Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με δικόγραφο της 20ής Ιουλίου 1998, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιουλίου 1998, η Γαλλική Κυβέρνηση άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποίησεως, άρθρου 230 ΕΚ), προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μα_ου 1998 για την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες για το 1994 του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) , καθόσον η απόφαση αυτή προβαίνει σε αρνητικές διορθώσεις ως προς τη Γαλλία σχετικά με τις συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος που αντιστοιχούν σε μη ανακτηθέντα ποσά, διότι η ανάκτησή τους αποτελεί το αντικείμενο εκκρεμών δικών ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων. ρόκειται, εν προκειμένω, για εισφορές που κατέστησαν απαιτητές λόγω της υπερβάσεως των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων. ερισσότερες λεπτομέριες παρατίθενται κατωτέρω στα σημεία 43 επ.
2. Η επίδικη απόφαση κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Κυβέρνηση στις 15 Μα_ου 1998. Εις βάρος της Γαλλικής Δημοκρατίας καταλογίστηκε συνολικό ποσό 114 387 058 γαλλικών φράγκων (FRF), το οποίο κατανέμεται ως εξής μεταξύ των διαφόρων γαλακτοκομικών περιόδων:
Γαλακτοκομική περίοδος 1985/1986: 642 358 FRF
Γαλακτοκομική περίοδος 1988/1989: 14 466 984 FRF
Γαλακτοκομική περίοδος 1989/1990: 38 756 717 FRF
Γαλακτοκομική περίοδος 1991/1992: 60 520 999 FRF
3. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι οι αρνητικές αυτές διορθώσεις παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, συγκεκριμένα συνιστούν παράβαση των άρθρων 2, 3, 5 και 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής . Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα επίδικα ποσά δεν προκύπτουν ούτε από ανωμαλίες ούτε από αμέλειες κατά την έννοια του κανονισμού αυτού και θα καθίσταντο απαιτητά μόνον αν μπορούσαν να εισπραχθούν δυνάμει εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως.
4. Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση 98/358/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μα_ου 1998, καθόσον προβαίνει σε «αρνητικές διορθώσεις» σχετικά με τις συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος που αντιστοιχούν σε ποσά των οποίων η ανάκτηση αποτελεί το αντικείμενο εκκρεμών δικών ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων.
5. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
6. Η Ισπανική Κυβέρνηση παρενέβη στη δίκη υπέρ της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Ο ρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1998. Στην παρούσα δίκη δεν διεξήχθη προφορική διαδικασία.
ΙΙ - Οι κρίσιμες διατάξεις
1) Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος
7. Κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων .
Το άρθρο 1 του κανονισμού 856/84 συμπληρώνει τον κανονισμό 804/68 με το ακόλουθο άρθρο:
«Άρθρο 5γ
1. Επί πέντε δωδεκάμηνες χρονικές περιόδους, αρχής γενομένης από την 1η Απριλίου 1984, καθιερώνεται συμπληρωματική εισφορά που επιβαρύνει τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδος. Η εισφορά αυτή έχει ως στόχο τον έλεγχο της αύξησης της γαλακτοκοπαραγωγής [...]. Ωστόσο, η πρώτη περίοδος αρχίζει στις 2 Απριλίου 1984.
Το καθεστώς εισφοράς τίθεται σε εφαρμογή σε κάθε περιοχή του εδάφους των κρατών μελών σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις:
Εναλλακτική λύση Α
- Η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος ή/και ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε σε έναν αγοραστή και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης χρονικής περιόδου, υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
Εναλλακτική λύση Β
- Η εισφορά οφείλεται από κάθε αγοραστή γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος οι οποίες του παραδίδονται από παραγωγούς, και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης περιόδου, υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
- Ο αγοραστής που οφείλει την εισφορά μετακυλίει την εισφορά αυτή μόνο στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους, ανάλογα με το πόσο συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή.
2. Η εισφορά οφείλεται επίσης από κάθε παραγωγό γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος ή/και ισοδυνάμου γάλακτος που πούλησε απευθείας στην κατανάλωση, και οι οποίες υπερβαίνουν, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης περιόδου, μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί.
3. Το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεν μπορεί, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 4, να υπερβεί μια συνολική εγγυημένη ποσότητα, η οποία ισούται με το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν σε επιχειρήσεις, οι οποίες επεξεργάζονται ή μεταποιούν το γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα σε κάθε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1981, προσαυξημένες κατά 1 %.
Η συνολική αυτή εγγυημένη ποσότητα καθορίζεται ως εξής:
[...]
4. Συνιστάται ποσότητα η οποία καλείται "κοινοτική εφεδρική ποσότητα", για τη συμπλήρωση, κατά την έναρξη κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, των εγγυημένων ποσοτήτων των κρατών μελών στα οποία, λόγω της εφαρμογής του καθεστώτος της εισφοράς, δημιουργούνται δυσκολίες οι οποίες μπορούν να θίξουν τις διαρθρώσεις εφοδιασμού ή παραγωγής τους [...].
5. Οι εισφορές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών και διατίθενται για τη χρηματοδότηση του συνόλου των δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα.
6 έως 8 [...]»
8. Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1305/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μα_ου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 .
Το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Άρθρο 9
1. Για την εφαρμογή των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, η εισφορά εισπράττεται μέσω ετησιών καταβολών. Για τον σκοπό αυτό, γίνεται, για κάθε υπόχρεο, εκκαθάριση μετά το τέλος της οικείας περιόδου των δώδεκα μηνών, με βάση την πραγματική υπέρβαση της ετήσιας ποσότητας αναφοράς του, κατά την ίδια αυτή περίοδο. ροσωρινές εξαμηνιαίες δηλώσεις γίνονται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθορισθούν.
2. Σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Α, η εισφορά εισπράττεται σε κάθε παραγωγό από τον αγοραστή.
[...]
3. [...]
4. Επιτρέπεται στα κράτη μέλη, για τις δύο πρώτες περιόδους των δώδεκα μηνών, να διαθέτουν την εισφορά που εισπράττεται για τη χρηματοδότηση των μέτρων που αναφέρει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α_. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στο μέτρο που οι πραγματικά παραδοθείσες ποσότητες στους αγοραστές και οι ποσότητες άμεσων πωλήσεων που πράγματι πραγματοποιήθηκαν δεν υπερβαίνουν αντίστοιχα, για το εν λόγω κράτος μέλος, τη συνολική εγγυημένωη ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 και τη συνολική ποσότητα του άρθρου 6, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού.
Σε περίπτωση υπέρβασης της μιας ή της άλλης από αυτές τις ποσότητες, το ποσό των εισπραχθεισών εισφορών καταβάλλεται στη Κοινότητα μέχρι τη διαπιστωθείσα υπέβαση.»
9. Κανονισμός (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 .
Κρίσιμα είναι τα άρθρα 15 και 19 του κανονισμού αυτού. Τα άρθρα αυτά ορίζουν:
«Άρθρο 15
1. Οι αγοραστές, σε 45 ημέρες μετά το τέλος του πρώτου εξάμηνου, απευθύνουν στον αρμόδιο οργανισμό δήλωση που αναφέρει:
- [...]
- σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσης Β, για το σύνολο των παραγωγών, τις ποσότητες γάλακτος ή ισοδύναμου γάλακτος που αγοράσθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου: η δήλωση αυτή αναφέρει επίσης το ποσοστό της ετήσιας ποσότητας αναφοράς του αγοραστού, που αντιπροσωπεύουν οι αγορές του κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου.
2. Οι αγοραστές, σε 45 ημέρες μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, απευθύνουν στον αρμόδιο οργανισμό δήλωση που αναφέρει:
- [...]
- σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσης Β, για το σύνολο των παραγωγών ξεχωριστά, τις ποσότητες γάλακτος ή ισοδύναμου γάλακτος:
- που αγοράσθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια της εν λόγω δωδεκάμηνης περιόδου,
- κατά περίπτωση, τις ποσότητες που υπερβαίνουν την ετήσια ποσότητα αναφοράς του ενδιαφερόμενου αγοραστή.
3. [...]
4. Οι αγοραστές, που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, σε προθεσμία τριών μηνών μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται.
[...]
Άρθρο 19
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία συμπληρωματικά μέτρα:
α) για να εξασφαλίσουν την είσπραξη της εισφοράς, ιδίως τα μέτρα ελέγχου και εκείνα που εξασφαλίζουν την ενημέρωση των ενδιαφερομένων όσον αφορά τις ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις στις οποίες υπόκεινται, σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού·
β) [...]
2. [...]
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή:
- [...]
- [...]
- στο τέλος κάθε περιόδου 12 μηνών, όλες τις χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της διάταξης που αναφέρεται στην δεύτερη περίπτωση και για την πρώτη δωδεκάμηνη περίοδο πριν από την 1η Φεβρουαρίου 1986,
- σε τρεις μήνες μετά το τέλος κάθε σχετικής περιόδου, τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2,
- [...]».
2) Οι γενικοί κανόνες για τη χρηματοδότηση της γεωργικής πολιτικής
10. Κατά το άρθρο 5γ, παράγραφος 5, του κανονισμού 856/84 (βλ. ανωτέρω σημείο 7), οι εισφορές λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων γάλακτος θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος των παρεμβάσεων για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών. Γι' αυτές ισχύει γενικώς ο κανονισμός 729/70:
«Άρθρο 1
1. Το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων , κατωτέρω ονομαζόμενο το "Ταμείο" , αποτελεί μέρος του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων.
εριλαμβάνει δύο τμήματα :
- το τμήμα Εγγυήσεων,
- το τμήμα ροσανατολισμού.
2. Το τμήμα Εγγυήσεων χρηματοδοτεί :
α) [...]
β) τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών.
3. [...]
4. [...]
Άρθρο 3
1. Χρηματοδοτούνται βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, περίπτωση β_, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
2. [...]
3. [...]
Άρθρο 4
1. Τα κράτη μέλη, υποδεικνύουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς, που εξουσιοδοτούν να πληρώνουν, από τη θέση σε εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τις δαπάνες που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 3 [...].
2. Η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών τις αναγκαίες πιστώσεις προκειμένου οι υπηρεσίες και οργανισμοί που έχουν υποδειχθεί να προβαίνουν, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και τις εθνικές νομοθεσίες, στις πληρωμές τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πιστώσεις να χρησιμοποιούνται χωρίς καθυστέρηση και αποκλειστικά για τους προβλεπόμενους σκοπούς.
4. [...]
Άρθρο 5
1. [...]
2. Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του Ταμείου, που προβλέπεται στο άρθρο 11,
α) αποφασίζει: [...]
β) εκκαθαρίζει προ του τέλους του επομένου έτους, βάσει των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περίπτωση β_, τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών.
3. [...]
Άρθρα 6 έως 7
Άρθρο 8
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες,
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς τον σκοπό αυτό και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.
2. Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από ανωμαλίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών.
Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στις υπηρεσίες ή οργανισμούς που ενεργούν πληρωμές, οι οποίοι τα εγγράφουν ως απομείωση των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο δαπανών.
3. [...]»
11. Κανονισμός (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995, για τροποποίηση του κανονισμού 729/70 .
Με τον κανονισμό αυτό, το άρθρο 8, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού 729/70 τροποποιήθηκε ως εξής:
«Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών και καταλογίζονται σ' αυτούς προς μείωση των δαπανών των χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο. Οι τόκοι των ανακτηθέντων ποσών ή των ποσών που πληρώνονται με καθυστέρηση καταβάλλονται στο Ταμείο.»
Εξάλλου, το άρθρο 5 επαναδιατυπώθηκε και προστέθηκε το εξής σημείο γ_ στην παράγραφο 2:
«Άρθρο 5
1. [...]
2. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
α) [...]
β) [...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος και κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
[...]»
ΙΙΙ - Ισχυρισμοί των διαδίκων
α) Η Γαλλική Κυβέρνηση
12. Βάσει του κανονισμού 729/70 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95 καθώς και βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου , η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει μόνον τις δαπάνες που προκύπτουν από την κακή εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα επίδικα ποσά της αποφάσεως 98/358 δεν προκύπτουν ούτε από παρανομίες ούτε από αμέλειες.
13. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος θεσπίστηκε με τον κανονισμό 856/84, με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 5γ στον βασικό κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 , καθώς και με τους κανονισμούς 857/84, (ΕΟΚ) 1371/84 και 1546/88. Η γαλακτοκομική παραγωγή έπρεπε έτσι να διατηρηθεί στο δεδομένο βάσει των επιτρεπομένων για κάθε κράτος μέλος ποσοτήτων αναφοράς επίπεδο. Κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84, η ποσότητα αναφοράς ενός κράτους μέλους είναι το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς.
14. Στη Γαλλία το σύστημα των ποσοτήτων αναφοράς, που ονομάζεται συνήθως σύστημα ποσοστώσεων, λειτουργεί έτσι ώστε να αναγνωρίζεται κατ' αρχάς στους αγοραστές γάλακτος μια ποσότητα αναφοράς. Οι αγοραστές με τη σειρά τους είναι υπεύθυνοι για τη χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς. Για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο διαρκεί από την 1η Απριλίου μέχρι τις 31 Μαρτίου του επομένου έτους πραγματοποιείται σύγκριση μεταξύ της ποσότητας αναφοράς και της ποσότητας του πράγματι παραχθέντος γάλακτος. Στο τέλος κάθε οικονομικού έτους, το Office national interprofessionnel du lait et des produits laitiers (στο εξής: Onilait) ανακοινώνει σε κάθε αγοραστή, αφενός, την οριστική ποσότητα αναφοράς την οποία διαθέτει και, αφετέρου, αν η πραγματική κατάσταση συμφωνεί με αυτή, δηλαδή αν, ενδεχομένως, έχει σημειωθεί υπέρβαση του συνόλου των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Το ύψος της συμπληρωματικής εισφοράς, η οποία επιβαρύνει τον αγοραστή, καθορίζεται βάσει των πιθανών υπερβάσεων. Το Onilait ανακοινώνει το ποσό αυτό στον αγοραστή και του απευθύνει εντολή πληρωμής, υποκείμενη σε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Τα ποσά που καταλογίστηκαν στο γαλλικό κράτος με την απόφαση 98/358 αποτελούν αντικείμενο τέτοιων εκκρεμών δικών. Καμία από τις δίκες αυτές δεν κατέληξε ακόμη σε οριστική απόφαση.
15. Ωστόσο, τα επίδικα εν προκειμένω ποσά δεν μπορούν να εξομοιωθούν με ποσά οφειλόμενα κατόπιν ανωμαλιών που διαπιστώθηκαν κατά τους ελέγχους. Η συμπληρωματική εισφορά δεν αποτελεί τακτικό έσοδο του κοινοτικού προϋπολογισμού. Η εισφορά καταβάλλεται τότε μόνο, όταν σημειώνεται υπέρβαση της εγγυημένης από το κράτος μέλος συνολικής ποσότητας. Αντίθετα προς το από το 1992 εφαρμοζόμενο σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος , προηγουμένως ετίθετο θέμα μόνο για τα ποσά που ανακτούσαν τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή επίσης διακρίνει μεταξύ του προ και μετά το 1992 χρόνου.
16. ρος αποφυγή κάθε παρανοήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι και κατά τη γνώμη της τα ποσά οφείλονται μόλις καταστεί δυνατή η αναζήτησή τους βάσει εκτελεστής αποφάσεως. Εξάλλου, ο κανονισμός 729/70 της Επιτροπής δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να καταλογίζει στο κράτος μέλος ποσά τα οποία αυτό δεν είναι σε θέση να ανακτήσει.
17. Βασιζόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, ακόμη και σε περίπτωση ανωμαλιών, τα κράτη μέλη έχουν έναντι της Επιτροπής μόνον υποχρέωση πληροφορήσεως, εφόσον εκκρεμούν δίκες. Εξάλλου, το να τάξει η Επιτροπή προθεσμία για την ανάκτηση των ποσών αντιβαίνει στην αρχή της χρηστής διοικήσεως, όπως εκφράζεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 729/70.
18. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή τροποίησε πολλές φορές τους κανόνες περί ανακτήσεως των ποσών που αποτελούν αντικείμενο δίκης. Από τον Μάιο του 1993, οι εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες της Επιτροπής προκάλεσαν τεχνητό πάγωμα των οφειλομένων ποσών, λόγω των δικών και της θέσεως προθεσμίας για την καταβολή των ανακτηθέντων ποσών για τα οικονομικά έτη 1988/1989 έως 1992/1993 στις 30 Ιουνίου μετά το πέρας εκάστου οικονομικού έτους.
19. Η πρακτική οδήγησε στο παράδοξο αποτέλεσμα ότι η Επιτροπή απέρριψε πληρωμές που πραγματοποίησε επροθέσμως το Onilait, καίτοι τις εδικαιούτο. Λόγω των υπαρχουσών δυσκολιών, η Επιτροπή δημιούργησε το 1994 συγκεκριμένη λογιστική καταχώριση με τον τίτλο «δίκες εξαιρούμενες από την εκκαθάριση». Ελλείψει επεξηγηματικών εγγράφων, οι γαλλικές αρχές τήρησαν τις αντίστοιχες οδηγίες που είχαν δοθεί προφορικώς. Κατά τις οδηγίες αυτές, εκεί έπρεπε να καταχωρισθούν μόνον τα ποσά για τα οποία εκφράστηκαν επιφυλάξεις σε προηγούμενες εκκαθαρίσεις και ποσά που αφορούν οικονομικά έτη που δεν είχαν ακόμη εκκαθαριστεί.
20. Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει έλλειψη συνοχής και διαφάνειας στη διαχείριση των λογιστικών θέσεων τις οποίες αφορούν οι δίκες. Ο τρόπος αυτός ενεργείας δεν συμβιβάζεται με την αρχή της χρηστής διοικήσεως.
21. εραιτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση εξηγεί το σύστημα της εισπράξεως απαιτήσεων που προκύπτουν από ενοχικές σχέσεις δημοσίου δικαίου. Έτσι, ο διευθυντής του Onilait έχει την εξουσία, κατά το τέλος μιας διοικητικής διαδικασίας, να εκδώσει εκτελεστό τίτλο ο οποίος μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Κάθε ανάμειξη σε τέτοια διαδικασία θα παραβίαζε την αρχή του χωρισμού των εξουσιών, η οποία αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών.
22. Η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει στη συνέχεια στην απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στις υποθέσεις 205/82 έως 215/82 , στη σκέψη 31 της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Όταν οι κανόνες και οι διατυπώσεις που εφαρμόζουν οι εθνικές αρχές στον τομέα της αναζητήσεως κοινοτικών ενισχύσεων είναι οι ίδιες με αυτές που εφαρμόζουν οι εν λόγω αρχές σε παρόμοιες περιπτώσεις που αφορούν αμιγώς εθνικές παροχές, δεν είναι δυνατό κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ότι οι κανόνες αυτοί και οι διατυπώσεις αυτές αντιβαίνουν στις υποχρεώσεις των εθνικών αρχών βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70 να ανακτούν τα πλημμελώς χορηγούμενα ποσά και ότι, συνεπώς, θίγουν την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου [...]».
23. Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι στη Γαλλία εξασφαλίζεται η αναγκαία αποτελεσματικότητα του συστήματος την οποία υπογραμμίζει η Επιτροπή. Οι μικρότερες υπερβάσεις των ποσοστώσεων μεταξύ όλων των κρατών μελών με σημαντική γαλακτοκομική παραγωγή γίνονται στη Γαλλία. Τα επίδικα μάλιστα ποσά δεν είναι εξαιρετικά υψηλά, αλλά ποσά που ανάγονται, εν τέλει, σε ένδεκα δίκες.
2) Η Επιτροπή
24. Η Επιτροπή υπενθυμίζει κατ' αρχάς την καταγωγή και τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος. Στο πλαίσιο αυτό η Γαλλία επέλεξε την εναλλακτική λύση Β κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68, ήτοι την είσπραξη της εισφοράς από τους αγοραστές . Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, οι αγοραστές, εντός τριών μηνών μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, καταβάλλουν την εισφορά. Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του ίδιου κανονισμού, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία συμπληρωματικά μέτρα «για να εξασφαλίσουν την είσπραξη της εισφοράς». Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, εδάφιο 2, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1305/85, «το ποσό των εισπραχθεισών εισφορών καταβάλλεται στην Κοινότητα μέχρι τη διαπιστωθείσα υπέρβαση».
25. Η είσπραξη της εισφοράς έχει κεντρική σημασία στο σύστημα των ποσοστώσεων επί του γάλακτος. Η εμπρόθεσμη και πλήρης είσπραξή τους είναι επομένως ουσιώδης για τη λειτουργία του συστήματος. Η εισφορά, για παράδειγμα, διαφέρει θεμελιωδώς από τα καθεστώτα ενισχύσεως.
26. Η Επιτροπή εκθέτει περαιτέρω ότι η Γαλλική Κυβέρνηση κακώς στηρίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70. Δεν πρόκειται για «απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά» κατά την έννοια της παραγράφου 1 της διατάξεως. Ως νομική βάση της κατανομής πρέπει μάλλον να θεωρηθεί το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88.
27. Αν κατά ένα γαλακτοκομικό έτος δεν σημειωθεί υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, τα κράτη μέλη δεν πρέπει να καταβάλουν εισφορά στην Κοινότητα. Αντιθέτως, σε περίπτωση υπερβάσεως των συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων, πρέπει να καταβληθεί εισφορά στην Κοινότητα. Το ύψος της εισφοράς αυτής καθορίζεται βάσει των πληροφοριών που ανακοινώνουν τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 1546/88. Το κράτος μέλος υποχρεούται να εγγυηθεί την καταβολή όλων των οφειλομένων εισφορών. Το κράτος μέλος μπορεί να απαλλαγεί μόνο για ποσά ως προς τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να εισπραχθούν χωρίς αυτό να οφείλεται σε οποιαδήποτε αμέλεια του κράτους μέλους.
28. Το γεγονός ότι ένας αγοραστής αμφισβητεί το ύψος της οφειλομένης εισφοράς δεν επηρεάζει την ευθύνη του κράτους μέλους έναντι της Κοινότητας για το σύνολο της οφειλομένης εισφοράς. Η έκβαση μιας συγκεκριμένης δίκης δεν μπορεί να επηρεάσει την υποχρέωση του κράτους μέλους, εκτός αν συνεπάγεται τροποποίηση του καθορισμού των παραδιδομένων ποσοτήτων. Μέχρι του σημείου αυτού, η Επιτροπή μπορεί να στηριχθεί στις δηλώσεις των εθνικών αρχών. Τούτο ουδόλως αποτελεί προσβολή της διακρίσεως των εξουσιών. Η εκκαθάριση των λογαριασμών επιδρά μόνο στη σχέση μεταξύ της Κοινότητας και του κράτους μέλους και δεν επηρεάζει τη σχέση μεταξύ του οφειλέτη της εισφοράς και του κράτους μέλους.
29. Όσον αφορά την παλαιότερη πρακτική στην εκκαθάριση των λογαριασμών, η Επιτροπή παραδέχεται ότι επέδειξε κάποια ελαστικότητα σε σχέση με τις εκκρεμείς δίκες. Όμως, τα κράτη μέλη ήταν εν γνώσει του ευνοϊκού χαρακτήρα που είχε γι' αυτά η πρακτική αυτή. άντως, τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να στηριχθούν στη διατήρηση της πρακτικής αυτής για να αμφισβητήσουν στη συνέχεια τον μεταγενέστερο συνυπολογισμό των ποσών. Τούτο θα σήμαινε ότι το κράτος μέλος δεν υποχρεούται πλέον να εισπράξει τις απαιτήσεις. Θα σήμαινε όμως, επίσης, ότι η Επιτροπή ουδέποτε δικαιούται να τάξει προθεσμία.
30. Το γεγονός και μόνον ότι ορισμένα ποσά δεν είχαν εισπραχθεί επί διάστημα έξι έως δώδεκα ετών δείχνει ότι οι γαλλικές αρχές δεν επέδειξαν την αναγκαία επιμέλεια.
31. Η μεταβολή της πρακτικής της Επιτροπής δεν μετέβαλε εν τέλει τη χρηματοπιστωτική κατάσταση των κρατών μελών. Οι αρνητικοί καταλογισμοί στην εκκαθάριση των λογαριασμών έχουν την έννοια ότι τα ποσά που θα εισπραχθούν μεταγενέστερα θα πιστωθούν στον κρατικό προϋπολογισμό. Αν, αντιθέτως, τα ποσά αυτά δεν ήταν εισπρακτέα, θα επιβάρυναν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, εκτός αν συντρέχει αμέλεια του κράτους μέλους. Επομένως, το κράτος μέλος αντιμετωπίζεται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70.
32. Τέλος, τη νομική βάση του καθορισμού προθεσμίας δεν αποτελεί ο κανονισμός 729/70, αλλά η υποχρέωση πληρωμής ολόκληρης της οφειλομένης εισφοράς και όχι μόνον των εισπραχθέντων ποσών. Κατά την Επιτροπή, οι γαλλικές αρχές δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την είσπραξη των εισφορών.
33. Σε περίπτωση ανωμαλιών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, αν ορισμένα ποσά δεν εισπραχθούν, η Επιτροπή δικαιούται να υποθέσει ότι δεν είναι δυνατό να εισπραχθούν και να αποφασίσει αν πρέπει να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του κράτους μέλους ή τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Τούτο πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη.
3) Η Ισπανική Κυβέρνηση
34. Η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει κατ' αρχάς τη νομική βάση της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος . Καμία από τις διατάξεις αυτές δεν επιτρέπει, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ , να επέλθουν διορθώσεις για εισφορές οι οποίες δεν θα μπορούσαν να είχαν εισπραχθεί λόγω εκκρεμοδικίας. Τις εισφορές οφείλουν οι παραγωγοί ή οι αγοραστές. Το καθήκον του κράτους μέλους έναντι της Κοινότητας συνίσταται στο να απαιτήσει τις πληρωμές με την απαιτούμενη κατά το εσωτερικό του δίκαιο επιμέλεια και να τις αποδώσει στην Επιτροπή.
35. Η Επιτροπή συμπεριφέρθηκε, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, αντιφατικά, περιλαμβάνοντας, αφενός, τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος στο γενικό πλαίσιο των δαπανών του ΕΓΤΕ και αφαιρώντας από αυτές τις εισφορές που δεν είχαν ακόμη καταβάλει τα κράτη μέλη και, αφετέρου, αμφισβητώντας την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, εδάφιο 2, και παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 και παραπέμποντας μόνο στην υποχρέωση του κράτους μέλους εκ του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88 και αμφισβητώντας επίσης την εφαρμογή των αρχών της αποφάσεως Deutsche Milchkontor .
36. Το πρόβλημα μπορεί να λυθεί μόνον αν προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις των κρατών μελών έναντι της Κοινότητας όσον αφορά την είσπραξη της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής είναι δυνατό να επιδοκιμαστεί μόνον αν τα κράτη μέλη είχαν έναντι της Επιτροπής υποχρέωση πληρωμής, ανεξάρτητη από την υποχρέωση πληρωμής των παραγωγών ή των αγοραστών. Μόνον υπό την προϋπόθεση αυτή θα μπορούσε η Επιτροπή να αντισταθμίσει την ετήσια οφειλή της έναντι του κράτους μέλους (επιστροφή από το ΕΓΤΕ των πληρωμών που κατέβαλαν τα κράτη μέλη) με την απαίτηση που έχει κατά των κρατών μελών λόγω της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
37. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν υφίσταται αυτοτελής υποχρέωση πληρωμής των κρατών μελών, αλλά μόνον η υποχρέωση καταβολής στην Επιτροπή των εισπραχθέντων ποσών καθώς και το ισόποσο των μη εισπραχθέντων λόγω της αμέλειάς τους. Υποχρέωση πληρωμής έναντι της Κοινότητας μπορεί να υπάρχει μόνον αν το κράτος μέλος εισέπραξε πράγματι την εισφορά.
38. Η απαίτηση της Επιτροπής να της καταβληθούν εισφορές μη δυνάμενες να εισπραχθούν λόγω του ότι υπάρχουν εκκρεμείς δίκες θα σήμαινε ότι η υποχρέωση εισφοράς αποτελεί ιδία υποχρέωση των κρατών μελών. Θα προσετίθετο έτσι, ως τρίτη υποχρέωση, στις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη, αφενός, να εισπράττουν επιμελώς τις εισφορές και, αφετέρου, να καταβάλλουν τα ποσά αυτά στην Επιτροπή. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται - γεγονός το οποίο εμμέσως παραδέχεται και η Επιτροπή - ότι το κράτος μέλος δεν υποχρεούται να καταβάλει άλλα ποσά στην Κοινότητα εκτός από αυτά που εισέπραξε από τους οφειλέτες των εισφορών.
39. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ρητή νομική βάση για ιδία υποχρέση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών, τίθεται το ερώτημα αν ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής δικαιολογείται, ενδεχομένως, από λόγους εγγενείς στο σύστημα. Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται πάντως ότι δεν υπάρχει βλάβη των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Η Κοινότητα δεν υποβλήθηκε καθόλου σε έξοδα. Δεν πρόκειται επίσης για περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος παρέσχε στον ιδιώτη πλεονέκτημα μη επιτρεπόμενο από το κοινοτικό δίκαιο.
40. Η αναγκαία αποτελεσματικότητα του συστήματος την οποία επικαλείται η Επιτροπή δεν ισχυροποιείται με τον τελευταίο τρόπο ενεργείας. Η επιβολή υποχρεώσεως πληρωμής στο κράτος μέλος δεν επηρεάζει καθόλου την έκβαση των δικών.
41. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, εφαρμογή έχει η νομολογία Deutsche Milchkontor . Δεν είναι δυνατό να καταλογιστεί σε ένα κράτος μέλος αμέλεια στην είσπραξη των εισφορών απλώς και μόνον επειδή κάποιες δίκες διαρκούν περισσότερο από το επιθυμητό. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί η διενέργεια δικών με τη μη είσπραξη εισφορών, τουλάχιστον όταν οι δίκες αυτές αποσκοπούν την είσπραξη των εισφορών εντόκως.
42. Στην Ισπανία, ο υπόχρεος στην εισφορά έχει τις ίδιες δυνατότητες προσφυγής όπως και σε περίπτωση προσφυγών κατά φορολογικών απαιτήσεων του εσωτερικού δικαίου.
IV - Εκτίμηση
43. Η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος θεσπίστηκε το 1984, στην εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση εκδοχή, με τον κανονισμό 856/84 (βλ. ανωτέρω σημείο 7). Από το 1977, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1079/77 , θεσπίστηκε για πρώτη φορά εισφορά συνυπευθυνότητας προκειμένου να αρθεί η ανισότητα μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων. Η κατάσταση της αγοράς κατά την εποχή εκείνη χαρακτηριζόταν ήδη από διαρθρωτικά πλεονάσματα . αρά την «αρχική» αυτή εισφορά συνυπευθυνότητας, η αύξηση της συλλογής γάλακτος συνεχίστηκε , οπότε ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε τη «συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος», η οποία αποτελεί τη βάση της υπό κρίση διαφοράς, και μάλιστα κατ' αρχάς για χρονικό διάστημα πέντε ετών, το οποίο παρατάθηκε ωστόσο σε εννέα έτη. Μετά τη λήξη της ισχύος της εξαιρετικής αυτής διατάξεως, θεσπίστηκε ένα επανεπεξεργασμένο και περιορισμένο πρότυπο «συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος» με τον κανονισμό 3950/92 εφαρμοστέο από 1ης Απριλίου 1993, επομένως για χρόνο αναγόμενο στα μετά τα κρίσιμα για την προκείμενη διαφορά έτη.
44. Χαρακτηριστικό στοιχείο της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος που αποτελεί τη βάση της παρούσας διαφοράς είναι η επιλογή που διαθέτουν τα κράτη μέλη μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων Α και Β για την είσπραξη της εισφοράς. Ενώ κατά την εναλλακτική λύση Α την εισφορά καταβάλλει ο παραγωγός γάλακτος που υπερβαίνει την ποσότητα αναφοράς του, κατά την εναλλακτική λύση Β καταβάλλει ο αγοραστής, ήτοι κατ' αρχήν το γαλακτοκομείο, εισφορά επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέλαβε, οι οποίες υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς. Ο αγοραστής, ωστόσο, μετακυλίει την πληρωτέα εισφορά στους παραγωγούς οι οποίοι αύξησαν τις αποστελλόμενες ποσότητες . Η Γαλλική Δημοκρατία επέλεξε την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσεως Β.
45. Η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί επομένως ως εισφορά «στην πηγή» της γαλακτοκομικής παραγωγής. Η υποχρέωση προς εισφορά γεννάται όταν μια ποσότητα παραγωγής γάλακτος υπερβαίνει μια καθορισμένη ποσότητα αναφοράς. Καθόσον ήδη το άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84, με το οποίο θεσπίστηκε η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος, ορίζει ότι «καθιερώνεται συμπληρωματική εισφορά που επιβαρύνει τους παραγωγούς ή τους αγοραστές γάλακτος αγελάδος», είναι πρόδηλο ποιος υποχρεούται να καταβάλει την εισφορά. Αυτή η υποχρέωση καταβολής εισφοράς αποτελεί επίσης, κατ' αρχήν, υποχρέωση κοινοτικού δικαίου, η εκπλήρωση της οποίας - όπως και η κοινοτική γεωργική νομοθεσία - απόκειται στα κράτη μέλη. Ο προσδιορισμός των εκάστοτε ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, η υπέρβαση των οποίων γεννά την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς, εμπίπτει επομένως - λαμβανομένων υπόψη των επιταγών του κοινοτικού δικαίου - στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
46. Εξάλλου, υφίσταται σχετικώς ένα ανώτατο όριο, το οποίο καθορίζεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84. Κατά τη διάταξη αυτή, το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που αφορά η παράγραφος 1 της διατάξεως, ήτοι, ανάλογα με την εναλλακτική λύση που επελέγη, η ποσότητα αναφοράς του παραγωγού ή του αγοραστή, δεν μπορεί κατ' αρχήν να υπερβαίνει μια συνολική εγγυημένη ποσότητα του κράτους μέλους. Ο προσδιορισμός της «συνολικής εγγυημένης ποσότητας» συνδέεται κατ' αρχήν με την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς (1981 ή 1983) , ενώ, με τη σειρά της, η συνολική εγγυημένη ποσότητα των κρατών μελών δεν πρέπει να υπερβαίνει μια συνολική εγγυημένη ποσότητα σε κοινοτικό επίπεδο. ρος τούτο, κατέστη αναγκαίος ο προσδιορισμός «συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων» ανά κράτος μέλος, ο οποίος έγινε με το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, εδάφιο δεύτερο, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84.
47. Η δημιουργία μιας «κοινοτικής εφεδρικής ποσότητας» άφησε περιθώριο για κάποια ευελιξία, το απόθεμα δε αυτό προστέθηκε στις συνολικές εγγυημένες ποσότητες των κρατών μελών στο πλαίσιο της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος που θεσπίστηκε το 1992 .
48. Το άρθρο 5γ, παράγραφος 5, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84, προβαίνει σε θεωρητική κατάταξη της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Κατά τη διάταξη αυτή, οι εισφορές τις οποίες αφορά το άρθρο αυτό θεωρούνται «ότι αποτελούν μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών». Εξάλλου, η διάταξη αυτή προβλέπει τον προορισμό τους, καθόσον ορίζει ότι οι εν λόγω εισφορές «διατίθενται για τη χρηματοδότηση του συνόλου των δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα». Το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1305/85 (βλ. ανωτέρω, σημείο 8), περιλαμβάνει άλλους σχετικούς κανόνες.
49. Ο συνυπολογισμός των εισφορών μεταξύ των παρεμβάσεων που προορίζονται για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών καθιστά δυνατό να συμπεριληφθούν στην ετήσια εκκαθάριση των λογαριασμών της Επιτροπής έναντι των κρατών μελών για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής.
50. Ο κανονισμός 729/70, ο βασικός κανονισμός για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι το ΕΓΤΕ αποτελεί μέρος του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων. Με τον κανονισμό αυτό γίνεται ο κατ' αρχήν διαχωρισμός μεταξύ του τμήματος Εγγυήσεων και του τμήματος ροσανατολισμού. Κατά την παράγραφο 2 της διατράξεως, το τμήμα Εγγυήσεων χρηματοδοτεί μεταξύ άλλων «τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών» . Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι χρηματοδοτούνται οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όρισε με το άρθρο 5γ, παράγραφος 5, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84, ότι η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος αποτελεί μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών, έθεσε τη λογιστική του εκκαθάριση στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
51. Το γεγονός ότι το Ταμείο διαχειρίζεται κατά κανόνα τα προκαταβαλλόμενα από τα κράτη μέλη έξοδα με τη μορφή παρεμβάσεων για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών, ενώ στην περίπτωση της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος πρόκειται για έσοδο, αποτελεί απλώς λογιστική λεπτομέρεια, καθόσον η συμπληρωματική εισφορά λογίζεται ως αρνητικό έξοδο. Δεδομένου ότι η συμπληρωματική εισφορά ορίζεται ως μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών και επομένως υπόκειται στο ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, η περαιτέρω διοικητική και λογιστική μεταχείριση του εσόδου αυτού αποτελεί συνέπεια της πρωταρχικής αυτής κατατάξεως, η οποία απορρέει από τις σχετικές διατάξεις.
52. Εξάλλου, δεν πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, γεγονός που έχει ως συνέπεια ότι κατ' αρχήν ισχύει καθεστώς παρεμβάσεως για τα γαλακτοκομικά προϊόντα και επομένως ισχύουν εγγυημένες τιμές για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα . Μόνον το γάλα που παράγεται πέραν των καθορισμένων ποσοτήτων αναφοράς επιβαρύνεται με τη συμπληρωματική εισφορά. Επομένως, κατά κάποιο τρόπο, δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των εγγυημένων τιμών. Η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως αρνητικό έξοδο.
53. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα κράτη μέλη υποδεικνύουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που εξουσιοδοτούν για να καταβάλουν τις προβλεπόμενες δαπάνες. Κατά την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών τις αναγκαίες πιστώσεις για τις πληρωμές αυτές. Κατά την παράγραφο 3 της διατάξεως, οι υπηρεσίες και οι οργανισμοί συντάσσουν τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος εκθέσεις και λογαριασμούς.
54. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή εκκαθαρίζει προ του τέλους του επομένου έτους τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών βάσει των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 της διατάξεως. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, η Επιτροπή αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδοτήσεως δαπανών σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
55. Βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 98/358, όπως προκύπτει από την πρώτη, δεύτερη και πέμπτη αιτιολογική της σκέψη. Η ένατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αυτής έχει ως εξής:
«εκτιμώντας ότι περαιτέρω διορθώσεις είναι απαραίτητες για τις εκκρεμούσες, από τις εμπορικές περιόδους 1985/1986 έως 1992/1993, συμπληρωματικές εισφορές, για το γάλα εξ αιτίας των νομικών αντιδικιών μεταξύ των αγοραστών/παραγωγών και των αρμοδίων υπηρεσιών ορισμένων κρατών μελών· ότι οι αρνητικές αυτές διορθώσεις για τη Γαλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Κάτω Χώρες ανέρχονται σε 114 387 058 γαλλικά φράγκα [...]· ότι η Επιτροπή, εντούτοις, επιφυλάσσεται για τη δυνατότητα να επανεξετάσει τις διορθώσεις που γίνονται με αυτή την εκκαθάριση των λογαριασμών εάν, μετά το πέρας των νομικών διαδικασιών, ορισμένα ποσά θα θεωρηθούν ως μη χρεωστούμενα ή μη δυνάμενα να ανακτηθούν».
56. Εδώ πρόκειται για την αιτιολόγηση του προσβαλλομένου τμήματος της αποφάσεως, ο έλεγχος νομιμότητας του οποίου αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Επιβάλλεται επομένως να ελεγχθεί αν η Επιτροπή εδικαιούτο να προβεί σε αρνητικές διορθώσεις σε σχέση με τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος.
57. Επειδή η επίδικη απόφαση στηρίζεται ρητώς στον κανονισμό 729/70, επιβάλλεται κατ' αρχάς η έρευνα της νομικής βάσεως των αρνητικών διορθώσεων στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται προς τούτο, ορθώς, το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνει στην παράγραφο 1 περιγραφή των υποχρεώσεων των κρατών μελών, οι οποίες συνίστανται στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του κάθε κράτους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πραγματοποίηση και η κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων, να προληφθούν και να παταχθούν οι ανωμαλίες και, τέλος, να ανακτηθούν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, περιλαμβάνει την υποχρέωση ενημερώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη έναντι της Επιτροπής για τα ληφθέντα προς τον σκοπό αυτό μέτρα, «και ιδίως [για] την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών».
58. Με το άρθρο 8, παράγραφος 2, κατανέμονται οι οικονομικές συνέπειες στην περίπτωση που λόγω ανωμαλιών ή αμελειών δεν είναι δυνατή η πλήρης ανάκτηση. Επομένως, τις οικονομικές συνέπειες φέρει κατ' αρχήν η Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από ανωμαλίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναλάβει τις οικονομικές συνέπειες το κράτος μέλος.
59. Όσον αφορά τη διαδικασία της ανακτήσεως, το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, προβλέπει ότι τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών και καταλογίζονται σ' αυτούς προς μείωση των δαπανών των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο. Οι τόκοι των ανακτηθέντων ποσών ή των ποσών που πληρώνονται με καθυστέρηση καταβάλλονται ωστόσο στο Ταμείο.
60. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει την άποψη ότι, εφόσον δεν μπορούν να προσαφθούν ανωμαλίες ή αμέλειες στις γαλλικές αρχές, οι προσωρινώς μη εισπραχθείσες συμπληρωματικές εισφορές δεν είναι δυνατό να επιβαρύνουν το γαλλικό κράτος. Όσον αφορά τις εκκρεμείς δίκες, η διάταξη επιβάλλει ρητώς μόνο μία υποχρέωση πληροφορήσεως.
61. Στο πλαίσιο του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70, τα επιχειρήματα αυτά είναι απολύτως λυσιτελή.
62. Η Επιτροπή αμφισβητεί ωστόσο την εφαρμογή της διατάξεως αυτής στα κρινόμενα πραγματικά περιστατικά και ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση των κρατών μελών για πληρωμή των συμπληρωματικών εισφορών απορρέει από το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88. Το άρθρο 15, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, που παρατέθηκε ανωτέρω στο σημείο 9, έχει ως εξής:
«Οι αγοραστές που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, σε προθεσμία τριών μηνών μετά το τέλος κάθε δωδεκάμηνης περιόδου, καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το ποσό της εισφοράς που, ενδεχομένως, οφείλεται.»
63. Η διάταξη αυτή περιέχει, τουλάχιστον ρητώς, μόνο ρύθμιση της υποχρεώσεως καταβολής των αγοραστών ως οφειλετών της συμπληρωματικής εισφοράς. Η διάταξη σιωπά ως προς τη μεταχείριση των εκκρεμών δικών στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής μπορεί να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι - ενόψει της χρονικώς σαφώς καθορισμένης υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς - θα έπρεπε να θεωρηθεί δεδομένο ότι το κράτος μέλος θα είχε ήδη από το χρονικό αυτό σημείο εισπράξει τα χρήματα της εισφοράς ή, εφόσον αυτό δεν συνέβη, θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με το ποσό αυτό. Εξάλλου, παραμένει ασαφές αν αυτή η υποχρέωση εγγυήσεως αφορά το κράτος μέλος διότι του προσάπτονται αμέλειες ή ανωμαλία ή διότι, κατόπιν της παρελεύσεως των προθεσμιών που χορηγήθηκαν στους οφειλέτες της εισφοράς, το κράτος μέλος υπέχει ιδία υποχρέωση καταβολής έναντι της Κοινότητας.
64. Το γεγονός ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά την άποψή της, το επιλεγέν κριτήριο είναι ανάλογο με το κριτήριο του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70 συνηγορεί υπέρ της πρώτης από τις δύο πιθανότητες. Εξάλλου, η παρατήρηση της Επιτροπής πρέπει να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι, μετά δώδεκα έτη εκκρεμοδικίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το κράτος μέλος δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια. Το επιχείρημα αυτό υπονοεί ότι η Επιτροπή ψέγει εν τέλει το κράτος μέλος για αμέλεια και ότι γι' αυτόν τον λόγο δικαιούται η Επιτροπή να προβεί σε αρνητικές διορθώσεις.
65. Ωστόσο, δυσχερώς διαπιστώνεται αμέλεια, δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 προβλέπει ρητώς μόνον υποχρέωση πληροφορήσεως σε σχέση με εκκρεμείς δίκες. Επομένως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως αμέλεια η διάρκεια απλώς ορισμένων από τις δίκες αυτές. Αυτή η θέση παρουσιάζει πρόβλημα ιδίως όταν οι δίκες αυτές, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών, δεν επιμηκύνονται ασυνήθιστα σε σχέση με υποθέσεις που αφορούν μόνον το εσωτερικό των κρατών μελών. Εφόσον η δίκη εξελίσσεται κανονικά, η διάρκειά της δεν μπορεί να θεωρηθεί - ακόμη και αν σε μεμονωμένες περιπτώσεις είναι δυσάρεστη - ως αμέλεια ή ανωμαλία εκ μέρους του κράτους μέλους. Όταν τα εθνικά δικαστήρια καθώς και οι εθνικές αρχές υπό την έννοια της νομολογίας Deutsche Milchkontor κατά την είσπραξη των εισφορών εφαρμόζουν τους ίδιους «κανόνες και διατυπώσεις» με αυτούς που εφαρμόζουν σε παρόμοιες περιπτώσεις που αφορούν αμιγώς εθνικές εισφορές, δεν είναι δυνατό, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ότι το γεγονός αυτό αντιβαίνει στην υποχρέωση των εθνικών αρχών που υπέχουν από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70. Εκτός της ατυχώς μακράς διάρκειας της δίκης, η Επιτροπή ουδέν προέβαλε που θα καθιστούσε δυνατό το συμπέρασμα ότι οι εθνικές αρχές παρέβησαν την υποχρέωσή τους έναντι της Κοινότητας.
66. Επομένως, το μοναδικό ερώτημα που δύναται να τεθεί είναι αν η υποχρέωση των κρατών μελών να καταβάλουν περαιτέρω στο κοινοτικό ταμείο τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος που εισπράχθηκε ή που πρέπει να εισπραχθεί αποτελεί υποχρέωση προς επίτευξη αποτελέσματος που είναι ανεξάρτητη, διακεκριμένη από την υποχρέωση καταβολής των οφειλετών της εισφοράς. Η Επιτροπή δεν προέβαλε σχετικώς καμία νομική βάση. Η νομική αυτή βάση μπορεί, ωστόσο, να αναγνωριστεί ενδεχομένως στο άρθρο 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1305/85. Η διάταξη αυτή, που παρατέθηκε ανωτέρω, στο σημείο 8, έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση υπέρβασης της μιας ή της άλλης από αυτές τις ποσότητες , το ποσό των εισπραχθεισών εισφορών καταβάλλεται στην Κοινότητα μέχρι τη διαπιστωθείσα υπέρβαση.»
67. Με τη διατύπωση αυτή είναι δυνατό να εννοηθεί ότι η υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας του κράτους μέλους προκαλεί εμμέσως υποχρέωση του κράτους μέλους έναντι της Κοινότητας προς καταβολή των αντιστοίχων εισφορών.
68. Η θέσπιση μιας συνολικής εγγυημένης ποσότητας συνηγορεί, ως τοιαύτη, με την άποψη αυτή. Αποτελεί αυθύπαρκτο τελικό μέγεθος, το οποίο είναι ανεξάρτητο των επί μέρους ποσοτήτων αναφοράς. Καίτοι απεικονίζει το σύνολο των επί μέρους ποσοτήτων αναφοράς και συγχρόνως δύναται να θεωρηθεί ως το ανώτατο όριο των επί μέρους αυτών ποσοτήτων αναφοράς, έχει αυθύπαρκτη σημασία έναντι της Κοινότητας.
69. Στο κανονιστικό πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, η συνολική εγγυημένη ποσότητα έχει ωστόσο μία ακόμη λειτουργία. Όπως ήδη εξέθεσα ανωτέρω , η συνολική εγγυημένη ποσότητα δείχνει μέχρι ποιο όγκο παραγωγής γάλακτος εξασφαλίζεται μια εγγυημένη τιμή από την Κοινότητα.
70. Η κανονιστική λειτουργία της εγγυήσεως των τιμών, αφενός, και του ανωτάτου ορίου των επί μέρους ποσοτήτων αναφοράς που πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των κρατών μελών, αφετέρου, είναι, συναφώς, πρωταρχικής σημασίας. Η ύπαρξη απλώς και μόνο μιας συνολικής εγγυημένης ποσότητας για κάθε κράτος μέλος δεν σημαίνει, επομένως, αναγκαστικά ότι σε περίπτωση υπερβάσεως του μεγέθους αυτού γεννάται αυτομάτως υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ίδιου του κράτους μέλους.
71. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν διάφορα στοιχεία. ρώτον, ούτε στον κανονισμό 856/84 ούτε στον κανονισμό 857/84, στην αρχική τους μορφή, γίνεται λόγος για υποχρέωση των κρατών μελών να καταβάλουν εισφορές σε περίπτωση υπερβάσεως των συνολικών εγγυημένων ποσοτήτων.
72. Η ανωτέρω παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 θεσπίστηκε κατ' αρχάς με τον κανονισμό 1305/85 στο κανονιστικό πλαίσιο ενός διετούς καθορισμού των εισφορών. Δόθηκε στα κράτη μέλη η εξουσία να χρησιμοποιούν τις εισφορές προκειμένου να χορηγούν την «αποζημίωση» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 857/84 . Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το ποσό της εισφοράς που πρέπει να καταβληθεί στην Κοινότητα αναλόγως της διαπιστωθείσας υπερβάσεως καταβάλλεται αναγκαίως σε όλες τις περιπτώσεις υπερβάσεως της συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
73. Εδώ προστίθεται ένα μάλλον εμπειρικό επιχείρημα, συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς βάσει των στοιχείων που δίνουν τα κράτη μέλη . Ωστόσο, εφόσον υφίστανται εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων, δεν μπορούν να δοθούν οριστικά στοιχεία για την εξάντληση ή την υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
74. Επομένως, πολλά στοιχεία συνηγορούν με την άποψη ότι η υποχρέωση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών είναι παρεπόμενη της αρχικής υποχρεώσεως που υπέχουν οι παραγωγοί γάλακτος ή οι αγοραστές από το κοινοτικό δίκαιο έναντι της Κοινότητας.
75. Το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1546/88, το οποίο επικαλείται η Επιτροπή ως νομική βάση για την υποχρέωση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών, μνημονεύει χαρακτηριστικά μόνον ότι οι αγοραστές καταβάλλουν στον αρμόδιο οργανισμό το οφειλόμενο ποσό της εισφοράς. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν αφορά αμέσως την υποχρέωση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή θεσπίστηκε μόλις το έτος 1988, δεν περιλαμβάνει καμία ρύθμιση για το χρονικό διάστημα μεταξύ της εισαγωγής της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος κατά το έτος 1984 και της θεσπίσεως της διατάξεως αυτής που προβάλλεται ως η νομική βάση της υποχρεώσεως των κρατών μελών.
76. Εξάλλου, η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν συμβιβάζεται με την αρχική υποχρέωση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών. Επί σειρά ετών, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η Επιτροπή διατύπωνε επιφυλάξεις σε σχέση με τις εκκρεμείς δίκες. Η συμπεριφορά αυτή, βεβαίως, δεν γεννά αφεαυτής δικαιώματα - γεγονός που ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή - πέραν της ενδεχόμενης δημιουργίας μιας καταστάσεως δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. άντως, η συμπεριφορά αυτή αποτελεί ένδειξη του ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι υφίσταται αρχική υποχρέωση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών. Άλλως, δεν θα ήταν κατανοητή η αναμονή της.
77. εραιτέρω, επιβάλλεται η επανεξέταση των αιτιολογικών σκέψεων της Επιτροπής στην προσβαλλόμενη απόφαση. Μεταξύ αυτών μνημονεύεται ότι «η Επιτροπή, εντούτοις, επιφυλάσσεται για τη δυνατότητα να επανεξετάσει τις διορθώσεις που γίνονται με αυτή την εκκαθάριση των λογαριασμών [1994] εάν, μετά το πέρας των νομικών διαδικασιών, ορισμένα ποσά θα θεωρηθούν ως μη χρεωστούμενα ή μη δυνάμενα να ανακτηθούν», γεγονός που δείχνει ότι κατά την άποψη της Επιτροπής η έκβαση των δικών είναι σημαντική για την υποχρέωση καταβολής των κρατών μελών.
78. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την κοινοτικού δικαίου υποχρέωση των παραγωγών ή αγοραστών γάλακτος να καταβάλουν την εισφορά, η οποία προβλέπεται ρητώς στις σχετικές διατάξεις, και από την παρεπόμενη υποχρέωση των κρατών μελών που συνδέεται με αυτή.
79. Η υποχρέωση αυτή θεσπίζεται ήδη με τον βασικό κανονισμό και επιβεβαιώνεται με τους κανονισμούς που εκδόθηκαν στη συνέχεια . Και στο πλαίσιο επίσης του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που εφαρμόζεται από το 1992 και το οποίο δεν είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση λόγω του συναφούς χρονικού διαστήματος, διατηρείται ο κατ' αρχήν ορισμός των παραγωγών ή αγοραστών ως υποχρέων της εισφοράς .
80. Η αναγκαία αποτελεσματικότητα του συστήματος, το τελευταίο επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή, η οποία πρέπει να γίνει αντιληπτή ως η αμελλητί είσπραξη των εισφορών από τους υποχρέους που ευθύνονται για την υπέρβαση της παραγωγής, δεν αυξάνεται οπωσδήποτε με την υποχρέωση καταβολής εκ μέρους των κρατών μελών. Εν προκειμένω, το ζήτημα αφορά τη συμπεριφορά των αρχών έναντι των υποχρέων εισφοράς. Καθόσον πρόκειται για εκκρεμείς δίκες, δεν αμφισβητείται ότι οι αρχές των κρατών μελών - στη Γαλλία η Onilait - ζήτησαν ήδη την καταβολή των οφειλομένων ποσών με εκκαθαριστική πράξη και εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη θέση αυτή ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, διότι άλλως οι δίκες θα είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου.
81. Επομένως, επειδή επιβάλλεται η εκτίμηση ότι η υποχρέωση των κρατών μελών έναντι της Κοινότητας εξαρτάται από την αρχική υποχρέωση καταβολής των παραγωγών ή αγοραστών, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί στο κράτος μέλος να καταβάλει ποσά για τα οποία δεν έχει ακόμη εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση. ρέπει επομένως να γίνει δεκτή η προσφυγή της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
V - Δικαστικά έξοδα
82. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι, κατά τη λύση που προτείνω, η Επιτροπή ηττάται, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει επομένως τα δικαστικά του έξοδα.
VI - ρόταση
83. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) ακυρώνει την απόφαση 98/358/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μα_ου 1998, για την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες για το 1994 του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), καθόσον προβλέπει αρνητικές διορθώσεις για τη Γαλλική Δημοκρατία ύψους 114 387 058 FRF όσον αφορά τις συμπληρωματικές εισφορές επί του γάλακτος για τις εμπορικές περιόδους 1985/1986 έως 1992/1993·
2) η Επιτροπή φέρει τα έξοδά της καθώς και τα έξοδα της Γαλλικής Δημοκρατίας·
3) το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy