Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), ότι ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που επιτρέπουν τον δι' αποφάσεων του Έλληνα Υπουργού Οικονομικών καθορισμό κατώτατων τιμών λιανικής πωλήσεως των επεξεργασμένων καπνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9 της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών .
Το νομικό πλαίσιο
2. Η οδηγία 95/59/ΕΚ (στο εξής: οδηγία) θεσπίζει τους βασικούς κανόνες για το δεύτερο στάδιο της εναρμονίσεως των φόρων πλην των φόρων κύκλου εργασιών (φόρων καταναλώσεως) επεξεργασμένων καπνών. Στηρίζεται στο άρθρο 99 της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 93 ΕΚ) και κωδικοποιεί την οδηγία 72/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 , και την οδηγία 79/32/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978 , όπως τροποποιήθηκαν επανειλημμένα και, πιο πρόσφατα, με την οδηγία 92/78/ΕΟΚ του Συμβουλίου .
3. Ο γενικός στόχος της οδηγίας είναι, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της, να διευκολυνθεί η δημιουργία οικονομικής ένωσης εντός της Κοινότητας. ρος τον σκοπό αυτό η οδηγία θεσπίζει δύο ειδών διατάξεις.
4. ρώτον, περιέχει διατάξεις που αφορούν τη δομή, το επίπεδο και την είσπραξη των φόρων καταναλώσεως επεξεργασμένων καπνών. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να εξασφαλιστεί ότι οι φόροι καταναλώσεως που εισπράττονται επί των προϊόντων καπνού στα κράτη μέλη δεν θα στρεβλώνουν τους όρους του ανταγωνισμού ούτε θα εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει ότι ο φόρος καταναλώσεως σιγαρέτων περιλαμβάνει δύο στοιχεία: έναν αναλογικό φόρο που υπολογίζεται επί της μέγιστης τιμής λιανικής πωλήσεως και έναν πάγιο φόρο που υπολογίζεται ανά μονάδα προϊόντος. Κατά το άρθρο 16, ο ειδικός φόρος δεν μπορεί να είναι κατώτερος του 5 % ή ανώτερος του 55 % της συνολικής φορολογικής επιβαρύνσεως των σιγαρέτων . Σύμφωνα με το άρθρο 10, ο φόρος καταναλώσεως εισπράττεται κατ' αρχήν με φορολογικά επισήματα, τα οποία προμηθεύονται οι καπνοβιομήχανοι ή εισαγωγείς από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους και τα προσαρτούν στα προϊόντα, πριν από τη λιανική πώληση.
5. Η οδηγία προβλέπει, δεύτερον, κανόνες για τη διαμόρφωση των τιμών λιανικής πωλήσεως όλων των επεξεργασμένων καπνών . Κατά την έβδομη αιτιολογική σκέψη «οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού προϋποθέτουν ένα σύστημα ελευθέρως διαμορφουμένων τιμών για όλες τις ομάδες επεξεργασίας καπνών». Μ' αυτήν την προοπτική το άρθρο 9 της οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 5 της οδηγίας 72/464 όπως τροποποιήθηκε, ορίζει:
«1. Ως καπνοβιομήχανος θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και μεταποιεί τον καπνό σε προϊόντα επεξεργασμένα για λιανική πώληση.
Οι καπνοβιομήχανοι ή, κατά περίπτωση, οι αντιπρόσωποι ή εντολοδόχοι τους στην Κοινότητα, καθώς και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτερες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο προορίζεται να διατεθεί στην κατανάλωση.
Η διάταξη του δευτέρου εδαφίου δεν εμποδίζει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλόμενων τιμών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές δεν αντιβαίνουν προς την κοινοτική νομοθεσία.
2. ροκειμένου να διευκολυνθεί η είσπραξη του ειδικού φόρου καταναλώσεως, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν μια κλίμακα τιμών λιανικής πωλήσεως ανά ομάδα επεξεργασμένων καπνών, υπό τον όρο ότι κάθε κλίμακα θα είναι αρκετά εκτεταμένη και διαφοροποιημένη, ώστε να ανταποκρίνεται πραγματικά στην ποικιλία των κοινοτικών προϊόντων. Κάθε κλίμακα ισχύει για όλα τα προϊόντα που ανήκουν στην ομάδα επεξεργασμένων καπνών χωρίς διάκριση, βασιζομένη στην ποιότητα, την εμφάνιση, την καταγωγή των προϊόντων ή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, των χαρακτηριστικών των επιχειρήσεων ή οποιοδήποτε άλλο κριτήριο.»
6. Το άρθρο 9 της οδηγίας μεταφέρθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον νόμο 2127, της 5ης Απριλίου 1993, περί εναρμονίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων ποτών, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 2187, της 8ης Φεβρουαρίου 1994. Το άρθρο 45 του νόμου 2127 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Οι τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας καθορίζονται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, ελεύθερα από τους καπνοβιομηχάνους ή από τους εντολοδόχους των καπνοβιομηχάνων των λοιπών κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, καθώς και από τους εισαγωγείς αυτών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να γράφουν σε δραχμές την τιμή λιανικής πωλήσεως στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία που διατίθενται στη λιανική πώληση ή στις ένσημες φορολογικές ταινίες που επικολλώνται σε αυτά.
2. (...)
3. Ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως των προϊόντων της παραγράφου 1, οι οποίες θα είναι τουλάχιστον ίσες με τις τιμές που είχαν τα προϊόντα αυτά την 1.12.1993, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, προσαυξημένες κατά 20 %. Με όμοιες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορούν να ορισθούν άλλες κατώτατες τιμές. Σε περίπτωση κυκλοφορίας νέων τύπων, η κατώτατη λιανική τιμή τους θα είναι ίση με την ισχύουσα για τον ποιοτικά πλησιέστερο τύπο που θα προβλέπεται από την παραπάνω υπουργική απόφαση. Με την ίδια απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως για τα πούρα ή σιγαρίλος, για τον λεπτοκομμένο καπνό ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και για τα άλλα καπνά για κάπνισμα.
(...)»
7. Η παράγραφος 3 του άρθρου 45 τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. Φ 3/2 της 7ης Ιανουαρίου 1997. Με την τροποποίηση αυτή, οι τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών πρέπει, από 20 Ιανουαρίου 1997, να είναι τουλάχιστον ίσες με τις τιμές των προϊόντων αυτών την 31η Δεκεμβρίου 1996, προσαυξημένες κατά 9 %.
Διαδικασία και προσδιορισμός των επιδίκων ζητημάτων
8. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 45 του νόμου 2127 αντιβαίνει στο άρθρο 9 της οδηγίας και στο άρθρο 30 της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 28 ΕΚ). Αρχικά γνωστοποίησε την άποψη αυτή στην Ελληνική Κυβέρνηση με επιστολή της 21ης Φεβρουαρίου 1994 . Η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε με επιστολή της 31ης Μαρτίου 1994 ότι δεν θεωρεί ότι ο νόμος 2127 αντιβαίνει στην οδηγία ή σε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Μετά περαιτέρω αλληλογραφία στην οποία οι διάδικοι ενέμειναν στις απόψεις τους, η Επιτροπή εξέδωσε έγγραφο οχλήσεως στις 21 Μαρτίου 1996. Δεδομένου ότι δεν έκρινε ικανοποιητική την ελληνική απάντηση της 29ης Μα_ου 1996, η Επιτροπή εξέδωσε στις 16 Ιουνίου 1996 αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 226, πρώτο εδάφιο, ΕΚ) και κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως εντός δύο μηνών. Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1998, η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη και επανέλαβε ότι ο νόμος 2127 δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο. Κατόπιν της απαντήσεως αυτής, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις 11 Ιουνίου 1998.
9. Με την προσφυγή της η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 9 της οδηγίας. άντως, με το υπόμνημα απαντήσεως στο υπόμνημα αντικρούσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο νόμος 2127 αντιβαίνει και στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
10. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία προσδιορίζεται το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως υποχρεώσεων εκ του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή δεν μπορεί στη συνέχεια να διευρύνει το αντικείμενο, διότι αυτό θα μείωνε τη δυνατότητα του κράτους μέλους να υποβάλει παρατηρήσεις, πράγμα που αποτελεί ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση που απαιτεί η Συνθήκη . Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισήμανε τόσο με το έγγραφο οχλήσεως όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη ότι, καίτοι αναφέρθηκε στο άρθρο 30 της Συνθήκης με την προηγούμενη αλληλογραφία της με την Ελληνική Κυβέρνηση, η παρούσα διαδικασία περιορίζεται στις φορολογικές πλευρές του ζητήματος που ανακύπτει με τον νόμο 2127, επιφυλασσομένων όμως των μελλοντικών μέτρων που η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει βάσει του άρθρου 30. Συνεπώς, όπως ορθά επισημαίνει η Ελληνική Κυβέρνηση, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης είναι απαράδεκτος.
Συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων
11. Η Επιτροπή προβάλλει δύο επιχειρήματα στο πλαίσιο του ισχυρισμού της περί παραβάσεως του άρθρου 9 της οδηγίας.
12. Υποστηρίζει, πρωτίστως, ότι το άρθρο 9 της οδηγίας καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης διαμόρφωσης των τιμών λιανικής πωλήσεως βιομηχανοποιημένων καπνών από τους βιομηχάνους ή τους εισαγωγείς. Ο καθορισμός από τις αρχές των κρατών μελών νομικώς δεσμευτικών ανωτάτων ή κατωτάτων τιμών λιανικής πωλήσεως αντιβαίνει στην αρχή αυτή και επομένως στην οδηγία. Η Επιτροπή παραπέμπει στον σκοπό της οδηγίας, όπως διατυπώνεται στο προοίμιο και στη νομολογία του Δικαστηρίου περί το άρθρο 5 της οδηγίας 72/464 .
13. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το άρθρο 45 του νόμου 2127 δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μετέφερε ορθά το άρθρο 9 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Η ανασφάλεια οφείλεται στην φανερή αντίφαση μεταξύ της παραγράφου 1 του άρθρου 45, που προβλέπει ότι οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τις τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών, και της παραγράφου 3 που ορίζει ότι ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως αυτών των προϊόντων.
14. Η Ελληνική Κυβέρνηση αντιτείνει, κατά τα ουσιώδη, ότι το άρθρο 9 της οδηγίας κάνει διάκριση μεταξύ κατώτατων και ανώτατων τιμών λιανικής πωλήσεως. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος δεν παραβαίνει την οδηγία οσάκις επιβάλλει νομικώς δεσμευτικές κατώτατες τιμές για τα βιομηχανοποιημένα καπνά.
15. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δέχεται ότι ο νόμος 2127 δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Ενώ η παράγραφος 1 του άρθρου 45 διατυπώνει τη γενική αρχή ότι οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τη λιανική τιμή των βιομηχανοποιημένων καπνών, η παράγραφος 3 απλώς περιορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτής της αρχής. Δεν υπάρχει δηλαδή αντίφαση μεταξύ των δύο παραγράφων.
16. Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο νόμος 2127 εμπίπτει στις επιφυλάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 9 που αναφέρεται στις εθνικές νομοθεσίες οι οποίες σκοπούν τον έλεγχο των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών.
17. Νομίζω ότι τα ακόλουθα ζητήματα χρήζουν εξετάσεως.
i) Αντιβαίνει το άρθρο 45 του νόμου 2127 στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, και, συνεπώς, συνιστά παράβαση της οδηγίας;
ii) Δικαιολογείται το άρθρο 45 του νόμου 2127 βάσει της επιφυλάξεως του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της οδηγίας;
Αντιβαίνει το άρθρο 45 του νόμου 2127 στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, οπότε συνιστά κατ' αρχήν παράβαση της οδηγίας;
18. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος. Σύμφωνα με την Ελληνική Κυβέρνηση, η διατύπωση «μέγιστες τιμές» και όχι απλώς «τιμές» δείχνει ότι η οδηγία δεν σκοπεί να απαγορεύσει τις κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως.
19. Κατά τη γνώμη μου, η ανάλυση αυτή δεν είναι ορθή, δεδομένου ότι το άρθρο 9 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της οικονομίας και του σκοπού της οδηγίας .
20. Η οδηγία καθιερώνει μηχανισμό για την επιβολή, εντός των κρατών μελών, φόρων καταναλώσεως βιομηχανοποιημένων καπνών. Σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτόν, ο φόρος υπολογίζεται και εισπράττεται βάσει των ανωτάτων τιμών λιανικής πωλήσεως που καθορίζονται από τους καπνοβιομήχανους ή τους εισαγωγείς και τυπώνονται στις φορολογικές ταινίες. Η φράση «μέγιστες τιμές» του άρθρου 9 αναφέρεται σ' αυτόν τον μηχανισμό υπολογισμού και εισπράξεως του φόρου. Σημαίνει δε τις τιμές που καθορίζουν οι καπνοβιομήχανοι ή οι εισαγωγείς, βάσει των οποίων εισπράττεται ο φόρος. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση INNO κατά ΑΤΑΒ, αν η βάση επιβολής του φόρου καταναλώσεως είναι η τιμή λιανικής πωλήσεως, η απαγόρευση πωλήσεως των προϊόντων καπνού στον καταναλωτή σε τιμή μεγαλύτερη από την τιμή λιανικής πωλήσεως που αναγράφεται στη φορολογική ταινία αποτελεί ουσιαστική εγγύηση φορολογικού χαρακτήρα με την οποία σκοπείται να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς να δηλώνουν μικρότερη αξία για τα προϊόντα τους ενόψει φορολογήσεως . Συνεπώς, η φράση «μέγιστες τιμές» είναι άσχετη με το ζήτημα αν η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίζουν κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως.
21. Η ανάλυση της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν συνάδει ούτε προς τον σκοπό της οδηγίας. Αν ένα κράτος μέλος επιβάλλει δεσμευτικές κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως βιομηχανοποιημένων καπνών, οι εισαγωγείς των προϊόντων αυτών θα αδυνατούν ενδεχομένως να μετακυλίσουν χαμηλότερο κόστος στις οικείες τιμές λιανικής πωλήσεως. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση των όρων ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων καπνών και την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο στο προοίμιο της οδηγίας αναφέρεται ότι «οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού προϋποθέτουν ένα σύστημα ελευθέρως διαμορφωμένων τιμών και όλες τις ομάδες επεξεργασίας καπνών».
22. Εξάλλου, το ζήτημα έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν δεσμευτικές τιμές λιανικής πωλήσεως βιομηχανοποιημένων καπνών αντιβαίνουν στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464 το οποίο, για τις ανάγκες της υπό κρίση υποθέσεως, συμπίπτει με τη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας. Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του συμβιβαστού προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, των γαλλικών διατάξεων που δίνουν την εξουσία στις διοικητικές αρχές να καθορίζουν τις τιμές λιανικής πωλήσεως τόσο των εγχωρίων όσο και των εισαγομένων προϊόντων καπνού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξουσία που έχει επιφυλαχθεί στη Γαλλική Κυβέρνηση να καθορίζει τις τιμές «είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο, στον βαθμό που η εξουσία αυτή επιτρέπει, με την τροποποίηση της τιμής πωλήσεως που προσδιορίζει ο καπνοβιομήχανος ή ο εισαγωγέας, να θίγονται οι σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ του εισαγομένου καπνού και αυτού που εμπορεύεται το κρατικό μονοπώλιο» .
23. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ερμηνεία αυτή του άρθρου 5 με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου . Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την άρνηση των βελγικών αρχών να χορηγήσουν σε εισαγωγέα καπνού φορολογικές ταινίες αναγράφουσες χαμηλότερη τιμή πωλήσεως από αυτήν που προέβλεπε η εθνική κλίμακα τιμών, η οποία είχε καταρτιστεί σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2 (ήδη άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας). Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση αυτή ισοδυναμούσε με επιβολή κατώτατης τιμής για τα εισαγόμενα καπνά κατά παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο συνέχισε :
«Επιπλέον, προκύπτει ότι οι βελγικές αρχές υπέπεσαν επίσης σε νομική πλάνη επειδή δεν εφάρμοσαν την αρχή που τίθεται με το προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464 της 19ης Δεκεμβρίου 1972, κατά την οποία αρχή οι παραγωγοί και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις μέγιστες τιμές λιανικής πωλήσεως για κάθε ένα από τα προϊόντα τους.»
24. Τέλος, με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη του ιταλικού νόμου που παρείχε την εξουσία στις διοικητικές αρχές του κράτους αυτού να καθορίζουν τις τιμές λιανικής πωλήσεως σε συσχετισμό με τις ανώτατες τιμές που προτείνουν οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς συνιστά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464, διότι δημιουργεί ανασφάλεια ως προς το δικαίωμα των καπνοβιομηχάνων και των εισαγωγέων να καθορίζουν ελεύθερα τις μέγιστες τιμές λιανικής πωλήσεως.
25. Συνεπώς, η ερμηνεία της οδηγίας που δίνει η Επιτροπή είναι ορθή: το άρθρο 9, παράγραφος 1, διατυπώνει την αρχή του ελεύθερου καθορισμού των τιμών λιανικής πωλήσεως από τους καπνοβιομηχάνους και τους εισαγωγείς πράγμα που, λαμβανομένης υπόψη της επιφυλάξεως του τρίτου εδαφίου αυτής της διατάξεως, δεν συμβιβάζεται με την εξουσία των αρχών ενός κράτους μέλους να καθορίζουν ελάχιστες ή άλλες δεσμευτικές τιμές λιανικής πωλήσεως.
26. Το άρθρο 45 του νόμου 2127 εξουσιοδοτεί τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών να επιβάλλει κατώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως βιομηχανοποιημένων καπνών. Η ύπαρξη της εξουσίας αυτής συνιστά καθεαυτή παραβίαση της αρχής του ελευθέρου καθορισμού των τιμών λιανικής πωλήσεως που καθιερώνει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας.
27. Το συμπέρασμα αυτό δεν αντικρούεται, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, από το ιστορικό της οδηγίας. Κατά τη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας 92/78 με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 72/464, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή πρότεινε να χρησιμοποιηθεί, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, αντί της φράσεως «μέγιστες τιμές» η λέξη «τιμές», ώστε να είναι σαφές ότι η οδηγία εφαρμόζεται επίσης σε εθνικές διατάξεις που καθορίζουν κατώτατες τιμές . Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υιοθέτησε την πρόταση αυτή δεν σημαίνει ότι οι κατώτατες τιμές κείνται εκτός περίδου εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1. Αντιθέτως, αφήνει να εννοηθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης υιοθέτησε την άποψη ότι η προταθείσα τροποποίηση ήταν περιττή, διότι από την οικονομία και τον σκοπό της οδηγίας καθώς και από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις προαναφερθείσες υποθέσεις προέκυπτε σαφώς ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, έχει εφαρμογή στις κατώτατες τιμές.
28. ρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι κατώτατες τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με τον νόμο 2127 είναι δυνατόν, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, να παρεμποδίσουν την επίτευξη των στόχων της οδηγίας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέχει η προσφυγή της Επιτροπής, οι ελληνικές κατώτατες τιμές καθορίζονται με τα ακόλουθα κριτήρια: από τον Δεκέμβριο του 1995, οπότε τέθηκε σε ισχύ η οδηγία , μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 1997, οι κατώτατες τιμές ήταν τουλάχιστον ίσες με τις τιμές λιανικής πωλήσεως όπως είχαν διαμορφωθεί την 1η Δεκεμβρίου 1993 προσαυξημένες κατά 20 %· από τις 20 Ιανουαρίου 1997 οι κατώτατες τιμές είναι τουλάχιστον ίσες με τις τιμές λιανικής πωλήσεως όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31 Δεκεμβρίου 1996, προσαυξημένες κατά 9 %. Τα επίπεδα αυτά φαίνονται αρκετά υψηλά και δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να εμπόδισαν οι κατώτατες τιμές ορισμένους εισαγωγείς να μετακυλίσουν τυχόν χαμηλότερα έξοδα στις οικείες τιμές λιανικής πωλήσεως. Οι κατώτατες τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 45 ενδέχεται δηλαδή να στρέβλωσαν τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των εγχωρίων και εισαγομένων καπνών και να περιόρισαν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επιπλέον, το άρθρο 45 του νόμου 2127 δεν προβλέπει ανώτατο όριο για το επίπεδο κατώτατων τιμών που μπορεί να καθορίζει ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών. Συνεπώς, ο υπουργός μπορεί ανά πάσα στιγμή να αυξήσει τις κατώτατες τιμές σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να στρεβλώνονται πράγματι οι όροι του ανταγωνισμού.
29. Για τους λόγους αυτούς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 45 του νόμου 2127 αντιβαίνει στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας και συνεπώς συνιστά κατ' αρχήν παράβαση της οδηγίας.
30. Κατόπιν των προεκτεθέντων, είναι περιττό να διατυπώσω άποψη όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής περί παραβιάσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Δικαιολογείται το άρθρο 45 του νόμου 2127 βάσει της επιφυλάξεως που διατυπώνει το άρθρο 9, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας;
31. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 45 του νόμου 2127 εμπίπτει στις επιφυλάξεις που διατυπώνει το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της οδηγίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει, συναφώς, ότι οι κατώτατες τιμές είναι αναγκαίες για την προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και για την προστασία της δημόσιας υγείας από τους κινδύνους του καπνίσματος. Συναφώς τονίζει ότι η καταπολέμηση της καταχρήσεως καπνού είναι θεμιτός στόχος κατά το κοινοτικό δίκαιο· η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση σ' αυτόν τον τομέα· και η ανάγκη δράσεως είναι σαφής, δεδομένης της μεγάλης καταναλώσεως καπνού στην Ελλάδα.
32. Υπενθυμίζω ότι το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, αναφέρεται «στις εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τον έλεγχο των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών». Τα μέτρα που σκοπούν την προστασία της δημόσιας υγείας ή τα δημοσιονομικά συμφέροντα του κράτους μέλους δεν νομίζω ότι εμπίπτουν σ' αυτήν τη διατύπωση.
33. Η άποψη αυτή επιρρωννύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου περί το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464. Με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιφυλάξεις του τρίτου εδαφίου «πρέπει να ερμηνευθούν έτσι ώστε το περιεχόμενό τους να συμβιβάζεται με τον κανόνα του ελεύθερου προσδιορισμού από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα της τιμής πωλήσεως (...)» . Όσον αφορά τον «έλεγχο του επιπέδου των τιμών», το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκφραση αυτή καλύπτει μόνον τις γενικού χαρακτήρα εθνικές νομοθεσίες οι οποίες αποβλέπουν στη συγκράτηση της ανόδου των τιμών . Όσον αφορά την «τήρηση της διατιμήσεως», το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκφραση αυτή πρέπει να νοηθεί υπό το φως του μηχανισμού για τον καθορισμό των τιμών λιανικής πωλήσεως που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 1. Η έκφραση αυτή πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενη σε τιμή η οποία, αφού προσδιοριστεί από τον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα και εγκριθεί από τη δημόσια αρχή, επιβάλλεται ως ανώτατη τιμή και πρέπει να τηρείται σε όλα τα στάδια του κυκλώματος διανομής μέχρι την πώληση στον καταναλωτή . Ο σκοπός του μηχανισμού αυτού είναι, όπως διευκρινίζεται ανωτέρω, να αποτρέπει τους καπνοβιομήχανους και εισαγωγείς από το να δηλώνουν χαμηλότερη αξία για τα προϊόντα τους όταν προμηθεύονται τις φορολογικές ταινίες και καταβάλλουν φόρο καταναλώσεως επί των καπνών.
34. Συνεπώς, το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλίνουν από την αρχή του ελεύθερου καθορισμού των τιμών που θεσπίζει το δεύτερο εδάφιο προκειμένου να προστατεύουν είτε τα δημοσιονομικά συμφέροντά τους είτε τη δημόσια υγεία. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι ο νόμος 2127 δικαιολογείται βάσει του τρίτου εδαφίου του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν πρέπει να γίνει δεκτός.
35. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να προστατεύσει τα δημοσιονομικά συμφέροντά της και τη δημόσια υγεία βάσει της οδηγίας. Όπως ορθά επισημαίνει η Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία έχει τη δυνατότητα να καθορίσει το συνολικό επίπεδο φορολογίας βιομηχανοποιημένων καπνών βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας. Μπορεί επομένως να προστατεύσει τα συμφέροντα αυτά αυξάνοντας το επίπεδο φορολογίας. Οι φόβοι που εκφράζει η Ελληνική Κυβέρνηση ότι οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς μπορούν να αντισταθμίσουν την αύξηση του φόρου μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους είναι αβάσιμοι. Λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό στοιχείο φόρου στην τιμή πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών, το κέρδος που πραγματοποιούν οι καπνοβιομήχανοι, οι εισαγωγείς και οι λιανοπωλητές είναι σχετικά χαμηλό . Επομένως, η τιμή λιανικής πωλήσεως αντικατοπτρίζει το επίπεδο φορολογίας και οι ελληνικές αρχές μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να αντιδράσουν στις μειώσεις του περιθωρίου κόστους με περαιτέρω αύξηση του επιπέδου φορολογίας.
ρόταση
36. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
i) να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9 της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών·
ii) να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy