Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στις 24 Ιουλίου 1998, η εταιρία Μο och Domsjö AB (στο εξής: MoDo) κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998, Μο och Domsjö κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία κρίθηκε το αίτημά της ακυρώσεως της αποφάσεως 94/601/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/C/33.833 - Χαρτόνι) (στο εξής: απόφαση).
2. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμα σε 19 κατασκευαστές προμηθευτές χαρτονιού εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας. Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη MoDo καθορίστηκε σε 22 750 000 ECU. Το ρωτοδικείο, μολονότι δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή, δεν μείωσε το πρόστιμο.
3. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτίθενται το ιστορικό της διαφοράς, τα ουσιώδη χωρία της αποφάσεως και η συλλογιστική του ρωτοδικείου.
4. Στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
«i) να αναιρέσει, τουλάχιστον μερικώς, την απόφαση του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998 στην υπόθεση Τ-352/94·
ii) να ακυρώσει, τουλάχιστον εν μέρει, την απόφαση 94/601/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (IV/C/33.833 - Χαρτόνι), καθόσον αυτή αφορά την αναιρεσείουσα·
iii) να ακυρώσει, ή τουλάχιστον να μειώσει, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα·
iv) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα στις διαδικασίες ενώπιον του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.»
5. ρος στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο:
«i) κρίνοντας ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε στην απόφαση τους παράγοντες που είχε λάβει συστηματικά υπόψη για τον καθορισμό του επιβληθέντος στην αναιρεσείουσα προστίμου δεν συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που δικαιολογεί την πλήρη ή μερική ακύρωση της αποφάσεως και του προστίμου·
και, επικουρικώς,
ii) κρίνοντας ότι το δικό του συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε όλα τα προβαλλόμενα αποτελέσματα της παραβάσεως δεν μπορεί να επηρεάσει αισθητώς την κρίση του περί της σοβαρότητας της παραβάσεως και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια μείωση του προστίμου».
6. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«i) να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της·
ii) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη, καθόσον με αυτήν
α) ζητείται από το Δικαστήριο να ελέγξει την εκ μέρους του ρωτοδικείου άσκηση της πλήρους του δικαιοδοσίας όσον αφορά τα πρόστιμα·
β) ζητείται η μερική ή πλήρης ακύρωση της αποφάσεως·
iii) να την απορρίψει κατά τα λοιπά ως αβάσιμη·
iv) να καταδικάσει τη MoDo να καταβάλει στην Επιτροπή τα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.»
7. Και οι δύο λόγοι που προβάλλει η MoDo προβλήθηκαν επίσης από διάφορες άλλες εταιρίες που άσκησαν αίτηση αναιρέσεως των αποφάσεων του ρωτοδικείου που τις αφορούν.
8. Δεδομένου ότι η MoDo είναι η μοναδική επιχείρηση που προέβαλε μόνο τους δύο αυτούς λόγους, θα εκθέσω, στο πλαίσιο των προτάσεών μου, τα προβλήματα αυτά στο σύνολό τους, δηλαδή εξετάζοντας επίσης τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν προς στήριξη των δύο αυτών λόγων από άλλες επιχειρήσεις.
9. Επομένως, στις προτάσεις μου επί των αιτήσεων αναιρέσεως των επιχειρήσεων αυτών θα μπορέσω να αρκεστώ σε παραπομπές στις παρούσες προτάσεις.
Ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως
10. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί σοβαρώς να αμφισβητηθεί από δύο απόψεις.
11. ρώτον, η Επιτροπή προβάλλει τα ακόλουθα.
12. Με την προσφυγή της που άσκησε ενώπιον του ρωτοδικείου, η MoDo ζήτησε να ακυρωθεί το άρθρο 1 της αποφάσεως, το οποίο διαπιστώνει ότι η MoDo παρέβη το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ). Όμως, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το ρωτοδικείο.
13. Η MoDo δεν βάλλει ρητώς κατά της απορρίψεως αυτής. Οι λόγοι της αναιρέσεως αφορούν μόνο τα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν το ύψος του προστίμου. Η επιχείρηση δεν προβάλλει οτι το ρωτοδικείο εφάρμοσε πλημμελώς ή ερμήνευσε εσφαλμένως το κοινοτικό δίκαιο, επικυρώνοντας το άρθρο 1 της αποφάσεως.
14. Ιδίως, πάντα κατά την Επιτροπή, η MoDo δεν βάλλει ούτε κατά της κρίσεως του ρωτοδικείου στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία ορισμένα από τα επιχειρήματα της MoDo αφορούσαν μόνο το ύψος του προστίμου που της επιβλήθηκε και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμα, να συνεπάγονται την πλήρη ακύρωση της ίδιας της αποφάσεως. Όμως, οι ίδιοι ακριβώς ισχυρισμοί προβάλλονται εκ νέου στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
15. Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή, ορθώς περιέγραψε, κατ' αυτόν τον τρόπο, την κατάσταση.
16. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της.
17. Δεύτερον, η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του δεύτερου λόγου που προβάλλει η αναιρεσείουσα. Με τον δεύτερο αυτό λόγο, η MoDo υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δεν μείωσε το πρόστιμο, μολονότι έκρινε ότι η Επιτροπή εν μέρει μόνο απέδειξε τα αποτελέσματα των παραβάσεων που διαπιστώνονται με την απόφαση.
18. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το Δικαστήριο σαφώς έχει εκθέσει ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να εξετάσει την κρίση περί του ενδεδειγμένου ύψους του προστίμου στην οποία προβαίνει το ρωτοδικείο κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας που του παρέχεται με το άρθρο 172 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 229 ΕΚ) και με το άρθρο 17 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης .
19. Αυτό βεβαίως, είναι ακριβές, πλην, στην απόφαση Ferriere Nord κατά Επιτροπής , που παραθέτει εξάλλου η Επιτροπή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι αρμόδιο να εξετάζει αν το ρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε η αναιρεσείουσα όσον αφορά την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου».
20. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστεί της υπ' αυτό το πρίσμα εξετάσεως των επιχειρημάτων της MoDo.
21. Επιπλέον, μια άλλη αναιρεσείουσα, η Cascades SA (στο εξής: Cascades), προέβαλε τον ίδιο ισχυρισμό, προβάλλοντάς τον ως ζήτημα ερμηνείας της εννοίας «των αποτελεσμάτων της παραβάσεως» και της αντίστοιχης σημασίας που πρέπει να προσαφθεί στα αποτελέσματα, επί της αγοράς, μιας παραβάσεως σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκονται από τα μέλη με τα μέσα που αυτά εφάρμοσαν. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνιστά νομικό ζήτημα.
22. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να μη δεχθεί τη δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που προέτεινε η Επιτροπή.
Ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως
23. Η MoDo και οκτώ άλλες αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε στην απόφαση τους παράγοντες που έλαβε συστηματικά υπόψη για τον καθορισμό των προστίμων δεν συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που δικαιολογεί την πλήρη ή μερική ακύρωση της αποφάσεως.
24. Κατά την εξέταση της αιτιάσεως αυτής στις σκέψεις 266 έως 280 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και στις αντίστοιχες σκέψεις των άλλων αποφάσεων, το ρωτοδικείο υιοθέτησε μια προσέγγιση που αναλύεται σε διάφορα στάδια. Άρχισε υπενθυμίζοντας, στηριζόμενο στην απόφασή του Van Megen Sports κατά Επιτροπής , ότι, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας ατομικής αποφάσεως σκοπό έχει να επιτρέψει στον κοινοτικό δικαστή να ασκήσει τον έλεγχό του νομιμότητας της αποφάσεως και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως πάσχει ελάττωμα λόγω του ότι θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος της, με τη διευκρίνιση ότι το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτής εξαρτάται από τη φύση της περί της ης πρόκειται πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε.
25. Συναφώς, υπογραμμίζει ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αποφάσεως που επιβάλλει πρόστιμο σε πλείονες επιχειρήσεις πρέπει να προσδιορίζεται ιδίως με γνώμονα το γεγονός ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων, μεταξύ των οποίων παραθέτει τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των προστίμων, και τούτο, όπως διευκρινίζεται με τη διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής , χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνεται υπόψη.
26. άντοτε υπό μορφή υπενθυμίσεως, τονίζει, αναφερόμενο στην απόφασή του Martinelli κατά Επιτροπής , την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει εν προκειμένω η Επιτροπή και η οποία αποκλείει την υποχρέωση εφαρμογής κάποιου συγκεκριμένου μαθηματικού τύπου.
27. Στη συνέχεια, το ρωτοδικείο έρχεται στην εξέταση της αιτιολογήσεως, εν προκειμένω, της αποφάσεως και προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Στην απόφαση περιέχονται τα κριτήρια που λαμβάνονται συγχρόνως υπόψη για τον καθορισμό του γενικού επιπέδου των προστίμων και του ύψους των κατ' ιδίαν προστίμων (αιτιολογική σκέψη 168 και 169 της αποφάσεως). εραιτέρω, όσον αφορά τα κατ' ιδίαν πρόστιμα, η Επιτροπή διευκρινίζει στην αιτιολογική της σκέψη 170 ότι οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της «Presidents Working Group» (στο εξής: PWG) θεωρούνταν, καταρχήν, ως «επι κεφαλής» της συμπράξεως, ενώ οι λοιπές επιχειρήσεις θεωρούνταν ως «απλά μέλη» της. Τέλος, στις αιτιολογικές σκέψεις 171 και 172 της αποφάσεώς της, η Επιτροπή αναφέρει ότι τα ποσά των προστίμων που επιβλήθηκαν στη Rena Kartonfabrik A/S (στο εξής: Rena) και στη Stora Kopparbergs Bergslags AB (στο εξής: Stora) πρέπει να είναι σημαντικώς μειωμένα προκειμένου να ληφθεί υπόψη η συνεργασία τους με την Επιτροπή και ότι άλλες οκτώ επιχειρήσεις μπορούν επίσης, καίτοι σε μικρότερο βαθμό από τη Stora και τη Rena, να τύχουν κάποιας μειώσεως του προστίμου, διότι, στις απαντήσεις που έδωσαν στην κοινοποίηση των αιτιάσεων, δεν αμφισβήτησαν τους κύριους πραγματικούς ισχυρισμούς στους οποίους η Επιτροπή στήριξε τις αιτιάσεις της.
28. Το ρωτοδικείο τονίζει επίσης ότι, κατά τη διαδικασία, η Επιτροπή παρέσχε συμπληρωματικά αριθμητικά στοιχεία όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού καθενός από τα κατ' ιδίαν πρόστιμα. Διαπιστώνει ότι, μολονότι τα πρόστιμα αυτά δεν καθορίστηκαν κατ' εφαρμογήν με αυστηρώς μαθηματικό τρόπο των μόνων προαναφερθέντων αριθμητικών στοιχείων, τα στοιχεία αυτά πάντως ελήφθησαν συστηματικώς υπόψη κατά τον υπολογισμό των προστίμων.
29. Το ρωτοδικείο τονίζει στη συνέχεια ότι η απόφαση δεν διευκρινίζει:
- ότι τα πρόστιμα υπολογίστηκαν βάσει του κύκλου εργασιών τον οποίο είχε πραγματοποιήσει κάθε μια από τις επιχειρήσεις στην κοινοτική αγορά του χαρτονιού το 1990·
- ότι ο εφαρμοσθείς σε σχέση με αυτούς τους κύκλους εργασιών βασικός συντελεστής ήταν 9 % για τις «επί κεφαλής» επιχειρήσεις και 7,5 % για τις θεωρούμενες ως «απλά μέλη» επιχειρήσεις·
- ότι το λόγω πνεύματος συνεργασίας ποσοστό μειώσεως του οποίου έτυχαν η Stora και η Rena ήταν δύο τρίτα, ενώ αυτό του οποίου έτυχαν οκτώ άλλες επιχειρήσεις ήταν ένα τρίτο.
30. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το ρωτοδικείο όφειλε να θεωρήσει την έλλειψη των αριθμητικών αυτών στοιχείων στην απόφαση ως ελλιπή αιτιολόγηση που δικαιολογεί την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
31. Όμως, τι έπραξε το ρωτοδικείο; Καταρχάς, έκρινε ότι «οι αιτιολογικές σκέψεις 169 έως 172 της αποφάσεως - ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα των λεπτομερώς παρατιθεμένων στην ίδια απόφαση πραγματικών ισχυρισμών που στρέφονται καθ' εκάστου αποδέκτη της αποφάσεως - εκθέτουν επαρκή και πρόσφορα στοιχεία εκτιμήσεως που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της βαρύτητας και της διάρκειας της παραβάσεως την οποία διέπραξε η κάθε μια από τις ενεχόμενες επιχειρήσεις (...)» (σκέψη 273 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
32. Όμως, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι διαπιστώσεις αυτές θα του φαίνονταν επαρκείς για να απορρίψει τον λόγο που αφορά ανεπάρκεια αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς το καθορισμό του προστίμου, το ρωτοδικείο προσθέτει στη συνέχεια και άλλες σκέψεις. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι, «όταν το ύψος κάθε προστίμου καθορίζεται, όπως εν προκειμένω, βάσει συστηματικής εκτιμήσεως ορισμένων συγκεκριμένων στοιχείων, η μνεία καθενός από τους παράγοντες αυτούς στην απόφαση θα διευκόλυνε τις επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να εκτιμήσουν αφενός μεν αν η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλματα κατά την επιμέτρηση του κάθε προστίμου, αφετέρου δε αν το ύψος κάθε προστίμου δικαιολογείται με γνώμονα τα εφαρμοζόμενα γενικά κριτήρια» (σκέψη 275 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Στη συνέχεια τονίζει ότι η κοινολόγηση των παραγόντων αυτών, εφόσον το τελικό ποσό κάθε κατ' ιδίαν προστίμου δεν προέκυψε από αυστηρώς μαθηματική εφαρμογή των παραγόντων που ελήφθησαν υπόψη, δεν δημιούργησε προβλήματα όσον αφορά τις επιταγές του άρθρου 214 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 287 ΕΚ), όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, όπως, εξάλλου, πιστοποιείται από το γεγονός ότι η κοινολόγηση αυτή έγινε επ' ευκαιρία μιας συνεντεύξεως Τύπου που πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα με την έκδοση της αποφάσεως.
33. Η διαπίστωση αυτή ότι η Επιτροπή προέβη στην επιλογή να αποκαλύψει στον Τύπο στοιχεία που δεν περιέχονταν στην ίδια την απόφαση συνοδεύεται με μια υπόμνηση της πάγιας νομολογίας κατά την οποία η αιτιολόγηση μιας αποφάσεως πρέπει να περιέχεται στο ίδιο το σώμα της αποφάσεως και ότι οι μεταγενέστερες διευκρινίσεις δεν μπορούν, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, να ληφθούν υπόψη.
34. Επανερχόμενο στη συνέχεια επί της αιτιολογήσεως του καθορισμού των προστίμων με την απόφαση, το ρωτοδικείο διαπιστώνει ότι αυτή είναι τουλάχιστον τόσο λεπτομερής όσο και η αιτιολόγηση που περιέχεται σε προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν παρόμοιες παραβάσεις και οι οποίες, παρ' όλο που, τότε, είχαν υποβληθεί στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή, δεν έδωσαν λαβή για καμία επίκριση ως προς το σημείο αυτό, μολονότι η ελλιπής αιτιολογία συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως.
35. Μόλις με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν το 1995 επί των προσφυγών που είχαν ασκηθεί κατά της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις στη σύμπραξη που βασίλευε στην αγορά των δομικών πλεγμάτων (στο εξής: αποφάσεις για τα δομικά πλέγματα) το ρωτοδικείο υπογράμμισε, για πρώτη φορά, «ότι είναι επιθυμητό οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν λεπτομερώς τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου που τους επιβάλλεται, χωρίς να είναι υποχρεωμένες προς τούτο να ασκήσουν δικαστική προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής» (σκέψη 277 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
36. Κατά το ρωτοδικείο, από τη νομολογία που άρχισε να εφαρμόζεται το 1995 προκύπτει ότι, «(...) όταν διαπιστώνει, σε μία απόφαση, παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού και επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που έχουν μετάσχει σ' αυτήν, η Επιτροπή οφείλει, εφόσον έχει λάβει κατά σύστημα υπόψη ορισμένα βασικά στοιχεία προς καθορισμό του ύψους των προστίμων, να μνημονεύει τα στοιχεία αυτά στο σώμα της αποφάσεως, ώστε να παρέχει στους αποδέκτες της τη δυνατότητα να επαληθεύουν αν το ύψος του προστίμου καθορίστηκε προσηκόντως και να εκτιμούν μήπως ασκήθηκε διάκριση».
37. Κατά το ρωτοδικείο, το γεγονός ότι η απόφαση δεν συνάδει προς την επιταγή αυτή δεν μπορεί, εντούτοις, να δικαιολογήσει την πλήρη ή μερική ακύρωση των επιβληθέντων προστίμων, εν όψει του καινοτόμου χαρακτήρα των αποφάσεων για τα δομικά πλέγματα και του γεγονότος ότι, κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, η Επιτροπή έδειξε διατεθειμένη να παράσχει κάθε πρόσφορη πληροφορία όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου.
38. Οι αναιρεσείουσες διατύπωσαν αυστηρές επικρίσεις κατά της συλλογιστικής αυτής στην οποία υπογραμμίζουν μια αντίφαση. Κατ' αυτές, το ρωτοδικείο δεν μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να διαπιστώσει συγχρόνως την ανυπαρξία στην απόφαση ορισμένων αριθμητικών ενδείξεων, να επιβεβαιώσει τη νομολογία του κατά την οποία η Επιτροπή οφείλει, όταν έχει, όπως εν προκειμένω, λάβει συστηματικά υπόψη ορισμένα στοιχεία, να τα γνωστοποιήσει στους αποδέκτες της αποφάσεως υπό μορφή αριθμητικών δεδομένων και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη των εν λόγω ενδείξεων στην απόφαση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος της.
39. Όμως, εκτός από την αντίφαση αυτή, η συλλογιστική του ρωτοδικείου φαίνεται, πάντοτε κατά τις αναιρεσείουσες, να συνιστά δύο παραβιάσεις των αρχών που έχουν τεθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
40. Η πρώτη οφείλεται στο γεγονός ότι το ρωτοδικείο θεώρησε ότι μπορούσε να περιορίσει ex post τα διαχρονικά αποτελέσματα από την ερμηνεία των επιταγών του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ) όσον αφορά τον καθορισμό των προστίμων, στην οποία προέβη με τις αποφάσεις του για τα δομικά πλέγματα, ενώ το Δικαστήριο κρίνει παγίως ότι η νομολογιακή ερμηνεία ενός κανόνα κοινοτικού δικαίου έχει πάντοτε αποτελέσματα ex tunc, πλην αντίθετης κρίσεως που περιέχεται στην ίδια την απόφαση με την οποία προέβη στην ερμηνεία αυτή. Η δεύτερη οφείλεται στο γεγονός ότι το ρωτοδικείο δεν μπορούσε, σε αντίθεση εξάλλου προς τη νομολογία που το ίδιο παραθέτει, να κρίνει ότι η ανεπάρκεια αιτιολογίας μπορεί να «καλυφθεί» με διευκρινίσεις που παρέχονται συγχρόνως με τη συνέντευξη Τύπου ή μεταγενεστέρως κατά τη διάρκεια ένδικης διαδικασίας.
41. Η Επιτροπή απαντά στην επιχειρηματολογία αυτή της αναιρεσείουσας προβαίνοντας σε διάκριση μεταξύ των διαφόρων κρίσεων που εκφέρει το ρωτοδικείο.
42. Κατ' αυτήν, το ρωτοδικείο έκρινε βασικά, στη σκέψη 273 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως , ότι η απόφαση ήταν αιτιολογημένη σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, τα δε συνακολούθως εκτιθέμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά ως obiter dicta. Αυτά εξάλλου δεν της δημιουργούν κανένα πρόβλημα, διότι, κατόπιν των αποφάσεων για τα δομικά πλέγματα, είχε ήδη, από τον Ιανουάριο του 1998, δηλαδή πριν από την έκδοση των αποφάσεων στις υποθέσεις που αφορούσαν τη σύμπραξη στην αγορά του χαρτονιού, εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προκειμένου να καταστεί η πρακτική της σύμφωνη προς την επιθυμία του ρωτοδικείου.
43. Η Επιτροπή, εξάλλου, επισημαίνει ότι, αφότου εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το ρωτοδικείο, συνεπεία των αποφάσεων που εκδόθηκαν το 1999 στις αποφάσεις που αφορούν τους περιορισμούς του ανταγωνισμού στον τομέα των μεταλλικών δοκών, διευκρίνισε κάπως την από το 1995 νομολογία του και παραθέτει, συναφώς, την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999, British Steel κατά Επιτροπής , με την οποία έκρινε ότι «το ρωτοδικείο διευκρίνισε, με την απόφασή του της 6ης Απριλίου 1995, Τ-148/89, Tréfilunion κατά Επιτροπής (...), ότι είναι επιθυμητό οι επιχειρήσεις - προκειμένου να καθορίζουν τη θέση τους με πλήρη επίγνωση - να γνωρίζουν λεπτομερώς, σύμφωνα με οποιοδήποτε σύστημα θα έκρινε σκόπιμο η Επιτροπή, τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου που τους έχει επιβληθεί με απόφαση λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, χωρίς να είναι υποχρεωμένες προς τούτο να ασκήσουν δικαστική προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή έχει χρησιμοποιήσει λεπτομερείς μαθηματικούς τύπους για να υπολογίσει τα πρόστιμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι ευκταίο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και, ενδεχομένως, στο ρωτοδικείο να παρέχεται η δυνατότητα να ελέγχουν αν η μέθοδος που χρησιμοποίησε και τα στάδια που ακολούθησε η Επιτροπή δεν παρουσιάζουν σφάλματα και συνάδουν με τις διατάξεις και τις αρχές που εφαρμόζονται στον τομέα των προστίμων, ιδίως δε με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.» (βλ. σκέψεις 626 και 627).
44. «ρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι αυτά τα αριθμητικά στοιχεία, που προσκομίζονται κατόπιν αιτήσεως διαδίκου ή του ρωτοδικείου, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 64 και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν συνιστούν συμπληρωματική και a posteriori αιτιολογία της Αποφάσεως, αλλά την αριθμητική έκφραση των κριτηρίων που διαλαμβάνονται στην Απόφαση, στις περιπτώσεις που τα κριτήρια αυτά μπορούν να εκφραστούν ποσοτικά . Εν προκειμένω, μολονότι η Απόφαση δεν περιέχει στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του προστίμου, η Επιτροπή προσκόμισε κατά τη διάρκεια της δίκης, κατόπιν αιτήσεως του ρωτοδικείου, τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν, μεταξύ άλλων, τον επιμερισμό του προστίμου μεταξύ των διαφόρων παραβάσεων που προσάπτονται στις επιχειρήσεις. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι (...) τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αντλούνται από έλλειψη αιτιολογήσεως πρέπει να απορριφθούν.» (βλ. σκέψεις 628 έως 630 της προπαρατεθείσας αποφάσεως British Steel κατά Επιτροπής).
45. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι μια απόφαση που επιβάλλει πρόστιμο δεν περιέχει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που κρίνονται επιθυμητά από το ρωτοδικείο, αυτό θα μπορούσε να συνιστά μόνο παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως η οποία, αφεαυτής, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ακύρωση, οπότε δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία ανακολουθία στη συλλογιστική του ρωτοδικείου.
46. ώς πρέπει να εκτιμηθούν τα εκτιθέμενα από το ρωτοδικείο προς απόρριψη της απόψεως των αναιρεσειουσών ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα;
47. εριέπεσε το ρωτοδικείο σε αντίφαση, κατά την έννοια ότι προέβη σε ερμηνεία αυτού του άρθρου χωρίς να συναγάγει τις συνέπειες από την ερμηνεία αυτή, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ή αντιθέτως ανέπτυξε μια συλλογιστική, ναι μεν με περίπλοκες πτυχές και διαφοροποιήσεις, πλην όμως συνεπή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή;
48. Καθ' όσον με αφορά, ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να αναλύσω την αιτιολόγηση του ρωτοδικείου θεωρώντας την απολύτως συνεπή και στηριζόμενη σε μια λογική που δεν επιδέχεται κριτική. _Εχω την εντύπωση ότι οι αιτιάσεις που διατυπώνει η αναιρεσείουσα δύσκολα μπορούν να απορριφθούν με μιας, η εντύπωση δε αυτή απλώς ενισχύεται συγχρόνως από τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή προσπαθεί - πράγμα όμως που κάθε άλλο παρά εύκολο είναι - να συνενώσει τις διάφορες εκτιμήσεις του ρωτοδικείου, προκειμένου να διαφανεί μέσα από αυτές η ύπαρξη μιας αυστηρής λογικής συνέπειας, και από τις κάπως πολύ μακροσκελείς διορθωτικές προσαρμογές που πραγματοποιήθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση British Steel κατά Επιτροπής.
49. Όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή κατέστησε άβολη τη θέση του δικαστή, παρέχοντας στον Τύπο ορισμένες συγκεκριμένες ενδείξεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο καθορίστηκαν τα διάφορα πρόστιμα, οι οποίες δεν περιέχονταν στην απόφαση που απευθυνόταν στις επιχειρήσεις που όφειλαν να καταβάλουν το ποσό των προστίμων αυτών. άντως, αυτό που έχει σημασία είναι να μην υπερεκτιμηθούν οι συμπληρωματικές αυτές ενδείξεις.
50. ράγματι, αφενός, η ανακοίνωση προς τον Τύπο που δημοσίευσε η Επιτροπή επ' ευκαιρία της εκδόσεως της αποφάσεως δεν περιέχει τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία και, αφετέρου, στο πλαίσιο της συνεντεύξεως Τύπου που διοργάνωσε με την ίδια ευκαιρία ούτε ο επιφορτισμένος με τον ανταγωνισμό επίτροπος παρέθεσε το σύνολο των αριθμητικών στοιχείων την έλλειψη των οποίων στην απόφαση διαπίστωσε το ρωτοδικείο.
51. ράγματι, καθόσον μπορεί να κριθεί βάσει του Bulletin de l'agence Europe της 15ης Ιουλίου 1994 και ορισμένων άρθρων στον Τύπο, που προσκόμισε ως παράρτημα του δικογράφου της που κατέθεσε στο ρωτοδικείο μία από τις αναιρεσείουσες, δηλαδή η Cascades, ο επίτροπος διευκρίνισε ότι η Stora και η Rena είχαν τύχει μειώσεως του προστίμου τους κατά τα δύο τρίτα (αντί «προστίμου σημαντικά μειωμένου» όπως αναφέρεται στην απόφαση), οκτώ δε άλλες επιχειρήσεις μειώσεως κατά το ένα τρίτο (αντί «προστίμου μειωμένου σε μικρότερο βαθμό»). Ο επίτροπος προσέθεσε ότι άλλες επιχειρήσεις είχαν υποστεί την επιβολή προστίμου «που κυμαινόταν γύρω από το 9 % του κύκλου τους εργασιών εντός της Κοινότητας» (το ποσοστό του 7,5 % δεν αναφέρθηκε). Τέλος, ανέφερε το ποσό των διαφόρων προστίμων που επιβλήθηκαν στις διάφορες επιχειρήσεις.
52. Επομένως, επιβάλλεται κατ' ανάγκη η διαπίστωση ότι οι συμπληρωματικές πληροφορίες, σε σχέση με την απόφαση, δεν είναι τόσο σημαντικές όσο ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες.
53. Η αμηχανία που προκαλεί η ανάγνωση της συλλογιστικής που ανέπτυξε το ρωτοδικείο για να απορρίψει τον λόγο που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης προκύπτει από το ότι η εξέταση της αιτιολογήσεως της αποφάσεως πραγματοποιείται σε δύο διαδοχικά στάδια, τα οποία αντιμετωπίζουν την ίδια αιτιολόγηση με δύο διαφορετικούς γνώμονες, από τους οποίους ο πρώτος είναι σαφώς λιγότερο αυστηρός από τον δεύτερο. Η διάρθρωση αυτή σε δύο διαδοχικά στάδια βρίσκεται, όπως φαίνεται, σε αντιστοιχία προς τη βούληση του ρωτοδικείου να προβεί σε διάκριση μεταξύ δύο ειδών πληροφοριακών στοιχείων που η υφιστάμενη την κύρωση επιχείρηση πρέπει να μπορεί να εντοπίσει στην απόφαση· αφενός, τα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παραβάσεως που της προσάπτεται, αφετέρου των πληροφοριακών στοιχείων που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το πρόστιμο που της επιβλήθηκε.
54. Η αναιρεσείουσα δεν διατυπώνει στην πραγματικότητα επικρίσεις και δύσκολα θα μπορούσε να το κάνει, κατά του πρώτου σταδιου, κατάληξη του οποίου αποτελεί το συμπέρασμα που περιέχεται στη σκέψη 273 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως . Το δεύτερο στάδιο, κατάληξη του οποίου αποτελεί η σκέψη 279 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως , επί του οποίου συγκεντρώνονται οι επικρίσεις των αναιρεσειουσών και το οποίο η Επιτροπή θεωρεί ως ένα απλό obiter dictum, φαίνεται, αντιθέτως, προβληματικό από απόψεως συνεπείας. ράγματι, δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς μπορεί να συμβιβαστεί ο ισχυρισμός ότι, όταν ορισμένα βασικά στοιχεία ελήφθησαν συστηματικά υπόψη για τον καθορισμό των προστίμων, η Επιτροπή οφείλει να τα αναφέρει στο σώμα της αποφάσεως «ώστε να παρέχει στους αποδέκτες της τη δυνατότητα να επαληθεύουν αν το ύψος του προστίμου καθορίστηκε προσηκόντως και να εκτιμούν μήπως ασκήθηκε διάκριση», με τη διαπίστωση ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν αναφέρονται στην απόφαση και με το συμπέρασμα ότι η απόφαση δεν πάσχει ανεπάρκεια αιτιολογίας.
55. Εντούτοις, το ρωτοδικείο επιχειρεί τον συμβιβασμό αυτόν, επικαλούμενο ιδιαίτερες περιπτώσεις, που θεωρεί ότι διαπιστώνει στην κοινολόγηση των στοιχείων υπολογισμού κατά την ένδικη διαδικασία και στον καινοτόμο χαρακτήρα της ερμηνείας του άρθρου 190 της Συνθήκης που δίδεται με τις αποφάσεις για τα δομικά πλέγματα. Όμως, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, δίνει πράγματι λαβή για τις δύο αντιρρήσεις που διατύπωσαν οι αναιρεσείουσες. Όντως, κατά πάγια νομολογία, αφενός, όπως το υπενθυμίζει εξάλλου το ίδιο το ρωτοδικείο, δεν είναι δυνατό, πλην ορισμένων ιδιαίτερων υποθετικών περιπτώσεων που περιορίζονται στις διατάξεις που διέπουν τη δημόσια υπηρεσία, να θεραπευθεί μια ανεπαρκής αιτιολογία με συμπληρωματικά στοιχεία που παρέχονται ex post ενώπιον του δικαστή. Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, ο διαχρονικός περιορισμός ερμηνείας που δίνεται από τον δικαστή, πρώτον, δεν μπορεί παρά να αποτελεί εξαίρεση και να υπαγορεύεται από επιτακτικές εκτιμήσεις που οφείλονται ιδίως στις απαιτήσεις της ασφάλειας του δικαίου και, δεύτερον, δεν μπορεί να επιβάλλεται παρά μόνο με την ίδια την απόφαση με την οποία δίνεται η εν λόγω ερμηνεία, πράγμα που συνιστά προϋποθέσεις που προφανώς δεν πληρούνται όσον αφορά τις αποφάσεις για τα δομικά πλέγματα.
56. Επομένως, αν το καθήκον αιτιολογίας που υπέχει η Επιτροπή απαιτούσε πράγματι να περιέχονται στο σώμα της αποφάσεως τα δεδομένα που μνημονεύονται από το ρωτοδικείο στη σκέψη 272 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και στις αντίστοιχες σκέψεις των άλλων αποφάσεων, το ρωτοδικείο έπρεπε να δεχθεί ότι η απόφαση ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
57. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή όφειλε να περιλάβει τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία στην απόφασή της. οια είναι πράγματι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που τίθεται με το άρθρο 190 της Συνθήκης στην ιδιαίτερη περίπτωση μιας αποφάσεως που επιβάλλει πρόστιμο;
58. Όπως, απολύτως εύστοχα, υπενθύμισε το ρωτοδικείο, η αιτιολογία μιας τέτοιας αποφάσεως πρέπει να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως πάσχει ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος της, δηλαδή να διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει αν είναι σκόπιμο να προκαλέσει τον δικαστικό έλεγχο ασκώντας προσφυγή. Η αιτιολογία πρέπει επίσης, προφανέστατα, να επιτρέπει στον δικαστή να ασκεί τον έλεγχο νομιμότητας. Αυτός ο ίδιος ο έλεγχος δεν πρέπει να θίγει την ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως που η νομολογία αναγνωρίζει στην Επιτροπή. Επομένως, θα ήταν ανακόλουθο να απαιτείται μια τέτοια απόφαση να είναι αιτιολογημένη κατά ιδιαίτερα λεπτομερή τρόπο, διότι, ακόμη και γνωστοί, οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκε η Επιτροπή δεν θα μπορούν να ληφθούν υπόψη από τον δικαστή για να ακυρώσει την απόφαση.
59. Είναι αληθές ότι η Επιτροπή, έστω και αν διαθέτει πολύ ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό προστίμων, εξακολουθεί να υποχρεούται στην τήρηση ορισμένων κανόνων. Οι κανόνες αυτοί είτε ορίζονται με τον κανονισμό 17, ο οποίος θεμελιώνει την αρμοδιότητα της Επιτροπής για την επιβολή προστίμων, είτε προκύπτουν από τη νομολογία, μέσω των γενικών αρχών που συνάγονται με αυτήν. Ο κανονισμός 17 προβλέπει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, αυτού ότι «κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της».
60. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να διευκρινίζει στην απόφασή της ποια διάρκεια παραβάσεως έλαβε υπόψη και να διατυπώνει την εκτίμησή της ως προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως, με τη διευκρίνιση, όπως το υπογράμμισε η προπαρατεθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής , που παρέθεσε το ρωτοδικείο, «ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη».
61. Αυτό που προκαλεί εντύπωση, στην εν λόγω νομολογία, είναι ότι το Δικαστήριο δεν θέλησε να εγκλείσει την Επιτροπή σε ένα αυστηρό πλαίσιο, ακόμη και όσον αφορά τη φύση των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
62. Επομένως, πολλώ μάλον προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να υποχρεούται να αποκαλύπτει αριθμητικά στοιχεία όπως το ποσοστό του κύκλου εργασιών ή το ποσοστό της αποφασισθείσας μειώσεως, που της χρησίμευσαν ως συγκριτικά σημεία ή κατευθυντήριες γραμμές κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών της εργασιών, ιδίως όταν πρόκειται για τη στάθμιση των προστίμων που πρέπει να επιβληθούν σε διάφορες επιχειρήσεις οι οποίες συμμετείχαν, με ποικίλλουσα ένταση, στη διάπραξη της παραβάσεως.
63. Η Επιτροπή, ακόμα και αν χρησιμοποίησε ορισμένα κριτήρια βάσει αριθμητικών στοιχείων κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών της εργασιών, πρέπει να είναι σε θέση να διαμορφώνει το πρόστιμο σε συνάρτηση με το επιδιωκόμενο αποτρεπτικό αποτέλεσμα, χωρίς να υποχρεούται να διατυπώσει αριθμητικώς το στοιχείο αυτό. Η ίδια η έκταση του περιθωρίου εκτιμήσεως που το Δικαστήριο αναγνωρίζει στην Επιτροπή επιβάλλει να αποκρουστεί η πρόθεση των επιχειρήσεων να περικλείσουν την εξουσία επιβολής κυρώσεων μέσα σε μια λογική μαθηματικών τύπων.
64. Επιπλέον, έχει σημασία να αποφευχθεί το να καθίστανται τα πρόστιμα προβλέψιμα, δηλαδή να μπορούν οι επιχειρήσεις, βάσει αριθμητικών στοιχείων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή σε προηγούμενες αποφάσεις, να κάνουν υπολογισμούς κόστους/κέρδους, προσπαθώντας να εξακριβώσουν, πριν αποφασίσουν να δημιουργήσουν μια σύμπραξη, τα πρόστιμα που θα μπορούσαν να υποστούν, συγκρίνοντάς τα με τα κέρδη που μπορούν να απορρεύσουν από την κατανομή των αγορών ή τον καθορισμό κοινών τιμών.
65. Βεβαίως, οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, όταν επιβάλλει κυρώσεις σε επιχειρήσεις που έχουν συμμετάσχει στη διάπραξη της ίδιας παραβάσεως, οφείλει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία συνεπάγεται ότι πανομοιότυπες καταστάσεις τυγχάνουν πανομοιότυπης αντιμετωπίσεως και ότι για διαφορετικές καταστάσεις ισχύει διαφορετική αντιμετώπιση.
66. Επομένως, η Επιτροπή θα πρέπει να διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους προέβη σε διαφοροποίηση μεταξύ των διαφόρων συμμετεχόντων στην ίδια σύμπραξη όταν καθόρισε το ποσό των προστίμων. Όμως, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποχρεούται να δημοσιεύει «συντελεστές διαφοροποιήσεως» ούτε, πολλώ μάλλον, να διευκρινίζει στην απόφασή της γιατί ορισμένα πρόστιμα μειώθηκαν κατά δύο τρίτα και όχι κατά τρία τέταρτα ή κατά το ήμισυ.
67. Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, τα σημεία επί των οποίων είναι απολύτως αναγκαία αιτιολόγηση της αποφάσεως η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της επιχειρήσεως και του δικαστή. Η Επιτροπή, εξυπακούεται, είναι ελεύθερη να προβεί σε αιτιολόγηση της αποφάσεώς της που βαίνει πέραν των ελάχιστων αυτών προϋποθέσεων, εφόσον το επιθυμεί, και αυτό μπορεί, όπως έχει κρίνει το ρωτοδικείο, να αποδεικνύεται ευκταίο σε ορισμένες περιπτώσεις. Όμως, όσο τηρείται το ελάχιστο αυτό απαιτούμενο, δεν πρέπει, και δεν είναι δυνατό, εν όψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, να θεωρηθεί ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης και κακώς, κατά τη γνώμη μου, το ρωτοδικείο επιχείρησε να αντιπαραβάλει την αιτιολογία της αποφάσεως προς τις πιο αυστηρές απαιτήσεις που θεώρησε ότι μπορούσε να διαμορφώσει με τις αποφάσεις του για τα δομικά πλέγματα.
68. Απομένει, επί του σημείου αυτού, να επαληθεύσω αν το ρωτοδικείο δεν έπρεπε να κρίνει ότι δεν είχαν τηρηθεί, εν προκειμένω, οι ελάχιστες απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 190 της Συνθήκης. Συναφώς, φρονώ ότι η απόφαση είναι σαφέστατη ως προς την εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή για τη σοβαρότητα της παραβάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 167 και 168) και διαπιστώνω ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 169 έως 172, διευκρινίζονται επαρκώς οι διαφοροποιήσεις μεταξύ επιχειρήσεων και οι αιτιολογήσεις τους. Το γεγονός ότι ανακοινώθηκαν μεταγενέστερα κάπως ακριβέστερες πληροφορίες, υπό τις περιστάσεις που υπενθύμισα, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση του ρωτοδικείου ότι η αιτιολογία που περιέχεται στην ίδια την απόφαση ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης.
69. Βεβαίως, αν η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην κοινολογήσει ορισμένα αριθμητικά στοιχεία, οφείλει να το πράξει με την ίδια την απόφαση. Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, παρέσχε ορισμένες πρόσθετες διευκρινίσεις, περιορισμένης όμως σημασίας, στο πλαίσιο μιας συνεντεύξεως Τύπου είναι, βέβαια, αξιόμεμπτο, πλην όμως αυτό δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι η αιτιολόγηση αυτή ήταν ανεπαρκής ούτε ότι τα πρόστιμα έπρεπε να μειωθούν.
70. Τέλος, το γεγονός ότι δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να γίνουν αποδεκτές ορισμένες σκέψεις που περιέχονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν συνεπάγεται ότι η απόφαση αυτή πρέπει να αναιρεθεί. ράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, «αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του ρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί» . Ο λόγος που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, για την οποία φέρεται να ενέχεται το ρωτοδικείο, καθόσον δεν αναγνώρισε ότι η απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά το ύψος των προστίμων, πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
Ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως
71. Η MoDo και οι άλλες αναιρεσείουσες που επικαλέστηκαν τον λόγο αυτόν προβάλλουν, κατ' ουσίαν, ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι το ίδιο του το συμπέρασμα, κατά το οποίο η Επιτροπή δεν απέδειξε όλα τα υποτιθέμενα αποτελέσματα της παραβάσεως, δεν μπορούσε να επηρεάσει αισθητώς την κρίση του ως προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια μείωση του προστίμου.
72. Μία από τις αναιρεσείουσες, η Cascades, προσθέτει ότι το ρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια των «αποτελεσμάτων της παραβάσεως στην αγορά» τα οποία έλαβε υπόψη για τον καθορισμό των προστίμων. Επιπλέον, προέβη σε ανακριβή νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων «αποτελεσμάτων» που προβάλλει η Επιτροπή.
73. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι η ερμηνεία της έννοιας των «αποτελεσμάτων της παραβάσεως στην αγορά» που εφάρμοσε το ρωτοδικείο είναι ορθή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί, καθόσον συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διατηρώντας το επίπεδο του προστίμου, ενώ το ίδιο το ρωτοδικείο δέχθηκε ότι εν μέρει μόνον αποδείχθηκαν τα προβαλλόμενα από την Επιτροπή αποτελέσματα.
74. Κατά τη MoDo, η οποία ανέπτυξε ιδιαιτέρως το επιχείρημα αυτό, η μη μείωση του προστίμου σημαίνει κατ' ανάγκη ότι, για περιστατικά αισθητώς λιγότερο σοβαρά από αυτά που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, το ρωτοδικείο επέλεξε να αναδεχθεί το ίδιο τον πολιτικό ρόλο της Επιτροπής και να επιβάλει αυτό που ισοδυναμεί κατ' ουσίαν με βαρύτερη κύρωση για λιγότερο σοβαρή παράβαση. Αυτό είναι αντίθετο προς το δίκαιο ή, επικουρικώς, είναι αντίθετο προς το δίκαιο όταν το ρωτοδικείο δεν καθιστά ρητώς σαφές ότι λαμβάνει ένα έκτακτο μέτρο, εκθέτοντας τους λόγους που το δικαιολογούν.
75. ριν καταστεί δυνατό να εκτιμηθεί η σημασία αυτού του λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει καταρχάς να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το ζήτημα των αποτελεσμάτων της παραβάσεως στην απόφαση της Επιτροπής και κατόπιν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
76. Η Επιτροπή, στις αιτιολογικές σκέψεις 133 και 134 της αποφάσεώς της, εξέτασε τον επιδιωκόμενο από τα μέλη της συμπράξεως σκοπό ο οποίος ήταν, κατ' αυτήν, «η τεχνητή και καλυμμένη ρύθμιση της αγοράς και ο συντονισμός των συμπεριφορών τους κατά τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχής έκβαση των εναρμονισμένων πρωτοβουλιών τους για τις τιμές».
77. Στην αιτιολογική σκέψη 135 της αποφάσεώς της, η Επιτροπή συνεχίζει τη συλλογιστική της ως ακολούθως:
«Δεδομένου ότι το αντικείμενο της σύμπραξης αντιβαίνει σαφώς στους κανόνες περί ανταγωνισμού, δεν είναι απόλυτα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 1 να διαπιστώσει η Επιτροπή ότι υπήρχε επίσης αισθητή επίδραση στις συνθήκες της αγοράς.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση τα στοιχεία δείχνουν ότι υπήρχε συγκεκριμένη - και δυσμενής - επίδραση στον ανταγωνισμό της αγοράς.»
78. Επομένως, η Επιτροπή εξετάζει στη συνέχεια, ως εκ περισσού και στο πλαίσιο της αποδείξεως της υπάρξεως απαγορευόμενης από τη Συνθήκη συμπράξεως, στις αιτιολογικές σκέψεις 135 έως 137 της αποφάσεώς της, τα αποτελέσματα της συμπράξεως.
79. Στη συνέχεια, η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 168 της αποφάσεώς της που είναι αφιερωμένη στην αιτιολόγηση του γενικού επιπέδου των προστίμων, απαριθμεί επτά εκτιμήσεις για να δικαιολογήσει το γενικό επίπεδο των προστίμων. Μεταξύ των εκτιμήσεων αυτών αναφέρεται, σε τελευταία θέση, το γεγονός ότι «η σύμπραξη επέτυχε σε μεγάλο βαθμό τους στόχους της».
80. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι «η εκτίμηση αυτή αναφέρεται αδιαμφισβήτητα στα αποτελέσματα τα οποία επέφερε στην αγορά η διαπιστωθείσα στο άρθρο 1 της αποφάσεως παράβαση» (σκέψη 292 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Στη συνέχεια, εξέτασε την εκτίμηση της Επιτροπής, στο πλαίσιο της εκ μέρους της παρουσιάσεως της υπάρξεως αθέμιτης συμπράξεως, όσον αφορά τα αποτελέσματα της συμπαιγνίας ως προς τις τιμές.
81. Το ρωτοδικείο κατέληξε στη διαπίστωση ότι το πρώτο είδος αποτελεσμάτων το οποίο έλαβε υπόψη η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουστεί από την αναιρεσείουσα, όντως πραγματοποιήθηκε. Συνίστατο «στο γεγονός ότι οι συμφωνούμενες ανατιμήσεις αναγγέλλοντο πράγματι στους πελάτες. Οι νέες τιμές χρησίμευαν έτσι ως σημείο αφετηρίας, σε περίπτωση ατομικών διαπραγματεύσεων των τιμών των συναλλαγών με τους πελάτες» (σκέψη 297 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
82. Αντιθέτως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή εν μέρει μόνο απέδειξε την ύπαρξη του δευτέρου είδους αποτελεσμάτων, ήτοι τη «στενή γραμμική σχέση» μεταξύ της εξελίξεως των αναγγελλομένων τιμών και των τιμών στην αγορά.
83. Τέλος, το ρωτοδικείο δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό της Επιτροπής «ότι το επίπεδο των τιμών των συναλλαγών θα ήταν χαμηλότερο αν δεν υπήρχε σύμπραξη μεταξύ των παραγωγών» (σκέψη 304 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Σ' αυτή την αλληλουχία, το ρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η αναφορά της Επιτροπής στις δηλώσεις των ίδιων των παραγωγών δεν αρκούσε για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σύμπραξη κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό να επιτύχει τους στόχους της.
84. Συνοψίζοντας τις διαπιστώσεις του, το ρωτοδικείο σημείωσε ότι τα αποτελέσματα της παραβάσεως που επισήμανε η Επιτροπή εν μέρει μόνο αποδείχθηκαν και δήλωσε ότι θα προέβαινε στην ανάλυση αυτού του συμπεράσματος στο πλαίσιο της πλήρους του δικαιοδοσίας επί των προστίμων κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της παραβάσεως (σκέψη 307 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
85. Φτάνοντας σ' αυτό το στάδιο της συλλογιστικής του (σκέψη 358 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), το ρωτοδικείο δεν θεώρησε εντούτοις ότι οι γενόμενες διαπιστώσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της παραβάσεως δικαιολογούσαν μείωση του καθορισθέντος από την Επιτροπή γενικού επιπέδου των προστίμων.
86. ώς ενήργησε το ρωτοδικείο για να εκτιμήσει αν το γενικό επίπεδο των προστίμων ήταν ή όχι δικαιολογημένο; Όπως είδαμε ήδη σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το ρωτοδικείο στήριξε τη συλλογιστική του στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη» .
87. Το ρωτοδικείο υπενθύμισε ότι η Επιτροπή καθόρισε το γενικό επίπεδο των προστίμων λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της παραβάσεως καθώς και τις ακόλουθες εκτιμήσεις (αιτιολογική σκέψη 168 της αποφάσεως):
«- η αθέμιτη συνεργασία για τον καθορισμό των τιμών και των μεριδίων της αγοράς αποτελεί αυτή καθεαυτή σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού,
- η σύμπραξη κάλυπτε όλο σχεδόν το έδαφος της Κοινότητας,
- η κοινοτική αγορά χαρτονιού αποτελεί σημαντικό βιομηχανικό κλάδο με ετήσιο κύκλο εργασιών 2,5 περίπου δισεκατομμύρια ECU,
- οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην παράβαση καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την αγορά,
- η σύμπραξη λειτουργούσε με τη μορφή ενός συστήματος τακτικών θεσμοθετημένων συνεδριάσεων που αποσκοπούσαν στη λεπτομερέστατη ρύθμιση της κοινοτικής αγοράς χαρτονιού,
- ελήφθησαν περίπλοκα μέτρα για να συγκαλυφθεί η αληθινή φύση και η έκταση της αθέμιτης συνεργασίας (ανυπαρξία οποιωνδήποτε επίσημων πρακτικών ή εγγράφων για την PWG και την JMC· αποτροπή της τήρησης σημειώσεων· σκηνοθέτηση του χρόνου και της σειράς με την οποία αναγγέλλονταν οι αυξήσεις των τιμών για να μπορεί να υποστηριχθεί ότι "ακολουθούσαν" άλλες κ.λπ.),
- η σύμπραξη επέτυχε σε μεγάλο βαθμό τους στόχους της» .
88. Το ρωτοδικείο υπογράμμισε στη συνέχεια ότι η Επιτροπή ευλόγως έλαβε υπόψη το γεγονός ότι κατάφωρες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού εξακολουθούν να είναι σχετικώς συχνές και ότι, επομένως, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το επίπεδο των προστίμων προκειμένου να ενισχύσει το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα.
89. Επισήμανε επίσης ότι ορθώς η Επιτροπή είχε υπογραμμίσει ότι, λόγω των ιδιορρυθμιών της υποθέσεως, δεν μπορούσε να γίνει απευθείας σύγκριση του γενικού επιπέδου των προστίμων που κρίθηκε κατάλληλο με την απόφαση και αυτών που είχαν κριθεί κατάλληλα με την προηγούμενη πρακτική των αποφάσεων, ειδικότερα με την απόφαση 86/398/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1986, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.149 - ολυπροπυλένιο) (στο εξής: απόφαση πολυπροπυλενίου). Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς την υπόθεση που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της αποφάσεως πολυπροπυλενίου, ουδεμία γενική ελαφρυντική περίσταση κατέστη δυνατό να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω για τη μείωση του γενικού επιπέδου των προστίμων.
90. Επιπλέον, πάντοτε κατά το ρωτοδικείο, «η λήψη μέτρων με τα οποία επιδιώκεται η απόκρυψη της υπάρξεως της συμπαιγνίας δείχνει ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν πλήρη επίγνωση του παρανόμου της συμπεριφοράς τους. Επομένως, δικαιολογημένα η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα μέτρα αυτά κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, διότι συνιστούσαν ιδιαιτέρως σοβαρό στοιχείο αυτής, που τις διακρίνει έναντι άλλων παραβάσεων που έχει διαπιστώσει στο παρελθόν η Επιτροπή» .
91. Τέλος, το ρωτοδικείο υπογράμμισε τη μακρά διάρκεια και τον κατάφωρο χαρακτήρα της διαπραχθείσας παραβάσεως, παρά την προειδοποίηση την οποία θα όφειλε να συνιστά η προηγούμενη πρακτική των αποφάσεων της Επιτροπής, και ιδίως η απόφαση πολυπροπυλενίου.
92. Βάσει αυτών των στοιχείων, το ρωτοδικείο έκρινε ότι τα κριτήρια που εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 168 της αποφάσεως (που παρατέθηκαν ανωτέρω στο σημείο 87) δικαιολογούσαν το καθορισθέν από την Επιτροπή γενικό επίπεδο των προστίμων (σκέψη 358 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
93. Όσον αφορά τα αποτελέσματα της συμπράξεως, το ρωτοδικείο προσέθεσε τα ακόλουθα:
«Ασφαλώς, όπως έκρινε ήδη το ρωτοδικείο, τα αποτελέσματα της συμπαιγνίας ως προς τις τιμές, τα οποία δέχτηκε η Επιτροπή για τον καθορισμό του γενικού επιπέδου των προστίμων, μερικώς μόνον αποδείχθηκαν. Υπό το πρίσμα όμως των προεκτιθεμένων σκέψεων, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι ικανό να επηρεάσει αισθητά την εκτίμηση της βαρύτητας της διαπιστωθείσας παραβάσεως. Συναφώς, το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις ανήγγελλαν όντως τις συμφωνούμενες ανατιμήσεις και ότι οι αναγγελλόμενες τιμές αποτελούσαν το σημείο αφετηρίας για τον καθορισμό των ατομικών τιμών των συναλλαγών αρκεί αφ' εαυτού για να διαπιστωθεί ότι η σύμπραξη ως προς τις τιμές είχε και ως σκοπό και ως αποτέλεσμα τον σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού. Επομένως, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, το ρωτοδικείο κρίνει ότι γενόμενες διαπιστώσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της παραβάσεως δεν δικαιολογούν καμμία μείωση του καθορισθέντος από την Επιτροπή γενικού επιπέδου των προστίμων» .
Η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα αποτελέσματα της παραβάσεως στην αγορά στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως
94. ρώτον, επιβάλλεται μια διαπίστωση: από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει αναμφισβήτητα ότι το ρωτοδικείο απάντησε λεπτομερώς και συγκεκριμένα στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε η αναιρεσείουσα επιδιώκοντας την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου.
95. Δεύτερον, θεωρώ επίσης ότι, στο πλαίσιο της συλλογιστικής αυτής, το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έννοια των «αποτελεσμάτων της παραβάσεως στην αγορά» ούτε όσον αφορά τη σημασία που πρέπει να της αποδίδεται στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας μιας παραβάσεως όταν η παράβαση αυτή, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, διαπράττεται εκ προθέσεως κατόπιν οργανωμένου σχεδίου και έχει τα χαρακτηριστικά που περιέγραψε το ρωτοδικείο.
96. Το άρθρο 15 του κανονισμού 17 αναφέρεται στη διάρκεια και τη σοβαρότητα «της παραβάσεως», χωρίς να ορίζει ειδικά ότι πρέπει αυτή να εκτιμάται σε σχέση με τα αποτελέσματα που πράγματι επιτεύχθηκαν στην αγορά, δηλαδή σε σχέση με τη ζημία που προκλήθηκε στους αγοραστές των οικείων προϊόντων.
97. Στη συνέχεια, επιβάλλεται κατ' ανάγκη η διαπίστωση ότι η Cascades πλανάται υποστηρίζοντας ότι προκύπτει «από πλούσια νομολογία (...) ότι η σοβαρότητα μιας παραβάσεως καθορίζεται σε συνάρτηση με ορισμένα στοιχεία και ειδικότερα τα αποτελέσματα της παραβάσεως αυτής στην αγορά» .
98. Οι καθοριστικές αποφάσεις, που παραθέτει εξάλλου το ρωτοδικείο, πιστοποιούν το αντίθετο. Ήδη το 1983, με την απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο έκρινε ότι «για να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως προκειμένου να καθορίσει το ποσό του προστίμου, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα συγκεκριμένα περιστατικά της υποθέσεως, αλλά και το πλαίσιο, εντός του οποίου τοποθετείται η παράβαση, πρέπει δε να μεριμνά ώστε οι ενέργειές της να έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα, κυρίως για τις μορφές παραβάσεων που είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για την πραγμάτωση των στόχων της Κοινότητας».
99. Το Δικαστήριο, στην προπαρατεθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, που παραθέτει το ρωτοδικείο, και στην προπαρατεθείσα απόφαση Ferriere Nord κατά Επιτροπής, διευκρίνισε τη φράση αυτή υπό την έννοια ότι «η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη».
100. Οι αποφάσεις αυτές όχι μόνο δεν αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στα αποτελέσματα των παραβάσεων στην αγορά, αλλά ούτε καν τα μνημονεύουν ρητώς. Είναι αληθές, όπως επισημαίνει η MoDo, ότι, σε ένα άλλο σημείο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 129), το Δικαστήριο μνημονεύει, σε «όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την εκτίμηση της σοβαρότητας των παραβάσεων», και «το κέρδος που αποκόμισαν [οι επιχειρήσεις] από τις πρακτικές αυτές».
101. Τα αποτελέσματα στην αγορά μπορούν επομένως να λαμβάνονται υπόψη μεταξύ του «μεγάλου αριθμού στοιχείων», δεν θα έχουν όμως ουσιώδη σημασία παρά μόνον όταν πρόκειται για συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές που δεν έχουν άμεσα ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού και, επομένως, μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης μόνο συνεπεία των συγκεκριμένων τους αποτελεσμάτων. Εξάλλου, τα πραγματικά αποτελέσματα στην αγορά έχουν επίσης μεγάλη σημασία όταν πρόκειται για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της συμπεριφοράς μιας επιχειρήσεως με δεσπόζουσα θέση.
102. Όμως, εν προκειμένω, είναι αναμφισβήτητο το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο της συμφωνίας και το ρωτοδικείο διαπίστωσε οριστικώς ότι οι επιχειρήσεις ανήγγειλαν πράγματι τις συμπεφωνημένες αυξήσεις και ότι οι αναγγελλόμενες τιμές χρησίμευαν ως βάση για τον καθορισμό των ατομικών τιμών των συναλλαγών. Επομένως, έκαναν παν ό,τι είχαν τη δυνατότητα να κάνουν προκειμένου να υλοποιηθούν οι προθέσεις τους σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Αυτό που συνέβη κατόπιν, στο επίπεδο των τιμών της αγοράς που πράγματι επιτεύχθηκαν, μπορούσε να επηρεαστεί από άλλους παράγοντες, που ήταν εκτός του ελέγχου των μελών της συμπράξεως, όπως την εξέλιξη γενικώς της οικονομίας, την εξέλιξη της ζητήσεως στον ιδιαίτερο αυτόν τομέα, τις προσφορές από τρίτες χώρες ή την αντίσταση των πελατών.
103. Επομένως, το ρωτοδικείο, παρόλο που διαπιστώνει, βάσει της εκθέσεως του London Economics (στο εξής: έκθεση LE) ότι το «δεύτερο είδος αποτελεσμάτων», ήτοι «στενή γραμμική σχέση» μεταξύ της αυξήσεως των αναγγελλομένων τιμών και των τιμών της αγοράς, πραγματοποιήθηκε μόνο για ένα τμήμα του χρονικού διαστήματος που αφορά η παράβαση, προσθέτει ότι οι από χρονικής απόψεως διακυμάνσεις των τιμών «συνεδέοντο στενά με διακυμάνσεις της ζητήσεως» (βλ. σκέψη 301 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
104. Όσον αφορά την αντίσταση των αγοραστών, η ίδια η απόφαση αναφέρει μια συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία μία από τις αυξήσεις τιμών κατέστη αναγκαίο να μετατεθεί σε άλλο χρονικό σημείο σε ορισμένες αγορές για τους σημαντικούς πελάτες που αντέδρασαν στο επιλεγέν χρονικό σημείο της αυξήσεως (στο τέλος της αιτιολογικής σκέψεως 20 της αποφάσεως).
105. Στην αλληλουχία αυτή, δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι η έρευνα της Επιτροπής και η συνακόλουθη απόφαση αφορμή είχαν μια ανεπίσημη καταγγελία της British Printing Industries Federation (συνοδευόμενη με μια ανακοίνωση στον Τύπο) και της Fédération française du cartonnage (αιτιολογικές σκέψεις 22 και 23 της αποφάσεως).
106. Επομένως, δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη της MoDo, η οποία ισχυρίζεται, στο σημείο 64 της αιτήσεώς της αναιρέσεως, ότι «οι αυξήσεις τιμών που επιτεύχθηκαν χάρη στην αθέμιτη δραστηριότητα συνιστούν το ουσιώδες αποτέλεσμα στην αγορά στο οποίο αντίκεινται οι κανόνες που απαγορεύουν τις συμπράξεις» . Εξίσου δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό της Cascades στο σημείο 47 της αιτήσεώς της αναιρέσεως, ότι «η σοβαρότητα της παραβάσεως αναφέρεται στα πρακτικά της αποτελέσματα έναντι των πελατών των μελών της συμπράξεως και, τελικά, των καταναλωτών. Όμως, τα πρακτικά αποτελέσματα μιας εναρμονισμένης πρακτικής, θεωρούμενης από την άποψη των αποτελεσμάτων της, δεν εξαρτώνται από τη στάση των επιχειρήσεων που συμμετείχαν σ' αυτήν (και από το ζήτημα αν εφάρμοσαν την εναρμονισμένη αυτή πρακτική), αλλ' αντιθέτως από τη συγκεκριμένη επίπτωση της εναρμονισμένης αυτής πρακτικής επί των συνθηκών της αγοράς».
107. Τα μέλη της συμπράξεως δεν μπορούν να επικαλούνται υπέρ αυτών εξωτερικούς παράγοντες που παρεμπόδισαν τις προσπάθειές τους, καθιστώντας τους παράγοντες αυτούς στοιχεία που δικαιολογούν μείωση του προστίμου.
108. Ορισμένες από τις αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ακόμα ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί η σοβαρότητα της παραβάσεως, μόνο το τρίτο είδος αποτελεσμάτων που παραθέτει το ρωτοδικείο, ήτοι η διαφορά μεταξύ των πραγματικών τιμών και αυτών που θα επετυγχάνονταν αν δεν υπήρχε συμπαιγνία, έπρεπε να ληφθεί υπόψη (βλ., π.χ., σημείο 45 της αιτήσεως αναιρέσεως της Cascades).
109. Όμως, αυτό θα σήμαινε ότι οι υποθετικοί υπολογισμοί, στηριζόμενοι σε οικονομικά «πρότυπα» που ουδόλως αποδεικνύεται ότι είναι απαλλαγμένα ελαττωμάτων, καθίστανται το καθοριστικό στοιχείο για να κριθεί αν πρέπει ή όχι να επιβληθούν κυρώσεις σε μια σύμπραξη.
110. Ας μου επιτραπεί να σημειώσω εν παρόδω ότι επί του σημείου αυτού η συλλογιστική του ρωτοδικείου περιέχει εξάλλου κάποια αμφισημία. Μολονότι κρίνει ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το επίπεδο των τιμών των συναλλαγών θα ήταν κατώτερο αν δεν υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ των παραγωγών δεν μπορεί να γίνει δεκτός, το ρωτοδικείο εκθέτει, πράγματι, ότι η ανάλυση που πραγματοποιείται στην έκθεση LE «δεν δικαιολογεί τη διαπίστωση ότι οι εναρμονισμένες πρωτοβουλίες για τις τιμές δεν παρέσχαν στους παραγωγούς τη δυνατότητα να φτάσουν σε επίπεδο τιμών των συναλλαγών υψηλότερο εκείνου που θα προέκυπτε από την ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού. Συναφώς, όπως τόνισε επ' ακροατηρίου η Επιτροπή, είναι πιθανόν οι παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη στην εν λόγω ανάλυση να επηρεάστηκαν από την ύπαρξη της συμπαιγνίας» (σκέψη 304 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
111. Τέλος, η Cascades προβάλλει ακόμα ότι, διαπιστώνοντας ότι «το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις ανήγγελλαν όντως τις συμφωνούμενες ανατιμήσεις και ότι οι αναγγελλόμενες τιμές αποτελούσαν το σημείο αφετηρίας για τον καθορισμό των ατομικών τιμών των συναλλαγών αρκεί αφ' εαυτού και να διαπιστωθεί ότι η σύμπραξη ως προς τις τιμές είχε και ως σκοπό και ως αποτέλεσμα τον σοβαρό περιορισμό του ανταγωνισμού», το ρωτοδικείο συγχέει «τα αποτελέσματα της παραβάσεως στην αγορά, μόνης λυσιτελούς έννοιας για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, με το ζήτημα αν η συμφωνία είχε, εκτός ενός αντιθέτου προς τον ανταγωνισμό αντικειμένου, περιοριστικό αποτέλεσμα επί του ανταγωνισμού».
112. Εκτιμώ, αντιθέτως, ότι στο χωρίο αυτό το ρωτοδικείο θέλησε απλώς να υπογραμμίσει ότι, βάσει των αποτελεσμάτων της συμπράξεως, πρέπει να αποδοθεί ουσιώδης σημασία στη συμπεριφορά που πράγματι υιοθέτησαν τα μέλη της συμπράξεως στις διαπραγματεύσεις τους με τους αγοραστές των προϊόντων τους.
113. Τέλος, όσον αφορά τις αποφάσεις που παραθέτουν οι αναιρεσείουσες προς στήριξη της απόψεώς τους, φρονώ ότι ούτε αυτές μπορούν να αποδείξουν ότι, υπό περιστάσεις όπως οι εν προκειμένω, έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει καθοριστική σημασία το γεγονός ότι η σύμπραξη δεν κατόρθωσε να επιτύχει «σε μεγάλο βαθμό» , αλλά μόνο εν μέρει, τους στόχους της όσον αφορά τις τιμές.
114. Η απόφαση Hasselblad κατά Επιτροπής αφορούσε μια σύμβαση αποκλειστικής διανομής, της οποίας έπρεπε, κατά συνέπεια, να αποδειχθεί το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα. Η απόφαση της Επιτροπής διατηρήθηκε, κατά το ουσιώδες μέρος της, από το Δικαστήριο. Το πρόστιμο μειώθηκε για τρεις λόγους. Ένα άρθρο της αποφάσεως ακυρώθηκε ως προς ένα σημείο και καθόσον αφορά ορισμένο χρονικό διάστημα, διότι η επίμαχη ρήτρα δεν υπήρχε στις συμφωνίες που είχαν συναφθεί πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία (σκέψη 40 της εν λόγω αποφάσεως). Μια ρήτρα που επέκτεινε την εγγύηση που παρεχόταν για τις συσκευές Hasselblad από ένα σε δύο έτη και με την οποία η επιχείρηση αναλάμβανε την υποχρέωση να επισκευάζει τις συσκευές εντός 24 ωρών δεν θεωρήθηκε ότι περιόριζε την προμήθεια σε συσκευές που εισήγοντο παραλλήλως (σκέψη 34). Τέλος, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα ήταν μεγάλη επιχείρηση (σκέψη 57).
115. Επομένως, οι εκτιμήσεις αυτές αφορούσαν μόνο ορισμένες συγκεκριμένες διατάξεις των επίμαχων συμφωνιών διανομής και όχι το γενικό πρόβλημα της σημασίας που πρέπει να αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα των συμφωνιών επί των συνθηκών της αγοράς, ιδίως επί των τιμών.
116. Αντιθέτως, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι μια ρήτρα που απαγορεύει στους μεταπωλητές να προβαίνουν σε διαφήμιση αναγγέλλοντας τιμές που αψηφούν οποιοδήποτε ανταγωνισμό ή είναι «αχτύπητες» είναι αθέμιτη (σκέψη 49 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Hasselblad κατά Επιτροπής). Επιβεβαίωσε επίσης ότι μια απαγόρευση πωλήσεων μεταξύ εγκεκριμένων μεταπωλητών συνιστά περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας και, κατά συνέπεια, περιορισμό του ανταγωνισμού, και ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε παρεμπόδισε τις εξαγωγές των μεταπωλητών της δεν αρκεί για να μην τύχει εφαρμογής μια σαφής απαγόρευση εξαγωγής (σκέψη 46 της εν λόγω αποφάσεως).
117. H Metsä-Serla Sales Oy και η Cascades παραθέτουν επιπλέον την απόφαση AKZO κατά Επιτροπής , η δε MoDo την απόφαση Michelin κατά Επιτροπής . Όμως, εδώ επρόκειτο για αποφάσεις της Επιτροπής που είχαν ληφθεί βάσει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 82 ΕΚ).
118. Όμως, όπως έχω ήδη υπομνήσει, στον τομέα της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς της επιχειρήσεως επί των μεριδίων αγοράς του ανταγωνιστή της έχουν ουσιώδη σημασία. ράγματι, πρέπει να αποδειχθεί ότι υπάρχει όντως κατάχρηση, δεδομένου ότι η δεσπόζουσα θέση δεν συνιστά αφεαυτής παράβαση, σε αντίθεση προς την περίπτωση συμφωνίας που έχει αντικείμενο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό.
119. Η MoDo επικαλείται επίσης την απόφαση του ρωτοδικείου SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής .
120. Όμως, στην υπόθεση αυτή, ήταν αμφίβολη η ύπαρξη καν μιας συμπράξεως (βλ. τη σκέψη 315 της αποφάσεως). Το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει επαρκώς κατά νόμο την αιτίασή της ότι είχε υπάρξει γενική σύμπραξη μεταξύ των τριών παραγωγών που είχε ως αποτέλεσμα πανομοιότυπες τιμές και κλίμακες εκπτώσεων (βλ., π.χ., τις σκέψεις 324 και 334 της εν λόγω αποφάσεως).
121. Αντιθέτως, εκεί όπου το ρωτοδικείο διαπίστωσε «πως η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς την ύπαρξη συμφωνιών μεταξύ των FP και SIV όσον αφορά την κατανομή των προμηθειών και τις τιμές που έπρεπε να εφαρμοστούν στον όμιλο Piaggio παρά μόνο για τα έτη 1983 και 1984, συμφωνιών από τις οποίες εφαρμόστηκαν μόνον αυτές του έτους 1983», προσέθεσε αμέσως ότι «Τέτοιου είδους συμφωνίες με αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών πωλήσεως και την κατανομή της αγοράς εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και γ_, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν επηρέασαν, στην πράξη, τον ανταγωνισμό. Το ρωτοδικείο δεν μπορεί να δεχθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών FP και SIV, σύμφωνα με το οποίο οι συμφωνίες αυτές έπρεπε να θεωρηθούν ως ελαχίστης σημασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 1, στοιχείο δ_, της αποφάσεως, στο μέτρο που αφορά περίοδο μεταγενέστερη της 31ης Δεκεμβρίου 1984, πρέπει να ακυρωθεί μόνο ratione temporis» (σκέψεις 336 και 337 της προπαρατεθείσας αποφάσεως SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής).
122. Η MoDo παραθέτει επίσης ένα μέρος της σκέψεως 621 της αποφάσεως Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής παραβλέπει όμως το γεγονός ότι στην υπόθεση αυτή η ίδια η Επιτροπή δεν είχε προσάψει στους ενδιαφερομένους εναρμονισμένη ή καταχρηστική αύξηση των εφαρμοζόμενων τιμών.
123. Όσον αφορά τις αποφάσεις πολυπροπυλενίου του ρωτοδικείου, ιδίως δε την απόφαση Petrofina κατά Επιτροπής , δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, δυνατό να συναχθεί από αυτές το συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο δέχτηκε εμμέσως ότι, αν η Επιτροπή δεν είχε ήδη λάβει υπόψη, στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι η σύμπραξη δεν είχε επιτύχει πλήρως τους στόχους της καθορίζοντας κατ' αντιστοιχία το πρόστιμο, το ρωτοδικείο θα είχε κρίνει ότι θα ήταν δικαιολογημένη μείωση του προστίμου για τον λόγο αυτό . Νομίζω μάλλον ότι το ρωτοδικείο θέλησε να πει ότι το πρόβλημα που έθιξε η προσφεύγουσα δεν ετίθετο, και όχι ότι, αν ετίθετο, το ρωτοδικείο θα το έλυνε σύμφωνα με την άποψη της προσφεύγουσας.
124. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί ότι το ρωτοδικείο δεν ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια των «αποτελεσμάτων της παραβάσεως στην αγορά» και ότι δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα αποτελέσματα αυτά στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως.
αραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας;
125. Οι ίδιοι ακριβώς λόγοι με ωθούν να προτείνω επίσης στο Δικαστήριο να μη δεχθεί την αιτίαση της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, που προβάλλουν ορισμένες αναιρεσείουσες.
126. Στο μέρος αυτό της επιχειρηματολογίας της, η Cascades καταλήγει εκθέτοντας ότι «το ποσό των προστίμων που απαγγέλθηκαν πρέπει να βρίσκεται σε αντιστοιχία προς την επίπτωση της παραβάσεως στην επίτευξη των σκοπών της Κοινότητας».
127. Όπως και η Επιτροπή, αναγνωρίζω ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ορθός, ουδόλως όμως προκύπτει από αυτόν ότι το ποσό των προστίμων έπρεπε να βρίσκεται σε μια οιονεί μαθηματική αντιστοιχία προς την ανατίμηση που όντως πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των συμβάσεων που συνάφθηκαν μεταξύ των μελών της συμπράξεως και των πελατών τους.
128. Οι σκοποί της Κοινότητας, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, συνίστανται πράγματι στη διασφάλιση ότι η ενιαία αγορά δεν θα κατατέμνεται και ότι θα είναι δυνατόν οι τιμές των εμπορευμάτων να απορρέουν από την ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού.
129. Ήδη με την απόφασή του Bayer κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο εξέθεσε τα ακόλουθα:
«Μολονότι κάθε παραγωγός είναι ελεύθερος να τροποποιεί τις τιμές κατά βούληση και να λαμβάνει, για τον σκοπό αυτό, υπόψη του την ενεστώσα ή προβλεπτή συμπεριφορά των ανταγωνιστών του, αντίκειται, αντίθετα, προς τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης η με οιονδήποτε τρόπο συνεργασία παραγωγού με τους ανταγωνιστές του, για τον καθορισμό συντονισμένης δράσεως σχετικής με αύξηση τιμών και για την εξασφάλιση της επιτυχίας της με την προηγούμενη εξαφάνιση κάθε αβεβαιότητας ως προς την αμοιβαία συμπεριφορά που σχετίζεται με τα ουσιώδη στοιχεία της δράσεως αυτής, όπως ο συντελεστής, το αντικείμενο, ο χρόνος και ο τόπος αυτών των αυξήσεων».
130. Ας επαναλάβω ακόμη μία φορά ότι, όταν πρόκειται για συμφωνία που έχει αναμφισβήτητα ως αντικείμενο την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού, το ύψος των προστίμων πρέπει να είναι ανάλογο προς τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι επιχειρήσεις για τον σκοπό αυτό και όχι ανάλογο προς την αύξηση των τιμών που πράγματι απέσπασαν από τους πελάτες.
131. Ακόμη και αν, παρά ταύτα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, πλην όμως δευτερευόντως, τα αποτελέσματα της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης δράσεως στην αγορά, όταν όριζε τα πρόστιμα, το ρωτοδικείο έχει την εξουσία, δυνάμει της πλήρους δικαιοδοσίας του, να κρίνει ότι δεν δικαιολογείται μείωση του προστίμου, παρόλο που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν είχαν όλη την έκταση που η Επιτροπή θεώρησε ότι διαπίστωσε. ράγματι, μπορεί θεμιτώς να εκτιμά ότι τα άλλα χαρακτηριστικά της παραβάσεως μπορούν να αποδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού περιορισμού του ανταγωνισμού που δικαιολογούν αφ' εαυτών τα αποφασισθέντα πρόστιμα.
132. Ήδη το 1983, στο πλαίσιο της αποφάσεως AEG κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο υιοθέτησε μια βασική γραμμή με αυτό το πνεύμα. ράγματι, στη σκέψη 136 της αποφάσεως αυτής εκτίθενται τα ακόλουθα:
«Από να ανωτέρω συνάγεται ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκε επαρκώς από νομική άποψη μία κατά σύστημα συμπεριφορά της AEG κατά την καταχρηστική εφαρμογή του συστήματος επιλεκτικής διανομής. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδείξεις για ορισμένες ατομικές περιπτώσεις, δεν αναιρεί το συστηματικό χαρακτήρα της καταχρηστικής συμπεριφοράς της AEG και δεν μειώνει τη βαρύτητα της παράβασης που διαπιστώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιανουαρίου 1982» .
133. Η κρίση αυτή φαίνεται απολύτως δικαιολογημένη. ράγματι, βάσει των αρμοδιοτήτων του όσον αφορά προσφυγές ακυρώσεως, ο κοινοτικός δικαστής μπορεί ήδη, οπωσδήποτε, να αποφασίζει:
- ότι η απόφαση είναι έγκυρη: στην περίπτωση αυτή το πρόστιμο παραμένει ως έχει·
- ότι η απόφαση είναι άκυρη: στην περίπτωση αυτή, το πρόστιμο εξαφανίζεται αυτοδικαίως.
134. Εφόσον η έννοια της «πλήρους δικαιοδοσίας» πρέπει να έχει περιεχόμενο, πρέπει, κατά συνέπεια, να σημαίνει ότι, εκτός των δύο αυτών περιπτώσεων, ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να ορίσει ο ίδιος το ποσό του προστίμου που επιβάλλουν, κατά τη γνώμη του, τα περιστατικά που θεωρεί ότι έχουν αποδειχθεί. Αυτό συνεπάγεται ότι ο δικαστής πρέπει επίσης να μπορεί να κρίνει αν τα περιστατικά που έλαβε υπόψη είναι περαιτέρω επαρκώς σοβαρά για να δικαιολογούν το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή.
135. ράγματι, πρέπει να αιτιολογήσει επαρκώς κατά νόμο τη διαπίστωση αυτή, πράγμα που έκανε εν προκειμένω.
136. οιες είναι τώρα οι εξουσίες ελέγχου που ασκεί συναφώς το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως;
137. Ως προς το ζήτημα αυτό, από την απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής προκύπτει «ότι το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκτίμησε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τη σοβαρότητα των παράνομων συμπεριφορών. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως σκοπό, αφενός, να εξετάζει σε ποιο μέτρο το ρωτοδικείο έλαβε υπόψη, κατά τρόπο νομικώς ορθό, όλους τους ουσιώδεις παράγοντες για να εκτιμήσει τη σοβαρότητα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς υπό το φως των άρθρων 85 της Συνθήκης και 15 του κανονισμού 17 και, αφετέρου, να εξακριβώσει αν το ρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε η αναιρεσείουσα όσον αφορά την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου (βλ., επί του τελευταίου αυτού σημείου, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκέψη 31)».
138. Φρονώ ότι από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πληροί αυτές τις προϋπόθέσεις.
139. Ας υπενθυμίσω ακόμα ότι, στην προπαρατεθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης τα ακόλουθα:
«Όσον αφορά τον φερόμενο δυσανάλογο χαρακτήρα του προστίμου, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο, όταν αποφαίνεται επί νομικών ζητημάτων στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, να υποκαθιστά, για λόγους επιείκειας, την κρίση του στην κρίση του ρωτοδικείου αποφαινομένου, κατά πλήρη δικαιοδοσία, επί του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις, οι οποίες παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο» .
140. Τέλος, το επιχείρημα της MoDo ότι το ρωτοδικείο επέλεξε να αναδεχθεί το ίδιο τον πολιτικό ρόλο της Επιτροπής και να επιβάλει αυτό που κατ' ουσίαν ισοδυναμεί με βαρύτερη κύρωση νομίζω ότι είναι όλως υπερβολικό, αυτό δε για δύο τουλάχιστον λόγους.
141. Ο πρώτος λόγος είναι ότι το ρωτοδικείο ουδόλως επέτεινε την κύρωση αλλά απλώς στάθμισε κάπως διαφορετικά από την Επιτροπή τα διάφορα στοιχεία, η συνδρομή των οποίων καθορίζει τη σοβαρότητα της παραβάσεως.
142. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι μια τέτοια μομφή εκφράζει μια απλοϊκή αντίληψη, και επομένως ανακριβή, αυτού που αποτελεί το περιεχόμενο του ορισμού της πολιτικής ανταγωνισμού. Ο καθορισμός του ύψους των προστίμων που πρέπει να επιβληθούν στα μέλη μιας συμπράξεως μετέχει ασφαλώς, μέχρις ενός ορισμένου σημείου, αυτού του ορισμού, αλλά σε μετριότατο επίπεδο.
143. Ο ορισμός μιας πολιτικής ανταγωνισμού σημαίνει προπάντων τον καθορισμό ενός επιθυμητού επιπέδου ανταγωνισμού, με βάση το οποίο θα εκτιμώνται, π.χ., τα σχέδια συγκεντρώσεως, η εξατομίκευση των μορφών συμφωνιών που πρέπει να τυγχάνουν απαλλαγής ανά κατηγορία, ο καθορισμός των προτεραιοτήτων βάσει των οποίων θα εξετάζονται οι καταγγελίες, η δημιουργία των βάσεων αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων κοινοτικών και εθνικών αρχών στον τομέα του ανταγωνισμού, η συναγωγή των κριτηρίων παραδεκτού των κρατικών ενισχύσεων, ο καθορισμός των ορίων πέρα των οποίων μπορεί να εφαρμόζεται ένας κανόνας de minimis.
144. Στους διάφορους αυτούς τομείς, ο δικαστής είναι επίσης παρών, πλην όμως δεν προβαίνει παρά σε αμιγώς έλεγχο νομιμότητας, διότι πρόκειται για τον καθορισμό μιας πολιτικής, πράγμα που δεν είναι ο προορισμός του.
145. Όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, πρόκειται μάλλον για τη συγκεκριμενοποίηση μιας πολιτικής παρά για τη διαμόρφωσή της, μολονότι μια καθολική πολιτική μπορεί πράγματι να πραγματοποιείται με μικρά βήματα, με μια σώρευση ατομικών αποφάσεων που αποκαλύπτουν μια συνεπή προσέγγιση, πράγμα που αποτελεί εξήγηση του γεγονότος ότι αναγνωρίζεται στον δικαστή, μέσω της απονομής πλήρους δικαιοδοσίας, ευρύτερη εξουσία παρεμβάσεως. Το γεγονός ότι κάνει χρήση αυτής της εξουσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σφετερισμός στον τομέα των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων των πολιτικών αρχών.
146. Επομένως, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της MoDo, το ρωτοδικείο ουδόλως όφειλε να εκθέσει ότι ελάμβανε ένα έκτακτο μέτρο, εκθέτοντας τους λόγους που το δικαιολογούσαν.
147. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
ρόταση
148. Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Μο och Domsjö AB ως απαράδεκτη, καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998, Τ-352/94, Μο och Domsjö κατά Επιτροπής, στο σύνολό της·
2) να την απορρίψει ως αβάσιμη, καθόσον με αυτή ζητείται η εν μέρει αναίρεση της αποφάσεως του ρωτοδικείου Μο och Domsjö κατά Επιτροπής·
3) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy