Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 29 Ιουλίου 1998, η εταιρία Metsä-Serla Oyj, πρώην Metsä-Serla Oy, και τρεις άλλες φινλανδικές εταιρίες παρασκευής χαρτονιού άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 14ης Μα_ου 1998, Metsä Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), ζητώντας να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.
2. Με την απόφαση 94/601/EΚ της 13ης Ιουλίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/C/33.833 - Χαρτόνι) (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής), η Επιτροπή επέβαλε σε 19 κατασκευαστές προμηθευτές χαρτονιού στην κοινοτική αγορά πρόστιμα για παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ).
3. Μεταξύ των προστίμων που επιβλήθηκαν σε διάφορες επιχειρήσεις περιλαμβάνεται το πρόστιμο που αφορά τις αναιρεσείουσες, το οποίο καθορίζεται στο άρθρο 3 της αποφάσεως ως εξής:
«Finnboard - the Finnish Board Mills Association, πρόστιμο 20 000 000 ECU, για το οποίο η Oy Kyro AB είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη με τη Finnboard για το ποσό των 3 000 000 ECU, η Metsä-Serla Oy για το ποσό των 7 000 000 ECU, η Tampella Corp. για το ποσό των 5 000 000 ECU και η United Paper Mills Ltd για το ποσό των 5 000 000 ECU.»
4. Όλες οι προαναφερθείσες εταιρίες ήταν αποδέκτριες της αποφάσεως.
5. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το ρωτοδικείο εξέθεσε την κατάσταση των αναιρεσειουσών εταιριών ως εξής:
«9 Οι προσφεύγουσες, αποδέκτριες της αποφάσεως, είναι φινλανδικές εταιρίες κατασκευής χαρτονιού. Εμπορεύονται τα προϊόντα τους εντός της Κοινότητας, καθώς και σε άλλες αγορές, μέσω της Finnish Board Mills Association - Finnboard (στο εξής: Finnboard). Η Finnboard είναι επαγγελματική ένωση φινλανδικού δικαίου, η οποία, το 1991, είχε έξι εταιρίες μέλη, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες.
10 Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 174 της αποφάσεως, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο στη Finnboard, διότι αυτή ήταν που είχε μετάσχει ενεργά και άμεσα στη σύμπραξη, και όχι οι εταιρίες μέλη της. Εθεώρησε όμως τις προσφεύγουσες εταιρίες ως ευθυνόμενες αλληλεγγύως με τη Finnboard για την πληρωμή του μέρους του προστίμου που αντιστοιχούσε κατά προσέγγιση προς τις πωλήσεις χαρτονιού τις οποίες είχε πραγματοποιήσει για λογαριασμό καθεμιάς τους η Finnboard.»
6. Στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησαν στις 14 Οκτωβρίου 1994 ενώπιον του ρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ένα μόνο λόγο. Υποστήριξαν, κατ' ουσίαν, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης , δεν εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση επιβάλλουσα σε μια επιχείρηση την υποχρέωση να καταβάλει πρόστιμο στο οποίο έχει καταδικαστεί μια άλλη επιχείρηση. Η διάταξη αυτή επιτρέπει απλώς να επιβληθούν πρόστιμα στις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν οι ίδιες διαπράξει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Όμως, η Επιτροπή έκρινε ότι υφίσταται ευθύνη για πράξεις άλλου, πράγμα που αποτελεί έννοια διαφορετική από την ευθύνη για ίδιες πράξεις.
7. Οι αναιρεσείουσες αρνούνται επίσης ότι η Επιτροπή ορθώς τις θεώρησε εις ολόκληρον ευθυνόμενες για την καταβολή του προστίμου αποδεικνύοντας την ύπαρξη μιας οικονομικής ενότητας και ότι καλώς ισχυρίστηκε ότι η Finnboard ενήργησε «ως alter ego και προς το συμφέρον» των αναιρεσειουσών.
8. Ως προς τη λεπτομερή έκθεση των αιτιάσεων που διατυπώνουν οι αναιρεσείουσες και τους λόγους για τους οποίους το ρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές τους, μπορώ να αναφερθώ στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Στο πλαίσιο της διατυπώσεως της γνώμης μου θα παραθέσω μόνο τα χωρία στα οποία αναφέρεται η αίτηση αναιρέσεως.
9. Στην αίτησή τους αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
«να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εξέδωσε το ρωτοδικείο στις 14 Μα_ου 1998 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ-339/94, Τ-340/94, Τ-341/94 και Τ-342/94, Metsä-Serla, UPM, Tampella και Kyro κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να εκδώσει οριστική απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) ακυρώνει την απόφαση που εξέδωσε στις 13 Ιουλίου 1994 η καθής, η οποία κοινοποιήθηκε στις αναιρεσείουσες στις 8 Αυγούστου 1994 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 19 Σεπτεμβρίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης (IV/C/33.833 - Χαρτόνι), καθόσον η απόφαση αυτή αφορά τις αναιρεσείουσες, και
2) καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.»
10. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.»
Εξάλλου, εμμένει στα αιτήματα που διατύπωσε πρωτοδίκως.
ροκαταρκτική παρατήρηση
11. Η Επιτροπή διαπιστώνει, εκ προοιμίου, ότι με εξαίρεση την περίπτωση της Kyro Oyj Abp, τα αποσπάσματα από το μητρώο εμπορικών εταιριών προσκομίστηκαν μόνο σε μετάφραση, ότι το πληρεξούσιο έγγραφο της Kyro Oyj Abp φέρει, μεταξύ άλλων υπογραφών, την υπογραφή ενός προσώπου που δεν είναι εξουσιοδοτημένο να υπογράφει βάσει του αποσπάσματος από το μητρώο εμπορικών εταιριών που προσκομίστηκε και ότι ο άλλος υπογράψας το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο δεν έχει την εξουσία να εκπροσωπεί μόνος την εταιρία.
12. Οι αναιρεσείουσες δηλώνουν ότι είναι πρόθυμες, ενδεχομένως, να προσκομίσουν τα έγγραφα που φέρονται ότι λείπουν αν το Δικαστήριο το κρίνει αναγκαίο. Εντούτοις, θεωρούν ότι δεν είναι αναγκαίο να το πράξουν, διότι το άρθρο 112 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου όχι μόνο δεν προβλέπει την εκ νέου παρουσίαση των προαναφερθέντων εγγράφων για τους σκοπούς της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και την αποκλείει (βλ. άρθρο 112, παράγραφος 3, από το οποίο προκύπτει ότι το άρθρο 38, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της αιτήσεως αναιρέσεως).
13. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά το άρθρο 112, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το άρθρο 38, παράγραφοι 2 και 3, εφαρμόζεται επί αναιρέσεων. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου, το οποίο ορίζει, στο στοιχείο β_, ότι το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου επισυνάπτει στο δικόγραφο της προσφυγής «αποδεικτικό ότι η εντολή προς τον δικηγόρο δόθηκε προσηκόντως από εκπρόσωπο του εξουσιοδοτημένου προς τούτο».
14. Κατά συνέπεια, η αντίρρηση της Επιτροπή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
15. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η αίτηση αναιρέσεως στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει απλώς το μεγαλύτερο μέρος των πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και τα οποία συνοψίζονται στις σκέψεις 21 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ότι, όσον αφορά το κριτήριο της οικονομικής ενότητας, δεν έχει ως βάση παραβίαση του κοινοτικού δικάιου, αλλά βάλλει κατά των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο, πράγμα που είναι απαράδεκτο. Θα εξετάσω τα ζητήματα αυτά του παραδεκτού σε συνάρτηση με τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες.
Ως προς την έλλειψη νομικής βάσεως
16. Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει καμία νομική βάση που να επιτρέπει στην Επιτροπή να τις καθιστά εις ολόκληρον ευθυνόμενες για την καταβολή του προστίμου.
17. Κατ' αυτές, το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει την ευθύνη για πράξεις τρίτου και, επομένως, δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση για τη στοιχειοθέτηση της εις ολόκληρον ευθύνης τους για την καταβολή ενός προστίμου που επιβλήθηκε σε μια άλλη επιχείρηση.
18. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις ή σε ενώσεις επιχειρήσεων παρά μόνον όταν αυτές έχουν παραβεί εκ προθέσεως ή εξ αμελείας το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Όμως, ούτε η Επιτροπή ούτε το ρωτοδικείο διαπίστωσαν ότι οι αναιρεσείουσες είχαν διαπράξει μια τέτοια παράβαση. Αντιθέτως, από το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες δεν παρέβησαν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
19. αρά ταύτα, το ρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μια επιχείρηση μπορεί να κριθεί ότι ευθύνεται αλληλεγγύως με μια άλλη επιχείρηση για την πληρωμή προστίμου που επιβάλλεται σ' αυτήν, η οποία έχει διαπράξει παράβαση, «υπό τον όρο ότι η Επιτροπή αποδεικνύει, με την ίδια πράξη, ότι η παράβαση αυτή θα μπορούσε να διαπιστωθεί και εις βάρος της επιχειρήσεως που καθίσταται αλληλεγγύως υπεύθυνη για το πρόστιμο».
20. Η ερμηνεία αυτή συνιστά πλάνη περί το δίκαιο, διότι είναι αντίθετη προς το σαφές κείμενο του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, κατά το οποίο απαιτείται να διαπιστώνεται η διάπραξη παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης εκ προθέσεως ή εξ αμελείας από τον αποδέκτη της αποφάσεως της Επιτροπής. Το γεγονός ότι η Επιτροπή «θα μπορούσε να διαπιστώσει» την ύπαρξη παραβάσεως δεν αρκεί.
21. Μια τέτοια ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, θα συνιστούσε παραβίαση της στοιχειώδους αρχής nulla poena sine lege και της απαγορεύσεως της κατ' αναλογίαν συλλογιστικής που συνακόλουθα θα προέκυπτε. Είναι παγκοίνως γνωστό ότι οι θεμελιώδεις εγγυήσεις του ποινικού δικαίου πρέπει επίσης να τηρούνται ως προς τους κανόνες δικαίου που αφορούν παραβάσεις.
22. Η αρχή της νομιμότητας συνιστά ουσιώδες δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την ροάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, από το οποίο προκύπτει ότι απαγορεύεται η κατ' αναλογία συλλογιστική.
23. Η ερμηνεία στην οποία προέβη το ρωτοδικείο σημαίνει σε τελευταία ανάλυση ότι επιτρέπει στην Επιτροπή να επιβάλλει κυρώσεις βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 σε επιχειρήσεις, χωρίς να χρειάζεται ούτε να φέρει το βάρος της αποδείξεως παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ούτε να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη περίπτωση κάθε επιχειρήσεως (και ιδίως των ελαφρυντικών περιστάσεων) κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως για τον καθορισμό του προστίμου.
24. Τέλος, η ερμηνεία στην οποία προέβη το ρωτοδικείο συνιστά παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, που αναγνωρίζεται στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου . Το ρωτοδικείο διατυπώνει μια ερμηνεία που αντιφάσκει προς αυτή την αρχή, καθόσον δέχεται ότι η δυνατότητα και μόνο διαπιστώσεως παραβάσεως αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
25. Εν όψει αυτών των αιτιάσεων των αναιρεσειουσών, η Επιτροπή προβάλλει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, διότι επαναλαμβάνει, ως επί το πλείστον, τα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και τα οποία συνοψίζονται στις σκέψεις 21 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26. Η παρατήρηση αυτή είναι ακριβής. Εντούτοις, είδαμε αμέσως προηγουμένως ότι οι αναιρεσείουσες αναφέρονται επίσης σε ένα συγκεκριμένο χωρίο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι στη σκέψη 43, η οποία, κατ' αυτές, συνεπάγεται πλάνη περί το δίκαιο. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν το πρώτο αυτό σκέλος του λόγου αναιρέσεως.
27. Συναφώς, θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι κακώς οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά της ερμηνείας του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 στην οποία προέβη το ρωτοδικείο με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η ερμηνεία αυτή συνάδει προς το κείμενο αυτής της διατάξεως.
28. Μια επιχείρηση παραβαίνει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης όταν η συμπεριφορά μιας άλλης επιχειρήσεως, που παραβαίνει την ίδια αυτή διάταξη, μπορεί να της καταλογιστεί . Κατά συνέπεια, η επιβολή προστίμου στην επιχείρηση στην οποία καταλογίζεται η συμπεριφορά μιας άλλης επιχειρήσεως, και η οποία επομένως παραβαίνει η ίδια το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, προβλέπεται σαφώς από το κείμενο του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
29. Βεβαίως, βρισκόμαστε εδώ στην αντίθετη κατάσταση από αυτή που πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η επιχείρηση Stora Kopparbergs Bergslags AB (C-286/98 P).
30. Στην περίπτωση αυτή, επιβλήθηκε σε μια μητρική εταιρία, η οποία δεν συμμετείχε υπό την ιδιότητά της αυτή στα όργανα της συμπράξεως, πρόστιμο λόγω της συμμετοχής των θυγατρικών της σ' αυτά τα όργανα, ενώ οι θυγατρικές δεν ήταν αποδέκτριες της αποφάσεως.
31. Εν προκειμένω, επιβλήθηκε πρόστιμο σε μια «οντότητα που ασκεί εμπορικές δραστηριότητες» και η οποία χαρακτηρίζεται ως επιχείρηση , λόγω της ίδιας της της συμμετοχής στα όργανα της συμπράξεως, πλην όμως η Επιτροπή θεώρησε και τους τέσσερις Φινλανδούς παρασκευαστές χαρτονιού που ήταν μέλη αυτής της συμπράξεως, και οι οποίοι δεν συμμετείχαν οι ίδιοι στα όργανα της συμπράξεως, ως «από κοινού και αλληλεγγύως υπεύθυνους για τη Finnboard για το μέρος εκείνο του συνολικού προστίμου που αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στο μερίδιό τους στις πωλήσεις χαρτονιού της Finnboard» .
32. Επομένως, ο καταλογισμός της παραβάσεως πραγματοποιείται στην περίπτωση αυτή, τουλάχιστον όπως φαίνεται, από πάνω προς τα κάτω (δηλαδή από την εταιρία που συμμετείχε στα όργανα της συμπράξεως προς τα μέλη της) και όχι από κάτω προς τα πάνω (καταλογισμός της συμπεριφοράς των θυγατρικών στη μητρική εταιρία).
33. Εν τούτοις, κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα του βασικού συλλογισμού που διατυπώθηκε ανωτέρω ως προς τις δυνατότητες καταλογισμού ούτε τη συλλογιστική που ακολούθησε το ρωτοδικείο. Στις σκέψεις 44 έως 46 της αναιρεσιβαλλογμένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο διαπίστωσε τα ακόλουθα:
«44 Εν προκειμένω, ναι μεν η Finnboard είναι η επιχείρηση που θεωρείται ευθέως και ρητώς υπεύθυνη για την παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (άρθρο 1 της αποφάσεως), γι' αυτό και σ' αυτήν επιβάλλεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 3, ψηφίο ν, της αποφάσεως πρόστιμο, κρίνεται ωστόσο καθεμιά από τις προσφεύγουσες ευθυνόμενη αλληλεγγύως με τη Finnboard για την πληρωμή μέρους αυτού του ποσού, εφόσον η Επιτροπή έκρινε ότι η Finnboard ενεργούσε ως το "alter ego" τους και προς το συμφέρον τους (αιτιολογική σκέψη 174, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως).
45 ρέπει, επομένως, να εξετασθεί αν μεταξύ της Finnboard και των προσφευγουσών υφίσταντο τέτοιοι οικονομικοί και νομικοί δεσμοί, ώστε να μπορεί η Επιτροπή να θεωρήσει καθεμιά τους ως ευθέως και ρητώς ευθυνόμενη για την παράβαση.
46 Συναφώς, από την απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε τις προσφεύγουσες υπεύθυνες για τις πράξεις της Finnboard (...).»
34. Στη συνέχεια, το ρωτοδικείο εξέτασε αν η εκτίμηση αυτή της Επιτροπής ήταν πειστική.
35. Κατά τη γνώμη μου, η συλλογιστική αυτή του ρωτοδικείου ουδόλως συνιστά πλάνη περί το δίκαιο. Από τη στιγμή κατά την οποία το Δικαστήριο έχει δεχτεί, κατά τη διατύπωσή του, ότι μια επιχείρηση μπορεί να διαπράξει παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης όταν μπορεί να της καταλογιστεί η συμπεριφορά μιας άλλης επιχειρήσεως, το ρωτοδικείο απολύτως βασίμως μπορούσε να κρίνει ότι στις τέσσερις αναιρεσείουσες επιχειρήσεις μπορούσε να καταλογιστεί η συμπεριφορά της Finnboard καθόσον ευθύνονταν πράγματι για τη συμπεριφορά αυτής της εταιρίας.
36. Το ζήτημα αν η ευθύνη αυτή διαπιστώθηκε ορθώς εντάσσεται στο δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως που διατυπώνουν οι αναιρεσείουσες.
37. Από τα εκτιθέμενα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι η εκ μέρους του ρωτοδικείου ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 δεν αντιβαίνει στην αρχή nulla poena sine lege ούτε προς την απαγόρευση της κατ' αναλογίαν συλλογιστικής. Εφόσον ευθύνονται για τη Finnboard, οι αναιρεσείουσες καταδικάστηκαν, πράγματι, σε μια ποινή για παράβαση που διέπραξαν οι ίδιες, μέσω της Finnboard, μιας νομικής διατάξεως που προβλέπει την επιβολή ποινής.
38. Η Επιτροπή, στη συνέχεια, αντικρούει τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία του ρωτοδικείου, δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε μιας από τις επιχειρήσεις που θεωρήθηκαν ότι ευθύνονται αλληλεγγύως. Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ευθύνονται αλληλεγγύως παρά μόνον εάν η παράβαση κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί και ως προς αυτές, πράγμα που συνεπάγεται τη λήψη υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων που τις αφορούν. Αυτό συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι κάθε μία από τις αναιρεσείουσες ευθυνόταν για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Finnboard σε διαφορετικό ποσό. Επιπλέον, οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται την ύπαρξη ατομικών περιστάσεων τις οποίες η Επιτροπή ή το ρωτοδικείο δεν έλαβαν υπόψη.
39. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ούτε η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας αγνοήθηκε. Η Επιτροπή και το ρωτοδικείο προέβησαν σε διαπιστώσεις που δικαιολόγησαν την επιβολή προστίμων ευθέως στις αναιρεσείουσες, οι οποίες ήταν οι αποδέκτριες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και, επομένως, είχαν τη δυνατότητα να αμυνθούν χωρίς κανένα περιορισμό.
40. Οι παρατηρήσεις αυτές της Επιτροπής είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως πειστικές. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο σκέλος του μόνου λόγου που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες.
Ως προς τη νομικώς εσφαλμένη ερμηνεία και την πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, μέσω της αναφοράς στην έννοια της οικονομικής ενότητας
41. Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι κακώς το ρωτοδικείο αναφέρθηκε στις αρχές που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο για τον καθορισμό των προστίμων που πρέπει να επιβάλλονται σε επιχειρήσεις που αποτελούν μια οικονομική ενότητα. Υποστηρίζουν ότι, σε καμία περίπτωση, το Δικαστήριο δεν συνήγαγε από τις αρχές αυτές ότι υφίσταται ευθύνη για την καταβολή προστίμου που επιβάλλεται σε τρίτον.
42. Έχουν τη γνώμη, επιπλέον, ότι τα κριτήρια που καθορίζουν την οικονομική ενότητα δεν πληρούνται εν προκειμένω.
43. Θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο αυτά επιχειρήματα.
1. Μπορεί η απόδειξη ότι υφίσταται ευθύνη εις ολόκληρον να απορρέει από τις αρχές της οικονομικής ενότητας;
44. Κατά τις αναιρεσείουσες, το Δικαστήριο απαιτεί παγίως, προκειμένου μια μητρική εταιρία να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται για παράβαση που διέπραξε η θυγατρική της, να πρέπει να αποδεικνύεται ατομικώς σε βάρος της μητρικής εταιρίας παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού και να της επιβάλλεται πρόστιμο .
45. Οι αρχές της οικονομικής ενότητας δεν μπορούν επομένως να τυγχάνουν επικλήσεως προς στήριξη της ευθύνης των αναιρεσειουσών για πράξεις τρίτου, όσον αφορά την καταβολή προστίμου που επιβλήθηκε στη Finnboard, ενώ καμία παράβαση δεν διαπιστώθηκε όσον αφορά τις αναιρεσείουσες και κανένα πρόστιμο δεν τους επιβλήθηκε ατομικώς.
46. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν ότι η άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή δεν βρίσκει έρεισμα στην ίδια της τη διοικητική πρακτική, η οποία δεν γνωρίζει παρά μόνο δύο περιπτώσεις στοιχειοθετήσεως της ευθύνης εις ολόκληρον. Όμως, οι περιπτώσεις αυτές διαφέρουν θεμελιωδώς, τόσον νομικώς όσο και πραγματικώς, από την παρούσα υπόθεση καθόσον οι επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν διαπράξει παράβαση από κοινού, διώχθηκαν ως συνεργοί και τιμωρήθηκαν με ενιαίο πρόστιμο [αποφάσεις της Επιτροπής 72/457/ΕΟΚ, της 14ης Δεκεμβρίου 1972, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (IV/26.911 - Zoja/CSC - ICI) , και 80/1283/ΕΟΚ, της 25ης Νοεμβρίου 1980, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.702: Johnson & Johnson) ].
47. Όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι το μέρος αυτό του συλλογισμού των αναιρεσειουσών είναι απαράδεκτο, διότι επαναλαμβάνει απλώς, με ελαφρές διαφορές στη διατύπωση, τα προβληθέντα ενώπιον του ρωτοδικείου επιχειρήματα, τα οποία και συνοψίζονται στις σκέψεις 24 και 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
48. Επομένως, μόνο επικουρικώς θα κάνω τις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις.
49. Καταρχάς, διαπίστωσα ανωτέρω, όπως και η Επιτροπή, ότι οι αναιρεσείουσες καταδικάστηκαν πράγματι για παράβαση που διέπραξαν οι ίδιες, έστω και μέσω της Finnboard.
50. Στη συνέχεια, θα επισημάνω ότι, εφόσον η αρχή της οικονομικής ενότητας επιτρέπει να καταδικαστεί η εταιρία A για την παράβαση που διέπραξε η εταιρία B, όταν και οι δύο αυτές εταιρίες αποτελούν στην πραγματικότητα μια οικονομική ενότητα (καθόσον η εταιρία B εφάρμοζε κατ' ουσίαν τις οδηγίες που της έδινε η εταιρία Α), πολλώ μάλλον πρέπει να είναι δυνατό να κριθεί ότι περισσότερες εταιρίες του τύπου της εταιρίας A (οι αναιρεσείουσες) ευθύνονται αλληλεγγύως για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε σε μια εταιρία του τύπου της εταιρίας Β (Finnboard) δεδομένου ότι καθόριζαν, μαζί, τη συμπεριφορά της εταιρίας αυτής.
51. Η Επιτροπή έχει, εξάλλου, απολύτως δίκαιο επισημαίνοντας ότι η κρίση για την ύπαρξη ευθύνης εις ολόκληρον αποτελεί λιγότερο βαριά κύρωση για μια επιχείρηση από την επιβολή απλώς προστίμου σε μια επιχείρηση για την παράβαση που διέπραξε μια άλλη.
2. Μπορούσε να διαπιστωθεί η ύπαρξη οικονομικής ενότητας?
52. Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν, επικουρικώς, ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι υφίσταται οικονομική ενότητα.
53. Καταρχάς, η νομολογία που αφορά τον καταμερισμό στη μητρική εταιρία, εντός ενός ομίλου, της συμπεριφοράς της θυγατρικής δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ της Finnboard και των επιχειρήσεων που είναι μέλη του ομίλου, εφόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση της συμμετοχής των επιχειρήσεων μελών στο κεφάλαιο της Finnboard, που αποτελεί απαρέγκλιτο όρο, κατά τη νομολογία, για την αναγνώριση οικονομικής ενότητας μεταξύ της μητρικής εταιρίας και της θυγατρικής .
54. εραιτέρω, ο προσδιορισμός μιας οικονομικής ενότητας προϋποθέτει ότι η επιχείρηση στην οποία πρέπει να καταλογιστεί η συμπεριφορά της άλλης επιχειρήσεως είναι σε θέση να ασκεί ορισμένη επιρροή σ' αυτήν και να ελέγχει τη συμπεριφορά της και ότι έκανε πράγματι χρήση αυτής της δυνατότητας επιρροής και ελέγχου . Όμως, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώνεται ότι οι αναιρεσείουσες ήταν σε θέση να ελέγχουν τη Finnboard ούτε συνάγεται από αυτήν ότι μπορούσαν να ασκήσουν πραγματικό έλεγχο. Αντιθέτως, τα περιστατικά που διαπίστωσε το ρωτοδικείο και τα αποδεικτικά στοιχεία που συνάγονται συναφώς καθιστούν φανερό ότι καμία από τις αναιρεσείουσες δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τη Finnboard, ούτε ότι πράγματι την έλεγχε.
55. Οι αναιρεσείουσες επικαλούνται επίσης, συναφώς, την αδυναμία για κάθε μία από αυτές να ελέγχει ή να καθορίζει τον τρόπο διαχειρίσεως της Finnboard, λαμβανομένων υπόψη των ψήφων που διέθεταν στο «Board of Directors».
56. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν ότι, σε αντίθεση προς τα περιστατικά της υποθέσεως Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής , στην οποία παραπέμπτει το ρωτοδικείο, η Finnboard είχε αναδεχθεί διάφορους ρόλους και είχε αναλάβει οικονομικούς κινδύνους που δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ήταν εντεταγμένη σε μία από τις επιχειρήσεις μέλη, κατά το πρότυπο του εμπορικού αντιπροσώπου, ως «επικουρικό όργανο» εντεταγμένο στην επιχείρηση του παραγγελέως της (βλ. σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι κακώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι η Finnboard δεν είχε ίδιο οικονομικό συμφέρον στην αύξηση των τιμών (σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η Finnboard εμφανιζόταν στην αγορά ως ανεξάρτητη επιχείρηση και εκτελούσε, για λογαριασμό των μελών της, έργα μεσάζοντος. Οι αναιρεσείουσες παρατηρούν ότι τα έσοδά της προέρχονταν από προμήθειες που εισέπραττε ως αμοιβή για τον ρόλο της ως μεσάζοντος. Δεδομένου ότι οι προμήθειες αυτές αντιστοιχούσαν σ' ένα ποσοστό του κύκλου εργασιών, η Finnboard είχε η ίδια οικονομικά πλεονεκτήματα στην αύξηση των τιμών.
57. Τέλος, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι η Επιτροπή, στο υπόμνημά της απαντήσεως, επιζητεί να παραποιήσει τα περιστατικά που διαπίστωσε το ρωτοδικείο. Δεν πρόκειται για «μετόχους» ούτε για «κύκλο μετόχων» στις διαπιστώσεις του ρωτοδικείου. Αυτό που έπρεπε να επαληθευτεί, κατά τις αναιρεσείουσες, προ μιας προσχωρήσεως σε μια ένωση φινλανδικού δικαίου, είναι οι εξουσίες και οι δυνατότητες ασκήσεως επιρροής που προβλέπονται για τα διάφορα μέλη της στο πλαίσιο μιας οργανωτικής δομής η οποία δεν γνωρίζει ούτε συμμετοχή στο κεφάλαιο ούτε κατανομή δικαιωμάτων ψήφου σε συνάρτηση με τα μερίδια κεφαλαίου και το πώς, υπό τις συνθήκες αυτές, θα είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί καταλογισμός της ευθύνης και ο καθορισμός προστίμου σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των ατομικών συμμετοχών στην αξιόμεμπτη πράξη και με τον βαθμό ενοχής του καθενός.
58. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, μέσω αυτών των επιχειρημάτων, οι αναιρεσείουσες δεν προβάλλουν την ύπαρξη παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου, αλλά βάλλουν κατά των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο με τις σκέψεις 45 έως 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που είναι απαράδεκτο.
59. Συμμερίζομαι πλήρως την εκτίμηση αυτή της Επιτροπής. Η διαπίστωση της υπάρξεως οικονομικής ενότητας είναι απλώς η συνισταμένη μιας σειράς διαπιστώσεων πραγματικού χαρακτήρα στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο και δεν μπορούν, πλην της περιπτώσεως παραποιήσεως των περιστατικών, να συζητηθούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως. Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ως αμφισβήτηση αυτών των διαπιστώσεων, είναι απομένως απαράδεκτη.
60. Επικουρικώς, θεωρώ ότι η συλλογιστική που ακολούθησε το ρωτοδικείο είναι απολύτως πειστική και ουδόλως συνιστά πλάνη περί το δίκαιο. Όπως, ορθώς, υπογραμμίζει η Επιτροπή «δεν είναι (...) αληθές ότι, προκειμένου η ύπαρξη οικονομικής ενότητας και ο καταλογισμός της συμπεριφοράς σε άλλη επιχείρηση να γίνουν δεκτοί, πρέπει κατ' ανάγκη οι επιχειρήσεις να συνδέονται μέσω του κεφαλαίου. Μια οικονομική ενότητα δεν προϋποθέτει ότι μια από τις οικείες επιχειρήσεις είναι κεφαλαιουχική εταιρία στην οποία μια άλλη επιχείρηση κατέχει μετοχές ή εταιρικά μερίδια που αντιστοιχούν σε εισφορά στο κεφάλαιο της πρώτης επιχειρήσεως. Αυτό που έχει καθοριστική σημασία είναι ο σχηματισμός μιας ενότητας επιχειρήσεων που απορρέει από την εξουσία μιας από αυτές να δίνει οδηγίες στην άλλη. Η οικονομική αυτή ενότητα μπορεί επίσης να υφίσταται μεταξύ επιχειρήσεων που δεν είναι κεφαλαιουχικές εταιρίες, αλλά προσωπικές εταιρίες ή ενώσεις. Ούτε είναι αναγκαία μια κατά πλειοψηφία συμμετοχή, όταν λόγω άλλων περιστάσεων μια από τις επιχειρήσεις υπακούει στις οδηγίες της άλλης».
61. Όμως, στις σκέψεις 45 έως 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο κατέδειξε ότι η Finnboard, κατά τις διαπραγματεύσεις της με τους αγοραστές χαρτονιού, όφειλε να ακολουθεί τις οδηγίες που εξέδιδε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες. Καμία πώληση δεν μπορούσε να συντελεστεί χωρίς την προηγούμενη έγκριση του τιμήματος και των λοιπών όρων πωλήσεων από την οικεία αναιρεσείουσα εταιρία. Η κυριότητα μεταβιβαζόταν απευθείας από την οικεία αναιρεσείουσα εταιρία στον τελικό πελάτη (σκέψεις 55 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
62. Οι αναιρεσείουσες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι οι διαπιστώσεις αυτές είναι ανακριβείς.
63. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο συνήγαγε, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, καθόσον η Finnboard δεν μπορούσε να ακολουθεί στην αγορά συμπεριφορά ανεξάρτητη από τις αναιρεσείουσες, «συναποτελούσε στην πραγματικότητα οικονομική ενότητα με κάθε μία από τις εταιρίες μέλη που παρήγαν χαρτόνι».
64. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι παραδεκτό, πρέπει επίσης να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
ρόταση
65. Εν όψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα και των δύο διαδικασιών.
Full & Egal Universal Law Academy