Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε από το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτοδικείο), Τ-205/96, της 26ης Μαου 1998 (1). Με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο αφενός ακύρωσε τη σιωπηρή απόρριψη από το Κοινοβούλιο της αιτήσεως επανεντάξεως και αποζημιώσεως την οποία είχε υποβάλει ο προσφεύγων-ενάγων στην πρωτόδικη δίκη και αφετέρου υποχρέωσε το Κοινοβούλιο να αποζημιώσει τον προσφεύγοντα-ενάγοντα για την υλική ζημία που υπέστη λόγω της μη έγκαιρης επανεντάξεώς του.
II - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 αΟπως προκύπτει από τις σκέψεις 2 έως 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο Ronald Bieber, προσφεύγων-ενάγων πρωτοδίκως (στο εξής: Bieber), είχε αναλάβει υπηρεσία ως υπάλληλος του Κοινοβουλίου το 1971, διορίστηκε προϋστάμενος τμήματος με βαθμό Α 3 το 1981 και σύμβουλος στη Νομική Υπηρεσία το 1986. Ο υπάλληλος αυτός ζήτησε και έλαβε από τις 15 Νοεμβρίου 1991 έως τις 15 Ιουλίου 1992 άδεια άνευ αποδοχών γιά προσωπικούς λόγους δυνάμει του άρθρου 40 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Η άδεια αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1994.
3 Θεωρώντας ότι παρανόμως δεν του προτάθηκε η επανένταξή του στην Υπηρεσία κατά τη λήξη της αδείας του, ο Bieber υπέβαλε στις 18 Οκτωβρίου 1995, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτηση προς το σκοπό αυτό· ζήτησε ακόμη την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μη έγκαιρης επανεντάξεώς του. Με έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 1995, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου πληροφόρησε τον Bieber ότι επρόκειτο να του προτείνει την επανένταξή του στη θέση του προϋσταμένου τμήματος υπευθύνου για τη Γραμματεία της Επιτροπής θεσμικών θεμάτων· ο γενικός γραμματέας εξαρτούσε την προσφορά αυτή από συγκεκριμένους όρους. Στις 13 Δεκεμβρίου 1995, μετά από συζήτηση μεταξύ του Bieber και του γενικού γραμματέα, αποφασίσθηκε να μη δοθεί συνέχεια στη σχετική πρόταση.
4 Με έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 1996, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου πρότεινε στον Bieber ως πρώτη προσφορά για την επανένταξή του, τη θέση του συμβούλου βαθμού Α 3. Στις 8 Μαρτίου 1996 ο Bieber δέχθηκε την ανωτέρω θέση ζητώντας να καθορισθούν με κοινή συμφωνία οι λεπτομέρειες της αναλήψεως των καθηκόντων του. Ως ημερομηνία για την έναρξη των υπηρεσιών του Bieber στην ενλόγω θέση ορίσθηκε η 1η Ιουνίου 1996.
5 Στις 10 Μαου 1996 ο Bieber υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της σιωπηρής απορρίψεως της από 18 Οκτωβρίου 1995 προμνησθείσας αιτήσεώς του περί επανεντάξεώς του στην υπηρεσία και περί αποζημιώσεως· στις 13 Σεπτεμβρίου 1996 πληροφορήθηκε ότι η διοικητική αυτή ένστασή του απορρίφθηκε.
6 Στις 9 Οκτωβρίου 1996 ο Bieber υπέβαλε αίτηση αποδεσμεύσεως, διευκρινίζοντας ότι επιθυμεί να παύσει οριστικά την άσκηση των καθηκόντων του από 1ης Φεβρουαρίου 1997, ζήτησε δε την πρόωρη συνταξιοδότησή του κατ' εφαρμογήν του άρθρου 52 του ΚΥΚ.
7 Στις 12 Δεκεμβρίου 1996, ο Bieber προσέφυγε στο Πρωτοδικείο και ζήτησε: αφενός μεν να ακυρωθεί η απόφαση του Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 1996, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για επανένταξή του στην υπηρεσία και αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη λόγω της παραλείψεως της διοίκησης να του προσφέρει εγκαίρως νέα θέση εργασίας· αφετέρου δε να καταδικασθεί το Κοινοβούλιο στην ανόρθωση της υλικής βλάβης η οποία προκλήθηκε από τη μη έγκαιρη επανένταξή του.
8 Στις 26 Μαου 1998 το Πρωτοδικείο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του με το ακόλουθο διατακτικό: πρώτον, δέχθηκε την αίτηση ακυρώσεως· δεύτερον, υποχρέωσε το Κοινοβούλιο σε αποζημίωση του Bieber για την υλική ζημία που υπέστη λόγω της μη επανεντάξεώς του από την 1η Ιανουαρίου 1995 στο βαθμό Α 3, κλιμάκιο 6, στη θέση του νομικού συμβούλου στο Κοινοβούλιο· τρίτον, προσδιόρισε ότι το καταβλητέο στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ποσό ισούται προς τη διαφορά μεταξύ, αφενός των καθαρών αποδοχών τις οποίες αυτός θα είχε εισπράξει μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1995 και της 8ης Μαρτίου 1996 και, αφετέρου, του συνόλου των καθαρών εισοδημάτων από την άσκηση επαγγέλματος τα οποία εισέπραξε ασκώντας άλλες δραστηριότητες· τέταρτον, το καταβλητέο ποσό έπρεπε να προσαυξηθεί κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην απώλεια εισοδημάτων λόγω μη ληφθείσας αυτόματης μισθολογικής προαγωγής κατά κλιμάκιο και να καταβληθεί εντόκως από της 12ης Δεκεμβρίου 1996 μέχρι την καταβολή του στον Bieber. Πέμπτον, το Κοινοβούλιο κλήθηκε να αποκαταστήσει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του Bieber ώστε να αντισταθμήσει τη διαφορά μεταξύ των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα έπρεπε να του έχουν αναγνωρισθεί εάν είχε επανενταχθεί την 1η Ιανουαρίου 1995 και αυτών που πράγματι του αναγνωρίσθηκαν· έκτον, τα ποσά που προέκυπταν από τη διαφορά στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, εφόσον είχαν γίνει απαιτητά, θα καταβάλλονταν εντόκως με επιτόκιο 4,5 %· τέλος, το Κοινοβούλιο καταδικάσθηκε στα δικαστικά έξοδα.
9 Με αίτηση αναιρέσεως που κατέθεσε στις 24 Ιουλίου 1998, το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο τα εξής: πρώτον, να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση ή επικουρικώς να αναιρέσει τα σημεία 2,3 και 6 της αποφάσεως αυτής και να μειώσει την περίοδο για την οποία υφίσταται υποχρέωση αποζημιώσεως του Bieber στο διάστημα μεταξύ της 15ης Ιουνίου 1995 και της 13ης Δεκεμβρίου 1995· δεύτερον, να αναγνωρίσει το βάσιμο των όσων είχαν προβληθεί πρωτοδίκως από το Κοινοβούλιο· τρίτον, να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας. Από την πλευρά του, ο Bieber ζητεί με το δικόγραφο που υπέβαλε στο Δικαστήριο, την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτης ή επικουρικώς ως αβάσιμης και την καταδίκη του Κοινοβουλίου στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
III - H κρίσιμη κοινοτική νομοθεσία
10 Το άρθρο 40, παράγραφος 4, εδάφιο δδ, του ΚΥΚ ορίζει ότι:
«Μετά τη λήξη της άδειας για προσωπικούς λόγους ο υπάλληλος επαναφέρεται υποχρεωτικά, ευθύς ως υπάρξει κενή θέση σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του, με την προϋπόθεση ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί τα δικαιώματά του για επαναφορά με την ίδια προϋπόθεση, ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση, σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του· σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως δύναται να παυθεί μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής επαναφοράς του ο υπάλληλος παραμένει σε κατάσταση αδείας για προσωπικούς λόγους άνευ αποδοχών».
Α - Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
11 Ο Bieber προβάλλει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προφανώς απαράδεκτη διότι είτε επαναλαμβάνει απλώς τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως είτε εγείρει ζητήματα εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών τα οποία εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου.
12 Πιστεύω εντούτοις ότι, αν και ορισμένα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας γεννούν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό, η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη στο σύνολό της. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του ΚΥΚ και με αυτόν τίθενται, τουλάχιστον εν μέρει, νομικά ζητήματα τα οποία οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο. Συναφώς, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως εγείρονται ορισμένα ζητήματα ερμηνείας νόμου τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν από το αναιρετικό δικαστήριο.
B - Επί του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως
α) Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
13 Με το λόγο αυτό, το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι δεν υφίστατο υποχρέωση επανένταξης του Bieber στην υπηρεσία, λόγω της υποκειμενικής συμπεριφοράς του υπαλλήλου αυτού.
i) Οι προβληθείσες αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης
14 Το αναιρεσείον Κοινοβούλιο προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο κακώς ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 4, εδάφιο δδ, του ΚΥΚ. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου, το Πρωτοδικείο λανθασμένα στηρίχθηκε στη γραμματική ερμηνεία των επιμάχων αυτών διατάξεων και θεώρησε ότι η υποχρέωση που υπέχει η διοίκηση να επανεντάξει υπάλληλο του οποίου η άδεια έληξε δεν εξαρτάται από άλλη προϋπόθεση πλην της κενώσεως θέσεως για την οποία ο ενλόγω υπάλληλος διαθέτει τις απαιτούμενες ικανότητες (σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης). Με βάση αυτή την ερμηνεία, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η διακριτική ευχέρεια των οικείων αρχών σε θέματα επανεντάξεως αφορά μόνο αυτές καθαυτές τις ικανότητες του υπαλλήλου χωρίς να εκτείνεται στη σκοπιμότητα της επανεντάξεώς του· η διοίκηση δεν δύναται να εξαρτήσει την επανένταξη από άλλες πρόσθετες προϋποθέσεις όπως είναι η εκδήλωση ενδιαφέροντος από τον συγκεκριμένο υπάλληλο ή το γεγονός ότι αυτός δεν ασκεί άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.
15 Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η συλλογιστική αυτή του Πρωτοδικείου, όπως περιγράφεται στις σκέψεις 36 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης, αντιβαίνει προς το σκοπό και τη λογική του εφαρμοστέου κανόνα είναι δε αντίθετη προς την κρατούσα νομολογία του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας κακώς επικαλείται την απόφασή του στην υπόθεση Giordani (2) ενώ αγνοεί τα πορίσματα της νομολογίας Giry (3) του Δικαστηρίου. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η λύση που δόθηκε στην απόφαση Giordani δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθεί στην υπό κρίση διαφορά διότι αφορούσε υπόθεση της οποίας το πραγματικό ήταν ουσιωδώς διαφορετικό από εκείνο της παρούσης διαφοράς. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία Giry - όπως, τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται το Κοινοβούλιο - η Διοίκηση οφείλει, όταν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο επανένταξης ενός υπαλλήλου που τελεί σε άδεια, να εξετάζει τη συμπεριφορά του υπαλλήλου αυτού ώστε να διαπιστώσει κατά πόσον αυτός επιθυμεί πραγματικά να επανενταχθεί στην υπηρεσία. Αν από τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου συνάγονται αμφιβολίες ως προς τη βούλησή του να τεθεί στη διάθεση της υπηρεσίας του, η τελευταία δεν οφείλει να τον επανεντάξει στους κόλπους της.
16 Με βάση τα ανωτέρω, το Κοινοβούλιο επιχειρεί στη συνέχεια να αποδείξει ότι το πραγματικό της υπό κρίση υποθέσεως παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με εκείνο στην υπόθεση Giry, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να οδηγήσει το Πρωτοδικείο στη μεταφορά των πορισμάτων της ενλόγω νομολογίας και στην περίπτωση του Bieber. Το Κοινοβούλιο εκθέτει τα στοιχεία από τα οποία φρονεί πως η συμπεριφορά του Bieber δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αληθή βούλησή του να επανενταχθεί στην υπηρεσία. Επικαλείται ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία που είχε προβάλει πρωτοδίκως: πρώτον, εσωτερικά έγγραφα του Κοινοβουλίου από τα οποία συνάγεται πως ο Bieber επιθυμούσε να τεθεί αυτοβούλως σε διαθεσιμότητα δυνάμει του άρθρου 41 του ΚΥΚ· δεύτερον, τη μαρτυρία του πρώην γενικού γραμματέα και υπευθύνου προσωπικού του Κοινοβουλίου ότι ο Bieber δημιούργησε την εντύπωση πως δεν επιθυμούσε την επιστροφή του στα κοινοτικά όργανα αλλά τη συνέχιση της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας. Οι ανωτέρω αποδείξεις δεν ελήφθησαν υπόψη πρωτοδίκως ούτε διατάχθηκαν μαρτυρικές αποδείξεις· για το λόγο αυτό, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι ο δικαστής της ουσίας υπέπεσε σε σφάλμα ως προς τη διαδικασία.
17 Περαιτέρω, το Κοινοβούλιο καταλογίζει στο Πρωτοδικείο ότι εκτίμησε εσφαλμένα και ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά όχι μόνο διότι αρνήθηκε να λάβει υπόψη του τις ανωτέρω αποδείξεις αλλά και διότι δεν ήντλησε τα ορθά συμπεράσματα από τη συμπεριφορά του Bieber μετά την επανένταξή του στην υπηρεσία (διατήρηση της ιδιότητας του πανεπιστημιακού δασκάλου, άσκηση εξωτερικής δραστηριότητας χωρίς προηγούμενη άδεια από την υπηρεσία, συμπεριφορά η οποία δημιουργούσε την εντύπωση ότι ασκούσε ελλιπώς τα καθήκοντά του, υποβολή αιτήσεως αποδεσμεύσεως τέσσερις μήνες μόνο μετά από την επανένταξή του και τέλος, υποβολή αιτήματος περί οριστικής παύσεως και συνταξιοδοτήσεως). Τα στοιχεία αυτά συνιστούν κατά το Κοινοβούλιο αποχρώσες ενδείξεις για την έλλειψη πραγματικής βουλήσεως του Bieber να επανέλθει στην υπηρεσία ενισχύουν δε την εντύπωση την οποία είχε ήδη αποκομίσει το Κοινοβούλιο τη στιγμή της λήψεως της αδείας του υπαλλήλου αυτού.
18 Ενόψει των ανωτέρω, το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι η λύση που έδωσε το Πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, είναι νομικώς εσφαλμένη διότι παραγνωρίζει την ανάγκη εκτιμήσεως του δημοσίου συμφέροντος τη στιγμή της επανεντάξεως ενός υπαλλήλου στην υπηρεσία, συμφέρον το οποίο πλήσσεται αν η διοίκηση οφείλει να επαναφέρει υπάλληλο για τον οποίο υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς την πραγματική επιθυμία του να συνεισφέρει στο έργο των κοινοτικών οργάνων. Το Κοινοβούλιο επικαλείται, τέλος, τις γενικές αρχές του δικαίου περί εξωσυμβατικής ευθύνης και ειδικότερα εκείνη σύμφωνα με την οποία ο υφιστάμενος τη βλάβη οφείλει να λάβει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε να περιορίσει κατά το δυνατό την έκτασή της. Επομένως, ο δικαστής της ουσίας ήταν υποχρεωμένος να εξετάσει κατά πόσον ο Bieber προκάλεσε ο ίδιος ή συνέτεινε με τη συμπεριφορά του στην καθυστέρηση της επανεντάξεώς του από την οποία γεννήθηκε η αξίωσή του για αποζημίωση. Με άλλα λόγια, το Πρωτοδικείο δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί επί της υπάρξεως και επί του μεγέθους της εξωσυμβατικής ευθύνης χωρίς να εκτιμήσει την υποκειμενική συμπεριφορά αυτού που ζητεί την αποζημίωση. Για το λόγο αυτό, φρονεί το Κοινοβούλιο, η αναιρεσιβαλλομένη είναι νομικώς εσφαλμένη και πρέπει να αναιρεθεί.
ii) Η άποψή μου επί των ανωτέρω αιτιάσεων
19 Φρονώ ότι η ανωτέρω συλλογιστική του αναιρεσείοντος κοινοτικού οργάνου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ας σημειωθεί, καταρχάς, ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει το Κοινοβούλιο αναφορικά με την εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων και τη διενέργεια αποδείξεων για τη διαπίστωση κατά πόσον υπήρχαν ή όχι σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη βούληση του Bieber να επανενταχθεί στην κοινοτική δημόσια διοίκηση δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης· η σχετική εξέταση ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ουσίας. Τα ενλόγω επιχειρήματα έχουν θέση στην αναιρετική δίκη μόνο προς στήριξη του λόγου αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 4, εδάφιο δδ, του ΚΥΚ. Ειδικότερα, μόνο αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η θέση που αναπτύσσεται πρωτοδίκως στα σημεία 36 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης ερείδεται επί εσφαλμένης ερμηνευτικής αφετηρίας - διότι, υπό το φως της νομολογίας Giry, οι αρμόδιες αρχές του Κοινοβουλίου όφειλαν να εκτιμήσουν συνολικά την αληθή βούληση του Bieber για επανένταξή του στην κοινοτική δημόσια διοίκηση πριν του προσφέρουν κενή θέση εργασίας - η άρνηση του Πρωτοδικείου να εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε το Κοινοβούλιο για να στοιχειοθετήσει ότι ο Bieber δεν ενδιαφερόταν να επανενταχθεί στην υπηρεσία θα συνιστούσε σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης ικανό να οδηγήσει στην αναίρεσή της.
20 Θεωρώ ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα όταν κλήθηκε να ερμηνεύσει τις κρίσιμες διατάξεις του ΚΥΚ. Από το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 4, εδάφιο δδ, του κρίσιμου κανονισμού, συνάγεται ότι η διακριτική ευχέρεια που διαθέτει η διοίκηση όταν καλείται να εξετάσει την επαναφορά υπαλλήλου ο οποίος βρισκόταν σε άδεια για προσωπικούς λόγους περιορίζεται στην εξέταση κατά πόσον αυτός διαθέτει τις ικανότητες που απαιτούνται για να καταλάβει την πρώτη θέση της κατηγορίας ή του κλάδου που αντιστοιχεί στο βαθμό του, η οποία κενούται αμέσως μετά τη λήξη της αδείας του. Εφόσον κριθεί ότι ο ενλόγω υπάλληλος διαθέτει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή, η διοίκηση υποχρεούται να του απευθύνει τη σχετική προσφορά χωρίς να εξετάζει κατά πόσον ο υπάλληλος αυτός ενδιαφέρεται πραγματικά για τη θέση αυτή. Αν ο υπάλληλος δεν είναι διατεθειμένος να καταλάβει την προσφερθείσα θέση έχει το δικαίωμα να την αρνηθεί δυνάμει του εδαφίου δδ, της παραγράφου 4, του άρθρου 40 του ΚΥΚ.
21 Η απόφαση Giry, την οποία επικαλείται το Κοινοβούλιο, αφορούσε εξάλλου μία εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος που διαμαρτυρόταν για καθυστερημένη ένταξή του στην υπηρεσία, μετά τη λήξη αδείας άνευ αποδοχών, είχε ευθέως ζητήσει κατά τον κρίσιμο χρόνο την οριστική παύση από την άσκηση των καθηκόντων του, είχε μάλιστα προσβάλει δικαστικώς την άρνηση της Επιτροπής να ικανοποιήσει το αίτημά του περί οριστικής παύσεως. Υπήρχε επομένως η δεδηλωμένη βούληση του υπαλλήλου, η οποία είχε εκφρασθεί ρητώς και με τον προσήκοντα τύπο, για την αποχώρησή του από την υπηρεσία μετά τη λήξη της άδειάς του, ήτοι πριν τεθεί ζήτημα επανένταξής του στην κοινοτική διοίκηση. ηΟπως ορθώς έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Giry (σκέψεις 6 έως 9), η επιμονή του υπαλλήλου εκείνου για την ευόδωση του αιτήματός του περί οριστικής παύσεως ήταν αρκετή για να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την πραγματική του βούληση να τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής.
22 Θα ήταν όμως επικίνδυνο να γίνει δεκτό - όπως ζητεί το Κοινοβούλιο - ότι, ενόψει της νομολογίας Giry, τα κοινοτικά όργανα έχουν την ευχέρεια να αναζητούν, κατά την εκτίμηση κάθε είδους στοιχείου ή ενδείξεως, τις διαθέσεις των υπαλλήλων τους που βρίσκονται σε άδεια ώστε να κρίνουν αν αυτοί έχουν το αναγκαίο ενδιαφέρον να επανενταχθούν στους κόλπους της κοινοτικής δημόσιας διοίκησης. Με τους ισχυρισμούς που προβάλλει το Κοινοβούλιο φαίνεται να θεωρεί ότι κάθε αποδεικτικό μέσον μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να εκτιμηθεί η υποκειμενική βούληση ενός υπαλλήλου. Η προσέγγιση αυτή είναι ευθέως αντίθετη προς την αρχή της τυπικότητας από την οποία διαπνέεται το υπαλληλικό δίκαιο, ιδιαιτέρως όταν ένας υπάλληλος καλείται να λάβει αποφάσεις με καίρια σημασία για τη συνέχιση της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το άρθρο 48 του ΚΥΚ προβλέπει ότι η παραίτηση ενός υπαλλήλου «δύναται να επέλθει μόνο με έγγραφη πράξη του ενδιαφερομένου που εκφράζει τη σαφή επιθυμία του να παύσει οριστικά κάθε δραστηριότητα στο όργανο». Συναφώς, η επιθυμία ενός υπαλλήλου να τεθεί σε διαθεσιμότητα δυνάμει του άρθρου 41 ή να μην επανενταχθεί στην υπηρεσία μετά τη λήξη άδειας για προσωπικούς λόγους δυνάμει του άρθρου 40 δεν θα μπορούσε να συναχθεί από κάθε είδους στοιχεία όπως είναι τα έγγραφα που συντάσσονται από τη διοίκηση αποκλειστικά για εσωτερική χρήση ή η μαρτυρία των προϋσταμένων του. Τέλος, η κοινοτική διοίκηση δεν οφείλει ούτε μπορεί να μεταβληθεί σε ανακριτικό όργανο για την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των ευρισκομένων σε άδεια υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη ως «αποχρώσες ενδείξεις» το γεγονός ότι ένας υπάλληλος ασκεί κάποια ακαδημαϋκή δραστηριότητα την περίοδο της αδείας του ή ότι πιθανολογείται πως αυτός θα ζητήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την επανένταξή του στην υπηρεσία την οριστική αποχώρησή του από αυτή.
23 Aξίζει περαιτέρω να τονισθεί ότι εσφαλμένως το Κοινοβούλιο επικαλείται το δημόσιο συμφέρον για να δικαιολογήσει την ανάγκη πιστοποίησης του αληθούς ενδιαφέροντος του Bieber να επανενταχθεί στους κόλπους του ως προϋπόθεση για την ένταξή του. Ο κοινοτικός νομοθέτης, με τη διατύπωση του άρθρου 40, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, του ΚΥΚ, έχει καταστήσει σαφές ότι το δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην καλή λειτουργία της κοινοτικής δημόσιας διοίκησης, εξυπηρετείται επαρκώς από τον έλεγχο στον οποίο προβαίνει η διοίκηση σχετικά με το αν ο υπάλληλος που πρόκειται να επανενταχθεί διαθέτει τις ικανότητες εκείνες που απαιτούνται για τη θέση που του προσφέρεται. Εφόσον η κρίση της διοίκησης για το ζήτημα αυτό είναι θετική για τον υπάλληλο, η εύρυθμη λειτουργία του διοικητικού μηχανισμού της Κοινότητας έχει εξασφαλισθεί και δεν διακυβεύεται από το ενδεχόμενο ο ενλόγω υπάλληλος να μην ενδιαφέρεται για την πλήρωση της προσφερόμενης θέσης. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, έχει προβλεφθεί ότι αν ο υπάλληλος «αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί τα δικαιώματά του για επαναφορά με την ίδια προϋπόθεση, ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου που αντιστοιχεί στο βαθμό του» (4). Αν ο κοινοτικός νομοθέτης πίστευε πως η απροθυμία του υπαλλήλου να καταλάβει την πρώτη προσφερθείσα θέση ενδέχεται να δημιουργήσει προσκόμματα στον κοινοτικό διοικητικό μηχανισμό δεν θα του παρείχε την κατά τα ανωτέρω δυνατότητα απορρίψεως της πρώτης προσφοράς.
24 Αβάσιμο είναι επίσης το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι από τη γενική αρχή του δικαίου της συμβατικής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία ο υφιστάμενος τη ζημία οφείλει να λάβει κάθε κατάλληλο μέτρο για να περιορίσει την έκτασή της, προκύπτει η ανάγκη εξετάσεως της συνολικής συμπεριφοράς του Bieber ώστε να διαπιστωθεί αν ο ίδιος προκάλεσε την καθυστερημένη επανένταξή του ή συνέτεινε σε αυτή, ως εκ του ότι δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον να επανέλθει στα καθήκοντά του μετά τη λήξη της αδείας του. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Στο σημείο αυτό αρκούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις: το Δικαστήριο έχει μεν διακηρύξει ότι σε περίπτωση καθυστερημένης επανεντάξεως ενός υπαλλήλου, που είχε προηγουμένως λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους, ο υπάλληλος αυτός οφείλει να λαμβάνει κάθε μέτρο για τον περιορισμό των συνεπειών από την κρίσιμη καθυστέρηση, η υποχρέωση όμως αυτή συνίσταται ιδίως στο καθήκον του να επιδιώκει τον βιοπορισμό του με την αναζήτηση εργασίας εκτός της κοινοτικής διοίκησης (5). Δεν είναι κατά τη γνώμη μου δυνατόν να επιχειρηθεί διασταλτική ερμηνεία της νομολογίας αυτής κατά τρόπο ώστε να επιβάλλεται εμμέσως στον υπάλληλο ο οποίος τελεί σε άδεια δυνάμει του άρθρου 40 του ΚΥΚ, να καθιστά σαφή με δική του πρωτοβουλία την επιθυμία του να τεθεί μετά τη λήξη της αδείας του στη διάθεση της διοίκησης. Η κατά τα ανωτέρω προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με την εισαγωγή μιας extra legem επιπλέον προϋποθέσεως στην εφαρμογή της παραγράφου 4, τέταρτο εδάφιο, άρθρο 40 του ΚΥΚ, σύμφωνα με την οποία, πριν κληθούν οι οικείες κοινοτικές αρχές να προσφέρουν θέση εργασίας σε υπάλληλο του οποίου έληξε η άδεια, ο υπάλληλος αυτός θα όφειλε πρώτα να εκδηλώσει ενδιαφέρον για την επανένταξή του στην υπηρεσία. αΟπως έχει αναφερθεί προηγούμενα, συνάγεται σαφώς από το γράμμα των κρίσιμων διατάξεων του ΚΥΚ ότι, ευθύς ως υπάρξει πρώτη κενή θέση την οποία μπορεί να καλύψει ο ενλόγω υπάλληλος, οι αρμόδιες αρχές είναι υποχρεωμένες να του κοινοποιήσουν τη σχετική προσφορά χωρίς προηγουμένως ο υπάλληλος να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να καταστήσει σαφή την πρόθεσή του να τεθεί στη διάθεση των αρχών αυτών.
25 Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
26 Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο πλήσσει την προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στον προσδιορισμό της ζημίας που φέρεται να υπέστη ο Bieber και στον καθορισμό της κρίσιμης χρονικής περιόδου για την οποία η Κοινότητα υποχρεώθηκε σε αποζημίωση.
i) Οι αιτιάσεις που προβάλλονται κατά της αναιρεσιβαλλομένης
27 Το αναιρεσείον Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα διότι δεν έλαβε υπόψη του ή, έστω, δεν εφάρμοσε ορθώς τη θεμελιώδη αρχή σύμφωνα με την οποία ένα υποκείμενο δικαίου που υφίσταται τις επιζήμιες συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς ενός κοινοτικού οργάνου οφείλει να μεριμνήσει για τον περιορισμό της έκτασης της προκαλούμενης ζημίας. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του Κοινοβουλίου, το δικαστήριο της ουσίας παρείδε το γεγονός ότι, με τη συμπεριφορά του, ο Bieber συνέτεινε, αν δεν προκάλεσε, την καθυστερημένη επανένταξή του στην υπηρεσία και άρα είναι αποκλειστικά υπεύθυνος ή συνυπεύθυνος για τη ζημία που υπέστη λόγω της καθυστέρησης αυτής.
28 Συγκεκριμένα, προβάλλει το αναιρεσείον ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε τα ακόλουθα: αφενός, ότι ο ενλόγω υπάλληλος είχε, με αλληλογραφία του της 21ης Φεβρουαρίου και της 21ης Μαρτίου 1995, εκφράσει την προτίμησή του να επανενταχθεί στην υπηρεσία μετά την 15η Ιουνίου 1995· επομένως, και αν ακόμη ήθελε ήδη γίνει δεκτό ότι το Κοινοβούλιο παρέλειψε να τον επανεντάξει εγκαίρως στους κόλπους του, οι ζημιογόνες συνέπειες από την καθυστέρηση αυτή δεν θα μπορούσαν να αρχίσουν πριν από τη χρονική στιγμή που ο ίδιος ο Bieber είχε καθορίσει ως ενδεδειγμένη ημερομηνία επαναφοράς του στην υπηρεσία. Αφετέρου, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά της σκέψεως της αναιρεσιβαλλομένης με την οποία κρίθηκε πως το έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 1995 (με το οποίο ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου είχε πληροφορήσει τον Bieber ότι προετίθετο να του προτείνει μια θέση προϋσταμένου τμήματος), δεν συνιστούσε πρώτη «προσφορά θέσεως εργασίας», κατά την έννοια της παραγράφου 4, τέταρτο εδάφιο, άρθρο 40, του ΚΥΚ. Το Κοινοβούλιο προβάλλει επ' αυτού τέσσερα επιχειρήματα: πρώτον, το κρίσιμο έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 1995 περιείχε σαφή προσφορά συγκεκριμένης θέσεως· δεύτερον, συνάγεται από τη στάση του Bieber ότι αυτός είχε θεωρήσει το ενλόγω έγγραφο ως προσφορά θέσεως εργασίας κατά την έννοια του υπαλληλικού κανονισμού· τρίτον, το γεγονός ότι η σχετική πρόταση της 7ης Δεκεμβρίου 1995 εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια δεν σημαίνει, κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, ότι ο Bieber δεν θα μπορούσε να την είχε αποδεχθεί, περιορίζοντας χρονικά κατ' αυτόν τον τρόπο τις ζημιογόνες συνέπειες που υφίστατο από τη μη έγκαιρη επανένταξή του· τέλος, προβάλλει το αναιρεσείον Κοινοβούλιο ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε δεόντως το επιχείρημά του σύμφωνα με το οποίο, η στάση του Bieber κατά τη συνάντησή του στις 13 Δεκεμβρίου 1995 με τον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, δημιούργησε την εντύπωση ότι ο υπάλληλος αυτός δεν είχε υποστεί καμία ζημία λόγω της μη έγκαιρης επανεντάξεώς του στην υπηρεσία.
ii) Οι απόψεις μου επί των ανωτέρω αιτιάσεων
29 Εκκινώ από την υπόμνηση ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου επί των αποφάσεων του Πρωτοδικείου με τις οποίες το τελευταίο αποφαίνεται επί αιτήματος αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας περιορίζεται στην εκτίμηση της νομικής ορθότητας των κριτηρίων και στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη πρωτοδίκως για τη στοιχειοθέτηση και τον προσδιορισμό της εξωσυμβατικής ευθύνης. Η περαιτέρω δε αμφισβήτηση της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τον τρόπο και την έκταση της αποκαταστάσεως της ζημίας, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον έλεγχο του αναιρετικού δικαστού (6). Εξάλλου «το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά, αλλά καταρχήν δεν είναι αρμόδιο ούτε να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον δηλαδή η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι κανόνες και γενικές αρχές του δικαίου σε σχέση με το βάρος αποδείξεως και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξων, το Πρωτοδικείο και μόνο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί» (7).
30 Σε ό,τι αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, από τις σκέψεις 48 και επόμενες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας ορθώς προσδιόρισε τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς στα ενλόγω κριτήρια. Το Κοινοβούλιο αβάσιμα παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο, όταν καθόρισε το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα κρινόταν το αίτημα του Bieber περί αποζημιώσεως, δεν έλαβε υπόψη, ως όφειλε, τα πορίσματα της προμνησθείσας νομολογίας Giry του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή (8), όταν τίθεται ζήτημα αποζημιώσεως υπαλλήλου λόγω καθυστερημένης επανεντάξεώς του μετά τη λήξη της αδείας του, είναι κρίσιμο να εξετάζεται αν η συμπεριφορά του αιτούντος την αποζημίωση συνέτεινε στην επέλευση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη. ηΟπως όμως έχει αναφερθεί προηγουμένως (9), η λύση που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Giry αφορούσε μία εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία ο αιτών την αποζημίωση υπάλληλος είχε ζητήσει προσηκόντως την οριστική παύση από τα καθήκοντά του όταν τέθηκε θέμα επανένταξής του στην υπηρεσία· η λύση εκείνη δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθεί στην περίπτωση του Bieber και ορθώς το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου ότι ο ενλόγω υπάλληλος είχε με τη συμπεριφορά του συμβάλει στη διαμόρφωση ή την παράταση της ζημιογόνου καταστάσεως την οποία επικαλείτο αξιώνοντας αποζημίωση. Το δικαστήριο της ουσίας δεν αγνόησε - όπως φαίνεται να το υπονοεί το Κοινοβούλιο - το ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εκείνες στην υπόθεση Giry, η υποκειμενική συμπεριφορά του αιτούντος την αποζημίωση έχει νομική βαρύτητα ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας. Ως μόνο αρμόδιο για την ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έκρινε όμως ότι οι ισχυρισμοί του Κοινοβουλίου σχετικά με τη στάση που τήρησε ο Bieber κατά τη λήξη της αδείας του δεν ήταν ικανοί να άρουν την αστική ευθύνη της Κοινότητας ή έστω να περιορίσουν το κρίσιμο χρονικό διάστημα για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως. Με άλλα λόγια, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα.
31 Περαιτέρω, φρονώ ότι εκφεύγουν εν μέρει του αναιρετικού ελέγχου τα ειδικά επιχειρήματα που προβάλλει το Κοινοβούλιο σχετικά με το κρίσιμο χρονικό διάστημα για το οποίο υφίσταται υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας, ως αναγόμενα σε εκτίμηση πραγμάτων.
32 Σε ό,τι αφορά το χρονικό σημείο ενάρξεως του διαστήματος αυτού, η αξιολόγηση του περιεχομένου της από 21 Φεβρουαρίου και 21 Μαρτίου 1995 αλληλογραφίας του Bieber προς το Κοινοβούλιο είναι ζήτημα αμιγώς πραγματικό, ανήκον στην αποκλειστική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
33 Αλλά και οι ισχυρισμοί του Κοινοβουλίου σε σχέση με τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου κατά το οποίο περατώθηκε η ζημιογόνος συμπεριφορά της διοίκησης δεν είναι στο σύνολό τoυς παραδεκτοί. Το Κοινοβούλιο βάλλει κατά των σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης με τις οποίες κρίθηκε ότι η επιστολή που απέστειλε ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου στις 7 Δεκεμβρίου 1995 στον Bieber δεν συνιστούσε πρώτη προσφορά θέσεως εργασίας κατά την έννοια του ΚΥΚ.
34 Το τι θα πρέπει να θεωρείται «προσφορά θέσεως εργασίας», σύμφωνα με την παράγραφο 4, τέταρτο εδάφιο, άρθρο 40, του ΚΥΚ, είναι όντως νομικό ζήτημα το οποίο ελέγχεται αναιρετικά. Στο σημείο αυτό, ας σημειωθεί ότι ορθώς το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 59 επ. της αναιρεσιβαλλομένης, δέχθηκε πως δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως «προσφορά» πληρούσα τους όρους του ΚΥΚ η ασαφής εκδήλωση των προθέσεων της δημόσιας αρχής να παράσχει στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένη θέση εργασίας, όταν μάλιστα η σχετική πρόταση δεν είναι απαλλαγμένη από όρους και αιρέσεις.
35 Επομένως, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας ορθώς συνήγαγε τα ερμηνευτικά κριτήρια για να εξετάσει αν, ήδη από τις 7 Δεκεμβρίου 1995, είχε γίνει στον Bieber προσφορά θέσεως εργασίας σύμφωνη με τα οριζόμενα στο ΚΥΚ, η αναιρεσιβαλλομένη είναι από νομική άποψη ορθή. Οι ουσιαστικές εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου ως προς τη σαφήνεια της επιστολής της 7ης Δεκεμβρίου 1995 και ως προς τη βαρύτητα των άλλων πραγματικών ισχυρισμών που είχε επικαλεσθεί πρωτοδίκως το Κοινοβούλιο, είναι ζητήματα τα οποία εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου, τα δε σχετικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτα και πρέπει να απορριφθούν.
36 Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι στο σύνολό του απορριπτέος, εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος.
IV - Πρόταση
37 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) Να απορρίψει στο σύνολό της την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως
2) Να καταδικάσει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Συλλογή Υπ. Υπ. 1998, σ. ΙΙ-723.
(2) - Απόφαση του Πρωτοδικείου της 1ης Ιουλίου 1993, Τ-48/90, Giordani κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-721).
(3) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1977, υπόθεση 126/75, Robert Giry κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 1937).
(4) - Παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, άρθρο 40, του ΚΥΚ.
(5) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαου 1983, υπόθεση 785/79, Pizziolo (Συλλογή 1983, σ. 1343).
(6) - Απόφαση της 14ης Μαου 1998, C-259/96 P, Nil (Συλλογή 1998, σ. Ι-2915, σκέψεις 25 και 32).
(7) - Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Brazzelli Lualdi (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 66).
(8) - Βλ., ιδιαιτέρως, τις σκέψεις 19 επ. της προαναφερθείσας, στην υποσημείωση 3, αποφάσεως Giry.
(9) - Βλ., ανωτέρω, σημεία 21 επ.
Full & Egal Universal Law Academy