Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Με την παρούσα προδικαστική παραπομπή ερωτάται αν οι άρρενες εργαζόμενοι έχουν και αυτοί δικαίωμα (ως πατέρες) επί του ενιαίου επιδόματος που οι εργαζόμενες γυναίκες λαμβάνουν βάσει συλλογικής συμφωνίας κατά τη χορήγηση της αδείας μητρότητας.
2 Το ερώτημα υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το Conseil de prud'hommes du Havre. Αφορά την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και των οδηγιών 75/117/ΕΟΚ (1) (στο εξής: οδηγία περί των αμοιβών) και 76/207/ΕΟΚ (2) (στο εξής: οδηγία περί της ίσης μεταχειρίσεως) σε σχέση με διάταξη συλλογικής συμφωνίας που συνήφθη με βάση το γαλλικό εσωτερικό δίκαιο. Το καθεστώς που θεσπίστηκε με την εν λόγω συλλογική συμφωνία προβλέπει την καταβολή ενιαίου επιδόματος 7 500 γαλλικών φράγκων (FRF) στις εγκύους γυναίκες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας. Η διαδικασία της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο αίτηση χορηγήσεως επιδόματος 7 500 FRF την οποία ένα σύνολο από εργαζόμενους άνδρες υπέβαλε για καθένα από τα τέκνα τους.
3 Η διαφορά στο πλαίσιο της οποίας ανέκυψε η προδικαστική παραπομπή έχει ως εξής:
Στο αιτούν δικαστήριο υποβλήθηκαν αιτήσεις από 244 άρρενες εργαζόμενους (στο εξής: αιτούντες) με τις οποίες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εργοδότης τους, η εταιρία Renault (στο εξής: καθής), να καταβάλει σε έκαστον από αυτούς 7 500 FRF, 15 000 FRF, 22 500 FRF και 30 000 FRF ή 37 500 FRF ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων που έχουν, καθώς και 500 FRF ως μη περιλαμβανόμενα στη δικαστική δαπάνη έξοδα.
4 Οι αιτούντες φρονούν ότι το άρθρο 18 της συλλογικής συμφωνίας της 5ης Ιουλίου 1991, σχετικά με την κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη των μισθωτών της εταιρίας Renault, συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τις αμοιβές, καθώς και της αντίστοιχης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου που περιλαμβάνεται στο άρθρο L.140-2 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, καθόσον παρέχει ενιαίο επίδομα 7 500 FRF στην έγκυο γυναίκα στην οποία χορηγείται άδεια μητρότητας.
5 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι αιτούντες υποστήριξαν ότι, μολονότι ορισμένες διακρίσεις - όπως η άδεια μητρότητας που παρέχεται αποκλειστικά στις γυναίκες - δικαιολογούνται καθόσον στηρίζονται σε φυσιολογικές ιδιαιτερότητες του ενός εκ των φύλων, τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση του επίμαχου επιδόματος. Ναι μεν η γέννηση τέκνου ενδιαφέρει μόνον τη γυναίκα αυστηρώς από άποψη φυσιολογίας, πλην όμως αποτελεί και κοινωνική πράξη που ενδιαφέρει ολόκληρη την οικογένεια - επομένως και τον πατέρα - ο οποίος δεν μπορεί να στερηθεί του επιδόματος, καθόσον τούτο αποτελεί καταχρηστική δυσμενή διάκριση.
6 Η καθής υποστηρίζει αντιθέτως ότι το άρθρο 18 της συλλογικής συμφωνίας περιλαμβάνεται μεταξύ των «νομίμων» διακρίσεων, δεδομένου ότι η ανισορροπία που δημιουργεί το άρθρο αυτό είναι μόνο φαινομενική και «τυπική» και αποσκοπεί στην αποκατάσταση μιας de facto ισότητας η οποία μέχρι τότε θιγόταν από μια πραγματική ανισορροπία. Το επίδομα δεν πρέπει, κατ' αυτήν, να συγχέεται με επίδομα γεννήσεως τέκνου. Το επίμαχο επίδομα αποσκοπεί στην αντιστάθμιση της ζημίας που προκαλείται στη γυναίκα και μόνον η οποία, όταν της χορηγείται άδεια μητρότητας, αναγκάζεται να απομακρυνθεί προσωρινά από την εργασία της και να υποστεί τις αρνητικές, ειδικότερα για τη σταδιοδρομία της, συνέπειες αυτής της αναγκαστικής απουσίας.
7 Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διαλαμβάνεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, στην οδηγία 75/117 και στην οδηγία 76/207. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη απαντήσει μέχρι σήμερα στο ερώτημα που είναι χρήσιμο για τη λύση της διαφοράς. Ούτε η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1996 στην υπόθεση Gillespie κ.λπ. (3) απαντά, κατ' αυτό, στο ερώτημα αν το επίμαχο επίδομα συνιστά διάκριση αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του κανόνα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 19 της συλλογικής συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο κατά τη διάρκεια της αδείας διατηρούνται οι αποδοχές. Η απάντηση του Δικαστηρίου ενδιαφέρει, κατά το αιτούν δικαστήριο, και ως προς την ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, ήτοι του άρθρου L.140-2 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
8 Το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο έχει ως εξής:
«Επιτρέπει η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, την οποία θεσπίζει το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης (4) και τα επακόλουθα νομοθετήματα, τη χορήγηση στην έγκυο γυναίκα και μόνο, αποκλειομένου του πατέρα του τέκνου, επιδόματος ύψους 7 500 FRF κατά τη χορήγηση της αδείας μητρότητας, διευκρινιζομένου ότι:
- το επίδομα αυτό και η καταβολή του προβλέπονται στο άρθρο 18, in fine, της συλλογικής συμφωνίας της 5ης Ιουλίου 1991, περί της κοινωνικοασφαλιστικής καλύψεως των μισθωτών εργαζομένων της εταιρίας Renault,
- το άρθρο 19, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω συμφωνίας προβλέπει τη διατήρηση των αποδοχών των μισθωτών γυναικών κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας;»
9 Η καθής της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Θα επανέλθω σχετικώς όταν προχωρήσω στη νομική εξέταση.
