Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, το Βέλγιο ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση 98/358/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μα_ου 1998, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1994 , στο μέτρο που με την απόφαση αυτή όσον αφορά το προσφεύγον αποκλείστηκε από την κοινοτική χρηματοδότηση, ποσό ύψους 382 208 436 βελγικών φράγκων (BEF) για δαπάνες προπληρωμής επιστροφών λόγω εξαγωγής.
2. Η Επιτροπή στήριξε την ανωτέρω απόφασή της σε επαληθεύσεις του βελγικού συστήματος ελέγχου κατά τα έτη 1993 και 1994. Οι ίδιες έρευνες και οι βάσει αυτών διαπιστωθείσες σοβαρές ελλείψεις, κατά την άποψη της Επιτροπής, αποτέλεσαν την αιτία ήδη για την απόφαση 97/333/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 . Το Βέλγιο προσέβαλε και την απόφαση αυτή ομοίως. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή με την απόφαση της 18ης Μα_ου 2000 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως C-242/97 .
3. Το Βέλγιο στηρίζει την παρούσα προσφυγή σε όλους τους προβληθέντες στην υπόθεση C-242/97 λόγους και, πέραν τούτων, προβάλλει ορισμένους συμπληρωματικούς λόγους. Η Επιτροπή απαντά με ανάλογο τρόπο.
4. Δεν ενδείκνυται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας να επανεξεταστεί διεξοδικώς η επιχειρηματολογία που προβλήθηκε στην υπόθεση C-242/97. Αντιθέτως, η εξέταση της διαφοράς πρέπει να περιοριστεί στα σημεία τα οποία εξακολουθούν να είναι αναπάντητα μετά την έκδοση της αποφάσεως της 18ης Μα_ου 2000.
5. Κατά συνέπεια, οι παρούσες προτάσεις περιορίζονται:
- στο αν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η προσφυγή όταν αντί για κατάθεση νέων πλήρων υπομνημάτων γίνεται παραπομπή στα υπομνήματα μιας προγενέστερης υποθέσεως (υπό Α)·
- στην επέκταση των διορθώσεων για το έτος 1994 (υπό Β)·
- στα επιχειρήματα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το ειδικό σύστημα ελέγχου που έχει θεσπιστεί στο Βέλγιο για τον μαλακό σίτο (υπό Γ) ·
- στο επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η διόρθωση στον τομέα των δημητριακών δεν μπορούσε να επεκταθεί στο καθεστώς προπληρωμής-αποθηκεύσεως (υπό Δ) ·
- στον ισχυρισμό της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι, εκτός του ελεγκτή, τρεις ακόμη υπάλληλοι στο τελωνείο του Dendermonde (γαλλικά: Termonde) ήσαν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο στον τομέα του βοείου κρέατος (υπό Ε) ·
- στον ισχυρισμό ότι κατά την αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος στην αποθήκη του Sivafrost χρησιμοποιήθηκαν λεπτομερείς κατάλογοι αποθηκεύσεως (υπό ΣΤ) ·
- στην πλάνη της Επιτροπής η οποία ισχυρίστηκε ότι τμήμα του ελεγχθέντος στο Dendermonde κρέατος ήταν κρέας αγελαδινό, μολονότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για κρέας αρρένων βοών (υπό Ζ) .
6. Κατά τα λοιπά - ιδίως όσον αφορά το νομικό πλαίσιο και τα ήδη κριθέντα ζητήματα - παραπέμπω στην απόφαση της 18ης Μα_ου 2000 και στις προτάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1999 επί της υποθέσεως C-242/97.
ΙΙ - Αιτήματα
7. Με την προσφυγή που ασκήθηκε στις 17 Ιουλίου 1998 το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει την απόφαση 98/358/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μα_ου 1998, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1994, καθόσον με την απόφαση αυτή αποκλείστηκε από την κοινοτική χρηματοδότηση, εις βάρος του προσφεύγοντος, ποσό ύψους 382 208 436 BEF το οποίο αντιπροσωπεύει δαπάνες για την προπληρωμή επιστροφών λόγω εξαγωγής·
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
8. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή του Βασιλείου του Βελγίου·
2) να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ - Νομική εκτίμηση
Α - αραδεκτό της προσφυγής
9. Κατ' αρχάς πρέπει να εξεταστεί αν στην παρούσα διαδικασία πρέπει να ληφθεί υπόψη η συλλήβδην παραπομπή της Βελγικής Κυβερνήσεως στα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς που ανέπτυξε στην υπόθεση C-242/97.
10. Κατά το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει τουλάχιστον συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Σε ποιο βαθμό επιτρέπεται αντί της συνοπτικής αυτής εκθέσεως να γίνεται παραπομπή σε άλλα έγγραφα - ιδίως σε υπομνήματα που αφορούν άλλες διαδικασίες -, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεως.
11. Το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε με την απόφαση ICI κατά Επιτροπής ότι ο κοινοτικός δικαστής κρίνει το ζήτημα αυτό ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως και επί της βάσεως αυτής απορρίπτει την παραπομπή σε υπομνήματα που αφορούν από άποψη αντικειμένου άσχετες υποθέσεις. Ωστόσο, το ρωτοδικείο δέχθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση την παραπομπή σε υπομνήματα που κατατέθηκαν στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, δεδομένου ότι οι διάδικοι, οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι ήσαν οι ίδιοι, αμφότερες οι προσφυγές ασκήθηκαν την ίδια ημέρα, αμφότερες οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον του ιδίου τμήματος, ανατέθηκαν στον ίδιο εισηγητή δικαστή και αφορούν από άποψη αντικειμένου ζητήματα του δικαίου του ανταγωνισμού στην ίδια αγορά.
12. Κατ' αρχάς, πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του ρωτοδικείου, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι τα εσωτερικά μέτρα οργανώσεως ενός δικαστηρίου - ορισμός τμήματος και εισηγητή δικαστή - δεν πρέπει να ασκούν επιρροή στο ποιες θα είναι οι επιπτώσεις ορισμένων μέτρων για τους διαδίκους. Κατ' αρχάς, αρκεί το ότι δύο υποθέσεις είναι επαρκώς συναφείς μεταξύ τους προκειμένου να γίνει δεκτή η παραπομπή αυτή. Εν προκειμένω, η συνάφεια αυτή προκύπτει από τη σε μεγάλο βαθμό ενιαία διοικητική διαδικασία (έρευνες, ανταλλαγή αλληλογραφίας, προσπάθεια συμβιβασμού κ.λπ.), που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση των προσβαλλομένων στο πλαίσιο των δύο υποθέσεων αποφάσεων. Επίσης, συμπίπτουν οι διάδικοι. Ως εκ τούτου, υπάρχει απόλυτη λογική συνέπεια στο γεγονός ότι αμφότερες οι προσφυγές στηρίζονται στους ίδιους λόγους. Αντιθέτως, το γεγονός ότι οι δύο προσφυγές δεν ασκήθηκαν την ίδια ημέρα, είναι ήσσονος σημασίας.
13. Κατά συνέπεια, η παραπομπή της Βελγικής Κυβερνήσεως στα υπομνήματα που κατέθεσε στην υπόθεση C-242/97 είναι παραδεκτή. Αντιστοίχως, το ίδιο ισχύει και για τις παραπομπές της Επιτροπής.
Β - Επέκταση των διορθώσεων στο οικονομικό έτος 1994
Επιχειρήματα των διαδίκων
14. Το Βέλγιο προβάλλει ότι οι έλεγχοι της Επιτροπής αναφέρονται ρητώς στα οικονομικά έτη 1992 και 1993, όχι όμως στο οικονομικό έτος 1994. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Βελγικής Κυβερνήσεως υποστήριξε την άποψη ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν ήσαν κατάλληλοι για την απόδειξη της υπάρξεως πλημμελειών κατά το οικονομικό έτος 1994. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν έπρεπε να προβεί βάσει των ελέγχων αυτών σε διορθώσεις για το οικονομικό έτος 1994.
15. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διεξήγαγε τους ελέγχους της τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο του 1994 και ότι οι έλεγχοι αυτοί αφορούν και τη διοικητική πρακτική των βελγικών αρχών κατά το οικονομικό έτος 1994. Το ότι στα σχετικά χωρία των προαναφερθέντων εγγράφων μνημονεύονται μόνον τα έτη 1992 και 1993 δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι και για το 1994 η βελγική πρακτική δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου και ότι κατά συνέπεια η εκκαθάριση των λογαριασμών έπρεπε να διορθωθεί.
Εκτίμηση
16. Η Επιτροπή διεξήγαγε τις έρευνές της το 1994. Οι έρευνες αυτές συμπεριέλαβαν και τις πρακτικές ελέγχου που εφάρμοζαν κατά το χρονικό αυτό σημείο οι βελγικές αρχές. Βεβαίως, κακώς αυτό δεν αναφέρθηκε στην επικεφαλίδα των ανακοινώσεων των ερευνών, ωστόσο, οι βελγικές αρχές έπρεπε ήδη λόγω του χρονικού σημείου και το αργότερο κατά τη διεξαγωγή των ερευνών να αντιληφθούν ότι οι έρευνες αυτές θα αφορούσαν και το οικονομικό έτος 1994. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα των ερευνών της για την απόφασή της σχετικά με τη διόρθωση της εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1994 . Εξάλλου, στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε και το όργανο συμβιβασμού στο οποίο προσέφυγε το Βέλγιο.
17. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος προσφυγής.
Γ - Η επέκταση των διορθώσεων στον τίτλο του προϋπολογισμού για τον μαλακό σίτο
18. Το Βέλγιο βάλλει κατά της επεκτάσεως των διορθώσεων στον τίτλο του προϋπολογισμού για τον μαλακό σίτο. Κατά το Βέλγιο, η Επιτροπή δεν ερεύνησε τον σημαντικότερο εξαγωγέα μαλακού σίτου, ήτοι την επιχείρηση U.B.Μ. η οποία κατά το οικονομικό έτος 1994 έλαβε το 90 % των επιστροφών λόγω εξαγωγής στον τίτλο του προϋπολογισμού για τον μαλακό σίτο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε ανεπαρκή πραγματικά στοιχεία.
19. Το Βέλγιο υποστήριξε με το από 2 Φεβρουαρίου 1998 υπόμνημα απαντήσεως επί της υποθέσεως C-242/97 ότι θέσπισε με έγγραφο των βελγικών υπηρεσιών προς την U.B.Μ. της 15ης Μαρτίου 1994 ένα ειδικό σύστημα ελέγχου . Από το έγγραφο αυτό συνάγεται ότι τα μέτρα έπρεπε να εφαρμοστούν από 1ης Απριλίου 1994.
20. Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να τονίσω ότι η Επιτροπή όρισε με την απόφαση C(97) 515 τελικό της 24ης Φεβρουαρίου 1997 ότι νέα πραγματικά περιστατικά για τη διαπίστωση της εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1994 έπρεπε να προβληθούν έως την 28η Φεβρουαρίου 1997.
21. Η προβολή νέων πραγματικών περιστατικών μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής με το δικόγραφο της προσφυγής δεν επιτρέπεται. Τούτο προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 που προβλέπει τα εξής:
«Είναι δυνατό να διαβιβάζονται συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή μέσα σε μια προθεσμία που αυτή θα καθορίσει λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο εργασίας που απαιτείται για την παροχή των πληροφοριών αυτών. Εκτός από την περίπτωση ανωτέρας βίας, αν δεν διαβιβαστούν οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες μέσα στην προκαθορισμένη προθεσμία, η Επιτροπή θα λαμβάνει αποφάσεις επί τη βάση των στοιχείων που έχει στην κατοχή της, εκτός αν καθυστερημένη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.»
22. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δύναται να απορρίψει τη χρηματοδότηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής, αν ο προσφεύγων προσκόμισε μεν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, πλην όμως όχι εντός της προθεσμίας που όρισε η Επιτροπή .
23. Αυτή η αποκλειστική προθεσμία δικαιολογείται σε κάθε περίπτωση όταν - όπως εν προκειμένω - έχουν παρέλθει άνω των δύο ετών από τους ελέγχους της Επιτροπής και έχει επίσης ήδη κινηθεί μια διαδικασία συμβιβασμού. Με τον τρόπο αυτό το θιγόμενο κράτος μέλος είχε αρκούντως την ευκαιρία να επισημάνει στην Επιτροπή ανακριβείς διαπιστώσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά.
24. Κατά συνέπεια, είναι δυνατό και στην παρούσα διαδικασία να μη ληφθούν υπόψη τα προαναφερθέντα - το πρώτον στη διαδικασία της υποθέσεως C-242/97 εκ νέου προβληθέντα - πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, η διόρθωση της εκκαθαρίσεως λογαριασμών και για τον τίτλο προϋπολογισμού για τον μαλακό σίτο είναι νόμιμη, ο δε σχετικός λόγος προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
25. Εξάλλου, η Επιτροπή προέβαλε χωρίς το προσφεύγον να την αντικρούσει ότι η επιχείρηση Amylum, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο των ερευνών της Επιτροπής, εξήγαγε μαλακό σίτο. Κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Επιτροπής τόνισε, επίσης χωρίς να αντικρουστεί από το προσφεύγον, ότι στην περίπτωση της επιχειρήσεως Amylum ήδη από το 1988 είχε διαταχθεί με υπηρεσιακό έγγραφο η λήψη ειδικών μέτρων ελέγχου τα οποία ωστόσο ουδέποτε εφαρμόστηκαν.
26. Τέλος, η Επιτροπή προέβαλε χωρίς να αντικρουστεί από το προσφεύγον ότι η U.B.Μ. κατά το οικονομικό έτος 1994 έλαβε το 83,3 % των επιστροφών της πριν από την 1η Απριλίου 1994. Κατά συνέπεια, το ειδικό σύστημα ελέγχου μπορούσε να καλύψει μικρό μόνο τμήμα των επιστροφών του Βελγίου για τον τίτλο του προϋπολογισμού για τον μαλακό σίτο.
Δ - Επί της επεκτάσεως της διορθώσεως στην προπληρωμή-αποθήκευση στον τομέα των σιτηρών
27. Στις προτάσεις επί της υποθέσεως C-242/97 η επιχειρηματολογία του Βελγίου σχετικά με τη διόρθωση της εκκαθαρίσεως λογαριασμών για την προπληρωμή-αποθήκευση στον τομέα των σιτηρών εκτέθηκε ως εξής:
«H Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής (επικουρικώς) ότι είχε ήδη επισημάνει στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού ότι μια διόρθωση στον τομέα των σιτηρών δεν έπρεπε να αφορά δαπάνες που δεν μπορούσαν να καταλογιστούν στο σύστημα της προπληρωμής των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Δεδομένου ότι οι επαληθεύσεις της Επιτροπής αφορούσαν μόνον αυτή την προπληρωμή, δεν έπρεπε να συμπεριληφθούν στη διόρθωση άλλοι τομείς. Στο υπόμνημα απαντήσεως εκτίθεται περαιτέρω ότι οι επαληθεύσεις αφορούσαν μόνον την προπληρωμή για μεταποίηση. Για τον λόγο αυτό, το Βέλγιο απέκλεισε τους πίνακες τιμολογίων που αφορούν μη προοριζόμενα για μεταποίηση δημητριακά. Τα ποσά αυτά που αφορούν την προπληρωμή για αποθεματοποίηση εκ πλάνης δεν αναφέρθηκαν από το Βέλγιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού. Τα στοιχεία αυτά ήσαν όμως προσιτά στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συμβιβασμού, όπως δείχνει ένα έγγραφο της BBIR της 25ης Σεπτεμβρίου 1996.»
28. Το Δικαστήριο απέρριψε, δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, αυτά τα επιχειρήματα του Βελγίου που προβλήθηκαν στην υπόθεση C-242/97 ως εκπρόθεσμα μέσα επιθέσεως . Αντιθέτως, στην εν προκειμένω διαδικασία η Βελγική Κυβέρνηση προέβαλε αυτά τα μέσα επιθέσεως τουλάχιστον από δικονομική άποψη εμπροθέσμως.
29. Ωστόσο, η Επιτροπή προέβαλε ήδη με το υπόμνημα ανταπαντήσεως που κατέθεσε στο πλαίσιο της διαδιακασίας για την υπόθεση C-242/97 κατά τρόπο τεκμηριωμένο ότι δύο από τις εταιρίες στις οποίες διεξήχθησαν οι έρευνες είχαν συμμετάσχει και στη διαδικασία της προπληρωμής-αποθηκεύσεως και ότι οι έρευνες αφορούσαν και το καθεστώς αυτό. Το Βέλγιο δεν αντέκρουσε τα επιχειρήματα αυτά. Κατά συνέπεια, η επέκταση των διορθώσεων στο καθεστώς της προπληρωμής-αποθηκεύσεως είναι κατ' αρχήν σύννομη.
30. Επιπλέον, πέραν της προαναφερθείσας δικονομικής προθεσμίας για την προβολή νέων μέσων επιθέσεως, η οποία τηρήθηκε εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ανωτέρω εκτεθείσα απαγόρευση προβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας . έραν τούτου, το Βέλγιο προέβαλε το πρώτον μετά τις 28 Φεβρουαρίου 1997 τον πραγματικό ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν ήλεγξε κατά τις έρευνές της την εφαρμογή της διαδικασίας της προπληρωμής-αποθηκεύσεως στο Βέλγιο. αρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της Βελγικής Κυβερνήσεως η προβολή του ανωτέρω πραγματικού ισχυρισμού δεν προκύπτει από την αίτηση για την κίνηση της διαδικασίας συμβιβασμού. Στην αίτηση αυτή παρατίθενται απλώς αριθμητικά στοιχεία που αποκλίνουν από τα στοιχεία της Επιτροπής και τα οποία δεν αιτιολογούνται διεξοδικότερα. Δεδομένου ότι ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με άλλον τρόπο πριν από την προθεσμία που καθόρισε η Επιτροπή, η προβολή του απαγορεύεται κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1703/72. Κατά συνέπεια, δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη.
31. Ως προς το γεγονός ότι το Βέλγιο παραπέμπει σε ένα έγγραφο της βελγικής υπηρεσίας παρεμβάσεως και επιστροφών της 25ης Σεπτεμβρίου 1996, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να γνωρίζει το έγγραφο αυτό.
32. Κατά συνέπεια, και αυτός ο λόγος προσφυγής είναι απορριπτέος.
Ε - Το προσωπικό του τελωνείου Dendermonde στον τομέα του βοείου κρέατος
33. Το Βέλγιο υποστήριξε για πρώτη φορά στο από 3 Ιουλίου 1997 δικόγραφο της προσφυγής του στο πλαίσιο της υποθέσεως C-242/97 ότι στο τελωνείο του Dendermonde όχι μόνον ένας αλλά τρεις υπάλληλοι ήσαν επιφορτισμένοι με τους ελέγχους στον τομέα του βοείου κρέατος οι οποίοι διεκπεραίωναν τις διοικητικές διατυπώσεις και ένας ακόμη υπάλληλος ο οποίος απασχολείτο αποκλειστικά με την επαλήθευσή τους μέσω ελέγχου των εμπορευμάτων . Κατά συνέπεια, τέσσερις υπάλληλοι εν συνόλω ασχολούνταν με τους ελέγχους.
34. Ο εκπρόσωπος της Βελγικής Κυβερνήσεως προέβαλε κατά την προφορική διαδικασία επιπλέον ότι το Βέλγιο ήδη με απόφαση της 22ας Μα_ου 1995 είχε επισημάνει ότι στο Dendermonde πέραν των υπαλλήλων που διεξήγαγαν τους ελέγχους υπήρχε ένας ακόμη υπάλληλος που ασκούσε εποπτεία.
35. Συναφώς, επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι η γνωμοδότηση της 22ας Μα_ου 1995 δεν στηρίζει τους ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής, αλλά αντιθέτως τους αναιρεί. Ο ισχυρισμός ότι στο Dendermonde υπήρχε ένας επιπλέον υπάλληλος που ασκούσε εποπτεία ουδόλως αναιρεί τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η πραγματική διενέργεια των ελέγχων είχε ανατεθεί σε έναν και μόνον ελεγκτή. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός αυτός συνάδει με το αρχικό πόρισμα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο μια υπάλληλος ήταν επιφορτισμένη με τους ελέγχους των τριών μεγαλυτέρων βελγικών εξαγωγέων βοείου κρέατος, ο δε βοηθός της ζύγιζε και μετρούσε τα χαρτοκιβώτια.
36. έραν τούτων, ο πραγματικός ισχυρισμός που περιέχεται στο δικόγραφο της προσφυγής ότι στο Dendermonde υπήρχαν τρεις ακόμη υπάλληλοι που ασχολούνταν με τους ελέγχους προβλήθηκε το πρώτον μετά τις 28 Φεβρουαρίου 1997 και ως εκ τούτου ήταν εκπρόθεσμος . Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
37. Επομένως, και αυτός ο λόγος προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
ΣΤ - Επί του συστήματος ελέγχου στη Sivafrost (τομέας βοείου κρέατος) κατά το έτος 1994
38. Η απόφαση C-242/97 διαλαμβάνει τα εξής:
«Έκτον, η Βελγική Κυβέρνηση αρνείται ότι το μόνο μέσον αναγνωρίσεως της ταυτότητας των διαφόρων αποθηκευμένων στην αποθήκη Sivafrost χαρτοκιβωτίων ήταν ένα φύλλο χαρτιού στερεωμένο επί μιας σανίδας, το οποίο έφερε την ένδειξη των αριθμών των δηλώσεων πληρωμής και ότι, επομένως, ήταν δυνατή η αντικατάσταση των αποθηκευμένων χαρτοκιβωτίων στην εν λόγω αποθήκη. Ισχυρίζεται ότι τα αποθηκευμένα χαρτοκιβώτια είχαν ετικέτες από τις οποίες φαίνονταν η φύση, το βάρος και ο αριθμός του εμπορεύματος. Εξάλλου, η αποθήκη Sivafrost είχε χρησιμοποιήσει από το 1994 καταλόγους εναποθηκεύσεως που περιείχαν τα ίδια στοιχεία με τις ετικέτες, πράγμα το οποίο καθιστούσε δυνατό να επαληθευτεί αν τα χαρτοκιβώτια είχαν εγκαταλείψει την αποθήκη.
ρέπει να παρατηρηθεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις, στις οποίες ήταν βασισμένη η απόφαση της Επιτροπής, ήσαν ανακριβείς. Ειδικότερα, μη έχοντας ισχυρισθεί ότι εφάρμοσε το σύστημα καταρτίσεως λεπτομερών καταλόγων αποθηκεύσεως κατά το οικονομικό έτος 1993, περίοδο στην οποία αναφέρεται η εκκαθάριση των λογαριασμών, η Βελγική Κυβέρνηση δεν ανέτρεψε την αιτίαση της Επιτροπής σχετικά με την ανεπαρκή αναγνώριση της ταυτότητας των σανίδων.»
39. Με τα ανωτέρω το Δικαστήριο δεν κατέληξε σε κάποια διαπίστωση σχετικά με το αν το σύστημα των καταλόγων αποθηκεύσεως κατά το 1994 παρείχε επαρκή προστασία από τον κίνδυνο αντικαταστάσεως των χαρτοκιβωτίων.
40. Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να διαπιστωθεί ότι το Βέλγιο δεν προσδιορίζει κανένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο θεσπίσεως του συστήματος των καταλόγων αποθηκεύσεως κατά το οικονομικό έτος 1994. Είναι απλώς γνωστό ότι στις αποθήκες Sivafrost κατά τον χρόνο των ελέγχων της Επιτροπής τηρούνταν κατάλογοι. Το σύστημα αυτό όμως εισήχθη σε ολόκληρο το Βέλγιο για πρώτη φορά το 1995. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι καθόλη τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1994 τηρούνταν σε ολόκληρο το Βέλγιο κατάλογοι αποθηκεύσεως.
41. Επιπλέον, στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως C-242/97 η Επιτροπή τόνισε ότι οι ελεγχθέντες κατάλογοι αποθηκεύσεως δεν είχαν σχέση ούτε με δήλωση πληρωμής ούτε κατέστησαν δυνατή την αναγνώριση χαρτοκιβωτίων τα οποία βρέθηκαν πάνω σε ξύλινο χώρισμα. Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείτο τότε η αναγνώριση των προϊόντων έγινε μόνο βάσει των δηλώσεων πληρωμής οι οποίες ήταν στερεωμένες πάνω στα ξύλινα χωρίσματα. Εντούτοις, επιβάλλεται να γίνεται η αναγνώριση των κατ' ιδίαν χαρτοκιβωτίων και να σφραγίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε το περιεχόμενό τους να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί. Το Βέλγιο δεν κατόρθωσε να αποδείξει με ποιο τρόπο οι κατάλογοι αποθηκεύσεως ήταν δυνατό να έχουν παρόμοια αποτελέσματα.
42. Ακόμη και αν η χρησιμοποίηση των καταλόγων αυτών είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση του ελέγχου στις αποθήκες Sivafrost, πρέπει να τονιστεί ότι αυτό αφορούσε ένα μόνον από τα ένδεκα ειδικά σημεία που ισχύουν στον τομέα του βοείου κρέατος. Η απόδειξη του ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς το σημείο αυτό δεν θα απαιτούσε την ελάττωση των ποσοστών μειώσεως των εκκαθαρίσεων λογαριασμών. Τέλος, η Επιτροπή μπορεί κατά πάγια νομολογία να αρνηθεί την επιβάρυνση του ΕΓΤΕ με το σύνολο των δαπανών, αν διαπιστώσει ότι δεν υφίστανται επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου . Κατά συνέπεια, και αυτός ο λόγος προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Ζ - Επί της εσφαλμένης διαπιστώσεως της συνοπτικής εκθέσεως
43. Το σημείο αυτό αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής στη συνοπτική έκθεση ότι ένα τμήμα των ελεγχθέντων στο Dendermonde κρεάτων ήταν αγελαδινό κρέας, ενώ επρόκειτο στην πραγματικότητα για κρέας αρρένων βοών. Η Επιτροπή έχει ήδη συνομολογήσει αυτό το σφάλμα της στο πλαίσιο της υποθέσεως C-242/97 . Κατά συνέπεια, ορθώς το Βέλγιο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε συναφώς σε σφάλμα. Ωστόσο, στο πλαίσιο της υποθέσεως C-242/97 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σφάλμα αυτό δεν επηρεάζει τη διόρθωση της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1993 στην οποία προέβη η Επιτροπή. Κατ' αναλογία, αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για την υπό κρίση απόφαση.
Η - Σύνοψη
44. Εν ολίγοις επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μόνον ο προηγούμενος λόγος προσφυγής του Βελγίου, ήτοι ένας και μόνον, ευσταθεί, για τον οποίον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως C-242/97 ότι δεν δύναται να πλήξει την υπόσταση της αποφάσεως της Επιτροπής. Αντιθέτως, οι διαπιστωθείσες από την Επιτροπή ανεπάρκειες που εξακολουθούν να υφίστανται είναι σοβαρές.
45. Συνεπώς, ουδείς λόγος συντρέχει και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας να γίνουν δεκτά εν όλω ή εν μέρει τα αιτήματα του Βελγίου. Ιδίως δεν πρέπει να μειωθούν οι συνολικοί συντελεστές μειώσεως που εφάρμοσε η Επιτροπή στους τομείς των σιτηρών ή του βοείου κρέατος.
46. Ενδεχομένως, διαφορετική θα μπορούσε να ήταν η έκβαση της υποθέσεως αν το Βέλγιο είχε προτείνει εμπροθέσμως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας όλες τις ενστάσεις που προέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή οι διάδικοι θα ήταν σε θέση να παράσχουν από κοινού διασαφήσεις για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά πράγμα που δεν είναι πλέον δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
47. Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
IV - Δικαστικά έξοδα
48. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου του Βελγίου και αυτό ηττήθηκε ως προς τους ισχυρισμούς του, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V - ρόταση
49. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy