Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
87 Δυνάμει του άρθρου 121 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων όσον αφορά, αφενός, τις διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου και, αφετέρου, όσον αφορά τη διαδικασία της αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
Πρόταση
88 Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαου 1998, T-354/94, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, καθόσον:
- καταλογίζει στη Stora την ευθύνη για τις παραβάσεις που διέπραξαν η μεν Kopparbergs Bergslags AB πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987, η δε Feldmόhle και οι χαρτοποιίες Bιghin-Corbehem πριν από τον Σεπτέμβριο του 1990·
- επιβεβαιώνει τον ρόλο της Stora Kopparbergs Bergslags AB ως «επί κεφαλής»·
- απορρίπτει το αίτημα μειώσεως του προστίμου που διατύπωσε η αναιρεσείουσα·
- καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα·
2) να απορρίψει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως·
3) να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
(1) - T-354/94, Συλλογή 1998, σ. II-2111.
(2) - ΕΕ L 243, σ. 1.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(4) - Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82 (Συλλογή 1983, σ. 3151, σκέψη 50).
(5) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69 (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99).
(6) - Απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C-310/93 P (Συλλογή 1995, σ. I-865).
(7) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, T-11/89 (Συλλογή 1992, σ. II-757).
(8) - Απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1995, T-102/92 (Συλλογή 1995, σ. II-17).
(9) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 (32/78, 36/78 έως 82/78, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 177).
(10) - Προπαρατεθείσα απόφαση ICI κατά Επιτροπής, σκέψεις 132 και 133, και απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69, Geigy κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, σκέψη 189).
(11) - Προπαρετεθείσες αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής, σκέψη 134, και Geigy κατά Επιτροπής, σκέψη 44.
(12) - Προπαρατεθείσα απόφαση ICI κατά Επιτροπής, σκέψεις 136 και 137.
(13) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, 6/72 (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 445, σκέψη 15).
(14) - Απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 15/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 451).
(15) - Απόφαση της 4ης Μαου 1988, 30/87 (Συλλογή 1988, σ. 2479).
(16) - Απόφαση της 11ης Απριλίου 1989, 66/86 (Συλλογή 1989, σ. 803).
(17) - Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-73/95 P (Συλλογή 1996, σ. Ι-5457).
(18) - Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87 (Συλλογή 1989, σ. 3283).
(19) - Με δική μου υπογράμμιση.
(20) - Με δική μου υπογράμμιση.
(21) - Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 28).
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στις 27 Ιουλίου 1998, η Stora Kopparbergs Bergslags AB (στο εξής: Stora) άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής.
2. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν προσφυγής που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως 94/601/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/C/33.833 - Χαρτόνι) (στο εξής: απόφαση), με την οποία η Επιτροπή επέβαλε σε 19 κατασκευαστές προμηθευτές χαρτονιού στην κοινοτική αγορά πρόστιμα για παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ). Στη Stora επιβλήθηκε πρόστιμο 11 250 000 ECU. Το πρόστιμο αυτό ούτε ακυρώθηκε ούτε μειώθηκε από το ρωτοδικείο.
3. Στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
«1) να αναιρέσει την απόφαση του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998 στην υπόθεση T-354/94 (Stora Kopparbergs Bergslags AB κατά Επιτροπής), καθόσον απορρίπτει το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Ιουλίου 1994 (IV/C/33.833 - Χαρτόνι)·
2) να ακυρώσει την ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής καθόσον αυτή αφορά την αναιρεσείουσα·
3) επικουρικώς, να ακυρώσει ή τουλάχιστον να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα·
4) να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.»
4. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως μερικώς απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη·
2) επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο ρωτοδικείο προς τον σκοπό νέας εκτιμήσεως του προστίμου στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους του δικαιοδοσίας·
3) εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.»
5. ρος στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους που αντλούνται από
- την παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης, του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης , και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου·
- την έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον υπολογισμό του προστίμου·
- πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το ρωτοδικείο έκρινε ότι η εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως δεν επηρεάζεται από την ανυπαρξία των προβαλλομένων αποτελεσμάτων επί των τιμών.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου
6. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
- κρίνοντας ότι οι παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης που διέπραξε η θυγατρική της Kopparfors AB (στο εξής: Kopparfors) έπρεπε να καταλογιστούν στην αναιρεσείουσα, χωρίς να λάβει υπόψη την ανικανότητα της Επιτροπής να αποδείξει αν η αναιρεσείουσα είχε πράγματι επηρεάσει την εμπορική πολιτική της Kopparfors (σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)·
- κρίνοντας ότι οι παραβάσεις που διέπραξαν η Feldmühle και οι χαρτοποιίες Béghin-Corbehem (στο εξής: CBC) πριν και μετά την απόκτησή τους από την αναιρεσείουσα έπρεπε να καταλογιστούν σ' αυτήν για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να αγνοεί τη συνέργειά τους στην παράβαση και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να εμποδίσει τη συνέχιση της παραβάσεως (σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
7. Ο πρώτος αυτός λόγος της αναιρεσείουσας υποδιαιρείται επομένως σε δύο σκέλη, το μεν πρώτο σε σχέση με τον καταλογισμό στη Stora της συμπεριφοράς της θυγατρικής της Kopparfors, το δε δεύτερο σε σχέση με τον ίδιο καταλογισμό όσον αφορά τις θυγατρικές της Feldmühle και CBC.
Ως προς τον καταλογισμό της συμπεριφοράς της Kopparfors στη Stora
8. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η Stora βάλλει κατά της σκέψεως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία:
«Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά την εμπορική πολιτική της Kopparfors, παρέλκει, σύμφωνα με τη νομολογία, να εξεταστεί αν όντως άσκησε την εξουσία αυτή. ράγματι, εφόσον η Kopparfors ήταν κατά 100 % θυγατρική της προσφεύγουσας την από την 1η Ιανουαρίου 1987, ακολουθεί κατ' ανάγκην την πολιτική που χαράσσουν τα καταστατικά όργανα της μητρικής εταιρίας [βλ. προαναφερθείσα απόφαση AEG κατά Επιτροπής (...) ]. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των ισχυρισμών της ότι η Kopparfors δρούσε στην αγορά του χαρτονιού ως αυτόνομη νομική οντότητα καθορίζουσα σε μεγάλο βαθμό αυτοδύναμα την εμπορική της πολιτική και διέθετε δικό της διοικητικό συμβούλιο με εξωτερικούς αντιπροσώπους.»
9. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι με τη σκέψη αυτή διατυπώνονται δύο εκτιμήσεις, μία μεν κυρία, που συνάγεται από το γεγονός ότι η Kopparfors είναι θυγατρική κατά 100 % της Stora, μία δε άλλη δευτερεύουσα, που συνάγεται από το γεγονός ότι Stora δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της ότι η Kopparfors ασκούσε τις δραστηριότητές της ως αυτοτελής νομική οντότητα, τις οποίες αμφότερες θεωρεί εσφαλμένες.
10. Ως προς την πρώτη, αναπτύσσει μια επιχειρηματολογία με την οποία επιχειρεί να αποδείξει ότι ούτε η προπαρατεθείσα απόφαση AEG κατά Επιτροπής, στην οποία το ρωτοδικείο φέρεται να στηρίζεται, ούτε οι άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες εξετάστηκε το ζήτημα των ομίλων εταιριών μπορούν να θεωρηθούν ότι λαμβάνουν ως δεδομένο ότι, εφόσον μια μητρική εταιρία κατέχει 100 % το κεφάλαιο μιας θυγατρικής, στη μητρική εταιρία πρέπει να καταλογίζεται αυτομάτως η συμπεριφορά της θυγατρικής.
11. Η Stora ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το ρωτοδικείο προβαίνει σε ανακριβή ερμηνεία της προπαρατεθείσας αποφάσεως AEG κατά Επιτροπής. Κατ' αυτή, η σκέψη 50 της αποφάσεως αυτής, την οποία το ρωτοδικείο επαναλαμβάνει σχεδόν επί λέξει, απαιτεί, προκειμένου η παράνομη συμπεριφορά μιας κατά 100 % θυγατρικής να καταλογίζεται αυτομάτως στη μητρική εταιρία, οι δύο εταιρίες να έχουν την ίδια διεύθυνση.
12. Ελλείψει αυτής της ταυτίσεως, ο εν λόγω καταλογισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της αποδείξεως ότι η μητρική εταιρία καθορίζει πράγματι, χάρη στα μέσα που της παρέχει η κατά 100 % κατοχή του κεφαλαίου, τη συμπεριφορά της θυγατρικής της στην αγορά.
13. Δεύτερον, προβάλλει ότι, από την εξέτασή της νομολογίας του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου, προκύπτει ότι ο καταλογισμός στη μητρική εταιρία της συμπεριφοράς της θυγατρικής ουδέποτε θεωρήθηκε ότι απορρέει από τον έλεγχο και μόνο του κεφαλαίου, αλλά συνοδεύεται πάντοτε από τη διαπίστωση της πραγματικής ασκήσεως διευθυντικής εξουσίας, ορισμένες δε μάλιστα αποφάσεις εκθέτουν ρητώς ότι ένας τέτοιος καταλογισμός εξαρτάται από αυτή τη διαπίστωση.
14. ρος στήριξη αυτού του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη νομολογία η Stora επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ICI κατά Επιτροπής και BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής και του ρωτοδικείου Shell κατά Επιτροπής και Viho κατά Επιτροπής .
15. Τέλος, υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο, στην απόφασή του BMW Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής , έκρινε ότι η οικονομική εξάρτηση μιας θυγατρικής εταιρίας από τη μητρική της δεν αποκλείει ούτε διαφορά συμπεριφοράς ούτε διαφορά συμφερόντων μεταξύ των δύο εταιριών (σκέψη 24).
16. οια πρέπει να είναι η γνώμη μου επί των επιχειρημάτων αυτών;
17. Λέγω εξ αρχής ότι μου φαίνονται άνισης βαρύτητας. Το πρώτο, κατά το οποίο το ρωτοδικείο πλανήθηκε ως προς την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως AEG κατά Επιτροπής, φαίνεται δύσκολο να γίνει δεκτό. Στις σκέψεις 49 και 50 της αποφάσεως αυτής εκτίθεται επακριβέστατα ότι:
«49 Με την απόφασή του στην υπόθεση 48/69 (Imperial Chemical Industries, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99) το Δικαστήριο ήδη δέχτηκε τα εξής: "Το γεγονός ότι η θυγατρική εταιρία διαθέτει χωριστή νομική προσωπικότητα δεν αρκεί για να αποκλείσει τη δυνατότητα καταλογισμού της συμπεριφοράς στη μητρική εταιρία", ιδίως "όταν η θυγατρική εταιρία, παρά τη χωριστή νομική της προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτόνομα τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά ουσιαστικά ακολουθεί τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας".
50 Εφόσον η AEG δεν αμφισβήτησε ότι ήταν σε θέση να επηρεάζει αποφασιστικά την πολιτική διανομής και την πολιτική τιμών των θυγατρικών της εταιριών, παραμένει να εξεταστεί αν πράγματι έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής. Η εξέταση όμως αυτή δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση της TFRΧ ως θυγατρική εταιρία της AEG κατά 100 %, ακολουθεί αναγκαστικά την πολιτική που χαράζουν τα ίδια, προβλεπόμενα από το καταστατικό, όργανα που καθορίζουν την πολιτική της AEG.»
18. Η διατύπωση αυτή είναι ιδιαιτέρως σαφής: μια κατά τα 100 % θυγατρική ακολουθεί κατ' ανάγκην την πολιτική που χαράσσει η μητρική εταιρία οπότε μπορεί να της καταλογιστεί η συμπεριφορά της θυγατρικής χωρίς να χρειάζεται να προσκομιστεί η παραμικρή απόδειξη για την ύπαρξη εντολών ή οδηγιών που θα είχε δώσει στη θυγατρική της.
19. Τελείως δε παραπειστικά ισχυρίζεται η Stora ότι συνάγει από τη φράση «ακολουθεί αναγκαστικά την πολιτική που χαράζουν τα ίδια, προβλεπόμενα από το καταστατικό όργανα που καθορίζουν την πολιτική της AEG» ότι το Δικαστήριο δεν δέχεται τον καταλογισμό στην μητρική εταιρία των ενεργειών της θυγατρικής την οποία κατέχει κατά 100 % παρά μόνον αν ο έλεγχος αυτός συνοδεύεται από ταύτιση των διευθυντικών οργάνων.
20. Στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο τόνισε απλώς ότι ο κατά 100 % έλεγχος του κεφαλαίου της θυγατρικής συνεπάγεται ότι τα όργανα που έχουν την εξουσία εντός της μητρικής εταιρίας καθορίζουν επίσης την πολιτική της θυγατρικής, αυτό δε όποια κι αν είναι τα φυσικά πρόσωπα που συγκροτούν τα κατά το καταστατικό όργανά της.
21. Το δεύτερο επιχείρημα που ανέπτυξε η Stora, ότι δηλαδή, κατά γενικό κανόνα, κατά τη νομολογία απαιτείται, προκειμένου να μπορεί να καταλογιστεί στη μητρική εταιρία η συμπεριφορά της θυγατρικής, να αποδεικνύεται ότι η μητρική εταιρία έκανε πράγματι χρήση της δυνατότητας επηρεασμού της συμπεριφοράς της θυγατρικής που αντλεί από την εξουσία ελέγχου του κεφαλαίου της, επιβάλλει, αντιθέτως, πολύ προσεκτική εξέταση.
22. Όσο, πράγματι, μου φαίνεται μάταιο να επιχειρήσω να προσδώσω στην προπαρατεθείσα απόφαση AEG κατά Επιτροπής διαφορετική έννοια από αυτήν που εκφράζει, τόσο νομίζω ότι έχει σημασία να εξετάσω αν η απόφαση αυτή εντάσσεται αρμονικά σε μια σαφή νομολογιακή τάση ή αν, αντιθέτως, εμφανίζεται ως μια κάπως μεμονωμένη περίπτωση.
23. ριν από την προπαρατεθείσα υπόθεση AEG κατά Επιτροπής, ζητήθηκε κατ' επανάληψη από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του τρόπου με τον οποίο το δίκαιο του ανταγωνισμού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις σχέσεις μητρικής προς θυγατρική εταιρία οι οποίες συνενώνουν δύο εταιρίες.
24. Αυτή ήταν κατ' αρχάς η περίπτωση των υποθέσεων που αφορούσαν τις χρωστικές ύλες, όπου ορισμένοι παραγωγοί εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες αμφισβήτησαν την αρμοδιότητα της Επιτροπής να τους επιβάλει πρόστιμα για ορισμένες πρακτικές εντός της κοινής αγοράς στις οποίες δεν είχαν συμμετάσχει, δεδομένου ότι μόνον οι θυγατρικές τους ήταν παρούσες στην αγορά αυτή.
25. Εν όψει αυτής της επιχειρηματολογίας, το Δικαστήριο έθεσε την αρχή ότι «το γεγονός ότι η θυγατρική έχει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα δεν αρκεί για να αποκλεισθεί η δυνατότητα να καταλογιστεί η συμπεριφορά της στη μητρική εταιρία», διευκρινίζοντας αμέσως ότι «αυτό μπορεί ιδίως να συμβεί όταν η θυγατρική εταιρία, μολονότι διαθέτει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα, δεν προσδιορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει ως προς τα ουσιωδέστερα στοιχεία οδηγίες που τους έχει παράσχει η μητρική εταιρία» .
26. Αυτός όμως ο καταλογισμός δεν ισχύει μονόπλευρα, δηλαδή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως έρεισμα για να φέρει η μητρική εταιρία την ευθύνη μιας παραβάσεως που διαπράττει η θυγατρική, αλλά θα έχει επίσης ως αποτέλεσμα να διαφεύγουν της εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ορισμένες συμπεριφορές, καθόσον «όταν η θυγατρική εταιρία δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας προσδιορισμού της γραμμής ενεργείας της στην αγορά, οι απαγορεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, μπορούν να λογιστούν ως ανεφάρμοστες στις σχέσεις μεταξύ αυτής και της μητρικής εταιρίας με την οποία αποτελεί οικονομική ομάδα» .
27. Στην περίπτωση της Imperial Chemical Industries Ltd (ICI) και των θυγατρικών της που δραστηριοποιούνταν εντός της κοινής αγοράς, το Δικαστήριο δέχεται, προκειμένου να θεωρήσει ότι η μητρική εταιρία φέρει την ευθύνη της παραβάσεως,
«ότι είναι αξιοσημείωτο ότι η προσφεύγουσα κατείχε την εποχή εκείνη το σύνολο ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου των θυγατρικών της εταιριών.
η προσφεύγουσα μπορούσε να επηρεάσει κατά τρόπο αποφασιστικό την πολιτική των τιμών πωλήσεων των θυγατρικών της εταιριών στην κοινή αγορά και έκανε χρήση πράγματι της εξουσίας αυτής κατά τις τρεις ανατιμήσεις για τις οποίες επρόκειτο ».
28. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε με την απόφαση Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής . ράγματι, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τις αρχές κατά τις οποίες: «το γεγονός ότι η θυγατρική έχει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα δεν αρκεί για να αποκλείσει τη δυνατότητα καταλογισμού της συμπεριφοράς της στη μητρική εταιρία· αυτό μπορεί να συμβεί ιδίως όταν η θυγατρική δεν καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει, κατά βάση, τις εντολές που της απευθύνει η μητρική εταιρία», παραθέτει τα στοιχεία που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιτρέπουν να γίνει δεκτό ότι η θυγατρική ενήργησε κατόπιν οδηγιών της μητρικής εταιρίας.
29. Σ' αυτό ακριβώς το κριτήριο του βαθμού πραγματικής αυτοτέλειας της οποίας απολαύει η θυγατρική, βάσει του οποίου εκτιμάται η ύπαρξη ή όχι μιας οικονομικής μονάδας, αναφέρεται ομοίως στο Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Sterling Drug , Bodson , καθώς και Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebüro .
30. άντως, στις υποθέσεις αυτές, όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση Viho κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο καλούνταν, όχι να ελέγξει αν οι πράξεις των θυγατρικών μπορούσαν να καταλογιστούν στη μητρική εταιρία, αλλά να αποφασίσει αν υφίστατο, μεταξύ της μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της, συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική που μπορούσαν να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
31. Ας εξετάσω, χάριν παραδείγματος, την προπαρατεθείσα απόφαση Viho κατά Επιτροπής, την πιο πρόσφατη από αυτές που επικαλείται η αναιρεσείουσα.
32. Επρόκειτο για μια εταιρία που εμπορευόταν είδη γραφείου στο πλαίσιο της χονδρικής πωλήσεως, των εισαγωγών και των εξαγωγών των ειδών αυτών. Είχε ζητήσει από την εταιρία Parker Pen Ltd (στο εξής: Parker), κατασκευάστρια στυλογράφων και άλλων συναφών ειδών, να της προμηθεύει τα προϊόντα της με όρους αντίστοιχους προς αυτούς που ισχύουν για τις θυγατρικές και τους ανεξάρτητους διανομείς της Parker. Δεδομένου ότι το αίτημά της δεν ικανοποιήθηκε, η Viho Europe BV (στο εξής: Viho) υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17.
33. Η Επιτροπή δήλωσε «ότι δεν αντιλαμβάνεται κατά τι το σύστημα διανομής που εφαρμόζει η Parker υπερβαίνει μια συνήθη κατανομή καθηκόντων εντός ενός ομίλου επιχειρήσεων».
34. Το ρωτοδικείο και κατόπιν το Δικαστήριο, ενώπιον των οποίων προσέφυγε η Viho, διαπίστωσαν ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της Συνθήκης δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις σχέσεις που υφίστανται μεταξύ της Parker και των θυγατρικών της, διότι οι εταιρίες αυτές δεν αποτελούν παρά «μια οικονομική μονάδα» (σκέψη 63 της προπαρατεθείσας αποφάσεως του ρωτοδικείου Viho κατά Επιτροπής) ή «μια ενιαία οικονομική μονάδα» (σκέψη 16 της αποφάσεως του Δικαστηρίου Viho κατά Επιτροπής ).
35. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο, για να στηρίξει την κρίση αυτή, σημείωσε ότι η Parker κατείχε το 100 % του κεφαλαίου των θυγατρικών της και ότι οι θυγατρικές της δεν διαθέτουν πραγματική αυτονομία κατά τη χάραξη της πολιτικής τους στην αγορά, αλλά εφαρμόζουν τις οδηγίες που τους έχει παράσχει η μητρική εταιρία, η οποία τις ελέγχει (σκέψη 16 της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου Viho κατά Επιτροπής).
36. Αυτό, όμως, αποτελούσε πραγματικές διαπιστώσεις από τις οποίες μπορούσε να αποδειχθεί ότι δεν ήταν δυνατό να τεθεί ζήτημα συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ της Parker και των θυγατρικών.
37. Από το συμπέρασμα αυτό δεν συνάγεται ότι δεσμοί τόσο στενοί αποτελούν, σε όλες τις περιπτώσεις, απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι δυνατό να καταλογιστεί στη μητρική εταιρία η συμπεριφορά των θυγατρικών της. Η ίδια παρατήρηση ισχύει όσον αφορά τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Sterling Drug, Bodson και Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebüro.
38. ρέπει, εντούτοις, να θεωρηθεί ότι, πριν καταστεί δυνατό να καταλογισθεί η παράβαση της θυγατρικής στη μητρική εταιρία, είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, ότι η μητρική εταιρία «έκανε χρήση πράγματι» της εξουσίας επηρεασμού της θυγατρικής της την οποία της παρείχε η κατοχή του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου;
39. Με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής και BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής διαπιστώθηκε πράγματι ότι η μητρική εταιρία είχε όντως παράσχει οδηγίες στη θυγατρική της. Το Δικαστήριο όφειλε βεβαίως να αναφερθεί σ' αυτό το σημαντικό πραγματικό στοιχείο για να στηρίξει τη συλλογιστική του. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Léger στις προτάσεις του επί της προαναφερθείσας υποθέσεως BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (προς τις οποίες το Δικαστήριο συντάχθηκε άνευ ετέρου με την απόφασή του), σε μια τέτοια κατάσταση «δεν έχει ενδιαφέρον να ερευνηθεί αν πρέπει να τεκμαίρεται η εξουσία επηρεασμού μιας μητρικής εταιρίας επί της θυγατρικής της κατά 100 %», οπότε πρέπει να θεωρηθεί «περιττή» η φράση του χωρίου της συλλογιστικής του ρωτοδικείου, όπου ο καταλογισμός στη μητρική εταιρία παρουσιάζεται ως δικαιολογημένος κατά την εφαρμογή της προπαρατεθείσας αποφάσεως AEG κατά Επιτροπής (σημείο 29).
40. Όμως, μπορεί να συναχθεί, εξ αντιδιαστολής, από τις αποφάσεις αυτές ότι, ελλείψει αποδείξεως οδηγιών που έχουν παρασχεθεί από τη μητρική εταιρία στη θυγατρική της, δεν είναι δυνατό να καταλογιστούν στη μητρική εταιρία παραβάσεις που διέπραξε η θυγατρικής της; Νομίζω ότι αυτό θα ήταν υπερβολικό και ότι δεν μπορεί να απαιτείται απόδειξη τέτοιων οδηγιών. Κατόπιν αυτού, θεωρώ πάντως ότι η απλή κατοχή μεριδίου κατά 100 % δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της μητρικής εταιρίας.
41. Συναφώς, νομίζω ότι πρέπει να προβούμε σε ένα συλλογισμό σε δύο στάδια, όπως έπραξε ο γενικός εισαγγελέας Darmon στις προτάσεις του για την υπόθεση Orkem κατά Επιτροπής .
42. Ο γενικός εισαγγελέας, αφού υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο έκρινε με την προπαρατεθείσα απόφαση BMW Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής ότι η οικονομική εξάρτηση μιας θυγατρικής εταιρίας από τη μητρική της δεν αποκλείει ούτε διαφορά συμπεριφοράς ούτε καν διαφορά συμφερόντων μεταξύ των δύο εταιριών, συνέχισε ως εξής: «Νομίζω, λοιπόν, ότι προκύπτει σαφώς ότι, από το γεγονός και μόνον ότι μια εταιρία που έχει νομική προσωπικότητα είναι θυγατρική μιας άλλης κατά 100 %, δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι δύο εταιρίες έχουν ενιαία συμπεριφορά στην αγορά και ότι, όσον αφορά τις δικονομικές προϋποθέσεις, μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική νομική προσωπικότητα κάθε επιχειρήσεως. Η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη, κατ' αρχήν, μια τέτοια ενιαία συμπεριφορά μόνον αφού αποδειχθεί η ύπαρξή της» (σημείο 19).
43. Όμως, ο γενικός εισαγγελέας προσέθεσε τα ακόλουθα:
«Εντούτοις, νομίζω ότι με βάση τη συμπεριφορά των δύο επιχειρήσεων από την οποία προκύπτει με αρκετή βεβαιότητα η επικοινωνία μεταξύ τους όσον αφορά τις διαδικαστικές πράξεις της Επιτροπής, ούτε η μία ούτε η άλλη από αυτές τις επιχειρήσεις μπορεί να προβάλει καθυστερημένα τυπολατρικά επιχειρήματα, επικαλούμενη τη διαφορετική νομική προσωπικότητά τους, την οποία η ίδια είχε καταστήσει περιέργως στο παρελθόν δυσδιάκριτη» (σημείο 20).
44. Το Δικαστήριο δέχθηκε ουσιαστικώς τον συλλογισμό αυτό στη σκέψη 6 της αποφάσεως.
45. Στην υπόθεση που μας απασχολεί η κατάσταση από απόψεως πραγματικών περιστατικών δεν είναι, ασφαλώς, η ίδια, υπάρχει όμως και εδώ μια συλλογιστική που αποτελείται από δύο στάδια. Το ρωτοδικείο, πράγματι, δεν περιορίστηκε στην κρίση ότι μια κατά τα 100 % θυατρική ακολουθεί κατ' ανάγκην την πολιτική της μητρικής εταιρίας. ροσθέτει ότι, «εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των ισχυρισμών της ότι η Kopparfors δρούσε στην αγορά του χαρτονιού ως αυτόνομη νομική οντότητα καθορίζουσα σε μεγάλο βαθμό αυτοδύναμα την εμπορική της πολιτική και διέθετε δικό της διοικητικό συμβούλιο με εξωτερικούς αντιπροσώπους».
46. Θέλησε το ρωτοδικείο να πεί κατ' αυτόν τον τρόπο ότι η Stora φέρει το βάρος να αποδείξει την ανεξαρτησία συμπεριφοράς της θυγατρικής της; Η αναιρεσείουσα ερμηνεύει το εν λόγω χωρίο με αυτό το πνεύμα κι αν αυτό συνέβαινε δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με το ρωτοδικείο.
47. Όμως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ίδια η Stora είχε προβεί, κατ' αρχάς, στους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, το ρωτοδικείο απλώς διαπιστώνει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν αποδειχθεί. άντως, διατυπώνοντας τη διαπίστωση αυτή σ' αυτό το σημείο της συλλογιστικής του (δηλαδή στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), δέχεται εμμέσως ότι η κατά 100 % κατοχή του κεφαλαίου δεν ρυθμίζει οριστικώς το ζήτημα.
48. Σ' αυτό το στάδιο, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί ότι, μολονότι η Επιτροπή φέρει πράγματι το βάρος να αποδείξει ότι η μητρική εταιρία άσκησε όντως αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής της, το βάρος αυτό καθίσταται εντούτοις ελαφρότερο στην περίπτωση ελέγχου κατά 100 %. Εξακολουθεί να είναι απαραίτητο ένα συμπληρωματικό στοιχείο σε σχέση με τον βαθμό συμμετοχής, μπορεί όμως αυτό να συνίσταται σε αφορώσες την απόδειξη ενδείξεις.
49. ράγματι, όταν μια εταιρία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου μιας άλλης εταιρίας, το ενδεχόμενο στενού ελέγχου της μητρικής εταιρίας επί της θυγατρικής, όσον αφορά τις στρατηγικές αποφάσεις στον τομέα των τιμών, των μισθών και μείζοντων επενδύσεων, πιθανολογείται πολύ περισσότερο από το ενδεχόμενο ελλείψεως ενδιαφέροντος της μητρικής εταιρίας και της πλήρους αυτοτέλειας της θυγατρικής.
50. Επιπλέον, όταν μια εταιρία που παράγει ορισμένη πρώτη ύλη αγοράζει άλλες εταιρίες που μεταποιούν την ύλη αυτή, το πράττει αυτό, ιδίως, για να επωφεληθεί από την υπεραξία που προκύπτει από τη μεταποίηση της πρώτης αυτής ύλης. Επομένως, θα ενδιαφέρεται κατ' ανάγκην για τις τιμές στις οποίες πωλούνται τα μεταποιημένα αυτά προϊόντα και αυτό εκ των πραγμάτων θα την ωθήσει να λάβει γνώση των πρακτικών εναρμονισμένης ανατιμήσεως που υφίστανται σ' αυτόν τον τομέα.
51. Ακόμη κι αν, εν προκειμένω, η Stora δεν είχε δώσει οδηγίες στην Kopparfors για να συμμετάσχει στη σύμπραξη, διότι η Kopparfors συμμετείχε ήδη σ' αυτήν πριν από την εξαγορά της, και ακόμη και αν δεν ενέκρινε ρητά τη συμμετοχή της Kopparfors στις ανατιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια, το ρωτοδικείο ορθώς συνήγαγε ότι ήταν ενημερωμένη γι' αυτό και ότι δεν προέβαλε αντιρρήσεις, εφόσον η Kopparfors εξακολουθούσε να συμμετέχει στις εν λόγω ενέργειες.
52. Ως προς τις αφορώσες στην απόδειξη συμπληρωματικές ενδείξεις που είναι απαραίτητες, πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο ως προς τη στάση που τήρησε η Stora κατά τη διοικητική διαδικασία και μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, καθώς και τα συμπεράσματα που συνήγαγε συναφώς.
53. Στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο δέχθηκε, πράγματι, ότι:
«(...) δικαιολογημένα πάντως η Επιτροπή συνήγαγε, εν όψει των περιστάσεων που επισημαίνονται στις παραπάνω σκέψεις 43 έως 47, από τη στάση της προσφεύγουσας ότι θεωρούσε τον εαυτό της ως τον προσήκοντα αποδέκτη της εκδοθησομένης αποφάσεως και ότι δεν θα ήγειρε καμμία αμφισβήτηση επ' αυτού ενώπιον του ρωτοδικείου».
54. Στη σκέψη 50, το ρωτοδικείο προσέθεσε τα ακόλουθα:
«(...) η εκ μέρους επιχειρήσεως ρητή ή σιωπηρή αναγνώριση πραγματικών ή νομικών στοιχείων κατά την ενώπιον της Επιτροπής διοικητική διαδικασία, ενώ ενδέχεται να συνιστά αποδεικτικό στοιχείο κατά την εκτίμηση του βασίμου ένδικης προσφυγής, δεν μπορεί να συρρικνώνει αυτό τούτο το εκ του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του ρωτοδικείου. Ελλείψει ρητού νομικού ερείσματος, ένας τέτοιος περιορισμός θα αντέβαινε προς τις θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας και του σεβασμού των δικαιωμάτων του αμυνομένου.
Εν προκειμένω, η συμπεριφορά της Stora κατά την ενώπιον της Επιτροπής διοικητική διαδικασία, και ιδίως το περιεχόμενο των δηλώσεων που της απηύθυνε, συνιστούν ένα από τα στοιχεία που θα συνεκτιμηθούν κατά την εξέταση του βασίμου της προσφυγής».
55. ράγματι, αν ο κοινοτικός δικαστής δέχεται ήδη το παραδεκτό ενός επιχειρήματος που δεν είχε αντικρουστεί μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, δεν μπορεί εντούτοις να υποχρεούται να αφίσταται πλήρως της συναγωγής συμπερασμάτων από μια συμπεριφορά που συνίσταται σε απαντήσεις σε ορισμένα σημεία που περιέχονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, όχι όμως και στο βασικό σημείο της ανακοινώσεως αυτής, από το οποίο εξαρτώνται όλα τα άλλα, εν προκειμένω το ζήτημα αν η συμπεριφορά των θυγατρικών της μπορούσε ή όχι να καταλογιστεί στη Stora (υπενθυμίζω ότι η Stora δεν συμμετείχε η ίδια στα όργανα της συμπράξεως).
56. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ορθώς το ρωτοδικείο συνήγαγε, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «(...) η συμπεριφορά την οποία τήρησε η προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία, κατά την οποία εμφανίστηκε ως η μοναδική συνομιλήτρια της Επιτροπής, από πλευράς των εταιριών του ομίλου Stora, όσον αφορά την επίδικη παράβαση [(βλ., κατ' αναλογίαν, την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87, Orkem κατά Επιτροπής...)]», στηρίζει τις άλλες εκτιθέμενες παρατηρήσεις από τις οποίες προκύπτει, κατ' αυτό, ότι η Επιτροπή ορθώς καταλόγισε στην αναιρεσείουσα τη συμπεριφορά των θυγατρικών της.
57. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ένας ισχυρισμός, στον οποίο προέβη η Stora για να απαλλαγεί των κατηγοριών, μπορεί επίσης να ερμηνευθεί υπό δυσμενές πρίσμα για την επιχείρηση αυτή. ρόκειται για τις κρίσεις που περιέχονται στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά τις οποίες:
«η Kopparfors εξακολούθησε να δρα στην αγορά χαρτονιού ως αυτόνομη νομική οντότητα και καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό μόνη της την εμπορική της πολιτική, εφόσον ήταν τότε η μόνη εταιρία του ομίλου που δρούσε στον τομέα του χαρτονιού. Διέθετε άλλωστε δικό της διοικητικό συμβούλιο, καθώς και εξωτερικούς αντιπροσώπους» .
58. Από την πρώτη από αυτές τις κρίσεις προκύπτει ότι η Kopparfors δεν καθόριζε την εμπορική της πολιτική με πλήρη ανεξαρτησία και επομένως, κατ' ανάγκην, ότι η Stora ασκούσε πράγματι κάποια εξουσία ελέγχου επ' αυτής. αράλληλα, το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο της Kopparfors περιελάμβανε «εξωτερικούς αντιπροσώπους» επιτρέπει να συναχθεί ότι περιελάμβανε και διαχειριστές ή μισθωτούς της μητρικής εταιρίας.
59. Όλα αυτά τα στοιχεία παρέχουν, κατά τη γνώμη μου, αυτή την ελάχιστη απόδειξη που ανέφερα, ανωτέρω, η οποία πρέπει να απαιτείται για να θεωρηθεί η μητρική εταιρία υπεύθυνη για τη συμπεριφορά μιας θυγατρικής της οποίας κατέχει το κεφάλαιο κατά 100 %.
60. Ακόμη και αν κακώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι, στην περίπτωση μιας κατά 100 % θυγατρικής ήταν περιττό να επαληθεύσει αν η μητρική εταιρία είχε πράγματι ασκήσει την, μη αμφισβητούμενη από αυτήν, εξουσία αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής, παρέθεσε εντούτοις το ίδιο επαρκώς κριτήρια από τα οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό πράγματι συνέβαινε εν προκειμένω.
61. Όμως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ακόμη και «αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του ρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί» .
62. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα ευθυνόταν για τη συμπεριφορά της Kopparfors για το προηγούμενο της αποκτήσεως της επιχειρήσεως αυτής χρονικό διάστημα.
Ως προς τον καταλογισμό στη Stora της συμπεριφοράς της Feldmühle και της CBC για το προηγούμενο της αποκτήσεως χρονικό διάστημα
63. Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν όσον αφορά τον καταλογισμό στη Stora της συμπεριφοράς των θυγατρικών της Feldmühle και CBC από το χρονικό σημείο κατά το οποίο είχε τον έλεγχο αυτών των εταιριών.
64. ράγματι, όπως σημείωσε το ρωτοδικείο, κατ' ουσίαν, στις σκέψεις 81 και 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την ημερομηνία κατά την οποία η αναιρεσείουσα απέκτησε το 75 % των μετοχών του γερμανικού ομίλου χαρτοποιίας Feldmühle-Nobel (στο εξής: FeNo), στον οποίο ανήκαν η Feldmühle και η CBC, οι εταιρίες αυτές συνήργησαν σε μια παράβαση στην οποία η Kopparfors είχε επίσης συμμετάσχει. Δεδομένου ότι η συμπεριφορά της Kopparfors πρέπει να καταλογιστεί στη Stora, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να αγνοεί την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της Feldmühle και της CBC.
65. Η διαπίστωση αυτή του ρωτοδικείου είναι, κατά τη γνώμη μου πειστική. ράγματι, η Stora μέσω της Kopparfors, ήξερε με ποιον τρόπο πραγματοποιούνταν οι ανατιμήσεις στον τομέα του χαρτονιού. Η Stora, αγοράζοντας τον FeNo και, μέσω αυτής, τη Feldmühle και τη CBC, ήξερε κάλλιστα ότι οι εταιρίες αυτές συμμετείχαν στην ίδια σύμπραξη. Έπρεπε επίσης να γνωρίζει ότι ένας διευθυντής της Feldmühle ήταν, από πολλά έτη, ο κύριος μοχλός της σύμπραξης. Όπως υπογραμμίζει το ρωτοδικείο (σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) «δεν ισχυρίστηκε καν ότι επιχείρησε να σταματήσει την επίδικη παράβαση, απευθύνοντας, π.χ., προς τούτο ένα απλό αίτημα στο διοικητικό συμβούλιο της Feldmühle».
66. Επιπλέον, βασίμως μπορεί να υποτεθεί ότι, αφού απέκτησε διάφορες εταιρίες που είχαν το ίδιο πεδίο δραστηριοτήτων, συνέχισε, μέσω αυτών, μια στρατηγική ομίλου που περιελάμβανε τα ζητήματα των τιμών.
67. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί ότι το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επιβεβαιώνοντας τον καταλογισμό, στη Stora των παραβάσεων που διαπράχθηκαν από τις Feldmühle και CBC μετά την απόκτηση αυτών των εταιριών.
Ως προς τον καταλογισμό της ευθύνης για το πριν από την απόκτηση των θυγατρικών χρονικό διάστημα
68. Απομένει να εξεταστεί αν ορθώς το ρωτοδικείο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η Stora έπρεπε επίσης να θεωρηθεί ότι ευθυνόταν για τη συμπεριφορά των τριών θυγατρικών της όσον αφορά το πριν από την απόκτησή τους χρονικό διάστημα.
69. Από τον πίνακα 8 της αποφάσεως προκύπτει ότι:
- η Stora έχει αποκτήσει την Kopparfors από την 1η Ιανουαρίου 1987·
- η Stora απέκτησε τον FeNo, περιλαμβανομένης της CBC, μεταξύ του Απριλίου και του Δεκεμβρίου του 1990.
70. Το ρωτοδικείο εξέθεσε στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η «προσφεύγουσα συνήψε, τον Απρίλιο του 1990, συμβάσεις για την αγορά του 75 % περίπου των μετοχών του ομίλου FeNo, στον οποίο ανήκε η εταιρία Feldmühle, και ότι η πραγματική μεταβίβαση των μετοχών συντελέστηκε μόλις τον Σεπτέμβριο του 1990. Τέλος, η ίδια η προσφεύγουσα δήλωσε ότι στα τέλη του 1990 αγόρασε μετοχές από μικρούς μετόχους, οπότε κατείχε το 97,84 % των μετοχών του FeNo».
71. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι από τον Σεπτέμβριο του 1990 η Stora έλεγχε αποφασιστικά τον FeNo.
72. Απομένει να εξακριβωθεί αν η Stora μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται για τη συμπεριφορά των τριών θυγατρικών της κατά το πριν από την απόκτησή τους χρονικό διάστημα.
73. Όμως, διαπιστώσαμε ανωτέρω ότι μια μητρική εταιρία, για να της καταλογιστεί η ευθύνη για τη συμπεριφορά μιας θυγατρικής, πρέπει να είχε τη δυνατότητα να επηρεάζει αποφασιστικά την εμπορική πολιτική της θυγατρικής της και ότι, εκτός από μια συμμετοχή κατά 100 % στο κεφάλαιο της θυγατρικής, πρέπει να υφίστανται επαρκώς πειστικές ενδείξεις για το ότι άσκησε πράγματι αυτήν την εξουσία.
74. Αυτό, προφανώς, δεν μπορεί να συμβαίνει όσον αφορά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η μελλοντική μητρική εταιρία ούτε είχε παρουσία στο κεφάλαιο της μελλοντικής της θυγατρικής ούτε είχε οποιαδήποτε εξουσία να της υπαγορεύει τη συμπεριφορά της.
75. Βεβαίως, αν η θυγατρική απορροφήθηκε στη συνέχεια από τη μητρική εταιρία, η μητρική εταιρία θα έχει αναλάβει το ενεργητικό και το παθητικό της, συμπεριλαμβανομένων των ευθυνών της συνεπεία παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου. Όμως, η Kopparfors, η Feldmühle και η CBC εξακολουθούσαν να υφίστανται ως ενεξάρτητες εταιρίες μετά την απόκτησή τους από τη Stora.
76. Κατά συνέπεια, το μόνο επιχείρημα που μπορεί να δικαιολογήσει καταλογισμό στη Stora των παραβάσεων που διέπραξαν η Feldmühle και η CBC είναι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αγνοεί ότι οι εταιρίες αυτές συμμετείχαν στη σύμπραξη, διότι η ίδια συμμετείχε σ' αυτήν από τον Ιανουάριο του 1987, μέσω της θυγατρικής της Kopparfors, και ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι ανέλαβε την ευθύνη γι' αυτές τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες καθόσον, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τις αγνοεί, δεν έπραξε τίποτε για να υποχρεώσει τις νέες της θυγατρικές να θέσουν τέλος στις ενέργειες αυτές.
77. Αυτό ακριβώς το επιχείρημα επικαλείται η Επιτροπή και δέχεται εμμέσως το ρωτοδικείο, διότι δεν αιτιολογεί ρητώς γιατί θεωρεί ότι η Stora ευθύνεται για τις ενέργειες της Feldmühle και της CBC για το πριν από την απόκτησή τους από τη Stora χρονικό διάστημα.
78. Ο συλλογισμός είναι απλός: η Stora ήξερε τι αγόραζε και μη ενεργώντας προκειμένου να τεθεί τέλος στην παράβαση, ενώ ήταν εν γνώσει, κατέστη η ίδια υπεύθυνη για την παράβαση που διέπραξαν οι νέες της θυγατρικές.
79. Θα μπορούσα, το πολύ, να δεχθώ τον συλλογισμό αυτόν στην περίπτωση κατά την οποία η ίδια η Stora θα είχε συμμετάσχει στα διευθυντικά όργανα της συμπράξεως.
80. Όμως, δεδομένου ότι χρειάστηκε να χρησιμοποιηθεί ένας ολόκληρος συλλογισμός για να διαπιστωθεί η ευθύνη της λόγω του γεγονότος της συμμετοχής της κατά τα 100 % θυγατρικής της Kopparfors, δεν μπορώ να φανταστώ ότι το γεγονός και μόνο ότι δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η Feldmühle και η CBC είχαν συμμετάσχει στη σύμπραξη μπορεί να αρκεί για να της καταλογιστεί η ευθύνη για τις παραβάσεις που διέπραξαν οι εταιρίες αυτές πριν από την απόκτησή τους.
81. Επομένως, πρέπει κατ' ανάγκην να συναγάγω το συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, στη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή καλώς καταλόγισε στην αναιρεσείουσα τη συμπεριφορά της Kopparfors, της Feldmühle και της CBC για το πριν από την απόκτησή τους από την αναιρεσείουσα χρονικό διάστημα. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς αυτό το σημείο.
82. Εντούτοις, αντιμετωπίζουμε ένα πρόσθετο πρόβλημα λόγω του γεγονότος ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι η Stora ήταν, εν όψει της συμμετοχής της Feldmühle και της CBC στις συναντήσεις του Presidents Working Group (PWG), μία από τις «επί κεφαλής» της συμπράξεως και έφερε, γι' αυτό τον λόγο, ιδιαίτερη ευθύνη (βλ. την αιτιολογική σκέψη 170 της αποφάσεως της Επιτροπής και τη σκέψη 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
83. Δεδομένου ότι η Stora είχε αναλάβει τον έλεγχο των δύο αυτών επιχειρήσεων μόνον από τον Σεπτέμβριο του 1990, ενώ η σύμπραξη έληξε τον Απρίλιο του 1991, δεν είναι δυνατό να της επιβληθεί πρόστιμο υπολογιζόμενο με εφαρμογή στον κύκλο της εργασιών του 1990 του συντελεστή του 9 % που προβλέπεται για τους επί κεφαλής (ακόμη και αν το ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογήν του εν λόγω συντελεστή μειώθηκε στη συνέχεια κατά τα δύο τρίτα λόγω της συνεργασίας της αναιρεσείουσας).
84. Λόγω όλων αυτών των στοιχείων που πρέπει να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό του προστίμου που πρέπει τελικά να επιβληθεί στη Stora, η υπόθεση δεν είναι ώριμη προς έκδοση αποφάσεως και πρέπει να αναπεμφθεί στο ρωτοδικείο.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον υπολογισμό του προστίμου
85. Στις προτάσεις μου επί της αναιρέσεως που άσκησε η εταιρία Μο och Domsjö AB (C-283/98 P), εξήγησα γιατί ο λόγος αυτός, που προβάλλουν διάφορες αναιρεσείουσες, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο ως προς την επίπτωση επί του βαθμού σοβαρότητας της παραβάσεως από την έλλειψη αποδείξεως των προβαλλομένων αποτελεσμάτων της συμπαιγνίας επί των τιμών
86. Ο λόγος αυτός εξετάστηκε επίσης στις προτάσεις μου που αφορούν την προπαρατεθείσα υπόθεση Μο och Domsjö κατά Επιτροπής, όπου πρότεινα στο Δικαστήριο να τον απορρίψει.
Επί των δικαστικών εξόδων
87. Δυνάμει του άρθρου 121 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, το ρωτοδικείο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων όσον αφορά, αφενός, τις διαδικασίες ενώπιον του ρωτοδικείου και, αφετέρου, όσον αφορά τη διαδικασία της αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
ρόταση
88. Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την απόφαση του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998, T-354/94, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, καθόσον:
- καταλογίζει στη Stora την ευθύνη για τις παραβάσεις που διέπραξαν η μεν Kopparbergs Bergslags AB πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987, η δε Feldmühle και οι χαρτοποιίες Béghin-Corbehem πριν από τον Σεπτέμβριο του 1990·
- επιβεβαιώνει τον ρόλο της Stora Kopparbergs Bergslags AB ως «επί κεφαλής»·
- απορρίπτει το αίτημα μειώσεως του προστίμου που διατύπωσε η αναιρεσείουσα·
- καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα·
2) να απορρίψει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως·
3) να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του ρωτοδικείου.
Full & Egal Universal Law Academy