10 Το Δικαστήριο αποφάσισε να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία. Συγχρόνως, αποφάσισε να απευθύνει την ακόλουθη ερώτηση στην καθής:
Παρακαλείται η Renault να διευκρινίσει ποια είναι η ζημία που προκαλείται στην έγκυο γυναίκα η οποία, κατά τη χορήγηση της αδείας μητρότητας, αναγκάζεται να απομακρυνθεί από την εργασία της, όσον αφορά την επαγγελματική σταδιοδρομία της.
Η καθής απάντησε εγγράφως. Η απάντηση κοινοποιήθηκε στους λοιπούς διαδίκους με καθορισμό προθεσμίας για να λάβουν σχετικώς θέση.
Β - Εκτίμηση
11 Η καθής τοποθετεί κατ' αρχάς την επίμαχη διάταξη στο πλαίσιό της. Το άρθρο 18 της συλλογικής συμφωνίας περιλαμβάνει ένα σύνολο από διατάξεις υπέρ των εγκύων γυναικών, όπως είναι:
- μια ώρα απαλλαγή από την εργασία, που μπορεί να ληφθεί στην αρχή ή στο τέλος της ημέρας,
- πρόσθετη απαλλαγή 5 λεπτών ημερησίων, που δεν μπορεί να ληφθεί συνεχόμενα με την προηγούμενη,
- δυνατότητα αλλαγής θέσεως,
- υπολογισμός των προγενετικών ιατρικών επισκέψεων ως χρόνου εργασίας (5).
12 Τέλος, η διάταξη καταλήγει με την εξής ρητή πρόβλεψη:
«κατά τη χορήγηση αδείας μητρότητας, καταβάλλεται στην έγκυο γυναίκα το ποσό των 7 500 FRF».
13 Κατά την καθής, η τυπικά άνιση αυτή μεταχείριση λόγω του φύλου του εργαζομένου θεσπίστηκε τηρουμένης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 119 της Συνθήκης και των σχετικών οδηγιών εφαρμογής του και αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής αυτής.
14 Η καθής υπενθυμίζει τον ορισμό της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που έχει καθιερώσει η νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρόμοιες καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις (6). Αν ληφθεί υπόψη αυτός ο ορισμός μόνο, είναι αναμφισβήτητο ότι δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση εν προκειμένω. Κατά την καθής, οι εφαρμοστέες διατάξεις είναι διαφορετικές για τους άνδρες και διαφορετικές για τις γυναίκες, απλώς και μόνον επειδή μόνον οι γυναίκες μπορούν να καταστούν έγκυοι. Κατ' αυτήν, οι καταστάσεις δεν είναι συγκρίσιμες. Μόνον οι έγκυοι γυναίκες λαμβάνουν το επίδομα κατά τη χορήγηση αδείας μητρότητας. Κατά την καθής, μόνον οι έγκυοι γυναίκες, και όχι οι γυναίκες εν γένει, μπορούν να διεκδικήσουν το επίδομα.
15 Για περαιτέρω εξέταση του αν υφίσταται απαγορευόμενη άνιση μεταχείριση, η καθής προβαίνει σε χαρακτηρισμό του επίμαχου επιδόματος. Κατ' αυτήν, πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινισθεί αν το επίδομα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «αμοιβή» (7) ή ως «αποδοχές» (8). Η έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης περιλαμβάνει τον μισθό ή - τουλάχιστον - τις «τακτικές βασικές αποδοχές» (9) και «όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του, άσχετα αν αυτό συμβαίνει δυνάμει συμβάσεως εργασίας, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή εκουσίως» (10). Η έννοια των «αποδοχών» (11) αφορά αντιθέτως τις υπό ευρεία έννοια συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως είναι η πρόσβαση στην απασχόληση, στην επιμόρφωση και στην επαγγελματική προαγωγή, καθώς και οι συνθήκες εργασίας. Η καθής, αναφερόμενη στην απόφαση Gillespie κ.λπ. (12), υποστηρίζει ότι μια παροχή χορηγούμενη κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας αποτελεί, κατ' αυτήν, «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117, χωρίς ωστόσο να εμπίπτει στην οδηγία 76/207. Αντιθέτως, το επίδομα που καταβάλλεται εφάπαξ στις εγκύους γυναίκες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αμοιβή, η οποία καταβάλλεται επί πολλούς μήνες. Επίσης, δεν αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τον μισθό. Το επίδομα αυτό πλησιάζει μάλλον προς την έννοια των «αποδοχών» (13), καθόσον προστίθεται στις παροχές που χορηγούνται κατά την άδεια μητρότητας. Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με την απόφαση Hofmann (14), να εξομοιωθεί με τα μέτρα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, τόσο μάλλον που παρέχεται ιδίως για να αντισταθμιστεί το μειονέκτημα που συνεπάγεται η διακοπή της εργασίας για την επαγγελματική εξέλιξη.
16 Μολονότι οι διάδικοι ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου συμφώνησαν στο ότι το επίμαχο επίδομα αποτελεί «αμοιβή», τούτο δεν έγινε υπό την έννοια που ο όρος έχει στο κοινοτικό δίκαιο, αλλά διότι, στο εσωτερικό δίκαιο, η έννοια του «traitement» (15) καλύπτει το σύνολο των απολαβών των μονίμων και μη δημοσίων υπαλλήλων.
17 Πρέπει τέλος να εξετασθεί αν η χαρακτηριζόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο παροχή εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή καθιερώνεται στις σχετικές οδηγίες. Η καθής, εξετάζοντας λεπτομερώς τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (16) και τη νομολογία του Δικαστηρίου (17), υποστηρίζει ότι το επίδομα καλύπτεται από το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 76/207. Προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών που διαλαμβάνεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης (18) και στα επακόλουθα νομοθετήματα έχει την έννοια ότι ένα επίδομα που καταβάλλεται κατά τη χορήγηση της αδείας μητρότητας σε μόνη την έγκυο γυναίκα, εξαιρουμένου του πατέρα του τέκνου, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως αμοιβή και συνεπώς εμπίπτει στην οδηγία 76/207, ιδίως δε στις εξαιρέσεις από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου, που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας αυτής.
18 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η παροχή που καταβάλλεται στις εργαζόμενες γυναίκες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας είναι συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον αποτελεί τμήμα ενός συνόλου μέτρων που σκοπό έχουν να προστατεύσουν τις γυναίκες όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα. Εναπόκειται συναφώς στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν η παροχή αποτελεί επίσης πράγματι τμήμα ενός συνόλου μέτρων αυτής της φύσεως.
19 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκκινεί από το ότι πέραν του άρθρου 119 της Συνθήκης πρέπει να εξετασθούν οι οδηγίες 75/117 και 76/207 ως «επακόλουθα νομοθετήματα», υπό την έννοια του προδικαστικού ερωτήματος.
20 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δέχεται - όπως και οι διάδικοι ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου - ότι το επίδομα που καταβάλλεται εφάπαξ στις εγκύους εργαζόμενες γυναίκες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας αποτελεί «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και πρέπει συνεπώς να εκτιμάται υπό το πρίσμα της οδηγίας περί των αμοιβών (19) και όχι υπό το πρίσμα της οδηγίας περί ίσης μεταχειρίσεως (20). Η οδηγία περί των αμοιβών δεν περιλαμβάνει βεβαίως καθεστώς εξαιρέσεων σχετικά με «την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα», όπως το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207. Ωστόσο, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι, κατόπιν της αποφάσεως Gillespie κ.λπ. του Δικαστηρίου (21), το καθεστώς εξαιρέσεων ισχύει και για το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και για την οδηγία περί των αμοιβών. Αν αυτό δεν συνέβαινε, το σύννομο των «επιδομάτων μητρότητας» (22) θα ετίθετο εν αμφιβόλω. Δεν απόκειται στους άνδρες - όπως υποστηρίζει κατ' ουσίαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου - να αμφισβητούν το σύννομο των παροχών που αποσκοπούν στην προστασία των γυναικών όσον αφορά τη μητρότητα και τη γέννηση τέκνου.
21 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου (23), υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας περί της ίσης μεταχειρίσεως αφήνει μεγάλη ελευθερία στα κράτη μέλη κατά την επιλογή των μέτρων προστασίας. Ένα τέτοιο μέτρο πρέπει να αποτελεί τμήμα ενός συνόλου μέτρων - πράγμα το οποίο πρέπει να εξακριβώνεται κατά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών (24) - και μπορεί κάλλιστα να είναι πιο γενναιόδωρο απ' ό,τι οι γενικές διατάξεις προστασίας της μητέρας. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα τέτοιο μέτρο είναι σύννομο. Στο παρόν πλαίσιο, δεν χρειάζεται τελικώς να κριθεί το σύννομο θετικών διακρίσεων.
22 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, που θέτει το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης (25) και η οδηγία 75/117, επιτρέπει την καταβολή, στο πλαίσιο συμφωνίας σχετικά με την κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, ποσού ίσου προς 7 500 FRF σε έγκυο εργαζόμενη που λαμβάνει άδεια μητρότητας, αλλά όχι σε άρρενα εργαζόμενο ο οποίος έχει τέκνο, στην περίπτωση κατά την οποία η καταβολή του ποσού αυτού χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι αποτελεί τμήμα ενός συνόλου μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία των γυναικών όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα και στην αντιστάθμιση των σχετικών με την απασχόλησή τους μειονεκτημάτων που υφίστανται λόγω της εγκυμοσύνης τους («το σύνολο των παροχών μητρότητας»). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν η εκ μέρους της Renault καταβολή του επιδόματος στις εγκύους εργαζόμενες όταν τους χορηγείται άδεια μητρότητας αποτελεί τμήμα του συνόλου των παροχών μητρότητας.
23 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, προϋποθέτει ότι οι εργαζόμενοι άνδρες και οι εργαζόμενες γυναίκες που τυγχάνουν της εφαρμογής της αρχής αυτής τελούν σε πανομοιότυπες καταστάσεις (26). Κατ' αυτήν, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε με την απόφαση Gillespie κ.λπ. ότι οι γυναίκες που λαμβάνουν άδεια μητρότητας προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία τελούν σε ειδική κατάσταση που επιβάλλει να τους παρέχεται ειδική προστασία· ότι τελούν συνεπώς σε κατάσταση που δεν μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνη ενός άνδρα ούτε με εκείνη μιας γυναίκας που είναι όντως παρούσα στη θέση εργασίας της. Το επίμαχο επίδομα δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, καθόσον οι εργαζόμενες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας τελούν, κατ' αυτήν, σε διαφορετική κατάσταση απ' ό,τι οι συνάδελφοί τους στην εργασία. Ο εργοδότης εφαρμόζει διαφορετικούς κανόνες σε διαφορετικές καταστάσεις.
24 Δεδομένου ότι το δικαίωμα (ή η υποχρέωση) χορηγήσεως αδείας μητρότητας εξακολουθεί να είναι επιζήμιο για την επαγγελματική σταδιοδρομία των γυναικών - θέση προς υποστήριξη της οποίας επισυνάπτεται στις παρατηρήσεις σχετικό άρθρο του Τύπου (27) - τίποτε δεν εμπόδιζε την εταιρία Renault, ως εργοδότη, να διαπραγματευθεί με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις μια παροχή που θα συμπληρώνει την αμοιβή.
25 Η Επιτροπή αναπτύσσει μια επικουρική συλλογιστική, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε εσφαλμένη την εκτίμηση αυτή. Στο πλαίσιο αυτό εκκινεί από την άποψη ότι το επίδομα αποτελεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης (28). Αν το επίδομα αναλυθεί ως καταβολή ποσού για «μια περίοδο αδείας σύμφυτη προς τη βιολογική κατάσταση της γυναίκας», μπορεί να θεωρηθεί προνόμιο που έχει ως συνέπεια να παρέχεται στη γυναίκα, για την ίδια εργασία, αμοιβή μεγαλύτερη από τον συνολικό μισθό. Υπό το πρίσμα αυτό, πρόκειται για ευθεία διάκριση η οποία ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί (29). Η Επιτροπή ερευνά εν συνεχεία αν το επίδομα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά παρέκκλιση από το άρθρο 119, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, παρέκκλιση η οποία διατυπώθηκε στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που συνήφθη μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, και ενσωματώθηκε στο ευρωπαϋκό δίκαιο με το πρωτόκολλο αριθ. 14 σχετικά με την κοινωνική πολιτική, που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
«Το παρόν άρθρο δεν κωλύει την εκ μέρους των κρατών μελών διατήρηση ή θέσπιση μέτρων που προβλέπουν ειδικά ευεργετήματα για τη διευκόλυνση της άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας από τις γυναίκες ή για την πρόληψη ή αντιστάθμιση μειονεκτημάτων στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.»
26 Η Επιτροπή συνάγει από την έρευνά της ένα αρνητικό συμπέρασμα. Μόνον ένα κράτος μέλος - και όχι οι κοινωνικοί εταίροι - θα μπορούσε να λάβει ένα μέτρο τέτοιας φύσεως. Ανάλογα αποτελέσματα θα μπορούσαν σε οριακή περίπτωση να αναγνωρισθούν σε συλλογική συμφωνία κηρυχθείσα υποχρεωτική. Το μέτρο δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της συμφωνίας σχετικά με την κοινωνική πολιτική.
27 Η Επιτροπή εξετάζει τέλος τα έννομα αποτελέσματα που θα παράγονταν αν το επίμαχο επίδομα χαρακτηριζόταν ως επίδομα τοκετού (η Επιτροπή ωστόσο δεν συμμερίζεται την εκτίμηση αυτή και σε άλλο σημείο (30) εκθέτει ότι οι αιτούντες μεταβάλλουν τη φύση του επιδόματος όταν υποστηρίζουν ότι, δεδομένου ότι η γέννηση ενός τέκνου αποτελεί κοινωνική πράξη, πρέπει να μπορούν και αυτοί, ως πατέρες, να δικαιούνται την παροχή). Αν ωστόσο το επίδομα έπρεπε να χαρακτηρισθεί επίδομα τοκετού, θα έπρεπε να χορηγείται στους γονείς - στον πατέρα και στη μητέρα.
28 Η Επιτροπή καταλήγει προτείνοντας να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
Η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, που καθιερώνει το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (31), δεν εμποδίζει έναν εργοδότη να καταβάλλει μόνο στις εγκύους εργαζόμενες, αποκλειουμένου του πατέρα του τέκνου, εφάπαξ επίδομα κατά τη χορήγηση της αδείας μητρότητας, μολονότι αυτές διατηρούν όλες τις αποδοχές τους κατά την περίοδο αυτή, εφόσον το επίδομα αυτό δεν αποτελεί επίδομα τοκετού, αλλά επίδομα χορηγούμενο στην εργαζόμενη λόγω των επαγγελματικών μειονεκτημάτων που προκύπτουν από τη σύμφυτη προς την άδεια μητρότητας απομάκρυνσή της από την εργασία.
Εκτίμηση
29 Είναι εντυπωσιακή η διαπίστωση ότι, μολονότι από διαφορετικές κατευθύνσεις, όλοι οι διάδικοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, θεωρώντας ότι η διάταξη της συλλογικής συμφωνίας βάσει της οποίας το επίδομα καταβάλλεται μόνο στη γυναίκα στην οποία χορηγείται επίδομα μητρότητας δεν αποτελεί καθεαυτήν δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
30 Το προκαταρκτικό ζήτημα αν το εφάπαξ επίδομα αποτελεί «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης έχει καθοριστική σημασία για να προσδιοριστούν οι εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Το άρθρο 119 της Συνθήκης και η οδηγία 75/117 κωδικοποιούν την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενώ η οδηγία 76/207 έχει ως αντικείμενο την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στην επαγγελματική ζωή.
31 Το κοινό στοιχείο μεταξύ, αφενός, του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117 και, αφετέρου, της οδηγίας 76/207 είναι ότι απαγορεύουν την άνιση μεταχείριση λόγω φύλου. Κατά πάγια νομολογία, «δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις» (32). Ο ορισμός αυτός της απαγορευόμενης ίσης μεταχειρίσεως ισχύει τόσο για την αρχή της ισότητας των αμοιβών όσο και για την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (33). Μπορεί συνεπώς να αφεθεί προσωρινώς σε εκκρεμότητα το ζήτημα αν η επίμαχη παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της μιας ή της άλλης διατάξεως, ενόσω δεν έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του ορισμού αυτού.
32 Ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό της επίμαχης παροχής είναι ότι μόνον οι γυναίκες μπορούν να τη διεκδικήσουν. Μολονότι πρόκειται για κάτι προφανές, το γεγονός ότι το επίδομα δεν καταβάλλεται στις γυναίκες ως γυναίκες, αλλά καταβάλλεται μόνο στις γυναίκες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας επειδή είναι έγκυοι και τελούν ως εκ τούτου για ορισμένο διάστημα σε ειδική κατάσταση από πλευράς εργατικού δικαίου, ασκεί αποφασιστική επιρροή. Η σχετική διατύπωση του Δικαστηρίου είναι η ακόλουθη:
«Εν προκειμένω, οι γυναίκες που τυγχάνουν αδείας μητρότητας την οποία προβλέπει η εθνική νομοθεσία τελούν σε ιδιάζουσα κατάσταση επιβάλλουσα την παροχή σ' αυτές ειδικής προστασίας, η οποία δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί ούτε με αυτήν του άνδρα ούτε με αυτή της γυναίκας που όντως βρίσκεται στη θέση εργασίας της» (34).
33 Εξάλλου, η από πλευράς εργατικού δικαίου κατάσταση της εγκύου εργαζομένης αποτελεί το αντικείμενο του άρθρου 18 της συλλογικής συμφωνίας της 5ης Ιουλίου 1991, που προβλέπει ένα σύνολο μέτρων αποσκοπούντων στην προστασία της εγκύου εργαζομένης και του κυοφορουμένου, μεταξύ των οποίων το επίμαχο επίδομα αποτελεί απλώς ένα στοιχείο. Στο κοινοτικό δίκαιο επίσης η μητρότητα και ο τοκετός θεωρούνται εξαιρετικές καταστάσεις και προς απόδειξη αυτού αρκεί να γίνει αναφορά στο άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 76/207 και στην οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (35).
34 Επομένως, η έγκυος εργαζόμενη στην οποία χορηγείται άδεια μητρότητας τελεί τόσο από νομική άποψη όσο και από την άποψη των πραγματικών περιστατικών σε κατάσταση την οποία οι άνδρες δεν θα γνωρίσουν ποτέ. Έτσι - όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο - οι απουσίες λόγω μητρότητας δεν είναι συγκρίσιμες με τις απουσίες ενός εργαζομένου λόγω ασθενείας (36).
35 Δεδομένου ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί λόγω ακριβώς αυτής της διαφοράς μεταξύ των πραγματικών καταστάσεων, δεν υφίσταται απαγορευόμενη άνιση μεταχείριση λόγω φύλου. Βάσει του συμπεράσματος αυτού μπορεί να θεωρηθεί ότι δόθηκε απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα - όπως υποστηρίζει κυρίως η Επιτροπή.
36 Πρέπει ωστόσο να συνεχιστεί η εξέταση για να στηριχθεί το συμπέρασμα αυτό και σε επικουρικούς λόγους.
Από τα πραγματικά περιστατικά θα μπορούσε να προκύψει άνιση μεταχείριση, αν η εξέταση στηριζόταν στην υπόθεση - στην οποία στηρίζεται η Επιτροπή για τα επιχειρήματα που αναπτύσσει επικουρικώς - ότι κάθε ειδικό καθεστώς που συνδέεται με την εγκυμοσύνη και τον τοκετό συνιστά καθεαυτό δυσμενή διάκριση, καθόσον χρησιμοποιεί κριτήρια στηριζόμενα στη φυσιολογία της γυναίκας και τα οποία συνεπώς οι άνδρες δεν μπορούν να πληρούν.
Για να υπάρχει απαγορευόμενη δυσμενής διάκριση λόγω φύλου, θα πρέπει να συντρέχουν κάποιοι παράγοντες που να συγκεκριμενοποιούν το μειονέκτημα που επιβάλλεται στο ανδρικό φύλο. Αν η εξέταση γίνει υπό το φως του άρθρου 119 της Συνθήκης σε συνδυασμό με την οδηγία 75/117, η παροχή πρέπει να αποτελεί «αμοιβή» για όμοια ή ανάλογη εργασία (37).
37 Το άρθρο 119, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο επανελήφθη κατά γράμμα στο άρθρο 141, παράγραφος 2, ΕΚ (38), ορίζει την έννοια της αμοιβής ως εξής:
«Ως "αμοιβή" νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας» (39).
Το άρθρο συνεχίζει, όσον αφορά την ίση ή ανάλογη εργασία ως εξής:
«Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως,
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
38 Το Δικαστήριο περιγράφει ακόμα λεπτομερέστερα τη σημασία της «αμοιβής», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, ως εξής:
«Η νομική φύση των εν λόγω οφελών δεν ενδιαφέρει για την εφαρμογή του άρθρου 119 εφόσον τα οφέλη αυτά παρέχονται λόγω της εργασίας (...).
Στα ιδιαίτερα οφέλη της αμοιβής περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα οφέλη που καταβάλλει ο εργοδότης δυνάμει νομοθετικών διατάξεων και που λόγω της υπάρξεως έμμισθης εργασιακής σχέσεως έχουν ως αντικείμενο να εξασφαλίζουν μια πηγή εισοδημάτων για τους εργαζομένους, ακόμη και αν αυτοί δεν ασκούν, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπει ο νομοθέτης, καμία δραστηριότητα προβλεπόμενη από τη σύμβαση εργασίας (...)» (40).
39 Οι συνέπειες που η απόφαση Gillespie κ.λπ. αντλεί από τις διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν και στην υπό κρίση περίπτωση.
«Στηριζομένη επί της εργασιακής σχέσεως, η παροχή την οποία καταβάλλει ο εργοδότης, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή λόγω συλλογικών συμβάσεων, σε γυναίκα εργαζόμενη κατά την άδεια μητρότητας αποτελεί, κατά συνέπεια, αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117» (41).
40 Η αμοιβή πρέπει ωστόσο να καταβάλλεται για εργασία πανομοιότυπη ή αναγνωρισθείσα ως ισοδύναμη (42). Η Επιτροπή το αρνείται με τα επικουρικά επιχειρήματά της που προβάλλει υποστηρίζοντας ότι, αν η παροχή θεωρηθεί πληρωμή σε σχέση με περίοδο αδείας σύμφυτη προς τη βιολογική κατάσταση της γυναίκας, μπορεί να χαρακτηρισθεί προνόμιο που καταλήγει συνολικά στο να παρέχεται στη γυναίκα, για την ίδια εργασία, αμοιβή ανώτερη από τον συνολικό μισθό (43).
41 Αν η έγκυος εργαζόμενη λαμβάνει εφάπαξ επίδομα κατά τη χορήγηση αδείας μητρότητας, δηλαδή κατά την έναρξη μιας απουσίας από την εργασία που προβλέπεται στη νομοθεσία, πρόκειται στην περίπτωση αυτή για παροχή καταβαλλόμενη λόγω μιας «ιδιάζουσας κατάστασης, η οποία δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί ούτε με αυτήν του άνδρα ούτε με αυτήν της γυναίκας που όντως βρίσκεται στη θέση εργασίας της» (44). Στις έννομες τάξεις ορισμένων κρατών μελών (45), η κατά νόμο άδεια μητρότητας θεωρείται απαγόρευση εργασίας και συνιστά συνεπώς για την ενδιαφερόμενη γυναίκα μια νομική κατάσταση από την οποία δεν μπορεί να παραιτηθεί. Αν θεωρηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, η πληρωμή δεν πραγματοποιείται συνεπώς για πανομοιότυπη ή αναγνωρισθείσα ως ισοδύναμη εργασία, οπότε δεν υφίσταται πλέον το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να εφαρμοσθεί η αρχή της ισότητας των αμοιβών. Αυτό δεν εμποδίζει το να θεωρούνται οι περίοδοι απουσίας που συνδέονται με την προστασία της μητέρας ως περίοδοι απασχολήσεως, ενδεχομένως στο πλαίσιο του δικαίου της ιδιωτικής ασφαλίσεως. Αν η άδεια μητρότητας αναγνωριζόταν ως «ισοδύναμη εργασία» υπό αυστηρή έννοια, τότε η εργαζόμενη θα έπρεπε επίσης να λαμβάνει πάντοτε το σύνολο του μισθού κατά την άδεια μητρότητας, πράγμα το οποίο έχει ρητώς αποκλεισθεί από το Δικαστήριο (46).
42 Στηρίζοντας τις απαιτήσεις τους στην κοινωνική πράξη που αποτελεί η γέννηση του τέκνου, οι αιτούντες αναγνωρίζουν εμμέσως ότι, στον χώρο εργασίας, η κατάσταση της μητέρας του τέκνου δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη του πατέρα.
43 Το επίμαχο επίδομα δεν πρέπει εξάλλου να θεωρηθεί «επίδομα τοκετού» θεσπισθέν σε συνάρτηση με την κοινωνική πράξη που αποτελεί η γέννηση του τέκνου. Τυπικοί και ουσιαστικοί λόγοι ενισχύουν την άποψη αυτή. Η διάταξη που αφορά την καταβολή του επιδόματος περιλαμβάνεται μεταξύ των κανόνων που εφαρμόζονται στο σύνολο των μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην προστασία της εγκύου εργαζομένης και του κυοφορουμένου. Το επίδομα καταβάλλεται κατά την έναρξη της αδείας μητρότητας και όχι κατά τον τοκετό. Η καταβολή του επιδόματος δεν επηρεάζεται αν δεν γεννηθεί ζων τέκνο.
44 Δεδομένου ότι δεν υφίσταται συγκρίσιμη πραγματική κατάσταση, δεν μπορεί να υπάρξει περίπτωση κατά την οποία να μπορούν οι άρρενες αιτούντες να διεκδικήσουν ίση μεταχείριση έναντι του «επιδόματος μητρότητας», στηριζόμενοι στην αρχή της ισότητας των αμοιβών. Το αιτούν δικαστήριο ρωτά ωστόσο - εμμέσως τουλάχιστον - αν το επίδομα είναι σύννομο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εργαζόμενες συνεχίζουν να λαμβάνουν τις αποδοχές τους κατά την άδεια μητρότητας (47).
45 Το άρθρο 19, εδάφιο 2, της συλλογικής συμφωνίας της 5ης Ιουλίου 1991 ορίζει ότι ο εργοδότης καταβάλλει ποσό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως που καταβάλλει ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης και των καθαρών αποδοχών της εργαζομένης (48). Τα εισοδήματα που εισπράττει κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητος αντιστοιχούν συνεπώς στον μισθό που η εργαζόμενη ελάμβανε προηγουμένως όταν ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητα.
46 Το ζήτημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι αν το συμπληρωματικό εφάπαξ επίδομα των 7 500 FRF αποτελεί αδικαιολόγητη υλικό όφελος. Με την προβληματική αυτή τίθεται το ζήτημα της ουσιαστικής ισότητας (49), στην οποία στηρίζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
47 Επί του σημείου αυτού, διάφορα στοιχεία στηρίζουν την επιχειρηματολογία της καθής, η οποία προσπάθησε - υποστηρίζοντας ότι το επίδομα δεν αποτελεί «αμοιβή» υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου - να αναλύσει την παροχή βγάζοντάς την από το πλαίσιο της αρχής της ισότητας των αμοιβών και τοποθετώντας την στον χώρο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
48 Η θέση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου μπορεί να νοηθεί και υπ' αυτήν την έννοια, όταν λαμβάνει ως κριτήριο μια ουσιαστική ισότητα στηριζόμενη στην άποψη ότι η παροχή αποτελεί τμήμα ενός συνόλου μέτρων ευνοϋκών προς τις εγκύους εργαζόμενες, αφενός, και αντισταθμίζει μειονεκτήματα, αφετέρου.
49 Ενώ η καθής παραπέμπει ρητώς στην οδηγία 76/207, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι, μετά την απόφαση Gillespie κ.λπ., η εξέταση που πρέπει να γίνεται με βάση το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 ισχύει και για την αρχή της ισότητας των αμοιβών που καθιερώνει το άρθρο 119 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με την οδηγία 75/117.
50 Ανεξάρτητα από τον τρόπο κατά τον οποίο χαρακτηρίζεται θεωρητικώς η εξέταση που πρέπει να γίνεται για να συμβιβάζεται η τυπική ισότητα και η ιδιομορφία της προστασίας της μητέρας, η εξέταση αυτή αποτελεί ωστόσο αναπόφευκτο προαπαιτούμενο όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Δεν είναι δυνατό να εκτιμηθούν διαφορετικές πραγματικές καταστάσεις χωρίς να συγκριθεί η ουσία.
51 Συναφείς ενδείξεις βρίσκονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 76/207, το οποίο έχει ως εξής:
«3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
4. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότητος των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών, ιδίως διά της άρσεως των ανισοτήτων που εκδηλώνονται στην πράξη και οι οποίες ανισότητες θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1.»
52 Επιπλέον, θα μπορούσε να ενταχθεί στη συλλογιστική το νέο άρθρο 141, παράγραφος 4, που προστέθηκε στη Συνθήκη με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και το οποίο αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της συμφωνίας σχετικά με την κοινωνική πολιτική. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Προκειμένου να εξασφαλιστεί εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εργασία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν μέτρα που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα, τα οποία διευκολύνουν το λιγότερο εκπροσωπούμενο φύλο να συνεχίσει μια επαγγελματική δραστηριότητα ή προλαμβάνουν ή αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα στην επαγγελματική σταδιοδρομία.»
53 Για την ερμηνεία θα χρησιμεύσει επίσης ως οδηγός η οδηγία 92/85 (50) και η σύσταση 84/635 του Συμβουλίου (51).
54 Κοινό στοιχείο των διατάξεων είναι ότι δημιουργούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την επίτευξη πραγματικής ισότητας. Αν στο πλαίσιο αυτό πρέπει να θεωρηθεί αναγκαίο το να προορίζεται και να είναι ικανό το επίμαχο επίδομα να αντισταθμίσει κάποιο, οποιοδήποτε, μειονέκτημα, πρέπει να υφίστανται κατ' ανάγκη δυνητικά ή συγκεκριμένα μειονεκτήματα τα οποία η εργαζόμενη γυναίκα υφίσταται λόγω της εγκυμοσύνης και του τοκετού.
55 Η καθής, κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, κατάρτισε ολόκληρο κατάλογο με τα μειονεκτήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι γυναίκες τις οποίες η άδεια μητρότητας απομακρύνει από τον χώρο εργασίας. Η καθής αναφέρει κατ' αρχάς ότι από τη συλλογική συμφωνία προκύπτει ότι οι έγκυοι γυναίκες κατά την άδεια μητρότητας απουσιάζουν από τη θέση εργασίας τους επί 18 τουλάχιστον έως 28 το πολύ εβδομάδες. Κατά την περίοδο αυτή, η ζωή της επιχείρησης συνεχίζεται και οι άνδρες εργαζόμενοι μπορούν να μετέχουν ενεργά σ' αυτήν. Η γυναίκα που έχει λάβει άδεια μητρότητας δεν μπορεί να διεκδικήσει επί έξι περίπου μήνες τις ίδιες δυνατότητες σταδιοδρομίας και την ίδια εξέλιξη σταδιοδρομίας. Το γεγονός ότι ο μισθός εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ακέραιο δεν εμποδίζει να ληφθούν υπόψη τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται, κατ' αυτήν, η αναπόφευκτη απουσία από τον χώρο εργασίας, της οποίας οι αρνητικές συνέπειες στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν με ένα πρόσθετο επίδομα.
Τα μειονεκτήματα των εγκύων γυναικών είναι πολλά στην καθής επιχείρηση:
1. Κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας, δεν μπορεί να προταθεί προαγωγή στη γυναίκα. Κατά την επιστροφή της, η διάρκεια της επαγγελματικής εμπειρίας την οποία μπορεί να προβάλει είναι μειωμένη κατά τη διάρκεια της απουσίας της.
2. Η έγκυος γυναίκα δεν μπορεί να διεκδικήσει τις μισθολογικές αυξήσεις που συνδέονται με την προσωπική αποδοτικότητα.
3. Η εργαζόμενη δεν μπορεί να μετέχει σε επιμορφώσεις.
4. Δεδομένου ότι οι νέες τεχνολογίες έχουν ως αποτέλεσμα να εξελίσσεται συνεχώς η θέση εργασίας, η προσαρμογή της εργαζομένης που επιστρέφει από άδεια μητρότητας καθίσταται περίπλοκη.
56 Επομένως, το μειονεκτήματα είναι πολλά. Επίσης, δεν πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο εμφανίζεται μόνο στον τομέα που καλύπτεται από τη συλλογική συμφωνία της 5ης Ιουλίου 1991. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με τη νομολογία του - εμμέσως τουλάχιστον - ότι η εγκυμοσύνη και η μητρότητα συνιστούν μειοκτήματα για τη γυναίκα όσον αφορά την επαγγελματική σταδιοδρομία της (52).
57 Επομένως, είναι αναμφίβολο ότι μια έγκυος εργαζόμενη που λαμβάνει άδεια μητρότητας πρέπει να αναμένει ότι θα υποστεί μειονεκτήματα που είναι ανεξάρτητα από ενδεχόμενες μισθολογικές απώλειες κατά την περίοδο κατά την οποία δεν είναι παρούσα στη θέση εργασίας. Υπό το πρίσμα αυτό, το επίμαχο επίδομα παρουσιάζεται ως εφάπαξ αποζημίωση για τα μειονεκτήματα που η έγκυος εργαζόμενη υφίσταται προσωπικώς λόγω της λήψεως αδείας μητρότητας. Το επίδομα αυτό χρησιμεύει συνεπώς στην πραγματική διασφάλιση μιας πλήρους ισότητας. Επομένως, δεν πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται απαγορευόμενη δυσμενής διάκριση όταν οι άνδρες αποκλείονται από το ευεργέτημα του «επιδόματος μητρότητας».
58 Η συλλογιστική που ακολουθήθηκε για να φθάσω στη λύση αυτή εντάσσεται στη λογική των περιπτώσεων τις οποίες αφορά η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Δεν χρειάζεται επομένως να χρησιμοποιηθεί μια περίπτωση που συνιστά εξαίρεση (53) ούτε κάποιος λόγος δικαιολογήσεως (54). Το μέτρο που πρέπει να εκτιμηθεί εν προκειμένω δεν πρέπει επίσης να νοηθεί ως «θετική δυσμενής διάκριση» αποσκοπούσα στην «εξάλειψη των ανισοτήτων, που εκδηλώνονται στην πράξη και θίγουν τις γυναίκες στην επαγγελματική τους ζωή» (55). Οι θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών (56) αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων που αφορούν τις γυναίκες ως ανήκουσες σε συγκεκριμένο φύλο, ενώ εν προκειμένω πρόκειται για συγκεκριμένα μειονεκτήματα που οι έγκυοι εργαζόμενες υφίστανται προσωπικώς λόγω της προστασίας που παρέχεται στις μητέρες.
Γ - Πρόταση
59 Για τους λόγους αυτούς, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, επιτρέπουν την καταβολή στις εγκύους γυναίκες στις οποίες χορηγείται άδεια μητρότητας - αλλ' όχι στους πατέρες - επιδόματος 7 500 FRF, θεσπισθέντος με συλλογική συμφωνία, έστω και αν η έγκυος εργαζόμενη λαμβάνει κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας αποδοχές που αντιστοιχούν στον καθαρό μισθό της.»
(1) - Οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
(2) - Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
(3) - C-342/93, Συλλογή 1996, σ. I-475.
(4) - Νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 141 ΕΚ.
(5) - Το άρθρο 18 της συλλογικής συμφωνίας της 5ης Ιουλίου 1991 περιλαμβάνει εννέα εδάφια.
(6) - Βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I-225, σκέψη 30).
(7) - Rιmunιration.
(8) - Traitement.
(9) - Traitement ordinaire de base.
(10) - Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Bφtel (Συλλογή 1992, σ. I-3589, σκέψη 12).
(11) - Traitement.
(12) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 14.
(13) - Traitement.
(14) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83 (Συλλογή 1984, σ. 3047, σκέψη 27).
(15) - Η έννοια αυτή πρέπει να νοηθεί εδώ ως σημαίνουσα την «αμοιβή» και όχι τις «αποδοχές» όπως συμβαίνει στην περίπτωση της οδηγίας 76/207.
(16) - Βλ. το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και τη νέα εκδοχή του υπό τη μορφή του άρθρου 141 ΕΚ, την οδηγία 76/207 και τη σύσταση 84/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την προώθηση θετικών δράσεων υπέρ των γυναικών (ΕΕ L 331, σ. 34).
(17) - Βλ. τις αποφάσεις Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3· Hofmann, παρατεθείσα στην υποσημείωση 14· της 15ης Μαου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651)· της 5ης Μαου 1994, C-421/92, Habermann-Beltermann (Συλλογή 1994, σ. I-1657), και της 17ης Οκτωβρίου 1995 C-450/93, Kalanke (Συλλογή 1995, σ. I-3051).
(18) - Άρθρο 141 με τη νέα αρίθμηση.
(19) - Πρόκειται για την οδηγία 75/117.
(20) - Πρόκειται για την οδηγία 76/207.
(21) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
(22) - Στα αγγλικά: Maternity pay· η έννοια αυτή πρέπει να νοηθεί εδώ ως καταβολή αμοιβής κατά την άδεια μητρότητας.
(23) - Βλ. τις αποφάσεις Hofmann, παρατεθείσα στην υποσημείωση 14· Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo, της 19ης Φεβρουαρίου 1998, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-6401).
(24) - Το Ηνωμένο Βασίλειο τονίζει επίσης σε μια υποσημείωση ότι δεν προκύπτουν όλα τα πραγματικά περιστατικά από τη διάταξη περί παραπομπής. Έτσι, δεν προκύπτει σαφώς αν οι έγκυοι εργαζόμενες εξακολουθούν να λαμβάνουν το σύνολο του μισθού τους κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας πλέον του εφάπαξ επιδόματος. Αν τούτο συμβαίνει, το «μειονέκτημα» που υφίστανται οι έγκυοι γυναίκες και στου οποίου την αντιστάθμιση αποσκοπεί το επίδομα δεν προκύπτει από την ανάγνωση της διάταξης περί παραπομπής.
(25) - Άρθρο 141 με τη νέα αρίθμηση.
(26) - Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1993, C-132/92, Roberts (Συλλογή 1993, σ. I-5579, σκέψη 17).
(27) - «Motherhood still clashes with macho in business culture» της Alison Maitland, Financial Times της 22ας Ιουλίου 1998.
(28) - Όσον αφορά την έννοια της αμοιβής, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψη 32).
(29) - Βλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-147/95, Εβρενόπουλος (Συλλογή 1997, σ. I-2057, σκέψη 28).
(30) - Βλ. σ. 7 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
(31) - Άρθρο 141 με τη νέα αρίθμηση.
(32) - Αποφάσεις Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 16, και Boyle κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 39.
(33) - Ο ορισμός αυτός ισχύει γενικώς. Ως εκ τούτου, χρησιμοποιήθηκε στον τομέα του φορολογικού δικαίου. Απόφαση Schumacker, παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 30.
(34) - Απόφαση Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 17.
(35) - ΕΕ L 348, σ. 1.
(36) - Βλ. την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1998, C-394/96, Brown (Συλλογή 1998, σ. I-4185, σκέψη 31).
(37) - Βλ. τη νομολογία του Δικαστηρίου στην απόφαση Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 19· καθώς και το άρθρο 141, παράγραφος 1, ΕΚ με τη νέα αρίθμηση.
(38) - Στη Συνθήκη του Άμστερνταμ.
(39) - Οι διαφορές στη διατύπωση του άρθρου 141 είναι αμελητέες.
(40) - Απόφαση Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 12 και 13.
(41) - Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 14.
(42) - Βλ. την τελευταία σχετική απόφαση της 11ης Μαου 1999, C-309/97, Angestelltenbetriebsrat der Wiener Gebietskrankenkasse (Συλλογή 1999, σ. Ι-2856, σκέψεις 17 επ.)· στην απόφαση αυτή αναφέρεται κατά λέξη: «Προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι εργαζόμενοι παρέχουν όμοια εργασία, πρέπει να εξετασθεί αν (...) οι εργαζόμενοι αυτοί μπορούν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενοι σε συγκρίσιμη κατάσταση (...)».
(43) - Σημείο 15 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
(44) - Απόφαση Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 17.
(45) - Βλ., για παράδειγμα, το γερμανικό καθεστώς σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η απόφαση Hofmann, παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 9· ή το νομοθετικό καθεστώς του Ηνωμένου Βασιλείου σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η απόφαση Boyle κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψεις 3 και 4· βλ. επίσης το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 35.
(46) - Αποφάσεις Gillespie κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, και Boyle κ.λπ., παρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σημείο 1 του διατακτικού.
(47) - Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ρητώς το άρθρο 19, εδάφιο 2, της συλλογικής συμφωνίας στη δεύτερη περίπτωση του προδικαστικού ερωτήματος.
(48) - Η διάταξη έχει ως εξής: «Κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας, που αποζημιώνεται καθεαυτήν από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης, το θήλυ προσωπικό λαμβάνει το 100 % των καθαρών αποδοχών του, αφαιρουμένων των ημερησίων αποζημιώσεων που καταβάλλει ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης.»
(49) - Απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, C-136/95, Thibault (Συλλογή 1998, σ. I-2011, σκέψη 26). Όσον αφορά τον σκοπό του κανόνα περί εξαλείψεως των de facto ανισοτήτων, βλ. επίσης τις αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1988, 312/86, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 6315, σκέψη 15), και Kalanke, παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 18).
(50) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 35.
(51) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 16.
(52) - Αποφάσεις Hofmann (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 27) και Kalanke (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 18 και 19)· βλ. επίσης απόφαση Thibault (παρατεθείσα στην υποσημείωση 49), όπου επρόκειτο για άρνηση βαθμολογήσεως από την οποία εξαρτώνταν οι μισθολογικές αυξήσεις· βλ. επίσης της προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo της 4ης Μαου 1999 στην υπόθεση C-333/97, Lewen κατά Denda (υπόθεση που εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου, σ. 42 επ.).
(53) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 76/207.
(54) - Για να δικαιολογηθεί μια ανισότητα μεταχειρίσεως (έμμεση δυσμενής διάκριση) με βάση αντικειμενικούς λόγους που είναι άσχετοι με δυσμενή διάκριση λόγω φύλου. Βλ. την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Regina (Συλλογή 1999, σ. Ι-623, σκέψεις 51 επ.).
(55) - Βλ. τη σύσταση 84/635, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 16, σημείο 1.
(56) - Βλ. τη σύσταση 84/635 του Συμβουλίου, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 16, και το άρθρο 141, παράγραφος 4, ΕΚ (νέα αρίθμηση).
Full & Egal Universal Law Academy