εξαιρέσεις από το ως άνω δικαίωμα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενώς, ώστε να μη διακυβεύεται η εφαρμογή της γενικής αρχής που τίθεται με την απόφαση αυτή. Ορθώς, επίσης, το Πρωτοδικείο διακρίνει μεταξύ των εξαιρέσεων προαιρετικού και επιτακτικού χαρακτήρα. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει και η επίμαχη εξαίρεση σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η κοινολόγηση είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες). Ορθώς, τέλος, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι η Επιτροπή υποχρεούται να αρνείται την πρόσβαση στα έγγραφα που συνδέονται με δικαστική διαδικασία εφόσον διαπιστώσει για κάθε ζητούμενο έγγραφο (40) ότι, ενόψει των πληροφοριών που διαθέτει, η επίδειξή του σε τρίτους μπορεί πράγματι να θίξει κάποιο από τα δημόσια συμφέροντα τα οποία προστατεύει η πρώτη κατηγορία εξαιρέσεων (41).
52 Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα την ως άνω μείζονα πρόταση στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως ενόψει των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως. Στη συνέχεια θα δείξω ότι, ενώ τα επιχειρήματα στα οποία στηρίζουν τον ισχυρισμό τους οι αναιρεσείοντες δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αμφισβήτηση της ορθότητας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο πλαίσιο του ίδιου ισχυρισμού αυτή η αμφισβήτηση είναι δυνατή αν ληφθεί υπόψη η παράλειψη του Πρωτοδικείου να απαιτήσει από την Επιτροπή την εξακρίβωση της θέσεως του εθνικού δικαστηρίου, ώστε να διασφαλισθεί ο επιβεβλημένος στενός χαρακτήρας της εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως.
53 Kαταρχάς, πρέπει να επισημανθεί πως ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Βασιλείου των Κάτω Ξωρών ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα επικαλείται την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών δικαστηρίων, η οποία δεν αφορά στο ζήτημα αν η Επιτροπή υποχρεούται να επιτρέψει την πρόσβαση σε δικά της έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί διότι ερείδεται σε εσφαλμένη κατανόηση της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας υπό την έννοια που αυτή χρησιμοποιείται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.Όπως αναφέρει το ίδιο το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, η μνημονευθείσα στην αίτησή του νομολογία της υποθέσεως «Rewe» αφορά στη δικονομική αυτονομία που έχουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των κανόνων άμεσης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, αυτονομία που προκύπτει από την έλλειψη ολοκληρωμένης και συστηματικής κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα του δικονομικού δικαίου (42). Αυτή η έννοια της δικονομικής αυτονομίας δεν ταυτίζεται με την έννοια της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων, για την οποία γίνεται λόγος στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τούτο προκύπτει ιδίως από δύο σημεία. Πρώτον, εκτός από το γεγονός ότι η ανωτέρω νομολογία «Rewe» δεν αναφέρεται στο κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η διαδικαστική αυτονομία, για την οποία κάνει λόγο η τελευταία, δεν αφορά στην εθνική έννομη τάξη αλλά στους ίδιους τους δικαστές· με άλλα λόγια, δεν αφορά τόσο στον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, όσο στον καθορισμό της αρμοδιότητας και των συνθηκών εφαρμογής του δικαίου αυτού. ύΕτσι, κάνοντας ρητή αναφορά στην ανεξαρτησία του κάθε δικαστή, το Πρωτοδικείο εκτιμά, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι «τα δικαστήρια (...) πρέπει να είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες διαδικασίας» (43). Δεύτερον, η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας, υπό την έννοια που χρησιμοποιείται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται μόνο στα εθνικά δικαστήρια, αλλά «τόσο στα εθνικά όσο και στα κοινοτικά δικαστήρια» (44). Επομένως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κάνει λόγο για ελευθερία των δικαστηρίων να εφαρμόζουν «τους δικούς τους κανόνες διαδικασίας», δεν υπονοεί τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, στους οποίους αναφέρεται η νομολογία της αποφάσεως «Rewe», αλλά εννοεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στο εκάστοτε δικαστήριο, είτε αυτό είναι εθνικό είτε είναι κοινοτικό. Η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας, για την οποία γίνεται λόγος στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνδέεται λοιπόν άμεσα με την επιδιωκόμενη ανεξαρτησία κάθε δικαστή και σημαίνει ότι ο τελευταίος πρέπει να είναι κύριος της ενώπιόν του διαδικασίας, δηλαδή να είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίζει για κάθε ζήτημα εφαρμογής των δικονομικών κανόνων που διέπουν τη διαδικασία αυτή, χωρίς να δέχεται - και χωρίς να υπάρχουν αμφιβολίες για το αν δέχεται - πιέσεις από τρίτους (45).
54 Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με βάση τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν με την ευκαιρία της αναλύσεως του λόγου αναιρέσεως που συνδέεται με την παράβαση της Συμβάσεως, οι ισχυρισμοί του G. van der Wal ότι, αφενός, η επίμαχη εξαίρεση της αποφάσεως 94/90 στοχεύει μόνον στην προστασία των συμφερόντων των διαδίκων και ότι, αφετέρου, η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του ανεξάρτητου δικαστή πρέπει επίσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, από τη διατύπωση της επίμαχης εξαιρέσεως, η οποία κάνει λόγο για «προστασία του δημοσίου συμφέροντος» και για «δικαστικές διαδικασίες», προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν επεδίωξαν μόνον την προστασία των συμφερόντων των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όχι μόνο δεν αγνοεί ότι η επίμαχη εξαίρεση στοχεύει στην προστασία των συμφερόντων των διαδίκων, αλλά επιπλέον εκλαμβάνει ρητώς την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων ως θεσμική εγγύηση των συμφερόντων των διαδίκων (46). Παράλληλα, ουδόλως προκύπτει ότι η ενλόγω αρχή δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της ανεξαρτησίας του δικαστή κατά το άρθρο 6 της Συμβάσεως· αντίθετα, αποτελεί ουσιώδη εγγύηση και, σε κάθε περίπτωση, κρίσιμη ένδειξη της υπάρξεως αυτής της ανεξαρτησίας (47).
55 Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, στην αμφισβήτηση της ορθότητας του συλλογισμού του Πρωτοδικείου λόγω, αφενός, της διακρίσεως που γίνεται στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως μεταξύ εγγράφων που καταρτίσθηκαν αποκλειστικά για μία συγκεκριμένη υπόθεση και εγγράφων που υφίστανται ανεξαρτήτως μιας τέτοιας διαδικασίας, και, αφετέρου, της αναφοράς στο γεγονός ότι η Επιτροπή υποχρεούται να αρνηθεί την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα όταν οι δικαστικές διαδικασίες είναι εκκρεμείς, φρονώ ότι πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Εφόσον δεν αμφισβητείται ότι καθένα από τα επίμαχα έγγραφα στην παρούσα υπόθεση είχε καταρτισθεί για μία συγκεκριμένη διαδικασία στην οποία δεν συμμετείχε ως διάδικος η Επιτροπή και η οποία ήταν εκκρεμής κατά το κρίσιμο χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, για τη βεβαίωση της νομικής και λογικής ορθότητας του δικανικού συλλογισμού του Πρωτοδικείου αρκεί το γεγονός ότι η ερμηνεία που υιοθετήθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ισχύει ιδίως για τα έγγραφα που αφορούσαν σε νομικά ζητήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο συγκεκριμένων εκκρεμών διαδικασιών.
56 Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φρονώ ότι η ως άνω διπλή αμφισβήτηση είναι αβάσιμη και δεν μπορεί να στηρίξει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως.Σε ό,τι αφορά στη διάκριση των δύο κατηγοριών εγγράφων, η χρησιμότητά της προκύπτει από την ανάγκη αποδείξεως της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της κοινολογήσεως των εγγράφων και της παραβάσεως του δημοσίου συμφέροντος μέσα από την προσβολή της δικονομικής αυτονομίας του αρμόδιου δικαστή. Πράγματι, σε περίπτωση, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, που η Επιτροπή δεν είναι διάδικος στην συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, αυτή η προσβολή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον ως προς τα έγγραφα που έχουν σχέση με τη διαδικασία αυτή. Η συνδρομή του αυστηρώς τυπικού κριτηρίου της καταρτίσεώς τους αποκλειστικά για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία δικαιολογεί, αφενός, τη θεώρηση των εγγράφων ως στοιχείων του φακέλου που αφορούν άμεσα στη συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία και, αφετέρου, την υπαγωγή της δυνατότητας κοινολογήσεώς τους στην αρμοδιότητα του δικαστή που διευθύνει τη συγκεκριμένη διαδικασία. Αντίθετα, στην περίπτωση των εγγράφων που υφίστανται ανεξάρτητα από μία δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί το ίδιο. Είναι λογικό να τεκμαίρεται ότι τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν στη δικαστική διαδικασία, αλλά επαναλαμβάνουν - εν είδει βεβαιώσεως πραγματικών γεγονότων - πληροφοριακά στοιχεία στα οποία οι ενδιαφερόμενοι έχουν πρόσβαση από άλλες πηγές. Επομένως, ακόμη και αν αποτελούν ή έχουν αποτελέσει στοιχεία του φακέλου μιας υποθέσεως, τεκμαίρεται ότι δεν συνδέονται άμεσα με τα διαδικαστικά έγγραφα το απόρρητο των οποίων διαχειρίζεται ο αρμόδιος δικαστής και, επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να καλύπτονται από την εξαίρεση που αφορά στην προστασία της διαδικαστικής αυτονομίας του δικαστή αυτού. Αν καλύπτονταν, τούτο θα συνιστούσε προφανώς ανεπίτρεπτη διασταλτική ερμηνεία της επίμαχης εξαιρέσεως.Σε ό,τι αφορά δε στη μνεία του εκκρεμούς χαρακτήρα των δικαστικών διαδικασιών, πρέπει να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από το βάσιμο της δυνατότητας επεκτάσεως της επίμαχης εξαιρέσεως και σε μη εκκρεμείς υποθέσεις (48), το επιχείρημα του αναιρεσείοντος Βασιλείου των Κάτω Xωρών εκκινεί από εσφαλμένη αφετηρία. Συγκεκριμένα, ούτε από την μνημονευόμενη στην αίτηση αναιρέσεως σκέψη 51, ούτε από κανένα άλλο σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως φαίνεται να προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο περιόρισε κατηγορηματικά την εφαρμογή της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των δικαστών αποκλειστικά και μόνο στις εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες. Αντίθετα, στην επίμαχη σκέψη 51, ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου φαίνεται ότι επικεντρώνεται στα όρια των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως που αφορά σε έγγραφα που σχετίζονται με εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες.
57 Αντίθετα προς τους ως άνω εξετασθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το προβαλλόμενο παράπονο ότι το Πρωτοδικείο δεν προέβη στις απαραίτητες κατά την απόφαση 94/90 εξακριβώσεις είναι ικανό να κλονίσει την ορθότητα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
58 Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν φαίνεται να είναι πειστική. Ούτε η Επιτροπή, ούτε το ίδιο το Πρωτοδικείο θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτόνομα το οικείο εθνικό δικονομικό δίκαιο σχετικά με την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα χωρίς να προσβάλουν την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση ζήτημα αφορά στον προσδιορισμό του αρμόδιου να κρίνει οργάνου και όχι στην ουσία της απαντήσεως στο ερώτημα αν πρέπει να κοινοποιηθούν ή όχι τα επίμαχα έγγραφα. Εξάλλου, προκειμένου να απαντήσει κανείς στο ενλόγω ερώτημα δεν αρκεί να γνωρίζει μόνο την έννοια των εφαρμοστέων εθνικών δικονομικών διατάξεων, αλλά - στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων αυτών - θα πρέπει προφανώς να γνωρίζει και τα δεδομένα της κάθε δικαστικής υποθέσεως, ώστε να κρίνει αν πράγματι η κοινολόγηση των επίμαχων εγγράφων θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας. Υπό το πρίσμα αυτό γίνεται φανερό ότι ούτε η Επιτροπή, ούτε το Πρωτοδικείο θα μπορούσαν να προβούν αυτόνομα στη σχετική κρίση χωρίς να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι αναμειγνύονται στο έργο του εθνικού δικαστή (49).
59 Εντούτοις, φρονώ ότι με βάση το πνεύμα και την ανάγκη διασφαλίσεως του ωφέλιμου αποτελέσματος της αποφάσεως 94/90, η Επιτροπή, υπό τον έλεγχο του Πρωτοδικείου, όφειλε όχι να ελέγξει αυτόνομα αν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, είχε δικαίωμα να κοινολογήσει τα επίμαχα έγγραφα, αλλά να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να εξακριβώσει τη θέση που υιοθετεί ως προς το ζήτημα αυτό ο αρμόδιος εθνικός δικαστής. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή, όφειλε να ζητήσει από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο να τοποθετηθεί επί του κρίσιμου ζητήματος της κοινολογήσεως της αντίστοιχης επίμαχης επιστολής και, συγκεκριμένα, να δηλώσει αν συναινεί ή όχι στην κοινολόγηση αυτή. Ανάλογα με αυτή τη δεσμευτική δήλωση του εθνικού δικαστή, η Επιτροπή θα επέτρεπε ή όχι την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα (50).Πολλοί λόγοι φαίνεται να συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας ερνηνείας των υποχρεώσεων της Επιτροπής που απορρέουν από την απόφαση 94/90. Πρώτον, η ερμηνεία αυτή δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή που παραμένει ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει σχετικά με την κοινολόγηση των επίμαχων εγγράφων. Δεύτερον, διασφαλίζει ακόμη περισσότερο το ωφέλιμο αποτέλεσμα της γενικής αρχής της ευρύτερης δυνατής πρόσβασης που καθιερώνει η απόφαση 94/90, διότι, όπως θα καταδείξω και με αφορμή την εξέταση των υπολοίπων σκελών του λόγου αναιρέσεως που αφορά στην ερμηνεία της αποφάσεως 94/90, η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για την εξασφάλιση της γνώμης του εθνικού δικαστή συνιστά εν προκειμένω την προσήκουσα στενή εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)» (51). Τρίτον, η αναφορά στη συγκεκριμένη θέση του εθνικού δικαστηρίου αποτελεί στοιχείο της νομιμότητας της αιτιολογίας της αρνητικής αποφάσεως της Επιτροπής. Εν γένει, ενισχύει την πληρότητά της, στο μέτρο που η Επιτροπή θα είναι σε θέση να αιτιολογήσει πληρέστερα την απόφασή της αναφερόμενη στη δεδηλωμένη θέση - ή ακόμη και στην παράλειψη τέτοιας δηλώσεως από την πλευρά - του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου (52). Τέταρτον, η προσπάθεια για την εξασφάλιση της γνώμης του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου συνάδει με την αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία επιβάλλει, εν προκειμένω, στην Επιτροπή, αφενός, να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την ουσιαστική υλοποίηση του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφά της, προσπάθεια που είναι σημαντική ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμά της, και, αφετέρου, να μην αρκεσθεί στη γενική επίκληση της αναρμοδιότητάς της και στην παραπομπή του κοινοτικού διοικούμενου σε ενδεχομένως χρονοβόρες και δαπανηρές διαδικασίες υποβολής επί μέρους αιτήσεων ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων (53). Πέμπτον, η συγκεκριμένη ερμηνεία των υποχρεώσεων της Επιτροπής δεν αποκλίνει από τη σφαίρα των ευρύτερων καθηκόντων της τελευταίας και δεν καθίσταται υπερβολικά επαχθής γι' αυτήν, από τη στιγμή που υπάρχει ανοιχτή δίοδος επικοινωνίας με τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια μέσα από την ήδη ενεργοποιημένη διαδικασία συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των δικαστηρίων αυτών για την εφαρμογή των άρθρων 85 (κατέστη άρθρο 81) και 86 (κατέστη άρθρο 82) της Συνθήκης.
60 Ενόψει των τελευταίων αυτών παρατηρήσεων, ορισμένες από τις οποίες θα αναλυθούν εκτενέστερα και στη συνέχεια των προτάσεών μου, φρονώ ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου είναι αναιρετέα διότι ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση 94/90 σε ό,τι αφορά στις υποχρεώσεις της Επιτροπής κατά την εφαρμογή της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)» και, κατά συνέπεια, δεν προέβη στις απαραίτητες εξακριβώσεις σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών στο πλαίσιο του ελέγχου της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αρνήσεως της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα (54).Αντίθετα, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμα όσα προέβαλαν οι αναιρεσείοντες προς στήριξη του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στην παράβαση της αποφάσεως 94/90. β) Επί του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου σκέλους βα) Επιχειρήματα των διαδίκων
61 Στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο, προκειμένου να κρίνει αν η πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα μπορεί να αποβεί σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, εσφαλμένα βασίστηκε στην ιδιότητα του αποδέκτη του εγγράφου, δηλαδή στο γεγονός ότι πρόκειται για έγγραφο που απευθύνεται σε ένα εθνικό δικαστή. Κατά το αναιρεσείον Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, το κριτήριο που χρησιμοποιεί η απόφαση 94/90 αφορά στις πληροφορίες που περιέχει το έγγραφο, όπως ορθώς επισημαίνεται και στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
62 Επιπλέον, κατά το αναιρεσείον Βασίλειο, το Πρωτοδικείο εσφαλμένα παρέλειψε να εξετάσει, για κάθε έγγραφο χωριστά, αν ήταν δικαιολογημένη η πρόσβαση σ' αυτό με βάση το περιεχόμενό του, γεγονός που οφείλεται και στο ότι τα κρίσιμα έγγραφα δεν προσήχθησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου (55).
63 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προβάλλει ότι η ερμηνεία που δίδει το Πρωτοδικείο στην απόφαση 94/90 σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν δύναται ποτέ να επιτρέπει την πρόσβαση σε ένα έγγραφο που καταρτίζεται ενόψει μιας συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας ενόσω η διαδικασία αυτή είναι εκκρεμής. Η ανωτέρω ερμηνεία έχει ως συνέπεια να μην είναι δυνατή η πρόσβαση σε μία ολόκληρη κατηγορία εγγράφων που αποκλείονται έτσι από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 94/90, χωρίς να υπάρχει νομική βάση γι' αυτό. Για το λόγο αυτό, η ερμηνεία που δίδει το Πρωτοδικείο στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι ασυμβίβαστη με την απόφαση 94/90.
64 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προβάλλει ότι οι εξαιρέσεις στη γενική αρχή της πρόσβασης στα έγγραφα που κατέχει η Επιτροπή, αρχή που θέτει η απόφαση 94/90, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενώς. H διασταλτική ερμηνεία που κάνει το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με την οποία όλα τα έγγραφα που καταρτίζει η Επιτροπή ενόψει μιας συγκεκριμένης διαδικασίας αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της αρχής αυτής ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους, είναι ασυμβίβαστη με την απόφαση 94/90 και παραβιάζει το σκοπό της, στο μέτρο που καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση του ειδικού στόχου της διαφάνειας στις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και εθνικού δικαστή (56).
65 Σε ό,τι αφορά στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή, η οποία εγείρει και ζήτημα παραδεκτού ως προς τα συναφώς προβαλλόμενα από τον G. van der Wal (57), υποστηρίζει ότι κανένα στοιχείο της αποφάσεως 94/90, που κάνει λόγο για «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)», δεν αναφέρει ότι για να εξασφαλισθεί η ενλόγω προστασία πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνον η φύση των πληροφοριών. Οι λόγοι αρνήσεως της αιτηθείσας προσβάσεως εκτίθενται με επάρκεια στις σκέψεις 45 έως 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ιδίως στη σκέψη 53 τονίζεται ότι δεν έχει σημασία αν τα τρία έγγραφα περιείχαν επαγγελματικά απόρρητα. Τέλος, από τη σκέψη 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε χωριστό έλεγχο κάθε εγγράφου. Κατά την Επιτροπή το αναιρεσείον Βασίλειο δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα του πραγματοποιηθέντος ελέγχου, όχι διότι δεν έγινε χωριστά για κάθε έγγραφο, αλλά διότι δεν αποδέχεται τη μείζονα πρόταση του συλλογισμού του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 45 έως 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
66 Σχετικά με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως η Επιτροπή, η οποία εγείρει ζήτημα παραδεκτού ως προς τα συναφώς προβαλλόμενα από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών (58), επισημαίνει, επίσης, ότι η ερμηνεία που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο δεν αποκλείει τα επίμαχα έγγραφα από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 94/90, αλλά απλά ότι τα έγγραφα αυτά υπάγονται σε μία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις αυτής της αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να αρνηθεί την πρόσβαση σε αυτά.
67 Ως προς το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ερμηνεία που δίδει το Πρωτοδικείο στην επίμαχη εξαίρεση είναι ορθή. Από τη διατύπωση της αποφάσεως 94/90 προκύπτει εμφανώς ότι αρκεί η κοινολόγηση ενός εγγράφου να είναι ικανή να αποβεί σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, ειδικότερα δε στην περίπτωση των δικαστικών διαδικασιών, ώστε η Επιτροπή να έχει την υποχρέωση να αρνηθεί την πρόσβαση στο έγγραφο αυτό. ββ) Η άποψή μου ββ.1. Επί του παραδεκτού68 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός του G. van der Wal, σύμφωνα με τον οποίο, το Πρωτοδικείο, προκειμένου να διαπιστώσει αν η κοινολόγηση των εγγράφων ήταν ικανή να προσβάλλει το δημόσιο συμφέρον, δεν έκανε τον απαραίτητο χωριστό έλεγχο κάθε εγγράφου ούτε τον απαίτησε από την Επιτροπή, δεν προσδιορίζει τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά των οποίων στρέφεται. Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ως απαράδεκτος.Όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να διευκρινίζονται οι προβαλλόμενοι νομικοί λόγοι και επιχειρήματα που στηρίζουν τα αιτήματα του αναιρεσείοντος. (...) η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιλαμβάνει κατά τρόπο ακριβή τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένα το αίτημα αυτό» (59).Φρονώ ότι ο τρόπος με τον οποίο προβάλλει ο G. van der Wal το σχετικό παράπονο δεν είναι αντίθετος με την ανωτέρω νομολογία. O αναιρεσείων αναφέρεται στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία, όπως επισημαίνει, το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει χωριστά το περιεχόμενο κάθε εγγράφου. Στη συνέχεια, ενόψει της ανωτέρω επισημάνσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι σε κανένα σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Πρωτοδικείο δεν έλεγξε αν όντως η Επιτροπή προέβη σε αυτόν τον έλεγχο. Και μόνο από τη φύση του ισχυρισμού ως αρνητικού, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί κατά τρόπο πειστικό πως ο αναιρεσείων όφειλε να επισημάνει σε ποια σημεία ακριβώς της αποφάσεως το Πρωτοδικείο παραλείπει να προβεί στον οφειλόμενο, κατά τον αναιρεσείοντα, έλεγχο.Με βάση τα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ως παραδεκτά προβαλλόμενο το παράπονο του G. van der Wal και να προχωρήσει στην εξέταση του βασίμου του.69 Η Επιτροπή αμφισβητεί, επίσης, το παραδεκτό του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγους αναιρέσεως διότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στα σημεία 16 έως 22 του υπομνήματος παρεμβάσεως που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου.Kατά την προμνησθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία απλώς επαναλαμβάνει ή παραθέτει κατά λέξη τους λόγους και τα επιχειρήματα που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, χωρίς να μνημονεύει επαρκώς τα στοιχεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και τα νομικά επιχειρήματα προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως (60). Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα αίτηση επιδιώκουσα την επανεξέταση απλώς του δικογράφου που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, πράγμα που, κατά το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, εκφεύγει της αρμοδιότητας του τελευταίου.Φρονώ ότι, εν προκειμένω, η προβολή του συγκεκριμένου ισχυρισμού από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, παρά την αδιαμφισβήτητη ομοιότητά του με πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Βασιλείου, δεν αντιβαίνει στην ανωτέρω νομολογία και, σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, εγείρει ζητήματα που πρέπει να εξετασθούν στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας.Ενώπιον του Πρωτοδικείου, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών είχε προβάλει ότι η ερμηνεία που επιφύλαξε η Επιτροπή στην επίμαχη εξαίρεση της αποφάσεως 94/90 είχε σαν αποτέλεσμα να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της ενλόγω αποφάσεως μία ολόκληρη κατηγορία εγγράφων. Στην αίτηση αναιρέσεως (σημείο 18) το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, επισημαίνοντας ότι υφίσταται παρόμοια εσφαλμένη ερμηνεία της ενλόγω εξαιρέσεως, επαναλαμβάνει τον ίδιο κατά περιεχόμενο νομικό ισχυρισμό, αλλά αυτή τη φορά στρέφεται ρητώς κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (συγκεκριμένα κατά της σκέψεως 50 της τελευταίας). Ανεξάρτητα από την ομοιότητα των δύο ισχυρισμών, αυτός που προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως (στο τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως) πλήσσει επαρκώς τα επίμαχα σημεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, στο πλαίσιο μίας συστηματικής ερμηνείας, αφενός, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται άρρηκτα με τους ισχυρισμούς των υπολοίπων σκελών του ίδιου λόγου (εύρος ερμηνείας και έκταση εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως). Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι στην κατ' αναίρεση δίκη η εξέταση της γενικής προβληματικής της ερμηνείας της επίμαχης εξαιρέσεως διαφέρει από την εξέταση της αντίστοιχης προβληματικής πρωτοδίκως, διότι το Πρωτοδικείο, όπως επικαλούνται και οι δύο αναιρεσείοντες, ερμήνευσε την ενλόγω απόφαση αναφέροντας στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού του το δικαίωμα κάθε ατόμου να «δικασθεί δικαίως», επί του οποίου δεν είχαν τοποθετηθεί πρωτοδίκως οι διάδικοι. Με βάση τις ανωτέρω δύο παρατηρήσεις, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό ότι σε καμία περίπτωση η εξέταση του επίμαχου ισχυρισμού, θεωρούμενου ως μέρους ενός ευρύτερου λόγου αναιρέσεως, δεν οδηγεί τελικά στην επανεξέταση απλώς του δικογράφου που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Για το λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή και να προβεί στην εξέταση του βασίμου του συνόλου των προβαλλόμενων ισχυρισμών και επιχειρημάτων. ββ.2. Επί του βασίμου
70 Οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμοί στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αφορούν στο εύρος της ερμηνείας και της εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)». Ανεξάρτητα από τον τρόπο προβολής των επί μέρους επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η παράλειψη του Πρωτοδικείου, κατά την ερμηνεία της αποφάσεως 94/90, να κρίνει ότι όφειλε να ελέγξει αν η Επιτροπή προέβη σε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να εξακριβώσει την άποψη του εθνικού δικαστηρίου μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
71 Αξίζει, καταρχάς, να σημειωθεί πως το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας την απόφαση 94/90, δεν έσφαλε στο μέτρο που θεώρησε ότι, προκειμένου να κρίνει αν η πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα μπορεί να αποβεί σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες), έπρεπε εν προκειμένω να βασισθεί, όχι στο «αν τα τρία έγγραφα περιείχαν επαγγελματικά απόρρητα», αλλά στο λόγο καταρτίσεως, στην ιδιότητα των αποδεκτών των εγγράφων και εν γένει στο γεγονός ότι «τα έγγραφα αυτά αφορούσαν νομικά ζητήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο συγκεκριμένων εκκρεμών διαδικασιών» (61).
72 Κατά τη γραμματική διατύπωση της επίμαχης διατάξεως της αποφάσεως 94/90, τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου «η κοινολόγηση είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος» του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες). Το κριτήριο εφαρμογής της εξαιρέσεως, δηλαδή το κριτήριο διαπιστώσεως του κινδύνου προσβολής του δημοσίου συμφέροντος, είναι οι πιθανές συνέπειες της πράξεως κοινολογήσεως. Είναι βέβαια προφανές ότι τις περισσότερες φορές αυτή η κοινολόγηση θα ενέχει τον κίνδυνο προσβολής του δημοσίου συμφέροντος ενόψει του περιεχομένου και της φύσεως των πληροφοριών που περιέχουν τα επίμαχα έγγραφα (62). Τίποτε όμως δεν αποκλείει, ενόψει των ειδικών συνθηκών κάθε χωριστής περιπτώσεως, ο κίνδυνος να οφείλεται σε άλλα στοιχεία, όπως ο λόγος καταρτίσεως σε συνδυασμό και με την ιδιότητα του αποδέκτη των εγγράφων. Eξάλλου, αυτά τα στοιχεία τις περισσότερες φορές διευκολύνουν τον ερμηνευτή να προδικάσει το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων.
73 Έτσι, στην παρούσα υπόθεση, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών της, ορθώς το Πρωτοδικείο αρκέσθηκε στην εξέταση της συνδρομής των ενλόγω στοιχείων, συνδρομή που άλλωστε δεν είχε αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Το γεγονός ότι επρόκειτο για έγγραφα που καταρτίσθηκαν για συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες, απευθύνθηκαν στον εθνικό δικαστή και απετέλεσαν στοιχείο του φακέλου εκκρεμών υποθέσεων, αρκεί για να διαπιστωθεί με ασφάλεια ότι πρόκειται για έγγραφα που αφορούν σε ζητήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο συγκεκριμένων εκκρεμών διαδικασιών. Ως προς το εύρος της, αυτή η διαπίστωση του περιεχομένου των εγγράφων, που έχει μνημονευθεί ρητώς στην σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, μπορεί βέβαια να είναι έμμεση και περιορισμένης εκτάσεως. Ωστόσο, αρκεί για να επιβληθεί στην Επιτροπή η - σε κάθε περίπτωση προβλεπόμενη από την ίδια την απόφαση 94/90 - υποχρέωση (63) να αρνηθεί την κοινολόγηση των εγγράφων, εφόσον διαπιστώνεται ότι η τελευταία θα ενείχε τον κίνδυνο προσβολής του δημοσίου συμφέροντος που, εν προκειμένω, συνάπτεται προς την διαδικαστική αυτονομία του αρμόδιου εθνικού δικαστή. Από τη στιγμή που αυτού του εύρους η διαπίστωση είναι ικανή να δικαιολογήσει επαρκώς τον κίνδυνο που θα ενείχε η κοινολόγηση των εγγράφων από την Επιτροπή, δεν υπήρχε κανένας λόγος για περαιτέρω έλεγχο του περιεχομένου των εγγράφων· a fortiοri, ούτε για προσαγωγή τους ενώπιον του Πρωτοδικείου. Αντίθετα, η επιβολή της υποχρεώσεως περαιτέρω ελέγχου (π.χ. ελέγχου αν, με βάση το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εγγράφων, θα μπορούσε να επηρεασθεί η εξέλιξη των δικαστικών διαδικασιών), θα ενείχε ενδεχομένως τον κίνδυνο αναμείξεως της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου στο έργο του εθνικού δικαστή (64).
74 Από τα ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι η Επιτροπή όχι μόνο δεν ακολούθησε εσφαλμένο κριτήριο εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως, αλλά επιπλέον προέβη στην εξέταση του περιεχομένου των εγγράφων που ήταν αναγκαία για την ορθή εφαρμογή της εξαιρέσεως. Συναφώς, ως προς το ενλόγω ζήτημα το Πρωτοδικείο έλεγξε ορθώς την εφαρμογή της ενλόγω εξαιρέσεως στο μέτρο μάλιστα που αναφέρθηκε χωριστά σε κάθε έγγραφο, όπως προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 52 και 53 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
75 Παράλληλα, καθίσταται προφανές, όπως επισημαίνει και η Επιτροπή, ότι το Πρωτοδικείο δεν απέκλεισε τα επίμαχα έγγραφα από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 94/90, αλλά ότι υπήγαγε τα έγγραφα αυτά σε μία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή όφειλε να αρνηθεί την κοινολόγησή τους. Εξάλλου, το επιχείρημα ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για αποκλεισμό ολόκληρης κατηγορίας εγγράφων φαίνεται να είναι περισσότερο γοητευτικό ρητορικά παρά βάσιμο. Από τη στιγμή που ελέγχθηκε χωριστά κάθε έγγραφο και ο λόγος απαγορεύσεως της κοινολογήσεως είναι κοινός για όλα τα έγγραφα, είναι λογικό η αιτιολόγηση της αρνήσεως προσβάσεως σε αυτά - και του ελέγχου της - να είναι συλλογική. Το ίδιο θα συνέβαινε και στην περίπτωση εφαρμογής κάποιας άλλης εξαιρέσεως· π.χ. αν επρόκειτο για μία σειρά από έγγραφα που το καθένα εμπεριέχει επαγγελματικά απόρρητα. Το να αναφερθεί στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού και να εφαρμοσθεί χωριστά για κάθε έγγραφο στην ελάσσονα πρόταση ότι αποκλείεται η πρόσβαση σε κάθε έγγραφο που περιέχει επαγγελματικά απόρρητα θα αποτελούσε άραγε αθέμιτο αποκλεισμό ολόκληρης κατηγορίας από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 94/90 ή απλά πρακτικό τρόπο παρουσιάσεως της κοινής ερμηνείας και εφαρμογής της αντίστοιχης εξαιρέσεως σε περιπτώσεις που έχουν εξετασθεί χωριστά και εμφανίζονται να είναι προφανώς παρόμοιες; Σε τελική ανάλυση, πρέπει να επισημανθεί πως το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο υιοθέτησε μία ερμηνεία που αποκλείει την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα επί τη βάσει των ως άνω χρησιμοποιούμενων κριτηρίων, δεν καθιστά αυτομάτως την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτής της εξαιρέσεως αθέμιτα διασταλτική (65) από την στιγμή που είναι νομικά και λογικά ορθή.
76 Εξάλλου, ούτε το επιχείρημα ότι η ερμηνεία και η εφαμογή της επίμαχης εξαιρέσεως τις οποίες ακολουθεί το Πρωτοδικείο, παραβιάζουν τον σκοπό της αποφάσεως 94/90 στο μέτρο που καθιστούν αδύνατη την πραγματοποίηση του ειδικού στόχου της διαφάνειας στις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και εθνικού δικαστή, φαίνεται να είναι βάσιμο. Πρέπει να σημειωθεί πως από καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν προκύπτει ότι υφίσταται «ειδικός στόχος» διαφάνειας στις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και εθνικού δικαστή. Αυτό που υφίσταται είναι η αρχή της διαφάνειας που εξειδικεύεται στο δικαίωμα προσβάσεως στα αρχεία της Επιτροπής. Αυτό το δικαίωμα διέπεται από την απόφαση 94/90, η οποία, όπως ήδη αναλύθηκε, εισάγει εξαίρεση στην αρχή της διαφάνειας ενόψει της προστασίας της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων. Ενδεχομένως, στα εθνικά δίκαια να υφίσταται ειδικός στόχος διαφάνειας των διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Όμως, ελλείψει κοινοτικής νομοθεσίας ως προς το ζήτημα και ενόψει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, η έρευνα και η διαπίστωση αυτού του στόχου εκφεύγει από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Συναφώς, ακόμη και αν ήθελε υποστηριχθεί ότι ο «ειδικός στόχος» διαφάνειας στις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και εθνικών δικαστηρίων, αποτελεί ουσιαστικά εγγύηση της μη παρεμβάσεως της πρώτης στο έργο των δεύτερων και θεμελιώνεται στο δικαίωμα κάθε ατόμου να τυγχάνει ευθυδικίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη δύο στοιχεία: αφενός, ότι η διαφάνεια της δικαστικής διαδικασίας διασφαλίζεται με την γνωστοποίηση των απαντήσεων της Επιτροπής στα διάδικα μέρη, και, αφετέρου, ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου η διαδικασία περαιτέρω διασφαλίσεως της διαφάνειας ως προς τους τρίτους θα διερχόταν μέσω του κανονιστικού πεδίου της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού και του κοινοτικού δικαστή. Κατά συνέπεια, η επίκλησή αυτού του «ειδικού στόχου» έναντι της ερμηνείας που υιοθετεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα ήταν αλυσιτελής. Τέλος, ως προς τις σχέσεις Επιτροπής και εθνικών δικαστηρίων για την εφαρμογή των άρθρων 85 (κατέστη άρθρο 81) και 86 (κατέστη άρθρο 82) της Συνθήκης, αξίζει να υπενθυμισθεί ότι αυτές ρυθμίζονται εν προκειμένω από την νομολογία του Δικαστηρίου (66) και τη συναφή ανακοίνωση 93/C 39/05 (67). ηΟμως, ούτε η μία ούτε η άλλη φαίνεται να καθιερώνουν ένα «ειδικό στόχο» διαφάνειας στις ενλόγω σχέσεις. Αντίθετα, αφενός το γεγονός ότι το ζήτημα αν, υπό ποια μορφή και υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πραγματοποιηθεί η συνεργασία Επιτροπής και εθνικών δικαστηρίων κρίνεται εντός των ορίων του εθνικού δικονομικού δικαίου (68), και, αφετέρου το κλίμα εμπιστοσύνης και καλόπιστης συνεργασίας, που απορρέει από το άρθρο 5 (κατέστη άρθρο 10) της Συνθήκης και πρέπει να υφίσταται μεταξύ Επιτροπής και εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων, θα επέβαλλαν μάλλον την επιφυλακτικότητα της Επιτροπής απέναντι στην κοινολόγηση των εγγράφων.
77 Μολονότι τα ως άνω προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η υποχρέωση στενής εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)», υποχρέωση στην οποία αναφέρεται η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (69) και της οποίας την παραβίαση από το Πρωτοδικείο επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν τηρήθηκε προσηκόντως από το Πρωτοδικείο κατά τον έλεγχο που αυτό άσκησε στην δράση της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική η λειτουργία και να μη διακυβευθεί ο πυρήνας της προστασίας του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα της Επιτροπής που απονέμει η απόφαση 94/90, η στενή εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως σημαίνει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί στις ενέργειες εκείνες, οι οποίες, χωρίς να εκφεύγουν του κύκλου των καθηκόντων της, θα ελαχιστοποιήσουν τα περιθώρια αρνήσεως της κοινολογήσεως των εγγράφων μειώνοντας στην πράξη στο απολύτως απαραίτητο την ανάγκη επικλήσεως και τη δυνατότητα εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως (70). Εν προκειμένω, οι ενλόγω ενέργειες θα συνίσταντο στην αναζήτηση της γνώμης των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων επί του ζητήματος της κοινολογήσεως καθενός εγγράφου χωριστά, έτσι ώστε, σε περίπτωση συναινέσεως κάθε αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου, η Επιτροπή να προβεί στην ζητούμενη κοινολόγηση. Η Επιτροπή όφειλε λοιπόν να προβεί σε κάθε δυνατή ενέργεια εξασφαλίσεως της ανωτέρω γνώμης. Εν προκειμένω, ο κύκλος αυτών των δυνατών ενεργειών, ο οποίος δεν θα εξέφευγε του κύκλου των πληροφοριών στις οποίες η Επιτροπή, βάσει των καθηκόντων της, μπορεί να έχει κανονικά πρόσβαση, θα περιλάμβανε την αποστολή ερωτήματος στα εθνικά δικαστήρια με τα οποία ήταν ήδη ανοιχτή η διαδικασία συνεργασίας για την εφαρμογή των άρθρων 85 (κατέστη άρθρο 81) και 86 (κατέστη άρθρο 82) της Συνθήκης (71).
78 Με βάση τα ανωτέρω, φρονώ λοιπόν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική αναιρέσεως - και, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια των προτάσεών μου (72), πρέπει να αναιρεθεί - διότι το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα στην επίδικη υπόθεση την υποχρέωση στενής εφαρμογής της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)», παρέλειψε να ελέγξει, ως όφειλε, αν η Επιτροπή προέβη σε όλες τις εν προκειμένω απαραίτητες και προσήκουσες ενέργειες προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη εφαρμογής της ανωτέρω εξαιρέσεως. H παράλειψη δύναται να επηρεάσει κατά τρόπο κρίσιμο το διατακτικό της αποφάσεως, διότι, αν το Πρωτοδικείο προέβαινε στον ενλόγω έλεγχο και διαπίστωνε ότι η Επιτροπή δεν προέβη στις σχετικές ενέργειες, θα έπρεπε να κρίνει την επίδικη απόφαση της Επιτροπής ως ακυρωτέα. γ) Επί του πέμπτου σκέλους γα) Επιχειρήματα των διαδίκων
79 Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η απόφαση για την πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής, τουλάχιστον όσον η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είναι εκκρεμής, ανήκει αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή που βασίζεται στο εθνικό δικονομικό δίκαιο, σημαίνει ότι η ανωτέρω πρόσβαση εξαρτάται από το εφαρμοζόμενο νομικό σύστημα και, επομένως, προσβάλλει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και ιδίως της αποφάσεως 94/90.
80 Αντίθετα, κατά την Επιτροπή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν οδηγεί με κανέναν τρόπο σε αναίρεση της ομοιόμορφης εφαρμογής της αποφάσεως 94/90. Η Επιτροπή πρέπει πάντοτε να αρνηθεί την κοινολόγηση των απαντήσεων που απηύθυνε στους εθνικούς δικαστές στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού. Το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι δικαστές θα επιτρέπουν την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα, και σε άλλα όχι, δεν σχετίζεται με την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. γβ) Η άποψή μου
81 Φρονώ ότι ούτε η ερμηνεία της αποφάσεως 94/90 που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο ούτε η ερμηνεία που προτείνω στο Δικαστήριο να υιοθετήσει (73) φαλκιδεύει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και ιδίως της ανωτέρω αποφάσεως. Το περιεχόμενο του εφαρμοζόμενου εν προκειμένου κοινοτικού δικαίου είναι ότι, βάσει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή, μόνον ο τελευταίος είναι αρμόδιος να αποφασίσει για την κοινολόγηση ή μη των στοιχείων του φακέλου μιας εκκρεμούς υποθέσεως και η Επιτροπή οφείλει να αρνηθεί την κοινολόγηση των στοιχείων αυτών, αφού προηγουμένως προβεί στις απαραίτητες εξακριβώσεις της γνώμης του εθνικού δικαστή. Το ανωτέρω κανονιστικό περιεχόμενο είναι επιδεκτικό ομοιόμορφης εφαρμογής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, ανάλογα με το εκάστοτε εθνικό δικονομικό δίκαιο, το οποίο βέβαια δεν μπορεί να καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή στην πράξη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (74), τα ίδια έγγραφα μπορεί να είναι δεκτικά κοινολογήσεως σε ένα κράτος μέλος και μη δεκτικά σε κάποιο άλλο. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η ενδεχόμενη ανομοιομορφία που μπορεί να προκύψει σχετικά με το ζήτημα της δυνατότητας κοινολογήσεως ενός συγκεκριμένου εγγράφου στο εσωτερικό της Ευρωπαϋκής Ενώσεως δεν οφείλεται στην ανωτέρω ερμηνεία του κανονιστικού περιεχομένου της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)». Αυτή η ενδεχόμενη ανομοιομορφία αποτελεί συνέπεια της απουσίας κοινοτικής εναρμονίσεως των εθνικών δικονομικών κανόνων και της συναφούς αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών (75), στην νομολογιακή κατοχύρωση της οποίας αναφέρεται, εξάλλου, το ίδιο το αναιρεσείον Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στο δικόγραφο της αιτήσεώς του (76).
82 Με βάση τα ανωτέρω, τα προβαλλόμενα υπό του αναιρεσείοντος Βασιλείου των Κάτω Ξωρών στο πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την προσβολή της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Γ - Επί της παραβάσεως των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 33 και 46 του Οργανισμού EK του Δικαστηρίου α) Επιχειρήματα των διαδίκων
83 Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένη, διότι το Πρωτοδικείο δεν αναφέρει (77) το λόγο για τον οποίο το άρθρο 6 της Συμβάσεως, στο οποίο θεμελιώνει την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή, παραβιάζεται στην περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίζει την πρόσβαση σε έγγραφα που κατάρτισε η ίδια για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία.
84 Εξάλλου, κατά το αναιρεσείον Βασίλειο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι μη κατανοητή διότι το Πρωτοδικείο, αφενός, αναγνωρίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες διαδικασίας, όσον αφορά τις εξουσίες του δικαστή, την εξέλιξη της διαδικασίας εν γένει και το απόρρητο των διαδικαστικών εγγράφων ειδικότερα (78), και, αφετέρου, περιορίζει την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή στα έγγραφα που καταρτίζονται από την Επιτροπή για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, και μάλιστα όσο χρονικό διάστημα η τελευταία παραμένει εκκρεμής (79). Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επισημαίνει ότι δεν είναι κατανοητό γιατί η διαδικαστική αυτονομία του εθνικού δικαστή αφορά αποκλειστικά σε ορισμένα στοιχεία του φακέλου ούτε γιατί οι διατάξεις που σχετίζονται με τη δημοσιότητα των στοιχείων της διαδικασίας που αναφέρονται στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες θα έπρεπε να αποκλεισθούν από την στιγμή κατά την οποία η διαδικασία δεν είναι πλέον εκκρεμής.
85 Ο G. van der Wal, αναφερόμενος στις παρατηρήσεις που διατύπωσε σχετικά με το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (όπως αυτός εκτίθεται στις παρούσες προτάσεις), ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι ανεπαρκής διότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε για κάθε έγγραφο χωριστά αν η Επιτροπή είχε την δυνατότητα, ενόψει των πληροφοριών που περιέχει κάθε έγγραφο, να επικαλεσθεί την προστασία του δημοσίου συφέροντος για να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα. Συμπληρωματικά δε τονίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη ώστε να γίνεται κατανοητό γιατί το Πρωτοδικείο εκτιμά στη σκέψη 45 της αποφάσεώς του ότι πρέπει να προχωρήσει σε μία εκτίμηση ενόψει του άρθρου 6 της Συμβάσεως και με ποιο τρόπο το Πρωτοδικείο συμπεραίνει ότι η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας προκύπτει από το δικαίωμα κάθε ατόμου να τυγχάνει ευθυδικίας από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Μία ακριβής αιτιολογία σχετικά με τα ανωτέρω είναι ακόμη περισσότερο επιβεβλημένη από τη στιγμή που είναι καθοριστική για την νομική εκτίμηση του Πρωτοδικείου και δεν έχει γίνει επίκλησή της από τους διαδίκους.
86 Κατά την Επιτροπή, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών παραποιεί το συλλογισμό του Πρωτοδικείου. Στα επίμαχα σημεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Πρωτοδικείο απαντά στο πρώτο επιχείρημα του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το οποίο η εξαίρεση σχετικά με τις δικαστικές διαδικασίες δεν αφορά παρά στις διαδικασίες στις οποίες η Επιτροπή είναι διάδικος. Το Πρωτοδικείο απορρίπτει το παράπονο αυτό (σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) επί τη βάσει της ερμηνείας της αποφάσεως 94/90 (σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) δυνάμει της οποίας η επίμαχη εξαίρεση που περιλαμβάνει η απόφαση έχει ως σκοπό να εγγυηθεί την διαδικαστική αυτονομία των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει λόγο για παράβαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως. Η αναφορά στο άρθρο αυτό αποτελεί απλά μία προσπάθεια θεωρητικής θεμελίωσης της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας. Αν καταργούσαμε τις σκέψεις 45 και 46 που αναφέρονται στην Συμβάσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα έμενε στην ουσία ίδια.
87 Κατά την Επιτροπή αυτό που έχει σημασία είναι να καθορισθεί, όχι αν το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς μία παράβαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως, αλλά αν αιτιολόγησε επαρκώς την ερμηνεία του για την εξαίρεση που αφορά στο δημόσιο συμφέρον ή, καλύτερα ακόμη, αν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του πρώτου λόγου ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ο προσφεύγων και σύμφωνα με τον οποίο η ανωτέρω εξαίρεση, που μνημονεύεται στην απόφαση 94/90, δεν αποβλέπει παρά στις διαδικασίες στις οποίες η Επιτροπή είναι διάδικος. Η Επιτροπή θεωρεί, συναφώς, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς σαφής ως προς το συλλογισμό που ακολούθησε το Πρωτοδικείο και ότι η σκέψη 47 είναι πειστική σε ό,τι αφορά στην αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας που αποτελεί ουσιαστική συνιστώσα της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων.
88 Η Επιτροπή επαναλαμβάνει, τέλος, το επιχείρημα ότι τα τμήματα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που αναφέρονται αφενός, στα έγγραφα που υπάρχουν ανεξάρτητα από τις δικαστικές και, αφετέρου, στην κατάσταση μετά το τέλος των διαδικασιών για τις οποίες καταρτίσθηκαν, δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά ως παρεμπίπτουσες απόψεις από τις οποίες ο G. van der Wal δεν μπορεί να αντλήσει κανένα όφελος. β) H άποψή μου
89 Tο ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί, ως τέτοιο, να προβληθεί στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως (80). Ωστόσο, τα προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες επιχειρήματα σχετικά με τις πλημμέλειες της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν είτε ως αλυσιτελή είτε ως αβάσιμα.Καταρχάς, τα επιχειρήματα ότι, ως προς το άρθρο 6 της Συμβάσεως, δεν δικαιολογείται ορθώς η ανάγκη ερμηνείας του, η συναγωγή από αυτό της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων, καθώς και η παράβασή του, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή διότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναίρεση της αποφάσεως. Ακόμη και αν εθεωρούντο ως βάσιμα, δηλαδή ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, ως προς την διατύπωσή της, η σχετική αιτιολογία που παρέθεσε το Πρωτοδικείο δεν είναι η προσήκουσα ή είναι ελλιπής, σε κάθε περίπτωση τα επί μέρους συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο, αναφερόμενο στο δικαίωμα του άρθρου 6 της Συμβάσεως, θα έπρεπε, όπως ήδη αναλύθηκε (81), να θεωρηθούν ως νομικώς και λογικώς ορθά. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, αν από το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό παρίσταται βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί (82).Σε κάθε περίπτωση όμως, τα προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες επιχειρήματα σχετικά με την αιτιολογία της αναφοράς της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στο άρθρο 6 της Συμβάσεως, θα έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα. Συγκεκριμένα, όπως ήδη ανέφερα στο πλαίσιο των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, το Πρωτοδικείο ορθώς αναφέρθηκε στο ανωτέρω δικαίωμα, που εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Συμβάσεως και ορθώς συνήγαγε από αυτό την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας (83). Κατά συνέπεια, ορθώς και επαρκώς αιτιολογημένα ερμήνευσε το περιεχόμενο της επίμαχης εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)» (84), προκειμένου να απαντήσει στον προβαλλόμενο ενώπιόν του λόγο, αναφέροντας ότι «η εξαίρεση αυτή πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να την επικαλείται ακόμη και όταν δεν είναι η ίδια διάδικος σε δικαστική διαδικασία η οποία δικαιολογεί εν προκειμένω την προστασία του δημοσίου συμφέροντος» (85). Εξάλλου, σε κανένα σημείο το Πρωτοδικείο, επιχειρηματολογώντας σε επίπεδο γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, δεν ανέφερε ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 6 της Συμβάσεως.
90 Επίσης, ως αλυσιτελή και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμα πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που αφορούν στην έλλειψη αιτιολογίας ή στην πλημμελή αιτιολογία της εφαρμογής της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας μόνο στα έγγραφα που έχουν καταρτισθεί για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία και μόνον στις εκκρεμείς υποθέσεις. Για την θεμελίωση αυτής της θέσεώς μου αρκεί να αναφερθώ σε προηγούμενες αναλύσεις μου (86), και να επισημάνω απλώς εδώ ότι η αιτιολόγηση της εφαρμογής της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας στα έγγραφα που καταρτίσθηκαν ανεξάρτητα από μία διαδικαστική διαδικασία και σε διαδικασίες που δεν είναι πλέον εκκρεμείς δεν ήταν απαραίτητη για την επίλυση της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαφοράς και την στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (87).
91 Τέλος, σε ό,τι αφορά στο επιχείρημα ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι πλημμελής διότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε για κάθε έγγραφο χωριστά αν η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα, ενόψει των πληροφοριών που περιέχει κάθε έγγραφο, να επικαλεσθεί την προστασία του δημοσίου συμφέροντος για να αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα, φρονώ ότι πρέπει να κριθεί ως αλυσιτελής, διότι, όπως ήδη ανέφερα, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Πρωτοδικείο εξέτασε, ως όφειλε, για κάθε έγγραφο χωριστά τα στοιχεία εκείνα που ήταν απαραίτητα για να κριθεί αν, ενόψει των πιθανών συνεπειών της πράξεως κοινολογήσεως, υπήρχε κίνδυνος προσβολής του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες) (88). Έτσι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τούτο αντιφάσκει προς τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως η οποία, σύμφωνα με την ολλανδική απόδοση (89), κάνει λόγο για εκτίμηση των πληροφοριών που περιέχονται στο επίμαχο έγγραφο, η αντίφαση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αναίρεση της αποφάσεως στο μέτρο που, παρά το σφάλμα της μείζονος προτάσεως του επί μέρους συλλογισμού σχετικά με το εύρος των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη, στην ελάσσονα πρόταση και στο συμπέρασμα αυτού του επιμέρους συλλογισμού δεν υπήρξε νομικό ή λογικό σφάλμα (90).
92 Ωστόσο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη σε ό,τι αφορά στον έλεγχο που το Πρωτοδικείο όφειλε να κάνει σχετικά με την εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως από τη Επιτροπή. Ενώ το Πρωτοδικείο ανέφερε ρητώς ότι όλες οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενώς (91), δεν προέβη εν γένει σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως. Ετσι, δεν προχώρησε στις απαραίτητες εξακριβώσεις και, κατά συνέπεια, δεν αιτιολόγησε νομίμως και επαρκώς το γεγονός ότι θεώρησε τελικά προσήκουσα την εφαρμογή της ενλόγω εξαιρέσεως από την Επιτροπή (92). Συγκεκριμένα, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, για να απαντήσει στον ισχυρισμό που προβλήθηκε ενώπιόν του ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την επίμαχη εξαίρεση που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)» (93), το Πρωτοδικείο όφειλε, όπως ήδη έχει αναφερθεί, να ελέγξει αν η Επιτροπή προέβη σε όλες τις εν προκειμένω απαραίτητες και προσήκουσες ενέργειες προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη εφαρμογής της ανωτέρω εξαιρέσεως και να αναφέρει τα αποτελέσματα του ενλόγω ελέγχου. Η παράλειψή του δικαστηρίου της ουσίας να προβεί στον έλεγχο αυτόν, η οποία οφείλεται αρχικά στην εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως 94/90 σχετικά με τις υποχρεώσεις που βαραίνουν την Επιτροπή όταν αυτή εφαρμόζει τις εξαιρέσεις από την ελεύθερη πρόσβαση, καθιστά και την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης ανεπαρκή. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο, ελέγχοντας την επίδικη πράξη, δεν αιτιολόγησε νομίμως και επαρκώς για ποιο λόγο έκρινε ότι η Επιτροπή προέβη σε ορθή - επομένως και στενή - εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως. Κατά τούτο λοιπόν η απόφαση του Πρωτοδικείου είναι αναιρετέα λόγω πλημμελούς αιτιολογίας. Δ - Επί της παραβιάσεως της αρχής της αυτονομίας των διαδίκων και των δικαιωμάτων αμύνης α) Επιχειρήματα των διαδίκων
93 Kατά τον G. van der Wal, στις σκέψεις 45 έως 51 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Πρωτοδικείο παραβίασε, αφενός, την αρχή της αυτονομίας των διαδίκων, όπως αυτή εφαρμόζεται στο κοινοτικό δίκαιο και συχνά αναφέρεται στα διάφορα εθνικά δίκαια ως αρχή της ουδετερότητας του δικαστή (principe de passivitι du juge) ή αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης (principe de disposition) και, αφετέρου, την αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων αμύνης των διαδίκων. Κατά τον αναιρεσείοντα το Πρωτοδικείο θεμελίωσε την εκτίμησή του στο άρθρο 6 της Συμβάσεως (94), ενώ τα μέρη δεν επικαλέσθηκαν αυτή τη διάταξη (95), ούτε η επίκλησή της είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά της Επιτροπής δικαιολογείται και κυρώνεται a posteriori από το Πρωτοδικείο για λόγους που η ίδια η Επιτροπή δεν είχε αναφέρει. Εξάλλου, παραβιάσθησαν τα δικαιώματα αμύνης των διαδίκων στο μέτρο που δεν εξέθεσαν μέσα αμύνης σχετικά με την επιχειρηματολογία που βασίζεται στην Σύμβαση, καθώς για την τελευταία δεν έγινε λόγος ούτε στην επίδικη απόφαση, ούτε στην διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, ενώ η επιχειρηματολογία αυτή παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκτίμηση του Πρωτοδικείου.
94 Η Επιτροπή ισχυρίζεται πως είναι ανακριβές ότι το Πρωτοδικείο θεμελιώνει την εκτίμησή του στο άρθρο 6 της Συμβάσεως και ότι υπερέβη τα όρια της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων μερών. Η άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφά της, η οποία ερείδετο στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)» και στη θεώρηση ότι ανήκε αποκλειστικά στους εθνικούς δικαστές να καθορίσουν, με βάση το εθνικό τους δίκαιο, υπό ποιες προϋποθέσεις αυτά τα έγγραφα θα μπορούσαν να γνωστοποιηθούν σε τρίτους, ερείδετο λοιπόν ουσιαστικά στην αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή. Το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε αυτήν την αρχή και αυτήν την ερμηνεία της αποφάσεως 94/90, επί της οποίας ο προσφεύγων, μπόρεσε να παρουσιάσει, για την άμυνά του ενώπιον του Πρωτοδικείου, όλους τους λόγους ακυρώσεως, ισχυρισμούς και επιχειρήματα που επιθυμούσε. Η παραπομπή στην Σύμβαση δεν αποτελούσε παρά θεωρητική διευκρίνιση της θεμελιώσεως αυτής της αρχής. Εξάλλου, ο G. van der Wal δεν εξηγεί σε τί θα ήταν διαφορετική η άμυνα του ενώπιον του Πρωτοδικείου αν γινόταν ρητώς λόγος για την Σύμβαση. β) Η άποψή μου
95 Αν και πρέπει να γίνει γενικά δεκτό ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να κρίνει ultra petita, υπό την έννοια ότι περιορίζεται καταρχήν από το πλαίσιο της διαφοράς που έχουν οριοθετήσει οι διάδικοι, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση. Όπως ήδη έχει καταδειχθεί, το Πρωτοδικείο δεν στήριξε την απόφασή του στο άρθρο 6 της Συμβάσεως, αλλά στην ερμηνεία της προβλεπόμενης στον κώδικα συμπεριφοράς εξαιρέσεως σχετικά με τις «δικαστικές διαδικασίες». Αυτή η ερμηνεία ερείδεται στο πλαίσιο της θεωρητικής αναλύσεως των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, όπου και παρεισφρέει η επίκληση του άρθρου 6 της Συμβάσεως, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν είναι αναιτιολόγητη, δεν συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ούτε καθιστά ελαττωματική την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η ερμηνεία της ανωτέρω εξαιρέσεως, που προβλέπεται στον κώδικα συμπεριφοράς, ζητήθηκε ρητώς από τους διαδίκους πρωτοδίκως μέσω των λόγων ακυρώσεως και των σχετικών ισχυρισμών που αυτοί προέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου (96). Είναι λοιπόν φανερό ότι η αναφορά στο άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό που επενόησε το Πρωτοδικείο, αλλά ανάπτυξη της συλλογιστικής του σχετικά με το περιεχόμενο του ισχυρισμού που ο ίδιος ο προσφεύγων προέβαλε ενώπιόν τoυ. Και μόνο από το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα υπερβάσεως του αντικειμένου της διαφοράς και κρίσεως ultra petita (97). Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της αναζητήσεως της αληθούς εννοίας των κρίσιμων και προβληθεισών μάλιστα από τους ίδιους τους διαδίκους νομικών διατάξεων, ο δικαστής δεσμεύεται από τα επιχειρήματα των διαδίκων ή υποχρεούται να θέσει υπόψη τους κάθε νομικό επιχείρημα που στηρίζει τη συγκρότηση της μείζονος προτάσεως του συλλογισμού του. Ο προσδιορισμός της εννοίας του νόμου δεν ανήκει στο πεδίο εφαρμογής μιας αρχής ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης από τους διαδίκους. Η θέση αυτή δεν αντιβαίνει στην υποχρέωση του δικαστή να μην κρίνει ultra petita, ενώ η αντίθετη θέση θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο εκδόσεως αποφάσεων που στηρίζονται σε εσφαλμένες νομικές σκέψεις (98).
96 Από τα ανωτέρω συνάγεται, επιπλέον, ότι το Πρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να ανακοινώσει στους διαδίκους την πρόθεσή του να αναφερθεί - κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε - στο άρθρο 6 της Συμβάσεως, ούτε να ζητήσει από αυτούς να λάβουν θέση επ' αυτού. Είναι προφανές ότι οι αρχές της εκατέρωθεν ακροάσεως και της προστασίας των δικαιωμάτων αμύνης τους έγιναν σεβαστές από το Πρωτοδικείο εφόσον οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί των λόγων ακυρώσεως και ισχυρισμών, οι οποίοι είχαν προβληθεί και στο πλαίσιο των οποίων αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο. Εξάλλου, όπως ορθώς επεσήμανε η Επιτροπή, ο αναιρεσείων δεν εξηγεί σε τι θα ήταν διαφορετική η άμυνά του ενώπιον του Πρωτοδικείου αν είχε γίνει εκ των προτέρων λόγος για το επίμαχο άρθρο της Συμβάσεως.
97 Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα υποκαταστάσεως της αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής από το σκεπτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. H Eπιτροπή αιτιολόγησε την άρνηση προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα επικαλούμενη την εξαίρεση που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)» και ερμηνεύοντάς την υπό την έννοια ότι, από τη στιγμή που αυτή διαβίβασε τις απαντητικές επιστολές στα εθνικά δικαστήρια και αυτές απετέλεσαν αναπόσπαστο μέρος του φακέλου των εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων αυτών, το ζήτημα της δημοσιεύσεως ή/και της κοινολογήσεως των επιστολών αυτών εμπίπτει προεχόντως στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται κάθε απαντητική επιστολή (99). Η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας, την οποία επικαλέσθηκε και εφάρμοσε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την οποία συνέδεσε, με τον τρόπο που ήδη αναφέρθηκε, με το άρθρο 6 της Συμβάσεως, δεν αποκλίνει ουσιαστικά από την αιτιολογία που πρόβαλε η Επιτροπή, γεγονός που φάνηκε και με την ευκαιρία της αναλύσεως των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως. Αν παρόλ' αυτά υπάρχει κάποια διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αιτιολογιών, αυτή η διαφοροποίηση, κινούμενη σε επίπεδο νομικής ορολογίας, δεν έγκειται στη ratio, στο κανονιστικό περιεχόμενο της επίμαχης εξαιρέσεως ή στον τρόπο που η εξαίρεση αυτή έπρεπε να εφαρμοσθεί ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αλλά στον επακριβή προσδιορισμό της θεωρητικής θεμελιώσεως της ενλόγω εξαιρέσεως. Μία τέτοια διαφοροποίηση, όμως, δεν ισοδυναμεί ούτε με υποκατάσταση αιτιολογίας, oύτε φυσικά με υποκατάσταση της νομίμου βάσεως της επίδικης αποφάσεως. Τέλος, σε κάθε περίπτωση αξίζει να σημειωθεί πως το γεγονός ότι κατά την εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως η Επιτροπή έχει δέσμια αρμοδιότητα (100) αποκλείει την περίπτωση αθέμιτης υποκαταστάσεως της αιτιολογίας. Με άλλα λόγια, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα έγγραφα έχουν συνταχθεί για μία συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία και αποτελούν στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας αυτής, που ακόμη εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη υποκατάσταση αιτιολογίας, διότι η Επιτροπή δεν έχει διακριτική ευχέρεια, αλλά υποχρέωση αρνήσεως της προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα, και, επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μία επιπλέον θεωρητική εκτίμηση ή διευκρίνιση ως προς τη θεμελίωση, τη συστηματική ερμηνεία και το σκοπό της εφαρμοσθείσας διατάξεως μπορεί κατά τρόπο αθέμιτο να δικαιολογήσει a posteriori την άσκηση μιας τέτοιας ευχέρειας.
98 Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις φρονώ ότι ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται στην παραβίαση των αρχών της αυτονομίας των διαδίκων και της προστασίας των δικαιωμάτων αμύνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI - Συμπέρασμα επί της αιτήσεως αναιρέσεως
99 Το σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως συνίσταται, όπως έχω ήδη αναφέρει, στο γεγονός ότι, καταρχάς, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση 94/90 σε ό,τι αφορά στις υποχρεώσεις της Επιτροπής κατά την εφαρμογή της εξαιρέσεως που στηρίζεται στην «προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες)». Συνεπεία τούτου, δεν προέβη, στη συνέχεια, στις απαραίτητες εξακριβώσεις, σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών στο πλαίσιο του ελέγχου της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αρνήσεως της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο δεν έλεγξε αν η Επιτροπή προέβη σε όλες τις απαραίτητες και προσήκουσες ενέργειες προκειμένου να έχει τη γνώμη των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων και, έτσι, να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη εφαρμογής της ανωτέρω εξαιρέσεως. Αποτέλεσμα του ανωτέρω σφάλματος υπήρξε η πλημμελής αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο, ελέγχοντας την επίδικη πράξη, δεν αιτιολόγησε νομίμως και επαρκώς για ποιο λόγο έκρινε ότι η Επιτροπή προέβη σε ορθή - επομένως και στενή - εφαρμογή της επίμαχης εξαιρέσεως. Η ανωτέρω πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δύναται να επηρεάσει κατά τρόπο κρίσιμο το διατακτικό της. Αν το Πρωτοδικείο προέβαινε, ως όφειλε, στις ενλόγω εξακριβώσεις ενδέχεται να διαπίστωνε ότι η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει τις σχετικές υποχρεώσεις της, δεν εφάρμοσε στενώς την επίμαχη εξαίρεση και κατά συνέπεια δεν αιτιολόγησε ορθώς την άρνησή της· στην περίπτωση αυτή το Πρωτοδικείο θα όφειλε να ακυρώσει την άρνηση αυτή της Επιτροπής. Για το λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
100 Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης το Πρωτοδικείο πρέπει, ενόψει των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως, να εκτιμήσει αν πράγματι η Επιτροπή προέβη σε όλες τις απαραίτητες και προσήκουσες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλίσει τη γνώμη των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, σχετικά με το ζήτημα της κοινολογήσεως των επίμαχων εγγράφων.
101 Δεδομένου, λοιπόν ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι εκκαθαρισμένη κατά το πραγματικό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο, ώστε να κριθεί κατ' ουσία. VII - Eπί των δικαστικών εξόδων
102 Σύμφωνα με το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων «όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη ή όταν γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά». Εφόσον, εν προκειμένω, δεν συντρέχει καμία από τις δύο περιπτώσεις προτείνω στο Δικαστήριο να μην αποφανθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
VIII - Πρόταση
103 Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, της 19ης Μαρτίου 1998, Τ-83/96, Van der Wal κατά Επιτροπής.
2) Να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, για νέα ουσιαστική κρίση.
3) Να μην αποφανθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(1) - T-83/96 (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-545).
(2) - EE C 39 της 13ης Φεβρουαρίου 1993, σ. 6.
(3) - H δήλωση αυτή έχει ως εξής: «Η Συνδιάσκεψη θεωρεί ότι η διαφάνεια της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων ενισχύει τη δημοκρατικότητα των οργάνων καθώς και την εμπιστοσύνη του κοινού προς τον διοικητικό μηχανισμό. Γι' αυτόν τον λόγο η Συνδιάσκεψη συνιστά να υποβάλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο, το αργότερο το 1993, έκθεση σχετικά με τα μέτρα που αποσκοπούν να διευρύνουν την πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες που διαθέτουν τα όργανα.»
(4) - ΕΕ C 156 της 8ης Ιουνίου 1993, σ. 5.
(5) - ΕΕ C 166 της 17ης Ιουνίου 1993, σ. 4
(6) - ΕΕ L 340 της 31ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 4.
(7) - ΕΕ L 46 της 18ης Φεβρουαρίου 1994, σ. 58.
(8) - ΕΕ C 67 της 4ης Μαρτίου 1994, σ. 5.
(9) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 2.
(10) - Συγκεκριμένα, η Επιτροπή σημείωνε στην ανακοίνωση αυτή ότι: «37. (...) τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα έχουν τη δυνατότητα, εντός των ορίων του εθνικού δικονομικού δικαίου, να απευθυνθούν στην Επιτροπή και, συγκεκριμένα, στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, προκειμένου να ζητήσουν τις ακόλουθες πληροφορίες. Καταρχάς πρόκειται για διαδικαστικές πληροφορίες που επιτρέπουν να γίνει γνωστό αν μια υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον της Επιτροπής, αν μια υπόθεση αποτέλεσε αντικείμενο κοινολόγησης, αν η Επιτροπή κίνησε επισήμως τη διαδικασία ή αν έχει ήδη αποφανθεί με απόφαση βάσει του κανονισμού αριθ. 17 ή μέσω διοικητικής επιστολής των υπηρεσιών της. Σε περίπτωση ανάγκης, τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα μπορούν επίσης να ζητήσουν από την Επιτροπή γνωμοδότηση σχετικά με τις πιθανές προθεσμίες της χορήγησης ατομικής απαλλαγής ή απόρριψης της σχετικής αιτήσεως για τις κοινοποιηθείσες συμφωνίες ή πρακτικές, ώστε να αναβάλουν την έκδοση αποφάσεως ή να διατάξουν τη λήψη προσωρινών μέτρων. Η Επιτροπή θα καταβάλει από την πλευρά της κάθε δυνατή προσπάθεια για να χειριστεί κατά προτεραιότητα τις υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο αναβληθεισών κατά τον τρόπο αυτό διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως όταν πρόκειται για την επίλυση αστικών διαφορών.
38. Περαιτέρω, τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με θέματα νομικής φύσεως. Εάν η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ τους προκαλεί ιδιαίτερες δυσχέρειες, τα εθνικά δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής ως προς τη διοικητική πρακτική που εφαρμόζεται όσον αφορά τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. υΟσον αφορά τα άρθρα 85 και 86, πρόκειται (...) κυρίως [για] τους όρους εφαρμογής των εν λόγω άρθρων έναντι των επιπτώσεων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών καθώς και έναντι του κατά πόσο είναι αισθητός ο περιορισμός του ανταγωνισμού που προκύπτει από τις απαριθμούμενες στις διατάξεις αυτές πρακτικές. Στις απαντήσεις της, η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει ως προς την ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου, εφόσον υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα να τύχει ατομικής απαλλαγής μια επίδικη σύμπραξη, μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει προσωρινή γνωμοδότηση. Εάν η Επιτροπή γνωμοδοτήσει ότι δεν είναι πιθανή η χορήγηση απαλλαγής στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα μπορούν να απορρίψουν την αναστολή και να αποφανθούν επί της ισχύος της σύμπραξης.
39. Οι απαντήσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν τα δικαιοδοτικά όργανα που τις ζήτησαν. Η Επιτροπή καθιστά σαφές στις απαντήσεις της ότι δεν παρέχει οριστική γνωμοδότηση και ότι ουδόλως θίγεται το δικαίωμα του εθνικού δικαστή να προσφύγει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ωστόσο, οι απαντήσεις αυτές της Επιτροπής παρέχουν κατά την άποψή της χρήσιμη βοήθεια προς επίλυση των διαφορών.
40. Τέλος τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα μπορούν να ενημερώνονται από την Επιτροπή σχετικά με το υλικό τεκμηρίωσης: στατιστικά στοιχεία, μελέτες της αγοράς και οικονομικές αναλύσεις. Η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες να κοινολογεί το υλικό αυτό (...) ή να αναφέρει την πηγή τους.»
(11) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 2.
(12) - ΕΕ L 173 της 30ής Ιουνίου 1983, σ. 1.
(13) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35.
(14) - ΕΕ L 15 της 18ης Ιανουαρίου 1985, σ. 16.
(15) - Εννοεί την απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Μαρτίου 1997, Τ-105/95, WWF UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-313).
(16) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 2.
(17) - Απόφαση της 29ης Μαου 1997, υπόθεση C-299/95, Kremzow (Συλλογή 1997, σ. Ι-2629, σκέψη 14). Επί της εξελίξεως της νομολογίας, βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 14ης Μαου 1974, υπόθεση 4/73, Nold κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 277, σκέψη 13), της 28ης Οκτωβρίου 1975, υπόθεση 36/75, Rutili (Συλλογή τόμος 1975, σ. 367, σκέψη 32), της 10ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 63/83, Kirk (Συλλογή 1984, σ. 2689, σκέψη 22), της 15ης Μαου 1986, υπόθεση 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18), της 1ης Απριλίου 1987, υπόθεση 257/85, Dufay κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1561, σκέψη 10), της 5ης Οκτωβρίου 1994, υπόθεση C-404/92 P, Ξ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4737, σκέψη 17) και της 17ης Δεκεμβρίου 1998, υπόθεση C-185/95 P, Baustahlgewebe GmbH (Συλλογή 1998, σ. Ι-8417, σκέψεις 20 έως 22).
(18) - Σκέψη 46.
(19) - Βλ. και την προμνησθείσα, στην υποσημείωση 17, απόφαση Baustahlgewebe GmbH (σκέψη 21). Εξάλλου, όπως αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας κ. Ph. Lιger, στις προτάσεις του στην ενλόγω υπόθεση, «Το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση επιβεβαίωσε την προσήλωση της Ευρωπαϋκής Ενώσεως στη Σύμβαση, οπότε αποτελεί κεκτημένο, σήμερα, ότι στην αποστολή του Δικαστηρίου περιλαμβάνεται η διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται με τη Σύμβαση αυτή. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Σύμβαση διατυπώνει κανόνες ως προς τους οποίους το Δικαστήριο δεν αρκείται να διασφαλίζει άμεσα την ακεραιότητά τους στο κοινοτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο εμπνέεται από τους κανόνες αυτούς για να συναγάγει θεμελιώδεις αρχές που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας των κανόνων στον τομέα αυτό. Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη συμβάλλουν, σε σημαντική έκταση, στη διαμόρφωση των θεμελιωδών αυτών αρχών. νOπως οι παραδόσεις αυτές έτσι και η Σύμβαση αποτελεί την πηγή εμπνεύσεως όχι μόνο για τα θεμελιώδη δικαιώματα αλλά και για τις άλλες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου» (σημεία 25 έως 28).
(20) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. A. La Pergola στην προμνησθείσα, στην υποσημείωση 17, υπόθεση Kremzow, σημείο 6.
(21) - Βλ. την προμνησθείσα, στην υποσημείωση 17, απόφαση Baustahlgewebe GmbH (σκέψη 29).
(22) - Σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Η υπογράμμιση είναι δική μου.
(23) - Σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(24) - Βλ., ενδεικτικά, Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1994, Raffineries grecques Stran et Stratis Abdreadis, sιrie A, n. 301-B (σκέψεις 49 και 50). Βλ., επίσης, ενδεικτικά, από τη θεωρία, F. Tulkens, La notion europιenne de tribunal indιpendant et impartial. La situation en Belgique, Revue de Science Criminelle et de droit pιnal comparι, 1990, σ. 667 επ., ιδίως σ. 680.
(25) - Βλ., ενδεικτικά, Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1984, Sramek, sιrie A, n. 84 (σκέψη 42), της 29ης Απριλίου 1988, Belilos, sιrie A, n. 132 (σκέψεις 66 και 67) και της 22ας Ιουνίου 1989, Langborger, sιrie A, n. 155 (σκέψη 32). Βλ., επίσης, ενδεικτικά, από τη θεωρία, R. St. J. Μacdonald, F. Matscher and H. Petzold (edited by), The european system for the protection of human rights, Martinus Nijhoff Publishers, Dordrecht - Boston - London, 1993, σ. 397.
(26) - Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η διασύνδεση μεταξύ διαδικαστικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας του δικαστή συνιστά επίσης μία θεσμική εγγύηση της προστασίας των συμφερόντων των διαδίκων (πρβλ., ανωτέρω, σημείο 34 των προτάσεών μου). Αυτή η διαπλοκή της εξασφαλίσεως των ατομικών συμφερόντων των διαδίκων και της προστασίας της διαδικαστικής αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του δικαστή συνδέεται προς την καθιέρωση μιας γενικής αρχής, η οποία θα μπορούσε να ονομασθεί ως αρχή του απαραβίαστου του «ιδιαίτερου χώρου» - κατά το παράδειγμα του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής - διεξαγωγής μιας δικαστικής διαδικασίας. Ανάλογες σκέψεις διατύπωσε το Πρωτοδικείο με την απόφασή του της 17ης Ιουνίου 1998, υπόθεση Τ-174/95, Svenska Journalistfφrbundet (Συλλογή 1998, σ. II-2289, σκέψεις 135 και 136) που έκρινε ότι: «Βάσει των κανόνων που διέπουν την εξέταση των υποθέσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι διάδικοι απολαύουν προστασίας κατά της μη προσήκουσας χρήσης των εγγράφων της διαδικασίας. ςΕτσι, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, των Οδηγιών προς τον Γραμματέα της 3ης Μαρτίου 1994 (EE L 78, σ. 32), ουδείς τρίτος, είτε πρόκειται για ιδιώτη είτε για δημόσιο φορέα, έχει το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο της υποθέσεως στα έγγραφα της διαδικασίας, χωρίς ρητή έγκριση του προέδρου και αφού ακουστούν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο πρόεδρος μπορεί να εξαιρέσει, από την ανακοίνωση προς παρεμβαίνοντα σε μια υπόθεση, απόρρητα ή εμπιστευτικά στοιχεία. Οι διατάξεις αυτές αντανακλούν τη γενική αρχή της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης βάσει της οποίας οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους ανεξαρτήτως κάθε εξωτερικής επιδράσεως, ιδίως εκ μέρους του κοινού» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
(27) - Το αναιρεσείον Βασίλειο παραπέμπει συγκεκριμένα στη μείζονα πρόταση που διατυπώνεται στις σκέψεις 41 έως 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(28) - Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι κοινός και στις δύο συγκλίνουσες συνεκδικαζόμενες αιτήσεις. Για λόγους πρακτικούς θα βασισθώ στη συστηματική παρουσίαση του λόγου αυτού στην αίτηση αναιρέσεως του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών (C-174/89 P), επισημαίνοντας, όπου υπάρχει ανάγκη, τους επιπλέον ισχυρισμούς και επιχειρήματα που υπάρχουν στην αίτηση του G. van der Wal (C-189/98 P).
(29) - Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αναφέρεται συγκεκριμένα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 33/76, Rewe (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 45/76, Comet (Συλλογή τόμος 1976, 765, σκέψεις 12 έως 16), της 27ης Φεβρουαρίου 1980, υπόθεση 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 253, σκέψη 25), της 9ης Νοεμβρίου 1983, υπόθεση 192/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595), της 25ης Φεβρουαρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 331/85, 376/85 και 378/85, Bianco και Girard (Συλλογή 1988, σ. 1099, σκέψη 12), της 24ης Μαρτίου 1988, υπόθεση 104/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 1799, σκέψη 7), της 14ης Ιουλίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 123/87 και 330/87, Jeunehomme και ΕGI (Συλλογή 1988, σ. 4517, σκέψη 17), της 19ης Ιουνίου 1992, υπόθεση C-96/91, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1992, σ. I-3789, σκέψη 12), της 19ης Noεμβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, σκέψη 12), της 14ης Δεκεμβρίου 1995, υπόθεση C-312/93, Peterbrock (Συλλογή 1995, σ. Ι-4599, σκέψη 12), της 14ης Δεκεμβρίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-430/93 και C-431/93, Van Schijndel και Van Veen (Συλλογή 1995, σ. Ι-4705, σκέψη 17), της 8ης Φεβρουαρίου 1996, υπόθεση C-212/94, FMC κ.λπ. (Συλλογή 1996 σ. Ι-389, σκέψη 71) και της 2ας Δεκεμβρίου 1997, υπόθεση C-188/95, Fantask (Συλλογή 1997, σ. Ι-6783).
(30) - Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αναφέρεται συγκεκριμένα στην σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(31) - Το αναιρεσείον Βασίλειο αναφέρεται στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(32) - Το αναιρεσείον Βασίλειο αναφέρεται στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(33) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 29.
(34) - Βλ., συγκεκριμένα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 1974, υπόθεση 127/83, BRT (Συλλογή τόμος 1974, σ.35), της 10ης Νοεμβρίου 1993, υπόθεση C-60/92, Otto (Συλλογή 1993, σ.Ι-5683), της 28ης Φεβρουαρίου 1991, υπόθεση C-234/89, Δηλιμίτης (Συλλογή 1991, σ. I-935).
(35) - Βλ. κατωτέρω, σημείο 50 των προτάσεών μου.
(36) - Η Επιτροπή παραπέμπει στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(37) - Η Επιτροπή αναφέρεται στα σημεία 25 και 26 του δικογράφου της αιτήσεως.
(38) - Βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, υπόθεση C-26/94 P, Ξ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4381, σκέψεις 11 και 12). Βλ., επίσης, τη διάταξη της 6ης Μαρτίου 1997, υπόθεση C-303/96 P, Bernardi κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1997, σ. Ι-1239, σκέψη 37) και τις εκεί μνημονευθείσες αποφάσεις.
(39) - Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι, κατά το χρονικό διάστημα που είναι κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή πριν από τη θέση σε εφαρμογή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, η απόφαση 94/90 αποτελεί το κανονιστικό θεμέλιο της κατοχυρώσεως του δικαιώματος προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής. Όπως συνάγεται από την νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση 94/90 αποτελεί την ανταπόκριση της Επιτροπής στα αιτήματα του Ευρωπαϋκού Συμβουλίου να αντικατοπτρισθεί στο κοινοτικό επίπεδο το δικαίωμα των πολιτών, το αναγνωριζόμενο από την πλειονότητα των νομοθεσιών των κρατών μελών, να έχουν πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των δημοσίων αρχών. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε θεσπίσει γενική ρύθμιση σχετικά με το δικαίωμα του κοινού για πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των κοινοτικών οργάνων, σ' αυτά εναπόκειτο η λήψη, δυνάμει της εξουσίας τους εσωτερικής οργανώσεως, των μέτρων που είναι αναγκαία για να εξετάζονται - και να ικανοποιούνται - οι αιτήσεις προσβάσεως στα έγγραφα κατά τρόπο που να ικανοποιεί το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως [βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1996, υπόθεση C-58/94, Κάτω Ξώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-2169, σκέψεις 34 έως 37), αναφορικά με την αντίστοιχη απόφαση του Συμβουλίου (απόφαση 93/731/ΕΟΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου, ΕΕ L 340, σ. 43)].
(40) - Σχετικά με την υποχρέωση εξετάσεως κάθε εγγράφου ξεχωριστά, βλ. και την προμνησθείσα στο σημείο 7 των προτάσεών μου ανακοίνωση 94/C 67/03.
(41) - Για τα ζητήματα που θέτει η απόκλιση των γλωσσικών αποδόσεων αυτής της μείζονος προτάσεως, βλ., κατωτέρω, υποσημείωση 62.
(42) - Βλ., ενδεικτικά, τις προμνησθείσες, στην υποσημείωση 29, αποφάσεις Rewe (σκέψη 5) και Fantask (σκέψη 39).
(43) - Βλ. σκέψη 47 (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(44) - Σκέψεις 47 και 48.
(45) - Βλ., ανωτέρω, σημείο 36 των προτάσεών μου.
(46) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 34 των προτάσεών μου.
(47) - Bλ. ανωτέρω, σημείο 36 των προτάσεών μου.
(48) - Σχετικά με μία τέτοια επέκταση, βλ. τη διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας της 7ης Ιουνίου 1990 του Συμβουλίου, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος (ΕΕ L 158, της 23ης Ιουνίου 1990, σ. 56). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι επιτρέπεται η άρνηση χορήγησης των πληροφοριών αυτών όταν οι πληροφορίες έχουν σχέση με: (...) - υποθέσεις που εκκρεμούν ή εκκρεμούσαν ενώπιον δικαστηρίων (...)».
(49) - Πρβλ. ανωτέρω, σημείο 36 των προτάσεών μου.
(50) - Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, η Επιτροπή, αφού λάβει γνώση των προθέσεων του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει να εκτιμά αυτόνομα αν η άρνηση να επιτρέψει την πρόσβαση δύναται να δικαιολογηθεί βάσει του δημοσίου συμφέροντος (βλ. σχετικά το υπόμνημα της παρεμβάσεως που κατέθεσε πρωτοδίκως, σημείο 42). Φρονώ ότι η ενλόγω θέση δεν είναι ορθή, διότι η αναγνώριση αυτονομίας στην κρίση της Επιτροπής θα προσέβαλλε την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας του εθνικού δικαστή. Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δεσμεύει την Επιτροπή.
(51) - Βλ. κατωτέρω, σημείο 77 των προτάσεών μου.
(52) - Πρβλ. και κατωτέρω σημείο 92 των προτάσεών μου.
(53) - Σχετικά με τη διασύνδεση του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και της αρχής της χρηστής διοικήσεως, πρβλ. την προμνησθείσα, στην υποσημείωση 39, απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Συμβουλίου (σκέψη 37).
(54) - H παράλειψη αυτή δύναται να επηρεάσει κατά τρόπο κρίσιμο το διατακτικό της αποφάσεως. Αν το Πρωτοδικείο προέβαινε στις ενλόγω εξακριβώσεις ενδέχεται να διαπίστωνε ότι η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει τις σχετικές υποχρεώσεις της ως προς την αιτιολογία της αρνήσεώς της· στην περίπτωση αυτή το Πρωτοδικείο θα όφειλε να κρίνει την επίδικη απόφαση της Επιτροπής ως ακυρωτέα. Βλ. και κατωτέρω, σημείο 99 των προτάσεών μου.
(55) - Συναφώς, ο G. van der Wal παρατηρεί ότι, ενόψει της αποφάσεως 94/90, το Πρωτοδικείο όφειλε να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αναφέρει για κάθε επίμαχο έγγραφο το λόγο για τον οποίο αρνήθηκε την πρόσβαση σ' αυτό λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που αυτό περιέχει, όπως αναφέρεται στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι είναι απαραίτητο να γίνει.
(56) - Συναφώς, ο G. van der Wal επισημαίνει ότι, στο μέτρο που η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σημαίνει ότι η απαίτηση για μία «δικαιολόγηση για κάθε έγγραφο» μπορεί να ερμηνευθεί ως «δικαιολόγηση ανά κατηγορία εγγράφων», αυτή η θέση είναι ασυμβίβαστη με την προηγούμενη νομολογία του Πρωτοδικείου που θεωρούσε παγίως ότι οι εξαιρέσεις που επικαλείται η Επιτροπή και η υποχρέωση αιτιολογίας που τη βαραίνει πρέπει να ερμηνεύονται στενώς.
(57) - Βλ. κατωτέρω, σημείο 68 των προτάσεών μου.
(58) - Βλ. κατωτέρω, σημείο 69 των προτάσεών μου.
(59) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 50 των προτάσεών μου.
(60) - Βλ., ενδεικτικά, τις προμνησθείσες στις υποσημειώσεις 38 και 17 αντιστοίχως, αποφάσεις Bernardi κατά Κοινοβουλίου (σκέψη 39) και Βaustahlgewebe GmbH (σκέψη 113).
(61) - Βλ. σκέψεις 50 έως 53 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(62) - Tο αναιρεσείον Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αναφέρει πως η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κάνει δεκτό, στη μείζονα πρόταση του συλλογισμού της (σκέψη 43), ότι η Επιτροπή πρέπει να εκτιμά αν η επίδειξη σε τρίτους κάθε εγγράφου μπορεί πράγματι να θίξει κάποιο από τα δημόσια συμφέροντα, ενόψει των πληροφοριών που περιέχει το επίμαχο έγγραφο. Ως προς την παρατήρηση αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι, μολονότι σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις γίνεται λόγος για τις πληροφορίες που η Επιτροπή διαθέτει (στα ελληνικά: «ενόψει των πληροφοριών που διαθέτει»· στα γαλλικά: «au regard des informations dont elle dispose») ή στις οποίες έχει πρόσβαση (στα αγγλικά: «in the light of the information available to it»), σύμφωνα με το ολλανδικό κείμενο (τα ολλανδικά αποτελούν τη γλώσσα της διαδικασίας), το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται στην πληροφορία που περιέχει το επίμαχο έγγραφο («wegens de informatie die het bevat»). Φρονώ ότι, ενόψει της κρίσεως περί του βασίμου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Βασιλείου των Κάτω Ξωρών σχετικά με την εσφαλμένη επιλογή του κριτηρίου εφαρμογής της επίμαχης εξαιρέσεως, κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί η απόκλιση των γλωσσικών αποδόσεων και να επιλεγεί μία εξ αυτών θα ήταν αλυσιτελής. Όπως ήδη ανέφερα, σύμφωνα με την απόφαση 94/90 το θεμελιώδες κριτήριο είναι η εκτίμηση των πιθανών συνεπειών της πράξεως κοινολογήσεως. Το να προσπαθήσει κανείς a priori, για κάθε περίπτωση, να προσδιορίσει περισσότερο αυτό το κριτήριο, αναφερόμενος είτε μόνο στις πληροφορίες που περιέχει το έγγραφο είτε μόνο στις πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή είτε μόνο στις πληροφορίες στις οποίες η τελευταία έχει πρόσβαση, θα ήταν περιττό, διότι στην πράξη, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε περιπτώσεως, η Επιτροπή, προκειμένου να προβεί στη σχετική διαπίστωση, καλείται να προσφύγει σε κάθε αναγκαία ενέργεια· ενδεχομένως, και στις τρεις κατηγορίες πληροφοριών. Ως προς το γεγονός ότι, ενόψει της ανωτέρω αποκλίσεως των γλωσσικών αποδόσεων, θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα κύρους της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (αντίφαση μεταξύ μείζονος και ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού), φρονώ πως κάθε προσπάθεια επιλογής μεταξύ των διαφόρων αποδόσεων είναι επίσης αλυσιτελής. Από τη στιγμή που, ως προς το ειδικό ζήτημα της ενλόγω εκτιμήσεως της Επιτροπής, το συμπέρασμα του επί μέρους συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως θα μπορούσε να είναι ορθό με βάση άλλο νομικό λόγο - εν προκειμένω, την εφαρμογή του γενικού κριτηρίου που αφορά στην εκτίμηση της πράξεως κοινολογήσεως, εξειδικευμένου ad hoc από το κριτήριο της προσφυγής στις πληροφορίες στις οποίες η Επιτροπή έχει κανονικά πρόσβαση -, ο πιθανός ισχυρισμός σχετικά με την ύπαρξη αντιφατικής αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί. Βλ. και κατωτέρω, σημείο 91 των προτάσεών μου.
(63) - Σχετικά με τον επιτακτικό χαρακτήρα της οικείας κατηγορίας εξαιρέσεων, βλ. ανωτέρω, σημείο 51 των προτάσεών μου.
(64) - Πρβλ. και ανωτέρω, σημείο 58 των προτάσεών μου.
(65) - Σχετικά με την υποχρέωση στενής ερμηνεία των εξαιρέσεων της αποφάσεως 94/90, υποχρέωση που μνημονεύεται από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στη σκέψη 41, βλ. ανωτέρω, σημείο 51 των προτάσεών μου.
(66) - Βλ. τις προμνησθείσες στην υποσημείωση 34 αποφάσεις BRT, Otto και Δηλιμίτης.
(67) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 2.
(68) - Bλ., ενδεικτικά, την προμνησθείσα στην υποσημείωση 34 απόφαση Δηλιμίτης, σκέψη 53.
(69) - Βλ. σκέψη 41.
(70) - Πρβλ., κατ' αναλογία, την απόφαση του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της 7ης Ιουλίου 1989, Gaskin, sιrie A, n. 160. Η συγκεκριμένη υπόθεση, που διαφέρει σε αρκετά σημεία από την υπό κρίση υπόθεση, αφορούσε στον G. Gaskin, ο οποίος, μετά τον θάνατο της μητέρας του βρισκόταν υπό δημόσια φροντίδα και επίβλεψη μέχρι την ενηλικίωσή του. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα διέμεινε κοντά σε διάφορους γονείς που ανέλαβαν τη διατροφή του, ενώ στις τοπικές αρχές είχε συσταθεί και εμπιστευτικός φάκελος που τον αφορούσε. O G. Gaskin ισχυρίστηκε ότι είχε κακοποιηθεί ενώ ήταν σε επίβλεψη. Από τη στιγμή της ενηλικιώσεώς του, προσπαθούσε να μάθει πού, σε ποιους και κάτω υπό ποιες συνθήκες έζησε, προκειμένου να υπερβεί τα προβλήματά του και να γνωρίσει το παρελθόν του. Το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο θεώρησε (σκέψη 49) ότι, τα πρόσωπα που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με τον G. Gaskin έχουν ένα πρωταρχικό δικαίωμα να πληροφορηθούν ό,τι τους χρειάζεται για να καταλάβουν την παιδική τους ηλικία. Παράλληλα, θεώρησε πως ο εμπιστευτικός χαρακτήρας του φακέλου εχει σημασία για την εξασφάλιση αξιόπιστων και αντικειμενικών πληροφοριών, και για την προστασία των τρίτων. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη το άρθρο 8 της Συμβάσεως διότι αρνήθηκε στον G. Gaskin την πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούσαν στην παιδική του ηλικία, χωρίς να καταβάλει την απαραίτητη προσπάθεια για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των προσώπων που προστατεύονται από τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εγγράφων και χωρίς να έχει αναθέσει σε ανεξάρτητο όργανο να πάρει την τελική απόφαση σε περίπτωση που τα ανωτέρω πρόσωπα δεν απαντούν ή δεν δίνουν τη συγκατάθεσή τους.
(71) - Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν θα ήταν δυνατό να απαιτηθεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει πληροφορίες που δεν διαθέτει ή να δημιουργήσει νέες προκειμένου να τις γνωστοποιήσει στους ενδιαφερόμενους αιτούντες. Βλ., κατ' αναλογία, την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Guerra (σκέψη 53) στην οποία το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η ελευθερία πληροφόρησης δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει σ' ένα κράτος τη θετική υποχρέωση να συλλέξει και να δημοσιοποιήσει, motu propriu, πληροφορίες. Όμως, προβαίνοντας, μέσω ερωτήσεων προς τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, στην αναζήτηση της γνώμης τους, η Επιτροπή δεν καλείται, εν προκειμένω, να δημιουργήσει ή να εξασφαλίσει τις ζητούμενες πληροφορίες. Αυτές τις έχει στην κατοχή της. Αυτό που καλείται να κάνει είναι να καταφύγει, κατά το μέτρο του δυνατού, σε όλες τις πληροφορίες στις οποίες μπορεί να έχει πρόσβαση προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη επικλήσεως της επίμαχης εξαιρέσεως.
(72) - Βλ. και κατωτέρω, σημείο 99 των προτάσεών μου.
(73) - Βλ. ανωτέρω, σημεία 59 και 77 των προτάσεών μου.
(74) - Σχετικά με τα όρια της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, βλ., ενδεικτικά, την προμνησθείσα στην υποσημείωση 29 απόφαση Van Schijndel και Van Veen (σκέψη 17).
(75) - Βλ., ενδεικτικά, τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα κ. Jacobs στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Van Schijndel και Van Veen (ήδη προμνησθείσες στην υποσημείωση 29): «είναι αναπόφευκτη η μέχρις ενός βαθμού ανομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, καθόσον δεν υφίστανται εναρμονισμένοι κανόνες περί ενδίκων μέσων, διαδικασίας και προθεσμιών» (σκέψη 45).
(76) - Βλ. σημείο 11 του δικογράφου. Βλ. και ανωτέρω, σημείο 40 των προτάσεών μου.
(77) - Το αναιρεσείον Βασίλειο παραπέμπει στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(78) - Το αναιρεσείον Βασίλειο αναφέρεται στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(79) - Το αναιρεσείον Βασίλειο αναφέρεται στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(80) - Βλ., μεταξύ άλλων, την προμνησθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Baustahlgewebe GmbH (σκέψη 25) και τις εκεί μνημονευόμενες αποφάσεις.
(81) - Βλ. ανωτέρω επί του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
(82) - Bλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, υπόθεση C-294/95, Ojha κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-5863, σκέψη 52).
(83) - Βλ. ανωτέρω, τις προτάσεις μου επί του πρώτου και δεύτερου (πρώτο σκέλος) λόγου αναιρέσεως.
(84) - Βλ. σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(85) - Βλ. σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(86) - Βλ. ανωτέρω, σημεία 55 και 56 των προτάσεών μου.
(87) - Kατά την νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μία από τις αιτιολογίες είναι επαρκής για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, οι πλημμέλειες που μπορεί να περιέχει μία άλλη αιτιολογία που περιλαμβάνεται επίσης στην απόφαση δεν ασκούν, εν πάση περιπτώσει, καμία επίδραση στο ενλόγω διατακτικό και ο λόγος αναιρέσεως που τις επικαλείται πρέπει να απορριφθεί. Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. Ι-991, σκέψη 31).
(88) - Βλ. ανωτέρω, σημεία 71 έως 74 των προτάσεών μου.
(89) - Σχετικά με την απόκλιση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 62 των προτάσεών μου.
(90) - Πρβλ. την προμνησθείσα σχετική νομολογία, ανωτέρω, σημείο 89 των προτάσεών μου.
(91) - Βλ. σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(92) - Βλ. ειδικότερα τις σκέψεις 51, 53 και 71 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(93) - Βλ. τις σκέψεις 25 έως 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(94) - Ο αναιρεσείων αναφέρεται στην σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(95) - Ο αναιρεσείων αναφέρεται στις σκέψεις 25 έως 40 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως
(96) - Βλ. σκέψεις 25 έως 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(97) - Βλ. σχετικά την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, υπόθεση C-252/96 P, Eυρωπαϋκό Κοινοβούλιο κατά Enrique Guitiιrrez de Quijano y Liorιns (Συλλογή 1998, σ. Ι-7421, σκέψεις 32 έως 34).
(98) - Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει μνεία των σκέψεων του Γενικού Εισαγγελέα κ. Lιger στην προμνησθείσα, στην υποσημείωση 97, υπόθεση C-252/96 P, Eυρωπαϋκό Κοινοβούλιο κατά Enrique Guitiιrrez de Quijano y Liorιns (σημεία 35 έως 37): «Είναι φανερό ότι ο δικαστής οφείλει να αποφαίνεται μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων. Το υπενθύμισα, στους διαδίκους απόκειται να οριοθετήσουν τη διαφορά τους, ο δε δικαστής δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να αποφανθεί πέραν των προβληθεισών αξιώσεων ούτε, φυσικά, να δικάσει αγνοώντας πλήρως τη διαφορά όπως περιγράφεται στο πλαίσιο του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου. Ωστόσο, ο ρόλος του δικαστή δεν είναι παθητικός και δεν μπορεί να του επιβληθεί να είναι απλώς και μόνον "το στόμα των διαδίκων". Η αποστολή του να απονέμει δικαιοσύνη προϋποθέτει να είναι σε θέση να εφαρμόζει επί των πραγματικών περιστατικών που του υποβάλλουν οι διάδικοι τους κανόνες δικαίου που ασκούν επιρροή για τη λύση της διαφοράς. Δεν μπορεί να περιοριστεί στα επιχειρήματα που οι διάδικοι προβάλλουν προς στήριξη των ισχυρισμών τους, καθότι έτσι ενδέχεται να αναγκαστεί να στηρίξει την απόφασή του σε εσφαλμένες νομικές σκέψεις. Αυτός είναι ο λόγος που οι δικονομικοί κανόνες παρέχουν στον δικαστή τη δυνατότητα, παραμένοντας στο πλαίσιο της διαφοράς που ήχθη ενώπιόν του, να αναζητήσει με διάφορους τρόπους την καλύτερη δυνατή λύση».
(99) - Όπως αναφέρεται και στην σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η ανωτέρω αιτιολογία επαναλαμβάνεται κατ' ουσία και στις δύο απαντήσεις (της 23ης Φεβρουαρίου 1996 και της 29ης Μαρτίου 1996) που έστειλε στον G. van der Wal, παρά τις όποιες εκφραστικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο εγγράφων.
(100) - Bλ., σχετικά, ανωτέρω, σημείο 51 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy