Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το προδικαστικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση αφορά τον βαθμό στον οποίο ένα κράτος μέλος υποχρεούται να λάβει υπόψη, για τους σκοπούς παροχής αδείας ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος, την επαγγελματική πείρα και τα τυπικά προσόντα κοινοτικού υπηκόου ο οποίος πραγματοποίησε τη βασική ιατρική του εκπαίδευση σε χώρα εκτός της Κοινότητας, αλλά στη συνέχεια πέτυχε την αναγνώριση της ισοτιμίας της εκπαιδεύσεως αυτής σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο έλαβε στη συνέχεια πτυχίο ιατρικής ειδικότητας στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.
Τα πραγματικά περιστατικά και η κυρία δίκη
2. Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από τη διάταξη περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, έχουν ως εξής.
3. Ο Dr Hocksman ήταν αρχικώς Αργεντινός υπήκοος. Το 1986 απέκτησε την ισπανική ιθαγένεια και το 1998, μετά την έναρξη της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, τη γαλλική ιθαγένεια.
4. Είναι κάτοχος πτυχίου ιατρικής του πανεπιστημίου του Μπουένος _Αιρες της Αργεντινής, το οποίο απέκτησε το 1977. Το 1980 το εν λόγω πτυχίο αναγνωρίστηκε από το ισπανικό Υπουργείο ανεπιστημιακών Σπουδών και έρευνας ως ισότιμο, από ακαδημα_κής και επαγγελματικής απόψεως, προς το ισπανικό βασικό πτυχίο ιατρικής που καθιστά τον κάτοχό του «Licenciado en Medicina y Cirurgía», οπότε επετράπη στον Dr Hocsman να ασκεί το ιατρικό επάγγελμα στην Ισπανία με τους όρους που ισχύουν για τους κατόχους ισπανικού διπλώματος. Είναι μέλος του Collegi Oficial de Metges de Barcelona (ιατρικού συλλόγου Βαρκελώνης) από το 1981.
5. Το 1982 ο Dr Hocsman απέκτησε τον τίτλο του ουρολόγου ο οποίος, κατά το ακαδημαϊκό σκέλος, του αναγνωρίστηκε από το ισπανικό Υπουργείο αιδείας και Επιστημών και πτυχίο ειδικού ουρολόγου το οποίο του χορήγησε το πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Το 1986 το Υπουργείο αιδείας και Επιστημών αναγνώρισε την εγκυρότητα του πανεπιστημιακού πτυχίου για επαγγελματικούς σκοπούς μετά την απόκτηση από τον Dr Hocsman της ισπανικής ιθαγενείας. Ο Dr Hocsman κατέχει μια σειρά πιστοποιητικών από τα οποία προκύπτει ότι ολοκλήρωσε κύκλο ειδίκευσης που προϋποθέτει η απόκτηση των εν λόγω τίτλων, καθώς και ότι στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες θέσεις ως ειδικευόμενος και στη συνέχεια ως βοηθός ιατρός στην Ισπανία και, από το 1990, στην Γαλλία, σε όλες τις περιπτώσεις στον τομέα της ουρολογίας.
6. Η απασχόληση του Dr Hocsman ως νοσοκομειακού γιατρού στη Γαλλία φαίνεται ότι βασιζόταν σε σειρά συμβάσεων ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν σύμφωνα με διατάξεις οι οποίες επέτρεπαν στα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα να προσλαμβάνουν πρόσωπα με προσόντα αποκτηθέντα εκτός της Κοινότητας ή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής ζώνης, τα οποία ασκούσαν τα καθήκοντά τους υπό εποπτεία. Οι εν λόγω διατάξεις καταργήθηκαν το 1995, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ανανεωθεί η σύμβαση του Dr Hocsman την επόμενη φορά που έληξε. Κατά συνέπεια, όπως αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο Dr Hocsman παραμένει άνεργος από το τέλος του 1997.
7. Το 1996 ο Dr Hocsman υπέβαλε αίτηση για την εγγραφή του στον Ordre des Μédecins, τον γαλλικό ιατρικό σύλλογο, ώστε να μπορέσει να εργαστεί ως ιδιώτης ιατρός στον τομέα της ειδικότητάς του. Ο σύλλογος τον πληροφόρησε ότι το πτυχίο που είχε αποκτήσει στην Αργεντινή δεν μπορούσε να αναγνωριστεί «κατ' εφαρμογή της οδηγίας της 25ης Ιουλίου 1978 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως του άρθρου 7 αυτής». ρόκειται προφανώς για αναφορά στο άρθρο 7 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου (που αφορά τους οδοντιάτρους) , όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Tawil-Albertini .
8. Στις 11 Απριλίου 1997, ακολουθώντας προφανώς τη συμβουλή που του παρείχετο στο έγγραφο, με το οποίο απορρίφθηκε η αίτησή του για εγγραφή στον Ordre des Μédecins, ο Dr Hocsman υπέβαλε στο Υπουργείο Υγείας αίτηση για παροχή ατομικής αδείας προκειμένου να ασκήσει ιατρική ως ουρολόγος στη Γαλλία.
9. Στο αίτημα αυτό δόθηκε απάντηση με έγγραφο της 27ης Ιουνίου 1997 του Υπουργείου Εργασίας και Αλληλεγγύης στο οποίο επιβεβαιωνόταν ότι:
«[...] ο κ. Hocsman δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση ιατρικής στη Γαλλία [...]
Στην υπόθεση Tawil-Albertini [...] το Δικαστήριο [...] ερμήνευσε το άρθρο 7 της οδηγίας 78/686 του Συμβουλίου [...]. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 7 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να αναγνωρίζουν διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους οδοντιατρικής που δεν πιστοποιούν οδοντιατρική εκπαίδευση αποκτηθείσα σε ένα από τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
Η εν λόγω ερμηνεία μπορεί να ισχύσει κατ' αναλογία και ως προς τους κοινοτικούς κανόνες που αφορούν την άσκηση της ιατρικής· κατά συνέπεια, το πτυχίο που έλαβε ο κ. Hocsman στην Αργεντική και αναγνωρίστηκε από τις ισπανικές αρχές ως ισότιμο προς το ισπανικό πτυχίο δεν του παρέχει το δικαίωμα να ασκήσει ιατρική στη Γαλλία.
[...]»
10. Ο Dr Hocsman προσέβαλε την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1997 ενώπιον του tribunal administratif de Châlons-en-Champagne, το οποίο, στις 23 Ιουνίου 1998, έκρινε ότι ούτε η Συνθήκη ΕΟΚ ούτε η οδηγία επέβαλλαν σε κράτος μέλος την υποχρέωση να αναγνωρίζει τίτλους οι οποίοι δεν πιστοποιούν ιατρική εκπαίδευση αποκτηθείσα σε κράτος μέλος, με αποτέλεσμα η απόφαση του Υπουργείου Εργασίας και Αλληλεγγύης να μην ακυρωθεί για νομικούς λόγους. Ωστόσο, κατά το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ), όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, οσάκις κάποιος ζητεί να γίνει δεκτός σε ένα επάγγελμα η πρόσβαση στο οποίο προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος ή άλλου επαγγελματικού τίτλου, το κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους τίτλους που έχει αποκτήσει το εν λόγω πρόσωπο προκειμένου να ασκήσει το ίδιο επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος, συγκρίνοντας τις γνώσεις και τις δεξιότητες που πιστοποιούνται στους εν λόγω τίτλους με αυτές που απαιτούνται κατά τις εθνικές διατάξεις. Το tribunal administratif ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ζητήματος
«αν ισοτιμία δοθείσα από ένα κράτος μέλος πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα άλλο κράτος μέλος να εξακριβώνει, βάσει του άρθρου 52 της Συνθήκης της Ρώμης, αν οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με την ισοτιμία αυτή αντιστοιχούν στα απαιτούμενα από τα εθνικά διπλώματα και τίτλους, ειδικότερα στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος της ισοτιμίας είναι κάτοχος διπλώματος στο οποίο πιστοποιείται ειδικότητα κτηθείσα σε κράτος μέλος και περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων».
11. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Dr Hocsman, οι Κυβερνήσεις της Φινλανδίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή. Ο Dr Hocsman, η Γαλλική, η Ιταλική, η Ολλανδική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
12. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι ένας σημαντικός αριθμός ιατρών συναντούν δυσκολίες παρόμοιες με αυτές του Dr Hocsman, γεγονός που οδηγεί στην υποβολή πολλών καταγγελιών, ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι κατά τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζονται κατά προσέγγιση 300 έως 400 πτυχία ιατρικής εκδοθέντα σε άλλες χώρες ετησίως, ενώ περίπου 1 200 γιατροί που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά τους προσόντα σε άλλες χώρες ασκούν το επάγγελμά τους στη Γαλλία. Είναι, επομένως, σαφές ότι, μολονότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει απάντηση μόνο στο ερώτημα που υποβάλλεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως, ο αντίκτυπός της θα είναι πολύ ευρύτερος.
Το κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο
13. Κατά το άρθρο 52 της Συνθήκης, «[...] οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους καταργούνται [...]» («[...] απαγορεύονται» στο τροποποιημένο κείμενο).
14. Το άρθρο 57 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 47 ΕΚ) προβλέπει την έκδοση οδηγιών του Συμβουλίου για την αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων και τον συντονισμό των εθνικών διατάξεων ως προς τις προϋποθέσεις για την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων γενικώς. Στη συνέχεια αναφέρει ειδικότερα:
«3. Ως προς τα ιατρικά [...] επαγγέλματα, η προοδευτική άρση των περιορισμών προϋποθέτει τον συντονισμό των όρων ασκήσεώς τους στα διάφορα κράτη μέλη.»
15. _Οσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων ιατρικής και τον συντονισμό των νομοθετικών διατάξεων που αφορούν την άσκηση της ιατρικής, έχουν τεθεί σε ισχύ από το 1975 διάφορες οδηγίες του Συμβουλίου . Το ισχύον σήμερα νομοθετικό κείμενο είναι η οδηγία 93/16 ΕΟΚ (στο εξής: οδηγία).
16. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας, «κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 23 και που απαριθμούνται στο άρθρο 3, προσδίδοντάς τους στο έδαφός του, όσον αφορά την πρόσβαση στις δραστηριότητες του ιατρού και την άσκηση αυτών την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό».
17. Ο κατάλογος του άρθρου 3 περιλαμβάνει τον ισπανικό «Título de Licenciado en Medicina y Cirurgía». Στο άρθρο 23 ορίζεται ότι τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των ιατρικών δραστηριοτήτων από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ιατρικής, κατά την έννοια του άρθρου 3, και καθορίζονται οι ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η εκπαίδευση την πραγματοποίηση της οποίας βεβαιώνουν τα τυπικά αυτά προσόντα. Ειδικότερα, η εκπαίδευση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον έξι έτη ή 5 500 ώρες θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας.
18. Ανάλογοι κανόνες περιέχονται στα άρθρα 4, 5 και 24 της οδηγίας όσον αφορά την ειδικότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 4, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους τίτλους ιατρικής ειδικότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 5 και χορηγούνται στους υπηκόους κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 24.
19. Στον κατάλογο του άρθρου 5, περιλαμβάνεται, για την Ισπανία, ο «Título de Especialista» (τίτλος ιατρικής ειδικότητας) που χορηγείται από το Υπουργείο αιδείας και Επιστημών, ενώ το ίδιο άρθρο ορίζει την ουρολογία ως τομέα αντιστοιχούντα σε ειδίκευση σε σχέση με τον οποίο εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 5. Το άρθρο 24 ορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι εν λόγω τίτλοι ιατρικής ειδικότητας· η απόκτησή τους πρέπει ιδίως να προϋποθέτει την πραγματοποίηση σπουδών τουλάχιστον εξαετούς διαρκείας, ενώ η χορήγησή τους είναι δυνατή μόνο σε κατόχους ενός από τα βασικά διπλώματα, πιστοποιητικά ή τίτλους ιατρικής που αναφέρονται στο άρθρο 3, χορηγηθέντα μετά την πραγματοποίηση ιατρικής εκπαιδεύσεως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23.
20. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν βασικούς ιατρικούς τίτλους αποκτηθέντες σε άλλο κράτος μέλος υπό τον όρον ότι αυτοί πληρούν ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τίτλους πιστοποιούντες ιατρική ειδικότητα που ανταποκρίνονται σε ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις, υπό τον όρον ότι η βασική εκπαίδευση στην οποία αναφέρεται η οδηγία έχει επίσης πραγματοποιηθεί.
21. Είναι χρήσιμο να αναφερθώ σε άλλες τρεις διατάξεις της οδηγίας. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, τίτλοι ειδικότητας που έχουν αποκτηθεί στην Ισπανία ή την ορτογαλία κατά την ολοκλήρωση εκπαιδεύσεως η οποία άρχισε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986 και οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαιδεύσεως που προβλέπονται από την οδηγία πρέπει, παρά ταύτα, να αναγνωρίζονται, εφόσον αποδεικνύεται η άσκηση της οικείας δραστηριότητας επί αρκετό χρονικό διάστημα. (Το 1992 το ισπανικό Υπουργείο αιδείας και Επιστημών χορήγησε στον Dr Hocsman πιστοποιητικό σύμφωνα με το οποίο το δίπλωμά του ιατρικής ειδικότητας, μολονότι αποκτήθηκε μετά διετή μόνον εκπαίδευση, εκαλύπτετο από την εφαρμοστέα κατά τον χρόνο εκείνο οδηγία , στη συνέχεια δε της εκπαιδεύσεως αυτής ο ενδιαφερόμενος άσκησε το ιατρικό επάγγελμα στην ειδικότητα αυτή επί έξι έτη, με αποτέλεσμα να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώριση του τίτλου ειδικότητας σε άλλα κράτη της Κοινότητας.)
22. Το άρθρο 23, παράγραφος 5, ορίζει ότι: «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να επιτρέπουν στο έδαφός τους, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία τους, την ανάληψη και την άσκηση των ιατρικών δραστηριοτήτων στους κατόχους διπλωμάτων, πιστοποποιητικών ή άλλων τίτλων που δεν έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος» .
23. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι μια πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση της οδηγίας περιέχει την ακόλουθη διάταξη: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους [...] ιατρού που ο ενδιαφερόμενος απέκτησε εκτός της Ευρωπαϊκής _Ενωσης, εφόσον τα εν λόγω διπλώματα, τα πιστοποιητικά ή άλλοι τίτλοι έχουν αναγνωριστεί σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και την εκπαίδευση ή/και την επαγγελματική πείρα που ο ενδιαφερόμενος απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος».
24. Τέλος, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3: «Τα κράτη μέλη ενεργούν έτσι ώστε, εφόσον παραστεί ανάγκη, να αποκτούν οι δικαιούχοι, προς το συμφέρον τους και προς το συμφέρον των ασθενών τους, τις γλωσσικές εκείνες γνώσεις που είναι αναγκαίες για την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στο κράτος υποδοχής».
25. Επομένως, πέραν της υποχρεώσεως να αναγνωρίζουν ιατρικούς τίτλους που πληρούν συγκεκριμένες ελάχιστες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αναγνωρίζουν περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας ως στοιχεία που αντισταθμίζουν εν μέρει τη μη πλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων, και ειδικότερα της διαρκείας της εκπαιδεύσεως, ενώ πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι γιατροί έχουν τις κατάλληλες γλωσσικές γνώσεις. Μολονότι δε η αμοιβαία αναγνώριση των καταλλήλων κοινοτικών τίτλων και προσόντων είναι υποχρεωτική, η αναγνώριση αυτών που έχουν αποκτηθεί εκτός της Κοινότητας είναι προαιρετική.
Τι ισχύει στο πλαίσιο της οδηγίας
26. Μολονότι το tribunal administratif δεν διατύπωσε ερώτημα ειδικά ως προς την οδηγία, είναι χρήσιμο να εξεταστεί στην αρχή η δυνατότητα εφαρμογής της. Τόσο όλα τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις όσο και η Επιτροπή θεωρούν ότι, με βάση την οδηγία, δεν υφίσταται υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν βασικούς ιατρικούς τίτλους αποκτηθέντες εκτός της Κοινότητας, ακόμη και σε περίπτωση που οι τίτλοι αυτοί έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμοι σε άλλο κράτος μέλος.
27. Σχετικώς, τα άρθρα 2 και 23, παράγραφος 1, της οδηγίας αναφέρονται στα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους τυπικών προσόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 3, των οποίων η κατοχή αποτελεί προϋπόθεση της αναγνωρίσεως σε άλλο κράτος μέλος. Επομένως, κατά την άποψή μου, πρόσωπα που δεν έχουν αποκτήσει τον εν λόγω βασικό ιατρικό τίτλο δεν μπορούν να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως της οδηγίας. Μολονότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των πραγματικών ζητημάτων της υποθέσεως, προφανώς δεν αμφισβητείται ότι ο Dr Hocsman δεν είναι κάτοχος ενός από τους τίτλους που απαριθμούνται στο άρθρο 3, αλλά μάλλον βασικού ιατρικού τίτλου αποκτηθέντος εκτός της Κοινότητας, τον οποίο ένα κράτος μέλος, η Ισπανία, έχει αναγνωρίσει ως ισότιμο με τίτλο που περιλαμβάνεται στον κατάλογο.
28. Η άποψη αυτή ενισχύεται περαιτέρω από το άρθρο 23, παράγραφος 5, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, αλλά όχι και την υποχρέωση, να αναγνωρίζουν μη κοινοτικούς τίτλους και ότι, κατά την οδηγία, η αναγνώριση αυτή δεν παράγει αποτελέσματα εκτός του εδάφους τους. Αξίζει, πράγματι, να επισημανθεί ότι ο σκοπός της προτεινομένης τροποποιήσεως είναι να πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τέτοιοι τίτλοι.
29. _Οπως επισημαίνουν πολλοί από τους συμμετέχοντες στη δίκη που κατέθεσαν παρατηρήσεις, στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Haim Ι και Tawil-Albertini , που αφορούσαν και οι δύο οδηγίες περί συντονισμού των νομοθεσιών στον τομέα της οδοντιατρικής που περιείχαν διατάξεις όμοιες με αυτές της υπό συζήτηση οδηγίας.
30. Στην υπόθεση Haim Ι επρόκειτο για αίτηση υπηκόου κράτους μέλους να εξαιρεθεί από την υποχρέωση ολοκληρώσεως ορισμένης διαρκείας προπαρασκευαστικής εκπαιδεύσεως πριν από τη χορήγηση της αδείας ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 78/686 δεν εμπόδιζε τα κράτη μέλη να επιβάλλουν την πραγματοποίηση της ασκήσεως αυτής σε κατόχους πτυχίων χορηγηθέντων από τρίτα κράτη, ακόμη και στην περίπτωση που οι τίτλοι αυτοί είχαν αναγνωριστεί από άλλο κράτος μέλος ως ισότιμοι προς τίτλους απαριθμούμενους στην οδηγία και τους είχε επιτραπεί η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος .
31. Ομοίως, η υπόθεση Tawil-Albertini αφορούσε αίτηση για την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου σε κράτος μέλος κατόχου μη κοινοτικού τίτλου ο οποίος είχε αναγνωριστεί από ένα τουλάχιστον άλλο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η οδηγία 78/686 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να αναγνωρίζουν τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που δεν πιστοποιούν εκπαίδευση στην οδοντιατρική πραγματοποιηθείσα σε ένα από τα κράτη μέλη της Κοινότητας» .
32. _Ενα πρόσθετο στοιχείο στην παρούσα υπόθεση είναι ότι ο ενδιαφερόμενος προφανώς έχει αποκτήσει τίτλο ειδικότητας που περιλαμβάνεται στο σχετικό κατάλογο της οδηγίας.
33. Επ' αυτού υπάρχει κάποια διάσταση απόψεων, καθότι η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το δίπλωμα του Dr Hocsman δεν αποτελεί τέτοιου είδους τίτλο. Η αρχική της θέση σύμφωνα με την οποία το δίπλωμα ήταν απλώς πανεπιστημιακός τίτλος και όχι τίτλος πιστοποιών επαγγελματική κατάρτιση αποσύρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επειδή αντέφασκε προς το από 12 Απριλίου 1986 έγγραφο του Υπουργείου αιδείας και Επιστημών, το οποίο αναγνώριζε το κύρος του πανεπιστημιακού πτυχίου που είχε αποκτήσει προηγουμένως ο Dr Hocsman για επαγγελματικούς σκοπούς. Ωστόσο, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το δίπλωμα ειδικότητας χορηγήθηκε μετά διετή μόνον εκπαίδευση και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Θεωρώ, ωστόσο, ότι ο εν λόγω τίτλος θα μπορούσε να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας και λαμβανομένης υπόψη της περιόδου κατά την οποία ο Dr Hocsman άσκησε στη συνέχεια το επάγγελμά του στην Ισπανία, αν η βασική ιατρική κατάρτιση και οι αντίστοιχοι τίτλοι του Dr Hocsman αντιστοιχούσαν σε αυτά που περιγράφονται στα άρθρα 3 και 23.
34. Στην πραγματικότητα, το ποιο ακριβώς είναι το καθεστώς αναγνωρίσεως των προσόντων των ειδικών ιατρών έχει μικρή σημασία για την εκτίμηση της νομικής καταστάσεως που διαμορφώνεται με βάση την οδηγία σε σχέση με τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι ένας βασικός τίτλος δεν αποκτήθηκε σε κράτος μέλος αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως τίτλων και προσόντων ιατρικής ειδίκευσης, ακόμη και αν η ειδίκευση αποκτήθηκε σε κράτος μέλος.
35. Το άρθρο 4 εξαρτά την υποχρεωτική αναγνώριση των τίτλων ειδικότητας από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 5 και 24. Από τα άρθρα 24, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και 24, παράγραφος 2, προκύπτει σαφώς ότι, για να υπάρξει τίτλος ειδικότητας ικανός να θεμελιώσει υποχρέωση αναγνωρίσεως, είναι ανάγκη ο ενδιαφερόμενος να είναι κάτοχος βασικού τίτλου που με τη σειρά του έχει αποκτηθεί σε κράτος μέλος. Τόσο από την οδηγία όσο και από το προοίμιό της καθίσταται σαφές ότι σκοπός είναι να εξασφαλιστεί η εναρμόνιση των κριτηρίων σε όλα τα επίπεδα ως προαπαιτούμενο της υποχρεωτικής αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Επομένως, η αναγνώριση στο επίπεδο των πτυχίων ειδικότητας προϋποθέτει, σύμφωνα με τη λογική της οδηγίας, ότι έχει επιτευχθεί συντονισμός σε ικανοποιητικό βαθμό.
36. Επομένως, οσάκις ο ενδιαφερόμενος είναι κάτοχος τίτλου βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που έχει αποκτήσει εκτός της Κοινότητας και τίτλου ειδικότητας που του έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος που έχει αναγνωρίσει οικειοθελώς τον βασικό αυτό τίτλο, τα άλλα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται με βάση την οδηγία να αναγνωρίσουν κανένα από τους δύο αυτούς τίτλους. Κατόπιν αυτού, θα πρέπει να εξεταστούν οι διατάξεις της Συνθήκης.
Το άρθρο 52 της Συνθήκης
37. Θέτοντάς του ως προκαταρκτικό ζήτημα, η Ιταλική και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηριζόμενες από τη Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλαν την άποψη ότι η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ισχυρίστηκαν ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως όσον αφορά τα ιατρικά επαγγέλματα μπορεί να ασκηθεί μόνον εντός του πλαισίου του άρθρου 57, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 47, παράγραφος 3, ΕΚ) , αποτελεί δε ζήτημα που σήμερα ρυθμίζεται εξαντλητικά από την οδηγία. Αντίθετα, η νομολογία ως προς το πρώτο από τα ανωτέρω άρθρα αφορά επαγγέλματα όπως αυτό του δικηγόρου (υπόθεση Βλασσοπούλου ) και του κτηματομεσίτη (Aguirre Borrell ), σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ακόμη εκδοθεί οδηγία για τον συντονισμό των νομοθεσιών ως προς τα επαγγέλματα αυτά. Επομένως, η εν λόγω νομολογία είναι αλυσιτελής όσον αφορά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.
38. Κατά την άποψή μου, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.
39. Η ίδια η Συνθήκη απαγορεύει την επιβολή περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως για τους υπηκόους της Κοινότητας. Ο ρόλος των οδηγιών είναι να δημιουργήσουν ένα σύστημα ελαχίστων κοινών προϋποθέσεων, στο πλαίσιο του οποίου η αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων που αποκτώνται εντός της Κοινότητας καθίσταται όχι μόνο δυνατή αλλά και υποχρεωτική. Επομένως, σκοπός του άρθρου 57, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν είναι να καταστήσει δυνατή την ελεύθερη εγκατάσταση ως προς τα ιατρικά επαγγέλματα αυτή, καθαυτή, αλλά απλώς να εξασφαλίσει ότι η συστηματική αμοιβαία αναγνώριση των σχετικών τυπικών προσόντων δεν θα πραγματοποιηθεί χωρίς συντονισμό των διατάξεων που διέπουν την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Το εν λόγω άρθρο δεν αναιρεί το βασικό δικαίωμα για ελεύθερη εγκατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 52 της Συνθήκης για όλα τα επαγγέλματα, ιατρικά ή μη.
40. ράγματι, στις υποθέσεις Βλασσοπούλου και Aguirre Borrell, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 52 της Συνθήκης, ορίζοντας ότι η πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως συντελείται στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, επιβάλλει συγκεκριμένη υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, η εκπλήρωση της οποίας πρέπει να διευκολύνεται, αλλά να μην εξαρτάται από την εφαρμογή προγράμματος προοδευτικών μέτρων» .
41. εραιτέρω, ένα βασικό δικαίωμα που παρέχει η Συνθήκη δεν αποσβέννυται απλώς και μόνον επειδή εκδόθηκε μία οδηγία για ορισμένον επαγγελματικό τομέα. _Οπως σημειώνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, θα ήταν παράδοξο μία οδηγία να μπορεί να περιορίσει το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης αφαιρώντας ένα δικαίωμα το οποίο είναι βέβαιο ότι θα υφίστατο με βάση τη Συνθήκη εάν δεν είχε εκδοθεί η εν λόγω οδηγία. ράγματι, όπως εκτίθεται στη συνέχεια, στην απόφαση επί της υποθέσεως Haim Ι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα δικαιώματα του προσφεύγοντος που απορρέουν από τη Συνθήκη , μολονότι είχε εκδοθεί οδηγία περί συντονισμού των όρων αναγνωρίσεως για τον οικείο τομέα.
42. Είναι γεγονός ότι η τελευταία πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση της οδηγίας προβλέπει ειδικά την υποχρέωση συνεκτιμήσεως μη κοινοτικών τίτλων που έχουν αναγνωριστεί σε κράτος μέλος. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, η Ιταλική Κυβέρνηση βασίμως συνάγει από το γεγονός αυτό ότι δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση επί του παρόντος. Αντίθετα, στην έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της προτάσεως οδηγίας διευκρινίζεται ότι σκοπός της τροποποιήσεως είναι να ενσωματώσει στην οδηγία τη νομολογία της αποφάσεως Haim Ι - δηλαδή, να προσαρμόσει την οδηγία στο καθεστώς που ισχύει ήδη με βάση τη Συνθήκη.
43. Δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 57, παράγραφος 3, της Συνθήκης ούτε η οδηγία, συνδυαζόμενη με το άρθρο αυτό, κατισχύει του δικαιώματος ελεύθερης εγκαταστάσεως που απορρέει από το άρθρο 52, εξακολουθεί να βρίσκει εφαρμογή η προεκτεθείσα νομολογία.
44. Στην υπόθεση Βλασσοπούλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«16 [...] το κράτος μέλος, στο οποίο υποβάλλεται αίτηση χορηγήσεως αδείας για την άσκηση επαγγέλματος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή την επαγγελματική κατάρτιση, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος με σκοπό την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος και να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τα διπλώματα αυτά και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από τις εθνικές διατάξεις.
17 Η διαδικασία αυτή εξετάσεως πρέπει να παρέχει στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να διαπιστώνουν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ότι το αλλοδαπό δίπλωμα πιστοποιεί πράγματι ότι ο κάτοχός του έχει γνώσεις και προσόντα τα οποία, αν δεν ταυτίζονται ακριβώς, τουλάχιστον είναι ισότιμα προς αυτά που πιστοποιεί ο αντίστοιχος εθνικός τύπος. Η εν λόγω εκτίμηση ως προς την ισοτιμία του αλλοδαπού πτυχίου πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά με γνώμονα το επίπεδο γνώσεων και προσόντων που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αποκτήσει ο κάτοχος του διπλώματος, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της διαρκείας των σπουδών και της πρακτικής εκπαιδεύσεως που αντιπροσωπεύει ο τίτλος [...].
[...]
19 Αν από τη συγκριτική αυτή εξέταση των πτυχίων προκύπτει ότι οι γνώσεις και τα επαγγελματικά προσόντα τα οποία αντιπροσωπεύει ο αλλοδαπός τίτλος αντιστοιχούν σε αυτά που απαιτούνται με βάση τις εθνικές διατάξεις, το κράτος μέλος πρέπει να αναγνωρίσει τον εν λόγω τίτλο ως πληρούντα τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις εθνικές διατάξεις. Αν, αντιθέτως, από τη σύγκριση προκύπτει ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που αντιαπροσωπεύει το αλλοδαπό πτυχίο και αυτά που απαιτούνται με βάση τις εθνικές διατάξεις ταυτίζονται μόνον εν μέρει, το κράτος μέλος υποδοχής δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις ελλείπουσες γνώσεις και προσόντα.
20 Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν αν οι γνώσεις που αποκτήθηκαν στο κράτος μέλος υποδοχής, είτε κατά τη διάρκεια των σπουδών είτε με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχουν επαρκή απόδειξη περί του ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ελλείπουσες γνώσεις.
21 Εάν σύμφωνα με τους ισχύοντες στο κράτος μέλος υποδοχής κανόνες απαιτείται για την είσοδο στο συγκεκριμένο επάγγελμα η ολοκλήρωση ορισμένης περιόδου προετοιμασίας ή πρακτικής εκπαιδεύσεως, οι εν λόγω εθνικές αρχές πρέπει να διευκρινίσουν αν η επαγγελματική εμπειρία που έχει αποκτηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής ή στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί την εν λόγω προϋπόθεση εν όλω ή εν μέρει.»
45. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις Aguirre Borrell κ.λπ. , Haim Ι και Αρανίτης . Ειδικότερα, στην απόφαση Haim Ι, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του Haim, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρίας που ο ενδιαφερόμενος είχε αποκτήσει εργαζόμενος ως οδοντίατρος συμβεβλημένος με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους και έκρινε ότι «το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αρνούνται σε οδοντίατρο, υπήκοο άλλου κράτους μέλους, την άσκηση του επαγγέλματός του στο πλαίσιο συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο όταν αυτός δεν έχει κανένα από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας 78/686 διπλώματα, αλλά έλαβε άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός του και άσκησε πράγματι το επάγγελμα αυτό τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι δεν πραγματοποίησε την απαιτούμενη από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους προπαρασκευαστική άσκηση, χωρίς να εξακριβώνουν αν και σε ποιο βαθμό η πείρα που αποδεικνύει ήδη ο ενδιαφερόμενος αντιστοιχεί προς την απαιτούμενη από τη νομοθεσία αυτή».
46. Οι κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης εγκαταστάσεως εφαρμόζονται στην περίπτωση του Μ. Hocsman για τον λόγο ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν υπήκοος κράτους μέλους που επιθυμούσε να ασκήσει το επάγγελμά του για το οποίο διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα, σε άλλο κράτος μέλος. Οι εν λόγω κανόνες επιβάλλουν να μην υπάρχει κανένας περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως τέτοιων προσώπων.
47. Το γεγονός ότι ο Dr Hocsman απέκτησε εν τω μεταξύ τη γαλλική ιθαγένεια, είτε επί πλέον είτε αντί της ισπανικής, δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να αρνούνται τα οφέλη που απορρέουν από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε υπηκόους τους οι οποίοι έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία και στη συνέχεια έχουν επιστρέψει στο κράτος καταγωγής τους . Το εν λόγω δικαίωμα προφανώς υφίσταται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος απέκτησε την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διαμονή του σ' αυτό.
48. εραιτέρω, είναι σαφές ότι οι διατάξεις της οδηγίας που σκοπούν στην εξάλειψη όχι μόνον των διακρίσεων με βάση την ιθαγένεια, αλλά και των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία που ενδέχεται να απορρέουν από διαφορές στις προϋποθέσεις που τίθενται σε επίπεδο κρατών μελών ως προς την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων .
49. Επομένως, το κράτος μέλος όπου ζητείται η παροχή αδείας για την άσκηση επαγγέλματος πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία με βάση τα οποία ο ενδιαφερόμενος μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμά του στην Κοινότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνεται ο βασικός ιατρικός τίτλος του Dr Hocsman (που αναγνωρίστηκε από την Ισπανία), η απόκτηση ειδικότητας και η μακρά επαγγελματική του πείρα. εραιτέρω, θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη (και στο σημείο αυτό υπάρχει αντιλογία με τις υποθέσεις Haim Ι και Fernández de Bobadilla ) η πείρα που αποκτήθηκε στο κράτος μέλος όπου ζητείται η παροχή αδείας, δηλαδή η απασχόληση του Dr Hocsman με την ιδιότητα του ουρολόγου σε γαλλικά νοσοκομεία προφανώς χωρίς διακοπή μεταξύ του 1990 και του 1997.
50. Από τη νομολογία συνάγεται περαιτέρω ότι οι εθνικές αρχές, όταν συγκρίνουν τις γνώσεις και τα επαγγελματικά προσόντα κοινοτικού υπηκόου με αυτά που απαιτούνται από τις εθνικές διατάξεις, πρέπει να τηρούν διαδικασίες οι οποίες είναι σύμφωνες με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών που παρέχει η Συνθήκη στους υπηκόους της Κοινότητας. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να μπορεί να λαμβάνει γνώση των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε οποιαδήποτε απόφαση των αρμοδίων αρχών που αφορά την εν λόγω σύγκριση και οποιαδήποτε τέτοια απόφαση θα πρέπει να υπόκειται σε ένδικα μέσα ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητάς της από πλευράς κοινοτικού δικαίου .
51. Στην προκειμένη περίπτωση, τούτο σημαίνει ότι οποιαδήποτε άρνηση παροχής αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ουρολόγου στον Dr Hocsman στη Γαλλία θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφή και υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο έκθεση των λόγων για τους οποίους κρίθηκε ότι δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Από την απόφαση η οποία προσβάλλεται ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν φαίνεται να έχει δοθεί τέτοια δικαιολογία, τουλάχιστον όσον αφορά την εκτίμηση των τυπικών προσόντων και της επαγγελματικής του πείρας.
52. Εάν, ωστόσο, μετά από εκτίμηση των δεδομένων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, οι γαλλικές αρχές έκριναν ότι τα προσόντα του Dr Hocsman δεν αντιστοιχούσαν πλήρως σε αυτά που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του ιατρού ουρολόγου στη Γαλλία, τότε θα όφειλαν, όπως προκύπτει από τη σκέψη 19 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Βλασσοπούλου, να του παράσχουν τη δυνατότητα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και τα λοιπά προσόντα που φαίνεται να του λείπουν.
53. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ο ενδιαφερόμενος έχει τίτλους και επαγγελματική πείρα που μπορούν να ελεγχθούν - ιδίως τίτλους και πείρα που έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος και, κατά μείζονα λόγο στο κράτος μέλος υποδοχής - είναι σαφές ότι οποιοσδήποτε έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση των γνώσεων και των τυπικών προσόντων για τα οποία δεν παρέχονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Η δυνατότητα του ελέγχου αυτού δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως πρόφαση προκειμένου να υποβάλλεται ο ενδιαφερόμενος σε πλήρεις εξετάσεις ως προς όλες τις απαιτούμενες γνώσεις γενικής ιατρικής και ειδικότητας, γεγονός που θα ισοδυναμούσε με παραβίαση στην πράξη των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας που περιέχει η Συνθήκη και έχουν ερμηνευθεί διεξοδικά από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Το γλωσσικό ζήτημα
54. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής σκέψεως, θα αναφερθώ, τέλος, σε ένα συνακόλουθο του κυρίου ερωτήματος ζήτημα που τέθηκε στην παρούσα υπόθεση όχι από το εθνικό δικαστήριο, αλλά από τον Dr Hocsman, ο οποίος ισχυρίζεται ότι θα του ήταν πολύ δύσκολο να υποβληθεί σε εξετάσεις γενικής ιατρικής στη γαλλική γλώσσα. Ωστόσο, πρόκειται για ζήτημα που άπτεται θεμάτων πιθανής διακρίσεως ή ανεπίτρεπτου περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
55. Η οδηγία προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ή να αποκτήσει «τις γλωσσικές γνώσεις που είναι αναγκαίες για την άσκηση του επαγγέλματός του στο κράτος υποδοχής». Η απαίτηση αυτή αποτέλεσε ένα από τα εξετασθέντα ζητήματα, ενόψει της αντίστοιχης διατάξεως της οδηγίας 78/686 στην υπόθεση Haim ΙΙ , συνέχεια της υποθέσεως Haim Ι, στο πλαίσιο της οποίας ο Haim ζήτησε να του καταβληθεί αποζημίωση από το Γερμανικό Δημόσιο για τους περιορισμούς στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του που προκλήθηκαν συνεπεία της αρνήσεως των αρμοδίων αρχών να του επιτρέψουν να ασκήσει το ιατρικό επάγγελμα στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση δεν έχει ακόμη εκδοθεί, αλλά ο γενικός εισαγγελέας J. Mischo εξέτασε διεξοδικά το ζήτημα στις προτάσεις του , με τις οποίες συμφωνώ σε μεγάλο βαθμό.
56. Κυρίως, συμφωνώ πλήρως με την άποψη ότι οποιοσδήποτε έλεγχος των γλωσσικών ικανοτήτων του ενδιαφερομένου πρέπει να είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας . Ο γενικός εισαγγελέας J. Mischo προβάλλει δύο παράγοντες που μπορούν εύλογα να ληφθούν υπόψη: την ικανότητα επικοινωνίας με ασθενείς και την ικανότητα διεκπεραιώσεως των διοικητικής φύσεως εργασιών που συνεπάγεται η συνεργασία με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Αν και το δεύτερο αυτό κριτήριο έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της υποθέσεως Haim ΙΙ, φρονώ ότι πρόκειται για παράγοντα που κανένας γιατρός εργαζόμενος στην Κοινότητα δεν μπορεί σήμερα να αγνοήσει και που μπορεί βασίμως να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο κατά την εκτίμηση του αν μπορεί να επιτραπεί σε ένα γιατρό να ασκήσει το επάγγελμά του σε κράτος μέλος. Στα ανωτέρω κριτήρια θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να προστεθεί η ικανότητα επικοινωνίας με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα με συναδέλφους.
57. Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οποιαδήποτε εξέταση που έχει τυχόν αποδειχθεί ότι είναι αναγκαία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται διακρίσεις ή ότι είναι δυσανάλογη εάν απαιτούσε οποιαδήποτε γλωσσική δεξιότητα (όπως σύνταξη δοκιμίου) που δεν περιλαμβάνεται υπό κανονικές συνθήκες στα καθήκοντα του γιατρού. Δεν γνωστοποιήθηκε στο Δικαστήριο ποιες προϋποθέσεις μπορεί να απαιτήσουν οι γαλλικές αρχές να πληροί ο Dr Hocsman, όσον αφορά τις γλωσσικές του ικανότητες, αλλά το άρθρο L. 356, παράγραφος 2, του γαλλικού code de la santé publique (κώδικας περί δημοσίας υγείας) προβλέπει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτείται η υποβολή σε εξέταση αποκαλούμενη «composition française». ροκειμένου για το σύνολο των εξετάσεων και ελέγχων που επιβάλλονται σε πρόσωπα ευρισκόμενα στη θέση του Dr Hocsman, εναπόκειται στις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια (τα οποία διατηρούν τη δυνατότητα, εφόσον παραστεί ανάγκη, να απευθυνθούν στο παρόν δικαστήριο), να εκτιμούν εάν το αντικείμενο των εξετάσεων είναι το κατάλληλο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Στην πραγματικότητα, προκειμένου για πρόσωπο που εργάζεται ήδη επί σειρά ετών στο κράτος μέλος υποδοχής, χωρίς να φαίνεται να έχει γλωσσικά προβλήματα, η υποβολή του σε εξέταση γλώσσας, με βάση την οποία και μόνον θα μπορούσε να θεωρηθεί επαγγελματική ανεπαρκής πιθανότατα, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
Συμπέρασμα
58. Ενόψει των ανωτέρω, φρονώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το tribunal administratif, Châlons-en-Champagne, πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Στην περίπτωση που υπήκοος κοινοτικού κράτους μέλους, κατέχων τα προσόντα τα οποία του εξασφαλίζουν τη δυνατότητα ασκήσεως της ιατρικής σε ένα κράτος μέλος, εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος και ζητεί να του χορηγηθεί άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός του σ' αυτό, αλλά η αναγνώριση των προσόντων του από τις αρχές του δευτέρου κράτους μέλους δεν είναι υποχρεωτική με βάση την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία, οι εν λόγω αρχές υποχρεούνται, με βάση το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ), να λάβουν υπόψη όλους τους τίτλους και την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου προκειμένου να εκτιμήσουν εάν πρέπει να χορηγήσουν την άδεια που τους ζητείται.
Εφόσον οι τίτλοι και η επαγγελματική πείρα δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις εθνικές προδιαγραφές, οι αρχές του δευτέρου κράτους μέλους πρέπει να παρέχουν στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να αποδείξει ότι κατέχει τις γνώσεις και τα λοιπά επαγγελματικά προσόντα που φαίνεται να λείπουν, αλλά δεν επιτρέπεται να τον υποβάλουν σε εξετάσεις οι οποίες δεν είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Αν, με βάση τη σχετική εκτίμηση, δεν χορηγηθεί η άδεια που ζητείται, η εν λόγω άρνηση πρέπει να διατυπώνεται με τρόπο που να καθιστά σαφείς τους λόγους στους οποίους βασίστηκε και να καθιστά δυνατό τον δικαστικό της έλεγχο προκειμένου να διαπιστωθεί η νομιμότητά της με βάση το κοινοτικό δίκαιο.»
Full & Egal Universal Law Academy