Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Tribunale civile e penale di Treviso (Ιταλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 545/92 (1) και του κανονισμού (EOK) 859/92 (2), με τους οποίους θεσπίστηκαν οι εφαρμοστέες διατάξεις επί της εισαγωγής, για το έτος 1992, βοείου κρέατος και ειδικότερα των προϋόντων «baby-beef», προελεύσεως των Δημοκρατιών της Κροατίας και Σλοβενίας και των πρώην Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου.
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη
2 Η εταιρία Schiavon Silvano, εναγομένη της κύριας δίκης, διενήργησε εντός της Κοινότητας στις 28 Σεπτεμβρίου, 6 Οκτωβρίου και 19 Οκτωβρίου 1992 τρεις εισαγωγές βοείου κρέατος (προϋόντα «baby-beef»), προελεύσεως της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, υπό καθεστώς αναστολής εισφορών κατά την εισαγωγή και φόρου προστιθεμένης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) για συνολικό ποσό ύψους 179 903 600 ιταλικές λίρες (ITL). Στο καθεστώς αυτό υπήχθη προσωρινώς μέχρις ότου προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι δικαιούται να υπαχθεί στο προβλεπόμενο από τον κανονισμό 545/92 προτιμησιακό εμπορικό καθεστώς.
Προκειμένου να πιστοποιήσει την καταγωγή του κρέατος, η εταιρία Schiavon Silvano προσκόμισε πιστοποιητικά θεωρηθέντα από τον Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου, οργανισμό της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, αρμόδιο να εκδίδει παρόμοια πιστοποιητικά σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση περί εφαρμογής της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και του ως άνω κράτους.
3 Εκτιμώντας ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν ήσαν έγκυρα και δεν επέτρεπαν την υπαγωγή των επιδίκων εμπορευμάτων στο προτιμησιακό εμπορικό καθεστώς, η Amministrazione delle Finanze dello Stato, ενάγουσα στα πλαίσια της κύριας δίκης (στο εξής: ενάγουσα διοίκηση), αξίωσε την καταβολή ποσού συνολικού ύψους 233 971 480 ITL ως εισφορών κατά την εισαγωγή και ΦΠΑ, προσαυξημένων με τόκους. Η ασφαλιστική εταιρία που κάλυπτε τους κινδύνους της πράξεως κατέβαλε ακολούθως το ανώτατο ασφαλισθέν ποσό, ήτοι 150 000 000 ITL, οπότε υπολειπόταν ποσό ύψους 83 971 480 ITL υπέρ της ενάγουσας διοικήσεως.
Η εταιρία Schiavon Silvano κηρύχθηκε σε πτώχευση με απόφαση του Tribunale civile e penale di Treviso της 5ης Οκτωβρίου 1995.
4 Επικαλούμενη το άρθρο 101 του νόμου περί πτωχεύσεων, η ενάγουσα διοίκηση ζήτησε από το δικαστήριο να συμπεριληφθεί το ποσό των 83 971 480 ITL ως προνομιούχος απαίτηση στο παθητικό της πτωχεύσασας εταιρίας Schiavon Silvano.
5 Οι διάδικοι συμφωνούν ότι το εισαχθέν βόειο κρέας μπορούσε να τύχει των φορολογικών πλεονεκτημάτων που αναγνωρίζονται υπέρ των εισαγωγών προελεύσεως ορισμένων μη κοινοτικών χωρών, ότι ο τόπος καταγωγής τους ήταν η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ότι τα εμπορεύματα συνοδεύονταν από πιστοποιητικά καταγωγής θεωρημένα από τον Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου και ότι οι εισαγωγές διενεργήθηκαν στο διάστημα Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 1992.
Διαφωνούν, κατ' ουσίαν, ως προς το αν, δεδομένου ότι κανείς οργανισμός δεν είχε αναγνωριστεί ως αρμόδιος να πιστοποιεί τόσο την προέλευση όσο και τη φύση των προϋόντων σε καμία από τις Δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, τα θεωρημένα από τον Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου πιστοποιητικά που συνόδευαν τα τεθέντα σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορεύματα εντός των κρατών μελών μετά τις 5 Απριλίου 1992 πρέπει να θεωρούνται ως έγκυρα για τους σκοπούς της χορηγήσεως των φορολογικών πλεονεκτημάτων κατά την εισαγωγή, όπως προβλέπει ο κανονισμός 545/92.
II - Τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά, το Tribunale civile e penale di Treviso απηύθυνε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 1 του κανονισμού (EOK) 545/92 του Συμβουλίου την έννοια ότι απονέμει άμεσα στους κοινοτικούς πολίτες δικαίωμα να τυγχάνουν των διευκολύνσεων κατά την εισαγωγή, με συνέπεια, ελλείψει εξατομικεύσεως του αρμοδίου για την έκδοση των πιστοποιητικών προελεύσεως οργανισμού στις περιπτώσεις ορισμένων από τις Δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, το ανωτέρω δικαίωμα να ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τα πιστοποιητικά εκδίδονται από οργανισμό ο οποίος ήταν προηγουμένως εξουσιοδοτημένος, μέχρι την εξατομίκευση του νέου οργανισμού;
2) Είναι ο κατάλογος του παραρτήματος Ι του κανονισμού (EOK) 859/92 της Επιτροπής αποκλειστικός, οπότε δεν παρέχει στον Savezni Trzisni Inspektorat (αρμόδιο οργανισμό εκδόσεως του Βελιγραδίου) την εξουσιοδότηση να εκδίδει τα εν λόγω πιστοποιητικά;»
ΙΙΙ - Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και η συγκυρία υπό την οποία θεσπίστηκε
7 Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, αφενός, και η Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, αφετέρου, υπέγραψαν τον Απρίλιο του 1980 Συμφωνία Συνεργασίας, εγκριθείσα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 314/83 (3). Η Συμφωνία ανεστάλη κατά την ένοπλη σύρραξη του 1991 (4). Ακολούθως, η Συμφωνία καταγγέλθηκε με ισχύ από τις 27 Νοεμβρίου 1991 (5). Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3300/91 (6) ανεστάλησαν, από τις 15 Νοεμβρίου 1991, οι εκ μέρους της Κοινότητας εμπορικές παραχωρήσεις προς τη Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.
8 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3567/91 (7), η Κοινότητα παρέσχε στις Δημοκρατίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Κροατίας, της Σλοβενίας και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας εμπορικά πλεονεκτήματα ισοδύναμα κατά βάση προς εκείνα που προέβλεπε η Συμφωνία Συνεργασίας για σειρά προϋόντων, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το «baby-beef».
Ο κανονισμός 545/92, ο οποίος εκδόθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1992, συνεχίζει την πολιτική που υιοθετήθηκε με τον κανονισμό 3567/91, ο οποίος χρονολογείται από τις αρχές Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους, και επεκτείνει το προτιμησιακό εμπορικό καθεστώς σε άλλα προϋόντα καταγωγής των Δημοκρατιών αυτών (8).
9 Οι κανόνες που διέπουν τα εμπορικά πλεονεκτήματα υπέρ των εισαγωγών προϋόντων «baby-beef» εξαγγέλλονται στο άρθρο 7 του κανονισμού 545/92. Το σημείο 3 του ως άνω άρθρου είναι η διάταξη που ενδιαφέρει εν προκειμένω για την επίλυση των προδικαστικών ερωτημάτων, σύμφωνα με το οποίο:
«Για να συμβάλει στη σταθεροποίηση της εσωτερικής αγοράς της Κοινότητας, η Επιτροπή μεριμνά ώστε κάθε Δημοκρατία να τηρεί κατάλληλη συχνότητα παραδόσεως και να θεσπίζει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την τακτική εξέλιξη των εξαγωγών της προς την Κοινότητα, κυρίως με αποτελεσματικό έλεγχο κάθε αποστολής βάσει πιστοποιητικού στο οποίο βεβαιώνεται ότι το εμπόρευμα κατάγεται και προέρχεται από την εν λόγω Δημοκρατία και αντιστοιχεί ακριβώς στον ορισμό που περιέχει το παράρτημα Ε. Το κείμενο του πιστοποιητικού αυτού συντάσσεται από την Κοινότητα.»
Το διαχρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού καταλάμβανε μόνο το έτος 1992.
10 Στα πλαίσια της αποστολής που της ανατέθηκε βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 545/92, και συγκεκριμένα της υποχρεώσεως εκδόσεως των κανόνων εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με τον γεωργικό τομέα, η Επιτροπή εξέδωσε στις 3 Απριλίου 1992 τον κανονισμό 859/92, την ερμηνεία του οποίου ζητεί ο εθνικός δικαστής. Αντικείμενο του κανονισμού ήταν να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται προκειμένου να χορηγηθεί η μείωση της κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 545/92 εισφοράς για τις εισαγωγές «baby-beef» εντός της Κοινότητας, προελεύσεως των οικείων Δημοκρατιών. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού:
«1. Οι μειωμένες εισφορές που εισπράττονται κατά την εισαγωγή και αναφέρονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 545/92 εφαρμόζονται στα προϋόντα που συνοδεύονται από το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του προαναφερομένου κανονισμού.
2. Το υπόδειγμα του πιστοποιητικού αυτού εμφαίνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 1368/88.
(...)
4. Το πιστοποιητικό ισχύει αν έχει θεωρηθεί δεόντως από έναν εκ των εκδιδόντων οργανισμών που εμφαίνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού.»
11 Κατά το παράρτημα Ι του κανονισμού 859/92, ως εκδίδοντες οργανισμοί αναφέρονται, για τη Δημοκρατία της Κροατίας, ο «Euroinspekt» (Zagreb) Ζάγκρεπ και, για τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, ο «Inspect» (Ljubljana) Λιουμπλιάνα.
12 Το άρθρο 2 του κανονισμού 859/92 ορίζει:
«Μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων και με προσκόμιση της αποδείξεως ότι τα προϋόντα που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιανουαρίου 1992 έως 5 Απριλίου 1992 συνοδεύονταν από το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, και έχει θεωρηθεί είτε από έναν εκ των οργανισμών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι είτε από τον οργανισμό που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού, υπό τον όρο ότι ο τόπος εκδόσεως βρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος μιας των Δημοκρατιών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 545/92, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην απόδοση της διαφοράς μεταξύ των ποσών των εισφορών που εμφαίνονται στις στήλες 2 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 853/92».
13 Στο παράρτημα II, ο «Savezni Trzisni Inspektorat» του Βελιγραδίου αναφέρεται ως εκδίδων οργανισμός.
14 Ο ως άνω κανονισμός έπαυσε να εφαρμόζεται επί των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992 (9).
15 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1368/88 (10) όρισε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των εμπορικών πλεονεκτημάτων που προβλέπει το πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας Συνεργασίας με τη Γιουγκοσλαβία για την εισαγωγή βοείου κρέατος εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με τον κανονισμό, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας του κρέατος αυτού πραγματοποιείται με την προσκόμιση πιστοποιητικού που χορηγείται στη Γιουγκοσλαβία, το υπόδειγμα του οποίου περιγράφεται στο άρθρο 3 του κανονισμού. Τα πιστοποιητικά έπρεπε να θεωρούνται από τον εκδίδοντα οργανισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 6, το οποίο εφαρμόζεται επί των πράξεων που διενεργήθηκαν βάσει των κανονισμών 545/92 και 859/92, ο εκδίδων οργανισμός δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο παρά μόνον αν αναγνωρίζεται υπό την ιδιότητα αυτή από τη χώρα εξαγωγής, εφόσον δεσμεύεται να ελέγχει τα στοιχεία που περιλαμβάνουν τα πιστοποιητικά, να παρέχει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήσεως, οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία προκειμένου να καταστεί εφικτή η αξιολόγησή τους και να αποστέλλει στις αναφερόμενες στο άρθρο 4, παράγραφος 2, αρχές το δεύτερο αντίγραφο κάθε θεωρημένου πιστοποιητικού εντός προθεσμίας τριών ημερών από την ημερομηνία εκδόσεώς του.
ΙV - Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
16 Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προθεσμίας. Επειδή κανείς διάδικος δεν ζήτησε να αναπτύξει προφορικά τις παρατηρήσεις του, το Δικαστήριο αποφάσισε να μην προχωρήσει στην προφορική διαδικασία, όπως του επιτρέπει να πράξει το άρθρο 104, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του.
V - Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
17 Προέχει, κατά την άποψή μου, η αποσαφήνιση του αντικειμένου των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε ο Ιταλός δικαστής και επικεντρώνονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 545/92.
18 Το ως άνω άρθρο ορίζει απλώς και μόνον ότι τα προϋόντα καταγωγής των Δημοκρατιών της Κροατίας και της Σλοβενίας και των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου, πέραν των απαριθμουμένων στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και στο παράρτημα Α του κανονισμού, εισάγονται εντός της Κοινότητας χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς ούτε μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος και άνευ καταβολής δασμών και φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Τα λοιπά άρθρα ορίζουν, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ότι τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Β προϋόντα επιβαρύνονται με εισαγωγικούς δασμούς (άρθρο 2), ότι οι εισαγωγές των προϋόντων που αναφέρονται στα παραρτήματα C I, C II, C III και C IV υπόκεινται σε ετήσιες ποσοστώσεις, η υπέρβαση των οποίων επανενεργοποιεί τους δασμούς που εφαρμόζονται επί των τρίτων χωρών (άρθρο 3), ότι, όσον αφορά τα γεωργικά προϋόντα του παραρτήματος Δ, οι εισαγωγές επιβαρύνονται με μειωμένους δασμούς και υπόκεινται σε δασμολογικές ποσοστώσεις (άρθρα 4, 5 και 6) και ότι, για τα προϋόντα «baby-beef» που ορίζονται στο άρθρο Ε, οι εισαγωγές υπόκεινται σε δασμολογικές ποσοστώσεις και μειωμένη εισφορά. Για να είναι εφικτός ο αποτελεσματικός έλεγχος ως προς το ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από συγκεκριμένη Δημοκρατία και ότι αντιστοιχούν ακριβώς στον ορισμό του παραρτήματος Ε, το άρθρο 7, παράγραφος 3, ορίζει ότι διενεργείται έλεγχος μέσω πιστοποιητικού, το κείμενο του οποίου συντάσσεται από την Επιτροπή.
19 Δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο καθιστά σαφές με τη διάταξή του περί παραπομπής ότι οι κανόνες που καλείται να εφαρμόσει στη διαφορά της κύριας δίκης και για τους οποίους διατηρεί επιφυλάξεις είναι οι αφορώντες την εισαγωγή προϋόντων «baby-beef» εντός της Κοινότητας, πιστεύω ότι διατάξεις που πρέπει να ερμηνευθούν εν προκειμένω είναι το άρθρο 7 του κανονισμού 545/92 και ο κανονισμός 859/92, τον οποίο εξέδωσε η Επιτροπή, στα πλαίσια της εκπληρώσεως της ανατεθειμένης σε αυτήν βάσει της πρώτης διατάξεως αποστολής, ήτοι να μεριμνά ότι κάθε Δημοκρατία τηρεί τον ενδεδειγμένο ρυθμό εξαγωγών και λαμβάνει όλες τις λυσιτελείς διατάξεις για την εύρυθμη εξέλιξη των εξαγωγών αυτών προς την Κοινότητα.
Α - Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Μετά τη σχετική διευκρίνιση, προφανώς είναι σαφές ότι το Tribunale civile e penale di Treviso υπέβαλε το πρώτο από τα δύο ερωτήματα προκειμένου να αποσαφηνιστεί αν οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις του άρθρου 7 του κανονισμού 545/92, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 859/92, για την εισαγωγή προϋόντων «baby-beef» εντός της Κοινότητας υπό το ευεργετικό καθεστώς μειωμένης εισφοράς, οπότε, ενόσω δεν προσδιορίζεται ο οργανισμός που έχει εξουσιοδοτηθεί να πιστοποιεί την προέλευση των προϋόντων από μία εκ των Δημοκρατιών, μπορούν να ασκούν το ως άνω δικαίωμα εισαγωγής προσκομίζοντας πιστοποιητικό θεωρημένο από τον πρώην αρμόδιο οργανισμό.
Τόσο η Ιταλική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή εκτιμούν ότι η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική, συμμερίζομαι δε την άποψή τους.
21 Ο κανονισμός 545/92 εγκαθίδρυσε προτιμησιακό εμπορικό καθεστώς εξαιρετικού χαρακτήρα υπέρ ορισμένων Δημοκρατιών της πρώην Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, αλλ' ουδέποτε συνήψε συμφωνίες με αυτές. Τα κοινοτικά θεσμικά όργανα θέσπισαν το εν λόγω προτιμησιακό εμπορικό καθεστώς μονομερώς μέσω κανονισμών, περιορίζοντας τη διάρκεια ισχύος τους σε ένα έτος, κατά τρόπον ώστε να μπορούν να τροποποιούν το πεδίο εφαρμογής τους ανάλογα με τις απαιτήσεις της πολιτικής καταστάσεως. Η χορήγηση των πλεονεκτημάτων που συνεπαγόταν το καθεστώς εξηρτάτο από προϋποθέσεις που είχαν κριθεί αναγκαίες από το Συμβούλιο και την Επιτροπή και είχαν επίσης τεθεί μονομερώς.
22 Το άρθρο 7 του κανονισμού 545/92 προέβλε ειδικό και πλήρες καθεστώς εμπορικών πλεονεκτημάτων για τις εισαγωγές των προϋόντων «baby-beef» εντός της Κοινότητας. Το σημείο 1 είχε ορίσει ετήσια κοινοτική ποσόστωση 25 000 τόνων επί της οποίας εφαρμοζόταν εισφορά, το ύψος της οποίας ήταν ίσο προς το 20 % της εισφοράς βάσεως, και το σημείο 2 ετήσια ποσόστωση 25 400 τόνων που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μετά την εξάντληση της πρώτης και επί της οποίας εφαρμοζόταν εισφορά, το ποσό της οποίας ήταν ίσο προς το 50 % της εισφοράς βάσεως.
23 Οι προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται ώστε οι εισαγωγείς να μπορούν να απολαύουν των εν λόγω πλεονεκτημάτων ήσαν ποικίλες. Πρώτον, η μειωμένη εισφορά με τον χαμηλότερο συντελεστή, η οποία εφαρμοζόταν μόνο στην πρώτη ετήσια ποσόστωση των 25 000 τόνων, μπορούσε να χορηγηθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η τιμή προσφοράς ελεύθερο στα σύνορα, προσαυξημένη με τον δασμό και τη μειωμένη εισφορά, ήταν τουλάχιστον ίση ή μεγαλύτερη από την κοινοτική τιμή παρεμβάσεως για την κατηγορία ΑU 3, προσαυξημένη κατά 5 %.
Δεύτερον, η μειωμένη εισφορά, ίση προς το 50 % της εισφοράς βάσεως, η οποία εφαρμοζόταν μόνο στη δεύτερη ετήσια ποσόστωση των 20 400 τόνων μετά την εξάντληση της πρώτης ποσοστώσεως, χορηγούνταν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η τιμή προσφοράς ελεύθερο στα σύνορα, υπολογιζόμενη με τον ίδιο τρόπο υπολογισμού της πρώτης ποσοστώσεως, ήταν ίση ή μεγαλύτερη της τιμής που προέκυπτε από την εφαρμογή της συνήθους εισφοράς.
Τρίτον, αν η τιμή της κοινοτικής αγοράς ήταν κατώτερη από το 98 % της τιμής προσανατολισμού, οι ποσοστώσεις υπόκεινταν σε περαιτέρω περιορισμούς, όπως ανώτατος αριθμός τόνων ανά μήνα, ανώτατο όριο μεταφοράς στον επόμενο μήνα της ποσότητας που δεν είχε εξαντληθεί κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου μήνα ή της μεταφοράς των ποσοτήτων που δεν είχαν εξαχθεί κατά τη διάρκεια από την περίοδο Ιανουάριος/Μάιος έως την περίοδο Ιούνιος/Σεπτέμβριος και ανώτατος μηνιαίος όγκος για την ως άνω χρονική περίοδο.
Τέταρτον, οι Δημοκρατίες επί των οποίων ίσχυε ο κανονισμός ήσαν υποχρεωμένες να κοινοποιούν στις αρμόδιες κοινοτικές υπηρεσίες κάθε χρήσιμο πληροφοριακό στοιχείο αφορών τις εφαρμοζόμενες κατά την εξαγωγή τιμές καθώς και τις ποσότητες και την παρουσίαση των εξαγομένων προϋόντων (ζώντα ζώα, σφάγια, τεταρτημόρια).
Τέλος, κάθε αποστολή έπρεπε να ελέγχεται αποτελεσματικά μέσω πιστοποιητικού, σύμφωνα με το οποίο το εμπόρευμα ήταν καταγωγής της αντίστοιχης Δημοκρατίας και αντιστοιχούσε ακριβώς στον ορισμό του παραρτήματος Ε.
24 Όπως μπορεί να διαπιστωθεί, το άρθρο 7 του κανονισμού 545/92 δεν παρείχε στους επιχειρηματίες αυτομάτως δικαίωμα να επιτυγχάνουν τη μείωση της εισφοράς επί των εισαγωγών προϋόντων «baby-beef» εντός της Κοινότητας. Αντίθετα, το δικαίωμα αυτό συνηρτάτο με διάφορες προϋποθέσεις, εκ των οποίων μία μόνο εξηρτάτο από τους επιχειρηματίες, και συγκεκριμένα η αφορώσα την προσκόμιση του πιστοποιητικού. Οι λοιπές προϋποθέσεις αφορούσαν παράγοντες όπως ο συνολικός αριθμός των εισαχθέντων τόνων ή η τιμή της κοινοτικής αγοράς, ο έλεγχος και η επαλήθευση των οποίων είχαν ανατεθεί στην Επιτροπή.
25 Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους εκτιμώ ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 545/92 δεν παρείχε στους ιδιώτες δικαίωμα άνευ αιρέσεως να εισάγουν προϋόντα «baby-beef» εντός της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του, δεδομένου ότι η εφαρμογή του εξηρτάτο από μια σειρά προϋποθέσεων, οι περισσότερες των οποίων συνδέονταν με ξένους προς τους ίδιους τους επιχειρηματίες παράγοντες και η τήρηση των οποίων αποτελούσε αντικείμενο εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη να θεσπίζει μέτρα με βάση τις επαληθεύσεις στις οποίες είχε προβεί και η οποία διέθετε συγκεκριμένη διακριτική εξουσία συναφώς.
Β - Επί του δευτέρου ερωτήματος
26 Το δεύτερο ερώτημα αφορά την ερμηνεία του κανονισμού 859/92 και το Tribunale civile e penale di Treviso ερωτά συγκεκριμένα ποιοι ήσαν, κατά τη διάρκεια του έτους 1992, οι εκδίδοντες οργανισμοί, εξουσιοδοτημένοι να θεωρούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, σημείο 3, του κανονισμού 545/92 πιστοποιητικά.
27 Ασκώντας την εξουσία που της αναγνωρίστηκε με τον κανονισμό 545/92 προκειμένου να καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του, η Επιτροπή εξέδωσε στις 3 Απριλίου 1992 τον κανονισμό 859/92, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 6 Απριλίου 1992. Κατά το άρθρο 1 αυτού, οι μειωμένες εισφορές εφαρμόζονταν μόνο επί των προϋόντων που συνοδεύονταν από το πιστοποιητικό, το υπόδειγμα του οποίου παρετίθετο στον κανονισμό 1368/88.
Σύμφωνα με το άρθρο 7, σημείο 3, του κανονισμού 545/92, το εν λόγω πιστοποιητικό επιτελούσε διπλό σκοπό: αφενός, να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ότι τα εμπορεύματα που συνόδευε ήσαν καταγωγής της Δημοκρατίας, ο εκδίδων οργανισμός της οποίας είχε εκδώσει το ως άνω έγγραφο, αφετέρου, να εγγυάται ότι τα εμπορεύματα αντιστοιχούσαν ακριβώς στον ορισμό των προϋόντων «baby-beef» του παραρτήματος Ε του κανονισμού.
28 Το πιστοποιητικό ήταν έγκυρο μόνον εφόσον είχε θεωρηθεί από έναν εκ των οργανισμών που απαριθμούνταν στον παρατιθέμενο στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού κατάλογο (11). Ο ως άνω κατάλογος δεν περιελάμβανε κανέναν εκδίδοντα οργανισμό για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεδομένου ότι οι μόνοι, δύο τον αριθμό, που παρετίθεντο στον κατάλογο ήσαν ο κροατικός και ο σλοβενικός οργανισμός (12).
29 Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 545/92, το καθεστώς εισαγωγής που θέσπισε ίσχυε μόνο για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1992. Δεδομένου ότι ο κανονισμός εφαρμογής που εξέδωσε η Επιτροπή δεν ίσχυε πριν από τις 6 Απριλίου του ιδίου έτους, έπρεπε να προβλεφθεί η αναδρομική εφαρμογή του. Αυτό είναι το αντικείμενο του άρθρου 2 αυτού. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων και με την προσκόμιση της αποδείξεως ότι τα προϋόντα «baby-beef» που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 5ης Απριλίου 1992 συνοδεύονταν από το εκδοθέν στο έδαφος της μιας των ενδιαφερομένων Δημοκρατιών πιστοποιητικό, τα κράτη μέλη έπρεπε να επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ των ποσών των εισφορών που προέβλεπε η στήλη 2 και η στήλη 4 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 853/92 (13) (14).
Για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ως άνω χρονικής περιόδου, οι κοινοτικές αρχές έκαναν δεκτά τόσο τα πιστοποιητικά που ήσαν θεωρημένα από έναν εκ των απαριθμουμένων στο παράρτημα Ι οργανισμών, και συγκεκριμένα τον οργανισμό της Δημοκρατίας της Κροατίας και τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, όσο και τα πιστοποιητικά που ήσαν θεωρημένα από τον αναφερόμενο στο παράρτημα ΙΙ οργανισμό, ήτοι τον Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου, εκδίδοντα οργανισμό, εξουσιοδοτημένο δυνάμει της κανονιστικής ρυθμίσεως περί εφαρμογής της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας στον τομέα των εμπορικών παραχωρήσεων, οι οποίες ανεστάλησαν με τον κανονισμό 3300/91.
30 Όπως προκύπτει από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, τα πιστοποιητικά που θεώρησε ο Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου δεν ήσαν έγκυρα, για τους σκοπούς της επιστροφής της διαφοράς μεταξύ των ποσών ορισμένων εισφορών, παρά μόνον αν συνόδευαν εμπορεύματα τεθέντα σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών προς της 6ης Απριλίου 1992. Δεδομένου ότι η εναγομένη στα πλαίσια της κύριας δίκης επιχείρηση διενήργησε τις επίδικες πράξεις εισαγωγής στις 28 Σεπτεμβρίου και στις 6 και 9 Οκτωβρίου 1992, το θεωρημένο από τον οικείο οργανισμό πιστοποιητικό, το οποίο συνόδευε τα εμπορεύματα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έγκυρο για τους σκοπούς της εφαρμογής του μειωμένου συντελεστή εισφοράς επί των επιδίκων εισαγωγών.
31 Εφόσον ο Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου ανήκε στη Δημοκρατία της Σερβίας και τα εκδοθέντα στο έδαφος αυτό πιστοποιητικά δεν επέτρεπαν την εφαρμογή του προτιμησιακού εμπορικού καθεστώτος, η αποδοχή των θεωρημένων από τα υποκαταστήματα του ως άνω οργανισμού στο έδαφος των άλλων Δημοκρατιών πιστοποιητικών μπορούσε να δικαιολογηθεί ενόσω η Επιτροπή δεν αναγνώριζε τους αντιστοίχους εκδίδοντες οργανισμούς τους. Πάντως, αυτό δεν σημαίνει ότι το προτιμησιακό καθεστώς δεν μπορούσε να αρχίσει να εφαρμόζεται ούτε ότι η αρμοδιότητα του οργανισμού έπρεπε να παραταθεί μέχρις ότου η Επιτροπή εντοπίσει, εντός κάθε Δημοκρατίας, οργανισμό ικανό να της εμπνέει εμπιστοσύνη σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να επιφορτιστεί με τον έλεγχο των εξαγωγών προς την Κοινότητα.
32 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του σημείου αυτού με την απόφαση Αναστασίου κ.λπ. (15), η οποία εξεδόθη επί υποθέσεως όπου το αιτούν δικαστήριο διερωτάτο αν οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών όφειλαν να δεχθούν τα πιστοποιούντα την κυπριακή καταγωγή εμπορευμάτων πιστοποιητικά κυκλοφορίας που είχε εκδώσει η Τουρκική Κοινότητα του Βορείου τμήματος της νήσου Κύπρου. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σύστημα των πιστοποιητικών κυκλοφορίας, ως μέσου αποδείξεως της καταγωγής των προϋόντων, στηρίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και της συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών του κράτους εξαγωγής και αυτών του κράτους εισαγωγής (16). Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η εκ μέρους των τελωνειακών αρχών αποδοχή των πιστοποιητικών του κράτους εισαγωγής καταδεικνύει ότι, αφενός, οι αρχές περιβάλλουν με την πλήρη εμπιστοσύνη τους το σύστημα ελέγχου της καταγωγής των προϋόντων, όπως εφαρμόζεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εξαγωγής, αφετέρου, ότι το κράτος εισαγωγής δεν αμφιβάλλει ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος, οι διαβουλεύσεις και η λύση ενδεχομένως διαφορών ως προς την καταγωγή των προϋόντων ή ως προς την ύπαρξη απάτης μπορούν να έχουν αποτελέσματα χάρη στη συνεργασία των ενδιαφερομένων διοικητικών αρχών (17).
33 Το Δικαστήριο κατέληξε με την απόφασή του ότι το σύστημα αυτό μπορεί να λειτουργήσει μόνον αν οι διαδικασίες διοικητικής συνεργασίας τηρούνται αυστηρά, πράγμα που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνέβαινε στην περίπτωση εκείνη δεδομένου ότι αποκλειόταν η συνεργασία με τις αρχές μιας οντότητας όπως της εγκατεστημένης στο Βόρειο τμήμα της Κύπρου, η οποία δεν αναγνωρίζεται ούτε από την Κοινότητα ούτε από τα κράτη μέλη στον βαθμό που δεν αναγνωρίζουν άλλο Κυπριακό Κράτος από την Κυπριακή Δημοκρατία (18).
Κατά την άποψή μου, το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται a fortiori και στο θέμα της συνεργασίας με τις αρχές και τους οργανισμούς ενός κράτους, όπως η Δημοκρατία της Σερβίας, που δεν συγκαταλεγόταν καν μεταξύ των δικαιούχων του εγκαθιδρυθέντος με τον κανονισμό 545/92 προτιμησιακού εμπορικού καθεστώτος.
34 Όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των Δημοκρατιών που ήσαν δικαιούχοι του προτιμησιακού εμπορικού καθεστώτος ανάλογα με το αν είχαν ορίσει ή όχι εκδίδοντα οργανισμό, άξιο της εμπιστοσύνης της Επιτροπής, το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης με τη νομολογία του ότι η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει γενική αρχή υποχρεώνουσα την Κοινότητα να μεταχειρίζεται, στα πλαίσια των εξωτερικών σχέσεων, κατά τρόπο ίσο από όλες τις απόψεις τις διάφορες τρίτες χώρες. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι, αν δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο διαφορετική μεταχείριση μεταξύ τρίτων χωρών, πολύ περισσότερο δεν δύναται να θεωρηθεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διαφορετική μεταχείριση επιχειρηματιών της Κοινότητας, η οποία αποτελεί αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχειρίσεως τρίτων χωρών, με τις οποίες οι εν λόγω επιχειρηματίες είχαν συνάψει εμπορικές σχέσεις (19).
35 Οι εν λόγω επιχειρηματίες δεν μπορούν ούτε να επικαλούνται παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία απορρέει, κατ' αυτούς, από το γεγονός ότι πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου έπαυσε να είναι έγκυρο από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 859/92. Και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού 3300/91 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 15ης Νοεμβρίου 1991, κανονισμού που ανέστειλε τις χορηγηθείσες στα πλαίσια της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας εμπορικές παραχωρήσεις, οι εν λόγω επιχειρηματίες όφειλαν να γνωρίζουν ότι τα πιστοποιητικά που θα εξέδιδε ο ως άνω οργανισμός δεν τους παρείχαν το δικαίωμα να απολαύουν εμπορικών πλεονεκτημάτων στα πλαίσια των πράξεών τους εισαγωγής εντός της Κοινότητας. Δεύτερον, επειδή ο κανονισμός 859/792, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 4 Απριλίου 1992, διευκρίνιζε με σαφήνεια ότι τα θεωρημένα από τον ως άνω οργανισμό πιστοποιητικά δεν αντιμετωπίζονταν ως έγκυρα παρά μόνον αν συνοδεύονταν από εμπορεύματα τεθέντα σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 5ης Απριλίου.
36 Για τους λόγους που προεξέθεσα, εκτιμώ ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα επιβάλλεται η απάντηση ότι οι εκδίδοντες οργανισμοί που ήσαν εξουσιοδοτημένοι να θεωρούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, σημείο 3, του κανονισμού 545/92 πιστοποιητικά για το οικονομικό έτος 1992 είναι οι απαριθμούμενοι στο παράρτημα Ι του κανονισμού 859/92 οργανισμοί και ότι η αρμοδιότητα του Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου δεν μπορούσε να παραταθεί πέραν της 5ης Απριλίου 1992, μολονότι κανένας εκδίδων οργανισμός εξουσιοδοτημένος να θεωρεί τα πιστοποιητικά δεν είχε οριστεί κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1992 για το έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
VI - Πρόταση
37 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunale civile e penale di Treviso ως εξής:
«1) Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 545/92 του Συμβουλίου, της 3ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το καθεστώς που ισχύει επί των εισαγωγών εντός της Κοινότητας προϋόντων καταγωγής των Δημοκρατιών της Κροατίας και Σλοβενίας και των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου, δεν παρείχε στους ιδιώτες δικαίωμα άνευ αιρέσεων να εισάγουν προϋόντα "baby-beef" εντός της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του, δεδομένου ότι η εφαρμογή του εξηρτάτο από σειρά προϋποθέσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων συνδέονταν με παραμέτρους ξένες προς τους ιδίους τους επιχειρηματίες και η τήρηση των οποίων ανήκε στην εκτίμηση της Επιτροπής, εξουσιοδοτημένης να θεσπίζει μέτρα με βάση διενεργηθείσες από την ίδια επαληθεύσεις και διαθέτουσας περιθώριο διακριτικής ευχέρειας συναφώς.
2) Οι εκδίδοντες οργανισμοί που ήσαν εξουσιοδοτημένοι να θεωρούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, σημείο 3, του κανονισμού 545/92 πιστοποιητικά για το οικονομικό έτος 1992 είναι οι οργανισμοί που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/92 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1992, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής για την εισαγωγή ορισμένων προϋόντων του τομέα του βοείου κρέατος που κατάγονται από τις Δημοκρατίες της Κροατίας και της Σλοβενίας και τις Γιουγκοσλαβικές Δημοκρατίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου. Η αρμοδιότητα του Savezni Trzisni Inspektorat του Βελιγραδίου δεν μπορούσε να παραταθεί πέραν της 5ης Απριλίου 1992, μολονότι κανένας εκδίδων οργανισμός, εξουσιοδοτημένος να θεωρεί τα πιστοποιητικά, δεν είχε οριστεί κατά τη διάρκεια του έτους 1992 για το έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας».
(1) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 3ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το καθεστώς που ισχύει επί των εισαγωγών εντός της Κοινότητας προϋόντων καταγωγής των Δημοκρατιών της Κροατίας και Σλοβενίας και των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου (ΕΕ L 63, σ. 1).
(2) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1992, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής για την εισαγωγή ορισμένων προϋόντων του τομέα του βοείου κρέατος που κατάγονται από τις Δημοκρατίες της Κροατίας και της Σλοβενίας και τις Γιουγκοσλαβικές Δημοκρατίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου (ΕΕ L 89, σ. 26).
(3) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 1983, σχετικά με τη σύναψη της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουργκοσλαβίας (ΕΕ L 41, σ. 1).
(4) - Απόφαση 91/586/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1991, περί αναστολής της εφαρμογής των συμφωνιών μεταξύ της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, των κρατών μελών της και της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΕΕ L 315, σ. 47).
(5) - Απόφαση 91/602/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 1991, περί καταγγελίας της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΕΕ L 325, σ. 23).
(6) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1991, περί αναστολής των εμπορικών παραχωρήσεων που προβλέπονται από τη Συμφωνία Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΕΕ L 315, σ. 1).
(7) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1991, περί του καθεστώτος που εφαρμόζεται στις εισαγωγές προϋόντων καταγωγής των Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Κροατίας, της Μακεδονίας και της Σλοβενίας (ΕΕ L 342, σ. 1).
(8) - Ο οικείος κανονισμός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1433/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 3587/91, (ΕΟΚ) 542/92, (ΕΟΚ) 546/92 και (ΕΟΚ) 547/92, όσον αφορά τις Δημοκρατίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και του Μαυροβουνίου (ΕΕ L 151, σ. 7). Με τον ως άνω κανονισμό, το Μαυροβούνιο απαλείφθηκε από τον κατάλογο των δικαιούχων χωρών με το αιτιολογικό ότι το κράτος αυτό προσχώρησε στην ιδρυθείσα από τη Σερβία νέα Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών είχε επιβάλει οικονομικό αποκλεισμό κατά της νέας αυτής Δημοκρατίας με το ψήφισμά του 757(1992) της 30ής Μαου 1992.
(9) - Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3953/92 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με το καθεστώς που εφαρμόζεται επί των εισαγωγών εντός της Κοινότητας προϋόντων καταγωγής των Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Κροατίας, της Σλοβενίας και του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας (ΕΕ L 406, σ. 1), αντικατέστησε τον κανονισμό 545/92. Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 185/93, της 29ης Ιανουαρίου 1993, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής επί της εισαγωγής ορισμένων προϋόντων στον τομέα του βοείου κρέατος που κατάγονται από τις Δημοκρατίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Κροατίας, της Σλοβενίας και από το έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΕΕ L 22, σ. 70), ο οποίος καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προηγουμένου κανονισμού και το παράρτημα του οποίου αναφέρει τον «Cargoinspect» των Σκοπίων ως εκδίδοντα οργανισμό, εξουσιοδοτημένο να εκδίδει τα πιστοποιητικά καταγωγής για την εισαγωγή εμπορευμάτων καταγωγής του εδάφους της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
(10) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Μαου 1988, ο οποίος όρισε τους όρους υπαγωγής στις διακρίσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που αναφέρονται στο παράρτημα Ε του προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας για τη θέσπιση νέου εμπορικού καθεστώτος διέποντος ορισμένα ζωντανά ζώα του είδους των κατοικιδίων βοοειδών και ορισμένα κρέατα βοοειδών (ΕΕ L 126, σ. 26).
(11) - Η Επιτροπή επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ότι, κατά τη διάρκεια της συσκέψεως που πραγματοποιήθηκε στις 19 και 20 Μαρτίου 1992 στο Ζάγκρεπ και στην οποία κλήθηκαν να συμμετάσχουν οι ενδιαφερόμενες αρχές των Δημοκρατιών προκειμένου να προσδιορίσουν κατά τη σύσκεψη αυτή τους οργανισμούς που ήσαν εγκεκριμένοι να εκδίδουν τα πιστοποιητικά στον τομέα του βοείου κρέατος, μόνον οι κροατικές και σλοβενικές αρχές ήσαν σε θέση να εγγυηθούν τη σύσταση καταλλήλων διοικητικών δομών για την ορθή λειτουργία του εγκαθιδρυθέντος με το άρθρο 7 του κανονισμού 545/92 προτιμησιακού καθεστώτος. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι οι αρχές της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν παρέστησαν καν στην εν λόγω σύσκεψη.
(12) - Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν είχε ορίσει εκδίδοντα οργανισμό πριν από τον Ιανουάριο του 1993. Ο οργανισμός αυτός, ο οποίος καλείται Cargoinspect και η έδρα του οποίου βρίσκεται στα Σκόπια, συμπεριελήφθη στο παράρτημα του κανονισμού 185/93, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1993.
(13) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1992, για τον καθορισμό των εισφορών κατά την εισαγωγή ζώντων βοοειδών καθώς και βοείου κρέατος πλην του κατεψυγμένου (ΕΕ L 89, σ. 11).
(14) - Οι κώδικες της ΣΟ που περιλαμβάνει το ως άνω παράρτημα αφορούν τα ζώντα ζώα του είδους των βοοειδών και του κρέατός τους. Είναι οι ίδιοι που παρατίθενται στο παράρτημα Ε του κανονισμού 545/92. Εφόσον τα εν λόγω προϋόντα προέρχονταν από την Κροατία, τη Σλοβενία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Μακεδονία ή το Μαυροβούνιο, η εισφορά που ίσχυε στην περίπτωσή τους ήταν κατά προσέγγιση ίση προς το 17 % της εισφοράς που ίσχυε επί των ιδίων προϋόντων καταγωγής άλλων τρίτων χωρών.
(15) - Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-432/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-3087).
(16) - Αυτόθι, σκέψη 38. Βλ., περαιτέρω, αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 218/83, Les Rapides Savoyards κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 3105), και της 7ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-12/92, Huygen κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-6381).
(17) - Αυτόθι, σκέψη 39.
(18) - Αυτόθι, σκέψη 40.
(19) - Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 52/81, Faust κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 25).
Full & Egal Universal Law Academy