Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - ραγματικό και νομικό πλαίσιο της δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου
1. Με αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε στις 6 Ιουλίου 1998, η εταιρία γερμανικού δικαίου Dorsch Consult Ingenieurgesellschaft mbH (στο εξής: DCI) ζήτησε από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την απόφαση του ρωτοδικείου της 28ης Απριλίου 1995, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής , και να δεχθεί τα αιτήματα τα οποία η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει πρωτοδίκως ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο ρωτοδικείο. Μα την απόφασή του, το ρωτοδικείο απέρριψε αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας την οποία διατείνεται ότι υπέστη η DCI εξ αιτίας της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2340/90 του Συμβουλίου, της 8ης Αυγούστου 1990, που παρεμποδίζει τις συναλλαγές της Κοινότητας που αφορούν το Ιράκ και το Κουβέιτ (στο εξής: κανονισμός).
2. Η αναιρεσείουσα έχει απαίτηση έναντι της Ιρακινής Κυβερνήσεως από σύμβαση παροχής υπηρεσιών σχετικών με την οργάνωση και παρακολούθηση των εργασιών κατασκευής του Iraq Express Way αριθ. 1, συναφθείσα στις 30 Ιανουαρίου 1975 με το Ministry of Works and Housing της Δημοκρατίας του Ιράκ για περίοδο έξι ετών και ανανεωθείσα έκτοτε επανειλημμένως (στο εξής: σύμβαση). Η DCI δηλώνει ότι η είσπραξη της εν λόγω απαιτήσεως κατέστη αδύνατη κατόπιν της εκδόσεως του νόμου 57, περί της προστασίας της περιουσίας, των συμφερόντων και των δικαιωμάτων του Ιράκ εντός και εκτός της χώρας (στο εξής: νόμος 57) , από το ανώτατο επαναστατικό συμβούλιο της Δημοκρατίας του Ιράκ. Η DCI υποστήριξε ενώπιον του ρωτοδικείου ότι - εφόσον ο νόμος 57 συνιστούσε μέτρο αντιποίνων των ιρακινών αρχών στο κοινοτικό μέτρο του εμπάργκο που είχε ληφθεί εναντίον τους και αποτελούσε, ως εκ τούτου, συνέπεια της εκδόσεως του κανονισμού - η Κοινότητα είχε υποχρέωση να την αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστη λόγω της αρνήσεως της Ιρακινής Κυβερνήσεως να εξοφλήσει το χρέος της. Κατά την DCI, η ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που υπέστη πρέπει να αναγνωριστεί, κυρίως, βάσει της αρχής της ευθύνης της Κοινότητας λόγω νόμιμης πράξεως, δεδομένου ότι υπέστη προσβολή των περιουσιακών δικαιωμάτων της ισοδυναμούσα με απαλλοτρίωση. Επίσης, η ευθύνη αυτή μπορεί να αναγνωριστεί, επικουρικώς, δυνάμει της αρχής της ευθύνης της Κοινότητας λόγω παράνομης πράξεως, στο μέτρο που ο κοινοτικός νομοθέτης παρέλειψε να προβλέψει, κατά την έκδοση του κανονισμού, αποζημίωση για τις ζημίες που προξένησε ο εν λόγω κανονισμός στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις .
ΙΙ - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3. Στην απόφασή του, το ρωτοδικείο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι ο επικαλούμενος την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη τόσο της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της πράξεως που καταλογίζεται στην Κοινότητα (βλ. σκέψη 59). Ως εκ τούτου, κατά το ρωτοδικείο, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εναπέκειτο στην ενάγουσα να αποδείξει ειδικότερα ότι η έκδοση του νόμου 57, ως μέτρου αντιποίνων, συνιστούσε αντικειμενικά προβλέψιμη συνέπεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, της εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού. Κατά τα λοιπά, η απόφαση του ρωτοδικείου δεν δέχεται την ύπαρξη ούτε πραγματικής και βέβαιης ζημίας της ενάγουσας (βλ. σκέψεις 60 έως 68) ούτε άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εκδόσεως του κανονισμού και της εν λόγω ζημίας (βλ. σκέψεις 71 έως 74).
4. Κατά το ρωτοδικείο, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η DCI δεν ήταν ικανά να αποδείξουν, επαρκώς κατά δίκαιο, ότι οι ιρακινές αρχές είχαν αρνηθεί οριστικώς να εξοφλήσουν τα χρέη τους προβάλλοντας ως δικαιολογία την έκδοση του κανονισμού. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να οφείλεται η μη εξόφληση των απαιτήσεών της σε απλή καθυστέρηση διοικητικής φύσεως, σε πρόσκαιρη άρνηση καταβολής ή σε πρόσκαιρη ή διαρκή αφερεγγυότητα του Ιράκ. Ειδικότερα, το ρωτοδικείο παρατήρησε ότι, ακόμα και αν η άρνηση εξοφλήσεως την οποία προέβαλε το Ιράκ οφειλόταν πράγματι στην έκδοση του νόμου 57, εφόσον ο νόμος αυτός καταργήθηκε στις 3 Μαρτίου 1991, τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή δεν υπήρχε πλέον κανένα κώλυμα που να εμποδίζει τις ιρακινές αρχές να προβούν στην εξόφληση του επιδίκου χρέους. Τέλος, την καλύτερη απόδειξη περί του ότι η ενάγουσα δεν θεωρούσε την απαίτηση αυτή ως οριστικώς απολεσθείσα αποτελεί η πρόταση, που διατυπώνεται στην αγωγή (βλ. υποσημείωση 4), περί εκχωρήσεως της απαιτήσεως στο Συμβούλιο και την Επιτροπή έναντι της καταβολής του αντιστοίχου ποσού.
5. Το ρωτοδικείο παρατηρεί, στη συνέχεια, ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η έκδοση του νόμου 57 συνιστούσε αντικειμενικά προβλέψιμο μέτρο αντιποίνων έναντι της εκδόσεως του κανονισμού. Ειδικότερα, ο νόμος 57 δεν περιείχε καμία αναφορά ούτε στην Κοινότητα ούτε στον κανονισμό· από το προοίμιό του προέκυπτε μόνον ότι η νομοθετική αυτή πράξη είχε εκδοθεί κατόπιν της λήψεως «αυθαιρέτων αποφάσεων» κατά του Ιράκ από «ορισμένες κυβερνήσεις». Κατά τα λοιπά, κατά το ρωτοδικείο, ο προμνησθείς νόμος δεν μπορεί να θεωρηθεί αιτία της μη εξοφλήσεως των απαιτήσεων της DCI, τουλάχιστον μετά την ημερομηνία της καταργήσεώς του (βλ. ανωτέρω σημείο 4). Το ρωτοδικείο παρατήρησε επίσης στην απόφαση ότι, ουσιαστικά, το εμπάργκο κατά του Ιράκ επιβλήθηκε με ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η ζημία που υποτίθεται ότι προέκυψε από τα αντίποινα που έλαβε η Ιρακινή Κυβέρνηση δεν οφειλόταν στην έκδοση του κανονισμού αλλά μάλλον στο προμνησθέν ψήφισμα. Όσον αφορά τον κανονισμό, το ρωτοδικείο παρατηρεί ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε ακριβώς για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή εντός της Κοινότητας των μέτρων που είχε αποφασίσει το Συμβούλιο Ασφαλείας σχετικά με τις συναλλαγές με το Ιράκ και το Κουβέιτ. Είναι αληθές ότι, δυνάμει του άρθρου 25 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τα κράτη μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υποχρεούνται να δέχονται και να εφαρμόζουν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και, συνεπώς, όφειλαν, στην υπό κρίση περίπτωση, να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εφαρμόσουν το εμπορικό εμπάργκο που είχε αποφασίσει το όργανο αυτό. Τα μέλη του Οργανισμού που έχουν και την ιδιότητα κράτους μέλους της Κοινότητας οφείλουν, ωστόσο, να συμμορφώνονται προς την υποχρέωση που αποφασίζεται στο πλαίσιο του ΟΗΕ, σύμφωνα με τη Συνθήκη που αφορά και διέπει την Κοινότητα: κάθε μέτρο κοινής εμπορικής πολιτικής, όπως η επιβολή εμπορικού εμπάργκο, εμπίπτει, δυνάμει του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 133 ΕΚ), στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.
6. Στη συνέχεια, το ρωτοδικείο έκρινε, χωρίς να λάβει θέση ως προς το αν πρέπει να αναγνωριστεί στο κοινοτικό δίκαιο η αρχή της ευθύνης της Κοινότητας λόγω νόμιμης πράξεως, ότι η ευθύνη αυτή υφίσταται μόνον αν η προβαλλόμενη ζημία, εφόσον υποτεθεί ότι είναι «γεγεννημένη και ενεστώσα»: i) απορρέει από κανονιστική πράξη μη δικαιολογούμενη από το γενικό συμφέρον, ii) θίγει μια ειδική κατηγορία επιχειρηματιών κατά τρόπο δυσανάλογο σε σχέση με τους λοιπούς επιχειρηματίες (ειδική ζημία) και iii) υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι σύμφυτοι με τις δραστηριότητες του οικείου τομέα (ασυνήθης ζημία) (βλ. σκέψεις 59 και 76 έως 80).
