Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το ζήτημα κατά πόσον οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας σχετικά με τις εισφορές που καταβάλλουν οι εργοδότες σε επικουρικό σύστημα ασφαλίσεως ασθένειας για τους μισθωτούς τους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού. Με τις αποφάσεις Albany, Brentjens' και Drijvende Bokken, το Δικαστήριο δέχθηκε πέρυσι ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) δεν έχει εφαρμογή επί των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τουλάχιστον επί όσων επιδιώκουν καθαρά την επίτευξη σκοπών κοινωνικής πολιτικής .
Ι - Νομικό και πραγματικό πλαίσιο
2. Ο Van der Woude είναι προϊστάμενος της τεχνικής υπηρεσίας του Stichting Beatrixoord, ενός ιδρύματος το οποίο διαχειρίζεται ένα κέντρο φυσιοθεραπείας. Ο H. van der Woude δεν είναι μέλος καμιάς συνδικαλιστικής οργανώσεως. Η σύμβαση εργασίας του διέπεται όμως από την Collectieve arbeidsovereenkomst voor het Ziekenhuiswezen (συλλογική σύμβαση εργασίας για τα νοσοκομεία, στο εξής: συλλογική σύμβαση εργασίας) .
3. Σύμφωνα με τον ολλανδικό νόμο για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας της 24ης Δεκεμβρίου 1927 , όπως έχει τροποποιηθεί, οι εκπρόσωποι των εργοδοτών και των εργαζομένων μπορούν να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Το άρθρο 14 του νόμου αυτού ορίζει ότι ο δεσμευόμενος από συλλογική σύμβαση εργασίας εργοδότης υποχρεούται να τηρεί τις διατάξεις της σύμβασης αυτής, ακόμη και σε σχέση με τους εργαζομένους που δεν δεσμεύονται από τη συλλογική σύμβαση.
4. Το άρθρο 32 της συλλογικής σύμβασης εργασίας προβλέπει τα εξής:
«Σύστημα νοσηλίων ΙΖΖ
1. Ο εργαζόμενος [...] μπορεί να υπαχθεί στο σύστημα (ή στα συστήματα) ΙΖΖ για την κάλυψη των νοσηλίων.
Οι προϋποθέσεις υπαγωγής του εργαζομένου (και των ενδεχομένως συνυπαγομένων με αυτόν προσώπων) καθορίζονται με τη ρύθμιση περί νοσηλίων του ιδρύματος ΙΖΖ.
Με τη ρύθμιση αυτή καθορίζεται επίσης το ύψος των εισφορών. Κατόπιν διαβουλεύσεως με τα μέρη της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η ρύθμιση περί νοσηλίων εκδίδεται και τροποποιείται από τη διοίκηση του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 ιδρύματος. Το ύψος της ενδεχόμενης συμμετοχής του εργοδότη στην καταβολή της εισφοράς στο οικείο σύστημα ασφαλίσεως ασθένειας (ή στα οικεία συστήματα ασφαλίσεως ασθένειας) καθορίζεται από τα μέρη της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας [...].
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται από το Instituut Ziektekostenvoorziening Ziekenhuiswezen (ΙΖΖ). Στη διοίκηση του ιδρύματος αυτού εκπροσωπούνται τα μέρη της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
Το ίδρυμα μπορεί να αναθέσει εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του σε έναν ή περισσότερους ασφαλιστές κατά ασθενειών, εφόσον οι ασφαλιστές αυτοί δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό.
3. Το συνολικό ύψος της εισφοράς που οφείλει κάθε εργαζόμενος (ή πρώην εργαζόμενος) για την υπαγωγή του στο σύστημα νοσηλίων ΙΖΖ καθορίζεται από το ίδρυμα ΙΖΖ, κατόπιν διαβουλεύσεως με τα μέρη της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας. Το εν λόγω ποσό καταβάλλεται από τον εργοδότη στο ταμείο ασθένειας που διαχειρίζεται το ανωτέρω ίδρυμα, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στη ρύθμιση περί νοσηλίων.»
5. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, και το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει μηνιαίες εισφορές μόνο για τους εργαζόμενους (ή πρώην εργαζόμενους) που είναι ασφαλισμένοι στο σύστημα IZZ.
6. Το άρθρο ΙΙ, στοιχείο G, της συλλογικής συμβάσεως εργασίας, το οποίο ορίζει το πεδίο εφαρμογής της, προβλέπει τα εξής:
«Εφόσον δεν ορίζεται άλλως, δεν επιτρέπεται ο εργοδότης να παρεκκλίνει από τους όρους της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή να συνομολογεί με τον εργαζόμενο όρους εργασίας που δεν προβλέπονται από την παρούσα συλλογική σύμβαση εργασίας.»
7. Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, της συλλογικής σύμβασης εργασίας, το Beatrixoord είναι υποχρεωμένο, οσάκις ένας από τους υπαλλήλους του αποφασίζει να ζητήσει επικουρική κάλυψη από το σύστημα ΙΖΖ, να καταβάλλει το 50 % της εισφοράς.
8. Στις Κάτω Χώρες οι διατάξεις μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας μπορούν να κηρύσσονται υποχρεωτικές σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια ή σε μέρος της επικράτειας αυτής από τον Υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών, σύμφωνα με τον νόμο της 25ης Μα_ου 1937 σχετικά με τον γενικά υποχρεωτικό ή μη χαρακτήρα των διατάξεων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας . Μολονότι στη διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρεται αν η συλλογική σύμβαση εργασίας έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, εκ πρώτης όψεως η συλλογική σύμβαση εργασίας φαίνεται να είναι δεσμευτική, καθόσον στη διάταξη του εθνικού δικαστηρίου διευκρινίζεται ότι «το Beatrixoord δεσμεύεται καταρχήν από τις διατάξεις περί ασφαλίσεως ασθενείας του άρθου 32 της συλλογικής σύμβασης εργασίας».
9. Το ίδρυμα ΙΖΖ δεν ασκεί το ίδιο τις δραστηριότητες ασφαλίσεως, αλλά τις έχει αναθέσει στην εταιρία αλληλασφαλίσεως Onderlinge Waarborgmaatschappij Zorgverzekeraar VGZ (στο εξής: VGZ). Όπως αναφέρθηκε ήδη, το IZZ μπορεί, σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση εργασίας, να χρησιμοποιεί ασφαλιστές που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό. Ο αριθμός των ασφαλισμένων ανέρχεται συνολικά στους 750 000 περίπου (260 000 εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους), από τους οποίους το 40 % εκτιμάται ότι είναι ασφαλισμένοι ιδιωτικώς.
10. Στις Κάτω Χώρες ο Algemene Wet Bijzondere Ziektekosten (γενικός νόμος για τα ειδικά ιατρικά έξοδα, στο εξής: AWBZ), ο οποίος έχει εφαρμογή σε όλους τους κατοίκους της χώρας αυτής, προβλέπει ότι η βασική ιατρική περίθαλψη παρέχεται δωρεάν. Ο Ziekenfondswet (νόμος για τα ταμεία ασφαλίσεως ασθένειας) παρέχει δικαίωμα υγειονομικής περιθάλψεως, εφόσον ο AWBZ δεν παρέχει συναφώς τέτοιο δικαίωμα. ρόκειται προφανώς για σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθένειας που ισχύει για τους μισθωτούς των οποίων το ετήσιο εισόδημα δεν φθάνει τα 62 200 ολλανδικά φιορίνια (NLG) . Γενικά η εργοδοτική εισφορά έχει καθοριστεί στο 50 %.
11. Ο Van der Woude (στο εξής: ενάγων), ο οποίος επί του παρόντος είναι ασφαλισμένος στο σύστημα ΙΖΖ, επιθυμεί να συνάψει επικουρική ασφάλιση ασθένειας με άλλο ασφαλιστικό φορέα, την RZG. Ο ο ενάγων καταβάλλει μηνιαίως (συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς του Beatrixoord) 133 NLG για τη βασική ασφάλιση και 33 NLG για συμπληρωματική ασφάλιση, αλλά ισχυρίζεται ότι, αν ήταν ασφαλισμένος στην RZG, οι εισφορές αυτές θα ήταν 128,50 NLG και 19,50 NLG αντίστοιχα. Ενόψει της εκτελέσεως σημαντικών οδοντιατρικών επεμβάσεων - 6 κορόνες προς 800 NLG ανά τεμάχιο - θέλει να υπαχθεί στην RZG. Ενώ, κατά την ισχύουσα ρύθμιση ΙΖΖ, δικαιούται επιστροφής μόνον 450 NLG για κάθε δόντι, η RZG θα αναλάμβανε το σύνολο των δαπανών της αγωγής. Το όφελος από την κάλυψη από την RZG θα ανερχόταν σε 2 100 NLG (στο εξαπλάσιο δηλαδή των 350 NLG).
12. Ο ενάγων ισχυρίστηκε ενώπιον του Kantongerecht te Groningen (στο εξής: εθνικό δικαστήριο) ότι το Beatrixoord πρέπει να συνεισφέρει στην κάλυψη των εξόδων του για την επικουρική ασφάλισή του, έστω και αν μεταφέρει την ασφάλισή του από το IZZ στην RZG. Κατά τον ενάγοντα, τα μέρη της συλλογικής σύμβασης εργασίας μπορούν να θεωρηθούν επιχειρήσεις υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ). Το άρθρο 32 της συλλογικής σύμβασης εργασίας περιορίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ασφαλιστών που προσφέρουν κάλυψη ιατρικών εξόδων σε ιδιώτες ή, εν πάση περιπτώσει, περιάγει ορισμένη επιχείρηση (την IZZ/VGZ) σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της. Η άρνηση της IZZ/VGZ να επιτρέπει στους πρώην ασφαλισμένους της που υπήχθησαν οποτεδήποτε ασφαλιστικά σε άλλο φορέα να υπαχθούν και πάλι στο σύστημά της περιορίζει ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό. Ο ενάγων υποστηρίζει επίσης ότι η δημιουργία της IZZ/VGZ οδήγησε στη δημιουργία δεσπόζουσας θέσης, την οποία η IZZ/VGZ εκμεταλλεύεται καταχρηστικά, καθόσον οι παροχές της είναι μικρότερες και οι απαιτούμενες εισφορές υψηλότερες από ό,τι των άλλων φορέων ασφαλίσεως ασθένειας.
13. Το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι το Beatrixoord μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλλει τις εισφορές σε άλλο φορέα μόνο εφόσον οι κρίσιμες διατάξεις της συλλογικής σύμβασης εργασίας είναι ανίσχυρες. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, «το βασικό σημείο της διαφοράς [...] είναι το ζήτημα αν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου ΙΙ, στοιχείο G, και του άρθρου 32 της συλλογικής συμβάσεως είναι άκυρες ενόψει των διατάξεων των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ». Το εθνικό δικαστήριο έχει υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής ερώτημα:
«Αντιβαίνουν προς τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου ΙΙ, στοιχείο G (όπου ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από τη συλλογική σύμβαση εργασίας), και του άρθρου 32 (που προβλέπει τους κανόνες που διέπουν τα νοσήλια) της συλλογικής συμβάσεως εργασίας;»
14. Το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο κοινοποιήθηκαν οι αποφάσεις Albany, οι οποίες εκδόθηκαν μετά την υποβολή της παρούσας αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, απάντησε συναφώς στο Δικαστήριο ότι εμμένει επί της αιτήσεώς του. Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε στις υποθέσεις Albany, εν προκειμένω οι ασφαλιστικές δραστηριότητες έχουν ανατεθεί στο ΙΖΖ, το οποίο, με τη σειρά του, χρησιμοποιούσε την VGZ, η οποία περιγράφεται ως «εμπορική ασφαλιστική εταιρία» («een commerciële verzekeraar»), για την παροχή της σχετικής ασφαλιστικής κάλυψης. Το εθνικό δικαστήριο δεν περιέγραψε πάντως την VGZ ως κάτι διαφορετικό από ένα φορέα αλληλασφαλίσεως, όπως δηλαδή την περιγράφει η Ολλανδική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της.
ΙΙ - αρατηρήσεις
15. Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο ενάγων, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Βασίλειο της Σουηδίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
16. Μόνο ο ενάγων υποστηρίζει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας εμπίπτει στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ. Κατά την άποψή του, η εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθρου αυτού, την οποία δέχτηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Albany, πρέπει να ερμηνεύεται στενά και δεν έχει εφαρμογή στην υγειονομική ασφάλιση. Ενώ οι συντάξεις αποτελούν μέρος των αμοιβών που καταβάλλονται άμεσα για την εργασία, η καταβολή εισφορών για την ασφάλιση ασθένειας δεν εμπίπτει στο κύριο και σύνηθες αντικείμενο μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας. Επιπλέον, δεν είναι αναγκαίο να εξαιρεθεί η ασφαλιστική αυτή κάλυψη, καθόσον, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τις συντάξεις, όπου πρέπει να υπάρχει αρκετά μεγάλο κεφάλαιο για την αντιμετώπιση μελλοντικών υποχρεώσεων, οι μελλοντικές υποχρεώσεις των παρεχόντων υγειονομική ασφάλιση και επομένως τα ασφάλιστρα ή οι εισφορές μπορούν να υπολογίζονται με πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα.
17. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη Σουηδική Κυβέρνηση, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, υποστηρίζει ότι οι συλλογικές συμβάσεις που διέπουν την παροχή επικουρικής ασφαλίσεως ασθένειας αποτελούν τμήμα της δημοκρατικής οργανώσεως των εργασιακών σχέσεων, που αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, και εμπίπτουν στο σύνηθες πεδίο εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η επάρκεια του συστήματος ασφαλίσεως των εργαζομένων κατά ασθενειών αποτελεί θεμιτώς αντικείμενο μέριμνας των εργοδοτών.
ΙΙΙ - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
18. Ο ενάγων ισχυρίζεται κατ' ουσία ότι το σύστημα της συλλογικής σύμβασης εργασίας, όπως εφαρμόζεται από το IZZ και τη VGZ, δεν επιτρέπει στο Beatrixoord να καταβάλλει τις εργοδοτικές εισφορές σε ασφαλιστική εταιρία της επιλογής του ενάγοντος. Ο ενάγων είναι βέβαια ελεύθερος να επιλέξει άλλο ασφαλιστή, αλλά στερείται την εργοδοτική εισφορά. Επιπλέον μάλιστα, ο εργαζόμενος που ασκεί το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να υπαχθεί πάλι στο σύστημα IZZ.
A - Το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ
19. Το βασικό ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι αν μια διάταξη όπως το άρθρο 32 της συλλογικής σύμβασης εργασίας εμπίπτει στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ. Επομένως, είναι αναγκαίο να υπενθυμιστεί η νομολογία που καθιέρωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Albany. Δεν έχω πάντως την πρόθεση να επανεξετάσω τα σημαντικά ζητήματα αρχής που επέλυσε το Δικαστήριο με τις εν λόγω αποφάσεις. Σκοπός μου είναι να περιοριστώ στο ζήτημα αν η παρούσα υπόθεση καλύπτεται από τις αρχές αυτές ή διαφέρει από τις υποθέσεις εκείνες. Οι αποφάσεις Albany αφορούσαν την υποχρεωτική ασφάλιση εργοδοτών και εργαζομένων σε συνταξιοδοτικό σύστημα ορισμένου τομέα. Ορισμένοι εργοδότες ισχυρίζονταν ότι το εν λόγω σύστημα ήταν αντίθετο προς τους όρους του ανταγωνισμού, διότι, πρώτον, στερούσε από τις επιχειρήσεις του οικείου τομέα το δικαίωμα να ασφαλίζονται σε άλλο σύστημα και, δεύτερον, απέκλειε τους άλλους ασφαλιστές, εκτός από το οικείο συνταξιοδοτικό ταμείο, «από σημαντικό μερίδιο στην αγορά της συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως» .
20. Το πρώτο που έκανε το Δικαστήριο σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό ήταν να εξετάσει κατά πόσον η συλλογική απόφαση για τη δημιουργία ενός υποχρεωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ. Αφού παρέθεσε τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο καθιέρωσε μια σημαντικότατη εξαίρεση από το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής των συμφωνιών που καλύπτουν οι διατάξεις αυτές. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου εκκινεί από μια ευρεία συστηματική ανάλυση της Συνθήκης ως συνόλου. Οι βασικές σκέψεις της αποφάσεως αξίζει να παρατεθούν ολόκληρες, διότι έχουν κρίσιμη σημασία για την έκδοση της αποφάσεως στην προκειμένη υπόθεση :
«54 []ρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 3, στοιχεία ζ_ και θ_, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία ζ_ και ι_, ΕΚ), η δράση της Κοινότητας αφορά όχι μόνον ένα "καθεστώς που εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό μέσα στην εσωτερική αγορά", αλλά και "μια κοινή πολιτική στον κοινωνικό τομέα". Το άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 2 ΕΚ) ορίζει ότι η Κοινότητα έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, "να προάγει την αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων" και "ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας".
55 Συναφώς, το άρθρο 118 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) ορίζει ότι η Επιτροπή έχει ως αποστολή την προώθηση στενής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα, και ιδίως στα θέματα που αφορούν το συνδικαλιστικό δικαίωμα και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
56 Το άρθρο 118 Β της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) προσθέτει ότι η Επιτροπή προσπαθεί να αναπτύξει μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο τον διάλογο που θα μπορούσε να καταλήξει, εφόσον οι κοινωνικοί εταίροι το επιθυμούν, σε συμβατικές σχέσεις.
57 Επιπλέον, το άρθρο 1 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική (ΕΕ 1992, C 191, σ. 91, στο εξής: συμφωνία για την κοινωνική πολιτική) ορίζει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη έχουν ως στόχο, μεταξύ άλλων, τη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας, την παροχή κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, τον κοινωνικό διάλογο, την ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων που θα επιτρέψουν υψηλό και διαρκές επίπεδο απασχολήσεως και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.
58 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, ο διάλογος μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε κοινοτικό επίπεδο μπορεί να οδηγήσει, αν οι κοινωνικοί εταίροι το επιθυμούν, στη σύναψη συμβατικών σχέσεων, περιλαμβανομένης της συνάψεως συμφωνιών, των οποίων η υλοποίηση γίνεται είτε με διαδικασίες και πρακτικές των κοινωνικών εταίρων και των κρατών μελών είτε, κατόπιν κοινής αιτήσεως των υπογραφόντων μερών, με απόφαση του Συμβουλίου μετά από πρόταση της Επιτροπής.
59 Ασφαλώς, ορισμένα περιοριστικά του ανταγωνισμού αποτελέσματα είναι σύμφυτα με τις συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων. Ωστόσο, οι στόχοι κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκουν οι συμβάσεις αυτές θα διακυβεύονταν σοβαρά αν οι κοινωνικοί εταίροι υπέκειντο στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης κατά την από κοινού αναζήτηση μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών απασχολήσεως και εργασίας.
60 Έτσι, μετά από χρήσιμη και συνεπή ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης στο σύνολό τους πρέπει να θεωρηθεί ότι, ως εκ της φύσεως και του αντικειμένου τους, οι συμφωνίες που συνάπτονται για τους σκοπούς αυτούς στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ κοινωνικών εταίρων δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.»
21. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο με την τελευταία από τις παρατιθέμενες ανωτέρω σκέψεις είναι ότι οι συμφωνίες που, πρώτον, «συνάπτονται [...] στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ κοινωνικών εταίρων» και, δεύτερον, «επιδιώκουν στόχους κοινωνικής πολιτικής», «δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ». Είναι επομένως προφανές ότι η εξαίρεση δεν αφορά μόνο τις συμφωνίες για την υποχρεωτική ασφάλιση σε συνταξιοδοτικό σύστημα ορισμένου τομέα.
22. Στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέτασε «αν η φύση και το αντικείμενο της επίμαχης στην κύρια δίκη συμφωνίας δικαιολογούν να εξαιρεθεί η συμφωνία αυτή από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης» .
Κατ' αρχάς δέχτηκε τα εξής :
«[...] όπως οι πιο πάνω συμφωνίες που γεννώνται από τον κοινωνικό διάλογο, έτσι και η επίμαχη στην κύρια δίκη συμφωνία συνήφθη υπό μορφή συλλογικής συμβάσεως και είναι το αποτέλεσμα συλλογικής διαπραγματεύσεως μεταξύ των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων.»
Επομένως, η συμφωνία πληρούσε την πρώτη προϋπόθεση.
23. Στη συνέχεια το Δικαστήριο δέχτηκε τα εξής :
«[...] όσον αφορά το αντικείμενό της, η επίμαχη στην κύρια δίκη συμφωνία θέτει σε εφαρμογή, σε συγκεκριμένο τομέα, σύστημα επικουρικών συντάξεων το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση ταμείου συντάξεων στο οποίο η υπαγωγή δύναται να καταστεί υποχρεωτική. Το σύστημα αυτό έχει στο σύνολό του ως σκοπό να εξασφαλίζει ένα ορισμένο επίπεδο συντάξεων για όλους τους εργαζόμενους του τομέα αυτού και επομένως συμβάλλει ευθέως στη βελτίωση μιας από τις συνθήκες εργασίας, δηλαδή της αμοιβής των εργαζομένων.»
Επομένως, η συμφωνία πληρούσε και τη δεύτερη προϋπόθεση. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, «ως εκ της φύσεως και του αντικειμένου της, η επίμαχη στην κύρια δίκη συμφωνία δεν εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης» .
24. Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη εν προκειμένω συλλογική σύμβαση εργασίας αποτελεί συλλογική συμφωνία, αφού αυτός ο χαρακτηρισμός τής προσδίδεται με τη διάταξη περί παραπομπής . Από άποψη μορφής και φύσης πληροί επομένως οπωσδήποτε την πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή της εξαιρέσεως. ρέπει επίσης να εξακριβωθεί αν ο σκοπός της είναι τέτοιος ώστε να πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση που έθεσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Albany, δηλαδή να επιδιώκει στόχους κοινωνικής πολιτικής που να δικαιολογούν τη μη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού .
25. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συντάξεις έχουν στενότερη σχέση με τον μισθό, υπό την έννοια της άμεσης αμοιβής, από ό,τι η ασφάλιση ασθένειας. Τούτο όμως δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για να θεωρηθεί ότι μια συμφωνία περί ασφαλίσεως ασθένειας δεν έχει σχέση με τους όρους εργασίας. Σκοπός των συμφωνιών περί ασφαλίσεως ασθένειας που συνάπτονται μεταξύ των εκπροσώπων των εργοδοτών και των εργαζομένων είναι η βελτίωση των όρων εργασίας των μισθωτών. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται άμεσα και έμμεσα με την εξάλειψη ή τη μείωση του άγχους σχετικά με τον τρόπο καλύψεως των ιατρικών εξόδων.
26. Οι εργοδότες επίσης έχουν έννομο συμφέρον για τη διασφάλιση επαρκούς υγειονομικής προστασίας των μισθωτών τους, ώστε ο αριθμός των ημερών εργασίας που χάνονται λόγω ασθένειας να μειώνεται στο ελάχιστο. Όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, μεταξύ των οφελών που μπορούν να προκύψουν από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις καταλέγεται η μείωση των δαπανών που ειδάλλως θα βάρυναν τον εργαζόμενο. Η παραχώρηση στην οποία προέβησαν οι εργοδότες στο πλαίσιο της επίμαχης συλλογικής σύμβασης εργασίας οδήγησε σε πραγματική αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τον ενάγοντα. Αν δεν υπήρχε η συλλογική σύμβαση, πιθανολογείται ότι οι εργοδότες του οικείου τομέα δεν θα είχαν συμφωνήσει να καταβάλλουν τη σχετική εισφορά ή τουλάχιστον εισφορά του ίδιου ύψους (50 %).
27. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο ενάγων επικαλέστηκε το κριτήριο που πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs με τις προτάσεις του στις υποθέσεις Albany. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της προτάσεώς του και της λύσης που επέλεξε το Δικαστήριο σε σχέση με το θεμιτό καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων. Τόσο ο γενικός εισαγγελέας όσο και το Δικαστήριο δέχτηκαν ότι οι συλλογικές συμβάσεις που αποτελούν απόρροια διαπραγματεύσεων μπορούν θεμιτώς να αφορούν τους «όρους εργασίας» και να μην περιορίζονται μόνο στα θέματα που έχουν άμεση σχέση με τις αποδοχές . Φρονώ ότι η ασφάλιση των εργαζομένων κατά των ασθενειών αποτελεί βασίμως ένα από τα «βασικά θέματα των συλλογικών διαπραγματεύσεων» . Κατά τη γνώμη μου, η αντίθετη άποψη δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά.
28. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι η εξαίρεση που καθιερώθηκε με τις αποφάσεις Albany πρέπει να ερμηνεύεται στενά και, ειδικότερα, πρέπει να ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας. Φυσικά και έχει δίκιο. Εντούτοις, υποστηρίζει επίσης ότι ο υπολογισμός των αναγκαίων για την παροχή ασφαλίσεως ασθένειας κεφαλαίων είναι πολύ λιγότερο δύσκολος από τον υπολογισμό των αναγκαίων για τη χορήγηση επικουρικών συντάξεων κεφαλαίων. Η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ ακόμη και των κατά κυριολεξία συλλογικών συμβάσεων θα πρέπει να περιορίζεται, κατά τον ενάγοντα, εφόσον αφορά την παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών από τρίτους προς τη σύμβαση ασφαλιστές, στην παροχή συντάξεων ή τουλάχιστον στις περιπτώσεις στις οποίες η παροχή της ασφαλίσεως απαιτεί τη δημιουργία και διατήρηση σημαντικών αποθεματικών. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της συμπληρωματικής ή επικουρικής ασφαλίσεως ασθένειας.
29. Για τη διάκριση αυτή δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, κανένα λογικό ή εμπειρικό έρεισμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τον υπολογισμό των εισφορών που καταβάλλονται αφενός στα συνταξιοδοτικά ταμεία και αφετέρου στα συστήματα ασφαλίσεως ασθένειας πρέπει να εφαρμόζονται διαφορετικές μέθοδοι, ανάλογα με τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται ο κάθε υπολογισμός. Εντούτοις, αμφότερα τα συστήματα αποσκοπούν στην παροχή προστασίας σε ορισμένη κατηγορία ατόμων, πράγμα που αποτελεί την έκφραση ορισμένης κοινωνικής ανάγκης. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογράμμισε τον σημαντικό κοινωνικό ρόλο που έχουν οι συλλογικές συμβάσεις στις Κάτω Χώρες, όσον αφορά την παροχή επικουρικής ασφαλίσεως ασθένειας. Συναφώς η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται στο σχετικά χαμηλό επίπεδο της υποχρεωτικής ασφαλιστικής καλύψεως που παρέχεται βάσει του AWBZ και στο γεγονός ότι πολλοί από τους έχοντες υψηλά εισοδήματα δεν καλύπτονται ασφαλιστικά από τον Ziekenfondswet.
30. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι η σύμβαση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της εξαιρέσεως από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, την οποία καθιέρωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Albany. Δεν έχει σημασία αν η VGZ αποτελεί ταμείο αλληλασφαλίσεως· το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι «η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο της χρηματοδοτήσεώς του» . Ένας καθαρά μη κερδοσκοπικός οργανισμός μπορεί να αποτελεί επιχείρηση, εφόσον διαχειρίζεται ένα προαιρετικό σύστημα συμπληρωματικής ασφαλίσεως γήρατος . Μολονότι δηλαδή συμφωνώ με την άποψη που εξέφρασε πρόσφατα ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις συνεδικασθείσες υποθέσεις Pavlov κ.λπ. , ότι δηλαδή η ειδική εξαίρεση που ισχύει για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ' αναλογία σε άλλες κατηγορίες συμφωνιών ή αποφάσεων, στην προκειμένη περίπτωση δεν θα ετίθετο ζήτημα ανάλογης εφαρμογής, διότι η σύμβαση εμπίπτει οπωσδήποτε καθ' ύλη στην εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, την οποία καθιέρωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Albany. Στην προκειμένη υπόθεση ανακύπτει αντίθετα το ζήτημα αν η εφαρμογή της εξαιρέσεως εξαρτάται από το αν οι κοινωνικοί εταίροι είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή διατάξεων που θα αποτελούσαν κανονικά σύμβαση εμπίπτουσα στην εξαίρεση Albany.
31. Η βασική αντίρρηση του ενάγοντος (η οποία αποσαφηνίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση) δεν είναι τόσο ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας υποχρεώνει τους εργοδότες να καταβάλλουν καθορισμένη εισφορά στο επικουρικό σύστημα ασφαλίσεως ασθένειας, αλλά ότι τους υποχρεώνει να καταβάλλουν την εισφορά αυτή σε συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα, δηλαδή στο IZZ ή σε ασφαλιστή που ορίζει το IZZ. Ο ενάγων δηλαδή ζητεί αφενός να εξακολουθήσει ο εργοδότης να εκπληρώνει την υποχρέωση που έχει βάσει της συλλογικής σύμβασης εργασίας να καταβάλλει το 50 % της εισφοράς και αφετέρου να είναι ο ίδιος ελεύθερος να καθορίζει τον φορέα στον οποίο θα πρέπει να καταβάλλεται η εισφορά αυτή. Το αίτημα αυτό οδήγησε το εθνικό δικαστήριο να εκφράσει, με την απάντησή του στο ερώτημα του Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω σημείο 14), ενδοιασμούς σχετικά με το αν η ανάθεση των οικείων ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στην IZZ/VGZ επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω της αρχής που καθιερώθηκε με τις αποφάσεις Albany.
32. Ένας τόσο εκτεταμένος περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της εξαιρέσεως των συλλογικών διαπραγματεύσεων από την απαγόρευση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ θα περιόριζε κατ' ανάγκη την ελευθερία εργοδοτών και εργαζομένων ως προς την επίτευξη συμφωνίας για τους όρους εργασίας με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων. Επιπλέον, θα υπονόμευε την κοινωνική αλληλεγγύη που εκφράζουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις. Είμαι πεπεισμένος ότι το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που καθιερώθηκε με τις αποφάσεις Albany είναι αρκετά ευρύ, ώστε να καλύπτει και τις συμβάσεις του είδους της επίμαχης εν προκειμένω συλλογικής σύμβασης εργασίας. Συναφώς θα ήθελα να επισημάνω ότι το Δικαστήριο, όταν καθόρισε με τις αποφάσεις Albany το περιεχόμενο της εξαιρέσεως από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης, δεν δέχτηκε, ρητά τουλάχιστον, την τρίτη προϋπόθεση που είχε προτείνει ο γενικός εσαγγελέας Jacobs, δηλαδή ότι η οικεία συλλογική σύμβαση δεν πρέπει να «επηρεάζει άμεσα τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και τρίτων, όπως είναι οι πελάτες, οι προμηθευτές, οι ανταγωνιστές εργοδότες ή οι καταναλωτές» . Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συλλογικές συμβάσεις που επηρεάζουν αισθητά τον ανταγωνισμό δεν πρέπει να «υπόκεινται στον κατά των συμπράξεων έλεγχο της Επιτροπής ή άλλων αρμοδίων αρχών» , δεδομένου ότι το περιεχόμενο της εξαιρέσεως Albany πρέπει, ως εξαίρεση από το γενικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, να ερμηνεύεται στενά . Αυτοί που θίγονται από τέτοιους περιορισμούς του ανταγωνισμού, όπως ο ενάγων, έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να προσβάλουν τους περιορισμούς αυτούς ισχυριζόμενοι ότι η σύμβαση δεν επιδιώκει καθαρά κοινωνικούς σκοπούς, διότι οι απορρέοντες από αυτή ή από την εφαρμογή της περιορισμοί βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της.
33. Φρονώ πάντως ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις για συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν τους όρους εργασίας, όπως είναι η παροχή συντάξεων ή ασφαλίσεως ασθένειας, και ότι τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα να καθιστούν υποχρεωτική - είτε άμεσα, όπως συνέβαινε στις υποθέσεις Albany, είτε έμμεσα, όπως συμβαίνει προφανώς στην υπόθεση της κύριας δίκης - την εφαρμογή των συμβάσεων αυτών. Κατά συνέπεια, οι συμβαλλόμενοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν έναν αυτοτελή φορέα, όπως είναι το IZZ, με σκοπό την εφαρμογή της συμβάσεως. Το γεγονός ότι ο φορέας αυτός κάνει χρήση των υπηρεσιών άλλου ασφαλιστή δεν αναιρεί την εξαίρεση της οικείας συλλογικής σύμβασης από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ. Το όφελος που αποκομίζουν γενικά οι εργαζόμενοι από μια συλλογική σύμβαση θα διακυβευόταν σοβαρά, αν οποιοσδήποτε μπορούσε να επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον αποσύροντας από το ασφαλιστικό σύστημα τις εισφορές του και τις εισφορές του εργοδότη του, προκειμένου να αποδεχθεί κάποια ανταγωνιστική προσφορά, και ταυτόχρονα διατηρούσε τη δυνατότητα να επιστρέψει στο εν λόγω ασφαλιστικό σύστημα σε περίπτωση μόνο που οι όροι του συστήματος αυτού ήσαν ελκυστικότεροι. Αυτή η πλήρης ελευθερία επιλογής εκ μέρους του εργαζομένου θα υπονόμευε τις αρχές που διέπουν συνήθως την αλληλασφάλιση.
34. Αν γινόταν δεκτό ότι οι συμβάσεις του τύπου της συμβάσεως μεταξύ IZZ και VGZ εμπίπτουν στην προπαρατεθείσα διάταξη, μολονότι απλώς αναθέτουν σε τρίτο την ευθύνη για την παροχή της ασφαλιστικής κάλυψης που απαιτείται κατά τη συλλογική σύμβαση, το αποτέλεσμα θα ήταν να υπονομευθεί η αυτονομία των συναπτόντων τη συλλογική σύμβαση. Κατά συνέπεια, δεν συμφωνώ με τον ενάγοντα ότι το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί να γίνεται πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων. Το περιεχόμενο της εξαιρέσεως από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ δεν περιορίζεται συνεπώς μόνο στα ζητήματα τα οποία οι συμβαλλόμενοι μπορούν να διευθετούν οι ίδιοι χωρίς να κάνουν χρήση των υπηρεσιών τρίτων.
35. Αν αντίθετα οι όροι της εξουσιοδοτήσεως υπερέβαιναν το αναγκαίο για την επίτευξη του κοινωνικού σκοπού της συμβάσεως μέτρο, π.χ. αν στην εμπορική ασφαλιστική εταιρία ανετίθετο η παροχή και άλλων ασφαλιστικών υπηρεσιών προς όφελος μόνο των εργοδοτών, δεν θα υπήρχε κανείς λόγος να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση που συνήφθη με την VGZ βαίνει πέραν της ασφαλιστικής καλύψεως που έχει συμφωνηθεί με την επίμαχη συλλογική σύμβαση εργασίας. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίπεδο των υπηρεσιών που παρέχει το IZZ μέσω της VGZ είναι χαμηλότερο του επιπέδου των υπηρεσιών που θα μπορούσαν να παρέχουν οι ανταγωνιστές της VGZ, ακομη και αν γίνει δεκτός από το εθνικό δικαστήριο, δεν θα είχε ως αποτέλεσμα να υπαχθεί η επιλογή της VGZ για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ. Ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82 ΕΚ) στην IZZ/VGZ, το ζήτημα αν οι υπηρεσίες που παρέχει είναι ικανοποιητικές εναπόκειται στην πραγματικότητα στην κρίση των μερών της επίμαχης εν προκειμένω συλλογικής σύμβασης εργασίας, τα οποία εκπροσωπούνται φυσικά στο όργανο διοικήσεως του IZZ.
B - Το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ
36. Το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά επίσης το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ενάγων, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, στηρίζει τα επιχειρήματά του μόνο στην παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ και υποστηρίζει ότι δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα ως προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ. Δεδομένου ότι ανωτέρω υποστήριξα την άποψη ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ δεν έχει εφαρμογή επί συλλογικής συμβάσεως εργασίας όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, η εξέταση του ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα επίσης της εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ είναι βέβαιο ότι θα του ήταν χρήσιμη.
37. Κατ' αρχάς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, την οποία καθιέρωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Albany, δεν μπορεί να επεκταθεί και στο άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ. Απαντώντας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Albany, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ένα κλαδικό ταμείο συντάξεων ασκούσε «οικονομική δραστηριότητα ανταγωνιστικά με τις ασφαλιστικές εταιρίες» και ότι συνεπώς «η έλλειψη κερδοσκοπικού σκοπού καθώς και τα στοιχεία αλληλεγγύης που προβλήθηκαν από το Ταμείο συντάξεων και από τις κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις δεν αρκούν για να στερήσουν από το κλαδικό ταμείο συντάξεων την ιδιότητά του ως επιχειρήσεως υπό την έννοια των περιεχομένων στη Συνθήκη κανόνων ανταγωνισμού» . Μολονότι οι περιορισμοί αυτοί «θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το αποκλειστικό δικαίωμα ενός τέτοιου οργανισμού να διαχειρίζεται σύστημα επικουρικών συντάξεων», εντούτοις δεν αναιρούν τον χαρακτηρισμό της δραστηριότητας που ασκείται από το εν λόγω ταμείο ως οικονομικής δραστηριότητας . Στη συνέχεια το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα που ετίθετο με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, δηλαδή αν το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 86 ΕΚ), απαγορεύει την απονομή σε ταμείο συντάξεων του αποκλειστικού δικαιώματος διαχειρίσεως συστήματος επικουρικών συντάξεων. Είναι επομένως σαφές ότι, παρά τον κοινωνικό σκοπό του οικείου ασφαλιστικού συστήματος, οι δραστηριότητες του ταμείου ενέπιπταν στο άρθρο 86.
38. Η Επιτροπή, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τονίζει ότι, αφού γίνεται δεκτό ότι τα αποτελέσματα των γνήσιων συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σχετικά με τους όρους εργασίας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καταλήξει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι δραστηριότητές τους αντιβαίνουν στο άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ. Οι ενδοιασμοί στους οποίους οφείλεται η προβολή του ισχυρισμού αυτού είναι απόλυτα δικαιολογημένοι. Ενώ βέβαια δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει «εξαίρεση» από την απαγόρευση καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, οι πραξεις στις οποίες προβαίνει, αποκλειστικά και μόνο προς επίτευξη κοινωνικού σκοπού, ένας φορέας που έχει δημιουργηθεί βάσει συλλογικής συμβάσεως εργασίας και κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται εύκολα ως καταχρηστική εκμετάλλευση. Μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει καταχρηστική εκμετάλλευση, μόνο εφόσον οι προσβαλλόμενες πράξεις βαίνουν πέραν του αναγκαίου προς επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρου και δεν μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει κάποιου άλλου λόγου.
39. Στην παρούσα υπόθεση είναι αναγκαίο να εξετατεί μόνο το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ, διότι με τη συλλογική σύμβαση εργασίας δεν απονεμήθηκε κανένα αποκλειστικό δικαίωμα στο IZZ και δεν έγινε καμία αναφορά στο άρθρο 90 ούτε από το εθνικό δικαστήριο ούτε από τον ενάγοντα. Το εθνικό δικαστήριο, πέρα από τη μνεία του αριθμού των ασφαλισμένων στο IZZ, δεν παρέσχε στο Δικαστήριο ακριβή στοιχεία σχετικά με την αγορά εντός της οποίας υποτίθεται ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση το IZZ. Μολονότι είναι σαφές, ενόψει κυρίως των αποφάσεων Albany, ότι το ΙΖΖ μπορεί να θεωρηθεί επιχείρηση υπό την έννοια του άθρου 86 και έστω και αν μπορεί να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει ευλόγως ο ενάγων, ότι η παροχή ασφαλίσεως ασθένειας σε μισθωτούς αποτελεί χωριστή υπο-αγορά στον τομέα της ασφαλίσεως, της οποίας τα γεωγραφικά όρια συμπίπτουν με την επικράτεια των Κάτω Χωρών, τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αρκούν για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει οριστική άποψη για την ισχύ που έχει το IZZ εντός της αγοράς, λόγω της συμβάσεώς του με τη VGZ, έναντι των ανταγωνιστών του που παρέχουν τις ίδιες ασφαλιστικές υπηρεσίες, όπως είναι η RZG, ο ασφαλιστής που έχει επιλέξει ο ενάγων. Η παρούσα υπόθεση διαφέρει επομένως από την υπόθεση Albany, στην οποία το Δικαστήριο κατέληξε ότι «κλαδικό ταμείο συντάξεων, [...] το οποίο διαθέτει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχειρίσεως συστήματος επικουρικών συντάξεων σε βιομηχανικό τομέα κράτους μέλους και, επομένως, σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, μπορεί να θεωρηθεί ως κατέχον δεσπόζουσα θέση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης» . Κατά συνέπεια, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει κατά πόσον, παρά τον ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει το IZZ από ανταγωνιστικές ασφαλιστικές εταιρίες, όπως είναι η RZG, βρίσκεται εντούτοις σε τέτοια θέση οικονομικής ισχύος, ώστε να μπορεί να ενεργεί ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές του και συνεπώς κατέχει δεσπόζουσα θέση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ . Η ισχύς της IZZ/VGZ στην αγορά, αν υπάρχει, θα μπορούσε μόνο να οφείλεται στο «αποκλειστικό» δικαίωμά της να εισπράττει τις εργοδοτικές εισφορές σε περίπτωση που ο εργαζόμενος αποφασίσει να συνάψει επικουρική ασφάλιση ασθένειας με το IZZ. Αν δεν υπάρχει τέτοια ισχύς στην αγορά, δεν μπορεί να υπάρχει καταχρηστική εκμετάλλευση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ.
40. Εξάλλου, όπως τονίζει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η θεωρία της οικονομικής εξάρτησης, στην οποία ο ενάγων φαίνεται να στηρίζει την άποψή του ότι το IZZ κατέχει δεσπόζουσα θέση, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας. Το γεγονός και μόνο ότι η εισφορά στο IZZ έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο εργαζόμενος κατά 69 NLG λιγότερο από ό,τι αν κατέβαλλε εισφορά στην RZG (σε περίπτωση που δεν καταβαλλόταν η εργοδοτική εισφορά) δεν σημαίνει, καθαυτό, ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι εξαρτώνται οικονομικά από το IZZ για την επικουρική ασφάλιση ασθένειας. Στην περίπτωση του ενάγοντος, δεδομένου ότι η RZG θα του επέστρεφε 2 100 NLG περισσότερο για την οδοντιατρική αγωγή του από ό,τι το IZZ, δεν είναι σαφές γιατί τα επιπλέον 69 NLG, τα οποία θα έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως σε εισφορές, θα αρκούσαν (εκτός ίσως αν ο μισθός του ήταν πολύ χαμηλός) για να εξαρτάται οικονομικά από το IZZ για την επικουρική ασφάλιση ασθένειας. Οπωσδήποτε δε το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό ότι το IZZ κατείχε δεσπόζουσα θέση χάρη στη συλλογική σύμβαση εργασίας.
41. Ακόμη και αν το εθνικό δικαστήριο πεισθεί ότι το IZZ κατείχε δεσπόζουσα θέση εντός της ολλανδικής αγοράς ασφαλίσεως ασθένειας, για να αποδείξει ο ενάγων την παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ, θα έπρεπε να αποδείξει ότι το IZZ προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας αυτής θέσης. Το γεγονός απλώς και μόνο ότι η καταβαλλόμενη στο IZZ εισφορά είναι ενδεχομένως υψηλότερη, αν συνυπολογιστεί η εργοδοτική εισφορά, από την οφειλόμενη στη RZG και ότι η παρεχόμενη από το IZZ ασφαλιστική κάλυψη είναι πιθανώς λιγότερο πλήρης από ορισμένες απόψεις από την παρεχόμενη από την RZG δεν αρκεί ως απόδειξη της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης. Η συναγωγή του συμπεράσματος αυτού επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο αν, όπως υποστήριξαν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το σύστημα IZZ βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης ή της επιβαρύνσεως του κοινωνικού συνόλου, οπότε το «ασφάλιστρο», το οποίο αντιπροσωπεύουν η εργοδοτική και η εργατική εισφορά, παραμένει σταθερό και δεν αποτελεί συνάρτηση του κινδύνου, ο οποίος εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας και την ηλικία του κάθε εργαζόμενου. Κατά την επιδίωξη της πολιτικής αυτής, ενδέχεται κάλλιστα να πρέπει ο ασφαλιστής να περιορίσει την έκταση της επιστροφής ορισμένων ιατρικών ή οδοντιατρικών εξόδων.
42. Ομοίως, οι κανόνες περί απαγορεύσεως επιστροφής στο IZZ των μισθωτών που επέλεξαν να υπαχθούν ασφαλιστικά σε άλλο ασφαλιστή ενδέχεται να δικαιολογούνται από την ανάγκη διασφαλίσεως της αλληλεγγύης. Αν οι μισθωτοί ήσαν ελεύθεροι να αλλάζουν κατά βούληση, ή με ελάχιστους περιορισμούς, ασφαλιστές, θα ήταν εύκολο για τους ανταγωνιστές ασφαλιστές, π.χ. την RZG, να αναλαμβάνουν τους συμφερότερους ασφαλιστικούς κινδύνους . Εντούτοις, αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι το IZZ κατέχει δεσπόζουσα θέση, η οποία αποβαίνει υπέρ της VGZ, θα πρέπει να εξακριβώσει αν οι κανόνες του IZZ που περιορίζουν τη δυνατότητα επιστροφής των πρώην ασφαλισμένων του είναι δικαιολογημένοι. Συναφώς θα πρέπει να εξετάσει επισταμένα αν το σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τους κανόνες αυτούς και αν οι κανόνες εφαρμόζονται ομοιόμορφα και με συνέπεια .
43. Υπό τις περιστάσεις αυτές, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ενόψει τουλάχιστον των στοιχείων της δικογραφίας, δεν υπήρξε στην προκειμένη υπόθεση καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης.
IV - ρόταση
44. ροτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα του Kantongerecht te Groningen:
«1) Η συλλογική σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων κατόπιν συλλογικών διαπραγματεύσεων και είναι δεσμευτική για τους εργοδότες δυνάμει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους δεν εμπίπτει στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ), υπό τον όρο ότι περιορίζεται αυστηρά στη ρύθμιση των όρων εργασίας.
2) Η σύμβαση με την οποία οι εργοδότες αναλαμβάνουν να καταβάλλουν ένα σταθερό ποσό για την καλυψη των εξόδων επικουρικής ασφαλίσεως ασθένειας των εργαζομένων συνιστά συμφωνία για τους όρους εργασίας, προκειμένου να εφαρμοστεί η ανωτέρω εξαίρεση από το σύνηθες πεδίο εφαρμογής του 85 της Συνθήκης ΕΚ. Τα μέρη της συλλογικής σύμβασης είναι ελεύθερα να ορίσουν τον φορέα που θα παρέχει τα οφέλη ως προς τους όρους εργασίας που αφορά η σύμβαση αυτή. Η σύμβαση που προβλέπει την ανάθεση σε τρίτους της παροχής των οφελών αυτών δεν εμπίπτει εξ ορισμού στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, εκτός αν βαίνει πέρα από το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του κοινωνικού σκοπού που επιδιώκεται με τη βασική συλλογική σύμβαση.
3) Ο τρίτος στον οποίο έχει ανατεθεί κατά τα ανωτέρω η παροχή των οφελών εμπίπτει στο άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82 ΕΚ) μόνο αν το δικαίωμα που του έχει απονεμηθεί από τα μέρη της συλλογικής συμβάσεως αρκεί για να περιαχθεί σε δεσπόζουσα θέση εντός χωριστής αγοράς και αν ο ίδιος χρησιμοποιεί την ισχύ του εντός της εν λόγω αγοράς κατά τρόπο που βαίνει πέρα από το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του κοινωνικού σκοπού που επιδιώκεται με τη βασική συλλογική σύμβαση, χωρίς να υπάρχει προς τούτο κανείς δικαιολογητικός λόγος.»
Full & Egal Universal Law Academy