Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, που έχει ως αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά της στηριζόμενης σε νόμο διοικητικής πρακτικής της γαλλικής αρχής που ασκεί έλεγχο επί των ασφαλιστικών εταιριών που συνίσταται στη συστηματική συλλογή ορισμένων στοιχείων σε σχέση με κάθε νέο τύπο ασφαλιστικής συμβάσεως που διατίθεται για πρώτη φορά στην αγορά εντός της γαλλικής επικράτειας ως ασυμβίβαστης με δύο οδηγίες που αφορούν την ασφάλιση και οι οποίες ορίζουν ότι τέτοια ακριβώς στοιχεία - όπως π.χ. όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τιμολόγια κ.λπ. - δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως ή εγκρίσεως. ρόκειται συγκεκριμένα για την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) , καθώς και για την οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) .
Επί των σχετικών νομοθετικών διατάξεων
2. Οι σχετικές διατάξεις του γαλλικού κώδικα ασφαλίσεων (code des assurances) προβλέπουν τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο L 310-8, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, όταν εμπορεύονται για πρώτη φορά στη Γαλλία ένα πρότυπο συμβάσεως ασφαλίσεως, ενημερώνουν σχετικώς τον Υπουργό Οικονομίας και Δημοσίων Οικονομικών, όπως ορίζεται με απόφασή του . Το άρθρο A 310-1 ορίζει ότι η ενημέρωση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο του άρθρου L 310-8 πραγματοποιείται με συντεταγμένο στη γαλλική γλώσσα έντυπο που περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα αυτού του άρθρου .
3. Το έντυπο αυτό που αποκαλείται «δελτίο εμπορίας» (fiche de commercialisation) ή «δελτίο χαρακτηριστικών» (fiche signalétique) απαιτεί την παροχή μιας σειράς στοιχείων που αφορούν τον χαρακτηρισμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, τον τύπο συμβάσεως καθώς και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της.
4. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η συστηματική απαίτηση παροχής των στοιχείων αυτών - τα οποία της επισημάνθηκαν με καταγγελίες εκ μέρους του κλάδου των ασφαλίσεων - συνιστά παράβαση των οδηγιών 92/49 και 92/96. Οι σχετικές διατάξεις αμφοτέρων των οδηγιών, στις οποίες στηρίζεται η Επιτροπή, έχουν αποσπασματικώς ως εξής:
Άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο έως τρίτο εδάφιο της οδηγίας 92/49:
«Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.»
Άρθρο 29 της οδηγίας 92/49:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. ροκειμένου να ελέγχουν την τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση αυτών των όρων και λοιπών εγγράφων, χωρίς η απαίτηση αυτή να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
(...).»
Άρθρο 39, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49:
«Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν θεσπίζει διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. ροκειμένου να ελέγξει την τήρηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στο έδαφός του, υπό καθεστώς εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μόνο την μη συστηματική κοινοποίηση των όρων αυτών ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς όμως η τήρηση αυτής της απαίτησης να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.»
Άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο έως τρίτο εδάφιο της οδηγίας 92/96:
«Τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη συναίνεση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση ιδίως για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών, και των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
αρά το πρώτο εδάφιο, και αποκλειστικά και μόνο για να ελέγχεται η τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τις αναλογιστικές αρχές, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών, χωρίς όμως η τήρηση της απαίτησης αυτής να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
Η παρούσα οδηγία δεν παρεμποδίζει τη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.»
Άρθρο 29, πρώτο και δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 92/96:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν διατάξεις που απαιτούν προηγούμενη συναίνεση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών, των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους.
αρά το πρώτο εδάφιο, και αποκλειστικά και μόνο για να ελέγχεται η τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τις αναλογιστικές αρχές, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών, χωρίς όμως η τήρηση της απαίτησης αυτής να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση των δραστηριοτήτων της.»
Άρθρο 39, παράγραφος 2 της οδηγίας 92/96:
«Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν θεσπίζει διατάξεις που απαιτούν προηγούμενη συναίνεση για τους γενικούς και ειδικούς όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τα τιμολόγια, τα τεχνικής φύσεως στοιχεία που χρησιμεύουν ως βάση υπολογισμού των τιμολογίων και των τεχνικών αποθεματικών, και τα υποδείγματα και άλλα έντυπα που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους, ή τη συστηματική κοινοποίησή τους. ροκειμένου να ελέγξει την τήρηση των εθνικών διατάξεων περί ασφαλιστικών συμβάσεων, το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών, μπορεί μόνο να απαιτεί από κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στο έδαφός του, υπό καθεστώς εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τη μη συστηματική κοινοποίηση των όρων και λοιπών εντύπων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς όμως η τήρηση αυτής της απαίτησης να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.»
Επί της διαδικασίας
5. Η Επιτροπή κίνησε με έγγραφο οχλήσεως της 17ης Ιανουαρίου 1997 την πριν από την άσκηση της παρούσας προσφυγής διαδικασία.
Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το έγγραφό της απαντήσεως της 25ης Μαρτίου 1997, υποστήριξε την άποψη ότι οι οδηγίες επέτρεπαν τους εκ των υστέρων δειγματοληπτικούς ελέγχους των συμβάσεων. Τα πληροφοριακά στοιχεία που ζητούνται είναι διαφορετικά από αυτά των οποίων οι οδηγίες απαγορεύουν την προηγούμενη και συστηματική κοινοποίηση. Η κοινοποίηση του «δελτίου χαρακτηριστικών» δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως εκ των προτέρων άδεια για τις εν λόγω συμβάσεις. Η Γαλλική Κυβέρνηση δέχθηκε πάντως να επανεξετάσει τον ασφαλιστικό κώδικα όσον αφορά την ύπαρξη ενδεχομένων αμφισημιών.
Η Επιτροπή ενέμεινε πλήρως στις αιτιάσεις που διατυπώνονται στην από 3 Δεκεμβρίου 1997 αιτιολογημένη γνώμη της. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο αυτό. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως.
6. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα L 310-8 και A 310-1 του code des assurances (κώδικα ασφαλίσεων), σύμφωνα με τα οποία,
α) οσάκις εμπορεύονται για πρώτη φορά στη Γαλλία πρότυπο συμβάσεως ασφαλίσεως, οι ασφαλιστικές εταιρίες ή εταιρίες κεφαλαιοποιήσεως ενημερώνουν σχετικώς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, όπως ορίζεται με απόφασή του·
β) η κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου L 310-8 ενημέρωση πραγματοποιείται με συντεταγμένο στη γαλλική γλώσσα έντυπο που περιέχει τα αναφερόμενα στο παράρτημα του άρθρου αυτού στοιχεία,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τις διατάξεις των άρθρων 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), καθώς και τα άρθρα 5, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την ασφάλεια ζωής)
και
- να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
7. H Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
8. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επιβαλλόμενη από τις γαλλικές αρχές υποχρέωση συστηματικής κοινοποιήσεως αντιβαίνει προς το πνεύμα και τον σκοπό των οδηγιών 92/49 και 92/96. Οι οδηγίες αυτές λαμβάνουν ως βάση την άδεια και τον έλεγχο της ασφαλιστικής επιχειρήσεως στη χώρα καταγωγής . Η επιφορτισμένη με τον έλεγχο αρμόδια αρχή ενημερώνει τότε την επιφορτισμένη με τον έλεγχο αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η επιχείρηση προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών , οπότε οι εκεί αρχές έχουν πλήρη γνώση της δραστηριότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια εντός άλλων κρατών μελών. Η συστηματική καταγραφή όλων των νέων προϊόντων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν είναι επομένως απαραίτητη για την άσκηση ενός αποτελεσματικού, σποραδικού και εκ των υστέρων ελέγχου. Η καταγραφή αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως παρακώλυση αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων η οποία πρέπει να εξομοιωθεί με συγκεκαλυμμένο συστηματικό έλεγχο.
9. Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι η βαλλόμενη πρακτική συνιστά παράβαση του περιεχομένου και του σκοπού των οδηγιών 92/49 και 92/96. Η Επιτροπή στηρίζεται εν προκειμένω, μεταξύ άλλων, στην εικοστή και εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/96, στην οποία, αποσπασματικώς, εκτίθεται:
«(21) (...) ότι τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίζουν ότι τα ασφαλιστικά προϊόντα και τα συμβατικά έγγραφα που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται στο έδαφός τους, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τηρούν τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος· ότι τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς χωρίς, ωστόσο, να είναι δυνατόν να αποτελούν προϋπόθεση για την άσκηση της ασφαλιστικής δραστηριότητας· ότι, στο πλαίσιο αυτό, δεν δικαιολογείται η εφαρμογή συστημάτων προηγούμενης έγκρισης των όρων ασφάλισης (...)».
10. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι σχετικές διατάξεις των οδηγιών σαφώς απαγορεύουν οποιαδήποτε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών συμβατικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που οι επιχειρήσεις προτίθενται να χρησιμοποιήσουν στις σχέσεις τους με τους άλλους συμβαλλομένους. Τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να απαιτούν την ευκαιριακή και την εκ των υστέρων κοινοποίηση των όρων και άλλων εγγράφων, χωρίς η απαίτηση αυτή να αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως.
11. Η Γαλλική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι τα ζητούμενα με το «δελτίο χαρακτηριστικών» πληροφοριακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των οποίων απαγορεύεται η κοινοποίηση. Οι οδηγίες δεν παρέχουν ερμηνεία της έννοιας των «γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων». Όπως διδάσκεται, η έννοια αυτή σημαίνει κάτι διαφορετικό από το περιεχόμενο του «δελτίου χαρακτηριστικών». Αυτό το δελτίο πληροφοριακών στοιχείων είναι επιπλέον αναγκαίο για την άσκηση των συνήθων ελέγχων που επιτρέπονται από την οδηγία. Τέλος, ο έλεγχος των γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων πραγματοποιείται στη Γαλλία εκ των υστέρων και δειγματοληπτικώς.
εραίνοντας, η Γαλλική Κυβέρνηση αναγγέλλει μια τροποποίηση του ασφαλιστικού κώδικα. Το άρθρο L 310-8 τροποποιείται από απόψεως περιεχομένου κατά τρόπο ώστε στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να επιβάλλεται η υποχρέωση εντός προθεσμίας τριών μηνών μετά τη διάθεση στην αγορά ενός νέου προτύπου ασφαλιστικής συμβάσεως να ενημερώνουν σχετικώς το Υπουργείο Οικονομίας και Δημοσίων Οικονομικών κατά τρόπο οριζόμενο με υπουργική απόφαση.
12. Κατά την προφορική διαδικασία δηλώθηκε ότι επήλθε ήδη η αναγγελθείσα τροποποίηση του νόμου. Η Επιτροπή έλαβε επ' αυτού θέση, προβάλλοντας ότι και η υποχρέωση συστηματικής εκ των υστέρων κοινοποιήσεως δεν συμβιβάζεται προς την οδηγία.
Εκτίμηση
13. Το μόνο λυσιτελές νομικό ζήτημα συνίσταται στη διευκρίνιση του αν η εκ μέρους της επιφορτισμένης με τον έλεγχο γαλλικής αρχής συστηματική καταγραφή ενός νέου προτύπου ασφαλιστικής συμβάσεως - είτε πριν είτε αμέσως μετά τη διάθεσή του στην αγορά - συνιστά παράβαση των οδηγιών 92/49 και 92/96.
14. ρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η οδηγία δεν παρέχει ορισμό της εννοίας των «γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων». εραιτέρω, για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι, κατά την τρέχουσα νομική ορολογία, οι «γενικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων» είναι κάτι διαφορετικό από τα στοιχεία που πρέπει να ανακοινώνονται μέσω ενός εντύπου σε μία αρχή η οποία τα ζητεί. Επομένως, δεν χρειάζεται να δοθεί λεπτομέρεστερος επιστημονικός ορισμός της εννοίας των «γενικών συναλλακτικών όρων».
15. Σκοπός, εξάλλου, της Επιτροπής δεν είναι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος αν το δελτίο χαρακτηριστικών ή εμπορίας πρέπει να θεωρηθεί ως ρητώς απαγορευόμενη απαίτηση ανακοινώσεως των γενικών συμβατικών όρων, αλλά αν το καθήκον ανακοινώσεως κάθε νέου τύπου συμβάσεως μέσω ενός εντύπου συνιστά εμπόδιο στη δραστηριότητα του κλάδου των ασφαλίσεων παρόμοιο προς την υποχρέωση συστηματικής κοινοποιήσεως των γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
16. Υπό το πρίσμα αυτό, το αίτημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό. Οι οδηγίες 92/49 και 92/96 πρέπει να θεωρηθούν ως το τελευταίο στάδιο ολοκληρώσεως μιας διαδικασίας ελευθερώσεως στον τομέα του κλάδου των ασφαλίσεων, το αντικείμενο και ο σκοπός της οποίας συνίσταται στη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς για τον κλάδο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η κατάργηση και η συνεχής αποτροπή εμποδίων στην οικονομική δραστηριότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων πέρα των εσωτερικών συνόρων της Κοινότητας συνιστά ουσιώδες στοιχείο της εσωτερικής αυτής αγοράς. Το είδος αυτών των εμποδίων που δεν πρέπει να παρεμβάλλονται διευκρινίζεται σε πολλά σημεία των σχετικών οδηγιών με πολύ όμοιες μεταξύ τους διατυπώσεις .
17. Αντιφάσκει πράγματι προς το πνεύμα και το περιεχόμενο των οδηγιών το να θέτουν τα κράτη μέλη εμπόδια στις ελευθερωθείσες μέσω των οδηγιών οικονομικές δραστηριότητες, τα οποία επενεργούν όπως τα ρητώς απαγορευόμενα εμπόδια, χωρίς να χρειάζεται να διευκρινιστεί οριστικά αν τα μέτρα των κρατών μελών εμπίπτουν εννοιολογικώς στις απαγορεύσεις των οδηγιών. Από μία συνολική επισκόπηση των συγγενών μεταξύ τους διατάξεων των άρθρων 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 και 5, 29 και 39 της οδηγίας 92/96 συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν θέλησαν να αποτελεί η συστηματική κοινοποίηση όλων των τύπων συμβάσεως προϋπόθεση οικονομικής δραστηριότητας μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Καταρχήν, για την άδεια και τον έλεγχο της ασφαλιστικής επιχειρήσεως ισχύει η αρχή του κράτους καταγωγής , όπου πάντως το κράτος προορισμού δεν χάνει πλήρως, παραδείγματος χάρη, τον έλεγχο για την τήρηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις συμβάσεις.
18. άντως, αρκεί για έναν τέτοιο έλεγχο το να πληροφορούνται οι αρχές των κρατών μελών για τη δραστηριότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και να έχουν έτσι τη δυνατότητα προσβάσεως στα αναγκαία έγγραφα. Εντούτοις, μία τέτοια πληροφόρηση πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις οδηγίες 92/49 και 92/96, στο πλαίσιο των μεταξύ των διοικητικών αρχών τους κοινοποιήσεων . Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι δεν είναι δυνατός αποτελεσματικός έλεγχος χωρίς συστηματική συλλογή των σχετικών στοιχείων μέσω του «δελτίου χαρακτηριστικών».
19. Τελικά, η συστηματική απαίτηση για δελτία εμπορίας ή χαρακτηριστικών πρέπει να θεωρηθεί ως δυσανάλογη επιβάρυνση που αντιφάσκει προς τις διατάξεις των οδηγιών 92/49 και 92/96.
Δικαστικά έξοδα
20. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Ενόψει των ανωτέρω συμπερασμάτων, η Γαλλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Γ - ρόταση
21. Ως συμπέρασμα των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
«1) Η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα L 310-8 και A 310-1 του κώδικα ασφαλίσεων, σύμφωνα με τα οποία,
α) οσάκις εμπορεύονται για πρώτη φορά στη Γαλλία ένα πρότυπο συμβάσεως ασφαλίσεως, οι ασφαλιστικές εταιρίες ή εταιρίες κεφαλαιοποιήσεως ενημερώνουν σχετικώς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών υπό τις προϋποθέσεις όπως ορίζεται με απόφασή του·
β) η κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου L 310-8 ενημέρωση πραγματοποιείται με συντεταγμένο στη γαλλική γλώσσα έντυπο που περιέχει τα αναφερόμενα στο παράρτημα του άρθρου αυτού στοιχεία,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τις διατάξεις των άρθρων 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) καθώς και τα άρθρα 5, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την ασφάλεια ζωής).
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy