Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Ο Pretore της Φλωρεντίας (Ιταλία) ζητεί διευκρινίσεις για την ερμηνεία που επιβάλλεται να δοθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1997, στην υπόθεση Job Centre (στο εξής: απόφαση Job Centre ΙΙ) και για τις επιπτώσεις που συνεπάγεται η απόφαση αυτή επί της εσωτερικής έννομης τάξεως.
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες περί του αν οι ιδιώτες δύνανται να επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται με τα άρθρα 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ), ούτως ώστε ο εθνικός δικαστής να μην εφαρμόζει τις αντικείμενες στα άρθρα αυτά εθνικές διατάξεις, και ρωτά αν ορισμένες διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι ασυμβίβαστες με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 90 και 86 της Συνθήκης.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
2. Ο G. Carra, η A. Colombo και η B. Gianassi διώκονται για το έγκλημα που προβλέπεται και κολάζεται από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 110 του ποινικού κώδικα και των άρθρων 1, 11 και 27 του νόμου 264, της 29ης Απριλίου 1949 (στο εξής: νόμος του 1949), διότι ασκούσαν από κοινού, για κερδοσκοπικούς σκοπούς, δραστηριότητα μεσολαβήσεως για εύρεση εργασίας τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 1993, όσον αφορά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, και τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 1994, όσον αφορά την τελευταία. Οι διατάξεις που φέρονται παραβιασθείσες επιφυλάσσουν το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως της μεσολαβητικής δραστηριότητας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως εργασίας στα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας.
3. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η υπεράσπιση ζήτησε την απαλλαγή των κατηγορουμένων, διότι οι προβλεπόμενες από τις προαναφερθείσες διατάξεις ποινικές κυρώσεις κατέστησαν ανεφάρμοστες κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Job Centre ΙΙ.
ΙΙΙ - Η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία
4. Στην Ιταλία, η αγορά εργασίας υπόκειται σε υποχρεωτικό σύστημα ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού, το οποίο διαχειρίζονται δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας. Το σύστημα αυτό ρυθμίζεται από τον νόμο του 1949, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του οποίου:
«Απαγορεύεται οποιαδήποτε δραστηριότητα ευρέσεως εργασίας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται δωρεάν, άπαξ η εύρεση εργασίας ανατίθεται στα εγκεκριμένα γραφεία.»
5. Κάθε δραστηριότητα ευρέσεως εργασίας αντίθετη προς τη διάταξη αυτή και η πρόσληψη εργαζομένων κατ' άλλο τρόπο εκτός της μεσολαβήσεως του δημοσίου γραφείου ευρέσεως εργασίας μπορεί να επισύρει, κατά τον ίδιο νόμο, ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις. Επί πλέον, οι συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονται κατά παράβαση των κανόνων αυτών μπορούν να ακυρωθούν από τα δικαστήρια, κατόπιν καταγγελίας του δημοσίου γραφείου ευρέσεως εργασίας και αιτήσει της εισαγγελικής αρχής. Η καταγγελία πρέπει να υποβληθεί εντός ενός έτους από της προσλήψεως του εργαζομένου.
6. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του νόμου 1369, της 23ης Οκτωβρίου 1960 , απαγορεύει την παρεμβολή μεσαζόντων και παρενθέτων προσώπων στις σχέσεις εργασίας. Κατά το άρθρο αυτό:
«Απαγορεύεται στους επικεφαλής επιχειρήσεων να αναθέτουν σε τρίτους υπό μορφή εργολαβίας ή υπεργολαβίας ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή, ακόμη και σε συνεταιρισμούς, την εκτέλεση απλών παροχών εργασίας μέσω της απασχολήσεως εργατικού δυναμικού προσληφθέντος και αμειβομένου από τον εργολάβο ή τον υπεργολάβο, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση της εργασίας ή υπηρεσίας στην οποία αναφέρονται οι παροχές.
Στους επικεφαλής επιχειρήσεων απαγορεύεται επίσης να αναθέτουν σε μεσάζοντες, ασχέτως αν πρόκειται για υπαλλήλους, τρίτους ή ακόμη και συνεταιρισμούς, εργασίες που πρέπει να εκτελεστούν έναντι κατ' αποκοπήν αμοιβής από εργαζομένους που προσλαμβάνονται και αμείβονται από τους μεσάζοντες αυτούς.»
7. Το άρθρο 2 αυτού του νόμου προβλέπει χρηματικές ποινές σε περίπτωση παραβάσεως της απαγορεύσεως αυτής, με την επιφύλαξη των ποινικών επίσης κυρώσεων που προβλέπονται σε περίπτωση παραβάσεως του νόμου του 1949.
Ο νόμος 196, της 24ης Ιουνίου 1997 (στο εξής: νόμος του 1997), που περιέχει διατάξεις σχετικές με την προώθηση της απασχολήσεως, προβλέπει ότι μόνον οι επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στα μητρώα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κάτοχοι αδείας που εκδίδει το ίδιο Υπουργείο μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα της ευρέσεως προσωρινής εργασίας.
8. Το νομοθετικό διάταγμα 469, της 23ης Δεκεμβρίου 1997 (στο εξής: διάταγμα του 1997), που τέθηκε σε ισχύ στις 9 Ιανουαρίου 1998, αναθέτει στις περιφέρειες και άλλους τοπικούς οργανισμούς καθήκοντα και αποστολές σε θέματα αγοράς εργασίας. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του διατάγματος αυτού προβλέπει ότι η δραστηριότητα της μεσολαβήσεως για εύρεση εργασίας ή προσωπικού μπορεί να ασκηθεί, ύστερα από προηγούμενη έγκριση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων, από συνεταιριστικές εταιρίες με καταβεβλημένο κεφάλαιο όχι κατώτερο των 200 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών (ITL), καθώς και από μη εμπορικούς οργανισμούς, τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων δεν είναι κατώτερα των 200 εκατομμυρίων ITL. Κατά την παράγραφο 13 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του νόμου του 1949 και οι επακόλουθες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις δεν εφαρμόζονται στα πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας μεσολαβήσεως για εύρεση εργασίας ή προσωπικού.
IV - Τα προδικαστικά ερωτήματα
9. Με διάταξη της 20ης Ιουνίου 1998, ο Pretore της Φλωρεντίας αποφάσισε ν' αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ):
«1) Έχουν οι διατάξεις των άρθρων 86 και 90 [της Συνθήκης ΕΚ], όπως έχουν ερμηνευθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 11ης Δεκεμβρίου 1997, άμεσο αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να μην επιβάλλουν γενική και απόλυτη απαγόρευση ασκήσεως δραστηριοτήτων μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας και, κατά συνέπεια, υποχρεώνουν τα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν ως μη αξιόποινη οποιαδήποτε ιδιωτική δραστηριότητα μεσολαβήσεως για εύρεση εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικές περί επιβολής ποινικών κυρώσεων διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας;
2) ρέπει τα άρθρα 86 και 90 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα σύστημα, όπως αυτό που προκύπτει από τις τροποποιητικές διατάξεις του νόμου 196 της 24ης Ιουνίου 1997 και του νομοθετικού διατάγματος 469 της 23ης Δεκεμβρίου 1997, συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως;»
V - Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
10. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα δύο προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα διότι είναι προδήλως αλυσιτελή.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, κατόπιν της αποφάσεως Job Centre ΙΙ, οι εθνικές ρυθμίσεις τροποποιήθηκαν με το διάταγμα του 1997, με το οποίο καταργήθηκε η απόλυτη απαγόρευση που ίσχυε έως τότε. Οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται από τον νόμο του 1949 δεν εφαρμόζονται πλέον ως προς εκείνους οι οποίοι, όπως οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη, άσκησαν δραστηριότητα μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας προ της θέσεως του διατάγματος σε ισχύ.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι είναι απαράδεκτο, διότι αφορά εκτίμηση του συμβατού της εθνικής ρυθμίσεως με το κοινοτικό δίκαιο και, επί πλέον, διότι η ρύθμιση αυτή δεν έχει εφαρμογή στα επίδικα πραγματικά περιστατικά, λόγω της αρχής της μη αναδρομικής ισχύος των κανόνων δικαίου.
11. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όταν εφαρμόζεται σε σχέση με το άρθρο 86, δημιουργεί δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Επομένως, απόκειται στον εθνικό δικαστή να εξακριβώσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθόρισε το Δικαστήριο στην απόφασή του Job Centre ΙΙ και, αν αυτό ισχύει, να αρνηθεί την εφαρμογή των εν λόγω ποινικών διατάξεων.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν υπέβαλε παρατηρήσεις επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
12. Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα τρία κριτήρια που προκύπτουν από την απόφαση Job Centre ΙΙ πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύουν σωρευτικώς. Υπενθυμίζει επίσης ότι τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης επάγονται άμεσο αποτέλεσμα και ότι η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου καθιστά ανεφάρμοστους τους κανόνες ποινικού δικαίου που αντιτίθενται σ' αυτό. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το άμεσο αποτέλεσμά τους δεν καθιστά αυτομάτως νόμιμη οποιαδήποτε ιδωτική δραστηριότητα μεσολαβήσεως για εύρεση εργασίας ή προσωπικού. Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι, ελλείψει ενδείξεων ως προς την περίοδο της δραστηριότητας των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει απαράδεκτο το ερώτημα.
VI - Εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
13. Με το πρώτο ερώτημά του, ο Pretore ζητεί να μάθει, κατ' αρχάς, αν τα άρθρα 90 και 86 της Συνθήκης, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της παρατεθειμένης αποφάσεως, έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
14. Το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένα ότι, ακόμη και στο πλαίσιο του άρθρου 90, η απαγόρευση του άρθρου 86 της Συνθήκης επάγεται άμεσο αποτέλεσμα και γεννά υπέρ των πολιτών δικαιώματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν .
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν εμμέσως και πολλές άλλες αποφάσεις .
15. Στην απόφαση Job Centre ΙΙ, το Corte d'appello του Μιλάνου απηύθυνε στο Δικαστήριο τρία ερωτήματα, εκ των οποίων το τρίτο συμπίπτει, κατ' ουσίαν, με το υπό εξέταση σήμερα ερώτημα .
Στις από 15 Μα_ου 1997 προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Elmer υιοθέτησε άποψη ανάλογη με αυτή που εξέθεσα ανωτέρω. ιο συγκεκριμένα, στο σημείο 59 σημειώνει:
«Τέλος, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, έχει άμεσο αποτέλεσμα. Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. ράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι πολίτες μπορούν να επικαλούνται τις προαναφερθείσες διατάξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία υποχρεούνται, επομένως, να αγνοούν κάθε εθνικό μέτρο ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις αυτές.»
Το γεγονός ότι, στην απόφασή του, το Δικαστήριο δεν εξέτασε ρητώς το ζήτημα της δυνατότητας άμεσης επικλήσεως από ιδιώτες της εν λόγω απαγορεύσεως οφείλεται ενδεχομένως στο ότι θεώρησε ότι η καταφατική απάντηση προέκυπτε εν όψει των λοιπών αρχών του δικαίου καθώς και από τη νομολογία του .
16. Τελικώς, επιβάλλεται να δοθεί στον Pretore της Φλωρεντίας η απάντηση, όσον αφορά το πρώτο τμήμα του πρώτου ερωτήματός του, ότι η απαγόρευση που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 1, και του άρθρου 86 έχει άμεσο αποτέλεσμα, με την έννοια ότι δημιουργεί για τους πολίτες δικαιώματα τα οποία οφείλουν τα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν.
17. Ο αιτών δικαστής ρωτά στη συνέχεια, πάντοτε στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματός του, αν τούτο το άμεσο αποτέλεσμα υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν ως μη αξιόποινη οποιαδήποτε ιδιωτική δραστηριότητα μεσολαβήσεως για εύρεση εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρέπει να εφαρμόζονται οι περί επιβολής ποινικών κυρώσεων σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
18. Η απάντηση στο διπλό τούτο ερώτημα βρίσκεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου.
19. ρέπει να υπομνησθεί, σχετικώς, ότι επιχείρηση διαθέτουσα μονοπώλιο εκ του νόμου κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης και ότι το έδαφος ενός κράτους μέλους, επί του οποίου εκτείνεται το μονοπώλιο, μπορεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως .
20. Επιβάλλεται επίσης η παρατήρηση ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης δεν απαγορεύει τη δεσπόζουσα θέση καθεαυτή, αλλά απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της θέσεως. Επομένως, στο πλαίσιο του άρθρου 90, παράγραφος 1, δεν είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά η κατάσταση δεσπόζουσας θέσεως που απορρέει από την άσκηση αποκλειστικών δικαιωμάτων, αλλά είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά το γεγονός ότι επιχείρηση που της έχουν δοθεί τέτοιου είδους δικαιώματα οδηγείται από τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις να εκμεταλλευθεί καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της .
21. Όσον αφορά την επίδικη δραστηριότητα στην παρούσα υπόθεση, ήτοι τη μεσολάβηση μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται παράβση του άρθρου 90, παράγραφος 1, εφόσον τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού οδηγούνται κατ' ανάγκη να παραβαίνουν το άρθρο 86 της Συνθήκης, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού δεν είναι προδήλως σε θέση να ανταποκριθούν στη ζήτηση στην αγορά εργασίας, για όλα τα είδη δραστηριοτήτων·
- η πραγματική άσκηση των δραστηριοτήτων ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού από ιδιωτικές επιχειρήσεις καθίσταται αδύνατη λόγω διατηρήσεως σε ισχύ νομοθετικών διατάξεων που απαγορεύουν τις δραστηριότητες αυτές επ' απειλή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων·
- οι εν λόγω μεσολαβητικές δραστηριότητες μπορούν να καλύπτουν και πολίτες ή το έδαφος άλλων κρατών μελών .
22. Επομένως, από την απόφαση Job Centre ΙΙ δύναται να συναχθεί ότι ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι το γεγονός της αποκλειστικής προς ορισμένους δημοσίους οργανισμούς αναθέσεως της δραστηριότητας της μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας με νομικές διατάξεις απαγορεύουσες στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να ασκούν τέτοιες δραστηριότητες επ' απειλή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, αλλά το γεγονός ότι το μονοπώλιο αυτό ασκείται σε κατάσταση όπου τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας δεν είναι προδήλως ικανά να ικανοποιήσουν, για όλα τα είδη δραστηριοτήτων, τη ζήτηση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας. Επί πλέον, για να εμπλέκεται το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει οι εν λόγω δραστηριότητες ευρέσεως εργασίας να μπορούν να εκτείνονται σε κατοίκους ή στην επικράτεια των λοιπών κρατών μελών.
Ως φαίνεται, οι τρεις προϋποθέσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του Job Centre ΙΙ έχουν χαρακτήρα σωρευτικό. Ανταποκρίνονται αντιστοίχως στις αναγκαίες προϋποθέσεις της «καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως», της «απονομής αποκλειστικών δικαιωμάτων» και των «επιπτώσεων επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών».
23. Αν, όπως φαίνεται ότι έχουν τα πράγματα, το ιταλικό καθεστώς που επιφυλάσσει την εν λόγω δραστηριότητα σε δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας, επί της συμφωνίας του οποίου με το κοινοτικό δίκαιο καλείται να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο, συνοδεύεται από ενδεχόμενες ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις, το δικαστήριο αυτό οφείλει ακόμη να εξετάσει το ερώτημα αν τα γραφεία που ευνοούνται από το εκ του νόμου μονοπώλιο είναι σε θέση να ικανοποιήσουν, για όλα τα είδη των δραστηριοτήτων, τη ζήτηση που παρουσιάζει η αγορά εργασίας και αν οι εν λόγω δραστηριότητες ευρέσεως εργασίας μπορούν να εκτείνονται σε κατοίκους ή στην επικράτεια των λοιπών κρατών μελών.
24. Αν υποτεθεί ότι συντρέχουν αυτές οι περιστάσεις, ο Pretore ζητεί επίσης να μάθει ποιες συνέπειες θα έχει επί του εσωτερικού δικαίου η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου.
25. Αρκεί να υπομνησθεί η κρίση στην οποία προέβη το Δικαστήριο στις 13 Ιουλίου 1972 με την απόφασή του στην υπόθεση 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλίας . Έκρινε, συγκεκριμένα, ότι το κοινοτικό δίκαιο συνεπάγεται «για τις αρμόδιες εθνικές αρχές αυτοδίκαιη απαγόρευση εφαρμογής της εθνικής διατάξεως που κρίθηκε ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη και, ενδεχομένως, υποχρέωση λήψεως κάθε μέτρου προς διευκόλυνση της πραγματοποιήσεως της πλήρους ενεργείας του κοινοτικού δικαίου».
Το Δικαστήριο διευκρίνισε τις συνέπειες της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου με όρους ιδιαιτέρως σαφείς και κατηγορηματικούς στην απόφαση που εξέδωσε στις 9 Μαρτίου 1978 στην υπόθεση Simmenthal . Έκρινε ότι «ο εθνικός δικαστής, στον οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη κυριαρχικά ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε δια της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διαδικασία».
26. Με άλλα λόγια, η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου απαιτεί, όσον αφορά την παρούσα περίπτωση, να αποστεί ο εθνικός δικαστής, εφόσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν στην απόφαση Job Centre ΙΙ, από την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως, όποια κι αν είναι η φύση της, η οποία αποδεικνύεται ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο.
27. Η Ιταλική Κυβέρνηση εμμένει στο απαράδεκτο αυτού του ερωτήματος επειδή, κατά την άποψή της, οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος του 1949 δεν εφαρμόζονται σ' εκείνους οι οποίοι, όπως οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη, άσκησαν δραστηριότητα μεσολαβήσεως προ της θέσεως σε ισχύ του διατάγματος του 1997. Φρονώ ότι ο φάκελος δεν περιέχει επαρκή στοιχεία που θα επέτρεπαν να ερμηνευθούν χωρίς αμφιβολίες οι διατάξεις του διατάγματος του 1997 με την απαλλακτική έννοια που τους αποδίδει η Ιταλική Κυβέρνηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αποφανθούν επί της εφαρμογής και του περιεχομένου αυτού του συστήματος κυρώσεων στο εσωτερικό δίκαιο.
28. Δεδομένων των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του Pretore της Φλωρεντίας ότι η απαγόρευση που απορρέει από τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δημιουργεί για τους πολίτες δικαιώματα τα οποία οφείλουν να προστατεύουν τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, ένα εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να υποχρεούται να μην εφαρμόσει εσωτερική διάταξη ασυμβίβαστη με αυτή την απαγόρευση.
Επί πλέον, ένα κράτος μέλος παραβαίνει το άρθρο 90, παράγραφος 1, όταν δημιουργεί καταστάσεις που οδηγούν κατ' ανάγκη τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού να παραβαίνουν το άρθρο 86. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν συντρέχουν οι προεκτεθείσες προϋποθέσεις: πρόδηλη αδυναμία ανταποκρίσεως στη ζήτηση· απαγόρευση της ιδιωτικής ασκήσεως της δραστηριότητας ευρέσεως εργασίας και δυνατότητα επεκτάσεως στους πολίτες ή στο έδαφος άλλων κρατών μελών.
VII - Εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
29. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ απαγορεύουν ένα σύστημα όπως αυτό που δημιουργήθηκε με τον νόμο του 1997 και με το διάταγμα του 1997.
30. Ο Pretore δεν διευκρινίζει τα συγκεκριμένα στοιχεία του συστήματος του 1997 που μπορούν να υποχρεώσουν την επιχείρηση στην οποία έχουν απονεμηθεί αποκλειστικά δικαιώματα να εκμεταλλεύεται καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα θέση της. Δεν σημειώνει επιπλέον τον λόγο για τον οποίο εκτιμά ότι ο έλεγχος της συμφωνίας του συστήματος αυτού με το κοινοτικό δίκαιο χρησιμεύει για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας συνέβησαν προ της θεσπίσεώς του.
31. Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο αυτό ερώτημα θα μπορούσε να κηρυχθεί απαράδεκτο, για τον λόγο ότι ο εθνικός δικαστής δεν προσδιόρισε με επαρκή ακρίβεια το νομικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να ενταχθεί η αιτουμένη ερμηνεία και ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η αναμενόμενη απάντηση ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης .
32. Ωστόσο, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση η απάντηση που επιβάλλεται να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα δεν μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή που προτείνω να δοθεί στο πρώτο, κρίνω ότι είναι προτιμότερο να επανέλθω σ' αυτό . Εφιστώ μάλιστα ιδιαίτερη προσοχή στη συγκεκριμένη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, στον αφηρημένο χαρακτήρα που πρέπει να έχει η απάντηση καθώς και στο τεκμήριο λυσιτέλειας που πρέπει να διέπει τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια .
33. Επομένως, εθνική ρύθμιση όπως αυτή που καθορίστηκε με τον νόμο του 1997 και με το διάταγμα του 1997 είναι ασυμβίβαστη με την απαγόρευση που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 90, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω σημειωθείσες τρεις προϋποθέσεις: πρόδηλη αδυναμία ανταποκρίσεως στη ζήτηση· απαγόρευση του να ασκούν ιδιώτες τη δραστηριότητα της ευρέσεως εργασίας και δυνατότητα επεκτάσεως της δραστηριότητας στους πολίτες ή στο έδαφος άλλων κρατών μελών. Στον εθνικό δικαστή απόκειται να εξακριβώσει αν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις.
VII - ρόταση
34. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε ο Pretore circondariale της Φλωρεντίας:
«1) Η απαγόρευση που απορρέει από τα άρθρα 86 και 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δημιουργεί για τους πολίτες δικαιώματα τα οποία οφείλουν να προστατεύουν τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, ένα εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να υποχρεούται να μην εφαρμόσει εσωτερική διάταξη ασυμβίβαστη με αυτή την απαγόρευση.
2) Κράτος μέλος παραβαίνει το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όταν δημιουργεί καταστάσεις που οδηγούν κατ' ανάγκη τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού να παραβαίνουν το άρθρο 86 της Συνθήκης. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού δεν είναι προδήλως σε θέση να ανταποκριθούν στη ζήτηση στην αγορά εργασίας, για όλα τα είδη δραστηριοτήτων·
- η πραγματική άσκηση των δραστηριοτήτων ευρέσεως εργασίας ή προσωπικού από ιδιωτικές επιχειρήσεις καθίσταται αδύνατη λόγω διατηρήσεως σε ισχύ νομοθετικών διατάξεων που απαγορεύουν τις δραστηριότητες αυτές επ' απειλή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων·
- οι εν λόγω μεσολαβητικές δραστηριότητες μπορούν να εκτείνονται στους πολίτες ή στο έδαφος άλλων κρατών μελών.
Full & Egal Universal Law Academy