Κατ' εφαρμογήν των ανωτέρω κριτηρίων, το ρωτοδικείο απέκλεισε τη δυνατότητα χαρακτηρισμού ως «ειδικής» της ζημίας κοινοτικής επιχειρήσεως της οποίας οι απαιτήσεις έναντι της κυβερνήσεως τρίτου κράτους κατέστη αδύνατο να εισπραχθούν λόγω της επιβολής, με κοινοτικό κανονισμό, εμπορικού εμπάργκο κατά του κράτους αυτού, και τούτο στο μέτρο που το μέτρο αντιποίνων που λαμβάνει η οφειλέτις χώρα δεν πλήττει μόνον τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, αλλά και τις απαιτήσεις κάθε άλλης κοινοτικής επιχειρήσεως οι οποίες δεν είχαν ακόμα εξοφληθεί κατά τον χρόνο επιβολής του εμπάργκο. Επιπλέον, κατά το ρωτοδικείο, το γεγονός ότι οι απαιτήσεις της DCI αφορούν σύμβαση συναφθείσα το 1975 και ότι δεν καλύπτονται από το σύστημα εγγυήσεων που εφαρμόστηκε στη συνέχεια στη Γερμανία έναντι των εμπορικών κινδύνων που διατρέχουν οι επιχειρήσεις σε χώρες «υψηλού κινδύνου» όπως το Ιράκ δεν αρκεί ώστε η ενάγουσα να διακριθεί σε σχέση με τις επιχειρήσεις που έτυχαν πράγματι των εγγυήσεων αυτών. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι η ενάγουσα δεν είχε μπορέσει να αποδείξει ότι ήταν η μοναδική επιχείρηση ή ότι ανήκε σε περιορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών, που δεν μπόρεσε να τύχει της καλύψεως αυτής (βλ. σκέψεις 81 και 82).
Το ρωτοδικείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «ασυνήθης» ζημία και, ως εκ τούτου, υπερβαίνουσα τους προβλέψιμους κινδύνους που είναι σύμφυτοι με κάθε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών σε τρίτο κράτος «υψηλού κινδύνου» η ζημία από την αναστολή των πληρωμών εκ μέρους του κράτους αυτού. Το ρωτοδικείο, υπενθυμίζοντας τις προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Grands Moulins de Paris και Bosphorus , παρατήρησε ότι μια κανονιστική ρύθμιση που αποσκοπεί, μέσω της επιβολής εμπορικού εμπάργκο κατά τρίτης χώρας, στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας συνεπάγεται, εξ ορισμού, αποτελέσματα που θίγουν την ελεύθερη άσκηση των οικονομικών δραστηριοτήτων, προκαλώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων. Το ρωτοδικείο κατέληξε, ωστόσο, στο συμπέρασμα ότι οι ζημίες αυτές δεν θεμελιώνουν ευθύνη της Κοινότητας, διότι οι σκοποί γενικού συμφέροντος που επιδιώκουν τέτοιες ρυθμίσεις είναι τόσο σημαντικοί ώστε να δικαιολογούν τις, έστω και σοβαρές, αρνητικές συνέπειες για ορισμένους επιχειρηματίες (βλ. σκέψεις 83 έως 88).
7. Τέλος, το ρωτοδικείο απέρριψε και το επικουρικό αίτημα αποζημιώσεως για ζημία προκληθείσα λόγω παράνομης πράξεως (βλ. ανωτέρω σημείο 2). Η απόφαση αναφέρει ότι, αφενός, και το προμνησθέν αίτημα προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως της DCI και, αφετέρου, ότι προέκυψε ήδη από την εξέταση του κυρίου αιτήματος ότι δεν μπορούσε να αναγνωριστεί στην ενάγουσα κανένα δικαίωμα αποζημιώσεως εφόσον δεν είχε κατορθώσει να αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι είχε υποστεί πραγματική και βέβαιη ζημία (βλ. σκέψεις 96 έως 100).
ΙΙΙ - Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως που προβάλλει η DCI και των επιχειρημάτων των διαδίκων
8. Η αίτηση αναιρέσεως που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης στηρίζεται σε δεκαοκτώ λόγους αναιρέσεως. Η DCI προσδιορίζει μεν με την αίτηση αναιρέσεως τα αναιρεσιβαλλόμενα σημεία της αποφάσεως του ρωτοδικείου, τα νομικά, ωστόσο, επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως δεν εκτίθενται πάντοτε σαφώς. Χωρίς να προσφύγω σε όλες τις περιπτώσεις στο κριτήριο που επιτρέπει να κριθεί ένας λόγος αναιρέσεως απαράδεκτος κατά την έννοια των άρθρων 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας , ερμήνευσα, κατά το μέτρο του δυνατού, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, υπογραμμίζοντας σε κάθε περίπτωση, όπως θα εκθέσω, τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου τις οποίες επικαλείται ή τις διαδικαστικές πλημμέλειες που υποτίθεται ότι διέπραξε το ρωτοδικείο.
Επί της υπάρξεως πραγματικής και βέβαιης ζημίας (πρώτος έως τρίτος λόγος αναιρέσεως)
9. Με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η DCI επικρίνει, κατ' ουσίαν, το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στη σκέψη 68 της αποφάσεως του ρωτοδικείου και σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά δίκαιο τον πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα της ζημίας την οποία υπέστη. Κατά την αναιρεσείουσα, τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το ρωτοδικείο υπαγόρευαν το αντίθετο συμπέρασμα, καθόσον: i) η ύπαρξη πραγματικής και βέβαιης ζημίας του πιστωτή δεν εξαρτάται από τον οριστικό χαρακτήρα της αρνήσεως πληρωμής εκ μέρους του οφειλέτη, ακριβώς δε η αδυναμία εισπράξεως της επίδικης απαιτήσεως η οποία προκάλεσε τη ζημία την οποία βεβαιώνει ότι υπέστη η αναιρεσείουσα πρέπει να θεωρηθεί προσωρινή· ii) η απλή καθυστέρηση της εξοφλήσεως μιας ληξιπρόθεσμης απαιτήσεως αποτελεί ήδη πραγματική ζημία συνιστάμενη στην απώλεια των τόκων επί του κεφαλαίου, και iii) η προβαλλόμενη ζημία είναι βέβαιη, καθόσον το Συμβούλιο και η Επιτροπή παραδέχθηκαν το ύψος της κατά την προφορική διαδικασία. Η DCI προσθέτει ότι τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 66 της αποφάσεως - σύμφωνα με την οποία μπορούσε να προσφύγει νομίμως σε Ιρακινούς δικηγόρους, αμείβοντάς τους για τις υπηρεσίες τους, προκειμένου να ενεργοποιήσει τα συμβατικά μέσα που προβλέπονταν από την επίδικη σύμβαση και να επιτύχει τη διατύπωση οριστικής θέσεως εκ μέρους των ιρακινών αρχών σχετικά με τη μη εξόφληση των απαιτήσεών της - στηρίζεται σε εσφαλμένη, εκ μέρους του ρωτοδικείου, ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 3155/90 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1990, για την επέκταση και την τροποποίηση του κανονισμού 2340/90 . Τέλος, κατά την αναιρεσείουσα, τα στοιχεία της δικογραφίας και οι λοιπές διαπιστώσεις που περιέχονται στην απόφαση ανατρέπουν την κρίση σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι είχε πράγματι έλθει σε επαφή, ή τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να έλθει σε επαφή, είτε με τις ιρακινές κρατικές αρχές είτε με την τράπεζα Rafidian, προκειμένου να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους οι εντολές πληρωμής των χρεών αυτών, τις οποίες είχε δώσει το αρμόδιο υπουργείο στην εν λόγω τράπεζα τον Φεβρουάριο του 1990, δεν είχαν εκτελεστεί (βλ. σκέψη 61 της αποφάσεως του ρωτοδικείου).
10. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η DCI επικρίνει επικουρικώς το ρωτοδικείο διότι, χωρίς αιτιολογία, παρέλειψε να αντλήσει όλες τις συνέπειες όσον αφορά την ύπαρξη πραγματικής και βέβαιης ζημίας από μια σειρά αποδεικτικών στοιχείων που η ίδια είχε προσκομίσει (μαρτυρική κατάθεση των συνεργατών της και έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Ως εκ τούτου, κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση παραβιάζει τους στοιχειώδεις κανόνες αποδείξεως και πάσχει λόγω ελλείψεως συναφούς αιτιολογίας.
11. Κανένας από τους προεκτεθέντες λόγους αναιρέσεως δεν με πείθει. Η επίκληση, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, πραγματικής και βέβαιης ζημίας ενόψει μιας προσωρινής μόνον αδυναμίας εκτελέσεως εκ μέρους των ιρακινών αρχών - ακόμα και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για πραγματική «αδυναμία» - ασφαλώς δεν αποτελεί ισχυρό επιχείρημα. Εξάλλου, ουδόλως αποκλείεται να καταβληθούν, σε περίπτωση μελλοντικής εξοφλήσεως της απαιτήσεως, και τόκοι οφειλόμενοι από την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους πληρωμής.
Ακόμα και το επιχείρημα περί εσφαλμένης ερμηνείας του κανονισμού 3155/90 φαίνεται αβάσιμο. Η διάταξη αυτή - όπως ορθώς παρατηρεί το ρωτοδικείο - απαγόρευσε, από 29ης Οκτωβρίου 1990, «εντός της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένου του εναέριου της χώρου ή από το έδαφός της ή μέσω αεροσκαφών και πλοίων με σημαία κράτους μέλους, καθώς και σε κάθε κοινοτικό υπήκοο, [την] παροχή μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να ευνοήσουν την οικονομία του Ιράκ ή του Κουβέιτ» , δεν απαγόρευσε όμως την παροχή υπηρεσιών, εντός του Ιράκ, σε τρίτους από φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα στην χώρα αυτή. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της DCI, το κοινοτικό εμπάργκο που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών εντός του Ιράκ και του Κουβέιτ ουδόλως την εμπόδιζε να προσφύγει στις υπηρεσίες Ιρακινών δικηγόρων ή νομικών εκπροσώπων.
Τέλος, θεωρώ ότι η αιτίαση που διατυπώνεται όσον αφορά τη σκέψη 61 της αποφάσεως του ρωτοδικείου και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι κατ' εφαρμογήν του άρθρου 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225 ΕΚ) και του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να στηρίζεται σε λόγους σχετικούς με την παράβαση νομικών κανόνων και δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών ή την εκ μέρους του ρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, εκτός αν αποδεικνύεται ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη . Θα πρέπει, για τον λόγο αυτό, να γίνει δεκτό ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην κυριαρχική κρίση του οποίου εμπίπτει η εκτίμηση των προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων, δεν υποχρεούται να αιτιολογεί ρητώς το συμπέρασμά του ως προς τα στοιχεία αυτά όταν θεωρεί ότι ορισμένα από αυτά τα στοιχεία στερούνται ενδιαφέροντος ή είναι αλυσιτελή.
12. Το συμπέρασμα ότι οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν την ύπαρξη πραγματική και βέβαιης ζημίας δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί θα αρκούσε προς απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της. Υπενθύμισα ήδη τον σωρευτικό χαρακτήρα των προϋποθέσεων θεμελιώσεως της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης της Κοινότητας . Η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι τα αιτήματα της DCI - τόσο το κύριο όσο και το επικουρικό που έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω παράνομης πράξεως - είναι απορριπτέα ανεξαρτήτως του βασίμου των άλλων ισχυρισμών που αφορούν την αιτιώδη συνάφεια και τη φύση της προβαλλομένης ζημίας. Κατά συνέπεια, μόνο για λόγους πληρότητας της αναλύσεως θα προβώ και στην εξέταση των δεκαπέντε άλλων λόγων αναιρέσεως, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την πρότασή μου να απορρίψει τους λόγους αναιρέσεως όσον αφορά την ύπαρξη ζημίας.
Επί της υπάρξεως άμεσης και προβλεπτής αιτιώδους συναφείας (τέταρτος έως έκτος λόγος αναιρέσεως)
13. Με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η DCI αμφισβητεί, κατ' ουσίαν, το μέρος της αποφάσεως (βλ. σκέψεις 70 έως 74) με το οποίο το ρωτοδικείο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της προβαλλομένης ζημίας και της εκδόσεως του κανονισμού. Κατά την αναιρεσείουσα, αν το ρωτοδικείο είχε προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, θα είχε καταλήξει ότι η άρνηση εκτελέσεως την οποία προέβαλαν οι ιρακινές αρχές συνδεόταν κατά τρόπο άμεσο και προβλεπτό με το κοινοτικό εμπάργκο. Η DCI υπογραμμίζει, συναφώς, ότι ο κανονισμός ήταν αυτός που κατέστησε υποχρεωτικό erga omnes το ψήφισμα 661 (1990) του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο δεν δέσμευε, αυτό καθαυτό, τους επιχειρηματίες. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι η άρνηση του ρωτοδικείου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη όσον αφορά την ερμηνεία του νόμου 57, την οποία είχε προτείνει η DCI, συνιστά παραβίαση των στοιχειωδών αρχών της αποδείξεως και προκάλεσε την έλλειψη αιτιολογίας από την οποία πάσχει η απόφαση. Η απόδειξη αυτή θα είχε επιτρέψει στο ρωτοδικείο να διαπιστώσει ότι η έκδοση του νόμου 57 συνιστούσε, ως μέτρο αντιποίνων, αντικειμενικά προβλέψιμη συνέπεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, της εκδόσεως του κανονισμού.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, που προβάλλει επικουρικώς, η αναιρεσείουσα επικαλείται περαιτέρω παράβαση των στοιχειωδών κανόνων αποδείξεως και ανεπαρκή αιτιολόγηση της αποφάσεως όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας. Κατ' αυτήν, το ρωτοδικείο παρέλειψε, χωρίς καμία αιτιολογία, να αντλήσει τις δέουσες συνέπειες από ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων που πρότεινε η DCI (μαρτυρική κατάθεση των προέδρων του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το ιρακινό δίκαιο και πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά).
14. Όσον αφορά τις αιτιάσεις που αφορούν την εκ μέρους του ρωτοδικείου εκτίμηση του λυσιτελούς και προσφόρου των αποδεικτικών μέσων που πρότεινε η αναιρεσείουσα, δεν μπορώ παρά να τις θεωρήσω απαράδεκτες, υπενθυμίζοντας τις συναφείς παρατηρήσεις που διατύπωσα προηγουμένως (βλ. ανωτέρω σημείο 11). Αφετέρου, παρατηρώ ότι τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει η DCI στο πλαίσιο των ως άνω λόγων αναιρέσεως δεν περιέχουν καμία πειστική ένδειξη περί τυχόν νομικής πλάνης στις σκέψεις 70 έως 74 της αποφάσεως (βλ. ανωτέρω σημείο 5). ροτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαίο να προβεί στην ανάλυσή τους (βλ. ανωτέρω σημείο 12), να απορρίψει και τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στην αιτιώδη συνάφεια.
Επί της υπάρξεως ασυνήθους και ειδικής ζημίας (έβδομος έως δέκατος έκτος λόγος αναιρέσεως) και επί του δικαιώματος προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω νόμιμης πράξεως (δέκατος έβδομος λόγος αναιρέσεως)
15. Όπως παρατήρησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η DCI επικρίνει την «αντιστροφή» στη χρήση των όρων της «ειδικής» ζημίας και της «ασυνήθους» ζημίας στην απόφαση, πρέπει να θεωρηθεί πλέον ως άνευ αντικειμένου κατόπιν της εκδόσεως από το ρωτοδικείο της προμνησθείσας διορθωτικής διατάξεως (βλ. υποσημείωση 1) .
16. Όσον αφορά τον όγδοο έως δέκατο έκτο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, στην ουσία, το συμπέρασμα του ρωτοδικείου (βλ. σκέψεις 81 έως 88 της αποφάσεως) ότι η ζημία την οποία επικαλείται, ακόμα και αν θεωρηθεί πραγματική και προκληθείσα κατά τρόπο άμεσο και προβλεπτό από την έκδοση του κανονισμού, στερείται του ειδικού και ασυνήθους χαρακτήρα από τον οποίο η νομολογία του Δικαστηρίου εξαρτά την εκ μέρους της Κοινότητας αποζημίωση για ζημίες προκαλούμενες από νόμιμη πράξη, αποζημίωση η οποία, εξάλλου, γίνεται δεκτή μόνο στη θεωρία . Ειδικότερα, κατά την DCI, το ρωτοδικείο αλλοίωσε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως στο μέρος της αποφάσεως στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα δεν ανήκε σε κατηγορία επιχειρηματιών των οποίων εθίγησαν τα περιουσιακά συμφέροντα κατά τρόπο που να τους διακρίνει από κάθε άλλον επιχειρηματία του οποίου οι απαιτήσεις κατέστη αδύνατο να εισπραχθούν λόγω της επιβολής του κοινοτικού εμπάργκο (βλ. ανωτέρω σημείο 6). Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς τα συμπεράσματα του ρωτοδικείου, η αδυναμία της να επιτύχει, κατά τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως, την παροχή κρατικής εγγυήσεως έναντι των συμβατικώς αναληφθέντων κινδύνων οφείλεται όχι σε γενική άρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να καλύψει τους κινδύνους που είναι σύμφυτοι με την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων στο Ιράκ, αλλά στο αντικείμενο (δραστηριότητα παροχής συμβουλών) και τη διάρκεια (άνω της πενταετίας) της εν λόγω συμβάσεως.
Όσον αφορά τον ασυνήθη χαρακτήρα της προβαλλομένης ζημίας, η DCI επικρίνει το συμπέρασμα του ρωτοδικείου (σκέψη 83 της αποφάσεως) ότι, ήδη πολύ πριν από την εισβολή στο Κουβέιτ, το Ιράκ εθεωρείτο ως «χώρα υψηλού κινδύνου» λόγω της εμπλοκής του σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Η παρατήρηση αυτή είναι, κατά την αναιρεσείουσα, αλυσιτελής, καθόσον η σύμβαση συνήφθη το 1975, ήτοι τέσσερα έτη πριν από την επιβολή του σημερινού ιρακινού καθεστώτος και πέντε έτη πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Εξάλλου, η απόφαση Bosphorus - την οποία παραθέτει το ρωτοδικείο (βλ. σκέψη 87 της αποφάσεως) προκειμένου να αποκλείσει ότι η ζημία που επικαλείται η DCI, έστω και αν θεωρηθεί σημαντική, μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη της Κοινότητας (βλ. ανωτέρω σημείο 6) - επιβεβαιώνει ότι τα όρια που καθορίζει το καθεστώς της ιδιοκτησίας στο κοινοτικό δίκαιο πρέπει να τηρούνται και στο πλαίσιο της νόμιμης πολιτικής της επιβολής εμπάργκο. Τέλος, κατά την αναιρεσείουσα, ακόμα και η παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου Grand Moulins de Paris (βλ. ανωτέρω σημείο 6) είναι εσφαλμένη υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, καθόσον: i) η ευθύνη για ζημίες ασυνήθεις και ειδικές που προξενούνται από νόμιμη πράξη προβλέπεται ακριβώς για τις περιπτώσεις που η επίμαχη πράξη επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος και ii) στην υπόθεση εκείνη, αντίθετα προς ό,τι συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, η Κοινότητα είχε δεχθεί αυθόρμητα να καταβάλει επιδοτήσεις στις ενάγουσες έναντι αποζημιώσεως, επιδοτήσεις τις οποίες οι ενάγουσες δεν δέχθηκαν διότι τις θεώρησαν ανεπαρκείς.
Με τον δέκατο έβδομο λόγο αναιρέσεως, η DCI, αντλώντας στην ουσία τις συνέπειες των επιχειρημάτων που ανέπτυξε προς στήριξη των προηγουμένων λόγων αναιρέσεως, επικρίνει την απόφαση του ρωτοδικείου καθόσον το τελευταίο παρέλειψε παρανόμως να αναγνωρίσει στην ενάγουσα δικαίωμα αποζημιώσεως εκ μέρους των εναγομένων για τη ζημία που προξένησε η έκδοση του κανονισμού (νόμιμης πράξεως).
17. Κατά τη γνώμη μου, ούτε οι λόγοι αναιρέσεως που μόλις εξέθεσα μπορούν να γίνουν δεκτοί. Όπως παρατήρησε το Συμβούλιο, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας δεν αποδεικνύουν ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το ρωτοδικείο, μη δεχθέν τον ειδικό και ασυνήθη χαρακτήρα της προβαλλομένης ζημίας, είναι νομικώς πεπλανημένα. ρώτον, η αναιρεσείουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη ή δυσανάλογη θυσία σε σχέση προς τους λοιπούς επιχειρηματίες υπέρ του γενικού συμφέροντος. Όπως διαπίστωσε τότε το ρωτοδικείο, η DCI δεν είναι στην πραγματικότητα ο μοναδικός επιχειρηματίας του οποίου οι απαιτήσεις έναντι των ιρακινών αρχών, οι οποίες δεν είχαν ακόμα εξοφληθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως του νόμου 57, εθίγησαν από το μέτρο αυτό. Από την άλλη πλευρά, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ούτε ότι είναι η μοναδική επιχείρηση, ή ότι ανήκει σε μια περιορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών, που δεν έτυχε κρατικών εγγυήσεων έναντι των εμπορικών κινδύνων, ούτως ώστε η κατάστασή της να μπορεί να την εξατομικεύσει σε σχέση προς το σύνολο των επιχειρήσεων των οποίων οι απαιτήσεις καλύπτονταν από εγγυήσεις του είδους αυτού. Ενόψει μιας τέτοιας διαπιστώσεως, ο πραγματικός λόγος για τον οποίο στη Γερμανία δεν προβλεπόταν ένα τέτοιο σύστημα εγγυήσεων για τους κινδύνους που γεννώνται από συμβάσεις όπως η επίδικη, κατά τον χρόνο της συνάψεώς της και της μεταγενέστερης ανανεώσεώς της, φαίνεται να μην έχει τελικά σημασία.
18. Εξάλλου, θεωρώ ότι δεν πάσχει η κρίση του ρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις όπως η αναιρεσείουσα, οι οποίες δεν μπόρεσαν να τύχουν των εγγυήσεων που προσφέρονται από δημοσίους οργανισμούς ή ασφαλιστικές εταιρίες για την κάλυψη των κινδύνων που απορρέουν από εμπορικές συναλλαγές με χώρες θεωρούμενες ως χώρες «υψηλού κινδύνου», απλώς αποδέχθηκαν ενσυνείδητα τους αυξημένους κινδύνους των συναλλαγών αυτών, όπως ο κίνδυνος της διακοπής των πληρωμών εκ μέρους του υποχρέου κράτους. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, το ότι το Ιράκ δεν ήταν ενδεχομένως «χώρα υψηλού εμπορικού κινδύνου» το 1975 φαίνεται, ανεξαρτήτως του βασίμου του ισχυρισμού αυτού, να στερείται σημασίας, καθόσον η επίδικη σύμβαση ανανεώθηκε επανειλημμένως στη συνέχεια.
19. Όσον αφορά τον λόγο αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής, εκ μέρους του ρωτοδικείου, της προμνησθείσας νομολογίας Bosphorus και Grands Moulins de Paris, την οποία η απόφαση του ρωτοδικείου παραθέτει σχετικά με την προϋπόθεση του γενικού συμφέροντος που πρέπει να δικαιολογεί την κανονιστική πράξη που προξένησε την προβαλλόμενη ζημία, θα παρατηρούσα ότι, ενδεχομένως, η αναιρεσείουσα είναι εκείνη που ερμηνεύει εσφαλμένα τις δύο αυτές αποφάσεις. Στην προμνησθείσα απόφαση Bosphorus, το Δικαστήριο εφάρμοσε στην πραγματικότητα μια πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία ακόμα και τα θεμελιώδη δικαιώματα (εν προκειμένω, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιοκτησίας και το δικαίωμα στην ελεύθερη άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας) δεν αποτελούν απόλυτες προνομίες και, επομένως, στην άσκησή τους μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί δικαιολογούμενοι από σκοπούς γενικού συμφέροντος . Αφετέρου, στην προμνησθείσα απόφαση Grands Moulins de Paris, το Δικαστήριο αποφάνθηκε σαφώς ότι, αν η κανονιστική πράξη που υποτίθεται ότι προξένησε τη ζημία δικαιολογείται από θεμελιώδες γενικό συμφέρον (στην περίπτωση εκείνη, το οικονομικό συμφέρον του μετριασμού των συνεπειών που είχε, ιδίως για το σύνολο των Γάλλων εισαγωγέων, η απόφαση της Γαλλικής Κυβερνήσεως να προβεί σε υποτίμηση του εθνικού νομίσματος), αποκλείεται η πράξη αυτή, έστω και αν προκλήθηκαν ασυνήθεις και ειδικές ζημίες, να θεμελιώσει ευθύνη της Κοινότητας προς αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας .
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο, αν θεωρήσει αναγκαίο να τους εξετάσει (βλ. ανωτέρω σημείο 12), να απορρίψει και τους λόγους αναιρέσεως που αντλούνται από τον ασυνήθη και ειδικό χαρακτήρα της ζημίας την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Επί του επικουρικού αιτήματος αποζημιώσεως της ζημίας λόγω παράνομης πράξεως (δέκατος όγδοος λόγος αναιρέσεως)
20. Τέλος, με τον δέκατο όγδοο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η DCI αμφισβητεί το μέρος της αποφάσεως (σκέψη 99) με το οποίο το ρωτοδικείο έκρινε ότι, εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι είχε δικαίωμα αποζημιώσεως για τη ζημία που της προξένησε νόμιμη πράξη της Κοινότητας, το επικουρικό αίτημα - με το οποίο επιδιώκεται στην ουσία, κατά το ρωτοδικείο, «η αποκατάσταση μιας και της αυτής ζημίας» -, το οποίο υπέβαλε η ενάγουσα προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω παράνομης πράξεως, ήταν επίσης απορριπτέο. Κατά την DCI, αυτό το επικουρικό αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό, καθόσον ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν επέβαλε το εμπάργκο εκδίδοντας κανονισμό, αμέλησε να κάνει χρήση της διακριτικής εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει ως προς τη λήψη μέτρων αποζημιώσεως υπέρ της αναιρεσείουσας και των επιχειρηματιών που βρίσκονταν σε ανάλογη κατάσταση.
21. Θεωρώ ότι το ρωτοδικείο ουδόλως παρέβη τους κοινοτικούς κανόνες όταν απέρριψε το επικουρικό αίτημα αποζημιώσεως της DCI, ιδίως διότι η τελευταία δεν κατόρθωσε να αποδείξει, βάσει των ισχυρισμών που προέβαλε προς στήριξη του κυρίου αιτήματός της, ότι είχε υποστεί πραγματική και βέβαιη ζημία. Η απόρριψη του πρώτου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως που αφορούν την ύπαρξη πραγματικής και βέβαιης ζημίας, την οποία πρότεινα προηγουμένως στο Δικαστήριο (βλ. ανωτέρω σημείο 11), μου επιβάλλει να προτείνω και εδώ ανάλογη λύση όσον αφορά τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως.
IV - ρόταση
22. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Dorsch Consult Ingenieurgesellschaft mbH κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το ρωτοδικείο στις 28 Απριλίου 1998 στην υπόθεση Τ-184/95, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, και
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy