Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο της διαφοράς στην κύρια δίκη και το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα
1 Η εταιρία Hostelerνa Asturiana SA (στο εξής: Hoasa), εναγόμενη στην κύρια δίκη, είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Hotel de la Reconquista (στο εξής: ξενοδοχείο), εντός του οποίου εγκατέστησε σύστημα το οποίο χρησιμοποιεί για τη λήψη τηλεοπτικών προγραμμάτων μεταδιδομένων μέσω επιγείου δικτύου ή μέσω δορυφόρου και την εσωτερική διανομή τους στους πελάτες που διαμένουν στα δωμάτια του ξενοδοχείου. Το σήμα των λαμβανομένων προγραμμάτων ενισχύεται και μεταφέρεται μέσω ομοαξονικού καλωδίου στις τηλεοπτικές συσκευές που είναι εγκατεστημένες στα δωμάτια. Ωστόσο, της εσωτερικής διανομής των προγραμμάτων που λαμβάνονται μέσω δορυφόρου προηγείται μετατροπή των συχνοτήτων των σημάτων (μετάβαση από πολύ υψηλές συχνότητες σε άλλες χαμηλότερες), ώστε να είναι δυνατός ο συγχρονισμός των αντιστοίχων καναλιών στους δέκτες που τίθενται στη διάθεση των πελατών. Η Entidad de Gestiσn de Derechos de los Productores Audiovisuales (στο εξής: Egeda), ενάγουσα στην παρούσα διαδικασία, είναι φορέας διαχειρίσεως, αντιπροσωπεύσεως και προστασίας των συμφερόντων και δικαιωμάτων των παραγωγών οπτικοακουστικών έργων και εγγραφών. Θεωρώντας ότι η υπηρεσία διανομής των οπτικοακουστικών εγγραφών και λοιπών έργων που περιλαμβάνονται στα τηλεοπτικά προγράμματα που προσφέρονται στους πελάτες του ξενοδοχείου συνιστούσε παράβαση του κωδικοποιημένου νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας (1) (στο εξής: κωδικοποιημένος νόμος), η Egeda ζήτησε από το Juzgado de Primera Instancia e Instrucciσn n. 5 de Oviedo: i) να υποχρεώσει τη Hoasa να αναστείλει πάραυτα την παροχή της υπηρεσίας αυτής και να μην την επαναλάβει χωρίς τη ρητή άδεια της ενάγουσας, καθώς και ii) να υποχρεώσει την εναγόμενη να την αποζημιώσει σύμφωνα με το γενικό τιμολόγιο που εφαρμόζει η ενάγουσα και αναλόγως του αριθμού των διαμερισμάτων που ήταν κατειλημμένα από τους πελάτες του ξενοδοχείου κατά το (μη προσδιοριζόμενο στη διάταξη περί παραπομπής) χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσε η επίμαχη δραστηριότητα της εναγομένης.
2 Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η λύση της διαφοράς στην υπόθεση της κύριας δίκης εξαρτάται ουσιαστικά από το κατά πόσον η λήψη τηλεοπτικών σημάτων και η καλωδιακή διανομή τους στα δωμάτια μιας ξενοδοχειακής μονάδας όπως αυτή της εναγομένης συνιστά ή όχι πράξη παρουσιάσεως στο κοινό έργων που αποτελούν το αντικείμενο δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Το δικαίωμα παρουσιάσεως ενός έργου στο κοινό (communicaciσn pϊblica) αποτελεί μέρος των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως που ανήκουν αποκλειστικά στον δικαιούχο (βλ. άρθρο 17 του κωδικοποιημένου νόμου). Δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, ως παρουσίαση στο κοινό νοείται κάθε πράξη με την οποία ένα έργο καθίσταται προσιτό σε πλείονα πρόσωπα, χωρίς προηγούμενη διανομή αντιγράφων σε κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά· ωστόσο, η παρουσίαση έχει ιδιωτικό χαρακτήρα όταν λαμβάνει χώρα εντός καθαρώς ιδιωτικού χώρου, ο οποίος δεν είναι ενσωματωμένος σε κάποιο δίκτυο αναμεταδόσεως ή συνδεδεμένος με τέτοιο δίκτυο. Το άρθρο 122 - που περιέχεται στον τίτλο ΙΙΙ του βιβλίου ΙΙ (που αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας πλην του δικαιώματος του δημιουργού) του κωδικοποιημένου νόμου - προβλέπει, εξάλλου, ότι το δικαίωμα παροχής αδείας για την παρουσίαση οπτικοακουστικών εγγραφών στο κοινό ανήκει στον παραγωγό τους. Επιπλέον, οι χρήστες οπτικοακουστικών εγγραφών που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων παρουσιάσεως στο κοινό που αναφέρονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία f και g (βλ. κατωτέρω) οφείλουν να καταβάλλουν εύλογη κατ' αποκοπήν αμοιβή στους παραγωγούς των εν λόγω εγγραφών, καθώς και στους καλλιτέχνες που ερμηνεύουν ή εκτελούν τα έργα. Η άσκηση του δικαιώματος επί της αμοιβής αυτής ανατίθεται στους οργανισμούς διαχειρίσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. άρθρο 122, παράγραφος 3, του κωδικοποιημένου νόμου).
Οι διατάξεις που περιέχονται στο προμνησθέν άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία f και g, του κωδικοποιημένου νόμου διευκρινίζουν, στη συνέχεια, ότι πράξεις παρουσιάσεως στο κοινό αποτελούν ιδίως: i) η αναμετάδοση ενός ραδιοφωνικώς μεταδοθέντος έργου με ένα από τα μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία a έως e (2), που πραγματοποιείται από οργανισμό άλλον από αυτόν από τον οποίο προέρχεται (βλ. άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο f και ii) η εκπομπή ή μετάδοση ραδιοτηλεοπτικού έργου, σε χώρο ανοικτό στο κοινό, με κάθε κατάλληλο μέσο (βλ. άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο g). Όσον αφορά τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να μνημονευθεί, μεταξύ των μέσων αναμεταδόσεως στα οποία αναφέρεται το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο f, του κωδικοποιημένου νόμου, η καλωδιακή μετάδοση (βλ. προμνησθέν άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο e· βλ. επίσης ανωτέρω υποσημείωση 2).
3 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Ισπανός νομοθέτης επανέλαβε κατά λέξη στον κωδικοποιημένο νόμο (3) τους ορισμούς της «παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου» και της «καλωδιακής αναμεταδόσεως» που περιέχονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 2, στοιχείο αα, και 3 της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (4) (στο εξής: οδηγία). Το κρίσιμο για τις ανάγκες των παρουσών προτάσεων μέρος του άρθρου 1 της προμνησθείσας οδηγίας έχει ως εξής:
«(...)
2. α) Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "παρουσίαση στο κοινό μέσω δορυφόρου" νοείται η πράξη της εισαγωγής, υπό τον έλεγχο και με την ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, των σημάτων-φορέων προγραμμάτων που προορίζονται για λήψη από το κοινό σε μια αδιάκοπη αλληλουχία μετάδοσης προς το δορυφόρο και από εκεί προς το έδαφος.
(...)
3. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως "καλωδιακή αναμετάδοση" νοείται η χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές ταυτόχρονη αναμετάδοση, μέσω συστημάτων καλωδίων ή μικροκυμάτων και με σκοπό τη λήψη τους από το κοινό, αρχικής ενσύρματης ή ασύρματης, έστω και δορυφορικής μετάδοσης, από άλλο κράτος μέλος, τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων που προορίζονται για λήψη από το κοινό» (η υπογράμμιση δική μου).
4 Κατά συνέπεια, κατά το αιτούν δικαστήριο, αν η υπηρεσία την οποία παρέχει η Hoasa στους πελάτες της χαρακτηριζόταν ως αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών έργων, η εναγομένη - στο μέτρο που χρησιμοποιεί οπτικοακουστικές εγγραφές στο πλαίσιο δραστηριοτήτων παρουσιάσεως στο κοινό όπως αυτές που απαριθμούνται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχεία f και g, του κωδικοποιημένου νόμου - θα όφειλε να καταβάλει δίκαιη κατ' αποκοπήν αμοιβή στην Egeda, στο όνομα και για λογαριασμό των ενδιαφερομένων παραγωγών και ερμηνευτών ή εκτελεστών. Ως εκ τούτου, την 1η Ιουνίου 1998, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, και παράγραφος 3, της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ την έννοια ότι η εκ μέρους ξενοδοχειακής μονάδας λήψη τηλεοπτικών σημάτων μέσω δορυφόρου ή μέσω επιγείου δικτύου και η καλωδιακή διανομή τους στα διάφορα δωμάτια του ξενοδοχείου πρέπει να θεωρείται ως πράξη "παρουσιάσεως στο κοινό" ή ως "λήψη από το κοινό" (5);»
5 Συμπληρώνοντας την περιγραφή του νομοθετικού πλαισίου της υποθέσεως της κύριας δίκης, θα παρατηρήσω ότι, δυνάμει του άρθρου 5 του Πρωτοκόλλου 28, σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία, που προσαρτήθηκε στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο (6) (στο εξής: Πρωτόκολλο 28), το Βασίλειο της Ισπανίας ήταν υποχρεωμένο, όπως και τα λοιπά κράτη μέλη, να προσχωρήσει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 στη Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (Πράξη του Παρισιού της 24ης Ιουλίου 1971, όπως τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979, στο εξής: Σύμβαση) (7).
6 Το άρθρο 11α, παράγραφος 1, της Συμβάσεως - που αφορά (μεταξύ άλλων) τη μέσω καλωδίου (σύστημα καλωδιακής μεταδόσεως) ή ασύρματη ή μέσω μεγαφώνου ή κάθε άλλου αναλόγου μέσου παρουσίαση στο κοινό ραδιοτηλεοπτικού έργου - έχει ως εξής: «Οι δημιουργοί λογοτεχνικών ή καλλιτεχνικών έργων απολαύουν του αποκλειστικού δικαιώματος να επιτρέπουν: (...) 2_ οποιαδήποτε καλωδιακή ή ασύρματη παρουσίαση στο κοινό του ραδιοτηλεοπτικού έργου, όταν η παρουσίαση αυτή πραγματοποιείται από οργανισμό άλλον από αυτό από τον οποίο προέρχεται· 3_ την παρουσίαση του ραδιοτηλεοπτικού έργου στο κοινό μέσω μεγαφώνου ή κάθε άλλου αναλόγου μέσου μεταδόσεως σημάτων, ήχων ή εικόνων».
7 Όπως και οι άλλες ουσιαστικές διατάξεις της Συμβάσεως (πλην του άρθρου 6α, που αφορά το ηθικό δικαίωμα του δημιουργού), το προμνησθέν άρθρο 11α πρέπει να θεωρηθεί ως ενσωματωμένο στη Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (8) (στο εξής: Συμφωνία TRIPs), που αποτελεί το παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία ΠΟΕ), η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας, όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (9). Ο κύριος σκοπός της Συμφωνίας TRIPs συνίσταται στην ενίσχυση και εναρμόνιση, σε παγκόσμια κλίμακα, της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας. Προς τούτο, η Συμφωνία, αφενός, παραπέμπει στις ήδη ευρέως αποδεκτές σε διεθνές επίπεδο συμβάσεις (10)· αφετέρου, περιέχει ουσιαστικές διατάξεις σχετικές με ορισμένους τομείς της πνευματικής ιδιοκτησίας για τους οποίους οι συμβαλλόμενες χώρες θεώρησαν ότι υπήρχε άμεση ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας. Δυνάμει του άρθρου 9 της Συμφωνίας TRIPs - που περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 («Δικαιώματα δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα») του μέρους ΙΙ («Πρότυπα σχετικά με τη θεσμοθέτηση, την έκταση και τη χρήση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας»), και το οποίο υποχρεώνει τα κράτη του ΠΟΕ να προβλέψουν ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας -, «τα μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τα άρθρα 1 έως 21 της Σύμβασης της Βέρνης (1971), καθώς και το προσάρτημα της ίδιας Σύμβασης (...)».
ΙΙ - Επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης και παρατηρήσεις υποβληθείσες στο Δικαστήριο από τα «παρεμβαίνοντα» κράτη μέλη και από την Επιτροπή
8 Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Egeda επικαλείται, κυρίως, το απαράδεκτο του υπό κρίση προδικαστικού ερωτήματος. Ειδικότερα, παρατηρεί ότι δεν φαίνεται να πρόκειται για διασυνοριακή μετάδοση μέσω δορυφόρου ή για καλωδιακή αναμετάδοση προγραμμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη. Για τον λόγο αυτό, η κατάσταση των ενδιαφερομένων υποκειμένων δικαίου δεν εμφανίζει κανένα σύνδεσμο με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, επομένως, δεν μπορεί να συσχετισθεί με αυτό (11). Εξάλλου, κατά την Egeda, η περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν εμπίπτει, εν πάση περιπτώσει, στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, επομένως, η διαφορά της κύριας δίκης πρέπει να λυθεί με βάση αποκλειστικώς και μόνον τις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Επικουρικώς, η ενάγουσα προτείνει, στη συνέχεια, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι μια δραστηριότητα όπως η επίδικη συνιστά πράξη παρουσιάσεως στο κοινό υπό την έννοια της οδηγίας.
9 Η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επίσης υποστήριξαν ότι το ζήτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λυθεί κατ' εφαρμογήν των συναφών διατάξεων της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας (12), και τούτο στο μέτρο που ούτε οι διατάξεις που μνημονεύονται στη διάταξη περί παραπομπής ούτε κανένας άλλος κανόνας της οδηγίας (ή άλλων οδηγιών περί πνευματικής ιδιοκτησίας) επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα ζητούμενα στοιχεία ερμηνείας.
10 Η Hoasa υποστηρίζει ότι η υπηρεσία που παρέχει στην πελατεία του ξενοδοχείου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν από τους δύο ορισμούς που περιέχονται στο προδικαστικό ερώτημα. Κατά την εναγομένη, δεν γίνεται αντιληπτό πώς η ρύθμιση την οποία εισάγει η οδηγία στον τομέα της δορυφορικής παρουσιάσεως στο κοινό θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια όλως διαφορετική δραστηριότητα, όπως αυτή που συνίσταται στην απλή λήψη και εσωτερική διανομή σημάτων που μεταδίδονται από τρίτους. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται καμία διακοπή της μεταδόσεως μεταξύ του χρόνου της λήψεως των ραδιοτηλεοπτικών σημάτων από την παραβολική κεραία και του χρόνου της λήψεώς τους στα δωμάτια του ξενοδοχείου. Αφετέρου, όσον αφορά την έννοια «λήψη από το κοινό» στο πλαίσιο του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, η - περιεχόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1 (13) - αναφορά στις επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως καλωδιακών δικτύων ως φυσιολογικών ή απαραιτήτων συμβαλλομένων μερών στις συμφωνίες παροχής αδείας που συνάπτονται με τους κατόχους των δικαιωμάτων δημιουργού καταδεικνύει ότι η καλωδιακή αναμετάδοση προγραμμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη, η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από την οδηγία, πρέπει να πραγματοποιείται με κερδοσκοπικό σκοπό και να αποτελεί το αποκλειστικό ή κύριο αντικείμενο της επιχειρήσεως. Δεν πληροί τα κριτήρια αυτά η περίπτωση υπηρεσίας καθαρά εσωτερικής διανομής όπως η επίδικη, η οποία χρησιμοποιεί ένα «παθητικό» καλωδιακό σύστημα, δηλαδή σύστημα που επιτρέπει μόνο τη λήψη. Κατά τη Hoasa, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει, επομένως, αρνητική απάντηση.
11 Την άποψη αυτή συμμερίζεται και η Ισπανική Κυβέρνηση, κατά την οποία, όταν θεσπίστηκε η οδηγία, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε ως σκοπό την εξάλειψη των διαφορών που υπήρχαν προηγουμένως μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων σχετικά με τα δικαιώματα του δημιουργού και οι οποίες εξέθεταν τους κατόχους αυτών των δικαιωμάτων στον «κίνδυνο τα έργα τους να τύχουν εκμεταλλεύσεως χωρίς καταβολή αμοιβής» (βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη). Όμως, καίτοι η προσφορά, εκ μέρους ξενοδοχείου, τηλεοπτικών προγραμμάτων προερχομένων από την αλλοδαπή μπορεί να έχει επίπτωση στην τιμή των δωματίων - όπως και οι άλλες υπηρεσίες, όπως η παροχή τηλεφωνικής γραμμής, γραμμής φαξ, μινιμπάρ ή ατομικού λουτρού - αποκλείεται μια επιχείρηση που βρίσκεται στην κατάσταση της εναγομένης να ενεργεί αυτοτελείς πράξεις οικονομικής εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων του δημιουργού με κερδοσκοπικό σκοπό. Εξάλλου, οι πελάτες του ξενοδοχείου αποτελούν μέρους του κοινού στο οποίο απευθύνεται η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση του προστατευομένου έργου, εφόσον η μετάδοση αυτή έχει δεόντως επιτραπεί από τους ενδιαφερομένους κατόχους των δικαιωμάτων του δημιουργού. Οι δικαιούχοι αυτοί έχουν ήδη εισπράξει άπαξ τις αμοιβές που έκαστος εξ αυτών δικαιούται και οι οποίες κατά τα φαινόμενα καθορίζονται βάσει του αριθμού των δυνητικών τηλεθεατών του ραδιοτηλεοπτικού έργου στο σύνολο της ζώνης που καλύπτει ο δορυφόρος. Αφετέρου - υποστηρίζουν ακόμα οι ισπανικές αρχές - δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συντρέχει περίπτωση παρουσιάσεως προστατευομένων έργων στο κοινό αν οι αποδέκτες αποτελούν κλειστή και απομονωμένη ομάδα προσώπων σε σχέση προς το εξωτερικό (π.χ., διότι, όπως στην περίπτωση των πελατών ξενοδοχείου, συνδέονται με δεσμούς προσωπικής εμπιστοσύνης ή μπορούν να δημιουργήσουν αμοιβαίες σχέσεις), ακόμα και αν η ομάδα αυτή είναι πολυάριθμη.
12 Τέλος, κατά την Επιτροπή, αποκλείεται να συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση πράξεως «παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου» υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοχείο αα, της οδηγίας. Η Επιτροπή παρατηρεί, συναφώς, ότι - εφόσον γίνεται δεκτή η αρχή της προελεύσεως στην οποία στηρίζεται η οδηγία (βλ. κατωτέρω σημείο 14) - η διανομή των επιδίκων τηλεοπτικών προγραμμάτων στα δωμάτια του ξενοδοχείου, μετά τη λήψη τους μέσω δορυφόρου, συνεπάγεται διακοπή στην αλληλουχία της μεταδόσεως. Ωστόσο, η παροχή της επίδικης υπηρεσίας από την εναγομένη θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, εφόσον η εκ μέρους ξενοδοχειακής επιχειρήσεως λήψη ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων εκπεμπομένων από το εξωτερικό και η καλωδιακή εσωτερική διανομή τους συνιστά λήψη από το κοινό. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο υποχρεούται να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως σε ολόκληρη την Κοινότητα, βάσει ερμηνευτικής αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει στρεβλώσεις οφειλόμενες στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς. Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως, η οποία περιέχει πολυάριθμες αναφορές στην έννοια της «παρουσιάσεως στο κοινό», αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξεως από της ενάρξεως της ισχύος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΞ), στο μέτρο που, δυνάμει του άρθρου 5 του Πρωτοκόλλου 28, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν σωστά τη Σύμβαση. Ταυτοχρόνως, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την υποχρέωση να ερμηνεύεται η πρωτογενής και παράγωγη κοινοτική νομοθεσία υπό το φως του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Συνεπώς, η οδηγία θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να ερμηνεύεται υπό το φως των ουσιαστικών διατάξεων της Συμβάσεως, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι αυτή δεν έχει ακόμα «κοινοτικοποιηθεί». Κατά την Επιτροπή, η ενιαία ερμηνεία που ζητείται εν προκειμένω από το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί στην έννοια της «παρουσιάσεως της λήψεως ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής στο κοινό», όπως αυτή καθορίζεται στο γλωσσάριο του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων (14) καθώς και τον οδηγό της Συμβάσεως της Βέρνης (15), που δημοσιεύθηκαν από τον Διεθνή Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΔΟΠΙ, στο εξής: γλωσσάριο και οδηγός). Όμως, οι πελάτες-χρήστες των τηλεοπτικών συσκευών που είναι τοποθετημένες στα δωμάτια αποτελούν νέο κοινό σε σχέση προς αυτό (το ξενοδοχείο) το οποίο είχε αρχικά υπόψη του ο δημιουργός όταν παρέσχε την άδεια ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως του προστατευομένου έργου. Συνεπώς, στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι - σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, ερμηνευόμενο υπό το φως της Συμβάσεως - η εκ μέρους ξενοδοχείου καλωδιακή αναμετάδοση τηλεοπτικών σημάτων, που λαμβάνονται μέσω δορυφόρων ή καλωδιακώς, προς τα δωμάτια στα οποία διαμένουν οι πελάτες συνιστά όχι απλή λήψη προγραμμάτων, αλλά ανεξάρτητη πράξη αναμεταδόσεως στο κοινό, χάρη στην οποία το προστατευόμενο έργο παρουσιάζεται σε νέο κοινό και η οποία απαιτεί, επομένως, ανεξάρτητη άδεια εκ μέρους των κατόχων του δικαιώματος του δημιουργού.
ΙΙΙ - Νομική ανάλυση
13 Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί το βάσιμο των απόψεων της Επιτροπής. Η Επιτροπή επικαλείται, αφενός, το άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου 28 και, αφετέρου, τη νομολογία του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην υποχρέωση ερμηνείας του παραγώγου κοινοτικού δικαίου υπό το φως του διεθνούς δικαίου, εισηγούμενη στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις διατάξεις της οδηγίας στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο - ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 3 - κατά τρόπο όσο το δυνατόν περισσότερο σύμφωνο προς τις συναφείς ουσιαστικές διατάξεις της Συμβάσεως (βλ. ανωτέρω σημείο 12). Το γεγονός ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν μνημονεύει καν τη Σύμβαση δεν μπορεί, φυσικά, να εμποδίσει την ανάλυση την οποία προτείνω. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, όταν αποφαίνεται δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να λαμβάνει υπόψη του και τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου - επί των οποίων του εφιστά ενδεχομένως την προσοχή η Επιτροπή (16) - άλλες από αυτές που μνημονεύονται στα προδικαστικά ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, αλλά οι οποίες φαίνονται κρίσιμες για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης (17).
14 Η οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 47, παράγραφος 2, ΕΚ) και του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 55 ΕΚ) και αποσκοπεί στην εξάλειψη των εμποδίων για την πλήρη υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των τηλεοπτικών προγραμμάτων εντός της Κοινότητας, από πλευράς δικαιωμάτων του δημιουργού. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, ο κοινοτικός νομοθέτης περιορίστηκε να θεσπίσει τις ελάχιστες αναγκαίες διατάξεις, τις οποίες η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο θα επιθυμούσαν να περιλάβουν ήδη στην οδηγία για την «τηλεόραση χωρίς σύνορα» (18). Εξάλλου, η θέσπιση της οδηγίας δεν προδικάζει «την περαιτέρω εναρμόνιση στο πεδίο του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων» και, εν πάση περιπτώσει, δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών «να συμπληρώσουν τις γενικές διατάξεις που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας λαμβάνοντας νομοθετικά και διοικητικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο» (βλ. τριακοστή τρίτη, τριακοστή τέταρτη και τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη).
Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, - όπως συνάγεται από την παράγραφο 2, στοιχείο ββ, και τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας - συνίσταται κυρίως στην αποτροπή της σωρευτικής εφαρμογής δύο ή περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών σε μία πράξη δορυφορικής ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως έργων προστατευομένων από το δικαίωμα του δημιουργού. Προς άρση της νομικής αβεβαιότητας που υφίστατο τότε όσον αφορά την κτήση των δικαιωμάτων καθώς και του εμποδίου που προκύπτει από τη διασυνοριακή μετάδοση προγραμμάτων, το Συμβούλιο διαμόρφωσε την έννοια της παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου εντός της Κοινότητας (19). Εφόσον έχει διευκρινιστεί ότι η πράξη παρουσιάσεως θεωρείται ότι ενεργείται εντός του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα ραδιοτηλεοπτικά σήματα, σύμφωνα με το δίκαιο αυτού ακριβώς του κράτους αυτού έχει ο δημιουργός αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει με σύμβαση τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση του έργου (20). Κατά συνέπεια, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να εισαγάγουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους διατάξεις σχετικές με το δικαίωμα ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως μέσω δορυφόρου (βλ. άρθρο 2) (21).
Ωστόσο, η λύση που υιοθετήθηκε για την καλωδιακή αναμετάδοση είναι διαφορετική: όπως παρατήρησαν οι βρετανικές αρχές, η οδηγία δεν επιβάλλει την καθιέρωση αναλόγου αποκλειστικού δικαιώματος, αλλά εκκινεί από την αρχή ότι υφίστανται, στις εθνικές νομοθεσίες, άλλα δικαιώματα (δικαιώματα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα), τα οποία δεν είναι εναρμονισμένα ούτε καθορισμένα, και των οποίων τον σεβασμό οφείλουν να εξασφαλίζουν τα κράτη μέλη (βλ. άρθρο 8). Παρατηρώ κατά συνέπεια ότι, όσον αφορά τις παρούσες προτάσεις, το επίμαχο σημείο στην υπόθεση της κύριας δίκης - ήτοι ο καθορισμός του περιεχομένου του δικαιώματος ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως στο πλαίσιο της παρουσιάσεως στο κοινό μέσω καλωδίου ενός ήδη ραδιοτηλεοπτικώς μεταδοθέντος προστατευομένου έργου - παραμένει ξένο προς το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η οποία περιορίζεται στην καθιέρωση της αποκλειστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού υπό συλλογική μορφή (βλ. άρθρο 9).
15 Εφόσον η έκταση του συντονισμού τον οποίον επιχειρεί ο κοινοτικός νομοθέτης είναι προφανώς πολύ περιορισμένη, εξηγείται γιατί η οδηγία - καίτοι το άρθρο 1 (Ορισμοί) είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο για την διευκρίνιση της σημασίας ορισμένων θεμελιωδών όρων που χρησιμοποιούνται στη συνέχεια του νομοθετικού αυτού κειμένου, ενόψει της εφαρμογής των ουσιαστικών κανόνων που περιέχονται στην οδηγία («για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας») - δεν ορίζει τις έννοιες της «αναμεταδόσεως», του «καλωδιακού συστήματος», του «κοινού», της «παρουσιάσεως στο κοινό» και της «λήψεως από το κοινό» (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 5). Οι ορισμοί αυτοί απλώς δεν κρίθηκαν αναγκαίοι. Εν πάση περιπτώσει, ο ερμηνευτής μπορεί να τις συναγάγει από τις συναφείς διεθνείς συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης φυσικά της Συμβάσεως της Βέρνης, στο πλαίσιο της οποίας, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, διαμορφώθηκαν αρχικά πολλές από τις έννοιες που χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια από την οδηγία. Συμφωνώ, κατά συνέπεια, με την ενάγουσα και με τη Γερμανική και τη Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διαφορά αφορά τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (22), δεν είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Juzgado de Primera Instancia e Instrucciσn n. 5 de Oviedo βάσει της οδηγίας.
16 Προσθέτω ότι, για άλλο λόγο, δεν θα μπορούσα, εν πάση περιπτώσει, να συνταχθώ με την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η λύση του υπό κρίση προδικαστικού ζητήματος απαιτεί την ερμηνεία της οδηγίας υπό το φως της Συμβάσεως. Η νομολογία του Δικαστηρίου στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της αφορά μόνον τις διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Κοινότητα. Οι συμφωνίες αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξεως από της ενάρξεως της ισχύος τους και περιλαμβάνονται στις «πράξεις των οργάνων της Κοινότητας» υπό την έννοια του άρθρου 177, πρώτο εδάφιο, στοιχείο ββ, της Συνθήκης (23). Εξάλλου, οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στις συμφωνίες αυτές υπερισχύουν, ιεραρχικώς, του παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η υπεροχή των συναπτομένων από την Κοινότητα διεθνών συμφωνιών έναντι των διατάξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου απαιτεί η ερμηνεία των τελευταίων να συνάδει, στο μέτρο του δυνατού, προς τις εν λόγω συμφωνίες», όπως ακριβώς και, «όταν απαιτείται ερμηνεία ενός κειμένου του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, το κείμενο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις της Συνθήκης» (24). Θεωρώ, ωστόσο, ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί να ισχύσει για τις συμφωνίες που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και οι οποίες δεν δεσμεύουν την Κοινότητα, όπως η Σύμβαση (25).
17 Πάντως, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί, εν πάση περιπτώσει, η Σύμβαση να αποτελέσει τη βάση της απαντήσεως στο υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα την οποία καλείται το Δικαστήριο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Egeda και η Επιτροπή υποστήριξαν, βάσει διαφορετικών επιχειρημάτων, ότι η Σύμβαση έχει «κοινοτικοποιηθεί» και ότι, συνεπώς, το Δικαστήριο οφείλει να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεών της στο εσωτερικό της Κοινότητας. Ενώ η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου 28 (βλ. ανωτέρω σημείο 12) (26), η ενάγουσα επικαλέστηκε, έστω και τελείως παρεμπιπτόντως (27), τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Κοινότητα κατά την προσχώρησή της στη Συμφωνία TRIPs. Από τις δύο αυτές απόψεις, η τελευταία είναι εκείνη που μου φαίνεται περισσότερο πειστική. Πράγματι, αν το εξετάσουμε προσεκτικά, το άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου 28 επιβάλλει στα κράτη μέλη (καθώς και στα κράτη ΕΖΕΣ) (28) υποχρεώσεις συνιστάμενες στη θέσπιση κανόνων (προσχώρηση στη σύμβαση και προσαρμογή των εθνικών νομοθεσιών). Προφανώς, μόνον όταν τα κράτη θα έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές θα τεθούν οι αντίστοιχοι προς τις διατάξεις της Συμβάσεως κανόνες σε ισχύ στις εθνικές έννομες τάξεις. Τελείως διαφορετικό είναι, ωστόσο, να υποστηριχθεί ότι οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται προκειμένου να τεθούν οι διατάξεις αυτές της Συμβάσεως πλήρως και αμέσως σε ισχύ στην κοινοτική έννομη τάξη.
18 Θεωρώ την άποψη της Egeda περισσότερο πειστική. Κατά την ενάγουσα, οι διατάξεις της ίδιας της Συμβάσεως είναι ενσωματωμένες στη Συμφωνία TRIPs, έστω και μόνο όσον αφορά τα ζητήματα για τα οποία έχουν θεσπιστεί κοινοί κανόνες σε κοινοτικό επίπεδο (29). Κατά συνέπεια, η Κοινότητα, καίτοι δεν έχει τυπικώς προσχωρήσει στη Σύμβαση (και δεν μπορούσε να το πράξει· βλ. ανωτέρω υποσημείωση 28), υποχρεούται ωστόσο να τηρεί τα άρθρα 1 έως 21 της Συμβάσεως. Στην υπόθεση Hermθs, το Δικαστήριο απάντησε ήδη καταφατικώς στο ερώτημα κατά πόσον υφίσταται αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προς ερμηνεία της Συμφωνίας TRIPs, όσον αφορά το άρθρο 50. Υπενθυμίζω ότι επρόκειτο για μία από τις διατάξεις της συμφωνίας αυτής σχετική με τα «μέσα για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας», η οποία, κατά τις κυβερνήσεις που παρενέβησαν στο πλαίσιο της δίκης εκείνης, ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (30). Ανάλογη λύση φαίνεται να επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στην υπό κρίση περίπτωση. Πράγματι, η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης απαιτεί - αν υιοθετηθεί η λύση που μου φαίνεται προτιμητέα - την ερμηνεία κάποιας από τις ουσιαστικές διατάξεις της Συμβάσεως, η οποία έχει ενσωματωθεί στη Συμφωνία TRIPs μέσω τυπικής παραπομπής και η οποία έχει ως αντικείμενο την προστασία του δικαιώματος της παρουσιάσεως στο κοινό σε περίπτωση παρεπομένης χρησιμοποιήσεως έργων που μεταδίδονται ραδιοτηλεοπτικώς από άλλο κράτος μέλος. Η προστασία του δικαιώματος του δημιουργού είναι ένας τομέας στον οποίο η Κοινότητα έχει όντως ασκήσει την αρμοδιότητά της σε εσωτερικό επίπεδο (31). Φρονώ επίσης ότι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία όσον αφορά την αρμοδιότητα της Κοινότητας να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των διατάξεων της συμβάσεως στην οποία παραπέμπει το άρθρο 9 της Συμφωνίας TRIPs. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω εδώ τελικά δεν φαίνεται να αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρο 11α της Συμβάσεως, που έχει ενσωματωθεί στη Συμφωνία TRIPs δυνάμει του άρθρου 9 της συμφωνίας αυτής, έχει εφαρμογή τόσο σε καταστάσεις που ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο όσο και σε καταστάσεις που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή, «υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία της διατάξεως αυτής, ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί, προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις» (32).
19 Ούτως εχόντων των πραγμάτων, έχω επίγνωση ότι η δυνατότητα εφαρμογής της ερμηνείας του άρθρου 11α της Συμβάσεως που προτείνω στη νομική κατάσταση της ενάγουσας της κύριας δίκης - και, επομένως, η ίδια η εξουσία του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τον κανόνα αυτόν στο πλαίσιο της εξετάσεως του υπό κρίση προδικαστικού ερωτήματος - προϋποθέτει ότι το άρθρο 9 της Συμφωνίας TRIPs παράγει άμεσο αποτέλεσμα. Συναφώς, παρατηρώ - καίτοι το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί εδώ επί του ζητήματος του αμέσου αποτελέσματος του προμνησθέντος άρθρου 9, αλλά μόνον να λύσει το ζήτημα ερμηνείας που του έχει υποβάλει το ισπανικό δικαστήριο, προκειμένου να μπορέσει το τελευταίο να ερμηνεύσει τους συναφείς εθνικούς κανόνες υπό το φως των διατάξεων της Συμβάσεως, στις οποίες παραπέμπει η Συμφωνία TRIPs (33) - ότι η εν λόγω διάταξη διατυπώνει μια αρχή αρκετά σαφή και ανεπιφύλακτη ώστε να μπορεί να την εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο. Φαίνεται, συνεπώς, ικανή να ρυθμίσει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών (34), υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, αυτή η διαπίστωση δεν θα ανατραπεί από την εξέταση του αντικειμένου, της φύσεως και του όλου πλαισίου της συμφωνίας στην οποία εντάσσεται η εν λόγω διάταξη (35).
20 Περνώ, συνεπώς, στην ανάλυση του ζητήματος κατά πόσον η διανομή ραδιοτηλεοπτικών έργων στα δωμάτια ξενοδοχείου χάρη στις τηλεοπτικές συσκευές που είναι εγκατεστημένες στα δωμάτια αυτά μπορεί να χαρακτηριστεί ως πράξη απλής λήψεως ή ως εκπομπή (παρουσίαση στο κοινό) βάσει της Συμβάσεως. Προ παντός άλλου, προειδοποιώ ότι οι απαντήσεις που δίδονται στο πρόβλημα αυτό από τους εθνικούς νομοθέτες διαφέρουν μεταξύ τους· το ίδιο συμβαίνει και με τις νομολογιακές λύσεις, πολλές φορές και εντός μιας και της αυτής χώρας. Δεν αμφισβητείται ότι, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, επιβάλλεται η ανάθεση στο Δικαστήριο της ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων της συμβάσεως για το σύνολο της κοινοτικής έννομης τάξεως. Όμως, ένα χρήσιμο σημείο εκκινήσεως για την ερμηνεία του άρθρου 11α, παράγραφος 1, της Συμβάσεως (βλ. ανωτέρω σημείο 6) αποτελούν τα ερμηνευτικά κείμενα που έχει εκπονήσει ο ΔΟΠΙ (36). Όσον αφορά την επίδικη διάταξη, το γλωσσάριο ορίζει την έννοια της «παρουσιάσεως στο κοινό μιας λήψεως ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής» ως «τη χρησιμοποίηση ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών συσκευών (μεγάφωνα και δέκτες) εκτός ιδιωτικών χώρων, παρέχοντας πρόσβαση στο ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενο πρόγραμμα σε οποιονδήποτε βρίσκεται, για οποιαδήποτε αιτία, στον χώρο λήψεως. Οι δέκτες χρησιμοποιούνται συχνά εντός εστιατορίων, καταστημάτων και αναλόγων χώρων για την προσέλκυση του κοινού. Το δικαίωμα μεταδόσεως ή η δυνατότητα λήψεως των εκπομπών δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά το δικαίωμα παροχής στο κοινό προσβάσεως στα λαμβανόμενα μέσω του δέκτη προγράμματα. Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τα προγράμματα που λαμβάνονται μέσω καλωδίου. Οι απαραίτητες άδειες πρέπει, κατά κανόνα, να ζητούνται από τις εταιρίες δημιουργών ή τους άλλους οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση των δικαιωμάτων των δημιουργών» (37). Όπως παρατηρεί ο οδηγός, «αυτό που έχει σημασία για την εφαρμογή [του άρθρου 11α, παράγραφος 1, σημείο 2_] είναι το αν και υπό ποιες προϋποθέσεις παρεμβάλλεται ένας ενδιάμεσος στο επίπεδο της διανομής της εκπομπής και ενεργεί πράξη παρουσιάσεως στο κοινό (...). Τα κριτήρια που επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ μιας τέτοιας παρουσιάσεως και της απλής πράξεως λήψεως των εκπομπών που δεν υπόκειται στο καθεστώς του αποκλειστικού δικαιώματος του δημιουργού αφήνονται στην εκτίμηση των εθνικών νομοθεσιών» (38). Αφετέρου, στο πλαίσιο της Συμβάσεως, η άδεια ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως που χορηγείται σε ραδιοτηλεοπτικό φορέα δεν καλύπτει και τυχόν μεταγενέστερες χρήσεις του έργου από τρίτους - όπως η παρουσίαση στο κοινό ενός προγράμματος μεταδιδομένου με μεγάφωνο ή ανάλογο μέσο (εν προκειμένω τηλεοπτική συσκευή) -, ειδικότερα αν αυτές πραγματοποιούνται με κερδοσκοπικό σκοπό. Πράγματι, αυτή η μορφή παρουσιάσεως επιτρέπει την πρόσβαση σε ένα νέο κοινό, διαφορετικό από αυτό το οποίο είχε υπόψη του ο δημιουργός κατά τον χρόνο χορηγήσεως της άδειας για την αρχική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, την οποία παρέσχε στο πλαίσιο της ασκήσεως του αποκλειστικού του δικαιώματος. «Πράγματι, καίτοι, εξ ορισμού, η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση μπορεί να φθάσει σε απροσδιόριστο αριθμό ατόμων, ο δημιουργός, επιτρέποντας αυτόν τον τρόπο εκμεταλλεύσεως του έργου του, λαμβάνει υπόψη του μόνον τους άμεσους χρήστες· ήτοι τους κατόχους συσκευών λήψεως οι οποίοι, μεμονωμένα ή στο πλαίσιο του ιδιωτικού ή οικογενειακού τους περιβάλλοντος, λαμβάνουν τις εκπομπές. Από τη στιγμή που η λήψη αυτή γίνεται για να μεταδοθεί σε ακροατήριο μεγαλύτερης κλίμακας, και ενίοτε με κερδοσκοπικό σκοπό, ένα νέο τμήμα του κοινού αποκτά πρόσβαση στην ακρόαση [ή τη θέαση] του έργου, η δε παρουσίαση της εκπομπής μέσω μεγαφώνου (ή αναλόγου μέσου) δεν αποτελεί πλέον απλή λήψη αυτής καθαυτήν της εκπομπής, αλλά ανεξάρτητη πράξη με την οποία το εκπεμπόμενο έργο παρουσιάζεται σε ένα νέο κοινό. Η δημόσια αυτή λήψη ενεργοποιεί το αποκλειστικό δικαίωμα του δημιουργού να παράσχει σχετική άδεια» (39).
21 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, που περιέχονται στον οδηγό, θεωρώ ότι η διάταξη που έχει αφηρημένα εφαρμογή εν προκειμένω δεν είναι η διάταξη του σημείου 2_, αλλά η, ειδικής φύσεως, διάταξη του σημείου 3_ του άρθρου 11, παράγραφος 1 (40). Η διανομή του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένου έργου στους πελάτες του ξενοδοχείου καθίσταται, στην πραγματικότητα, τεχνικώς δυνατή από τη θέση, στη διάθεση των πελατών, τηλεοπτικών συσκευών εντός των δωματίων, ήτοι «συσκευών μεταδόσεως ήχων και εικόνων αναλόγων προς τα μεγάφωνα» (41). Ούτως εχόντων των πραγμάτων, παρατηρώ ότι η λύση που αρνείται την ανάγκη λήψεως ειδικής αδείας από τους δικαιούχους του δικαιώματος του δημιουργού στις περιπτώσεις όπως η επίδικη στηρίζεται, πρωτίστως, στην ιδέα ότι τα δωμάτια που καταλαμβάνουν οι πελάτες του ξενοδοχείου δεν αποτελούν χώρους ανοικτούς στο κοινό, τουλάχιστον υπό στενή έννοια (42). Όπως υποστήριξαν οι ισπανικές αρχές ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω σημείο 11), η καλωδιακή διανομή τηλεοπτικών σημάτων στις τηλεοπτικές συσκευές πρέπει εδώ να εξομοιωθεί προς πράξη παρουσιάσεως εντός καθαρώς ιδιωτικού χώρου και, συνεπώς, να χαρακτηριστεί ως απλή πράξη λήψεως και όχι εκπομπής. Επιπλέον, κατά τις ισπανικές αρχές, δεν πληρούται εν προκειμένω το κριτήριο της διευρύνσεως του κοινού στο οποίο παρέχεται πρόσβαση στο έργο, η οποία, σύμφωνα με τη Σύμβαση και όπως αφήνει να εννοηθεί ο οδηγός, προϋποθέτει την ύπαρξη πράξεως παρουσιάσεως στο κοινό που απαιτεί τη χορήγηση αδείας από τον δημιουργό, καθόσον - αν το ξενοδοχείο που ενεργεί τη διανομή των σημάτων που λαμβάνει στα δωμάτια βρίσκεται εντός της ζώνης που καλύπτει η αρχική εκπομπή - οι πελάτες τηλεθεατές θα μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να δουν την αρχική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση του έργου χρησιμοποιώντας δικούς τους δέκτες, αν, κατά τον χρόνο της παρουσιάσεως που πραγματοποιεί το ξενοδοχείο, βρίσκονταν στην ιδιωτική τους κατοικία. Τέλος, η ύπαρξη παρουσιάσεως στο κοινό πρέπει να αποκλειστεί και λόγω του ότι η πραγματική λήψη του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένου έργου εξαρτάται από μια ατομική πράξη του πελάτη (απαιτείται να θέσει σε λειτουργία την τηλεοπτική συσκευή και να συγχρονισθεί στον αρχικό πομπό) (43).
22 Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθόσον δεν συμβιβάζεται με μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαιώματος του δημιουργού: την αρχή σύμφωνα με την οποία ο κάτοχος του δικαιώματος αμείβεται όχι για την πραγματική απόλαυση του έργου, αλλά απλώς για τη νομική δυνατότητα αυτής της απολαύσεως. Ας σκεφθούμε, π.χ., την περίπτωση του εκδότη που υποχρεούται να καταβάλει στον συγγραφέα τις συμφωνημένες αμοιβές ανά πωλούμενο αντίτυπο ενός μυθιστορήματος, ανεξαρτήτως αν τα αντίτυπα αυτά θα διαβαστούν πράγματι από τους αγοραστές. Κατ' απολύτως ανάλογο τρόπο, ένα ξενοδοχείο που είναι υπεύθυνο για την εσωτερική καλωδιακή - ταυτόχρονη, πλήρη και μη αλλοιωμένη - διανομή μιας αρχικής εκπομπής μεταδιδομένης μέσω δορυφόρου δεν μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει στον δημιουργό την αμοιβή που δικαιούται, υποστηρίζοντας ότι οι δυνητικοί τηλεθεατές που έχουν πρόσβαση στις τηλεοπτικές συσκευές που είναι εγκατεστημένες στα δωμάτια δεν έχουν πράγματι παρακολουθήσει το ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενο έργο (44). Αφετέρου, είναι πρόδηλο - δεδομένου ότι η διανομή αυτή δεν αποτελεί απλό τεχνικό μέσο για την εξασφάλιση ή τη βελτίωση της λήψεως της αρχικής μεταδόσεως στην καλυπτόμενη ζώνη, όπως θα ήταν, π.χ., η εγκατάσταση και η χρησιμοποίηση ενισχυτικών μεταφορέων σημάτων - ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η Hoasa είναι το υποκείμενο δικαίου που ευθύνεται για τη δυνατότητα προσβάσεως στο προστατευόμενο έργο η οποία παρέχεται στους πελάτες του ξενοδοχείου. Αν δεν υπήρχε αυτή η παρεπόμενη χρησιμοποίηση από την εναγομένη, οι πελάτες - έστω και αν βρίσκονταν εντός της ζώνης εκπομπής του δορυφόρου - δεν θα είχαν μπορέσει να απολαύσουν αλλιώς το ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενο έργο. Συνεπώς, οι πελάτες αυτοί αποτελούν, υπό την έννοια αυτή, «νέο κοινό» σε σχέση προς το κοινό της αρχικής μεταδόσεως.
23 Αφετέρου, θεωρώ απαραίτητο να εξαιρέσω από το πεδίο της αναλύσεως μια προφανή αμφιβολία, την οποία συνεπάγεται ο ιδιωτικός χαρακτήρας της διανομής των αρχικών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Ασφαλώς, δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω ότι, από πλευράς προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων την οποία εγγυώνται τα συντάγματα όχι μόνον των κρατών μελών, αλλά και όλων των δημοκρατικών κρατών, ένα δωμάτιο ξενοδοχείου αποτελεί καθαρώς ιδιωτικό χώρο ενός προσώπου ή της οικογένειάς του. Ωστόσο, η γραμμή της νομικής οριοθετήσεως μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου δεν είναι αναγκαστικά η ίδια όταν πρόκειται για την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού (45). Δεν είναι τυχαίο το ότι το κριτήριο του ιδιωτικού ή του δημοσίου χαρακτήρα της κατοικίας φαίνεται ξένο όχι μόνο στο γράμμα, αλλά και στο πνεύμα του άρθρου 11α της Συμβάσεως, που απαιτεί άδεια του δημιουργού όχι μόνον για τις αναμεταδόσεις σε χώρους δημόσιους ή ανοικτούς στο κοινό, αλλά και για τις πράξεις παρουσιάσεως με τις οποίες το έργο καθίσταται προσιτό στο κοινό. Από την οπτική αυτή γωνία, δεν μπορεί να αναγνωριστεί επίσης ιδιαίτερο βάρος, από πλευράς χαρακτηρισμού μιας πράξεως ως παρουσιάσεως στο κοινό, στο υλικό στοιχείο της εννοίας του κοινού, το οποίο εκ παραδόσεως εντοπίζεται στην έλλειψη ειδικών προσωπικών σχέσεων μεταξύ των προσώπων που ανήκουν σε μια ομάδα ή μεταξύ των προσώπων αυτών και του διοργανωτή (46).
24 Ποιο είναι, λοιπόν, το κριτήριο που προτείνω στο Δικαστήριο να υιοθετήσει προς διάκριση, στον τομέα που μας απασχολεί, των δημοσίων παρουσιάσεων από τις μη δημόσιες; Κατά τη γνώμη μου, η Σύμβαση διατυπώνει την αρχή ότι απαιτείται άδεια του δημιουργού για όλες τις παρεπόμενες χρησιμοποιήσεις του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένου έργου που συνεπάγονται αυτοτελείς πράξεις οικονομικής εκμεταλλεύσεως, λόγω του κερδοσκοπικού σκοπού που επιδιώκει το υποκείμενο δικαίου που τις ενεργεί (47) καθώς και της οικονομικής σημασίας του νέου κοινού (βλ. ανωτέρω σημείο 22), δηλαδή του συνόλου των προσώπων στα οποία απευθύνεται κάθε πράξη παρουσιάσεως μέσω τηλεοπτικής συσκευής. Το κριτήριο που ανέφερα επιτρέπει, π.χ., να εξηγηθεί κατά τρόπο πειστικό γιατί δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παρουσίαση στο κοινό όταν ο άμεσος χρήστης της τηλεοπτικής συσκευής καθιστά το προστατευόμενο έργο προσιτό στον κύκλο των οικείων ή των φίλων του: στην περίπτωση αυτή, πρόκειται μάλλον για απλή θέση σε κοινή χρήση ορισμένων συσκευών λήψεως της αρχικής εκπομπής, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να επιδιώκει κερδοσκοπικό σκοπό, και όχι για εκ μέρους τρίτου παρεπόμενη χρησιμοποίηση του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένου έργου.
25 Οι ισπανικές αρχές δεν δέχονται ότι μια επιχείρηση που βρίσκεται στην κατάσταση της Hoasa επιδιώκει κερδοσκοπικό σκοπό όταν καθιστά τα ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενα έργα προσιτά στην πελατεία της. Τα επιχειρήματά τους δεν με πείθουν ωστόσο. Ακόμα και αν καμία αύξηση της τιμής (η οποία τυπικά αναφέρεται ως πρόσθετη επιβάρυνση ή ενσωματώνεται στο ποσό της όλης παροχής) δεν επιβάλλεται στους πελάτες για την υπηρεσία εσωτερικής διανομής των προγραμμάτων στα δωμάτια, είναι αναμφισβήτητο ότι η υπηρεσία αυτή παρέχει στο ξενοδοχείο που είναι υπεύθυνο για την παρεπόμενη χρησιμοποίηση ένα πλεονέκτημα ικανό να εκτιμηθεί από οικονομικής απόψεως, καθόσον επιτρέπει την προσέλκυση πελατείας. Από την κοινή πείρα συνάγεται ότι το αν η υπηρεσία καλωδιακής διανομής τηλεοπτικών προγραμμάτων περιλαμβάνεται στο φάσμα των υπηρεσιών που προσφέρει μια ξενοδοχειακή μονάδα στους πελάτες της, σε συνδυασμό με τον αριθμό των διανεμομένων καναλιών, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται συνήθως για την κατάταξη της ξενοδοχειακής μονάδας σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία της διοικητικής κλίμακας κατατάξεως, με τις συνέπειες που η κατάταξη αυτή συνεπάγεται για τις τιμές που είναι δυνατόν να εφαρμοστούν (48). Έτσι, τα ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενα έργα που ανήκουν σε τρίτον καθίστανται τελικώς σαφώς ένας από τους παράγοντες παραγωγής της συνολικής ξενοδοχειακής υπηρεσίας που προσφέρουν οι επιχειρήσεις όπως η εναγομένη.
26 Στην υπό κρίση περίπτωση, ίσως είναι το δεύτερο στοιχείο που μνημόνευσα (βλ. σημείο 24) εκείνο του οποίου η ύπαρξη είναι δυσκολότερο να αποδειχθεί. Πράγματι, μπορεί να αντιταχθεί ότι η οικονομική σημασία που αντιπροσωπεύουν οι πελάτες που διαμένουν στα δωμάτια του ξενοδοχείου είναι τόσο μικρή ώστε δεν μπορούν να αποτελούν «νέο κοινό» σε σχέση προς το κοινό της παρεπομένης μεταδόσεως. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί στη διανομή του ραδιοτηλεοπτικού έργου μέσω τηλεοπτικής συσκευής η οικονομική σημασία μιας ανεξάρτητης πράξεως παρουσιάσεως. Η τυπολατρική αυτή αντίληψη φαίνεται, ωστόσο, απηρχαιωμένη, ενόψει της ωθήσεως που έδωσαν οι πρόσφατες αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, οι οποίες εμπνέονται από τη θεωρία της «συμπτώσεως στον χώρο» (rδumliche Kumulation) (49). Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, είναι το σύνολο των πελατών που βρίσκονται σε ένα ξενοδοχείο σε μια ορισμένη στιγμή αυτό που πρέπει να χαρακτηριστεί ως «κοινό» υπό την έννοια και για τους σκοπούς των διατάξεων που αφορούν το δικαίωμα του δημιουργού (50). Με άλλες λέξεις, το γεγονός ότι δεν βρίσκονται στον ίδιο χώρο τα διάφορα υποκείμενα δικαίου τα οποία απαρτίζουν τον κύκλο των αποδεκτών, στους οποίους καθίσταται προσιτό το έργο από τον υπεύθυνο κάθε πράξεως παρεπομένης χρησιμοποιήσεως της εκπομπής, δεν αρκεί για να αναιρεθεί η οικονομική σημασία του νέου κοινού (έστω και δυνητικού, υπό την έννοια της απλής νομικής δυνατότητας· βλ. ανωτέρω σημείο 22).
27 Εφόσον το πρόσωπο που εκπέμπει αρχικά και το πρόσωπο που επιχειρεί την παρουσίαση ενός ραδιοτηλεοπτικώς ήδη μεταδοθέντος έργου μέσω τηλεοπτικής συσκευής ενεργούν διαφορετικές και ανεξάρτητες μεταξύ τους πράξεις οικονομικής εκμεταλλεύσεως, και οι όροι από τους οποίους εξαρτώνται οι απαιτήσεις των κατόχων δικαιώματος του δημιουργού σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές είναι απολύτως αυτόνομοι (51). Αυτό καταρρίπτει και το επιχείρημα ότι δεν είναι θεμιτή η εκ μέρους του δημιουργού απαίτηση διπλής αμοιβής για την «ίδια πράξη» ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως του προστατευομένου έργου (βλ. ανωτέρω σημείο 11). Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι, προς επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει την αρχή σύμφωνα με την οποία η διανομή από ξενοδοχειακή μονάδα στους πελάτες που διαμένουν στα δωμάτια, μέσω τηλεοπτικών συσκευών εγκατεστημένων σε κάθε δωμάτιο, ενός ραδιοτηλεοπτικού έργου μεταδιδομένου δορυφορικώς ή μέσω επιγείου δικτύου από πομπό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος συνιστά πράξη παρουσιάσεως στο κοινό η οποία, ως τοιαύτη, απαιτεί αυτοτελή άδεια εκ μέρους των κατόχων των δικαιωμάτων δημιουργού επί του προστατευομένου έργου.
Πρόταση
Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia e Instrucciσn n. 5 de Oviedo:
«1) Το κατά πόσον η λήψη, εκ μέρους ξενοδοχειακής μονάδας, προστατευομένων ραδιοτηλεοπτικών έργων μεταδιδομένων δορυφορικώς ή μέσω επιγείου δικτύου από πομπό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και η μεταγενέστερη καλωδιακή διανομή του σήματος των ληφθέντων προγραμμάτων στις τηλεοπτικές συσκευές που είναι εγκατεστημένες στα δωμάτια της ξενοδοχειακής αυτής μονάδας αποτελούν ή όχι πράξη παρουσιάσεως στο κοινό δεν μπορεί να λυθεί βάσει της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση.
2) Η λήψη, εκ μέρους ξενοδοχειακής μονάδας, προστατευομένων ραδιοτηλεοπτικών έργων μεταδιδομένων δορυφορικώς ή μέσω επιγείου δικτύου από πομπό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και η μεταγενέστερη καλωδιακή διανομή του σήματος των ληφθέντων προγραμμάτων στις τηλεοπτικές συσκευές που είναι εγκατεστημένες στα δωμάτια της ξενοδοχειακής αυτής μονάδας αποτελούν παρουσίαση στο κοινό, υπό την έννοια και για τους σκοπούς του άρθρου 11α της Συμβάσεως της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (Πράξη του Παρισιού της 24ης Ιουλίου 1971, όπως τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979), στην οποία παραπέμπει το άρθρο 9 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου.»
(1) - Βλ. Real Decreto Legislativo 1/1996, de 12 de abril, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley de Propiedad Intelectual, regularizando, aclarando y armonizando las disposiciones legales vigentes sobre la materia (BOE αριθ. 97 της 22ας Απριλίου 1996, σ. 14369).
(2) - Οι διατάξεις που περιέχονται στο άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία a έως e αφορούν αντιστοίχως: α) τις από σκηνής παραστάσεις, απαγγελίες, αναπτύξεις και δημόσιες εκτελέσεις θεατρικών, μουσικοθεατρικών, λογοτεχνικών ή μουσικών έργων, οι οποίες πραγματοποιούνται δι' οιουδήποτε μέσου ή συστήματος, β) την προβολή ή δημόσια παρουσίαση κινηματογραφικών ή άλλων οπτικοακουστικών έργων, γ) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση κάθε έργου ή τη μετάδοσή του με κάθε άλλο μέσο ασυρμάτου μεταδόσεως σημάτων, ήχων ή εικόνων, δ) τη ραδιοτηλεοπτική ή δορυφορική παρουσίαση ενός έργου στο κοινό, ή ε) την επ' αμοιβή ή δωρεάν ενσύρματη, καλωδιακή, μέσω οπτικών ινών ή κάθε άλλου αναλόγου μέσου μετάδοση ενός έργου στο κοινό.
(3) - Βλ., αντιστοίχως, άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία d και f.
(4) - ΕΕ L 248, σ. 15.
(5) - Παρατηρώ ότι η παραπομπή του υπό κρίση προδικαστικού ερωτήματος στην έννοια της «λήψεως από το κοινό» καθίσταται εναργέστερη με την ανάγνωση του ισπανικού κειμένου του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας [«(...)la retransmisiσn (...) por medio de cable o microondas para su recepciσn por el pϊblico, de emisiones primarias desde otro Estado miembro (...)»], καθώς και, π.χ., του γαλλικού κειμένου [«retransmission (...) pour la rιception par le public»] και του αγγλικού κειμένου [«retransmission (...) for reception by the public»]. Υπενθυμίζω ότι η εν λόγω φράση έχει μεταφραστεί στα ιταλικά ως εξής: «Ritrasmissione (...) destinata al publico» (η υπογράμμιση δική μου).
(6) - ΕΕ 1994, L 1, σ. 194.
(7) - Βλ. κατωτέρω υποσημείωση 26. Μόνο για την Ιρλανδία, το προμνησθέν άρθρο 5 καθόρισε την 1η Ιανουαρίου 1995 ως χρονικό σημείο λήξεως της προθεσμίας για την προσαρμογή της εσωτερικής της νομοθεσίας στις ουσιαστικές διατάξεις της Συμβάσεως. Όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση (στην οποία σήμερα έχουν προσχωρήσει συνολικά 140 χώρες) και, ειδκότερα, έχουν υπογράψει το κείμενο της Συμβάσεως που υιοθετήθηκε από την αναθεωρητική συνδιάσκεψη του Παρισιού. Μόνο το Βασίλειο του Βελγίου και η Ιρλανδία δεσμεύονται ακόμα από το προϋσχύσαν κείμενο που είχε υιοθετηθεί στις Βρυξέλλες (στις 26 Ιουνίου 1948). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι, ως εκ τούτου, είχε κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ) κατά των δύο αυτών κρατών μελών.
(8) - ΕΕ 1994, L 336, σ. 213.
(9) - Απόφαση σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) (ΕΕL 336, σ. 1). Δυνάμει του άρθρου 65 της Συμφωνίας TRIPs, «κανένα μέλος δεν υποχρεούται να εφαρμόσει τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας πριν από τη λήξη καθολικής περιόδου ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της στμφωνίας για τον ΠΟΕ». Δεδομένου ότι η Συμφωνία ΠΟΕ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, οι διατάξεις της Συμφωνίας TRIPs κατέστησαν δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη από 1ης Ιανουαρίου 1996. Υπενθυμίζω ότι η Συμφωνία ΠΟΕ έχει συναφθεί από την Κοινότητα και επικυρώθηκε από τα κράτη μέλη, χωρίς να κατατμηθούν μεταξύ τους οι αντίστοιχες υποχρεώσεις τους έναντι των λοιπών συμβαλλομένων μερών. Σύμφωνα με την αρχή της κοινής αρμοδιότητας, η οποία καθιερώθηκε με τη γνωμοδότηση 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994, σχετικά με την «αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών στον τομέα των υπηρεσιών και της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας» [που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 300, παράγραφος 6, ΕΚ), βλ. Συλλογή 1994, σ. Ι-5267, σκέψεις 54 έως 71 και 102 έως 105], τόσον η Κοινότητα όσο και τα κράτη μέλη προσχώρησαν στη Συμφωνία TRIPs. Στη γνωμοδότηση αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, μέχρι τότε, η αρμοδιότητα της Κοινότητας επί θεμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας είχε ασκηθεί μόνο περιθωριακά σε εσωτερικό επίπεδο, μέσω της θεσπίσεως κοινών κανόνων επί των οποίων μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις οι διεθνείς δεσμεύσεις. Συνεπώς, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι υπήρχε αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Αφετέρου, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο τομέας των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπίπτων στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, παρατηρώντας ότι η Κοινότητα έχει ασφαλώς αρμοδιότητα εναρμονίσεως των σχετικών με τα θέματα αυτά κανόνων, εφόσον αυτοί έχουν άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση και λειτουργία της κοινής αγοράς.
(10) - Βλ., π.χ., εκτός της Συμβάσεως της Βέρνης, τη Σύμβαση του Παρισιού για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (πράξη της Στοκχόλμης της 14ης Ιουλίου 1967, όπως τροποποιήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1979).
(11) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-60/91, Batista Morais (Συλλογή 1992, σ. Ι-2085), που αφορούσε τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών.
(12) - Οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τους κρίσιμους εθνικούς κανόνες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 11α της Συμβάσεως.
(13) - Βλ. επίσης την εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(14) - Βλ. Boytha G., WIPO Glossary of Terms of the Law of Copyright and Neighboring Rights - OMPI Glossaire du droit d'auteur et des droits voisins - OMPI Glosario de derecho de autor y derechos connexos, Γενεύη 1980.
(15) - Βλ. Masouyι C., Guide de la Convention de Berne pour la protection des oeuvres littιraires et artistiques (Acte de Paris, 1971), Γενεύη 1978.
(16) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, C-280/91, Viessmann (Συλλογή 1993, σ. Ι-971, σκέψη 15).
(17) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Φεβρουαρίου 1964, 73/63 και 74/63, Rotterdam και Putterschoek (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1017)· της 28ης Ιουνίου 1978, 70/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 455)· της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207), και της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-114/91, Claeys (Συλλογή 1992, σ. Ι-6559).
(18) - Οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 202, σ. 60). Η οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα επίσης θεσπίστηκε βάσει των άρθρων 57, παράγραφος 2, και 66 της Συνθήκης. Βλ. Erdozain Lσpez V. J. C., Las Retrasmisiones por Cable y el Concepto de Pϊblico en el Derecho de Αutor, Παμπλόνα 1997, σ. 321.
(19) - Όπως παρατηρεί ο Erdozain Lσpez, το ζήτημα της συνδέσεως της πράξεως ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ή της παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου με μια συγκεκριμένη έννομη τάξη αποτελεί ζήτημα μάλλον του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου παρά ζήτημα δικαιώματος του δημιουργού stricto sensu (βλ. υποσημείωση 18, σ. 330 και 331).
(20) - Βλ. άρθρα 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, 2 και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Από την αρχή στην οποία αναφέρεται το κείμενο προκύπτει ότι η οδηγία δεν υιοθέτησε τη λεγόμενη θεωρία Bogsch, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ενός προστατευομένου έργου πρέπει να κτώνται συνολικώς για το σύνολο των χωρών λήψεως (βλ. έβδομη αιτιολογική σκέψη).
(21) - Παρατήρησα ότι η «ελάχιστη εναρμόνιση» των ουσιαστικών διατάξεων για την προστασία των δικαιωμάτων των δημιουργών κατέστη αναγκαία λόγω της βασικής επιλογής στην οποία στηρίζεται η οδηγία και η οποία συνίσταται στην αποκλειστική εφαρμογή του δικαίου του κράτους όπου είναι εγκατεστημένος ο φορέας που εκπέμπει το πρόγραμμα. «Άλλως, θα μπορούσε ενδεχομένως (...) ορισμένοι να κάνουν "αντικανονική χρήση" της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών· ένας φορέας που εκπέμπει από κράτος όπου για τη δορυφορική μετάδοση δεν απαιτείται καμία άδεια, στο μέτρο που ισχύει σύστημα υποχρεωτικής παροχής αδείας, θα μπορεί να στέλνει το σήμα σε όλα τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στα οποία η μετάδοση θα έπρεπε, αντιθέτως, να επιτραπεί αποκλειστικά και μόνον από τον δημιουργό. Μια τέτοια κατάσταση, πέραν του ότι συνεπάγεται, για τους δημιουργούς, υπερβολικό περιορισμό των (ακόμα και περιουσιακών) δικαιωμάτων τους (...) θα προκαλούσε και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Θα ευνοούνται έτσι εκμπέποντες φορείς που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος που "προσφέρει" την ευνοϋκότερη γι' αυτούς νομοθεσία» [βλ. Mastroianni R., «La protezione dei diritti d'autore e dei diritti connessi nelle trasmissioni televisive via satellite e via cavo in Europa», στο Rapporto '93 sui problemi giuridici della radiotelevisione in Italia (Barile P. και Zaccaria R., ed.), Τορίνο 1994, σ. 363, ειδικότερα σ. 381 και 382].
(22) - Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον μηχανισμό συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνει το άρθρο 177 της Συνθήκης, το ζήτημα κατά πόσον τα κρίσιμα στοιχεία της επίδικης στην κύρια δίκη δραστηριότητας περιορίζονται ή όχι στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους εξαρτάται από πραγματικές διαπιστώσεις για τις οποίες αποκλειστικά αρμόδιο είναι το εθνικό δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve κ.λπ., Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 443, σκέψη 9).
(23) - Το Δικαστήριο είναι συνεπώς αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας των συμφωνιών αυτών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegemann, Συλλογή τόμος 1974, σ. 245, σκέψεις 3 έως 6· της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg, Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψεις 12 έως 14, και της 15ης Ιουνίου 1999, C-321/97, Andersson, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 26).
(24) - Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-3989, σκέψη 52). Βλ. επίσης απόφαση της 26ης Απριλίου 1972, 92/71, Interfood (Συλλογή 1972, σ. 231, σκέψη 6).
(25) - Ακόμα και στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο, κρίνοντας επί ζητημάτων ερμηνείας ή κύρους κοινοτικών κανόνων, παρέπεμψε σε διεθνείς συμβάσεις στις οποίες η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, στην πραγματικότητα βασίστηκε στις αρχές του εθιμικού διεθνούς δικαίου τις οποίες κωδικοποιούν οι συμβάσεις αυτές. Βλ. Puissochet J.-P., «La place du droit international dans la jurisprudence de la Cour de Justice des Communautιs europιennes», στο Scritti in onore di Giuseppe Federico Mancini, Μιλάνο 1998, τόμος ΙΙ, σ. 779.
(26) - Το άρθρο αυτό έχει την εξής διατύπωση:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προσχωρήσουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 στις εξής πολυμερείς συμβάσεις σχετικά με τη βιομηχανική, πνευματική και εμπορική ιδιοκτησία:
(...)
β) Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (Πράξη του Παρισιού, 1971)·
(...)
3. Από τη στιγμή που αρχίζει να ισχύει το παρόν πρωτόκολλο, τα συμβαλλόμενα μέρη προσαρμόζουν την εσωτερική τους νομοθεσία στις βασικές διατάξεις των συμβάσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, σημεία αα έως γγ. (...).»
(27) - Πράγματι, κατά την Egeda, η Σύμβαση δεν ασκεί, εν πάση περιπτώσει, επιρροή για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον καμία από τις διατάξεις που περιέχει δεν αναφέρεται στο επίδικο ζήτημα.
(28) - Καίτοι η Κοινότητα έχει τυπικώς προσχωρήσει στη Συμφωνία ΕΟΞ και οι υποχρεώσεις ενέργειας που προβλέπει το κείμενο αυτό αναφέρονται, κατά λέξη, στα «συμβαλλόμενα μέρη», δεν αφορούν αυτή καθαυτήν την Κοινότητα. Πράγματι, το άρθρο 2 της Συμφωνίας διευκρινίζει ότι ως «συμβαλλόμενα μέρη», στο πλαίσιο της Συμφωνίας, νοούνται σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, ως i) η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της ή ii) η Κοινότητα ή iii) τα κράτη μέλη της, αναλόγως του περιεχομένου και των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων, όπως αυτές προβλέπονται και ρυθμίζονται από τη Συνθήκη. Όμως, η Κοινότητα δεν μπορεί να προσχωρήσει στη σύμβαση: όπως και στις προηγούμενες εκδοχές της, η προμνησθείσα Πράξη του Παρισιού αναφέρεται αποκλειστικώς στις «χώρες της Ενώσεως» [πράγμα που πρέπει να εκληφθεί ως αναφορά στα κράτη: βλ. οδηγό (ανωτέρω υποσημείωση 15), σ. 8] και, συνεπώς, δεν φαίνεται να επιτρέπει την προσχώρηση διεθνών οργανισμών στη Σύμβαση. Βλ. επίσης την πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τη προσχώρηση των κρατών μελών στη Σύμβαση της Βέρνης, την οποία υπέβαλε κάποτε η Επιτροπή [COM(90) 582 τελικό· ΕΕ 1991, C 24, σ. 5] και την οποία στη συνέχεια απέσυρε διότι δεν εγκρίθηκε, λόγω την έκτακτης μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων την οποία απαιτούσε μια τέτοια απόφαση. Αφετέρου, πρέπει επίσης να αποκλειστεί, λογικώς και σημασιολογικώς, ότι η Κοινότητα μπορεί να είναι αποδέκτρια εντολής που να την υποχρεώνει να «προσαρμό[σει] την εσωτερική [της] νομοθεσία στις βασικές διατάξεις των συμβάσεων (...)».
(29) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 9. Βλ. R. Mastroianni, Diritto internazionale e diritto d'autore, Μιλάνο 1997, σ. 174 έως 177, καθώς και A. Bercovitz, «Copyright and Related Rights» στο Intellectual Property and International Trade: The TRIPS Agreement, επιμέλεια C. M. Correa και A. A. Yusuf, Λονδίνο 1998, σ. 148 και 149.
(30) - Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-53/96 (Συλλογή 1998, σ. Ι-3603, σκέψεις 22 έως 29). Το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει αρμοδιότητα, στηριζόμενο, αφενός, στο ότι το προμνησθέν άρθρο 50 επιβάλλει να έχουν οι δικαστικές αρχές των κρατών μελών τη δυνατότητα να διατάσσουν «προσωρινά μέτρα» για την προστασία των συμφερόντων των κατόχων δικαιωμάτων επί σήματος που παρέχονται από τη νομοθεσία των κρατών αυτών και, αφετέρου, στο ότι, δυνάμει του άρθρου 99 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της υπογραφής της Συμφωνίας ΠΟΕ, τα δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό σήμα μπορούν να προστατεύονται με τη θέσπιση «προσωρινών και συντηρητικών μέτρων». Όμως, μολονότι τα μέτρα στα οποία αναφέρεται η τελευταία αυτή διάταξη, καθώς και οι αντίστοιχοι διαδικαστικοί κανόνες, είναι τα προβλεπόμενα από την εθνική νομοθεσία του ενδιαφερομένου κράτους μέλους όσον αφορά το εθνικό σήμα, εφόσον η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία TRIPs, η δε συμφωνία αυτή αφορά το κοινοτικό σήμα, τα δικαστήρια στα οποία αναφέρεται το προμνησθέν άρθρο 99, όταν καλούνται να εφαρμόσουν εθνικούς κανόνες για τη λήψη προσωρινών μέτρων με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από κοινοτικό σήμα, υποχρεούνται να το πράττουν, στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του γράμματος και του σκοπού του άρθρου 50 της Συμφωνίας TRIPs. Υπενθυμίζω ότι, εξάλλου, στην υπόθεση εκείνη, ο γενικός εισαγγελέας G. Tesauro κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί όλων των διατάξεων της Συμφωνίας TRIPs, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται και, επομένως, εφαρμόζονται ομοιόμορφα. Ο γενικός εισαγγελέας υπενθύμισε: i) την αλληλεξάρτηση που μπορεί να υφίσταται μεταξύ των διατάξεων μιας και της αυτής συμφωνίας· ii) το συμφέρον της Κοινότητας να μην της αποδοθεί διεθνής ευθύνη για παραβάσεις διαπραχθείσες από ένα ή πλείονα κράτη μέλη· iii) την ανάγκη της τηρήσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων όχι μόνον κατά τη διαπραγμάτευση και σύναψη των συναφών συμφωνιών, αλλά και κατά την εφαρμογή τους· καθώς και iv) την εγγυητική λειτουργία που επιτελεί ο μηχανισμός δικαστικού ελέγχου που προβλέπει η Συνθήκη και ο οποίος προϋποθέτει την ταυτόχρονη συμβολή του κοινοτικού δικαστή και των εθνικών δικαστηρίων, καθόσον το κοινοτικό δικαιοδοτικό σύστημα εμφανίζεται προς τα έξω ως ενιαίο, καίτοι χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη ισχύ διατάξεων διαφορετικής προελεύσεως (διεθνών, κοινοτικών και εθνικών· βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην προμνησθείσα υπόθεση Hermθs, σημεία 20 και 21).
(31) - Υπενθυμίζεται ότι, εκτός από την οδηγία 93/83, η οποία αποτελεί το αντικείμενο του υπό κρίση προδικαστικού ερωτήματος, το Συμβούλιο έχει εκδώσει διάφορες οδηγίες σχετικά με τα δικαιώματα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα [βλ. οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ L 122, σ. 42)· οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας (ΕΕ L 346, σ. 61)· οδηγία 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, για την εναρμόνιση της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (ΕΕ L 290, σ. 9)]. Βλ. επίσης την οδηγία 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ L 77, σ. 20), καθώς και την τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εναρμόνιση ορισμένων θεμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία των πληροφοριών [COM(99) 250 τελικό· ΕΕ 1999, C 180, σ. 6]. Στην αίτηση εκδόσεως γνωμοδοτήσεως σχετικά με την αρμοδιότητα της Κοινότητας προς σύναψη διεθνών συμφωνιών στον τομέα των υπηρεσιών και της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. γνωμοδότηση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 9, Συλλογή 1994, σ. Ι-5333 έως Ι-5335), η Επιτροπή ανέφερε ότι όλες οι διατάξεις της Συμφωνίας TRIPs αντιστοιχούν, σε ενδοκοινοτικό επίπεδο, σε ορισμένες διατάξεις του παραγώγου κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, ότι οι προμνησθείσες οδηγίες αφορούν τους τομείς που διέπονται από τα άρθρα 10 έως 14 της εν λόγω συμφωνίας. Όπως παρατηρεί ο R. Mastroianni (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 29, σ. 175), «το Δικαστήριο, μνημονεύοντας, αποκλειστικά υπό τύπον παραδείγματος, ορισμένους τομείς που περιλαμβάνονται στη συμφωνία TRIPs και στους οποίους δεν έχει ακόμα ασκηθεί πλήρως η κοινοτική αρμοδιότητα, αναφέρθηκε [με τη γνωμοδότηση 1/94] στη μερική εναρμόνιση που έχει επιτευχθεί στον τομέα των σημάτων, των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, των σχεδίων και προτύπων και της προστασίας των εμπιστευτικών τεχνικών πληροφοριών· απέφυγε ωστόσο να αναφερθεί στο δικαίωμα του δημιουργού, τομέα στον οποίο, όπως εξάλλου απέδειξε διεξοδικά η Επιτροπή, η κοινοτική νομοθετική δράση είχε, ήδη τότε, επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα. Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον στους τομείς όπου έχει ήδη επιτευχθεί η εναρμόνιση, η Κοινότητα, μετέχοντας στη Συμφωνία TRIPs, ανέλαβε έναντι των τρίτων κρατών υποχρεώσεις ανεξάρτητες από αυτές που ανέλαβαν τα κράτη μέλη» (η υποσημείωση παραλείπεται).
(32) - Βλ. την απόφαση Hermθs (ανωτέρω υποσημείωση 30, σκέψη 32) η οποία αναφέρεται στο άρθρο 50 της Συμφωνίας TRIPs.
(33) - Βλ., όσον αφορά τη Συμφωνία TRIPs, την προμνησθείσα απόφαση Hermθs (ανωτέρω υποσημείωση 30, σκέψη 35).
(34) - Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια διάταξη συμφωνίας συναφθείσας από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ως έχουσα άμεση εφαρμογή όταν, ενόψει των όρων της καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση η οποία δεν εξαρτάται, ως προς την εκτέλεση ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση καμιάς μεταγενέστερης πράξεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel, Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 14· της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber, Συλλογή 1991, σ. Ι-199, σκέψη 15· της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/96, Racke, Συλλογή 1998, σ. Ι-3655, σκέψη 31, και της 4ης Μαου 1999, C-262/96, Sόrόl, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 60). Το άρθρο 9 της Συμφωνίας TRIPs επιβάλλει στα μέλη του ΠΟΕ - με σαφή, συγκεκριμένη και επιτακτική διατύπωση - να εφαρμόζουν, στις εσωτερικές έννομες τάξεις τους, τις ουσιαστικές διατάξεις της Συμβάσεως, οι οποίες περιλαμβάνονται στα άρθρα 1 έως 21 και στο παράρτημα. Η διάταξη αυτή προβλέπει, έτσι, συγκεκριμένη υποχρέωση αποτελέσματος και, ως εκ της φύσεώς της, μπορούν να την επικαλούνται οι διοικούμενοι ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών χωρίς να απαιτείται προς τούτο να έχουν θεσπιστεί συμπληρωματικά εκτελεστικά μέτρα. Περιττεύει να παρατηρηθεί ότι το ζήτημα αν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 11α της Συμβάσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν τίθεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα αιτήματα της ενάγουσας στηρίζονται στις συναφείς διατάξεις της ισπανικής νομοθεσίας. Η επίκληση του προμνησθέντος άρθρου 11α γίνεται απλώς για να τονισθεί η κοινοτική παράμετρος του ζητήματος της ερμηνείας της εννοίας της παρουσιάσεως στο κοινό, η οποία περιέχεται στον εσωτερικό κανόνα δικαίου, και όχι προς τον σκοπό της άμεσης προστασίας των δικαιωμάτων που υποτίθεται ότι οι ιδιώτες αντλούν απευθείας από τη Σύμβαση.
(35) - Υπενθυμίζω ότι οι γενικοί εισαγγελείς Γ. Κοσμάς και G. Tesauro εξέφρασαν διαφορετική γνώμη ως προς το άμεσο αποτέλεσμα της Συμφωνίας ΠΟΕ. Κατά τον πρώτο, οι διατάξεις της συμφωνίας αυτής - και ειδικότερα εκείνες που αφορούν τις δυνατότητες παρεκκλίσεως και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση εξαιρετικών δυσκολιών καθώς και οι διατάξεις που αναφέρονται στη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών - εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μεγάλη χαλαρότητα, πράγμα το οποίο δεν επιτρέπει να τους αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα [βλ. προτάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-183/95, Affish (απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, Συλλογή 1997, σ. Ι-4315, σημείο 119 των προτάσεων)]. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση Hermθs, ο γενικός εισαγγελέας G Tesauro υποστήριξε, αντιθέτως, ότι οι αλλαγές που συνόδευσαν τη μετάβαση από τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) στον ΠΟΕ - ειδικότερα εκείνες που έχουν σχέση με την έκταση εφαρμογής και το περιεχόμενο του συστήματος (αναστροφή της σχέσεως μεταξύ κανόνων και εξαιρέσεων), καθώς και με τη φύση και την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού διευθετήσεως των διαφορών (από πλευράς επιτακτικότητας των αποτελεσμάτων του) - είναι ικανές να δικαιολογήσουν ερμηνεία η οποία, αντίθετα προς ό,τι συνέβαινε με τη ΓΣΔΕ, να αναγνωρίζει το άμεσο αποτέλεσμα της Συμφωνίας ΠΟΕ και της Συμφωνίας TRIPs, και τούτο λαμβανομένου υπόψη και του ότι το Δικαστήριο, από πολλού χρόνου, έχει δεχθεί το άμεσο αποτέλεσμα άλλων συμφωνιών που έχουν συναφθεί από την Κοινότητα και οι οποίες εμφανίζουν χαρακτηριστικά ουσιαστικά ανάλογα, από πλευράς χαλαρότητας και πνεύματος συμβιβαστικής διευθετήσεως των διαφορών, με εκείνα του ΠΟΕ (βλ. προτάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1997 στην προμνησθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 30 υπόθεση Hermθs, σημεία 26 έως 30 των προτάσεων).
(36) - Βλ. Ricketson S., The Berne Convention for the Protection of Literary and Artistic Works: 1886-1986, Λονδίνο 1987, σ. 140.
(37) - Βλ. Boytha (ανωτέρω υποσημείωση 14), σ. 44.
(38) - Βλ. Masouyι (ανωτέρω υποσημείωση 15), σ. 79 και 80.
(39) - Όπ. αν.
(40) - Όπως παρατηρεί ο V. J. C. Erdozain Lopez (ανωτέρω υποσημείωση 18, σ. 210), η αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το σημείο 3_ του κανόνος που παρατίθεται στο κείμενο είναι περιττό, καθόσον, σε περίπτωση παρουσιάσεως στο κοινό μέσω μεγαφώνου ή αναλόγου μέσου, υφίσταται, εξ ορισμού, παρέμβαση φορέα άλλου από αυτόν από τον οποίο προέρχεται η εκπομπή.
(41) - Δεν θεωρώ, αντιθέτως, ότι, προς αποκλεισμό της δυνατότητας εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 11, παράγραφος 1, σημείο 2_, της Συμβάσεως, έχει καθοριστική σημασία το γεγονός ότι στην εναγομένη δεν έχει χορηγηθεί διοικητική παραχώρηση ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων ή ότι η εναγομένη δεν διαχειρίζεται επιχείρηση καλωδιακής διανομής. Πράγματι, η προϋπόθεση αυτή δεν προβλέπεται από τη Σύμβαση, η οποία απαιτεί απλώς να υπάρχει ενέργεια δημοσίας παρουσιάσεως του ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένου προστατευομένου έργου από τρίτο οργανισμό ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ του φορέα που πραγματοποιεί την αρχική μετάδοση και του κοινού. Βλ. Hoge Raad der Nederlanden, απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1993, Centraal Antennesysteem Pastor Schelstraeteweg κατά Vereniging BUMA (Eur. Comm. Cases, 1995, σ. 537, και Revue internationale du droit d'auteur, 1994, τεύχος 162, σ. 404), σύμφωνα με το οποίο μια ένωση ιδιοκτητών ή μισθωτών που διαχειρίζεται μια εγκατάσταση επιτρέπουσα τη λήψη, μέσω ερτζιανών κυμάτων, ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων και την καλωδιακή διανομή τους στους συνδρομητές εμπίπτει στο ratione personae πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 1, σημείο 2_, της Συμβάσεως, ανεξαρτήτως της εκτάσεως του καλωδιακού δικτύου που χρησιμοποιείται προς τούτο, καθώς και της φύσεως, του αντικειμένου και της δομής της οργανώσεως του φορέα που είναι επιφορτισμένος με τη διαχείρισή του.
(42) - Όπως παρατηρεί ο V. J. C. Erdozain Lopez (ανωτέρω υποσημείωση 18, σ. 419, υποσημείωση 185), φαίνεται, αντιθέτως, ότι μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι τα δωμάτια αποτελούν χώρους ανοικτούς στο κοινό υπό ευρεία έννοια, αν ερμηνευθεί η δυνατότητα προσβάσεως του κοινού στα δωμάτια του ξενοδοχείου όχι υπό συγκεκριμένες περιστάσεις (στην περίπτωση που ένα πρόσωπο έχει ήδη μισθώσει δωμάτιο και βρίσκεται μέσα σ' αυτό), αλλά αφηρημένα, δηλαδή ως δυνατότητα προσφερόμενη σε κάθε ενδιαφερόμενο, ανά πάσα στιγμή, να καταλάβει το εν λόγω δωμάτιο, αποκλειομένου έτσι κάθε άλλου προσώπου.
(43) - Το τελευταίο αυτό κριτήριο έγινε (μεταξύ άλλων) πρόσφατα δεκτό από το Oberster Gerichtshof της Αυστρίας (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, αριθ. 146, GACM κατά Franz Stoisser Gesellschaft & Co) προς διάκριση της διανομής μέσω τηλεοπτικής συσκευής στους κοινούς χώρους του ξενοδοχείου από τη διανομή που πραγματοποιείται στα δωμάτια και προκειμένου να περιοριστεί μόνο στην πρώτη περίπτωση ο χαρακτηρισμός «παρουσίαση στο κοινό».
(44) - Βλ. Cour d'appel de Paris, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1995, Cable News Network κατά Novotel (Revue internationale de droit d'auteur, 1996, αριθ. 167, σ. 277, και Eur. Comm. Cases, 1996, σ. 370)· καθώς και Erdozain Lσpez (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 18, σ. 155).
(45) - Βλ. Juzgado de Primera Instancia n. 26 de Madrid, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, αριθ. 627, Egeda κατά CIGA Internacional Hotels Corporation.
(46) - Βλ. Erdozain Lσpez (ανωτέρω υποσημείωση 18), σ. 196 και 420.
(47) - Κατά τον S. Abada (βλ. «La transmission par satellite et la distribution par cβble et le droit d'auteur» στο Droit d'auteur, 1989, σ. 307 και ειδικότερα σ. 310 και 311), επίσης το κριτήριο του κερδοσκοπικού σκοπού είναι εκείνο που χρησιμεύει προς διάκριση των πράξεων εκπομπής από τις πράξεις απλής λήψεως του ραδιοτηλεοπτικώς ήδη μεταδοθέντος έργου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον οδηγό (βλ. ανωτέρω σημείο 20), πρέπει να δίδεται σημασία στο κριτήριο της υπάρξεως κερδοσκοπικού σκοπού για την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 11α, παράγραφος 1, σημείο 3, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή κάλυπτε, αρχικά, ουσιαστικά τις δημόσιες παρουσιάσεις που πραγματοποιούνταν στα μπαρ, στα εστιατόρια, στους σιδηροδρομικούς συρμούς και στα καταστήματα, ακριβώς για την προσέλκυση πελατείας.
(48) - Βλ. απόφαση του Oberster Gerichtshof της Αυστρίας της 16ης Ιουνίου 1998 (που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 43).
(49) - Βλ. G. Schricker, «Videovorfόhrungen in Hotels in urheberrechtlicher Sicht», στο Festschrift fόr Walter Oppenhoff zum 80. Geburstag, 1985, σ. 367, ειδικότερα σ. 370 και 375.
(50) - Βλ. γαλλικό Cour de Cassation, απόφαση της 6ης Απριλίου 1994, Cable News Network κατά Novotel Paris-Les Halles (στο Eur. Comm. Cases, σ. 530)· cour d'appel de Paris, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1995 (ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 44), και Audiencia Provincial de Barcelona, απόφαση της 20ής Μαου 1996 (που παρατίθεται από τον Erdozain Lσpez, υποσημείωση 18, σ. 414, υποσημείωση 169)· επίσης, όσον αφορά την ταυτόχρονη αναμετάδοση ηχητικών ραδιοφωνικών έργων στα δωμάτια νοσοκομείου χάρη σε συσκευές μεταδόσεως εφοδιασμένες με ακουστικά, Bundesgerichtshof, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1994, GEMA κατά Hτpital L. της Α. (Revue internationale du droit d'auteur, 1995, αριθ. 165, σ. 302). Σε μια κάπως διαφορετική αντίληψη στηρίζεται η νομολογία που ερμηνεύει την έννοια της παρουσιάσεως στο κοινό από χρονικής πλευράς, και η οποία θεωρεί ότι η διαδοχική παρουσία διαφορετικών πελατών στα δωμάτια μπορεί να πληροί την προϋπόθεση ότι το ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδόμενο έργο πρέπει να είναι προσιτό σε μια πλειάδα προσώπων [πράγμα το οποίο καλείται «χρονική σύμπτωση» (Zeitliche Kumulation)]. Έτσι, η έννοια του παρόντος κοινού αντικαθίσταται από την έννοια του διαδοχικού κοινού: βλ. M. Walter, «Die Hotel-video-Systeme aus urheberrechticher Sicht», στο Medien und Recht, 1984, Archiv 9· καθώς και Tribunal Supremo της Ισπανίας, απόφαση της 11ης Μαρτίου 1996, Hotel Blanco don Juan κατά SGAE (RJ, 1996, 2413) και, πλέον πρόσφατα, Juzgado de Primera Instancia n_ 5 de Santender, απόφαση της 31ης Ιουλίου 1998, n_ 308, Egeda κατά Hotel Real. Σύμφωνα με τον Erdozain Lσpez, η χωροχρονική διάσταση της εννοίας του κοινού - της οποίας προηγούμενο αποτελεί ένα νομοθέτημα υψίστου κύρους, ο Copyright Act των Ηνωμένων Πολιτειών του 1976, το άρθρο 101 του οποίου περιλαμβάνει στην έννοια της «δημοσίας εκτελέσεως ή παρουσιάσεως ενός έργου» την παρουσίαση του εκτελουμένου ή παρουσιαζομένου έργου στο κοινό, ανεξαρτήτως του αν τα μέλη του κοινού που μπορούν να απολαύσουν το έργο το πράττουν στον ίδιο χώρο ή σε διαφορετικούς χώρους και ταυτοχρόνως ή σε διαδοχικά χρονικά σημεία [«(...) To Perform or display a work "publicly" means - (...) (2) to transmit or otherwise communicate a performance or display of the work to a place [open to the public or at any place where a substantial number of persons outside of a normal circle of a family and its social acquaintances is gathered] to the public, by means of any device or process, wether the members of the public capable of receiving the performance or display receive it in the same place or in separate places and at the same time or at different times (...)»] δεν είναι άλλο από ένα νομικό τυπικό μέσο εφαρμογής της ιδέας του «σχετικού κοινού από οικονομικής απόψεως» (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 18, σ. 419).
(51) - Βλ. Tribunal Supremo της Ισπανίας, απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993, SGAE κατά Olmos Fernandez (RJ, 1993, 6164), που αφορούσε περίπτωση δημοσίας παρουσιάσεως ραδιοτηλεοπτικώς μεταδιδομένων έργων σε μπαρ. Βλ. αντίθετη άποψη στην προμνησθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 43 απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, σύμφωνα με την οποία η καλωδιακή διανομή προγράμματος στα δωμάτια ξενοδοχείου συνιστά χρησιμοποίηση μιας αρχικής μεταδόσεως σύμφωνη προς το προορισμό της.
Full & Egal Universal Law Academy