Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-310/98 και C-406/98 έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με τις οποίες ζητείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 454 και 455 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (1) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
I - Νομικό πλαίσιο
2 Τα άρθρα 454, παράγραφος 3, και 455, τα οποία αφορούν τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων υπό την κάλυψη δελτίου TIR, έχουν ως εξής:
ςΑρθρο 454, παράγραφος 3:
«ςΟταν δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το έδαφος στο οποίο διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία, θεωρείται ότι αυτή διεπράχθη στο κράτος μέλος όπου διεπιστώθη, εκτός εάν, εντός προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 455 παράγραφος 1, δεν αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές, η κανονικότητα της πράξης ή ο τόπος όπου η παράβαση ή η παρατυπία πράγματι διεπράχθη.
Εάν, ελλείψει τέτοιας απόδειξης, η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία εξακολουθεί να θεωρείται ότι διεπράχθη στο κράτος μέλος όπου διεπιστώθη, οι δασμοί και οι άλλες σχετικές με τα εμπορεύματα αυτά επιβαρύνσεις εισπράττονται από το εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.
Εάν, μεταγενέστερα, προσδιορισθεί το κράτος μέλος στο οποίο πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή παρατυπία, οι δασμοί και οι άλλες επιβαρύνσεις - με εξαίρεση αυτούς που έχουν εισπραχθεί ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο - στους οποίους υπόκεινται τα εμπορεύματα, επιστρέφονται από το κράτος μέλος το οποίο είχε αρχικά προβεί στην είσπραξή τους. Στην περίπτωση αυτή, η ενδεχόμενη διαφορά επιστρέφεται στο πρόσωπο το οποίο αρχικά είχε καταβάλει τις επιβαρύνσεις.
Εάν το ποσό των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν αρχικά και επιστράφηκαν από το κράτος μέλος που τους είχε εισπράξει είναι κατώτερο από το ποσό των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που απαιτούνται στο κράτος μέλος στο οποίο πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, το κράτος μέλος αυτό εισπράττει τη διαφορά σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.»
3 Το άρθρο 455 προβλέπει ότι:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι, κατά τη διάρκεια ή με την ευκαιρία μεταφοράς βάσει δελτίου TIR ή πράξης διαμετακόμισης βάσει δελτίου ΑΤΑ, διαπράττεται παράβαση ή παρατυπία, οι τελωνειακές αρχές κοινοποιούν αυτήν την παράβαση ή παρατυπία στον κάτοχο του δελτίου TIR ή του δελτίου ΑΤΑ και στον εγγυοδοτικό οργανισμό, μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της σύμβασης TIR ή στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της σύμβασης ΑΤΑ.
2. Η απόδειξη για την κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης υπό την κάλυψη δελτίου TIR ή δελτίου ΑΤΑ, κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, πρέπει να προσκομίζεται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της σύμβασης TIR και στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της σύμβασης ΑΤΑ.
3. Ειδικότερα, μπορεί να προσκομισθεί απόδειξη, ικανοποιητική για τις τελωνειακές αρχές, με τις ακόλουθες μορφές:
α) με την υποβολή εγγράφου που έχουν επικυρώσει οι τελωνειακές αρχές και το οποίο αποδεικνύει ότι τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού. Αυτό το έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει την ταυτότητα των εν λόγω εμπορευμάτων,
ή
β) με την υποβολή τελωνειακού εγγράφου θέσης σε κατανάλωση που εκδόθηκε σε τρίτη χώρα, ή αντίγραφου ή φωτοτυπίας αυτού του εγγράφου· αυτό το αντίγραφο ή η φωτοτυπία πρέπει να επικυρωθεί, είτε από τον οργανισμό που θεώρησε το αρχικό έγγραφο, είτε από τις επίσημες υπηρεσίες της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας, είτε από τις επίσημες υπηρεσίες ενός κράτους μέλους. Αυτό το έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει την ταυτότητα των εν λόγω εμπορευμάτων,
ή
γ) όσον αφορά τη σύμβαση ΑΤΑ [...]».
4 Οι προηγουμένως παρατεθείσες διατάξεις εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2112/78 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της συνάψεως της τελωνειακής συμβάσεως για τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων υπό την κάλυψη δελτίων TIR (σύμβαση TIR) της Γενεύης, της 14ης Νοεμβρίου 1975 (2).
5 Το άρθρο 11 της συμβάσεως TIR, στο οποίο θα επικεντρώσω την προσοχή μου στη συνέχεια, προβλέπει ότι:
«1. Σε περίπτωση μη εκκαθαρίσεως ενός δελτίου TIR ή όταν η εκκαθάριση ενός δελτίου TIR συνεπάγεται επιφυλάξεις, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό την πληρωμή των ποσών που αναφέρει το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, αν, εντός προθεσμίας ενός έτους υπολογιζομένης από την ημερομηνία χρεώσεως του δελτίου TIR από τις αρχές αυτές, δεν έχουν ειδοποιήσει εγγράφως τον οργανισμό για τη μη εκκαθάριση ή την εκκαθάριση με επιφυλάξεις. Η διάταξη αυτή έχει επίσης εφαρμογή σε περίπτωση εκκαθαρίσεως που επιτυγχάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό ή δόλιο, οπότε η προθεσμία είναι δύο έτη.
2. Η αίτηση πληρωμής των ποσών που αναφέρει το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, απευθύνεται στον εγγυοδοτικό οργανισμό το ενωρίτερο σε τρεις μήνες, υπολογιζομένων από την ημερομηνία κατά την οποία ο οργανισμός αυτός ειδοποιήθηκε ότι το δελτίο δεν εκκαθαρίστηκε, εκκαθαρίστηκε με επιφυλάξεις ή ότι η εκκαθάριση επιτεύχθηκε κατά τρόπο καταχρηστικό ή δόλιο, και το αργότερο εντός δύο ετών υπολογιζομένων από την τελευταία αυτή ημερομηνία. Εντούτοις, στις περιπτώσεις παραπομπής στη δικαιοσύνη εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας των δύο ετών, η αίτηση πληρωμής υποβάλλεται εντός προθεσμίας ενός έτους υπολογιζομένης από την ημερομηνία κατά την οποία η δικαστική απόφαση κατέστη εκτελεστή.
3. Για την εξόφληση των απαιτουμένων ποσών, ο εγγυοδοτικός οργανισμός διαθέτει προθεσμία τριών μηνών υπολογιζόμενη από την αίτηση πληρωμής που του απευθύνθηκε. Τα καταβληθέντα ποσά αποδίδονται στον εγγυοδοτικό οργανισμό αν, εντός δύο ετών από την ημερομηνία της αιτήσεως πληρωμής, αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές ότι δεν διεπράχθη καμιά παρατυπία όσον αφορά την οικεία μεταφορά.»
6 Τα προαναφερθέντα άρθρα 454, παράγραφος 3, και 455 αναφέρονται επίσης στη σύμβαση ΑΤΑ (3) η οποία, ωστόσο, δεν ασκεί επιρροή στις παρούσες υποθέσεις.
II - Περιστατικά και διαδικασία
7 Τα περιστατικά που έδωσαν λαβή στις παρούσες υποθέσεις είναι αντιπροσωπευτικά πολλών παρόμοιων υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, περιστατικά που μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
8 Το 1994, οι πολωνικές μεταφορικές επιχειρήσεις Sagpol και Met-Trans με αναχώρηση από την Πολωνία και στο πλαίσιο της εξωτερικής διαμετακομίσεως υπό την κάλυψη δελτίου TIR, πραγματοποίησαν μεταφορά βουτύρου, η πρώτη, και παράδοση ζάχαρης, η δεύτερη, με προορισμό ευρισκόμενο εντός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους.
9 Το τελωνείο αναχωρήσεως στο Pommellen της Γερμανίας τους είχε ορίσει την τελευταία ημερομηνία προσκομίσεως των εμπορευμάτων στα τελωνεία προορισμού, που βρίσκονταν στη Μαδρίτη (Ισπανία) για τη μεταφορά βουτύρου και στο Porto (Πορτογαλία) για την αποστολή ζάχαρης.
10 Από έρευνες και ελέγχους που πραγματοποίησε το Hauptzollamt Neubrandenburg (στο εξής: το Hauptzollamt) προέκυψε ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα υπό διαμετακόμιση εμπορεύματα ουδέποτε προσκομίσθηκαν στα τελωνεία προορισμού. Ως εκ τούτου, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το στέλεχος του εντύπου αριθ. 2 των εν λόγω δελτίων TIR, προοριζόμενο να επιστραφεί από το τελωνείο προορισμού στο τελωνείο αναχωρήσεως προκειμένου να του επιτρέψει να εκκαθαρίσει την πράξη διαμετακομίσεως, δεν επιστράφηκε.
11 Κατά τις διαδικασίες που κίνησε το Hauptzollamt, προσκομίσθηκαν στελέχη του εντύπου αριθ. 2, αποδείχθηκε όμως ότι αυτά έφεραν παραποιημένες σφραγίδες και, ένα στέλεχος, παραποιημένη υπογραφή.
12 Τόσο στη μία όσο και στην άλλη υπόθεση, το Hauptzollamt πληροφόρησε τις μεταφορικές επιχειρήσεις σχετικά με τη μη προσκόμιση των εμπορευμάτων και την αδυναμία προσδιορισμού του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως.
13 Το Hauptzollamt έταξε προθεσμία τριών μηνών προς απόδειξη του πραγματικού τόπου της παραβάσεως.
14 Εντός της προθεσμίας αυτής η Met-Trans προσπάθησε να αποδείξει τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως, προσκομίζοντας στο Haumptzollamt τα τιμολόγια και τις εντολές μεταφοράς, καθώς και γραπτή μαρτυρία του οδηγού ο οποίος πραγματοποίησε τη μεταφορά.
15 Ωστόσο, το Hauptzollamt απέρριψε αυτά τα αποδεικτικά μέσα ως μη ικανοποιητικά και εξέδωσε πράξη εισπράξεως της οφειλής εις βάρος της Met-Trans. Αφού δεν ευδοκίμησε η διοικητική ένσταση κατά της πράξεως περί εισπράξεως της οφειλής, ο μεταφορέας άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο έκρινε ότι το Hauptzollamt δεν ήταν αρμόδιο προς έκδοση της πράξεως επειδή η Met-Trans είχε αποδείξει, εντός της προθεσμίας και κατά τρόπο ικανοποιητικό, ότι ο τόπος διαπράξεως της παραβάσεως ήταν το Porto.
16 Πράξη περί εισπράξεως της οφειλής κοινοποιήθηκε επίσης στην εταιρία Sagpol, η οποία δεν είχε εκδηλωθεί εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί.
17 Η εταιρία υπέβαλε διοικητική ένσταση προσκομίζοντας αντίγραφο της φορτωτικής CMR και το σύνολο των εγγράφων που είχε στη διάθεσή της - μεταξύ άλλων τα τιμολόγια καυσίμων - τα οποία θεωρούσε ικανά να αποδείξουν ότι το εμπόρευμα είχε όντως μεταφερθεί στη Μαδρίτη. Επιπροσθέτως, έκανε λόγο για γραπτή μαρτυρία του οδηγού της.
18 Κατόπιν απορρίψεως της διοικητικής της ενστάσεως, η εταιρία προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht το οποίο έκρινε ότι το Hauptzollamt δεν ήταν αρμόδιο προς έκδοση της επίδικης πράξεως περί εισπράξεως της οφειλής, επειδή η Sagpol είχε αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό, εντός των προθεσμιών, ότι ο τόπος διαπράξεως της παραβάσεως ήταν η Μαδρίτη.
19 Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το Hauptzollamt άσκησε αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο πέντε προδικαστικά ερωτήματα.
III - Τα προδικαστικά ερωτήματα
20 Τα ερωτήματα που ανέκυψαν στην υπόθεση Sagpol έχουν ως εξής:
«1) Συμβιβάζεται με τα άρθρα 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και 455, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), το γεγονός ότι στην περίπτωση μη προσκομίσεως των εκτελωνισθέντων προς υπαγωγή στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως αγαθών υπό την κάλυψη δελτίου TIR, η τελωνειακή αρχή του κράτους μέλους αναχωρήσεως τάσσει αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών στον κάτοχο του δελτίου για να αποδείξει επαρκώς τον τόπο της παραβάσεως, με αποτέλεσμα οι αργότερα προσκομιζόμενες αποδείξεις να μην επηρεάζουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους αναχωρήσεως για την είσπραξη των δασμών και φόρων;
Στην περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα: Εντός ποιας προθεσμίας μπορεί ο κάτοχος του δελτίου να αποδείξει τον τόπο της παραβάσεως;
2) Καθόσον η απάντηση των ανωτέρω υποβληθέντων ερωτημάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κάτοχος του δελτίου δεν έχει χάσει την προθεσμία για την απόδειξη του τόπου της παραβάσεως:
Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται ώστε να θεωρείται ως αποδεδειγμένος επαρκώς ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση κατά τη διάρκεια της μεταφοράς εμπορευμάτων υπό την κάλυψη δελτίου TIR (άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93); Αρκούν για την απόδειξη αυτή η δήλωση του κατόχου του δελτίου TIR και η μαρτυρία του οδηγού του φορτηγού οχήματος που εκτέλεσε τη μεταφορά για λογαριασμό του κατόχου του δελτίου TIR ή πρέπει οπωσδήποτε να προσκομισθούν έγγραφα από τα οποία να προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους διαπίστωσαν ότι η παράβαση διαπράχθηκε στο έδαφός τους;
3) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί ότι ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση έχει αποδειχθεί εντός των προθεσμιών βάσει των δηλώσεων του κατόχου του δελτίου TIR και της μαρτυρίας του οδηγού του φορτηγού οχήματος που εκτέλεσε τη μεταφορά:
Έχει το άρθρο 454, παράγραφος 3, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93 την έννοια ότι έχει εφαρμογή ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι δασμοί και φόροι επιβλήθηκαν από το κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε η παράβαση, εντός της οριζόμενης προς τούτο προθεσμίας κατ' εφαρμογήν των άρθρων 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και 455, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, παρά το γεγονός ότι έχει αποδειχθεί επαρκώς ότι, στην πραγματικότητα, η εν λόγω παράβαση διαπράχθηκε σε άλλο κράτος μέλος;»
21 Τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση Met-Trans έχουν ως εξής:
«1) Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται ώστε να θεωρείται ως αποδεδειγμένος κατά ικανοποιητικό τρόπο ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση κατά τη διάρκεια της μεταφοράς εμπορευμάτων υπό την κάλυψη δελτίου TIR [άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, ΕΕ L 253, σ. 1]; Αρκούν για την απόδειξη αυτή η δήλωση του κατόχου του δελτίου TIR και η μαρτυρία του οδηγού του φορτηγού οχήματος που εκτέλεσε τη μεταφορά για λογαριασμό του κατόχου του δελτίου TIR ή πρέπει οπωσδήποτε να προσκομιστούν έγγραφα από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους διαπίστωσαν ότι η παράβαση διαπράχθηκε στο έδαφός τους;
2) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί ότι ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση είναι δυνατό να αποδειχθεί βάσει των δηλώσεων του κατόχου του δελτίου TIR και της μαρτυρίας του οδηγού του φορτηγού οχήματος που εκτέλεσε τη μεταφορά, έχει το άρθρο 454, παράγραφος 3, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 την έννοια ότι έχει εφαρμογή ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η καταβολή των επιβαρύνσεων απαιτήθηκε από το κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε η παράβαση, παρά το γεγονός ότι αποδείχθηκε κατά ικανοποιητικό τρόπο ότι, στην πραγματικότητα, η εν λόγω παράβαση διαπράχθηκε σε άλλο κράτος μέλος;»
22 Από την ανάγνωση των ερωτημάτων που υπέβαλε το Bundesfinanzhof, διαπιστώνεται ευχερώς ότι το δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση Sagpol αντιστοιχεί στο πρώτο ερώτημα της υποθέσεως Met-Trans. Ομοίως, το αντικείμενο του τρίτου ερωτήματος στην υπόθεση Sagpol είναι ταυτόσημο με εκείνο του δευτέρου ερωτήματος που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Met-Trans.
23 Τα πέντε υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα περιορίζονται, τελικά, σε τρία, που αφορούν:
- την προθεσμία αποδείξεως του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως·
- τα επιτρεπόμενα συναφώς μέσα αποδείξεως·
- τις συνέπειες από την αναγνώριση του ικανοποιητικού χαρακτήρα των αποδείξεων που προσκομίζονται μετά τη λήξη της προθεσμίας που θέτει η κανονιστική ρύθμιση.
A - Επί της προθεσμίας αποδείξεως
(Πρώτο υποβληθέν ερώτημα στην υπόθεση Sagpol)
24 Με το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof ερωτά, ουσιαστικά, αν το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία παρτίδα εμπορευμάτων τελούσα υπό καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως υπό την κάλυψη δελτίου TIR δεν προσκομίστηκε στο τελωνείο προορισμού, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως δικαιούνται να τάξουν στον κάτοχο του δελτίου αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών για την προσκόμιση ικανοποιητικής αποδείξεως του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως.
25 Το Bundesfinanzhof επιθυμεί να γνωρίζει, επιπλέον, αν τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζονται εν συνεχεία δεν θίγουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους αναχωρήσεως όσον αφορά την είσπραξη των δασμών.
26 Το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι, παρόλον ότι οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής παραπέμπουν στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR, είναι ωστόσο αμφίβολο αν η προθεσμία του άρθρου 11, παράγραφος 1, μπορεί να εφαρμοσθεί ως προς την απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως. Τις αμφιβολίες του τις στηρίζει σε διάφορες σκέψεις που αντλούνται από το ίδιο το γράμμα των εν λόγω άρθρων. Παρατηρεί ότι η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR είναι προθεσμία την οποία πρέπει να τηρούν οι τελωνειακές αρχές, ενώ η προθεσμία του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να τηρείται από τον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής. Επιπροσθέτως, η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR δεν αρχίζει να τρέχει με την ανακοίνωση των τελωνειακών αρχών προς τον εγγυοδοτικό οργανισμό, αλλά κατά τη λήψη του δελτίου TIR, ενώ η προθεσμία που προβλέπεται κατά το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής δεν θα πρέπει λογικά να αρχίζει να τρέχει παρά μόνον από τη στιγμή της ανακοινώσεως στην οποία προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές.
27 Η επιχείρηση Sagpol ισχυρίζεται ότι, αφού τόσο το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, όσο και το άρθρο 455, παράγραφος 1, παραπέμπουν στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR, η προθεσμία εντός της οποίας ο κάτοχος του δελτίου TIR μπορεί να προσκομίσει την απόδειξη διαπράξεως της παραβάσεως πρέπει να είναι ένα έτος.
28 Αντιθέτως, η Επιτροπή και οι κυβερνήσεις οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις επικαλούνται μια διοικητική συμφωνία κατά την οποία τα κράτη μέλη συμφώνησαν ότι η προθεσμία αποδείξεως είναι τριών μηνών. Αυτό αντιστοιχεί, εξάλλου, με την προθεσμία που ορίζει, όσον αφορά το καθεστώς κοινοτικής εξωτερικής διαμετακομίσεως, το άρθρο 379 του κανονισμού, καθώς και προς την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων, δεδομένου ότι μακρότερη προθεσμία θα μπορούσε να εμποδίσει την είσπραξη των δασμών για λόγους παραγραφής.
Εκτίμηση
29 Είναι αναμφισβήτητο ότι οι εξεταζόμενες διατάξεις είναι συγκεχυμένες και ότι η Επιτροπή ορθώς ομιλεί συναφώς περί «νομικής ολιγωρίας».
30 Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι:
«ιΟταν δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το έδαφος στο οποίο διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία, θεωρείται ότι αυτή διεπράχθη στο κράτος μέλος όπου διεπιστώθη, εκτός εάν, εντός προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 455, παράγραφος 1, δεν αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές, η κανονικότητα της πράξης ή ο τόπος όπου η παράβαση ή η παρατυπία πράγματι διεπράχθη.»
31 Από την ίδια τη φρασεολογία της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωκε η απόδειξη ως προς την κανονικότητα της πράξεως και η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας να διέπονται από την ίδια προθεσμία.
32 Το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 455, παράγραφος 1, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας συμβάσεως TIR.
33 ςΟμως, το άρθρο 455, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι «η απόδειξη για την κανονικότητα της πράξης [...] κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο» πρέπει να προσκομίζεται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR.
34 Η καθαρά μηχανική εφαρμογή των διαδοχικών παραπομπών καταλήγει έτσι σε παράλογη κατάσταση στην οποία η προθεσμία που πρέπει να τηρηθεί υπόκειται, συγχρόνως, σε διαφορετική διάρκεια, ανάλογα με το αν η παραπομπή που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι εκείνη του άρθρου 11, παράγραφος 1, ή του άρθρου 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR.
35 Επομένως, πρέπει κατ' ανάγκη να συναχθεί ότι οι συντάκτες του κανονισμού εφαρμογής υπέπεσαν σε ένα από τα εξής δύο σφάλματα:
- κακώς προέβλεψαν στο άρθρο 454, παράγραφος 3, ότι η προθεσμία για την απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως έπρεπε επίσης να είναι εκείνη στην οποία παραπέμπει το άρθρο 455, παράγραφος 1, δηλαδή εκείνη του άρθρου 11, παράγραφος 1, της συμβάσεως TIR· στην περίπτωση αυτή, η πραγματική τους βούληση δεν ήταν να θέσουν την ίδια προθεσμία για τις δύο αποδείξεις.
- κακώς προέβλεψαν στο άρθρο 455, παράγραφος 2, ότι η προθεσμία αποδείξεως της κανονικότητας της πράξεως πρέπει να είναι εκείνη που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR.
36 Αρκετά στοιχεία τείνουν να καταδείξουν ότι διαπράχθηκε το πρώτο από τα δύο αυτά σφάλματα.
37 Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο του άρθρου 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής δεν έχει καμιά άμεση σχέση με το περιεχόμενο του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο.
38 Πράγματι, το άρθρο 455, παράγραφος 1, ουδαμού αναφέρει την προθεσμία αποδείξεως της κανονικότητας της πράξεως ή του τόπου της παραβάσεως.
39 ςΟπως υπογραμμίζει το Bundesfinanzhof, η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά την προθεσμία εντός της οποίας οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να ανακοινώσουν στον κάτοχο του δελτίου TIR και στον εγγυοδοτικό οργανισμό την πληροφορία ότι κατά ή επ' ευκαιρία μεταφοράς πραγματοποιηθείσας υπό την κάλυψη δελτίου TIR διαπράχθηκε παράβαση ή παρατυπία.
40 Αν δεν υπήρχε η παραπομπή που γίνεται με το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 455, παράγραφος 1, ουδείς θα σκεφτόταν επομένως να αναφερθεί στην τελευταία αυτή παράγραφο προκειμένου να αναζητήσει σ' αυτήν την προθεσμία αποδείξεως της κανονικότητας της πράξεως ή του τόπου της παραβάσεως.
41 Αντιθέτως, η σχέση μεταξύ του περιεχομένου του άρθρου 455, παράγραφος 2, και εκείνου του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, είναι οφθαλμοφανής.
42 Πράγματι, το άρθρο 455, παράγραφος 2, αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στο πρόβλημα του προσδιορισμού της προθεσμίας αποδείξεως της κανονικότητας της πράξεως υπό την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο.
43 Επομένως, δικαιούμεθα να καταλήξουμε στο ότι εξ αβλεψίας ο νομοθέτης παρενέβαλε, στο άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, την παραπομπή στο άρθρο 455, παράγραφος 1, και ότι η παραπομπή αυτή έπρεπε να γίνει στο άρθρο 455, παράγραφος 2.
44 Ως εκ τούτου, τόσο για την προθεσμία αποδείξεως της κανονικότητας της διαδικασίας όσο και για την προθεσμία αποδείξεως του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως, πρέπει να γίνεται αναφορά στο άρθρο 455, παράγραφος 2, και στην παραπομπή που γίνεται με αυτό προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR.
45 To Bundesfinanzhof παρατηρεί, ωστόσο, ότι «ούτε από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμφωνίας TIR [...] μπορεί να συναχθεί προθεσμία χρήσιμη για τη ρύθμιση αρμοδιότητας, διότι το άρθρο αυτό προϋποθέτει την έκδοση αποφάσεως περί φόρων και δασμών από αρμόδια αρχή».
46 Η Επιτροπή συμμερίζεται αυτή τη σκέψη του Bundesfinanzhof αναφέροντας ότι:
«[...] το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR, στο οποίο αναφέρεται η εν λόγω παράγραφος, δεν επιτρέπει να συναχθεί καμιά χρήσιμη προθεσμία προκειμένου να προσδιορισθεί ποια είναι η αρμόδια αρχή - όπως καλώς εξήγησε ήδη το Bundesfinanzhof με τη διάταξή του περί παραπομπής - καθόσον προϋποθέτει ότι η πράξη περί εισπράξεως δασμών εκδόθηκε από αρμόδια αρχή.»
47 Ωστόσο, υπάρχει μία διάταξη η οποία, κατά την άποψή μου, ρυθμίζει το ζήτημα της αρμοδιότητας. Το άρθρο 215, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«ςΟταν ένα τελωνειακό καθεστώς δεν έχει εκκαθαρισθεί όσον αφορά συγκεκριμένο εμπόρευμα, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννήθηκε:
- στον τόπο όπου το εμπόρευμα υπήχθη υπό το εν λόγω καθεστώς.»
48 Η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει σαφώς ότι η τελωνειακή αρχή του τόπου όπου γεννήθηκε η οφειλή είναι επίσης αρμόδια να υπολογίσει το ακριβές ύψος της οφειλής και να την εισπράξει, δεν βλέπω όμως πως θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά (4).
49 Επομένως, το τελωνείο αναχωρήσεως είναι αρμόδιο να προβαίνει στην είσπραξη των δασμών και επιβαρύνσεων που επιβάλλονται σε μη εκκαθαρισθείσα πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως.
50 Πάντως, το άρθρο 454 του κανονισμού εφαρμογής παρέχει ακόμη στον κάτοχο του δελτίου TIR (και λογικά επίσης στον εγγυοδοτικό οργανισμό) τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την αρμοδιότητα του τελωνείου αναχωρήσεως (5) αποδεικνύοντας ότι η πράξη εκκαθαρίσθηκε ωστόσο ή η παράβαση διαπράχθηκε σε συγκεκριμένο τόπο.
51 Επομένως, ως αρχή του κράτους «αρμόδιου μέχρις αποδείξεως του εναντίου», το τελωνείο εκκινήσεως μπορεί να θέσει σε κίνηση την προθεσμία κατά την οποία μπορεί να προσκομισθεί η απόδειξη ως προς την αρμοδιότητα άλλου κράτους μέλους.
52 Η προθεσμία αυτή μπορεί να συναχθεί, όπως παρατήρησα ανωτέρω, από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της συμβάσεως TIR.
53 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή της χώρας αναχωρήσεως θα απευθύνει στον εγγυοδοτικό οργανισμό την αίτηση πληρωμής των οφειλομένων ποσών «το ενωρίτερο σε τρείς μήνες, υπολογιζομένων από την ημερομηνία κατά την οποία ο οργανισμός αυτός ειδοποιήθηκε ότι το δελτίο δεν εκκαθαρίσθηκε».
54 εΕτσι, ο εγγυοδοτικός οργανισμός έχει αυτομάτως προθεσμία τριών μηνών για να αποδείξει την κανονικότητα της πράξεως ή τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως αφού, πριν τη λήξη μιας τέτοιας προθεσμίας, δεν μπορεί να του απευθυνθεί καμιά αίτηση πληρωμής.
55 Βεβαίως, το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεν προβλέπει ότι το τελωνείο αναχωρήσεως οφείλει να τάξει στον εγγυοδοτικό οργανισμό ή στον κάτοχο του δελτίου TIR προθεσμία τριών μηνών, αλλά του επιτρέπει ασφαλώς να το πράξει, καθόσον μια τέτοια προθεσμία συνάγεται έμμεσα από την απαγόρευση να του απευθύνει αίτηση πληρωμής προτού λήξει η προθεσμία αυτή.
56 Επιπροσθέτως, η ίδια λύση προκύπτει με μια κατ' αναλογία συλλογιστική που μπορεί να γίνει σε σχέση με το εξωτερικό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως (6). Η ασκούσα επιρροή διάταξη του καθεστώτος αυτού, δηλαδή το άρθρο 379, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«Η ανακοίνωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στο τελωνείο αναχώρησης η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρείς μήνες από την ημερομηνία της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 [...]».
57 Υπενθυμίζω, εξάλλου, ότι, αν δεν είχαν ήδη τεθεί υπό την κάλυψη του δελτίου TIR στην Πολωνία, τα εμπορεύματα προελεύσεως αυτής της τρίτης χώρας και προοριζόμενα να προωθηθούν σε συγκεκριμένο τόπο του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους υπό καθεστώς διαμετακομίσεως θα υποβάλλονταν στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
58 Αν έπρεπε να εφαρμοσθεί μακρότερη προθεσμία στο πλαίσιο του καθεστώτος TIR, αυτό μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να ενθαρρύνει την προσφυγή στο καθεστώς αυτό με μοναδικό σκοπό να αποφευχθεί η εφαρμογή των περισσότερο αυστηρών διατάξεων του άρθρου 379, παράγραφος 2.
59 Τέλος, το Bundesfinanzhof και η Επιτροπή πληροφορούν το Δικαστήριο ότι για λόγους σαφήνειας, τα κράτη μέλη συνήψαν διοικητική συμφωνία η οποία έγινε δεκτή από την επιτροπή διαμετακομίσεως της Κοινότητας. Κατά τη συμφωνία αυτή, τα κράτη μέλη δέχονται ότι στο πλαίσιο της διαμετακομίσεως TIR η προθεσμία αποδείξεως της κανονικότητας της πράξεως είναι τρείς μήνες. Η συμφωνία αυτή καταχωρήθηκε στη «συλλογή διοικητικών συμφωνιών». Επισυνάπτεται στο υπόμνημα της Επιτροπής.
60 Το Bundesfinanzhof και η Επιτροπή παραπέμπουν ακόμη σε έγγραφο το οποίο η Επιτροπή απηύθηνε στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, στις 16 Μαρτίου 1998, κατά το οποίο η προθεσμία που ορίζει η διοικητική συμφωνία πρέπει επίσης να έχει εφαρμογή στην απόδειξη του τόπου της παραβάσεως.
61 Φυσικά, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ως προς τη νομική αξία τέτοιων κατευθυντήριων γραμμών ή ενός τέτοιου εγγράφου που εκδόθηκαν χωρίς καμιά δημοσιότητα και που, εκτός όλων των κανονικών μηχανισμών οι οποίοι επιτρέπουν στον κοινοτικό νομοθέτη να νομοθετεί, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν αν όχι για την πλήρωση των κενών των κανονισμών, τουλάχιστον για την ερμηνεία αυτών.
62 Ωστόσο, δεδομένου ότι εκφράζουν ομοφώνως τη γνώμη των μελών του Συμβουλίου, συντάκτη του τελωνειακού κώδικα, και της Επιτροπής, συντάκτη του κανονισμού εφαρμογής του κώδικα αυτού, οι κατευθυντήριες γραμμές επιβεβαιώνουν ότι η ανωτέρω ερμηνεία που προτείνω στο Δικαστήριο ανταποκρίνεται στη βούληση των συντακτών τους.
63 Επομένως, δεν εκπλήσσει το ότι οι κυβερνήσεις οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με το πρώτο ερώτημα, δηλαδή η Γαλλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση και, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση, πρότειναν να δοθεί θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
64 Τέλος, όσον αφορά τις παρατηρήσεις της επιχειρήσεως Sagpol, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτή δεν προέβαλε ισχυρισμούς αντλούμενους από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του καθεστώτος TIR ικανούς να αποδείξουν ότι πρέπει να εφαρμοσθεί, στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, προθεσμία αποδείξεως διαφορετική από εκείνη που είχε εφαρμογή στο πλαίσιο του καθεστώτος εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
65 Οι αρχές της αναλογικότητας, της ασφαλείας δικαίου και της ίσης μεταχειρίσεως, που επικαλείται η Sagpol, δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να δώσει διαφορετική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
66 Επιχείρηση διεθνών μεταφορών η οποία χρησιμοποιεί το καθεστώς TIR οφείλει να γνωρίζει ότι το πρώτο καθήκον της είναι να φέρει τούτο σε αίσιον πέρας προσκομίζοντας τα εμπορεύματα σε τελωνείο εντός της χώρας προορισμού. Δεδομένου ότι ο πίνακας των τελωνείων αυτών είναι διαθέσιμος τουλάχιστον στο τελωνείο αναχωρήσεως, η επιχείρηση οφείλει να δώσει στον οδηγό της την ακριβή διεύθυνση του τελωνείου αυτού και να τον διατάξει να μην αφαιρέσει τις σφραγίδες προτού λάβει προς τούτο την άδεια στο τελωνείο αυτό. Θεωρείται επίσης ότι η επιχείρηση γνωρίζει τις συνέπειες που απορρέουν γι' αυτήν από τη μη εκκαθάριση του καθεστώτος TIR. Πρέπει κατ' ανάγκην να συναγάγει από όλες αυτές τις υποχρέωσεις ότι, σε περίπτωση παραβάσεως ή παρατυπίας, έχει το καθήκον να υποβάλει, το συντομότερο δυνατόν, τον μέγιστο αριθμό αποδεικτικών στοιχείων που είναι ικανά να αποδείξουν τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας. Ο καθορισμός τρίμηνης προθεσμίας για τη συλλογή και προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων δεν μπορεί, επομένως, να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας.
67 Ως προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου, και αυτή επιβάλλει η κατάληξη πράξεως του είδους αυτού να διασαφηνισθεί το συντομώτερο δυνατόν, σ' αυτό δε συμβάλλει ο καθορισμός της τρίμηνης προθεσμίας.
68 Τέλος, δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι οι ίδιοι κανόνες έχουν εφαρμογή σε όλους τους μεταφορείς οι οποίοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.
69 Στο πλαίσιο του ιδίου ερωτήματος, το Bundesfinanzhof ερωτά επίσης αν το δικαίωμα ενός κράτους μέλους να καθορίζει μια τέτοια αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών έχει ως συνέπεια τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζονται εν συνεχεία να μη θίγουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους αναχωρήσεως όσον αφορά την είσπραξη των δασμών.
70 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, αν, με τη λήξη αυτής της περιόδου τριών μηνών, δεν αποδείχθηκε ο τόπος διαπράξεως της παραβάσεως ή αν τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύουν κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις «τελωνειακές αρχές» τον τόπο της παραβάσεως, η αρμοδιότητα του κράτους μέλους του τελωνείου αναχωρήσεως αποδεικνύεται οριστικά, πράγμα που επιτρέπει σ' αυτό το κράτος μέλος να εισπράξει τους οφειλόμενους δασμούς και επιβαρύνσεις.
71 Αφού δεν αμφισβητείται ότι οφείλεται η πληρωμή των φορολογικών επιβαρύνσεων και ότι το πρόβλημα αφορά αποκλειστικά την εξακρίβωση του κράτους μέλους το οποίο δικαιούται να τις εισπράξει, η αποτελεσματικότητα του συστήματος αυτού απαιτεί όπως οι προσκομιζόμενες «μεταγενέστερα» αποδείξεις, δηλαδή μετά την παρέλευση των τριών μηνών, δημιουργούν μόνον υποχρέωση μεταφοράς μεταξύ κρατών μελών και αποδόσεως στον επιχειρηματία στην περίπτωση κατά την οποία κατεβλήθησαν μεγαλύτερες επιβαρύνσεις.
72 Τα συμφέροντα του επιχειρηματία διαφυλάσσονται, εν πάση περιπτώσει, όταν αποδεικνύεται, έστω και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριών μηνών, ότι στην πραγματικότητα οι δασμοί και επιβαρύνσεις κατεβλήθησαν στη χώρα προορισμού των εμπορευμάτων.
73 Πράγματι, στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερη φράση, της συμβάσεως TIR, από το οποίο προκύπτει ότι «τα καταβληθέντα ποσά αποδίδονται στον εγγυοδοτικό οργανισμό αν, εντός δύο ετών από την ημερομηνία της αιτήσεως πληρωμής, αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές ότι δεν διεπράχθη καμιά παρατυπία όσον αφορά την οικεία μεταφορά».
74 Στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος θα εξετάσω την κατάσταση κατά την οποία τα προσκομισθέντα εντός της προθεσμίας αποδεικτικά στοιχεία, αλλά θεωρηθέντα ως μη ικανοποιητικά από τις τελωνειακές αρχές, κρίθηκαν παρά ταύτα ως ικανοποιητικά από το δικαστήριο μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών.
75 Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof στην υπόθεση Sagpol, να απαντήσει ως εξής:
«Δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, το γεγονός ότι, στην περίπτωση κατά την οποία παρτίδα εμπορευμάτων που τελούν υπό το καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως, υπό την κάλυψη δελτίου TIR, δεν προσκομίσθηκε στο τελωνείο προορισμού, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως τάσσουν στον κάτοχο του δελτίου TIR αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών για να αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως, με αποτέλεσμα οι αργότερα προσκομιζόμενες αποδείξεις να μην επηρεάζουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους αναχωρήσεως για την είσπραξη των δασμών.»
Β - Ως προς τα επιτρεπόμενα μέσα αποδείξεως
(Πρώτο ερώτημα στην υπόθεση Met-Trans και δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση Sagpol)
76 Το Bundesfinanzhof θέλει να γνωρίζει ποια είναι η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως κατά τη διάρκεια μεταφοράς υπό την κάλυψη του δελτίου TIR που πρέπει να θεωρηθεί ως ικανοποιητική κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο του κανονισμού εφαρμογής. Ερωτά αν οι δηλώσεις του κατόχου του δελτίου και η μαρτυρία του οδηγού του φορτηγού που πραγματοποίησε τη μεταφορά για λογαριασμό του πρώτου αρκούν για την απόδειξη αυτή ή αν η απόδειξη μπορεί μόνο να γίνει με έγγραφα από τα οποία να προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους διαπίστωσαν ότι η παράβαση διαπράχθηκε στο έδαφός τους.
77 Αρχίζω με τη διασαφήνιση δύο σημείων τα οποία θα χρησιμοποιηθούν ως βάση της συλλογιστικής μου.
78 Το Bundesfinanzhof διαπιστώνει, στο σημείο II, στοιχείο 4β, της διατάξεώς του στην υπόθεση Met-Trans, «ότι τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επιτρέπονται προς απόδειξη του τόπου όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση δεν προβλέπονται ειδικά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 455, παράγραφος 3, του κανονισμού 2454/93, όσον αφορά την απόδειξη της νομότυπης εκτελέσεως της μεταφοράς υπό την κάλυψη δελτίου TIR. Επομένως, κατά το γράμμα της οικείας διατάξεως, επιτρέπονται όλα τα αποδεικτικά μέσα με τα οποία αποδεικνύεται με πιθανότητα εγγίζουσα τα όρια της βεβαιότητας ότι η παράβαση διαπράχθηκε σε ορισμένο τόπο». Το Bundesfinanzhof εξηγεί στη συνέχεια γιατί θεωρεί ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα δεν έπρεπε πάντως να επιτρέπονται, επί του σημείου δε αυτού θα επικεντρωθεί ουσιαστικά η εξέταση που ακολουθεί.
79 Στο στάδιο αυτό, ωστόσο, μπορώ ήδη να δεχθώ, συμφωνώντας με το Bundesfinanzhof, ότι τα έγγραφα που προβλέπει το άρθρο 455, παράγραφος 3, αφορούν μόνον την απόδειξη κανονικότητας της πράξεως και ο κανονισμός δεν προβλέπει άλλα για την απόδειξη του τόπου της παραβάσεως. ςΑλλωστε, αυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
80 Δεύτερον, πρέπει να εξετασθεί αν είναι δυνατό το Δικαστήριο να προσανατολίσει το Bundesfinanzhof σχετικά με το περιεχόμενο που πρέπει να δοθεί στη φράση «glaubhaft nachweisen» (κατά λέξη: να προσκομισθεί αξιόπιστη απόδειξη), έννοια η οποία αποδόθηκε στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις με τη φράση «να προσκομισθεί απόδειξη ικανοποιητική για τις τελωνειακές αρχές».
81 Το Bundesfinanzhof παρατηρεί ότι στη γερμανική απόδοση του άρθρου 378, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σχετικά με την εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση, ο όρος «glaubhaft» δεν περιλαμβάνεται. Από αυτό συνάγει ότι στην περίπτωση αυτή ο επιχειρηματίας οφείλει να προσκομίσει την πλήρη απόδειξη του ισχυρισμού του (δεδομένου ότι ο όρος «Nachweis» είναι, φαίνεται, ισχυρότερος του «glaubhafter Nachweis»). υΟμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στα πλαίσια του καθεστώτος TIR μπορεί να επιβάλλονται μικρότερες απαιτήσεις όσον αφορά την απόδειξη διαπράξεως της παραβάσεως. Το Bundesfinanzhof καταλήγει ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο επιχειρηματίας πρέπει επομένως να δημιουργήσει στις αρχές «την εντύπωση ότι η αλήθεια των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας» (die an Sicherheit grenzende Wahrscheinlichkeit) και όχι μόνον «την εντύπωση ότι, κατά πάσα πιθανότητα», τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά είναι αληθή (den Eindruck der όberwiegenden Wahrscheinlichkeit), κατά την έννοια του γερμανικού αστικού δικαίου.
82 Ωστόσο, δεν νομίζω ότι είναι δυνατή μια τέτοια λεπτή ερμηνεία των οικείων διατάξεων, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις είναι εξίσου αυθεντικές και ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συμπίπτουν εξ ολοκλήρου.
83 υΕτσι, για παράδειγμα, διαπιστώνεται ότι στην αγγλική, ισπανική, γαλλική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική απόδοση του άρθρου 378, παράγραφος 1, περιλαμβάνονται οι λέξεις «κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές» (7) που αντιστοιχούν στον όρο «glaubhaft».
84 Εν συνεχεία, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, σχετικά με την ίδια διατύπωση «κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές», που υπήρχε επίσης στο άρθρο 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 79/623/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1979, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων όσον αφορά τις τελωνειακές οφειλές (8), καταργηθείσα στο μεταξύ, το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 24 της αποφάσεώς του της 17ης Σεπτεμβρίου 1996 (9) ότι «το τμήμα της φράσεως [...] επαρκώς κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών [...] από το άρθρο 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 79/623, καθεαυτό περιττό, απλώς δίνει έμφαση στην υποχρέωση εξετάσεως που έχουν, εν πάση περιπτώσει, οι αρμόδιες εθνικές αρχές, υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων».
85 Η γερμανική απόδοση του άρθρου 2, στοιχείο δδ, της οδηγίας 79/623 δεν χρησιμοποιούσε τον όρο «glaubhaft» για να αποδώσει την ιδέα του «επαρκώς», αλλά διελάμβανε: «[...] es sei denn, daί sich diese Unterlassungen nachweislich auf die ordnungsgemδίe Abwicklung der betreffenden vorόbergehenden Verwahrung oder des betreffenden Zollverfahrens nicht wirklich ausgewirkt haben».
86 Επομένως, δεν πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στον όρο «glaubhaft», όπως αυτός περιλαμβάνεται στο άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής. Πρέπει ολόκληρο το χωρίο να νοηθεί υπό την έννοια ότι τα προσκομιζόμενα στοιχεία προς απόδειξη του τόπου παραβάσεως δεν θα λαμβάνονται υπόψη εφόσον δεν είναι πειστικά. Απόδειξη η οποία δεν μπορεί να πείσει τις τελωνειακές αρχές, καθώς και τα δικαιοδοτικά όργανα που τις ελέγχουν, δεν αποτελεί απόδειξη. Αν το κριτήριο που συνήγαγε συναφώς η γερμανική νομολογία είναι εκείνο «της πιθανότητας εγγίζουσας τα όρια της βεβαιότητας», δεν βλέπω ποιος θα αντιτασσόταν στην εφαρμογή του στο πλαίσιο του άρθρου 454.
87 Απομένει να διευκρινισθεί αν είναι δυνατό να συναχθεί από τα άρθρα 454 και 455 ότι μόνον ορισμένα αποδεικτικά μέσα επιτρέπονται προς απόδειξη «ικανοποιητική» για τις τελωνειακές αρχές ότι η παράβαση διαπράχθηκε σε συγκεκριμένο τόπο.
88 Επειδή τόσο η αρμοδιότητα των κρατών μελών προς είσπραξη της τελωνειακής οφειλής όσο και το ύψος της τελωνειακής οφειλής εξαρτώνται από την απόδειξη αυτή, το Bundesfinanzhof διερωτάται αν οι δηλώσεις του κατόχου του δελτίου TIR, οι μαρτυρίες και έγγραφα, όπως τιμολόγια και εντολές μεταφοράς, είναι ικανοποιητικές αποδείξεις, καθόσον εκφεύγουν «εν πολλοίς από τον αντικειμενικό δικαστικό έλεγχο». Το Bundesfinanzhof προβάλλει ότι «η είσπραξη των εισαγωγικών δασμών σε περίπτωση παραβάσεως πρέπει να διασφαλισθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό», πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί μόνον αν «η απόδειξη περί του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως είναι δεσμευτική όχι μόνο για το κράτος μέλος όπου η παράβαση διαπιστώθηκε αρχικά, αλλά και για το κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο τόπος όπου αυτή πράγματι διαπράχθηκε». Το Bundesfinanzhof θεωρεί, επομένως, ότι πρέπει να καταστεί αντικειμενική η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως επιτρέποντας «σύμφωνα με τον σκοπό της διατάξεως, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 455, παράγραφος 3, όσον αφορά την απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως, ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα» τα οποία μπορούσαν «να είναι τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους διαπίστωσαν ότι η παράβαση σε σχέση με τη μεταφορά υπό την κάλυψη του οικείου δελτίου TIR διαπράχθηκε πράγματι στο έδαφός τους».
89 Η Γαλλική, η Ολλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή συμμερίζονται την άποψη του Bundesfinanzhof.
90 Η Σουηδική Κυβέρνηση προβάλλει, αντιθέτως, ότι «το γεγονός ότι πρέπει να δοθούν στις τελωνειακές αρχές [...] ικανοποιητικά στοιχεία ως προς τον τόπο της διαπραχθείσας παραβάσεως ή παρατυπίας, συνεπάγεται καθαυτό ότι πρέπει να υπάρχει θέση για διάφορα μέσα αποδείξεως και διαφορετικές εκτιμήσεις αυτών των μέτρων αποδείξεως».
91 Δεν είναι δυνατό να γίνει παραλληλισμός μεταξύ του άρθρου 454 και του άρθρου 455, παράγραφος 3, διότι οι δύο αυτές διατάξεις σκοπούν διαφορετικές καταστάσεις και το άρθρο 455, παράγραφος 3, δεν αποτελεί καν εξαντλητική διάταξη στον τομέα των επιτρεπόμενων αποδεικτικών μέσων.
92 Ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως στον κοινοτικό κανονισμό σχετικά με το τι νοείται ως «απόδειξη, ικανοποιητική για τις [...] αρχές», στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου, αυτό που πρέπει να θεωρείται ως προσκομισθείσα απόδειξη ικανοποιητική για τις αρχές και δεν πρέπει, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, να περιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα στο μόνο επίσημο έγγραφο που προτείνει το Bundesfinanzhof όταν ένας τέτοιος περιορισμός δεν προκύπτει από την ίδια τη νομική πράξη. Αν το δικαίωμα προσκομίσεως των αποδείξεων πρέπει να περιορισθεί κατά οποιονδήποτε τρόπο, επιβάλλεται στην περίπτωση αυτή η παρέμβαση του νομοθέτη.
93 Με τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Δανική Κυβέρνηση δήλωσε ότι συμμερίζεται κατά το ουσιώδες την άποψη που εξέφρασε η Σουηδική Κυβέρνηση και οι αναιρεσίβλητες επιχειρήσεις της κύριας δίκης. Η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να δεχθεί ότι είναι δυνατόν από τη φράση «ικανοποιητική για τις τελωνειακές αρχές» να συναχθεί επιδείνωση του βάρους αποδείξεως.
94 ςΟταν δεν υπάρχει ρητή υποχρέωση κατά το κοινοτικό δίκαιο, είτε στην οικεία πράξη είτε στη νομολογία του Δικαστηρίου, απόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις αναγκαίες αποδείξεις στο πλαίσιο του δικονομικού τους δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζουν τα ίδια κριτήρια με εκείνα που εφαρμόζουν ως προς την είσπραξη των εθνικών φόρων.
95 Το να γίνουν δεκτά, ως αποδεικτικά στοιχεία, μόνον τα επίσημα έγγραφα που προέρχονται από τις αρχές του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται θα σήμαινε ότι απαιτείται το αδύνατο. Ούτε είναι ευχερές να καθορισθεί τι πρέπει να νοείται ως αντικειμενικό και ως υποκειμενικό μέσο αποδείξεως.
Εκτίμηση
96 Το κατ' αναλογίαν σκεπτικό που μας προτείνουν αρκετές κυβερνήσεις και η Επιτροπή δεν με πείθει. Η ανάλυση της λογικής δομής των άρθρων 454 και 455 υποβάλλει ένα σκεπτικό a contrario μάλλον παρά σκεπτικό κατ' αναλογίαν.
97 Το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, προβλέπει ότι η παράβαση θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε, εκτός εάν αποδεικνύεται κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές,
- η κανονικότητα της πράξεως
- ή ο τόπος όπου η παράβαση ή η παρατυπία διαπράχθηκε.
98 Το άρθρο 455, παράγραφος 3, μας πληροφορεί εν συνεχεία ότι η απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως μπορεί, ειδικότερα, να προσκομισθεί με τα έγγραφα που το άρθρο αυτό απαριθμεί. Αντιθέτως, δεν υπάρχει πουθενά ένδειξη όσον αφορά τον τρόπο αποδείξεως του τόπου της παραβάσεως.
99 Ενόψει των διατάξεων αυτών, η πλέον λογική αντίδραση είναι να καταλήξει κανείς ότι η απόδειξη του τόπου της παραβάσεως ή της παρατυπίας πρέπει, επομένως, να προσκομισθεί επίσης με έγγραφα (σκεπτικό κατ' αναλογία) ή ότι η απόδειξη του τόπου της παρατυπίας δεν χρειάζεται να γίνει με τη βοήθεια εγγράφων, καθόσον η διάταξη δεν προβλέπει κάτι τέτοιο και ότι ακόμη και η απόδειξη της κανονικότητας της πράξεως μπορούσε, κατά τον χρόνο των περιστατικών, να προσκομισθεί με άλλα μέσα (σκεπτικό a contrario); Κατ' εμέ, προφανώς η δεύτερη απάντηση πρέπει να γίνει δεκτή.
100 Το 1997 (10), η Επιτροπή περιόρισε τους τρόπους αποδείξεως της κανονικότητας των πράξεων στα αναφερθέντα έγγραφα, εξαλείφοντας τη λέξη «ειδικότερα». αΗταν ευκαιρία γι' αυτήν να καθιερώσει επίσης την αρχή της αποδείξεως του τόπου της παρατυπίας με επίσημο έγγραφό της.
101 Τα προβληθέντα επιχειρήματα υπέρ της λύσεως αυτής στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας - και τα οποία δεν στερούνται αξίας - ασφαλώς ήσαν ήδη γνωστά τότε. Αφού κάτι τέτοιο δεν συνέβη, επιτρέπεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρχε η βούληση να διατηρηθεί, συναφώς, κάποια ευελιξία, ειδικότερα για να παρέχεται η δυνατότητα στον καλόπιστο μεταφορέα να απαλλάσσεται της κατηγορίας.
102 ςΕτσι, με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Sagpol, το Finanzgericht υπενθύμισε, επομένως, ότι, από τη στιγμή που ο τόπος διαπράξεως της παραβάσεως μπορεί να προσδιορισθεί, ο καλόπιστος μεταφορέας έχει γενικώς υπαρξιακό συμφέρον, όπως, ως προς το ζήτημα αυτό, οι ευθυνόμενοι για την απάτη οι οποίοι μπορεί, σε τελική ανάλυση, να θεωρηθούν ως εις ολόκληρον οφειλέτες βάσει του άρθρου 213 του τελωνειακού κώδικα (11), να εξακριβωθούν.
103 Εξάλλου, επιβάλλεται να αναγνωρισθεί ότι, αφενός, είναι πάρα πολύ δυσχερές για μια επίσημη αρχή να προσκομίσει την απόδειξη του τόπου της παραβάσεως την οποία - εξ ορισμού - φρόντισαν να της αποκρύψουν, και αφετέρου, δεν είναι εντελώς αδύνατο να αποδειχθεί ο τόπος διαπράξεως της παραβάσεως με διάφορα αποδεικτικά μέσα.
104 Συγκεκριμένα, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι τελωνειακές αρχές ή η αστυνομία της χώρας όπου (υποτίθεται ότι) διαπράχθηκε η παράβαση θα είναι σε θέση να πιστοποιήσουν, για παράδειγμα,
- ότι τα εμπορεύματα ανακαλύφθηκαν στο υπόστεγο μιας ύποπτης εταιρίας η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την πληρωμή των δασμών και των επιβαρύνσεων και η οποία προσπαθούσε να τα διοχετεύσει εκτός των κανονικών εμπορικών κυκλωμάτων·
- ότι είχαν συλληφθεί πρόσωπα διότι είχε διαπιστωθεί ότι κατασκεύασαν στολές τελωνειακών και κύβδιλες σφραγίδες για να προβούν σε ψευδή εκτελωνισμό μιας μεταφοράς TIR·
- ότι διώκονται τελωνειακοί επειδή φέρονται ως ύποπτοι δωροδοκίας εκ μέρους εγκληματιών επιχειρηματιών για να προβούν σε ψευδείς εκτελωνισμούς χωρίς είσπραξη δασμών και επιβαρύνσεων.
105 Αντιθέτως, έστω και αν οι δηλώσεις του κατόχου του δελτίου και η μαρτυρία του οδηγού του φορτηγού δεν είναι κατ' ανάγκην αξιόπιστες, δεν θα πρέπει να αποκλείεται ότι η αρμόδια αρχή μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αποδείχθηκε, κατά τρόπο ικανοποιητικό, ότι η παράβαση ή η παρατυπία διαπράχθηκαν σε συγκεκριμένο τόπο όταν βρίσκεται ενώπιον πλειόνων συντρεχουσών ενδείξεων όπως:
- η εξακρίβωση του τόπου προορισμού στο δελτίο TIR·
- η ύπαρξη εντολών και τιμολογίων μεταφοράς·
- οι δηλώσεις του κατόχου του δελτίου και του οδηγού που έχουν μεγάλη αξιοπιστία·
- τα τιμολόγια καυσίμων και διοδίων αυτοκινητοδρόμου·
- η ολική έλλειψη στοιχείων που να δείχνουν ότι το εμπόρευμα μπορούσε ήδη να εκφορτωθεί στη χώρα του γραφείου αναχωρήσεως ή σε μια από τις άλλες χώρες διελεύσεως.
106 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο, στο πρώτο ερώτημα της υποθέσεως Met-Trans και στο δεύτερο ερώτημα της υποθέσεως Sagpol, να απαντήσει ως εξής:
«Για να είναι ικανοποιητική για τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93, η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως κατά τη μεταφορά υπό την κάλυψη δελτίου TIR δεν πρέπει να γίνεται κατ' ανάγκη με έγγραφα από τα οποία να προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους διαπίστωσαν ότι η παράβαση διαπράχθηκε στο έδαφός τους.»
Γ - Ως προς τις αποδείξεις που γίνονται δεκτές μετά τη λήξη της προθεσμίας
(Δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση Met-Trans και τρίτο ερώτημα στην υπόθεση Sagpol)
107 Το άρθρο 454, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει στο τρίτο και τέταρτο εδάφιο αυτού τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν αν το κράτος μέλος όπου διαπράχθηκε η παράβαση προσδιορισθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας η οποία τάχθηκε στον μεταφορέα ή τον εγγυοδοτικό οργανισμό.
108 Υπενθυμίζω ότι τα δύο αυτά εδάφια έχουν ως εξής:
«Εάν, μεταγενέστερα, προσδιορισθεί το κράτος μέλος στο οποίο πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία, οι δασμοί και οι άλλες επιβαρύνσεις - με εξαίρεση αυτούς που έχουν εισπραχθεί ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο - στους οποίους υπόκεινται τα εμπορεύματα, επιστρέφονται από το κράτος μέλος το οποίο είχε αρχικά προβεί στην είσπραξή τους. Στην περίπτωση αυτή, η ενδεχόμενη διαφορά επιστρέφεται στο πρόσωπο το οποίο αρχικά είχε καταβάλει τις επιβαρύνσεις.
Εάν το ποσό των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν αρχικά και επιστράφηκαν από το κράτος μέλος που τους είχε εισπράξει είναι κατώτερο από το ποσό των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που απαιτούνται στο κράτος μέλος στο οποίο πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, το κράτος μέλος αυτό εισπράττει τη διαφορά σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.»
109 Το Bundesfinanzhof επιθυμεί να γνωρίζει αν οι διατάξεις που μόλις προηγουμένως παρέθεσα εφαρμόζονται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία οι δασμοί και άλλες επιβαρύνσεις εισπράχθηκαν στο κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε η παράβαση, μολονότι αποδείχθηκε επαρκώς, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ότι η παράβαση διαπράχθηκε σε άλλο κράτος μέλος.
110 Επιβάλλεται πρωτίστως να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της φράσεως «εντός της οριζόμενης προθεσμίας», που αναφέρεται μόνο στο τρίτο ερώτημα της υποθέσεως Sagpol. Είναι αυτονόητο ότι, αν προσκομισθεί ικανοποιητική απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως και γίνει δεκτή από την τελωνειακή αρχή εντός της προθεσμίας των τριών μηνών, η αρχή αυτή δεν θα προβεί στην είσπραξη των δασμών και το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 454, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, δεν τίθεται.
111 Επομένως, το ερώτημα αφορά την περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές προέβησαν στην είσπραξη δασμών και άλλων επιβαρύνσεων διότι θεώρησαν ότι οι προσκομισθείσες αποδείξεις εντός της οριζόμενης προθεσμίας δεν ήσαν ικανοποιητικές και διαπιστώθηκε αργότερα, με δικαστική απόφαση, ότι οι εν λόγω αποδείξεις έπρεπε να γίνουν δεκτές.
112 Μήπως, στην περίπτωση αυτή, η είσπραξη των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων πρέπει να θεωρηθεί ως άκυρη και στερούμενη εννόμου αποτελέσματος, με συνέπεια ό,τι έχει εισπραχθεί να αποδοθεί στον επιχειρηματία; αΗ μήπως πρέπει να θεωρηθεί ότι η είσπραξη καλώς έγινε, με συνέπεια οι δασμοί και επιβαρύνσεις (με εξαίρεση ό,τι εισπράχθηκε ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας) να πρέπει απλώς να διαβιβασθούν από το κράτος μέλος το οποίο τους έχει εισπράξει στο κράτος μέλος στο οποίο τελικά διαπιστώθηκε ότι είχε διαπραχθεί η παράβαση (στον δε επιχειρηματία επιστρέφεται μόνον η ενδεχόμενη διαφορά που προκύπτει από τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας στη χώρα του τελωνείου αναχωρήσεως);
113 Το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι θα ήταν πρόσφορο, πέρα από το γράμμα του άρθρου 454, παράγραφος 3, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, να γίνει επίκληση του πνεύματος και του σκοπού του άρθρου αυτού, για να συναχθεί ότι, σε παρόμοια περίπτωση, τα εισπραχθέντα ποσά δεν πρέπει να αποδοθούν. Αυτό θα επέτρεπε να αποφευχθεί η παρεμπόδιση, ενδεχομένως, εισπράξεως των δασμών από το κράτος που είναι τελικά αρμόδιο λόγω επελεύσεως της προθεσμίας παραγραφής του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα.
114 Το Bundesfinanzhof, ωστόσο, εκφράζει «σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ευρεία αυτή ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων».
115 Η Γαλλική Κυβέρνηση (υπόθεση Sagpol) έχει την άποψη ότι ο μηχανισμός συμψηφισμού μεταξύ κρατών που προβλέπει το άρθρο 454, παράγραφος 3, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, αυτό δε βάσει του άρθρου 217, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα [«κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή (...) υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία...»] και εν ονόματι της «ασφαλείας δικαίου των επιχειρηματιών από τους οποίους μπορούσαν να απαιτηθούν, εντός των ορίων της προθεσμίας παραγραφής, δασμοί και επιβαρύνσεις από ένα κράτος μέλος ενώ τους είχαν ήδη καταβάλει σε άλλο κράτος μέλος».
116 Η Φινλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η απόφαση περί εισπράξεως που έλαβαν δυνάμει του άρθρου 454, παράγραφοι 2 και 3, οι τελωνειακές αρχές των οποίων η αναρμοδιότητα στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, δεν ακυρώθηκε ως παράνομη, αφού η μεταφορά των δασμών μεταξύ κρατών μελών οργανώνεται από την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφής του άρθρου 454, παράγραφος 3, τρίτο και τέταρτο εδάφιο.
117 Η Ολλανδική Κυβέρνηση έχει την άποψη ότι το άρθρο 454, παράγραφος 3, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, έχει επίσης εφαρμογή, έστω κατ' αναλογία, λόγω του ότι η μη εφαρμογή του θα είχε σε όλες πρακτικά τις περιπτώσεις, αν ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε ήδη κατά τη διαδικασία, στην αδυναμία εισπράξεως των οικείων δασμών και επιβαρύνσεων, λόγω της προθεσμίας παραγραφής που ορίζει το άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα.
118 Η Επιτροπή υιοθετεί την ίδια συλλογιστική. Θεωρεί ότι το πνεύμα και ο σκοπός των διατάξεων του άρθρου 454, παράγραφος 3, φαίνεται να επιβάλλουν το τρίτο εδάφιο να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υπήρξε «μεταγενέστερη διαπίστωση» του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως.
119 Οι εταιρίες Met-Trans και Sagpol υποστηρίζουν ότι, από τη στιγμή που ο ικανοποιητικός χαρακτήρας της αποδείξεως αναγνωρίζεται, έστω και πολύ μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η πράξη περί εισπράξεως πρέπει να ακυρωθεί και τα ενδεχομένως καταβληθέντα ποσά πρέπει να επιστραφούν.
Εκτίμηση
120 Υπενθυμίζω, κατ' αρχάς, ότι δεν αντιμετωπίζουμε την περίπτωση κατά την οποία αποδείχθηκε η κανονικότητα της πράξεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριών μηνών: στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης (μεταφορέας ή εγγυοδοτικός οργανισμός) θα έχει επιτύχει να αποδείξει ότι όντως εκτελώνισε το εμπόρευμα στη χώρα προορισμού και θα του επιστραφούν τα ποσά τα οποία εισπράχθηκαν για δεύτερη φορά στην χώρα του τελωνείου αναχωρήσεως, διότι δεν είχε προσκομισθεί η απόδειξη κανονικότητας της πράξεως εντός της προθεσμίας των τριών μηνών (άρθρο 11, παράγραφος 3, της συμβάσεως TIR).
121 Ούτε και βρισκόμαστε στην κατάσταση κατά την οποία ο οφειλέτης δεν προσκομίζει, μετά την προθεσμία των τριών μηνών, την απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 454, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι οι δασμοί και οι άλλες επιβαρύνσεις - με εξαίρεση αυτούς που είχαν εισπραχθεί ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας - στους οποίους υπόκεινται τα εμπορεύματα στο κράτος διαπράξεως της παραβάσεως «επιστρέφονται» στο κράτος αυτό από το κράτος μέλος το οποίο είχε προβεί στην είσπραξή τους. Στον μεταφορέα ο οποίος αρχικά είχε καταβάλει τις επιβαρύνσεις αυτές επιστρέφεται η ενδεχόμενη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των απαιτητών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων, αντιστοίχως στο κράτος μέλος αναχωρήσεως και στο κράτος μέλος διαπράξεως της παραβάσεως. Αν οι δασμοί είναι υψηλότεροι στο τελευταίο αυτό κράτος, ο οφειλέτης πρέπει να του καταβάλει τη διαφορά.
122 άΟσο αυστηρή και αν φαίνεται η λύση αυτή, δεν πρέπει να λησμονείτε ότι, στην περίπτωση αυτή, ο εν λόγω μεταφορέας δεν επέδειξε επιμέλεια και τούτο δικαιολογεί το ότι πρέπει να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην είσπραξη των δασμών και επιβαρύνσεων.
123 Είναι ωστόσο δίκαιο να επιφυλάσσεται η ίδια μεταχείριση στον μεταφορέα ο οποίος προσκόμισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αποδείξεις τις οποίες οι τελωνειακές αρχές απέρριψαν ως μη ικανοποιητικές και στη συνέχεια κρίθηκαν από τις δικαστικές αρχές ως ικανοποιητικές;
124 Δεν το νομίζω. Πρώτον, βάσει μιας γενικής αρχής του δικαίου, όταν μια απόφαση της αρχής ή μια κρίση που είχε έννομες συνέπειες ακυρώνεται, οι πολίτες βρίσκονται στην προγενέστερη κατάσταση. (Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, εξάλλου, οι προθεσμίες παραγραφής διακόπτονται με προσφυγή στη δικαιοσύνη). Απόδειξη προσκομιζόμενη εντός των προθεσμιών η οποία όμως κρίθηκε ικανοποιητική μόνο στη συνέχεια πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως προσκομισθείσα κατά τρόπο ικανοποιητικό εντός της προθεσμίας, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό.
125 Δεύτερον, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι το άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα και το άρθρο 454, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής καθιερώνουν τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ του τελωνείου του κράτους όπου διαπιστώθηκε η παράβαση. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό. Αν, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, προσκομίζεται ικανοποιητική για τις τελωνειακές αρχές απόδειξη, το τεκμήριο δεν ισχύει πλέον: αρμόδιο κράτος για την είσπραξη των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων είναι τότε εκείνο όπου διαπράχθηκε η παράβαση.
126 Το ίδιο πρέπει να ισχύει όταν με τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε στον οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής αναγνωρίσθηκε ότι με τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία είχε προσκομισθεί «η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές», εφόσον η αναγνώριση αυτή γίνεται βάσει αποδεικτικών στοιχείων τα οποία είχαν προσκομισθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
127 Στην περίπτωση αυτή, επίσης, από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία τελικά κρίθηκαν ως πειστικά προκύπτει ότι το κράτος μέλος του τελωνείου αναχωρήσεως δεν είχε την αρμοδιότητα που είναι αναγκαία για την είσπραξη των δασμών και των άλλων επιβαρύνσεων. Επομένως, πρέπει να τους επιστρέψει.
128 Αν το Bundesfinanzhof, τα κράτη μέλη που άσκησαν παρέμβαση και η Επιτροπή διστάζουν να δεχθούν το συμπέρασμα αυτό, τούτο οφείλεται στο ότι φοβούνται ότι, σ' αυτή την περίπτωση, οι αρχές του κράτους μέλους όπου διαπράχθηκε η παράβαση δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να εισπράξουν τις επιβαρύνσεις αυτές λόγω επελεύσεως της προθεσμίας παραγραφής.
129 Ωστόσο, ο κίνδυνος μιας τέτοιας οικονομικής ζημίας για την Κοινότητα και το αρμόδιο κράτος μέλος δεν αρκούν για να εμποδίσουν την εφαρμογή της αναφερθείσας ανωτέρω γενικής αρχής του δικαίου και της αρχής που διαλαμβάνει η παράγραφος 2 του άρθρου 454, που έχει ως εξής:
«ςΟταν διαπιστώνεται, κατά τη διάρκεια ή επ' ευκαιρία μιας μεταφοράς που πραγματοποιείται υπό την κάλυψη δελτίου TIR [...] ότι διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, η είσπραξη των δασμών και των άλλων, ενδεχομένως, απαιτητών επιβαρύνσεων πραγματοποιείται από αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις υπό την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής διώξεως.»
130 Αφού το τρίτο ερώτημα βασίζεται στην υπόθεση ότι έγινε μια τέτοια διαπίστωση, επιβάλλεται να εφαρμοσθεί η διάταξη που μόλις προηγουμένως παρέθεσα.
131 Τέλος, με την απόφασή του της 21ης Οκτωβρίου 1999 (12), το Δικαστήριο αντιμετώπισε επίσης το πρόβλημα αν ο κίνδυνος μη εισπράξεως των δασμών και επιβαρύνσεων αρκούσε για να παραμερισθεί η αντίρρηση της αναρμοδιότητας της αρχής η οποία τους είχε εισπράξει.
132 Επρόκειτο, στην περίπτωση αυτή, για τον παλαιό κανονισμό του Συμβουλίου περί της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που προέβλεπε ήδη, όπως το άρθρο 379 του κανονισμού εφαρμογής στον οποίο αναφέρεται η παρούσα υπόθεση, ότι το τελωνείο αναχωρήσεως όφειλε να τάξει προθεσμία τριών μηνών στον κύριο υπόχρεο για την προσκόμιση της αποδείξεως του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως.
133 Με τη σκέψη 36 της αποφάσεως αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[...] από το γράμμα του άρθρου 36, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 222/77 εμμέσως προκύπτει ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει ότι οι αρχές του κράτους μέλους από το οποίο εξαρτάται το τελωνείο αναχωρήσεως έχουν την εξουσία να προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων. Όμως, από την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα απορρέει ότι, δεδομένου ότι ο κυρίως υπόχρεος δεν ενημερώθηκε σχετικά με την τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 11α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1062/87, δεν ήταν δυνατό οι εν λόγω αρχές να είναι κατά νόμον αρμόδιες για την είσπραξη των δασμών των σχετικών με την εισαγωγή των εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να αρνηθούν να επιστρέψουν ποσά που δεν είχαν την εξουσία να εισπράξουν, και τούτο χωρίς να παρίσταται, κατά τα λοιπά, ανάγκη, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 70 και 71 των προτάσεών του, να γίνει διάκριση μεταξύ των δασμών που εισπράττονται ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας και των λοιπών δασμών και επιβαρύνσεων.»
134 Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα αυτό ότι το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 454 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία οι δασμοί και οι άλλες επιβαρύνσεις εισπράχθηκαν στο κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε η παράβαση και μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε στον μεταφορέα, κρίθηκε ότι, με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προσκομίσθηκε η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.
IV - Πρόταση
135 Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
«1) Δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και 455, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, στην περίπτωση κατά την οποία παρτίδα εμπορευμάτων που τελούν υπό το καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως, υπό την κάλυψη δελτίου TIR, στο τελωνείο προορισμού, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως τάσσουν στον κάτοχο του δελτίου TIR αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών για να αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως, με αποτέλεσμα οι αργότερα προσκομιζόμενες αποδείξεις να μην επηρεάζουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους αναχωρήσεως για την είσπραξη των δασμών.
2) Για να είναι ικανοποιητική για τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93, η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως κατά τη μεταφορά υπό την κάλυψη δελτίου TIR δεν πρέπει να γίνεται κατ' ανάγκη με έγγραφα από τα οποία να προκύπτει σαφώς ότι οι αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους διαπίστωσαν ότι η παράβαση διαπράχθηκε στο έδαφός τους.
3) Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 454 του προαναφερθέντος κανονισμού 2454/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία οι δασμοί και οι άλλες επιβαρύνσεις εισπράχθηκαν στο κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε η παράβαση και μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε στον μεταφορέα, κρίθηκε ότι, με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προσκομίσθηκε η απόδειξη του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.»
(1) - EE L 253, σ. 1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, φέρει ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1992. Δημοσιεύθηκε στην EE L 302, σ. 1.
(2) - JO L 252, σ. 1.
(3) - Τελωνειακή σύμβαση περί του δελτίου ΑΤΑ για την προσωρινή εισαγωγή εμπορευμάτων (σύμβαση ΑΤΑ), υπογραφείσα στις Βρυξέλλες στις 6 Δεκεμβρίου 1961.
(4) - Στο μεταξύ, το άρθρο 215 τροποποιήθηκε προκειμένου να καταστήσει τούτο σαφές. Βλ. κανονισμό (ΕΚ) 955/1999 του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 1999, που τροποποιεί τον κανονισμό 2913/92 όσον αφορά το καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως (EE L 119, σ. 1).
(5) - Αυτή η παρέκκλιση που επέφερε σιωπηρά ο κανονισμός εφαρμογής στον βασικό κανονισμό ήταν προφανώς άκρως αμφισβητήσιμη, αυτό όμως δεν έχει πρακτική συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση. Στο μεταξύ το πρόβλημα αυτό επιλύθηκε με την τροποποίηση του άρθρου 215 που έγινε με τον κανονισμό που παρατέθηκε στην προηγούμενη σημείωση.
(6) - Ως προς την κατ' αναλογία συλλογιστική, βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1979, 180/78, Brouwer-Kaune (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 49), και της 12ης Δεκεμβρίου 1985, 165/84, Krohn (Συλλογή 1985, σ. 3997).
(7) - «Επαρκώς, κατά την κρίση των τελωνειακών αρχών», στην ελληνική απόδοση.
(8) - JO L 179, σ. 31.
(9) - Υποθέσεις C-246/94 έως C-249/94, Cooperativa Agricola Zootecnica S. Antonio κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-4373).
(10) - Βλ. κανονισμό (ΕΚ) 12/97 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, που τροποποιεί τον κανονισμό 2454/93 (EE L 9, σ. 1).
(11) - Αρθρο 213 του τελωνειακού κώδικα: «Σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών για την αυτή τελωνειακή οφειλή, υπέχουν όλοι αλληλέγγυα υποχρέωση για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής».
(12) - Απόφαση C-233/98, Lensing και Brockhausen (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή).
Full & Egal Universal Law Academy