Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ένας υπάλληλος (στο εξής: αναιρεσείων) που έχει συνταξιοδοτηθεί λόγω ολικής αναπηρίας ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (1) με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της Επιτροπής αγωγή του αποζημιώσεως.
2 Ο αναιρεσείων εργάστηκε επί πολλά έτη στην Επιτροπή, στις Βρυξέλλες, στο μολυνθέν από αμίαντο κτίριο Berlaymont και, ιδίως, κατά τη διάρκεια των εργασιών επεκτάσεως του κτιρίου αυτού. Καθώς ο αναιρεσείων είχε προσβληθεί από καρκίνο του πνεύμονα, διαπιστώθηκε η ολική του αναπηρία και δη η επαγγελματική του ασθένεια. Για τον λόγο αυτό, ο αναιρεσείων έλαβε, εκτός από τη σύνταξή του, καταβολές συνολικού ύψους 25 794 194 βελγικών φράγκων (BFR) σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) και το άρθρο 14 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση). Με την αρχική του αγωγή αποζημιώσεως, ο νυν αναιρεσείων είχε επικαλεστεί την ύπαρξη σημαντικοτέρων ζημιών και αξιώσει από την Επιτροπή την καταβολή πρόσθετης αποζημιώσεως. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο, απόρριψη κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
Β - Ισχύουσες διατάξεις
3 Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, το άρθρο 73 του ΚΥΚ (Κεφάλαιο 2 - Κοινωνική ασφάλιση) ορίζει ότι:
«1. Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει ρυθμίσεως που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων, κατόπιν γνώμης της επιτροπής Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, ο υπάλληλος καλύπτεται από την ημέρα αναλήψεως της υπηρεσίας κατά των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών και των κινδύνων ατυχημάτων. Συμμετέχει υποχρεωτικά, εντός ορίου 0,1 % του βασικού του μισθού στην κάλυψη των κινδύνων εκτός υπηρεσίας.
(...)
2. Οι παροχές που εξασφαλίζονται είναι οι ακόλουθες:
(...)
β) σε περίπτωση ολικής μονίμου αναπηρίας:
καταβολή στον ενδιαφερόμενο κεφαλαίου ίσου προς το οκταπλάσιο του ετήσιου βασικού μισθού, υπολογιζομένου βάσει των μηνιαίων μισθών που είχαν χορηγηθεί κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα·
(...)».
4 Το Κεφάλαιο ΙΙ - Παροχές - της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
- Άρθρο 12
«1. Σε περίπτωση ολικής διαρκούς αναπηρίας του υπαλλήλου συνεπεία ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου του καταβάλλεται το κεφάλαιο που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
2. Σε περίπτωση μερικής διαρκούς αναπηρίας του υπαλλήλου συνεπεία ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου του καταβάλλεται το κεφάλαιο που ορίζεται σε συνάρτηση με τα ποσά που προβλέπονται στον πίνακα ποσοστών αναπηρίας που παρατίθεται στο παράρτημα.»
- Άρθρο 14
«Ύστερα από γνωμάτευση (...) της ιατρικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 23, χορηγείται στον υπάλληλο αποζημίωση για κάθε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση η οποία, αν και δεν επηρεάζει την ικανότητά του προς εργασία, προσβάλλει ωστόσο τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου και επηρεάζει πραγματικά δυσμενώς τις κοινωνικές του σχέσεις.
Η αποζημίωση αυτή καθορίζεται ανάλογα με τα ποσά που προβλέπονται στους πίνακες ποσοστών αναπηρίας που αναφέρονται στο άρθρο 12. Όταν μια βλάβη ανατομικού και λειτουργικού χαρακτήρα συνοδεύεται και από αισθητικές βλάβες, τα ποσά αυτά επαυξάνονται δεόντως» (2).
Γ - Πραγματικά περιστατικά
5 Ο αναιρεσείων, ο οποίος γεννήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1941, ανέλαβε υπηρεσία στην Επιτροπή το 1962 και, κατά το διάστημα μεταξύ 1967 και 1987 - διάστημα που διεκόπη με τέσσερα έτη δραστηριότητας στην Ιαπωνία - εργάστηκε - τελευταίως, στον βαθμό Β 1 - δεκαέξι περίπου έτη στο κτίριο Berlaymont στις Βρυξέλλες.
6 Στις 15 Ιανουαρίου 1990 ο αναιρεσείων υπέστη αιμόπτυση. Κατόπιν εξετάσεων, οι γιατροί στους οποίους απευθύνθηκε κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι έπασχε από καρκίνο των πνευμόνων.
7 Στις 12 Μαρτίου 1990, ο αναιρεσείων υποβλήθηκε σε λοβεκτομή του άνω αριστερού τμήματος του πνεύμονα. Σύμφωνα με τον χειρουργό, ήταν δυνατό να διαπιστωθούν οι συνέπειες φυματιώσεως του αριστερού άνω λοβού (3). Παρά την αρχική διάγνωση περί καρκίνου, κανένας όγκος δεν ανευρέθη στο χειρουργείο. Κατόπιν αιτήματος του χειρουργού, δείγμα αφαιρεθέντος πνευμονικού ιστού αναλύθηκε από το εργαστήριο ανευρέσεως ανοργάνων ουσιών του νοσοκομείου Erasmus. Σε έκθεση της 30ής Αυγούστου 1990, υπογεγραμμένη από τον καθηγητή De Vuyst, διαπιστώθηκε ποσότητα 680 σωματιδίων αμιάντου ανά γραμμάριο ξηρού ιστού (4).
8 Στις 26 Νοεμβρίου 1990, ο αναιρεσείων απηύθυνε στη διοίκηση και στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ, δηλαδή εν προκειμένω στην Επιτροπή) υπηρεσιακό σημείωμα όπου, προκειμένου να τύχει παροχής δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 17 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση, ότι έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα υπό τη μορφή επιδερμοειδούς καρκινώματος συνεπαγομένου λοβεκτομή του αριστερού άνω λοβού και χρόνια ασθματική βρογχίτιδα. Ζήτησε να ληφθεί απόφαση περί αναγνωρίσεως επαγγελματικής ασθενείας και καθορισμού ποσοστού διαρκούς αναπηρίας σύμφωνα με το άρθρο 19 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση. Κατ' αυτόν, οι ασθένειες αυτές οφείλονταν στο γεγονός ότι είχε εκτεθεί σε αμίαντο εντός του κτιρίου Berlaymont, ιδίως μεταξύ 1967 και 1969, περίοδο ανακατασκευών του κτιρίου.
9 Με το από 18ης Ιανουαρίου 1991 έγγραφό του, ο διευθυντής της Διευθύνσεως ΔΥ «Προσωπικό - δικαιώματα και υποχρεώσεις» της Γενικής Διευθύνσεως «Προσωπικό και Διοίκηση» (ΓΔ ΙΞ) (στο εξής: διευθυντής προσωπικού) πληροφόρησε τον αναιρεσείοντα ότι, ενόψει της καταστάσεως της υγείας του, η περίπτωσή του θα ετίθετο στην κρίση της προβλεπομένης από το άρθρο 78 του ΚΥΚ επιτροπής αναπηρίας. Στο έγγραφο αυτό μνημονευόταν η δυνατότητα για τον αναιρεσείοντα να ζητήσει τη λήψη αποφάσεως περί αναγνωρίσεως επαγγελματικής νόσου σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΥΚ. Ωστόσο, στο εν λόγω έγγραφο αναφερόταν ότι αυτές οι δύο διαδικασίες μπορούσαν να καταλήξουν σε διαφορετικά αποτελέσματα και ότι ήταν ευκταίο οι δύο αυτές διαδικασίες να κινηθούν παραλλήλως.
10 Με το από 27 Φεβρουαρίου 1991 έγγραφό του προς τον διευθυντή προσωπικού, ο αναιρεσείων υπέδειξε τον ιατρό της επιλογής του για την επιτροπή αναπηρίας και αναφέρθηκε στο υπηρεσιακό του σημείωμα της 26ης Νοεμβρίου 1990. Εξάλλου, ζήτησε οι αποφάσεις που θα προκύψουν από τις δύο διαδικασίες να είναι όχι μόνον παράλληλες, αλλά και συντονισμένες καθώς και να αρχίσουν να ισχύουν μαζί.
11 Με το από 15 Μαρτίου 1991 έγγραφό του προς τον αναιρεσείοντα, ο διευθυντής προσωπικού διευκρίνισε ότι οι διαδικασίες των άρθρων 73 και 78 του ΚΥΚ ήσαν χωριστές και ότι η διάρκεια της διαδικασίας περί αναγνωρίσεως επαγγελματικής ασθενείας θα ήταν πολύ μακρότερη απ' ό,τι της διαδικασίας του άρθρου 78 του ΚΥΚ για τη διαπίστωση της αναπηρίας. Παρ' όλ' αυτά, ο εν λόγω διευθυντής προσέθεσε ότι, ενδεχομένως, η αναγνώριση της επαγγελματικής ασθενείας θα γινόταν αναδρομικώς από την ημερομηνία διαπιστώσεως της ολικής αναπηρίας.
12 Με το από 21 Μαου 1991 έγγραφό του προς τον αναιρεσείοντα, ο διευθυντής προσωπικού ανέφερε ότι οι διαδικασίες θα ήσαν χωριστές, και τούτο προκειμένου να καταστεί δυνατό να του παρασχεθεί οικονομική στήριξη το ταχύτερο δυνατό. Μολονότι θα ήταν ευκταίο οι δύο διαδικασίες να κινηθούν παραλλήλως, τούτο δεν συνεπαγόταν κατ' ανάγκη, σύμφωνα με τον διευθυντή προσωπικού, ταυτόχρονη κατάληξη.
13 Η επιτροπή αναπηρίας (5) συνεδρίασε στις 10 Ιουνίου 1991. Κατέληξε ότι ο αναιρεσείων είχε προσβληθεί από διαρκή αναπηρία που έπρεπε να θεωρηθεί ως ολική πράγμα που του καθιστούσε αδύνατο να ασκήσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούσαν σε θέση της σταδιοδρομίας του και ότι, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών του στην Επιτροπή.
14 Στις 16 Ιουλίου 1991 ο διευθυντής προσωπικού, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, έλαβε απόφαση περί συνταξιοδοτήσεως του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 53 του ΚΥΚ, και περί χορηγήσεως σ' αυτόν συντάξεως αναπηρίας ορισθείσας σύμφωνα με το άρθρο 78, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, με ισχύ από την 1η Αυγούστου 1991. Η σύνταξη αυτή ανερχόταν στο 70 % του βασικού μισθού του αναιρεσείοντος και, επομένως, αντιστοιχούσε στην κανονική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 77, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, που καταβάλλεται σε υπάλληλο που έχει συμπληρώσει τριάντα πέντη έτη υπηρεσίας.
15 Με έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1991, ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1991 περί συνταξιοδοτήσεώς του. Με έγγραφο της 3ης Μαρτίου 1992, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως περί συνταξιοδοτήσεως. Ο αναιρεσείων δεν άσκησε, κατά της απορριπτικής αποφάσεως, προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
16 Στο πλαίσιο της εκκρεμούσας τότε σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΥΚ διαδικασίας, η Επιτροπή ζήτησε από τον ιατρό Dalem, του Πανεπιστημίου της Λιέγης, την προβλεπόμενη από το άρθρο 19 της ρυθμίσεως ιατρική γνωμάτευση. Ο ιατρός Dalem ζήτησε τη συνδρομή του καθηγητή Bartsch, ειδικού πνευμονολόγου στο institut provincial Ernest Malvoz της Λιέγης.
17 Βάσει εξετάσεως του αναιρεσείοντος, αναλύσεως των στοιχείων του φακέλου και συμπληρωματικής αλληλογραφίας μεταξύ διαφόρων ιατρών, ο καθηγητής Bartsch κατάρτισε έκθεση πραγματογνωμοσύνης με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο επαγγελματική ασθένεια. Βάσει της εκθέσεως αυτής, ο ιατρός Dalem υπέβαλε την ιατρική γνωμάτευσή του στην Επιτροπή καταλήγοντας και αυτός στην ανυπαρξία επαγγελματικής ασθενείας. Κατ' αυτόν, ο αναιρεσείων δεν είχε προσβληθεί από καρκίνο των πνευμόνων και, μολονότι εντός των πνευμόνων του πράγματι υφίσταντο ίνες αμιάντου, δεν παρουσίαζε κανένα σύμπτωμα προκληθείσας από αμίαντο ινώσεως, οπότε ο αναιρεσείων δεν είχε προσβληθεί ούτε από ασβέστωση.
18 Με το από 17 Φεβρουαρίου 1992 έγγραφό του, ο προϋστάμενος της μονάδας «Ασφάλιση από ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες» πληροφόρησε τον αναιρεσείοντα σχετικά με τα συμπεράσματα του ιατρού Dalem και του κοινοποίησε σχέδιο αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματός του για αναγνώριση επαγγελματικής ασθενείας σύμφωνα με το άρθρο 21 της ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη. Παρ' όλ' αυτά, ο αναιρεσείων συνέχισε την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του ΚΥΚ διαδικασία και ζήτησε τη σύγκλιση της προβλεπόμενης από το άρθρο 23 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση ιατρικής επιτροπής.
19 Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, στις 13 Απριλίου 1993, η ιατρική επιτροπή (6) δεν κατέληξε, λόγω, μεταξύ άλλων, διαστάσεως απόψεων όσον αφορά τα αποτελέσματα των διαφόρων εργαστηριακών εξετάσεων, σε από κοινού αποδεκτό συμπέρασμα σχετικά με τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ της εκθέσεως του αναιρεσείοντος στον αμίαντο και του καρκινώματός του. Κατά συνέπεια, η εν λόγω επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τρεις νέες αναλύσεις με το ακόλουθο αποτέλεσμα: ο ιατρός De Vuyst ανεύρε 235 000 ίνες κροκιδόλιθου (κυανούς αμίαντος), αφοσίτη, ανθοφυλλίτη και χρυσοτίλη ανά γραμμάριο ξηρού ιστού, ο καθηγητής Donelli επιβεβαίωσε την παρουσία χρυσοτίλης και ο καθηγητής Woitowitz ανεύρε 350 000 ίνες κροκιδολίθου και αμοσίτη ανά γραμμάριο ξηρού ιστού καθώς και 300 000 ίνες χρυσοτίλη ανά γραμμάριο ξηρού ιστού.
20 Ύστερα από δεύτερη συνεδρίαση, στις 25 Φεβρουαρίου 1994, η ιατρική επιτροπή κατέθεσε, την 1η Μαρτίου 1994, τη γνωμάτευσή της που είχε ληφθεί κατά πλειοψηφία (ο καθηγητής Brochard διαφώνησε με τον ιατρό Cognigni και τον καθηγητή Maltoni). Σύμφωνα με την ιατρική επιτροπή, ο καρκίνος του πνεύμονα του αναιρεσείοντος έπρεπε να θεωρηθεί ως επαγγελματική ασθένεια. Η ολική διαρκής αναπηρία του αναιρεσείοντος ορίστηκε στο 100 %, αναδρομικώς από την ημερομηνία της πρώτης διαγνώσεως (Ιανουάριος 1990). Ενόψει των ανεξίτηλων σημαδιών (ουλές, παραμόρφωση του αριστερού μαστού, μείωση της μυϋκής ισχύος του αριστερού βραχίονα) και των σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών από τις οποίες είχε προσβληθεί ο αναιρεσείων, του χορηγήθηκε επιπλέον αποζημίωση 30 % βάσει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση.
21 Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1994, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ ΙΞ πληροφόρησε τον αναιρεσείοντα σχετικά με τα συμπεράσματα της ιατρικής επιτροπής με έγγραφο διατυπωμένο ως εξής:
«Σας πληροφορώ ότι το ποσοστό ολικής μόνιμης αναπηρίας σας έχει οριστεί σε 130 %, με τη διευκρίνιση ότι πρόκειται, στο στάδιο αυτό, για την οριστική διαιτησία των ιατρικού χαρακτήρα ζητημάτων που προέκυψαν από την αναγνώριση της επαγγελματικής σας ασθενείας.»
Προσέθεσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του ΚΥΚ, θα καταβληθεί στον αναιρεσείοντα κεφάλαιο ύψος 25 794 194 BFR. Το κεφάλαιο αυτό, το οποίο καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 28 Απριλίου 1994, αναλυόταν στα εξής στοιχεία:
ετήσιος βασικός μισθός 2 480 211 Ξ 8 19 841 688 BFR
BFR X 8
ποσοστό αναπηρίας Ξ 1,3
προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ζημία
που προβλέπεται στο άρθρο 14
της ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη 5 952 506 BFR
25 794 194 BFR
22 Στις 15 Μαου 1994, ο αναιρεσείων ζήτησε, μεταξύ άλλων, από την Επιτροπή
- να γνωστοποιήσει τα συμπεράσματα της ιατρικής επιτροπής στην επιτροπή αναπηρίας προκειμένου η τελευταία να τροποποιήσει τη γνωμάτευσή της και να αποφανθεί ότι η ολική του αναπηρία απορρέει από επαγγελματική ασθένεια·
- να δώσει στον αναιρεσείοντα προκαταβολή έναντι του ποσού των 25 794 194 BFR·
- να του καταβάλει τόκους επί του κεφαλαίου αυτού καθώς και τη διαφορά μεταξύ του μισθού του και της συντάξεώς του από τον Αύγουστο του 1991, καθώς και
- να του καταβάλει τρία εκατομμύρια ECU για ικανοποίηση ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων επισήμανε τα πταίσματα που είχε διαπράξει η Επιτροπή όσον αφορά την έκθεσή του σε σκόνη αμιάντου και την αντιμετώπιση της υποθέσεώς του.
23 Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, ο διευθυντής της διευθύνσεως Β «Δικαιώματα και υποχρεώσεις» της ΓΔ ΙΞ παρέσχε τα ζητηθέντα αριθμητικά στοιχεία πλην όμως απέρριψε τα λοιπά αιτήματα του αναιρεσείοντος.
24 Στις 15 Δεκεμβρίου 1994 ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της αποφάσεως που περιλαμβανόταν στο έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1994. Με απόφαση της 3ης Μαου 1995, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 29 Μαου 1995, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση αυτή.
25 Κατόπιν τούτου, ο αναιρεσείων άσκησε, στις 29 Αυγούστου 1995, αγωγή και ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
- να υποχρεώσει την Επιτροπή στη καταβολή της διαφοράς μεταξύ του μισθού του ως υπαλλήλου και της συντάξεώς του αναπηρίας, από 1ης Αυγούστου 1991 και μέχρι την ηλικία της προβλεπομένης από τον ΚΥΚ συνταξιοδοτήσεως (δηλαδή την 31η Ιανουαρίου 2006) για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που είχε υποστεί αυτός, ενώ η διαφορά αυτή υπολογίστηκε, προσωρινώς, στα 15 000 000 BFR + 12 500 000 BFR (7) και να προβεί στον υπολογισμό του πρώτου ποσού·
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό του 1 000 000 ECU για ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων ζήτησε τόκους, προς 10 % ετησίως, επί του κεφαλαίου των 25 794 194 BFR, ληφθέντος υπόψη ότι οι τόκοι αυτοί υπολογίστηκαν τον μετά την 1η Ιανουαρίου 1990 χρόνο ή, το αργότερο, μετά την 10η Ιουνίου 1991 και μέχρι της ολοσχερούς καταβολής του κεφαλαίου αυτού και εκτιμήθηκαν προσωρινώς στα 15 000 000 BFR.
Ο αναιρεσείων ζήτησε, στο μέτρο που παρίστατο ανάγκη, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Σεπτεμβρίου 1994.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 14ης Μαου 1998.
26 Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι η υλική ζημία που είχε υποστεί ο ενάγων λόγω της διαφοράς μεταξύ της συντάξεώς του αναπηρίας και του μισθού του ως υπαλλήλου μέχρι την ηλικία της συνταξιοδοτήσεώς του έπρεπε να θεωρηθεί ως πράγματι αποκατασταθείσα με το ποσό του κεφαλαίου των 25,8 εκατομμυρίων BFR που του έχει ήδη καταβληθεί βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ. Ομοίως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ηθική βλάβη του ενάγοντος έπρεπε να θεωρηθεί ως πράγματι ικανοποιηθείσα λόγω της καταβολής, στο πλαίσιο της χορηγήσεως του συνολικού ποσού, των 5,95 εκατομμυρίων BFR βάσει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε προβεί σε επικριτέα χρήση της σχετικής εξουσίας της εκτιμήσεως μη ζητώντας από την επιτροπή αναπηρίας, που είχε συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 78 του ΚΥΚ, να αποφανθεί επί της επαγγελματικής αιτίας της ασθενείας του ενάγοντος καθόν χρόνον εκκρεμούσε η προβλεπομένη από το άρθρο 73 του ΚΥΚ διαδικασία.
27 Αυτή ακριβώς η απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα στις 15 Ιουλίου 1998 και στηρίζεται, κατ' ουσίαν, σ' ένα και μόνο λόγο αντλούμενο από «την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση του κοινοτικού δικαίου». Ο λόγος αυτός αναιρέσεως διαιρείται σε τέσσερα σκέλη. Το πρώτο σκέλος αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράλειψη να εξετάσει όλα τα στοιχεία που συνιστούν την ευθύνη του κοινού δικαίου που υπέχει η Επιτροπή, δηλαδή το πταίσμα, τη ζημία και τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ του πταίσματος και της ζημίας· το Πρωτοδικείο περιορίστηκε, κατά τον αναιρεσείοντα, στο να διαπιστώσει ότι αυτός δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη ζημίας. Πράττοντας έτσι, το Πρωτοδικείο παρέλειψε, ιδίως, να προβεί σε διάκριση μεταξύ του δικαιώματος για πρόσθετη αποζημίωση βάσει της προπαρατεθείσας ζημίας και της αποζημιώσεως βάσει του ΚΥΚ. Το δεύτερο σκέλος αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εσφαλμένη εκτίμηση της υλικής ζημίας και ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων. Το τρίτο σκέλος αντλείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αυθαιρέτως συμπεριέλαβε, χωρίς την κατάλληλη αιτιολογία, την υλική ζημία και την ηθική βλάβη του νυν αναιρεσείοντος στο κεφάλαιο που του καταβλήθηκε στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των κοινοτικών υπαλλήλων. Το τέταρτο σκέλος αντλείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν κόλασε την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην εξέταση του σχετικού φακέλου επιδικάζοντας τόκους υπερημερίας.
28 Κατά συνέπεια, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο,
1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 14ης Μαου 1998 στην υπόθεση Τ-165/95, με την οποία απορρίφθηκαν, κατ' ουσίαν, τα αγωγικά αιτήματά του·
2) κατά συνέπεια, να δεχθεί τα πρωτοδίκως υποβληθέντα αιτήματά του, εξαιρουμένου του αιτήματός του για αποκατάσταση της υλικής ζημίας που είχε ορισθεί στα 12 500 000 BFR και αντιστοιχούσε στην υλική ζημία που είχε επέλθει συνεπεία ορισμένων πωλήσεων ακινήτων·
3) να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
29 Σύμφωνα με την Επιτροπή, η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν μέρει, απαράδεκτη και αβάσιμη στο σύνολό της. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι ο ενάγων δεν απέδειξε την ύπαρξη ζημίας υπερβαίνουσας τα ποσά που του καταβλήθηκαν, οπότε δεν παρίστατο ανάγκη να εξεταστούν κατά τρόπο πλέον εμπεριστατωμένο οι λοιπές προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται για τη διαπίστωση της υπάρξεως δικαιώματος προς αποζημίωση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε όσον αφορά τον προσδιορισμό της ζημίας. Κατ' αυτήν, ο αναιρεσείων προβάλλει εν προκειμένω άνευ λόγου ισχυρισμούς, πράγμα που είναι, στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως, απαράδεκτο. Η αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας απορρίπτεται επίσης από την Επιτροπή ως τουλάχιστον απαράδεκτη. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο αναιρεσείων επικρίνει τις διαπιστώσεις περί πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, πράγμα που συνεπάγεται το απαράδεκτο του επιχειρήματος αυτού, δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στην εξέταση νομικών ζητημάτων. Ομοίως, κατά την Επιτροπή, το τελευταίο επιχείρημα του αναιρεσείοντος εμπεριέχει, κατ' ουσίαν, πραγματικά στοιχεία που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας. Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος δεν περιέχουν κανένα στοιχείο που να επιτρέπει άλλη νομική εκτίμηση πλην αυτής του Πρωτοδικείου.
30 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο,
1) να κηρύξει απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Μαου 1998·
2) να απορρίψει τα αιτήματα του αναιρεσείοντος·
3) να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
Δ - Λόγοι αναιρέσεως
31 Ο αναιρεσείων, αναφερόμενος στο άρθρο 51 του Πρωτοκόλλου επί του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, στηρίζει την αίτησή του στην παραβίαση από το Πρωτοδικείου του κοινοτικού δικαίου. Ο λόγος αυτός διαιρείται σε τέσσερα σκέλη.
Πρώτο σκέλος: δικαίωμα για την αποκατάσταση της ζημίας, εξέταση των συνιστώντων την ευθύνη στοιχείων
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Με το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο το γεγονός ότι δεν εξέτασε όλα τα στοιχεία που συνιστούν την ευθύνη την οποία η Επιτροπή υπέχει, συμπληρωματικώς, κατά το κοινό δίκαιο, δηλαδή το πταίσμα, τη ζημία και τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ του πταίσματος και της ζημίας. Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, το δικαίωμα για μια τέτοια συμπληρωματική αποζημίωση προστίθεται, εν προκειμένω, στο δικαίωμα για παροχές δυνάμει του συστήματος του ΚΥΚ. Ο αναιρεσείων αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Laussink-Brummelhuis κατά Επιτροπής (8), σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να αποκλειστεί το δικαίωμα του υπαλλήλου να ζητήσει συμπληρωματική αποζημίωση «(...) στην περίπτωση που το όργανο φέρει την ευθύνη για το ατύχημα κατά το κοινό δίκαιο, οι δε παροχές του συστήματος που προβλέπει ο κανονισμός δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας». Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο του δικαιώματος για αποκατάσταση, επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να διαπιστωθεί η ευθύνη του εν λόγω οργάνου. Κατ' αυτόν, μόνο στο πλαίσιο μιας δευτέρας φάσεως, στην περίπτωση που έχει αποδειχθεί η ευθύνη αυτή, πρέπει να προσδιοριστεί η προς αποκατάσταση ζημία, λαμβανομένων υπόψη, ενδεχομένως, των παροχών που έχουν ήδη καταβληθεί βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Όμως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο το γεγονός ότι δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος της ευθύνης της Επιτροπής. Κανένα από τα προσαπτόμενα στην Επιτροπή πταίσματα δεν εξετάστηκε από το Πρωτοδικείο. Ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη παραλείποντας να εξετάσει το πταίσμα, τη ζημία και τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ του πταίσματος και της ζημίας. Τα προσαπτόμενα στην Επιτροπή πταίσματα είναι πολλά και ιδιαζόντως βαρέα. Τα θέματα αυτά, έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα, να εξεταστούν πριν καν τεθεί το ζήτημα του υποστατού της ζημίας.
33 Εξάλλου, ο αναιρεσείων θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πάσχει από νομική πλάνη λόγω του ότι το Πρωτοδικείο, περιοριζόμενο στο να εξετάσει το ζήτημα του υποστατού της ζημίας, προέβη, κακώς, σε σύγχυση μεταξύ δύο ανεξαρτήτων συστημάτων αποζημιώσεως. Ισχυρίζεται ότι τα βάσει των δύο αυτών συστημάτων δικαιώματα για αποζημίωση εμφανίζουν διαφορές αναφορικά με τα συνιστώντα αυτή στοιχεία και καταλήγουν σε διαφορετικές αποζημιώσεις.
34 Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, πρόκειται, αφενός, για ένα σύστημα κατ' αποκοπήν εκτιμήσεως στο πλαίσιο του άρθρου 73 του ΚΥΚ και, αφετέρου, για ένα σύστημα ευθύνης του κοινού δικαίου όσον αφορά τα διαπραχθέντα από ένα όργανο πταίσματα. Ο αναιρεσείων διευκρινίζει ότι η σύγκριση των δικαιωμάτων για αποζημίωση όσον αφορά τις δύο περιπτώσεις προϋποθέτει, παρ' όλ' αυτά, την προηγούμενη απόδειξη των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η ζημία, δηλαδή τη διαπίστωση της ολικής αναπηρίας και, εν προκειμένω, των βαρυνόντων την Επιτροπή πταισμάτων. Παρ' όλ' αυτά, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη παραλείποντας να αποφανθεί επί του ζητήματος των διαπραχθέντων από την Επιτροπή πταισμάτων.
35 Η Επιτροπή θεωρεί ότι από τη νομολογία σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας προκύπτει ότι, εφόσον δεν υφίσταται μία από τις προϋποθέσεις που θεμελιώνουν το δικαίωμα για αποζημίωση, ζήτημα ευθύνης του οικείου οργάνου δεν τίθεται. Κατ' αυτήν, καθώς ο αναιρεσείων δεν αποδεικνύει την ύπαρξη αποκαταστάσιμης ζημίας, ζήτημα ευθύνης της Επιτροπής δεν τίθεται, οπότε ουδεμία σημασία έχει το ζήτημα εάν συντρέχουν ή όχι οι λοιπές προϋποθέσεις. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη πραγματικής ζημίας αποτελεί την προϋπόθεση για να υφίσταται ευθύνη της Κοινότητας λόγω προσαπτομένης σε όργανο αυτής παρανόμου πράξεως. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης την απόφαση Leussink-Brummelhuis κατά Επιτροπής υποστηρίζοντας ότι, στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο εξέτασε τα συστατικά της ευθύνης στοιχεία μόνο και μόνο επειδή, σ' εκείνη ακριβώς την περίπτωση, η βάσει του ΚΥΚ αποζημίωση δεν ήταν επαρκής. Όμως, κατ' αυτήν, η εν λόγω απόφαση δεν επιτρέπει να συναχθεί η ύπαρξη κάποιας σειράς που πρέπει υποχρεωτικώς να ακολουθείται κατά την εξέταση διαφόρων στοιχείων στο πλαίσιο μιας αγωγής αποζημιώσεως. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ελλείψει ενός από τα κριτήρια αυτά, δεν υφίσταται δικαίωμα για αποζημίωση και δεν χρειάζεται να εξεταστεί εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Εξ αυτού συνάγει ότι το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε, επί του σημείου αυτού, σε νομική πλάνη.
36 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από τη σύγχυση μεταξύ δύο ανεξαρτήτων δικαιωμάτων για αποζημίωση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται καμιά νομική αρχή που να απαιτεί όπως η ζημία, δηλαδή το μέγεθος της ζημίας, εκτιμάται ανάλογα με τα διαπραχθέντα πταίσματα. Επισημαίνει ότι η αποζημίωση πρέπει πάντοτε να προσδιορίζεται ανάλογα με την όντως προκληθείσα ζημία.
Συζήτηση
37 Επιβάλλεται κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι το τυχόν δικαίωμα για αποκατάσταση διέπεται, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το πνεύμα του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, από τις κοινές στα δίκαια των κρατών μελών γενικές αρχές. Τούτο σημαίνει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, ότι πρέπει να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις:
- παράνομη ενέργεια των κοινοτικών οργάνων,
- υποστατό της ζημίας και
- η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας αυτής και της προβαλλομένης ζημίας (9).
38 Επί του σημείου αυτού το Πρωτοδικείο υπέμνησε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του (10), αναφερόμενο σε πάγια νομολογία, ότι, στο πλαίσιο μιας αγωγής αποζημιώσεως ασκουμένης από υπάλληλο, η στοιχειοθέτηση ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή διαφόρων προϋποθέσεων, ήτοι τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης στα όργανα ενέργειας, το υποστατό της προβαλλομένης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κατέληξε, εν προκειμένω, στο συμπέρασμα ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι υπάρχει πταίσμα της Επιτροπής, ευθύνη της Κοινότητας υφίσταται μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί το υποστατό ζημίας μη καλυπτομένης εξ άλλης πηγής.
39 Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο, στην υπό κρίση περίπτωση, το Πρωτοδικείο εξέτασε, στις σκέψεις 58 έως 105, το ζήτημα εάν ο ενάγων επικαλέστηκε βάσει αποδείξεων πραγματική ζημία, δηλαδή ζημία της οποίας η αποκατάσταση δεν έχει ήδη διασφαλιστεί από τις χορηγηθείσες από την Επιτροπή παροχές. Αφού το Πρωτοδικείο κατέληξε, στο πλαίσιο αυτής της εξαντλητικής εξετάσεως, στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται επιπλέον ζημία η οποία να πρέπει να αποκατασταθεί, έκρινε, στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, επί του σημείου αυτού, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί του ζητήματος αν η Επιτροπή διέπραξε πταίσμα δυνάμενο να συνεπάγεται την ευθύνη της.
40 Αντίθεται προς τη γνώμη του αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός ο τρόπος ενεργείας του Πρωτοδικείου συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 51 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
41 Ο αναιρεσείων θα μπορούσε να έχει δίκαιο μόνον εάν ισχυριζόταν ότι η ύπαρξη δικαιώματος για αποζημίωση εξαρτάται από τη συνδρομή των τριών προπαρατεθεισών προϋποθέσεων. Όμως, ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου ούτε η νομολογία του Πρωτοδικείου επιτρέπουν να συναχθεί ότι υφίσταται υποχρέωση εξετάσεως αυτών των προϋποθέσεων με συγκεκριμένη σειρά. Δεν βλέπω για ποιο λόγο - ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων προσκόμισε, επί του σημείου αυτού, αποδείξεις σχετικά με την ύπαρξη, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως κάποιου από τα κράτη μέλη επιτακτικής, υπό την έννοια αυτή, αρχής - θα έπρεπε, πρώτ' απ' όλα, να διαπιστωθεί πταίσμα του οικείου οργάνου πριν προσδιοριστεί, σε μια δεύτερη φάση, η πραγματική ζημία.
42 Έστω και αν φαίνεται δυσάρεστο για τον ενδιαφερόμενο το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν αποφαίνεται επί του ζητήματος του τυχόν παρανόμου χαρακτήρα της πράξεως ενός οργάνου, είναι λογικό το Πρωτοδικείο, έστω και για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, να περιορίζεται, στο πλαίσιο του σκεπτικού, σ' ένα και μόνο συστατικό στοιχείο το οποίο ελλείπει, όταν κάτι τέτοιο είναι ευχερέστερο.
43 Επιπλέον, ο αναιρεσείων δεν απέδειξε ότι έχει κάποιο άξιο έννομης προστασίας συμφέρον στο να αποφανθεί το Πρωτοδικείο, έστω και αν αυτό απέκλεισε την ύπαρξη ζημίας, επί του ζητήματος της υπάρξεως πταίσματος. Και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί αν η ανάγκη ιδιαίτερης προστασίας δικαιολογούνταν από την ανάγκη της διαπιστώσεως του προσαπτομένου στην Επιτροπή πταίσματος με σκοπό την αποζημίωση για τυχόν μελλοντικές ζημίες, πλην όμως κανένα επιχείρημα δεν προβλήθηκε υπό την έννοια αυτή. Τίποτε δεν εμποδίζει, σε περίπτωση μεταγενέστερης εμφανίσεως νέων ζημιών, να αξιώσει ο αναιρεσείων την αποκατάσταση αυτών εάν μια τέτοια αποκατάσταση δεν έχει ήδη επιτευχθεί.
44 Ομοίως, η εκδοθείσα στην υπόθεση Leussink-Brummelhuis κατά Επιτροπής απόφαση, που προβάλλεται από τους δύο διαδίκους, δεν επιτρέπει, αντίθετα προς τη γνώμη του αναιρεσείοντος, την κατάληξη σε άλλο αποτέλεσμα. Είναι αλήθεια ότι, στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο άρχισε, στο πλαίσιο μιας αγωγής αποζημιώσεως, την εξέταση του ζητήματος της ευθύνης από την προϋπόθεση της υπάρξεως πταίσματος, πριν προσδιορίσει την προς αποκατάσταση ζημία και πριν φθάσει, τέλος, στο πλαίσιο μιας τρίτης φάσεως, στην εξέταση του αιτιώδους συνδέσμου. Όμως, ενόψει της αποφάσεως εκείνης, προκύπτει επίσης ότι το Δικαστήριο εξέτασε, πρώτον, το ζήτημα εάν μπορεί να αναγνωριστεί στον ενάγοντα δικαίωμα για συμπληρωματική αποζημίωση, πλέον των παρασχεθεισών εκ του ΚΥΚ παροχών (11). Πράγματι, στην υπόθεση εκείνη, ο ενάγων είχε προβάλει τέτοιο δικαίωμα.
45 Στη σκέψη 13 της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το δικαίωμα ενός υπαλλήλου να ζητήσει συμπληρωματική αποζημίωση όταν το κοινοτικό όργανο είναι υπεύθυνο, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, για ένα ατύχημα και όταν οι παροχές του βάσει του ΚΥΚ συστήματος δεν αρκούν για τη διασφάλιση της πλήρους αποκαταστάσεως της προκληθείσας ζημίας. Το Δικαστήριο συνέχισε διαπιστώνοντας ότι πρέπει να εξεταστεί, δεύτερον, το ζήτημα αν η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για το ατύχημα και, ενδεχομένως, αφενός, εάν οι βάσει του ΚΥΚ παροχές είναι ανεπαρκείς για τη διασφάλιση της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας και, αφετέρου, εάν αποδεικνύεται επαρκώς κατά νόμο ο αιτιώδης σύνδεσμος.
46 Επομένως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε, πρώτον, το ζήτημα αν η προκληθείσα από τον ενάγοντα στην υπόθεση εκείνη ζημία μπορούσε πράγματι να αποκατασταθεί στο πλαίσιο μιας αγωγής αποζημιώσεως. Καθώς μια τέτοια ζημία δεν μπορούσε, ενόψει των ισχυρισμών του ενάγοντος, να αποκλειστεί, το Δικαστήριο εξέτασε όλες τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να υφίσταται δικαίωμα για αποζημίωση.
47 Και στην υπό κρίση περίπτωση το Πρωτοδικείο εξέτασε, πρώτον, το ζήτημα αν ο ενάγων υπέστη πράγματι ζημία η οποία θα έπρεπε να αποκατασταθεί από την Κοινότητα.
48 Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο αναιρεσείων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο, λόγω του ότι δεν εξέτασε το ζήτημα τυχόν πταίσματος, περιοριζόμενο, αντιθέτως, στο να μη δεχθεί την ύπαρξη πραγματικής ζημίας, υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την εξέταση του δικαιώματος του ενάγοντος για αποζημίωση.
49 Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Δεύτερο σκέλος: εσφαλμένη εκτίμηση της ζημίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
50 Συναφώς, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημίες, τόσο υλικής όσο και ηθικής φύσεως, οι οποίες δεν αποκαταστάθηκαν ούτε βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ ούτε βάσει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως. Θεωρεί ότι, καθώς το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το στοιχείο αυτό, η εκτίμηση στην οποία προέβη πάσχει από νομική πλάνη.
51 Η υλική ζημία που προβάλλει ο αναιρεσείων αφορά την απώλεια εισοδήματος εκ μισθών καθώς και άλλες περιουσιακής φύσεως ζημίες. Αναφορικά με την ηθική βλάβη που υπέστη, αναφέρει τη σωματική και επαγγελματική κατάπτωση, την αγωνία που συνδέεται με την υποχρέωση εργασίας εντός επικινδύνου για την υγεία περιβάλλοντος, το άγχος που συνδέεται με την ασθένειά του και τη μελλοντική της εξέλιξη, τον οφειλόμενο στην ασθένεια και τις εκ της εγχειρήσεως παρενέργειες σωματικό πόνο, τη μη αναγνώριση από την Επιτροπή της ευθύνης της και τη διάψευση της εμπιστοσύνης του στο όργανο.
52 Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, οι χορηγηθείσες δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ κατ' αποκοπήν παροχές δεν αντισταθμίζουν τη διαφορά μεταξύ της συντάξεώς του αναπηρίας και του μισθού του ως υπαλλήλου. Συναφώς, ο αναιρεσείων επικαλείται, ως ζημία, την απώλεια μελλοντικών μισθών. Θεωρεί ότι η παροχή των ποσών αυτών αποτελεί απλώς δικαιολογημένη συμπληρωματική αποζημίωση και όχι αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπερβαίνοντα τα προβλεπόμενα από το άρθρο 73 ποσά. Επί του σημείου αυτού, επιβάλλεται, κατ' αυτόν, να γίνει διάκριση μεταξύ αιτήματος που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ και αιτήματος στηριζομένου στην ευθύνη της Επιτροπής. Φρονεί ότι, δεδομένου ακριβώς ότι προβάλλει συμπληρωματικό αίτημα αποκαταστάσεως ζημίας, η εν λόγω αποκατάσταση δεν μπορεί να καλύπτεται ήδη από το άρθρο 73 του ΚΥΚ.
53 Εξάλλου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η παρασχεθείσα δυνάμει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση αποζημίωση δεν καλύπτει την ηθική του βλάβη. Ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη αποφαινόμενο, ιδίως, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως αφορά επίσης την ηθική βλάβη.
54 Εξάλλου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, είχε μνημονεύσει δύο δικαστικές αποφάσεις, συγκεκριμένα μια απόφαση του Cour de cassation (Γαλλία) της 3ης Δεκεμβρίου 1992 και μια απόφαση της Pretura corcondariale di Torino της 9ης Απριλίου 1997, και τούτο προκειμένου να καταδείξει ότι το ισχύον στα διάφορα κράτη μέλη κοινό δίκαιο είχε καταστήσει δυνατή, ιδίως στο πλαίσιο των «υποθέσεως αμιάντου», τη διαπίστωση ασυγχωρήτου πταίσματος του οικείου εργοδότη. Ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, στο πλαίσιο των προπαρατεθεισών αποφάσεων, τούτο είχε ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση ζημιών, τόσο υλικής όσο και ηθικής φύσεως, των ενδιαφερομένων μέσω της καταβολής σημαντικών αποζημιώσεων.
55 Παρ' όλ' αυτά, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κάνοντας δεκτό, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο νυν αναιρεσείων και τότε ενάγων δεν είχε προσκομίσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ποσό τέτοιου ύψους θα μπορούσε να επιδικαστεί, ως ικανοποίηση για ανάλογη ηθική βλάβη, από τα δικαστήρια των κρατών μελών. Ο αναιρεσείων παρατηρεί ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του είχαν συμπληρωματικό χαρακτήρα και ότι, σε περίπτωση που το Πρωτοδικείο θα έκρινε ότι δεν ήσαν επαρκώς λεπτομερείς, όφειλε αυτεπαγγέλτως να διασαφηνίσει την κατάσταση.
56 Αναφορικά με αυτό το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, η Επιτροπή προτείνει ένσταση απαραδέκτου. Ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να επαναλαμβάνει ή να αναδιατυπώνει λόγους και επιχειρήματα που έχει ήδη προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, ιδίως λόγους και επιχειρήματα που έχουν ήδη ρητώς απορριφθεί απ' αυτό. Για την Επιτροπή, η αιτίαση αυτή αποτελεί, όπως είναι επόμενο, νέο αίτημα εξετάσεως πραγματικών περιστατικών, που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας. Η Επιτροπή υπογραμμίζει το απαράδεκτο ενός τέτοιου αιτήματος στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως.
57 Επομένως η Επιτροπή εξετάζει, απλώς επικουρικώς, τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος.
58 Σύμφωνα με την Επιτροπή, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι συμπληρωματική αποζημίωση, διαφορετική αυτής που προβλέπεται από το άρθρο 73 του ΚΥΚ, μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν αποδεικνύεται ότι οι διατάξεις του ΚΥΚ δεν προβλέπουν την κατάλληλη αποζημίωση. Εξάλλου, το εν λόγω κοινοτικό όργανο φρονεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς προσδιόρισε τη ζημία του ενάγοντος, τόσο από υλική άποψη όσο και από την άποψη της ηθικής βλάβης. Πράττοντας έτσι, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η υλική ζημία που είχε προσδιοριστεί από τον ενάγοντα - επίσης και ακριβώς ενόψει της διαφοράς μεταξύ της συντάξεώς του αναπηρίας και του μισθού του ως υπαλλήλου μέχρι την ηλικία της συνταξιοδοτήσεώς του - πρέπει να θεωρηθεί ως έχουσα πράγματι αποκατασταθεί λόγω του κεφαλαίου που καταβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, δηλαδή περίπου 25 800 000 BFR. H Επιτροπή επισημαίνει ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι αντίθετο ούτε προς το άρθρο 73 του ΚΥΚ ούτε προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
59 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, λόγω της καταβολής στον τότε ενάγοντα, δυνάμει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως, του ποσού των 5 950 000 BFR πρέπει να θεωρηθεί ότι η ηθική βλάβη έχει όντως ικανοποιηθεί. Αναφορικά με τα λοιπά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την ηθική βλάβη, η Επιτροπή φρονεί ότι πρόκειται, εν προκειμένω, αποκλειστικά για προβαλλόμενες αλλά μη αποδεδειγμένες ζημίες.
60 Ομοίως, η Επιτροπή απορρίπτει ως απαράδεκτους τους ισχυρισμούς τους αναιρεσείοντος σχετικά με την εθνική νομολογία περί αποζημιώσεως. Ισχυρίζεται ότι πρόκειται σχετικώς για λόγο στρεφόμενο κατά μιας, εκ του περισσού, σκέψεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος εφόσον δεν μπορεί να συνεπάγεται την αναίρεση μιας αποφάσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι οι προπαρατεθείσες από τον αναιρεσείοντα δικαστικές αποφάσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό μιας ηθικής βλάβης και ότι, επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι ο ενάγων δεν είχε προσκομίσει κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να θεωρηθεί ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών θα επιδίκαζαν ικανοποίηση του ύψους που αξιώνει ο τελευταίος για ανάλογη ηθική βλάβη.
Συζήτηση
61 Πρέπει να σημειωθεί, κατ' αρχάς, ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται, με την επιχειρηματολογία του, στο να επαναλαμβάνει γεγονότα και αναλύσεις που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο εξετάσεως στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία. Όμως, δεδομένου ότι μια αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, στην εξέταση νομικών ζητημάτων, η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος επί του εξεταζομένου σημείου πρέπει, κατά πάγια νομολογία (12), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
62 Παρ' όλ' αυτά, θα εξετάσω, επικουρικώς, το ζήτημα του βασίμου της προβληθείσας αιτιάσεως. Ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ένας υπάλληλος των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων μπορεί, εκτός από την κατ' αποκοπήν αποζημίωση βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, να αξιώσει συμπληρωματική αποζημίωση μόνον εφόσον αποδεικνύεται, όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η προβλεπομένη από τον ΚΥΚ αποζημίωση δεν είναι επαρκής. Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει διαπιστώνοντας ότι, στην αντίθετη περίπτωση, η έννοια και ο στόχος της προβλεπομένης στο άρθρο 73 παροχής δεν θα επιτυγχάνονταν και ότι ο ενδιαφερόμενος θα καθίστατο αδικαιολογήτως πλουσιότερος. Τούτο απλώς σημαίνει ότι η πράγματι προσδιορισθείσα ζημία πρέπει να αντιπαρατεθεί προς τις παροχές που έχουν χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ ή του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως. Μόνο στην περίπτωση όπου οι καταβολές αυτές δεν αρκούν για την αποκατάσταση της ζημίας είναι δυνατό να απαιτηθεί συμπληρωματική αποζημίωση.
63 Ομοίως, κατά πάγια νομολογία (13), η αποζημίωση που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ ή του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως αφορά όχι μόνον τις οικονομικής φύσεως συνέπειες ενός ατυχήματος ή μιας επαγγελματικής ασθενείας, αλλά και τις συνέπειες επί της σωματικής ή ψυχικής υγείας.
64 Όσον αφορά τον προσδιορισμό της υλικής ζημίας του αναιρεσείοντος, το Πρωτοδικείο έκρινε, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 71 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η καταβολή συνολικού ποσού 25 800 000 BFR, δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, αποτελεί επαρκή αποζημίωση. Στη σκέψη 76 του αιτιολογικού της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο ρητώς εξέτασε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος σχετικά με τη διαφορά μεταξύ της συντάξεώς του αναπηρίας και του μισθού του ως υπαλλήλου μέχρι την ηλικία της συνταξιοδοτήσεώς του. Επί του σημείου αυτού, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι, έστω κι αν ληφθούν ως βάση τα 8 400 000 BFR που αξίωνε ο ενάγων ως αποζημίωση, ποσό που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί - η προκληθείσα ζημία έπρεπε να θεωρηθεί ως πράγματι αποκατασταθείσα. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, ακόμη κι αν αφαιρούνταν από τα 25 794 194 BFR τα 5 950 000 BFR που καταβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως, το εναπομένον ποσό υπερβαίνει το αξιούμενο ποσό, οπότε δεν υφίσταται πλέον ζημία.
65 Όμως, αν η υλική ζημία που πράγματι είχε υποστεί ο ενάγων αποκαστάθηκε πλήρως με τις χορηγηθείσες βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ παροχές, δεν μπορεί πλέον να ζητεί συμπληρωματική αποζημίωση. Επί του σημείου αυτού, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη απορρίπτοντας αυτόν τον ισχυρισμό, οπότε η αίτηση αναιρέσεως που στηρίζεται επί του ισχυρισμού αυτού είναι επίσης αβάσιμη.
66 Όσον αφορά την προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα ηθική βλάβη, δικαίως αυτός επισημαίνει ότι το άρθρο 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως δεν αφορά ρητώς τις ψυχολογικής φύσεως διαταραχές. Παρ' όλ' αυτά, τίθεται, και εδώ ακόμη, το ερώτημα, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, εάν, λόγω των χορηγηθεισών ως αποζημίωση παροχών, η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα ζημία δεν έχει ήδη αποκατασταθεί δεόντως. Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο έχει όντως συμβεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΥΚ ή της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως, το γεγονός αυτό εμποδίζει την τυχόν υποβολή αιτήματος συμπληρωματικής αποζημιώσεως.
67 Συναφώς, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε, στις σκέψεις 83 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, με βάση τη γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής, ο ενάγων εισέπραξε, δυνάμει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως, παράλληλα με το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, συμπληρωματική αποζημίωση 5 950 000 BFR προς αντιστάθμιση, μεταξύ άλλων, των φυσικών επιπτώσεων και των σοβαρών «ψυχολογικών» διαταραχών του. Επομένως, προκύπτει ότι, αντίθετα προς τη γνώμη του αναιρεσείοντος, το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα της ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης. Κατά τον προσδιορισμό της βλάβης στη σκέψη 87, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η βλάβη, εκτιμώμενη κατά δικαία κρίση, δεν μπορούσε να αντιστοιχεί σε ποσό ανώτερο των 5 950 000 BFR. Είναι αληθές ότι, κατ' αρχήν, μια ηθική βλάβη θα μπορούσε να εκτιμηθεί σε υψηλότερο ποσό. Αφενός, μια τέτοια βλάβη, δεν μπορεί να προσδιοριστεί λυσιτελώς παρά με βάση τον πίνακα ποσοστών αναπηρίας και, αφετέρου, ένας τέτοιος προσδιορισμός εξαρτάται, κατά τρόπο αποφασιστικό, από τη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση. Όμως, επειδή πρόκειται, εν προκειμένω, για μια εκδιδόμενη κατά διακριτική ευχέρεια απόφαση, το γεγονός και μόνον ότι, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, οι ιατρικές εκτιμήσεις διίστανται καταδεικνύει ότι ούτε η Επιτροπή ούτε το Πρωτοδικείο υπέπεσε εν προκειμένω σε νομική πλάνη.
68 Ενόψει της σκέψεως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει βεβαίως ότι, εάν υποτεθεί ότι, σύμφωνα με τα επιχειρήματα του ενάγοντος, το άρθρο 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως δεν επιτρέπει την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, η βλάβη αυτή έχει παρ' όλ' αυτά ικανοποιηθεί λόγω της καταβολής του προπαρατεθέντος ποσού. Το χορηγηθέν ποσό ικανοποιεί εν πάση περιπτώσει ολόκληρη την ηθική βλάβη του ενάγοντος.
69 Το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στη γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής και στην απόφαση της Επιτροπής προκειμένου να αρνηθεί την ύπαρξη βλάβης μη καλυπτόμενης από τις ήδη χορηγηθείσες παροχές. Ορθώς απέρριψε το αίτημα για συμπληρωματική αποζημίωση.
70 Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος σχετικά με την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη.
71 Παραλλήλως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η προβαλλόμενη μη συνεκτίμηση των προβαλλομένων από τον αναιρεσείοντα αποφάσεων δικαστηρίων των κρατών μελών. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, ο ενάγων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι θα ήταν δυνατό, σε παρόμοια περίπτωση, να επιδικαστεί, για ικανοποίηση ανάλογης ηθικής βλάβης, από τα δικαστήρια των κρατών μελών μεγαλύτερο ποσό όπως αυτό που ο ίδιος αξιώνει. Τούτο ακριβώς προκύπτει από τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι ορθώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι παρατιθείσες από τον ενάγοντα δικαστικές αποφάσεις δεν επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αποζημίωση που αυτός αξιώνει θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δικαίωμα για συμπληρωματική αποζημίωση. Είναι αληθές ότι, στις παρατιθέμενες δικαστικές αποφάσεις, πάντοτε διαπιστώθηκε ότι ο εργοδότης είχε διαπράξει ασυγχώρητο πταίσμα και, για τον λόγο αυτό, επιδικάστηκε αποζημίωση. Παρ' όλ' αυτά, τούτο δεν συνεπάγεται τη γένεση, παράλληλα με το δικαίωμα για αποζημίωση, βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ ή του άρθρου 14 της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως, αυτοτελούς δικαιώματος για συμπληρωματική αποζημίωση το οποίο, εν προκειμένω, θα υποχρέωνε την Επιτροπή να προβεί σε συμπληρωματικές καταβολές. Δεδομένου ότι η ζημία που υπέστη ο αναιρεσείων είναι δυνατόν, όπως έχει ανωτέρω αποδειχθεί, να θεωρηθεί ως έχουσα αποκατασταθεί, δεν υφίσταται δικαίωμα για συμπληρωματική αποζημίωση.
72 Επομένως, προκύπτει ότι αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Τρίτο σκέλος: έλλειψη αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
73 Κατά τον αναιρεσείοντα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πρωτοδικείου δεν περιλαμβάνει καμία αντικειμενική και ελέγξιμη αιτιολογία σχετικά με τον επαρκή χαρακτήρα των παροχών που ήδη χορηγήθηκαν για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Ισχυρίζεται ότι έλαβε απλώς αυτό που, εν πάση περιπτώσει, του οφειλόταν δυνάμει των διατάξεων του ΚΥΚ και της ρυθμίσεως περί ασφαλίσεως, πλην όμως, πέραν τούτου, ουδέν έλαβε ως αποζημίωση για τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν. Όμως, θεωρεί ότι δεν θα αποτελούσε παρά απλή απονομή δικαιοσύνης εάν η Επιτροπή, η οποία λόγω των ασυγχωρήτων πταισμάτων που διέπραξε έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του, υποχρεούνταν επίσης να του καταβάλει για τον λόγο αυτό αποζημίωση.
74 Η Επιτροπή αμφισβητεί, για περισσότερους του ενός λόγους, το παραδεκτό αυτής της επιχειρηματολογίας. Φρονεί, κατ' αρχάς, ότι τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος κείνται εκτός του πλαισίου του προβαλλομένου λόγου, δηλαδή της παραβιάσεως από το Πρωτοδικείο του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο αναιρεσείων όφειλε να επικαλεστεί την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας ισχυριζόμενος την ύπαρξη, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Πρωτοκόλλου του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, την ύπαρξη δικονομικής παρατυπίας. Ο αναιρεσείων όμως δεν ενήργησε έτσι. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, εξάλλου, ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να παρουσιάζει τα γεγονότα που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας. Επομένως, προσάπτει εκ νέου στο Πρωτοδικείο το ότι δεν προσδιόρισε ορθώς την προκληθείσα σ' αυτόν ζημία. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, επιπλέον, ο αναιρεσείων επιδιώκει την εκτίμηση της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας ανάλογα με τη βαρύτητα των διαπραχθέντων πταισμάτων. Όμως, σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτός ο τρόπος ενεργείας είναι προδήλως αντίθετος προς του πνεύμα του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Εκτός αυτού, η Επιτροπή προσθέτει ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο, αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αιτιολόγησε, στις σκέψεις 76 και 77 και πολύ περισσότερο στις σκέψεις 85 έως 87, την απόφασή του. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, στις σκέψεις αυτές, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προκληθείσα ζημία είχε αποκατασταθεί.
Συζήτηση
75 Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δικαίως θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτη. Περιορίζεται, κατ' ουσίαν, στο να παρουσιάζει γεγονότα και εξηγήσεις που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας. Από το δικόγραφο της αγωγής και τις παρασχεθείσες κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας διασαφηνίσεις, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επιζητεί στην πραγματικότητα νέα εκτίμηση των γεγονότων αυτών προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα για συμπληρωματική αποζημίωση.
76 Όμως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια τέτοια επιχειρηματολογία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι μια παροχή στο πλαίσιο αποκαταστάσεως μιας ζημίας δεν αποτελεί κύρωση έναντι του διαπράξαντος αυτήν, αλλά θεωρείται, αντιθέτως, ότι αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα που απορρέουν από το ζημιογόνο γεγονός. Επομένως, προκύπτει ότι το ζήτημα της βαρύτητας του πταίσματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό της προκληθείσας ζημίας. Εφόσον, στις σκέψεις 76 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η υλική ζημία που υπέστη ο ενάγων πρέπει να θεωρηθεί αποκατασταθείσα λόγω της καταβολής του κεφαλαίου και ότι, επί του σημείου αυτού, κάνει επίσης συγκριτικούς υπολογισμούς, η προβληθείσα εν προκειμένω από τον αναιρεσείοντα αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Το αποτέλεσμα πρέπει να είναι το ίδιο και όσον αφορά το ζήτημα της ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης, εφόσον, και εδώ επίσης, το Πρωτοδικείο κατέληξε, κατόπιν προσδιορισμού της πράγματι προκληθείσας βλάβης, στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο άλλη ζημία εκτός αυτής που είχε ήδη αποκατασταθεί με τις χορηγηθείσες παροχές. Και επί του σημείου αυτού παραπέμπω σε όσα ανέπτυξε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 83 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
77 Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι σκοπός της χορηγηθείσας στον τότε ενάγοντα παροχής ήταν η αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για την καταβολή μιας «κανονικής» συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου την οποία μπορεί ένας υπάλληλος να αναμένει δυνάμει των διατάξεων του ΚΥΚ. Επομένως, είναι δυνατό, εν ολίγοις, να ειπωθεί, σχετικά με την αιτίαση αυτή, ότι η εν λόγω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
Τέταρτο σκέλος: αποζημίωση λόγω της καθυστερήσεως που σημειώθηκε στην εξέταση από την επιτροπή αναπηρίας του σχετικού φακέλου
Επιχειρήματα των διαδίκων
78 Επί του σημείου αυτού, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπερέβη το περιθώριό της εκτιμήσεως απαιτώντας να έχει προηγουμένως περατωθεί η διαδικασία βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ πριν αρχίσει η σχετική για την αναπηρία έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 78 του ΚΥΚ. Σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, η επιτροπή αναπηρίας όφειλε επίσης να επιληφθεί του ζητήματος της υπάρξεως επαγγελματικής ασθενείας και όχι μόνον του ζητήματος της αναπηρίας. Ο αναιρεσείων φρονεί ότι, εάν είχε συμβεί τούτο, η επιτροπή αναπηρίας θα μπορούσε πιθανώς να διαπιστώσει ταχύτερα τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ασθενείας του και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του. Ο αναιρεσείων φρονεί ότι δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση λόγω της καθυστερήσεως που κατ' αυτόν τον τρόπο προκλήθηκε όσον αφορά την εξέταση της υποθέσεως αυτής. Ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει, κατ' ουσίαν, τα επιχειρήματα που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της αγωγής συνάγοντας εξ αυτών ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν κατέληξε στο συμπέρασμα περί υπάρξεως ζημίας προκληθείσας από τη σημειωθείσα στην εξέταση καθυστέρηση λόγω της στάσεως της Επιτροπής. Επιπλέον, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι δεν διαπιστώθηκε σ' αυτήν η επικριτέα εκ μέρους της Επιτροπής χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως.
79 Η Επιτροπή θεωρεί ότι και αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, εφόσον δεν διασαφηνίζονται επαρκώς σ' αυτό τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως και, επιπλέον, ότι πριλαμβάνει μόνον πραγματικά στοιχεία χωρίς να τα στηρίζει σε νομικά επιχειρήματα. Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη διότι το Πρωτοδικείο εξέτασε διά μακρών, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, τις δύο διαδικασίες που προβλέπονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 73 και στο άρθρο 78 του ΚΥΚ και ότι, στο κάτω κάτω της γραφής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής δεν πάσχει από πλάνη εκτιμήσεως.
Συζήτηση
80 Επιβάλλεται, εκ νέου, η διαπίστωση, κατ' αρχάς, ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περιορίζονται, κατ' ουσίαν, στην επανάληψη των γεγονότων που έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν δύναται, στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως, να επιληφθεί παρά μόνο νομικών ζητημάτων, πρέπει τα επιχειρήματα αυτά του αναιρεσείοντος να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
81 Εξάλλου, δεν μπορώ να αντιληφθώ ως προς ποιο σημείο το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη. Αναφερόμενος σε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι από τη σύγκριση μεταξύ των άρθρων 73 και 78 του ΚΥΚ καταφαίνεται ότι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές παροχές είναι διαφορετικές και ανεξάρτητες η μια της άλλης, και τούτο, μολονότι είναι δυνατό να χορηγηθούν παραλλήλως. Διευκρινίζει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες που μπορούν να καταλήξουν, όπως εξάλλου προκύπτει από το άρθρο 25 της ρυθμίσεως (14), σε διαφορετικές αποφάσεις. Η ΑΔΑ διαθέτει, ανάλογα με την περίπτωση, εξουσία εκτιμήσεως σχετικά, ενδεχομένως, με τον συντονισμό αυτών των δύο διαδικασιών. Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο διασαφηνίζει, στη σκέψη 137 της αποφάσεώς του, ότι δεν πρόκειται για περίσταση από την οποία εξαρτάται η νομιμότητα της μιας ή της άλλης διαδικασίας, οπότε η Επιτροπή δεν προέβη σε επικριτέα χρήση της σχετικής εξουσίας της εκτιμήσεως μη ζητώντας από την επιτροπή αναπηρίας, που είχε συσταθεί δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ, να αποφανθεί επί της επαγγελματικού χαρακτήρα αιτίας της ασθενείας του ενάγοντος, ενώ ήταν ακόμη εκκρεμής η προβλεπομένη από το άρθρο 73 του ΚΥΚ διαδικασία.
82 Θα υφίστατο ζήτημα επικριτέας εκ μέρους της Επιτροπής χρήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως μόνο στην περίπτωση όπου θα υφίστατο επιτακτικός για την Επιτροπή λόγος να υποβάλει στην κρίση της επιτροπής αναπηρίας το ίδιο ερώτημα με αυτό που είχε υποβληθεί στη συσταθείσα σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΥΚ επιτροπή. Όμως, ο αναιρεσείων δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιου επιτακτικού λόγου. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν παρέχει άλλες διευκρινίσεις, η επιχειρηματολογία αυτή επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
83 Ανακεφαλαιώνοντας, η γνώμη μου είναι ότι ο αντλούμενος από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Δικαστικά έξοδα
84 Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν μια αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη το Δικαστήριο αποφαίνεται και επί των εξόδων. Δεδομένου ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Ε - Πρόταση
85 Για τους λόγους αυτούς το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ως εξής:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Απόφαση της 14ης Μαου 1998, Τ-165/95, Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. Ι. Α-203 και ΙΙ-627).
(2) - Στον πίνακα ποσοστών αναπηρίας, οι συντελεστές που εφαρμόζονται σε περίπτωση μερικής μονίμου αναπηρίας μνημονεύονται υπό τη μορφή ποσοστού του κεφαλαίου που προβλέπεται για την περίπτωση ολικής διαρκούς αναπηρίας. Για τις μη προβλεπόμενες από τον πίνακα αυτόν περιπτώσεις, ο βαθμός αναπηρίας καθορίζεται κατ' αναλογία με τα απαριθμούμενα σ' αυτόν κριτήρια.
(3) - Ο αναιρεσείων είχε ήδη τύχει, το 1953, φαρμακευτικής αγωγής λόγω προσβολής του αριστερού άνω λοβού του πνεύμονα και παρέμεινε επί δέκα μήνες σε σανατόριο.
(4) - Τον Μάρτιο του 1990 και τον Ιούνιο του 1991 έγιναν νέες αναλύσεις δειγμάτων αφαιρεθέντος πνευμονικού ιστού. Και στις δύο περιπτώσεις ανευρέθησαν σωματίδια αμιάντου στα δείγματα. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. σκέψεις 11 και 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
(5) - Την επιτροπή αναπηρίας αποτελούσαν οι εξής τρεις ιατροί: ο ιατρός Cognigni (ορισθείς από τον αναιρεσείοντα), ο ιατρός Mancini (ορισθείς από την Επιτροπή) και ο ιατρός Maltoni (ορισθείς από τους δύο προπαρατεθέντες ιατρούς).
(6) - Την επιτροπή αποτελούσαν ο ιατρός Cognigni (που είχε οριστεί από τον αναιρεσείοντα), ο ιατρός Brochard (που είχε οριστεί από την Επιτροπή) και ο ιατρός Maltoni (που είχε οριστεί από τους δύο προπαρατεθέντες ιατρούς).
(7) - Ο αναιρεσειών ζήτησε αποζημίωση για τις ζημίες που προέκυψαν από την υπ' αυτού προβληθείσα ως αναγκαία πώληση ορισμένων ακινήτων. Ο προσφεύγων υπολόγισε προσωρινώς την εκ της πωλήσεως αυτής ζημία στα 12 500 000 BFR.
(8) - Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, 169/83 και 136/84 (Συλλογή 1986, σ. 2801, σκέψη 13).
(9) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 197/80 έως 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Ludwigshafener Walzmόhle κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 3211, σκέψη 18), και της 29ης Απριλίου 1993, C-182/91, Forafrique Burkinabe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2161, σκέψη 21).
(10) - Βλ. σκέψη 56 της αποφάσεως (που έχει προπαρατεθεί στην υποσημείωση 1).
(11) - Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση, σκέψεις 10 επ.
(12) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 48), και της 28ης Μαου 1998, C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-3175, σκέψη 24).
(13) - Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1979, 152/77, Β κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 393, σκέψη 14).
(14) - Το άρθρο 25 της ρυθμίσεως ορίζει ότι: «Η αναγνώριση ολικής ή μερικής διαρκούς αναπηρίας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως και της παρούσας ρύθμισης, δεν προδικάζει κατά κανένα τρόπο την εφαρμογή του άρθρου 78 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως και αντίστροφα».
Full & Egal Universal Law Academy