Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διατάξεις της 20ής Απριλίου 1998, ο Giudice per le Indagini Preliminari della Pretura circondariale di Udine (Ιταλία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (1), για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (2) (στο εξής: οδηγία 91/156 ή οδηγία περί αποβλήτων), και της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (3) (στο εξής: οδηγία 91/689 ή οδηγία περί των επικίνδυνων αποβλήτων). Πρόκειται κυρίως για τον προσδιορισμό της έννοιας «προσωρινή εναποθήκευση» και του εφαρμοστέου συναφώς νομικού καθεστώτος.
Κανονιστικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία που διέπει τα μη επικίνδυνα απόβλητα
2 Η οδηγία 91/156, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 130 Ρ της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 175 ΕΚ), αποβλέπει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος (4). Προς τούτο, τα κράτη μέλη «οφείλουν, πέραν των ενεργειών για την υπεύθυνη συλλογή και αξιοποίηση των αποβλήτων, να λαμβάνουν μέτρα για τον περιορισμό της παραγωγής αποβλήτων» (5), την ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίησή τους (6) και τη μείωση των μετακινήσεών τους (7), καθώς και να προβλέψουν «την έγκριση και τον έλεγχο των επιχειρήσεων που εξασφαλίζουν τη διάθεση και την αξιοποίηση των αποβλήτων» (8).
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/156 περιέχει τους ορισμούς ορισμένων εννοιών. Για παράδειγμα, διευκρινίζεται ότι ως «απόβλητο» νοείται κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και του οποίου ο κάτοχος το απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει (άρθρο 1, στοιχείο αα).
4 Με την απόφαση 94/3/ΕΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1993 (9), η Επιτροπή θέσπισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 91/156, έναν εναρμονισμένο και μη εξαντλητικό κατάλογο αποβλήτων, ο οποίος αποκαλείται συνήθως «Ευρωπαϋκός κατάλογος αποβλήτων», για τα απόβλητα που ανήκουν στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα I.
5 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 91/156, ως «παραγωγός» νοείται κάθε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παρήγαγε απόβλητα (αρχικός παραγωγός) και κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί εργασίες προεπεξεργασίας ή αναμίξεως ή άλλες εργασίες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της συνθέσεως των αποβλήτων αυτών.
6 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο γγ, της εν λόγω οδηγίας, ως «κάτοχος» νοείται ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα.
7 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο δδ, ως «διαχείριση» των αποβλήτων νοείται η συλλογή, η μεταφορά, η αξιοποίηση και η διάθεση των αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των εργασιών αυτών, καθώς και της επίβλεψης των χώρων απορρίψεως.
8 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ζζ, ως «συλλογή» νοείται η περισυλλογή, η διαλογή και η ανάμιξη των αποβλήτων για τη μεταφορά τους.
9 Η «διάθεση» και η «αξιοποίηση» των αποβλήτων είναι οι εργασίες που προβλέπονται στα παραρτήματα II A και II B αντίστοιχα (άρθρο 1, στοιχεία εε και σττ).
10 Με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαου 1996 (10), επήλθαν ορισμένες προσαρμογές στα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας 75/442.
11 Η οδηγία 91/156 παρέχει στα κράτη μέλη ευρεία διακριτική ευχέρεια για τον προσδιορισμό τόσο του περιεχομένου όσο και των κανόνων εφαρμογής των μέσων που κρίνονται αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της.
12 Για παράδειγμα, το άρθρο 4 ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε:
- χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
- χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από τον θόρυβο ή τις οσμές,
- χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν εξάλλου, τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης και της ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων.»
13 Ομοίως, το άρθρο 6 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη συνιστούν ή ορίζουν την αρμόδια αρχή ή τις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την υλοποίηση της παρούσας οδηγίας.
14 Εντούτοις, η οδηγία 91/156 επιβάλλει στα κράτη μέλη να τηρούν ορισμένους επιτακτικούς κανόνες, και συγκεκριμένα να καταρτίζουν σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων (άρθρο 7) και να επιβάλλουν, όσον αφορά την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων, την υποχρέωση κατοχής άδειας (άρθρα 9 και 10), την υποχρέωση υποβολής σε ορισμένους ελέγχους και την υποχρέωση τηρήσεως μητρώου (άρθρα 13 και 14).
15 Συγκεκριμένα, προς τον σκοπό εφαρμογής κυρίως των άρθρων 4 και 7, το άρθρο 9 προβλέπει ότι κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Α της οδηγίας πρέπει να διαθέτει άδεια της κατά το άρθρο 6 αρμόδιας αρχής.
16 Με την απόφαση 96/350 διευκρινίζεται ότι, μεταξύ των εργασιών διαθέσεως του παραρτήματος II A, περιλαμβάνεται, στο σημείο D 15, η «αποθήκευση, εν αναμονή μιας από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία D 1 έως D 14 (εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, κατά τη διάρκεια της συλλογής [πριν από τη συλλογή], στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα)».
17 Το άρθρο 10 της οδηγίας 91/156 προβλέπει, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 4, ότι κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες αξιοποιήσεως που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας πρέπει να διαθέτει άδεια.
18 Μεταξύ αυτών των εργασιών αξιοποιήσεως περιλαμβάνεται, στο σημείο R 13, σύμφωνα με την απόφαση 96/350, η «συσσώρευση υλικών που προορίζονται να υποβληθούν σε μια από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία R 1 έως R 12 (εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, κατά τη διάρκεια της συλλογής [πριν από τη συλλογή], στον χώρο όπου παράγονται)».
19 Η απόφαση 96/350, την οποία εξέδωσε η Επιτροπή στις 24 Μαου 1996 για να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 91/156, αντικατέστηκε τον όρο «εναποθήκευση υλικών», που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως στο σημείο R 13, με τον όρο «συσσώρευση υλικών» (11). Αν ληφθεί υπόψη η τροποποίηση που επήλθε στο κείμενο της οδηγίας στη γαλλική γλώσσα, είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να καταστήσει σαφές ότι ως «υλικά», που αποτελούν έννοια αόριστη και τελείως ξένη προς τις οδηγίες περί αποβλήτων και περί επικίνδυνων αποβλήτων, νοούνται ακριβώς τα «απόβλητα», όπως έχουν ορισθεί με το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 91/156 και με διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου (12). Από την ανάλυση των οδηγιών 91/156 και 91/689, προκύπτει πράγματι ότι όχι μόνο δεν δίδεται κανείς ορισμός της έννοιας «υλικά», αλλ' επιπλέον ότι η έννοια αυτή χρησιμοποιείται μόνο στο σημείο R 13 του παραρτήματος II B της οδηγίας 91/156. Με την εν λόγω τροποποίηση, ο κοινοτικός νομοθέτης έλυσε αυτά τα προβλήματα ορισμού και διόρθωσε τις ανακρίβειες του προηγούμενου νομοθετικού κειμένου.
20 Κατά την οδηγία 91/156, δεν χρειάζεται άδεια για ορισμένες εργασίες.
21 Το άρθρο 11 της οδηγίας 91/156 ορίζει για παράδεγιμα ότι με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων περί των επικίνδυνων αποβλήτων (της οδηγίας 91/689), οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που προβαίνουν οι ίδιες στη διάθεση των αποβλήτων τους στους χώρους παραγωγής (στοιχείο αα) και οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αξιοποιούν απόβλητα (στοιχείο ββ) μπορούν να απαλλάσσονται από την άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 9.
22 Ομοίως, κατά το άρθρο 13 της οδηγίας 91/156, οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τις εργασίες που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 12 δεν χρειάζονται άδεια για τις εργασίες τους αυτές, αλλά υπόκεινται στους προσήκοντες περιοδικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές.
23 Κατά το άρθρο 14, οι έλεγχοι αυτοί συνίστανται στην υποχρέωση κάθε εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως που αναφέρεται στα άρθρα 9 και 10 να προσκομίζουν στις αρμόδιες αρχές υπό την έννοια του άρθρου 6, μόλις τους ζητηθεί, το μητρώο στο οποίο πρέπει να σημειώνονται η ποσότητα, η φύση, η καταγωγή και, όπου χρειάζεται, ο προορισμός, η συχνότητα συλλογής, το μέσο μεταφοράς και ο τρόπος επεξεργασίας των αποβλήτων, για τα απόβλητα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και τις εργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Α ή ΙΙ Β.
Η κοινοτική νομοθεσία που διέπει τα επικίνδυνα απόβλητα
24 Σκοπός της οδηγίας 91/689, η οποία άρχισε να ισχύει στις 27 Ιουνίου 1995 (13), είναι η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων (άρθρο 1, παράγραφος 1).
25 Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής προβλέπει, στις παραγράφους 2 και 3, ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας αυτής, στα επικίνδυνα απόβλητα εφαρμόζεται η οδηγία 91/156, όσον αφορά συγκεκριμένα τους ορισμούς των «αποβλήτων» και των άλλων εννοιών που χρησιμοποιούνται στην οδηγία 91/689.
26 Το άρθρο 1, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 91/689 ορίζει τα επικίνδυνα απόβλητα (14).
27 Το άρθρο 4 της οδηγίας 91/689 διευκρινίζει, στις παραγράφους 1 και 2, ότι τα άρθρα 13 και 14 της οδηγίας 91/156 σχετικά με τους ελέγχους και την τήρηση του μητρώου ισχύουν και για τους παραγωγούς επικίνδυνων αποβλήτων. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/689 προσθέτει ότι οι επιχειρήσεις που εκτελούν μεταφορές επικίνδυνων αποβλήτων υπόκεινται στις υποχρεώσεις του άρθρου 14 της οδηγίας 91/156.
28 Το άρθρο 5 της οδηγίας 91/689 προβλέπει, ως ειδική διάταξη σε σχέση με τις γενικές διατάξεις που διέπουν τα απόβλητα, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ούτως ώστε, κατά τη συλλογή, τη μεταφορά και την προσωρινή αποθήκευση, τα απόβλητα να είναι καταλλήλως συσκευασμένα και η επισήμανσή τους να γίνεται σύμφωνα με τους ισχύοντες διεθνείς και κοινοτικούς κανόνες (παράγραφος 1). Επιπλέον, όσον αφορά τα επικίνδυνα απόβλητα, οι έλεγχοι της συλλογής και της μεταφοράς που διεξάγονται σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 91/156 αφορούν ιδίως την προέλευση και τον προορισμό των εν λόγω αποβλήτων (παράγραφος 2).
29 Η οδηγία 91/689 ορίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 91/156, οι αρμόδιες αρχές καταρτίζουν, είτε χωριστά είτε στο πλαίσιο των γενικών σχεδίων διαχείρισης των αποβλήτων, σχέδια για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων, τα οποία και δημοσιεύουν (άρθρο 6, παράγραφος 1). Στην Επιτροπή επιβάλλεται επίσης η υποχρέωση να προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των σχεδίων αυτών, ιδίως όσον αφορά τις μεθόδους διάθεσης και αξιοποίησης, και να θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών που το ζητούν (άρθρο 6, παράγραφος 2).
Η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία
30 Ο Ιταλός νομοθέτης μετέφερε στο ιταλικό δίκαιο τις οδηγίες 91/156 και 91/689, καθώς και την οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (15), στις 5 Φεβρουαρίου 1997, με το νομοθετικό διάταγμα 22/97, για την εφαρμογή των οδηγιών αυτών (16), όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν.Δ. 389/97, της 8ης Νοεμβρίου 1997 (17).
31 Κατά το άρθρο 6, στοιχείο l, του Ν.Δ. 22/97, όπως έχει τροποποιηθεί, ως αποθήκευση («stoccaggio») νοούνται «οι εργασίες διαθέσεως που συνίσταται στις εργασίες προκαταρκτικής εναποθηκεύσεως αποβλήτων, οι οποίες αναφέρονται στο σημείο D 15 του παραρτήματος Β, καθώς και οι εργασίες αξιοποιήσεως που συνίστανται στην εναποθήκευση υλικών κατά το σημείο R 13 του παραρτήματος C».
32 Τα σημεία D 15 του παραρτήματος B και R 13 του παραρτήματος C επαναλαμβάνουν κατά γράμμα τις αντίστοιχες διατάξεις των παραρτημάτων II A και II B της οδηγίας 91/156, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με την απόφαση 96/350 (18).
33 Tο άρθρο 6, στοιχείο m, του Ν.Δ. 22/97, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει την προσωρινή εναποθήκευση ως εξής:
«η συγκέντρωση των αποβλήτων που πραγματοποιείται, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις και πριν από τη συλλογή, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα:
1. Τα αποθηκευόμενα απόβλητα δεν πρέπει να περιέχουν πολυχλωροδιβενζοδιοξίνες, πολυχλωροδιβενζοφουράνια ή πολυχλωροδιβενζοφαινόλια σε ποσότητα μεγαλύτερη των 2,5 ppm ούτε πολυχλωροδιφαινύλια ή πολυχλωροτριφαινύλια σε ποσότητα μεγαλύτερη των 25 ppm.
2. Τα επικίνδυνα απόβλητα πρέπει να συλλέγονται και να αποστέλλονται προς αξιοποίηση ή προς διάθεση μία τουλάχιστον φορά ανά δίμηνο, ανεξάρτητα από τις αποθηκευμένες ποσότητες ή, εναλλακτικά, όταν η ποσότητα των αποθηκευμένων επικίνδυνων αποβλήτων φθάνει τα 10 κυβικά μέτρα· η διάρκεια προσωρινής εναποθηκεύσεως είναι ενός έτους, αν η ποσότητα αποθηκευμένων αποβλήτων δεν υπερβαίνει τα 10 κυβικά μέτρα εντός του έτους ή αν, ανεξάρτητα από τις ποσότητες, η προσωρινή εναποθήκευση πραγματοποιείται σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα μικρά νησιά.
3. Τα μη επικίνδυνα απόβλητα πρέπει να συλλέγονται και να αποστέλλονται προς αξιοποίηση ή προς διάθεση μία τουλάχιστον φορά ανά τρίμηνο, ανεξάρτητα από τις αποθηκευμένες ποσότητες ή, εναλλακτικά, όταν η ποσότητα των αποθηκευμένων μη επικίνδυνων αποβλήτων φθάνει τα 20 κυβικά μέτρα· η διάρκεια προσωρινής εναποθηκεύσεως είναι ενός έτους, αν η ποσότητα αποθηκευμένων αποβλήτων δεν υπερβαίνει τα 20 κυβικά μέτρα εντός του έτους ή αν, ανεξάρτητα από τις ποσότητες, η προσωρινή εναποθήκευση πραγματοποιείται σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα μικρά νησιά.
4. Η προσωρινή εναποθήκευση πρέπει να πραγματοποιείται για ομοιογενείς κατηγορίες και πρέπει να τηρούνται οι σχετικοί τεχνικοί κανόνες, καθώς και, όσον αφορά τα επικίνδυνα απόβλητα, οι κανόνες που διέπουν την εναποθήκευση των επικίνδυνων ουσιών που περιέχονται στα απόβλητα αυτά.
5. Πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις που διέπουν τη συσκευασία και τη σήμανση των επικίνδυνων αποβλήτων.»
34 Το άρθρο 28 του τροποποιημένου Ν.Δ. 22/97, το οποίο προστέθηκε στο κεφάλαιο VI, το οποίο ρυθμίζει τις άδειες και τις καταχωρίσεις, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «για την πραγματοποίηση των εργασιών διαθέσεως και αξιοποιήσεως των αποβλήτων χορηγείται άδεια από την κατά τόπο αρμόδια Περιφέρεια εντός 90 ημερών από την υποβολή της αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο».
35 Εντούτοις, αυτό το σύστημα αδειών του άρθρου 28 δεν εφαρμόζεται στην «προσωρινή εναποθήκευση». Συγκεκριμένα, η παράγραφος 5 του άρθρου 28 του Ν.Δ. 22/97 προβλέπει τα εξής:
«Με εξαίρεση την υποχρέωση τηρήσεως των βιβλίων φορτώσεως και εκφορτώσεως αποβλήτων εκ μέρους των προσώπων που αφορά το άρθρο 12 και την απαγόρευση αναμίξεως, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην προσωρινή εναποθήκευση που πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο m».
36 Το άρθρο 51 του τροποποιημένου Ν.Δ. 22/97 προβλέπει την επιβολή συγκεκριμένων ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 28.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
37 Ο P. Lirussi και η F. Bizzaro εκμεταλλεύονται ένα συνεργείο αυτοκινήτων (ο πρώτος) και ένα στεγνοκαθαριστήριο (η δεύτερη) στην περιοχή του Udine (Ιταλία). Σε αμφότερους είχε χορηγηθεί από τον Assessore Regionale all'Ambiente (τον Σύμβουλο της Περιφέρειας σε θέματα περιβάλλοντος) άδεια προσωρινής εναποθηκεύσεως των τοξικών και επικίνδυνων αποβλήτων που παράγονταν λόγω της λειτουργίας των επιχειρήσεών τους, και συγκεκριμένα στον μεν P. Lirussi για τους συσσωρευτές με μόλυβδο, στη δε F. Bizzaro για τα ιζήματα αποστάξεως τα προερχόμενα από μηχανήματα στεγνού καθαρισμού.
38 Η άδεια αυτή είχε χορηγηθεί στον P. Lirussi για μια πενταετία από την 1η Απριλίου 1992 και για ποσότητα αποβλήτων ίση με 0,1 τόνο κατ' ανώτατο όριο. Ενόψει της εκμισθώσεως της επιχειρήσεως, ο ενδιαφερόμενος γνωστοποίησε την επικείμενη παύση της αποθηκεύσεως και ζήτησε την ανάκληση της άδειας αυτής, η οποία πραγματοποιήθηκε την 1η Απριλίου 1997. Κατά τους επιτοπίους ελέγχους που διενεργήθηκαν στο συνεργείο του στις 8 Απριλίου και στις 21 Μαου 1997, διαπιστώθηκε ότι στους χώρους της επιχειρήσεως είχαν αποθηκευθεί χρησιμοποιημένοι συσσωρευτές με μόλυβδο, βάρους 160 χιλιογράμμων (kg), μετά τη λήξη της ισχύος της άδειας.
39 Η άδεια που είχε χορηγηθεί στην F. Bizzaro στις 9 Αυγούστου 1994 της επέτρεπε να αποθηκεύει 50 kg αποβλήτων. Κατά τους ανάλογους ελέγχους που διενεργήθηκαν στο στεγνοκαθαριστήριό της διαπιστώθηκε αφενός ότι η προσωρινή εναποθήκευση είχε αρχίσει στις 6 Ιουνίου 1994, δηλαδή δύο περίπου μήνες πριν από την έκδοση της άδειας, και αφετέρου ότι η ποσότητα αποβλήτων που είχε εναποθηκεύσει η F. Bizzaro υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο.
40 Κατόπιν της ασκήσεως ποινικής διώξεως, ο εισαγγελέας επισήμανε ότι η χωρίς άδεια εναποθήκευση για την οποία είχε ασκηθεί η δίωξη μπορούσε να θεωρηθεί, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ως «προσωρινή εναποθήκευση», υπό την έννοια της ιταλικής νομοθεσίας, καθόσον δεν υπήρχε υπέρβαση των προθεσμιών και των ανώτατων ποσοτήτων που προβλέπονται για το είδος αυτό της εναποθηκεύσεως. Ο εισαγγελέας έκρινε ότι, κατά την ιταλική νομοθεσία, για την εναποθήκευση αυτή δεν ήταν αναγκαία η κατοχή άδειας ούτε προβλέπονταν κυρώσεις. Επειδή όμως αμφέβαλλε κατά πόσον η ιταλική νομοθεσία συμβιβάζεται με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου - και επομένως επιθυμούσε να διευκρινισθεί κατά πόσον η κοινοτική έννοια «προσωρινή εναποθήκευση» συμπίπτει με την αντίστοιχη έννοια του εθνικού δικαίου - ζήτησε από τον Giudice per le Indagini Preliminari να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ). Κατόπιν αυτού ο εν λόγω δικαστής υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ποια είναι η διαφορά (αν υπάρχει διαφορά) μεταξύ προσωρινής εναποθηκεύσεως και προκαταρκτικής εναποθηκεύσεως αποβλήτων, όταν η εναποθήκευση πραγματοποιείται εντός της εγκαταστάσεως στην οποία παρήχθησαν τα απόβλητα, και ποια είναι τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της σωρεύσεως αποβλήτων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ως προσωρινής ή προκαταρκτικής εναποθηκεύσεως;
2) Μήπως η προσωρινή εναποθήκευση δεν καλύπτεται από την έννοια "διαχείριση" των αποβλήτων, κατά το άρθρο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ, με συνέπεια να μην ισχύουν οι σχετικές με τη διαχείριση αποβλήτων υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η υποχρέωση γνωστοποιήσεως της εν λόγω δραστηριότητας στις αρμόδιες για τους ελέγχους αρχές;
3) Ισχύει για την προσωρινή εναποθήκευση σύστημα εποπτείας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, με ποια μέτρα πρέπει να γίνεται η εποπτεία αυτή; Ισχύουν σε σχέση με την προσωρινή εναποθήκευση οι αρχές που καθιερώνει το άρθρο 4, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ και πώς εφαρμόζονται ενδεχομένως οι αρχές αυτές;»
41 Στην υπόθεση C-175/98 το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα έχει ως εξής:
«4) Συνιστά προσωρινή εναποθήκευση, σύμφωνα με τις οδηγίες, η δραστηριότητα του κατηγορουμένου, δηλαδή η εναποθήκευση 160 kg συσσωρευτών με μόλυβδο, η οποία διήρκεσε περισσότερο από ένα μήνα χωρίς να γνωστοποιηθεί στις αρμόδιες για τους ελέγχους αρχές;»
42 Στην υπόθεση C-177/98 το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι διατυπωμένο ως εξής:
«4) Συνιστά προσωρινή εναποθήκευση, σύμφωνα με τις οδηγίες, η δραστηριότητα της κατηγορουμένης, δηλαδή η εναποθήκευση 87,50 kg ιζημάτων περιεχόντων διαλύτες με αλογόνα, η οποία διήρκεσε περισσότερο από δύο μήνες;»
Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
43 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα και με ένα μέρος του δεύτερου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ορίσει την έννοια της «προσωρινής εναποθηκεύσεως». Ειδικότερα, ζητείται να προσδιοριστούν τα κριτήρια της διακρίσεως μεταξύ της έννοιας της «προκαταρκτικής εναποθηκεύσεως» και της έννοιας της «προσωρινής εναποθηκεύσεως». Το Δικαστήριο καλείται επίσης να αποφανθεί κατά πόσον η επίμαχη έννοια είναι ξένη προς την έννοια «διαχείριση» του άρθρου 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, ποιο είναι το σύστημα που ισχύει για την προσωρινή εναποθήκευση. Τέλος, με το τέταρτο ερώτημα που υποβάλλει στις υποθέσεις C-175/98 και C-177/98, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον οι διατάξεις των οδηγιών των οποίων ζητεί την ερμηνεία έχουν εφαρμογή στις συγκεκριμένες υποθέσεις που έχουν υποβληθεί στην κρίση του.
Επί του πρώτου ερωτήματος και εν μέρει του δεύτερου
44 Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία φρονούν ότι η οδηγία 91/156 περιέχει διάφορα στοιχεία που μπορούν να χρησιμεύσουν για τον ορισμό της έννοιας «προσωρινή εναποθήκευση», έστω και αν δεν περιέχει διατάξεις που να προσδιορίζουν το περιεχόμενο της έννοιας αυτής με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια και χωρίς επιφυλάξεις.
45 Πράγματι, από την ανάλυση των παραρτημάτων II A και II B (σημεία D 15 και R 13) μπορούν να συναχθούν ορισμένα στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από την αναθεώρηση που πραγματοποιήθηκε με την απόφαση 96/350, που αποτελεί το κρίσιμο εν προκειμένω νομοθέτημα. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι τα παραρτήματα II A και II B απαριθμούν ορισμένες συγκεκριμένες εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως των αποβλήτων και ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Σημείωση: Με το παρόν παράρτημα αποσκοπείται η καταγραφή των εργασιών διάθεσης [παράρτημα II A] ή αξιοποίησης [παράρτημα II B] όπως αυτές εκτελούνται στην πράξη.
(...)
D 15 Αποθήκευση, εν αναμονή μιας από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία D 1 έως D 14 (εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, κατά τη διάρκεια της συλλογής [πριν από τη συλλογή], στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα) [παράρτημα II A].
R 13 Συσσώρευση υλικών που προορίζονται να υποβληθούν σε μια από τις εργασίες που αναφέρονται στα σημεία R 1 έως R 12 (εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, κατά τη διάρκεια της συλλογής [πριν από τη συλλογή], στον χώρο όπου παράγονται)» [παράρτημα II Β].
46 Δεδομένου ότι το σημείο D 15 του παραρτήματος II A και το σημείο R 13 του παραρτήματος II B προβλέπουν ρητά ότι οι εργασίες αξιοποιήσεως ή διαθέσεως των αποβλήτων περιλαμβάνουν την προκαταρκτική αποθήκευση αλλ' όχι την προσωρινή εναποθήκευση, καθιστούν σαφές ότι η προκαταρκτική αποθήκευση διαφέρει από την προσωρινή εναποθήκευση και ότι η προκαταρκτική αποθήκευση αποτελεί εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με την προσωρινή εναποθήκευση, η οποία εξαιρείται ρητά.
47 Επιπλέον, κατά τα παραρτήματα II A και II B, η προσωρινή εναποθήκευση πραγματοποιείται πριν από τη συλλογή, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156, την πρώτη από τις εργασίες διαθέσεως αποβλήτων.
48 Από τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει να συναχθεί ότι η προσωρινή εναποθήκευση προηγείται μιας εργασίας διαχειρίσεως αποβλήτων, και συγκεκριμένα της συλλογής και της εργασίας που προηγείται μιας των εργασιών αξιοποιήσεως ή διαθέσεως που απαριθμούνται στα σημεία D 1 έως D 15 και R 1 έως R 12.
49 Τέλος, τα παραρτήματα II A και II B, σημεία D 15 και R 13 αντιστοίχως, αναφέρουν ρητά ότι η προσωρινή εναποθήκευση πραγματοποιείται «πριν από τη συλλογή, στον χώρο όπου παράγονται» (19), πράγμα που αποτελεί στοιχείο βάσει του οποίου είναι δυνατός ο προσδιορισμός της έννοιας αυτής στον χώρο και στον χρόνο.
50 Ο κοινοτικός νομοθέτης, επιλέγοντας το επίθετο «προσωρινή», θέλησε να διευκρινίσει ότι η προσωρινή εναποθήκευση αποτελεί εργασία αποθηκεύσεως αποβλήτων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, το πέρας της εργασίας αυτής προσδιορίζεται λόγω της χρήσεως του επιρρήματος «πριν». Η «συλλογή» των αποβλήτων, δηλαδή, όπως έχω ήδη αναφέρει, η περισυλλογή, η διαλογή ή/και η ανάμιξη των αποβλήτων για τη μεταφορά τους προς τον σκοπό της διαθέσεως ή της αξιοποιήσεώς τους (άρθρο 1, στοιχείο ζζ), αποτελεί συνεπώς το πέρας της προσωρινής εναποθηκεύσεως.
51 Ο συνδυασμός του χρονικού και του τοπικού στοιχείου - εντός του χώρου παραγωγής των αποβλήτων - επιτρέπει όχι μόνο τον προσδιορισμό της ενάρξεως και του πέρατος της προσωρινής εναποθηκεύσεως, αλλά και τον προσδιορισμό της φύσεως των αποβλήτων αυτών και των κατόχων του δικαιώματος προσωρινής εναποθηκεύσεως αποβλήτων.
52 Τα παραρτήματα II A και II B, σημεία D 15 και R 13 αντιστοίχως, διευκρινίζουν ότι η προσωρινή εναποθήκευση πραγματοποιείται στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα ή σε χώρο όπου παράγονται απόβλητα. Η οδηγία 91/156 δεν ορίζει την έννοια «παραγωγή». Για την κατανόηση της έννοιας αυτής πρέπει να ληφθεί ως βάση η έννοια «παραγωγός», η οποία ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ββ, το οποίο ορίζει, όπως αναφέρθηκε ήδη, ότι ως παραγωγός νοείται «κάθε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παρήγαγε απόβλητα ("αρχικός παραγωγός") ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμιξης ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών» (20). Κατά συνέπεια, το συμπέρασμα είναι ότι η εργασία προσωρινής διαθέσεως αποβλήτων συνδέεται με τη δραστηριότητα παραγωγού υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 91/156.
53 Από τα ανωτέρω συνάγεται, πρώτον, ότι τα απόβλητα που αφορά η προσωρινή εναποθήκευση είναι τα απόβλητα που παράγονται από την αρχική δραστηριότητα παραγωγού ή τα απόβλητα που αποτελούν προϋόντα προεπεξεργασίας, αναμίξεως ή άλλων εργασιών που οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων και, δεύτερον, ότι η προσωρινή εναποθήκευση αποτελεί εργασία μεταγενέστερη της παραγωγής των αποβλήτων, επομένως αρχίζει αμέσως μετά την παραγωγή των αποβλήτων και περατώνεται, όπως εξέθεσα παραπάνω, με τη συλλογή των αποβλήτων αυτών. Τέλος, ο κάτοχος του δικαιώματος προσωρινής εναποθηκεύσεως των αποβλήτων είναι είτε ο αρχικός παραγωγός είτε εκείνος που πραγματοποιεί τις εργασίες αξιοποιήσεως ή διαθέσεως των αποβλήτων.
54 Η ορθότητα της ανωτέρω αναλύσεως επιβεβαιώνεται κυρίως από το γεγονός ότι η προσωρινή εναποθήκευση πρέπει να προηγείται μιας εργασίας διαχειρίσεως αποβλήτων (21). Μόνο όμως τα απόβλητα που έχουν προκύψει άμεσα και αμέσως από τη διαδικασία παραγωγής - δηλαδή τα «ακατέργαστα» απόβλητα, υπό την έννοια ότι τα απόβλητα αυτά βρίσκονται κυρίως και πρωταρχικά εν αναμονή διαλογής, περισυλλογής και αναμίξεώς τους - μπορούν να πληρούν την προϋπόθεση αυτή.
55 Το συμπέρασμα είναι ότι η προσωρινή εναποθήκευση πρέπει να οριστεί ως η εργασία που πραγματοποιείται πριν από τις εργασίες διαχειρίσεως των αποβλήτων, υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156, διαφέρει από τις εργασίες διαχειρίσεως και:
- προηγείται των εργασιών προκαταρκτικής εναποθηκεύσεως και συλλογής,
- ακολουθεί άμεσα τη φάση παραγωγής των αποβλήτων και
- πραγματοποιείται στον χώρο παραγωγής των αποβλήτων. Επιπλέον, η προσωρινή εναποθήκευση αφορά μόνο τα απόβλητα που προκύπτουν από την αρχική δραστηριότητα ενός παραγωγού ή από εργασίες προεπεξεργασίας, αναμίξεως ή λοιπές εργασίες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσεως ή της συνθέσεως των αποβλήτων. Δικαίωμα να προβαίνουν σε προσωρινή εναποθήκευση έχουν μόνον οι αρχικοί παραγωγοί των αποβλήτων ή όσοι πραγματοποιούν εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
56 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ποιο είναι το καθεστώς που εφαρμόζεται στην προσωρινή εναποθήκευση. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει κατά πόσον οι κατηγορούμενοι στις κύριες δίκες, πριν πραγματοποιήσουν τις εργασίες προσωρινής εναποθηκεύσεως των αποβλήτων που είχαν παραγάγει, έπρεπε να τηρήσουν ορισμένες συγκεκριμένες υποχρεώσεις ή γενικές αρχές. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν την υποχρέωση αφενός να ελέγχουν αυτού του είδους τις εργασίες και να τις εποπτεύουν και αφετέρου να μεριμνούν για την τήρηση των αρχών που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 91/156.
57 Από την ανάλυση των οδηγιών 91/156 και 91/689 προκύπτει ότι το καθεστώς που εφαρμόζεται στα απόβλητα διαφέρει ανάλογα με τις δραστηριότητες των κατόχων τους και τη φύση των αποβλήτων αυτών.
α) Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις οδηγίες 91/156 και 91/689
58 Η οδηγία 91/156 προβλέπει διαφορετικές υποχρεώσεις, ανάλογα με το αν οι κάτοχοι των αποβλήτων είναι παραγωγοί αποβλήτων (22), επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που πραγματοποιούν τις πράξεις διαθέσεως ή αξιοποιήσεως των αποβλήτων οι οποίες απαριθμούνται συγκεκριμένα στα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας 91/156 (23) ή επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις που ασχολούνται επαγγελματικά με τη συλλογή ή τη μεταφορά αποβλήτων ή που φροντίζουν για τη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων αυτών για λογαριασμό τρίτων (εργολάβοι ή μεσίτες) (24).
59 Αν ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, οι κατηγορούμενοι στις κύριες δίκες είναι παραγωγοί αποβλήτων που ούτε αξιοποιούν ούτε διαθέτουν, εντός των χώρων παραγωγής, τα απόβλητα που προκύπτουν από τις δραστηριότητές τους. Όσον αφορά όμως τα πρόσωπα αυτά, η οδηγία 91/156 δεν επιβάλλει καμία ιδιαίτερη υποχρέωση. Το άρθρο 14, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας αυτής προβλέπει πάντως ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να απαιτούν από τα πρόσωπα αυτά να τηρούν το μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 14, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, και να τα υποχρεώνουν να διαβιβάζουν τις σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 91/156.
60 Εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, να προσδιορίσει το είδος της δραστηριότητας των κατηγορουμένων στις κύριες δίκες και να εξακριβώσει κατά πόσον τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα κοινοτικά νομοθετήματα. Αν αποδειχθεί ότι τα πρόσωπα αυτά είναι πράγματι παραγωγοί μη επικίνδυνων αποβλήτων, οι οποίοι ούτε αξιοποιούν ούτε διαθέτουν, στους χώρους παραγωγής, τα απόβλητα που προκύπτουν από τις δραστηριότητές τους, τότε στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβολή στους παραγωγούς αυτούς της υποχρεώσεως τηρήσεως του μητρώου που προβλέπει το άρθρο 14 της οδηγίας 91/156 και της προσκομίσεώς του στις αρμόδιες αρχές είναι προαιρετική και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με απόφαση του οικείου κράτους μέλους.
61 Εντούτοις, ο κοινοτικός νομοθέτης επιβάλλει την τήρηση άλλων, αυστηρότερων και ειδικών διατάξεων, όταν πρόκειται για επικίνδυνα απόβλητα.
62 Κατά την οδηγία 91/689, ως «επικίνδυνα απόβλητα» νοούνται τα απόβλητα που περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας περί αποβλήτων και βάσει των παραρτημάτων I και II της οδηγίας περί επικίνδυνων αποβλήτων. Τα παραρτήματα I. A και I. B συναποτελούν το παράρτημα I. Το παράρτημα I. B περιλαμβάνει τα «απόβλητα που περιέχουν ένα από τα συστατικά του παραρτήματος II, έχουν ιδιότητες του παραρτήματος III και συνίστανται σε: 19) σάπωνες, λιπαρές ουσίες, κηρούς ζωικής ή φυτικής προέλευσης (...) 37) συσσωρευτές και άλλα ηλεκτρικά στοιχεία (...)». Στο παράρτημα II περιλαμβάνονται τα «συστατικά που καθιστούν τα απόβλητα του παραρτήματος I. B επικίνδυνα όταν τα απόβλητα αυτά έχουν τα χαρακτηριστικά του παραρτήματος III». Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στα σημεία C18: τον μόλυβδο, τις ενώσεις μολύβδου· C29: τα χλωρικά άλατα· C40: τους αλογονούχους διαλύτες και C41: τους μη αλογονούχους οργανικούς διαλύτες.
Η ίδια αυτή διάταξη διευκρινίζει ότι τα επικίνδυνα απόβλητα πρέπει να έχουν ένα ή περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο παράρτημα III (π.χ. να είναι ερεθιστικά, επιβλαβή, τοξικά, καρκινογόνα, διαβρωτικά, μολυσματικά, τερατογόνα, μεταλλαξογόνα κ.λπ.). Για τον κατάλογο αυτό, του οποίου η απαρίθμηση δεν είναι περιοριστική, λαμβάνονται υπόψη η προέλευση και η σύσταση των αποβλήτων καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ανώτατα όρια συγκεντρώσεων. Ο κατάλογος αυτός επανεξετάζεται κατά τακτά διαστήματα και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, αναθεωρείται κατά την ίδια διαδικασία.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 91/689, ως επικίνδυνα απόβλητα νοούνται επίσης όλα τα άλλα απόβλητα τα οποία, κατά τη γνώμη ενός κράτους μέλους, παρουσιάζουν κάποια από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα III. Οι περιπτώσεις αυτές κοινοποιούνται στην Επιτροπή και επανεξετάζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας περί αποβλήτων, με στόχο την προσαρμογή του εν λόγω καταλόγου.
63 Από τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι στις κύριες δίκες παράγουν επικίνδυνα απόβλητα. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα απόβλητα που παράγουν ο P. Lirussi και η F. Bizzaro είναι ακριβώς τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα που συνίστανται σε συσσωρευτές μολύβδου και σε ιζήματα αποστάξεως προερχόμενα από μηχανήματα στεγνού καθαρισμού (25). Εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται επίσης να κρίνει κατά πόσον τα παραχθέντα απόβλητα ήταν επικίνδυνα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που προβλέπουν οι κοινοτικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί ειδικά προς τούτο.
64 Σε περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο αποφασίσει ότι οι κατηγορούμενοι είναι παραγωγοί επικίνδυνων αποβλήτων που δεν προβαίνουν οι ίδιοι στη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων που παράγουν, πρέπει να εξετάσει κατά πόσον τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία περί επικίνδυνων αποβλήτων.
65 Πρώτον, κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 91/689, όσοι παράγουν επικίνδυνα απόβλητα υπόκεινται στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 13 και 14 της οδηγίας 91/156, δηλαδή στις υποχρεώσεις περιοδικών ελέγχων και επιβλέψεως, καθώς και στην υποχρέωση τηρήσεως του μητρώου με τα αναγκαία στοιχεία και διαβιβάσεως των στοιχείων αυτών στις αρμόδιες αρχές.
66 Δεύτερον, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ούτως ώστε κατά τη συλλογή, τη μεταφορά και την προσωρινή αποθήκευση τα απόβλητα να είναι καταλλήλως συσκευασμένα και η επισήμανσή τους να γίνεται σύμφωνα με τους ισχύοντες διεθνείς και κοινοτικούς κανόνες (άρθρο 5 της οδηγίας 91/689).
β) Αρχές που καθιερώνονται με την οδηγία 91/156
67 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, τέλος, από το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον οι αρχές που καθιερώνει το άρθρο 4 της οδηγίας 91/156 ισχύουν για τις δραστηριότητες των κατηγορουμένων, και συγκεκριμένα για την προσωρινή εναποθήκευση των αποβλήτων που παράγουν.
68 Το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/156 καθιερώνει την αρχή της προλήψεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 174, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, ΕΚ). Με την αρχή αυτή συνιστάται στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα ικανά να εξαλείψουν τους γνωστούς κινδύνους, ώστε να ματαιώνεται ευθύς εξαρχής η δημιουργία ρυπάνσεως ή ενοχλήσεων (26). Η δράση του εθνικού ή του κοινοτικού νομοθέτη συνίσταται συνεπώς στην προώθηση της τεχνικής προόδου προς τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος και της βελτιώσεως της ποιότητας της ζωής. Τα προληπτικά αυτά μέτρα περιλαμβάνουν συχνά την καθιέρωση μέσων εκτιμήσεως των κινδύνων (27), επιτηρήσεως των οικοτόπων, καταρτίσεως και προσαρμογής των τεχνικών κανόνων, ελέγχου και κολασμού των ρυπογόνων δραστηριοτήτων, καθώς και μέτρα πληροφορήσεως και εκπαιδεύσεως.
69 Συναφώς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/156 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι η διάθεση και η αξιοποίηση των αποβλήτων θα γίνεται χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, δηλαδή κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η ρύπανση.
70 Στα κράτη μέλη συνιστάται ειδικότερα να φροντίζουν ώστε, όταν εκπληρώνονται οι διάφορες υποχρεώσεις επεξεργασίας των αποβλήτων προς τον σκοπό διαθέσεως ή αξιοποιήσεώς τους, να μη δημιουργείται κανείς κίνδυνος για το νερό, τον αέρα, το έδαφος, τον άνθρωπο, την πανίδα, τη χλωρίδα, τα τοπία και τις τοποθεσίες. Για παράδειγμα, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών δεν αρκεί να προβλέπεται ότι τα επικίνδυνα απόβλητα που είναι τοξικά και βλαβερά για τον αέρα και το έδαφος πρέπει να εναποτίθενται εντός δεξαμενών που να καθιστούν αδύνατη την επαφή με το έδαφος. Πρέπει επιπλέον να εξακριβώνεται ότι με το μέτρο αυτό αποφεύγονται οι τοξικές εκπομπές που είναι βλαβερές για το στρώμα του όζοντος. Ομοίως, δεν τηρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας, αν παρέχεται άδεια αποθέσεως μη επικίνδυνων αποβλήτων σε μεγάλο όγκο και κατά τρόπο αντιαισθητικό (για παράδειγμα, απόβλητα που αποτίθενται, πριν από τη διαλογή και τη συλλογή τους, σε ογκώδες όχημα αποκομιδής αποβλήτων, του οποίου το έντονο χρώμα προσελκύει τα βλέμματα, ή απόβλητα που αποτίθενται σωρηδόν πλησίον τοποθεσίας που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως είναι ένας καθεδρικός ναός, ένας πύργος κ.λπ.).
71 Ο κοινοτικός νομοθέτης φρόντισε να διευκρινίσει ότι ως βλάβες νοούνται όχι μόνον οι προκαλούμενες στην υγεία του ανθρώπου, αλλά και οι βλάβες που προκαλούνται στα τοπία, στις τοποθεσίες που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς και οι οχλήσεις από τον θόρυβο ή τις οσμές.
72 Το ζήτημα επομένως είναι η θέσπιση προληπτικών μέτρων για την αποφυγή της ρυπάνσεως υπό ευρεία έννοια, δηλαδή η θέσπιση μέτρων για την αποφυγή της προκλήσεως βλάβης όχι μόνο στην υγεία του ανθρώπου, αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο της ζωής των ανθρώπων.
73 Είναι αυτονόητο ότι τα επικίνδυνα απόβλητα μπορούν, έστω και αν αποθηκεύονται προσωρινά και μόνο, να προκαλούν σημαντικές βλάβες στο περιβάλλον, που ενδέχεται μάλιστα να είναι ανεπανόρθωτες. Τούτο θα συνέβαινε π.χ. αν ένα συνεργείο στο οποίο «παράγονται» απόβλητα που συνίστανται σε συσσωρευτές με μόλυβδο και το οποίο βρίσκεται κοντά σε ποτάμι ή σε παιδική χαρά δεν λάμβανε κανένα προληπτικό μέτρο ή έστω δεν λάμβανε κανένα μέτρο προφυλάξεως για την αποφυγή της διαχύσεως του μολύβδου στο έδαφος ή στο νερό. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αρχή της προληπτικής δράσεως ισχύει και για την προσωρινή εναποθήκευση.
74 Επιπλέον, το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 8 της οδηγίας 91/156 καθιστούν σαφείς τους στόχους των οποίων η επίτευξη από τα κράτη μέλη είναι αναγκαία για τη συμμόρφωσή τους προς την αρχή της προλήψεως. Οι στόχοι αυτοί συνίστανται στην απαγόρευση της εγκαταλείψεως, απορρίψεως και ανεξέλεγκτης διαθέσεως των αποβλήτων (στη θέσπιση μέτρων για την αποφυγή της δημιουργίας ανεξέλεγκτων σκουπιδότοπων) και στη διασφάλιση του ότι ο κάτοχος των αποβλήτων - δηλαδή κυρίως ο παραγωγός (28) - τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα II A ή II B ή προβαίνει ο ίδιος στην αξιοποίηση ή στη διάθεσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας, και ιδίως του άρθρου της 4. Τα μέσα επιτεύξεως του σκοπού αυτού δεν είναι καθορισμένα. Συνεπώς, στα κράτη μέλη εναπόκειται να τα προβλέψουν.
75 Ο έλεγχος και η εποπτεία των τοποθεσιών όπου παράγονται απόβλητα και των διαφόρων φάσεων της προεπεξεργασίας και διαθέσεως των αποβλήτων που παράγονται στις τοποθεσίες αυτές αποτελούν τα περισσότερο χρησιμοποιούμενα και αποτελεσματικότερα μέσα. Η εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών σημαίνει ότι πρέπει να εξακριβώνεται κυρίως ότι η προσωρινή εναποθήκευση δεν υπερβαίνει τον αναγκαίο χρόνο και ότι τα προσωρινώς εναποθηκευμένα απόβλητα δεν βλάπτουν το περιβάλλον. Επιπλέον, αυτά τα μέσα ελέγχου και εποπτείας παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία ισχύει τόσο για την κοινή πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος όσο και για την πολιτική των κρατών μελών στον τομέα αυτό (29).
76 Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 91/156 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να τηρούν την αρχή της προλήψεως, θεσπίζοντας τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της αξιοποιήσεως ή διαθέσεως των αποβλήτων. Φρονώ κατά συνέπεια ότι η υποχρέωση αυτή είναι ανεπιφύλακτη και αρκούντως ακριβής. Αντίθετα, η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει το περιεχόμενο των εν λόγω μέτρων. Κατά συνέπεια, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίσουν το περιεχόμενο αυτό (30). Πιστεύω ότι ο συλλογισμός μου δεν προσκρούει στην απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-236/92, Comitato di coordinamento per la difesa della cava κ.λπ. (31). Κατά τη γνώμη μου, με την απόφαση αυτή δίδεται απλώς απάντηση στο ερώτημα αν το άρθρο 4 περιέχει αρκούντως σαφείς, ακριβείς και ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις, όσον αφορά το περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να θεσπίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της προλήψεως. Συμφωνώ με το Δικαστήριο ότι στο ερώτημα αυτό επιβάλλεται να δοθεί αρνητική απάντηση.
77 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αρχή της προλήψεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 91/156, ισχύει και για την έννοια της προσωρινής εναποθηκεύσεως και ότι τα κράτη μέλη, τα οποία γνωρίζουν καλύτερα τις τοποθεσίες που πρέπει να προστατεύονται, υποχρεούνται να προβλέπουν, σύμφωνα με τις διαδικασίες που επιλέγουν, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την τήρηση της αρχής αυτής.
78 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι το καθεστώς που ισχύει για τα απόβλητα δεν εξαρτάται από τη φύση της εναποθηκεύσεώς τους, αλλά αφενός από τη δραστηριότητα των προσώπων που τα διαχειρίζονται και αφετέρου από τη φύση των συγκεκριμένων αποβλήτων. Ο χαρακτηρισμός της δραστηριότητας των κατηγορουμένων στις κύριες δίκες και της φύσεως των αποβλήτων που παράγονται κατά τις δραστηριότητές τους αυτές εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Αν αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι είναι παραγωγοί επικίνδυνων αποβλήτων, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 91/689, αφενός κατά πόσον οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται στις προβλεπόμενες στα άρθρα 13 και 14 της οδηγίας 91/156 υποχρεώσεις περιοδικών ελέγχων και εποπτείας, τηρήσεως μητρώου με τα προβλεπόμενα στοιχεία και διαβιβάσεως των στοιχείων αυτών στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 και αφετέρου κατά πόσον τα επικίνδυνα απόβλητα, κατά τη συλλογή, τη μεταφορά και την προσωρινή αποθήκευσή τους, είναι καταλλήλως συσκευασμένα και η επισήμανσή τους έχει γίνει σύμφωνα με τους ισχύοντες διεθνείς και κοινοτικούς κανόνες. Εν πάση περιπτώσει, για όλες τις εργασίες που προβλέπονται στην οδηγία 91/156 (προσωρινή και προκαταρκτική εναποθήκευση, εργασίες διαχειρίσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156) πρέπει να τηρείται η αρχή της προλήψεως που διατυπώνεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 91/156 και πρέπει να επιτυγχάνονται οι στόχοι που διακηρύσσονται στην ίδια αυτή διάταξη καθώς και στο άρθρο 8 της οδηγίας 91/156. Στα κράτη μέλη εναπόκειται ο καθορισμός των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή της αρχής αυτής, που προβλέπεται στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/156, και για την επίτευξη των στόχων που διακηρύσσονται στα άρθρα 4, δεύτερο εδάφιο, και 8 της οδηγίας.
Επί του τέταρτου ερωτήματος στις υποθέσεις C-175/98 και C-177/98
79 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον οι πράξεις που καταλογίζονται στους κατηγορουμένους συνιστούν προσωρινή εναποθήκευση υπό την έννοια της οδηγίας περί αποβλήτων. Με τα ερωτήματα αυτά τίθεται συγκεκριμένα το ζήτημα κατά πόσον οι κοινοτικές διατάξεις των οποίων ζητείται η ερμηνεία εφαρμόζονται στις υποθέσεις που έχουν υποβληθεί στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου.
80 Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δέχεται ότι το άρθρο 177 της Συνθήκης, το οποίο στηρίζεται στη σαφή διάκριση καθηκόντων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων (32) και του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, να απορρίπτει το σκεπτικό της αιτήσεως ερμηνείας ή να εφαρμόζει σε εθνικά μέτρα ή σε εσωτερικές καταστάσεις κράτους μέλους τις κοινοτικές διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε, καθόσον τα ζητήματα αυτά εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (33).
81 Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι τα ερωτήματα αυτά είναι απαράδεκτα.
Πρόταση
82 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε ο Giudice per le Indagini Preliminari della Pretura circondariale di Udine:
«1) H προσωρινή εναποθήκευση πρέπει να οριστεί ως η εργασία που πραγματοποιείται πριν από τις εργασίες διαχειρίσεως των αποβλήτων, υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων, διαφέρει από τις εργασίες διαχειρίσεως και:
- προηγείται των εργασιών προκαταρκτικής εναποθηκεύσεως και συλλογής,
- ακολουθεί άμεσα τη φάση παραγωγής των αποβλήτων,
- πραγματοποιείται στον χώρο παραγωγής των αποβλήτων,
- αφορά μόνο τα απόβλητα που προκύπτουν από την αρχική δραστηριότητα ενός παραγωγού ή από εργασίες προεπεξεργασίας, αναμίξεως ή λοιπές εργασίες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσεως ή της συνθέσεως των αποβλήτων και
- μπορεί να πραγματοποιείται μόνον από τους αρχικούς παραγωγούς των αποβλήτων ή όσους πραγματοποιούν εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως των αποβλήτων.
2) Tο καθεστώς που ισχύει για τα απόβλητα, υπό την έννοια της οδηγίας 91/156, δεν εξαρτάται από τη φύση της εναποθηκεύσεώς τους, αλλά αφενός από τη δραστηριότητα των κατόχων τους και αφετέρου από τη φύση των συγκεκριμένων αποβλήτων. Ο χαρακτηρισμός της δραστηριότητας των κατηγορουμένων στις κύριες δίκες και της φύσεως των αποβλήτων που παράγονται κατά τις δραστηριότητές τους αυτές εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Αν αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι είναι παραγωγοί επικίνδυνων αποβλήτων, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα:
- κατά πόσον οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται, σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 της οδηγίας 91/156:
- στις υποχρεώσεις περιοδικών ελέγχων και εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 της οδηγίας αυτής,
- τηρήσεως μητρώου και διαβιβάσεως των στοιχείων που πρέπει να περιέχει το μητρώο αυτό στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 και
- κατά πόσον τα επικίνδυνα απόβλητα, κατά τη συλλογή, τη μεταφορά και την προσωρινή αποθήκευσή τους, είναι καταλλήλως συσκευασμένα και η επισήμανσή τους έχει γίνει σύμφωνα με τους ισχύοντες διεθνείς και κοινοτικούς κανόνες.
Εν πάση περιπτώσει, για όλες τις εργασίες που προβλέπονται στην οδηγία 91/156 (προσωρινή και προκαταρκτική εναποθήκευση, εργασίες διαχειρίσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 91/156) πρέπει να τηρείται η αρχή της προλήψεως που διατυπώνεται στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας και πρέπει να επιτυγχάνονται οι στόχοι που διακηρύσσονται στο άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, καθώς και στο άρθρο 8 της οδηγίας αυτής. Στα κράτη μέλη εναπόκειται ο καθορισμός των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή της αρχής αυτής και για την επίτευξη των στόχων αυτών.»
(1) - ΕΕ L 78, σ. 32.
(2) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86).
(3) - ΕΕ L 377, σ. 20.
(4) - Πρώτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
(5) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
(6) - Έκτη αιτιολογική σκέψη.
(7) - Όγδοη αιτιολογική σκέψη.
(8) - Δέκατη αιτιολογική σκέψη.
(9) - Απόφαση για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 75/442 (ΕΕ 1994, L 5, σ. 15).
(10) - ΕΕ L 135, σ. 32.
(11) - Στο γαλλικό κείμενο δεν αντικαταστάθηκε ο όρος «εναποθήκευση» από τον όρο «συσσώρευση», αλλά ο όρος «υλικά» από τον όρο «απόβλητα».
(12) - Αποφάσεις της 25ης Ιουνίου 1997, C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-3561), και της 18ης Δεκεμβρίοιυ 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411).
(13) - Βλ. την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/689 (ΕΕ L 168, σ. 28).
(14) - Βλ. σημείο 62 των προτάσεών μου.
(15) - ΕΕ L 365, σ. 10.
(16) - GURI (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλίας), τακτικό συμπλήρωμα υπ' αριθ. 38, της 15ης Φεβρουαρίου 1997, στο εξής: Ν.Δ. 22/97.
(17) - GURI 261, της 8ης Νοεμβρίου 1997· βλ. το κωδικοποιημένο κείμενο στην GURI, τακτικό συμπλήρωμα υπ' αριθ. 278, της 28ης Νοεμβρίου 1997.
(18) - Βλ. ανωτέρω σημείο 19 των προτάσεών μου.
(19) - Η υπογράμμιση δική μου.
(20) - Η υπογράμμιση δική μου.
(21) - Βλ. ανωτέρω τα σημεία 45 έως 47 των προτάσεών μου.
(22) - Άρθρα 11, παράγραφοι 1 και 2, 13 και 14, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 91/156.
(23) - Άρθρα 9, παράγραφος 1, 10, 14, πρώτο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, και 13 της οδηγίας 91/156.
(24) - Άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 91/156.
(25) - Βλ. επίσης τη διατύπωση του τέταρτου ερωτήματος που έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο σε κάθε μία από τις δύο υποθέσεις και στα οποία γίνεται λόγος για «διαλύτες με αλογόνα» και για «συσσωρευτές με μόλυβδο», δηλαδή για απόβλητα τα οποία είναι επικίνδυνα, υπό την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 91/689.
(26) - Βλ. συγκεκριμένα τον ορισμό που δίδεται στην ανωτέρω αρχή με το πρώτο πρόγραμμα δράσεως (δήλωση του Συμβουλίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου την 22α Νοεμβρίου 1973, περί του προγράμματος δράσεως των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στον τομέα του περιβάλλοντος, ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 26).
(27) - Βλ. π.χ. την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), καθώς και τις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1998, C-81/96, Gedeputeerde Staten van Noord-Holland (Συλλογή 1998, σ. I-3923, σκέψη 27), και της 29ης Απριλίου 1999, C-293/97, Standley κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-2603, σκέψη 35).
(28) - Άρθρο 1, στοιχείο γγ, της οδηγίας 91/156.
(29) - Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1998, C-284/95, Safety Hi-Tech (Συλλογή 1998, σ. I-4301, σκέψη 57), C-341/95, Bettati (Συλλογή 1998, σ. I-4355, σκέψη 55), και C-389/96, Aher-Waggon (Συλλογή 1998, σ. I-4473, σκέψη 20).
(30) - Βλ., κατ' αναλογία, τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-131/97, Carbonari κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-1103, σκέψεις 44 έως 47).
(31) - Συλλογή 1994, σ. I-483.
(32) - Η πρώτη σχετική απόφαση είναι η απόφαση της 6ης Απριλίου 1962, 13/61, De Geus (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 665).
(33) - Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 1968, 13/68, Salgoil (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 825), της 23ης Ιανουαρίου 1975, 51/74, Van der Hulst (Συλλογή τόμος 1975, σ. 29, σκέψη 12), της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683, σκέψεις 7 και 8), της 5ης Οκτωβρίου 1977, 5/77, Tedeschi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 475, σκέψη 17), της 28ης Μαρτίου 1979, 222/78, ICAP (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 655, σκέψη 10), της 15ης Νοεμβρίου 1979, 36/79, Denkavit (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 667, σκέψη 12), καθώς και, ως πιο πρόσφατη απόφαση, την απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C-235/95, Dumon και Froment (Συλλογή 1998, σ. I-4531, σκέψη 25).
Full & Egal Universal Law Academy