Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά τη σχέση μεταξύ του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως και περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του εθνικού δικαίου περί προστασίας των «απλών» ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως και περί αθεμίτου ανταγωνισμού, στο οποίο περιλαμβάνεται το δίκαιο της προστασίας του καταναλωτή. Το γερμανικό Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα εάν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων , απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την παραπλανητική χρήση μιας απλής ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως.
2. Είναι σκόπιμο να επισημανθεί από την αρχή ότι η χρησιμοποιούμενη στον χώρο αυτόν ορολογία υπάρχει κίνδυνος, αυτή καθ' εαυτή, να δημιουργήσει σημαντική σύγχυση. Θα χρησιμοποιήσω τον όρο «απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως» με την έννοια του τοπωνυμίου που παραπέμπει σε συγκεκριμένο προϊόν στην περίπτωση που, πρώτον, δεν υφίσταται σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως και, δεύτερον, η χρήση του ονόματος δεν οδηγεί κατ' ανάγκη τους καταναλωτές στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω προϊόν προέρχεται από το συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείοΧ προκύπτει σαφώς από τη διάταξη περί παραπομπής ότι, επιπλέον, το παραπέμπον δικαστήριο χρησιμοποιεί τον όρο «απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως» με την έννοια αυτή. Αντίθετα, θα χρησιμοποιήσω τους όρους «γεωγραφική ένδειξη» και «ονομασία προελεύσεως» αποκλειστικά με την έννοια την οποία τους προσδίδει ο κανονισμός 2081/92, σύμφωνα με τον οποίο οι όροι αυτοί αφορούν (εν συντομία) τις περιπτώσεις όπου υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως .
Τα πραγματικά περιστατικά και η κυρία δίκη
3. Η εναγομένη, επιχείρηση ζυθοποιίας στο Warstein, είναι δικαιούχος του γερμανικού εμπορικού σήματος «Warsteiner» με αριθ. 1 166 399 για την «μπύρα τύπου Pilsen», το οποίο καταχωρήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1990. Το φθινόπωρο του 1990, η εναγομένη αγόρασε τη ζυθοποιία του Paderborn, που βρίσκεται 40 χιλιόμετρα από το Warstein.
4. Αντικείμενο της διαφοράς είναι η διατύπωση του κειμένου των ετικετών που χρησιμοποιεί η εναγομένη για τις φιάλες της μπύρας τύπου «Light» και «Fresh» που παρήγετο στη ζυθοποιία του Paderborn μέχρι το τέλος του 1991. Οι ετικέτες της εμπροσθίας πλευράς περιγράφουν το περιεχόμενό τους ως «Warsteiner Premium Light» και «Warsteiner Marke Premium Fresh» αντιστοίχως. Στις ετικέτες της οπισθίας πλευράς επαναλαμβάνεται και στις δύο περιπτώσεις η ονομασία, δίδονται ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την μπύρα και το κείμενο καταλήγει με τη φράση:
«αράγεται σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία για τη γνησιότητα της μπύρας και εμφιαλώνεται στη νέα μας
ΖΥΘΟΟΙΙΑ ΤΟΥ PADERBORN».
5. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι γίνεται γενικώς παραδεκτό, πρώτον, ότι ο όρος «Warsteiner», το επίθετο που αντιστοιχεί στο τοπωνύμιο «Warstein», συνιστά απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως και, δεύτερον, ότι η μπύρα που παράγεται στο Warstein δεν διακρίνεται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά οφειλόμενα στον τόπο παραγωγής της: η φήμη της μπύρας που είναι γνωστή ως Warsteiner οφείλεται στην ποιότητα της μπύρας αυτής και στην εμπορική προώθηση του οικείου σήματος.
6. Η ενάγουσα, μία ένωση που, σύμφωνα με το καταστατικό της, έχει ως σκοπό την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, θεωρεί ότι το περιεχόμενο των ετικετών είναι παραπλανητικό και ότι, κατά συνέπεια, η απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως «Warsteiner» δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για μπύρα που παράγεται στο Paderborn . Η εναγομένη αντιτείνει ότι οι αγοραστές δεν θεωρούν την ονομασία «Warsteiner» ως αναφορά σε γεωγραφική προέλευση. Η τοποθεσία Warstein είναι γνωστή στους καταναλωτέςΧ ακόμη και εάν ορισμένοι καταναλωτές συνδέουν την ένδειξη «Warsteiner» με ορισμένη γεωγραφική προέλευση, η προτίμησή τους για τη μπύρα αυτή δεν οφείλεται στον τοπικό παράγοντα. Υπάρχουν και άλλες μπύρες με απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως που δεν προέρχονται (αποκλειστικά) από την τοποθεσία στην οποία παραπέμπει η ένδειξη αυτή.
7. Το Landgericht του Mannheim, αφού διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης βάσει σφυγμομετρήσεως, δέχθηκε κατ' ουσία το αίτημα της ενάγουσας και, με διάταξη της 10ης Ιουνίου 1994, απαγόρευσε στην εναγομένη να διαθέτει προς πώληση, να διανέμει ή/και να θέτει σε κυκλοφορία με τις προαναφερθείσες ετικέτες της μπύρες «Warsteiner Premium Light» και «Warsteiner Premium Fresh» που παράγονταν στη ζυθοποιία του Paderborn. Το Landgericht στήριξε την απόφασή του στο άρθρο 3 του Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (νόμος περί αθεμίτου ανταγωνισμούΧ στο εξής: UWG) .
8. Στη συνέχεια, το Oberlandesgericht Karlsruhe, δικάζον κατ' έφεση, μετά από συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη επί της προηγούμενης έρευνας βάσει σφυγμομετρήσεως, εξαφάνισε την απόφαση του Landgericht και απέρριψε την αγωγή. Έκρινε ότι από τη σφυγμομέτρηση προέκυπτε ότι η επίμαχη ονομασία δεν παραπλανούσε ουσιωδώς, δηλαδή κατά τρόπο που να επηρεάζει τη συμπεριφορά των καταναλωτών, σημαντικό ποσοστό των ερωτηθέντων. Διαπίστωσε ότι τελικώς μόνο το 8 % των ερωτηθέντων που κατανάλωναν μπύρα, έστω και περιστασιακά ή σπάνια, γνώριζαν την ύπαρξη τοποθεσίας με το όνομα Warstein και θεωρούσαν σημαντικό το στοιχείο του τόπου προελεύσεως.
9. Η ενάγουσα άσκησε στη συνέχεια αναίρεση επί νομικού ζητήματος ενώπιον του Bundesgerichtshof. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η απόφασή του επί της αναιρέσεως εξηρτάτο από το αν ο κανονισμός 2081/92 αποκλείει την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί προστασίας των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως: εάν η ισχύς της εθνικής νομοθεσίας δεν θίγεται από τον εν λόγω κανονισμό, τότε, για τους κατωτέρω εκτιθέμενους λόγους, το αίτημα της ενάγουσας πρέπει να γίνει δεκτό. Κατά συνέπεια, ανέστειλε τη διαδικασία και, με διάταξη της 2ας Ιουλίου 1998, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την παραπλανητική χρήση μιας απλής ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως και, συγκεκριμένα, μιας ενδείξεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως;»
10. Οι διάδικοι, οι κυβερνήσεις της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ελλάδος και της Ιταλίας, καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση παρέστησαν δι' αντιπροσώπου οι διάδικοι, η Γερμανική, Ελληνική και Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.
Η εθνική ρύθμιση και η ερμηνεία της από το παραπέμπον δικαστήριο
11. Το άρθρο 3 του UWG ορίζει:
«Καθ' οποιουδήποτε χρησιμοποιούντος στις συναλλαγές, με ανταγωνιστικό σκοπό, παραπλανητικές ενδείξεις σχετικές [...] με την προέλευση [...] συγκεκριμένων αγαθών [...] μπορεί να ασκηθεί αγωγή με αίτημα την παύση της χρήσεως των ενδείξεων αυτών».
12. Μολονότι, όπως φαίνεται, η αγωγή ασκήθηκε αρχικώς και κρίθηκε σε πρώτο βαθμό επί τη βάσει της ανωτέρω διατάξεως, το Bundesgerichtshof, στη διάταξή του περί παραπομπής, αναφέρει ότι η διαφορά διέπεται κυρίως από τον Markengesetz (νόμος περί προστασίας των εμπορικών σημάτων) που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, όλες δε οι υποβληθείσες παρατηρήσεις εκκινούν από αυτή τη βάση.
13. Το έκτο κεφάλαιο του Markengesetz περιέχει τρία τμήματα. Το πρώτο τμήμα (που περιέχει τα άρθρα 126 έως 129) φέρει τον τίτλο «προστασία των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως», ενώ το δεύτερο (που περιέχει τα άρθρα 130 έως 136) φέρει τον τίτλο «προστασία των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως και των ονομασιών προελεύσεως κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92». Το τρίτο τμήμα περιέχει διατάξεις περί παροχής εξουσιοδοτήσεως για την θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων.
14. Το άρθρο 126 του Markengesetz φέρει τον τίτλο «ονομασίες, ενδείξεις ή σύμβολα που προστατεύονται ως απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως». Στο άρθρο 126, παράγραφος 1, ορίζεται ότι:
«ως απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως κατά την έννοια του παρόντος νόμου νοούνται τα τοπωνυμία, οι ονομασίες περιοχών περιφερειών ή χωρών καθώς και οι λοιπές ενδείξεις ή σύμβολα που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής προελεύσεως προϊόντων ή υπηρεσιών».
15. Το άρθρο 127 του Markengesetz, που φέρει τον τίτλο «πεδίο προστασίας», στο βαθμό που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ορίζει τα εξής:
«1) Οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στις εμπορικές συναλλαγές για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν προέρχονται από την τοποθεσία, την περιοχή, την περιφέρεια ή τη χώρα στην οποία παραπέμπουν, εφόσον η χρήση τέτοιων ονομασιών, ενδείξεων ή συμβόλων για προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως ενέχει κίνδυνο παραπλανήσεως όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση.
2) Εφόσον τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζονται με απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή ιδιαίτερη ποιότητα, η απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στις συναλλαγές για τα αντίστοιχα προϊόντα ή τις αντίστοιχες υπηρεσίες αυτής της προελεύσεως παρά μόνον εάν τα εν λόγω προϊόντα ή οι υπηρεσίες έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά ή αυτή την ποιότητα.
3) Εφόσον μια ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως χαίρει ιδιαίτερης φήμης, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στις συναλλαγές για προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως, ακόμη και αν δεν υφίσταται κίνδυνος παραπλανήσεως όσον αφορά τη γεωγραφική προέλευση, οσάκις η χρήση της για προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως ενδέχεται να συνιστά αθέμιτη εκμετάλλευση της φήμης ή της διακριτικής δυνάμεως της ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως ή να την επηρεάζει αρνητικά χωρίς λόγο.»
16. Κατά το άρθρο 128, παράγραφος 1, του Markengesetz:
«Καθ' οποιουδήποτε χρησιμοποιεί στις συναλλαγές ονομασίες, ενδείξεις ή σύμβολα κατά παράβαση του άρθρου 127 μπορεί να ασκηθεί αγωγή με αίτημα την παύση της χρήσεως από τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να προβάλλουν αξιώσεις δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού.»
17. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, το άρθρο 13, παράγραφος 2, του UWG αναφέρεται στους ανταγωνιστές, στις επαγγελματικές εμπορικές ενώσεις, στις οργανώσεις προστασίας των καταναλωτών και στα βιομηχανικά και εμπορικά επιμελητήρια ή τις ενώσεις βιοτεχνών.
18. Το Bundesgerichtshof τονίζει στη διάταξη περί παραπομπής ότι η προστασία των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως που προβλέπεται στα άρθρα 126 έως 128 του Markengesetz πρέπει να θεωρείται ως lex specialis στο πλαίσιο των προστατευτικών διατάξεων που εξ ορισμού υπάγονται στο δίκαιο του ανταγωνισμούΧ κατά συνέπεια, η επίκληση του άρθρου 3 του UWG είναι δυνατή μόνο για καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 126 και επόμενα του Markengesetz. Ωστόσο, οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν αποτελούν ένα επιπλέον είδος πνευματικής ιδιοκτησίας, ενόψει του ότι η ένδειξη δεν ανήκει σε συγκεκριμένο (αποκλειστικό) δικαιούχο. Η ατομική προστασία εξακολουθεί όπως και πριν να απορρέει απλώς και μόνον αντανακλαστικώς από την προστασία που ανάγεται εξ ορισμού στο δίκαιο του ανταγωνισμού.
19. Το Bundesgerichtshof στη συνέχεια αναφέρει ότι, εφόσον η περιγραφή ενός προϊόντος με αναληθείς ενδείξεις ως προς τη γεωγραφική του προέλευση απαγορεύεται ήδη για λόγους αναγομένους στην προστασία των ανταγωνιστών, οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως είναι δυνατόν να προστατεύονται και στην περίπτωση που η προέλευση των προϊόντων δεν επηρεάζει την απόφαση για αγορά του καταναλωτή. Η προστασία των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως με βάση το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz απαντεί απλώς ότι ο αναφερόμενος τόπος δεν μπορεί ευλόγως να αποκλεισθεί ως τόπος παραγωγής με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ή την ιδιαιτερότητα των προϊόντων · η εφαρμογή της εν λόγω προστατευτικής διατάξεως δεν προϋποθέτει ότι ο καταναλωτής συνδέει την ένδειξη με συγκεκριμένες ιδιότητες που μπορούν να αποδοθούν σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου ή της περιοχής ή να είναι η ένδειξη αυτή καθ' εαυτή γνωστή στους καταναλωτές. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, δεν ασκεί επιρροή το εάν ο καταναλωτής συνδέει συγκεκριμένες προσδοκίες ως προς την ποιότητα με τον τόπο προελεύσεως της μπύρας ή σε ποιο βαθμό η ένδειξη «Warsteiner» ως ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως επηρεάζει την απόφαση του καταναλωτή να αγοράσει το προϊόν. Δεδομένου ότι η εναγομένη δεν παρέχει επαρκείς και εύλογες διευκρινιστικές ενδείξεις ως προς τον τόπο παραγωγής, το Paderborn, στερείται του δικαιώματος να χρησιμοποιεί την τοπική ένδειξη «Warsteiner» για μπύρα που παράγεται στο Paderborn.
20. Το Bundesgerichtshof καταλήγει ότι η εναγομένη θα μπορούσε να καταστήσει ουδέτερη την ένδειξη «Warsteiner», αναγράφοντας στις ετικέτες της εμπροσθίας πλευράς των φιαλών ότι η μπύρα παράγεται στο Paderborn και, ίσως, προσθέτοντας επιπλέον τη λέξη «Marke» («εμπορικό σήμα») στην ένδειξη «Warsteiner» . Σύμφωνα με την ενάγουσα, ορισμένες παρτίδες του τύπου «Fresh» και «Light» που παρήχθησαν από την εναγομένη στο Paderborn κυκλοφόρησαν στην αγορά με ετικέτες που πληρούσαν και τις δύο αυτές προϋποθέσεις και, σε απόφασή του που εξέδωσε επί παραλλήλως διεξαχθείσας διαδικασίας την οποία κίνησε η ενάγουσα κατά της εναγομένης σχετικά με το περιεχόμενο των ετικετών αυτών, το Bundesgerichtshof δικαίωσε την εναγομένη. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι διάδικοι δεν θεωρούν ότι οι διαδικασίες που κατέληξαν στην παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατέστησαν άνευ αντικειμένου μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεωςΧ Κατά την ενάγουσα, η εναγομένη προτίθεται να επαναφέρει τις ετικέτες με το αμφισβητούμενο εν προκειμένω περιεχόμενο, εφόσον αυτό κριθεί νόμιμο.
Η κοινοτική νομοθεσία
Κανονισμός 2081/92
21. Ο κανονισμός 2081/92 θεσπίζει ένα ενιαίο σύστημα προστασίας σε ολόκληρη την Κοινότητα για ενδείξεις που πληρούν τους όρους που θέτει και καταχωρούνται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του.
22. Στην έβδομη, την ένατη και τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2081/92 αναφέρεται ότι:
«[...] οι εθνικές πρακτικές στην εφαρμογή των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων είναι ανόμοιες [...] είναι ανάγκη να προβλεφθεί κοινοτική θεώρηση [...] ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων περί προστασίας, θα επιτρέψει την ανάπτυξη των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως λόγω του ότι το πλαίσιο αυτό θα εγγυάται, χάρη σε μια πιο ενιαία θεώρηση, ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών προϊόντων που φέρουν τις ενδείξεις αυτές, και θα αυξήσει την αξιοπιστία των εν λόγω προϊόντων στα μάτια των καταναλωτών·
[...] το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού περιορίζεται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα τα χαρακτηριστικά των οποίων συνδέονται με τη γεωγραφική τους καταγωγή [...] ωστόσο, το εν λόγω πεδίο εφαρμογής θα μπορούσε να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει και άλλα προϊόντα ή τρόφιμα·
[...] λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες πρακτικές, πρέπει να οριστούν δύο διαφορετικά επίπεδα γεωγραφικής αναφοράς, δηλαδή οι προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις και οι προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης».
23. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες προστασίας των ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων των προοριζομένων για ανθρώπινη κατανάλωση γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και των τροφίμων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, καθώς και των γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού. [...]»
Στα τρόφιμα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι περιλαμβάνεται η μπύρα.
24. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, «Η κοινοτική προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων επιτυγχάνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό».
25. Ο γενικός ορισμός των εννοιών «ονομασία προελεύσεως» και «γεωγραφική ένδειξη» για τους σκοπούς του κανονισμού δίδεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2:
«α) "ονομασία προέλευσης": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από αυτή την περιοχή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή,
και
- του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή·
β) "γεωγραφική ένδειξη": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από την περιοχή αυτή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή,
και
- του οποίου μια συγκεκριμένη ιδιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή και του οποίου η παραγωγή και/ή η μεταποίηση και/ή η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».
26. Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν «εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού, [να] ανακοινώ[σ]ουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη που δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση, επιθυμούν να καταχωρίσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού». εραιτέρω, στο άρθρο 17, παράγραφος 3, προβλέπεται ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την εθνική προστασία των ονομασιών που ανακοινώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ληφθεί απόφαση για την καταχώριση». Βεβαίως επιτρέπονται μεταγενέστερες καταχωρίσεις και, πράγματι, εξακολουθούν να υποβάλλονται με αμείωτο ρυθμό αιτήσεις για καταχώριση κατ' εφαρμογήν του κανονισμού. Η διαδικασία καταχωρίσεως περιγράφεται στα άρθρα 4 έως 7· εν συντομία, η διαδικασία έχει ως εξής: μία ομάδα προσώπων ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να υποβάλει αίτηση καταχωρίσεως για γεωργικά προϊόντα ή τρόφιμα τα οποία παράγει ή συλλέγει, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, περίπτωση α ή βΧ η Επιτροπή ελέγχει εάν η αίτηση περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και, εάν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες στην Επίσημη ΕφημερίδαΧ εφόσον δεν προβληθούν αντιρρήσεις εντός έξι μηνών από της δημοσιεύσεως, γίνεται η καταχώριση της ονομασίας.
Οι οδηγίες περί επισημάνσεως και διαφημίσεως
27. Η ενάγουσα, η εναγομένη, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις τους επικαλούνται με διαφορετικούς τρόπους την οδηγία 79/112 σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων και την οδηγία 84/450 περί παραπλανητικής διαφημίσεως .
28. Με την οδηγία 79/112 θεσπίστηκαν κοινοτικοί κανόνες γενικής φύσεως σχετικά με την επισήμανση των προϊόντων οι οποίοι εφαρμόζονται επί όλων των τροφίμων που διατίθενται στην αγορά και προορίζονται για πώληση στον τελικό καταναλωτή . ρωταρχικό μέλημα είναι η πληροφόρηση και προστασία του καταναλωτήΧ σκοπός των θεσπισθέντων κανόνων είναι επίσης να απαγορεύσουν τη χρησιμοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν τον αγοραστή . Η «επισήμανση» περιλαμβάνει, κατά τον σχετικό ορισμό, οποιεσδήποτε λέξεις, πληροφορίες, εμπορικά σήματα ή εμπορικές ονομασίες που αναφέρονται σε τρόφιμο και τίθενται σε οποιαδήποτε ετικέτα · δεν επιτρέπεται να περιέχει χαρακτηριστικά δυνάμενα να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του αγοραστή σε υπολογίσιμο βαθμό, ιδίως ως προς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τροφίμου στα οποία περιλαμβάνεται η καταγωγή ή η προέλευσή του .
29. Σκοπός της οδηγίας 84/450 είναι να βελτιώσει την προστασία του καταναλωτή και να θέσει τέλος στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών και των υπηρεσιών που οφείλονται στην ύπαρξη διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών για την καταπολέμηση της παραπλανητικής διαφημίσεως . Με γνώμονα τους στόχους αυτούς, η οδηγία επιδιώκει να προσδιορίσει τα ελάχιστα αντικειμενικά κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί να καθορισθεί εάν η διαφήμιση είναι παραπλανητική και τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να παρέχεται προστασία κατά της διαφημίσεως αυτής. Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, δίδεται ένας ευρύς ορισμός του όρου «διαφήμιση», σύμφωνα δε με τον ορισμό αυτό ως διαφήμιση νοείται κάθε ανακοίνωση που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, με στόχο την προώθηση της προμήθειας αγαθών ή υπηρεσιώνΧ ως «παραπλανητική διαφήμιση» ορίζεται, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, κάθε διαφήμιση που με οποιοδήποτε τρόπο παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή σε γνώση των οποίων περιέρχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή. Στο άρθρο 3 διευκρινίζεται ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν μία διαφήμιση είναι παραπλανητική, λαμβάνονται υπόψη όλες οι πληροφορίες που περιέχει σχετικά με τη γεωγραφική καταγωγή ή την εμπορική προέλευση των αγαθών. Στο άρθρο 7 προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίζουν περισσότερο εκτεταμένη προστασία, μεταξύ άλλων, στους καταναλωτές.
Εξέταση των τιθεμένων ζητημάτων
30. Στην παρούσα υπόθεση τίθεται μία σειρά ζητημάτων. Το πρώτο και βασικότερο είναι εάν ο κανονισμός 2081/92 αφήνει περιθώρια για την παράλληλη ισχύ εθνικών ρυθμίσεων ως προς τις απλές ενδείξεις καταγωγής: αυτό, βεβαίως, είναι το ερώτημα που υποβλήθηκε από το Bundesgerichtshof. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα εάν η εθνική αυτή ρύθμιση συμβιβάζεται με άλλους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και ιδίως τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το ζήτημα αυτό τέθηκε από την εναγομένη, τη Γαλλική, τη Γερμανική και την Ιταλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο των γραπτών τους παρατηρήσεων. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις επικεντρώθηκαν κατ' ουσίαν στο ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 2081/92, αντικείμενο του μοναδικού προδικαστικού ερωτήματος, το Δικαστήριο ζήτησε οι παρατηρήσεις που θα αναπτύσσονταν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία να αναφερθούν και στη σχέση μεταξύ των εθνικών διατάξεων περί προστασίας των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως και των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, στο πλαίσιο αυτό, να εξετασθεί και το συμβατό της ερμηνείας από το Bundesgerichtshof του άρθρου 127, παράγραφος 1, του Markengesetz με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και ιδίως εκείνες που αφορούν την προστασία του καταναλωτή. Θα εξετάσω πρώτα το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, δηλαδή εάν ο κανονισμός 2081/92 επιτρέπει την παράλληλη ισχύ εθνικών ρυθμίσεων περί προστασίας των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως.
Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2081/92
31. Η ενάγουσα, η Γαλλική, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υιοθετούν όλες την άποψη του Bundesgerichtshof, όπως αυτή εκτίθεται στη διάταξη περί παραπομπής: ο κανονισμός 2081/92 αφορά αποκλειστικά τις ονομασίες προελεύσεως και τις γεωγραφικές ενδείξεις που καθορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού — ήτοι ενδείξεις αναφερόμενες σε προϊόντα των οποίων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συνδέονται με τη γεωγραφική τους προέλευση — και δεν αποκλείει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που προστατεύουν άλλου είδους γεωγραφικές ενδείξεις.
32. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι οδηγίες 79/112, περί επισημάνσεως, παρουσιάσεως και διαφημίσεως των τροφίμων και 84/450 περί παραπλανητικής διαφημίσεως επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απαγορεύουν τις κάθε είδους παραπλανητικές ενδείξεις, συμπεριλαμβανομένων, συνεπώς, και των παραπλανητικών ενδείξεων ως προς τη γεωγραφική προέλευσηΧ ο κανονισμός θα αντέφασκε προς τις οδηγίες αυτές εάν στερούσε τα κράτη μέλη κάθε αρμοδιότητας όσον αφορά το ζήτημα των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως . Επιπλέον, εάν γινόταν δεκτό ότι ο κανονισμός αποκλείει την ισχύ άλλων διατάξεων, η παραπλανητική χρήση τέτοιων απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως δεν θα υπέκειτο σε κανέναν έλεγχο, τόσο σε εθνικό όσο και στο κοινοτικό επίπεδο.
33. Η Αυστριακή Κυβέρνηση συμφωνεί μεν με την άποψη ότι ο κανονισμός δεν αποκλείει την εφαρμογή εθνικών ρυθμίσεων που προστατεύουν τις απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως, πλην όμως καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό με διαφορετική συλλογιστική. Επισημαίνει ότι μεταξύ των σκοπών της οδηγίας περιλαμβάνεται ιδίως η βελτίωση του εισοδήματος στις αγροτικές περιοχέςΧ ο σκοπός αυτός δεν θα εξυπηρετείτο εάν οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως, που δεν μπορούν να καλυφθούν από την προστασία που παρέχει ο κανονισμός, στερούνταν παντελώς και προστασίας στο εθνικό επίπεδο, αφού κάτι τέτοιο θα επηρέαζε σημαντικά το βιοτικό επίπεδο των εμπλεκομένων παραγωγών. Τόσο η Αυστριακή όσο και η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλούνται επιπλέον το άρθρο 22 της συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (ΟΕ) , η οποία επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη - συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητος και των κρατών μελών ως μελών του ΟΕ - να προστατεύουν τις «γεωγραφικής ενδείξεις».
34. Αντιθέτως, η εναγομένη και η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι με τον κανονισμό έχει ρυθμισθεί κατά εξαντλητικό τρόπο η προστασία όλων των τύπων γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προελεύσεως και, ως εκ τούτου, αποκλείεται η εφαρμογή εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα αυτόν (μολονότι η εναγομένη με τις παρατηρήσεις της κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία επί των προσθέτων ζητημάτων που έθεσε το Δικαστήριο ανέπτυξε την επιχειρηματολογία της βασιζομένη στην υπόθεση ότι η ισχύς της εθνικής ρυθμίσεως δεν έχει αποκλεισθεί). Η εναγομένη προσθέτει ότι ο κανονισμός δεν επηρεάζει τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού που αποσκοπούν στην προστασία του καταναλωτή έναντι των παραπλανητικών πρακτικών, ιδίως δε τις νομοθετικές διατάξεις περί εφαρμογής της οδηγίας 79/112 που αφορά την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων και της οδηγίας 84/450 περί παραπλανητικής διαφημίσεως .
35. Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές τόσο από τον σκοπό όσο και από το γράμμα του κανονισμού ότι ο κανονισμός αυτός δεν αποκλείει την εφαρμογή εθνικών μηχανισμών προστασίας των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως και ιδίως ενδείξεων στην περίπτωση των οποίων δεν υφίσταται δεσμός μεταξύ της προελεύσεως και της ποιότητας ή της φήμης του προϊόντος.
36. Κατ' αρχάς, είναι κατά την άποψή μου σαφές ότι ο κανονισμός καλύπτει μόνο γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα τα χαρακτηριστικά των οποίων συνδέονται με τον τόπο προελεύσεώς τους: τούτο προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου και από τους περιεχόμενους στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ορισμούς των εννοιών «ονομασία προελεύσεως» και «γεωγραφική ένδειξη», στις οποίες περιορίζεται ρητά το αντικείμενο του κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1 . Γίνεται γενικώς δεκτό ότι οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως δεν καλύπτονται από τον ορισμό αυτό.
37. Θα μπορούσε, βεβαίως, να υποστηριχθεί ότι, ενόψει του ότι απαιτείται να πληρούνται αυστηρές προϋποθέσεις προκειμένου να τύχουν προστασίας «γεωγραφικές ενδείξεις» κατά την έννοια του κανονισμού, θα ήταν παράξενο αν οι απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως ήταν δυνατόν να προστατεύονται χωρίς να επιβάλλονται οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Η απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι, εντός του πεδίου των «πραγματικών» ονομασιών προελεύσεως και γεωγραφικών ενδείξεων (αυτών, δηλαδή, που καλύπτονται από τους ορισμούς του άρθρου 2, παράγραφος 2), η επιβολή αυστηρών προϋποθέσεων δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως προστασίας σε όλη την έκταση της Κοινότητας με βάση ένα κοινοτικό σύστημα, τούτο όμως δεν θα πρέπει να εμποδίζει την εκ μέρους των κρατών μελών παροχή ανάλογης προστασίας σε εθνικό επίπεδο, όπως αυτά κρίνουν σκόπιμο (υπό τον όρο, βεβαίως, ότι η προστασία αυτή συμβιβάζεται με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και ιδίως τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων).
38. Η εναγομένη υποστηρίζει ότι, μολονότι, δυνάμει του άρθρου 2, ο κανονισμός προστατεύει δια καταχωρήσεως μόνον ονομασίες προελεύσεως και γεωγραφικές ενδείξεις, όπως αυτές ορίζονται στον κανονισμό, το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 καλύπτει όλα τα είδη γεωγραφικών ονομασιών και ενδείξεων και, ως εκ τούτου, αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή εθνικών προστατευτικών διατάξεων για όλες αυτές τις ονομασίες και ενδείξεις συμπεριλαμβανομένων των απλών ενδείξεων καταγωγής. ρόκειται κατά τη γνώμη μου για κάπως «ελεύθερη» ερμηνεία· περαιτέρω, αντιφάσκει προς την περιεχόμενη στο προοίμιο του κανονισμού εξαγγελία σύμφωνα με την οποία το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται στα προϊόντα των οποίων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους συνδέονται με τη γεωγραφική τους προέλευση .
39. Όπως προανέφερα, πολλά από τα συμμετέχοντα στην παρούσα διαδικασία μέρη επικαλούνται προς στήριξη των επιχειρημάτων τους την οδηγία 79/112 που αφορά στην επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων και την οδηγία 84/450 περί παραπλανητικής διαφημίσεως . Στις οδηγίες αναφέρθηκαν τόσο οι συμμετέχοντες στη διαδικασία, που υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός δεν είναι δυνατόν να ρυθμίζει εξαντλητικώς το ζήτημα, καθ' ότι, στην περίπτωση αυτή, ο κανονισμός θα εμπόδιζε τα κράτη μέλη να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις οδηγίες για απαγόρευση των επισημάνσεων και των διαφημίσεων που παραπλανούν ως προς την προέλευση, όσο και η εναγομένη, η οποία ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός, μολονότι αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή εθνικών ρυθμίσεων περί απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως, δεν επηρεάζει το κύρος διατάξεων όπως αυτές που περιέχονται στις οδηγίες, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του καταναλωτή.
40. Κατά τη γνώμη μου, η οδηγίες δεν μας βοηθούν για την εξεύρεση απαντήσεως στο αν ο κανονισμός ρυθμίζει εξαντλητικά το ζήτημα των ενδείξεων προελεύσεως. Ωστόσο, συμβάλλουν κάπως στην επίλυση του ζητήματος αν η εθνική νομοθετική ρύθμιση είναι σύννομη ανεξαρτήτως του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού. Υπό το πνεύμα αυτό, θα τις εξετάσω στη συνέχεια.
41. Αναγνωρίζω ότι δεν είναι προφανές αν ο κανονισμός αποκλείει την παράλληλη ισχύ εθνικών μηχανισμών προστασίας προϊόντων και τροφίμων εντός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, ήτοι προϊόντων και τροφίμων που περιγράφονται με γεωγραφικές ενδείξεις και ονομασίες προελεύσεως που αντιστοιχούν στους σχετικούς ορισμούς του κανονισμού. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά μόνον το σύννομο ενός εθνικού μηχανισμού προστασίας των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως, που σαφώς δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
42. Επομένως, επί του υποβληθέντος από το Bundesgerichtshof προδικαστικού ερωτήματος καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός δεν αποκλείει την εφαρμογή εθνικών νομοθετικών διατάξεων όπως το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz, το οποίο προστατεύει τις απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αν η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση είναι σύννομη θα πρέπει να κριθεί με αναφορά σε άλλες αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Η εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ
43. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν μια εθνική διάταξη όπως το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρο 28 ΕΚ), το οποίο απαγορεύει την επιβολή ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών καθώς και κάθε είδους μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών.
44. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κυρία δίκη εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, δεδομένου ότι ζητείται η εφαρμογή γερμανικών νομοθετικών διατάξεων από μια γερμανική ένωση κατά γερμανικής εταιρίας σε σχέση με μπύρα που παράγεται στη Γερμανία. ράγματι, ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως διατύπωσε την αμφιβολία αυτή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ωστόσο, η εναγομένη και, εμμέσως, η Γαλλική και η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρούν ότι, καταρχήν, είναι εφαρμοστέο το άρθρο 30 ενόψει των ενδεχομένων συνεπειών της εξεταζομένης εθνικής νομοθεσίας στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
45. Ανάλογο ζήτημα ανέκυψε στην υπόθεση Pistre κ.λπ. , που αφορούσε ποινική δίωξη η οποία ασκήθηκε κατά γάλλων υπηκόων σε σχέση με γαλλικά προϊόντα που κυκλοφορούσαν στο γαλλικό έδαφος. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε για έλλειψη της απαιτουμένης κατά την εθνική νομοθεσία αδείας για τη χρησιμοποίηση ορισμένων όρων κατά την εμπορική προώθηση των προϊόντων. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι υπό τις συνθήκες αυτές οι διώξεις δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 και αποφάνθηκε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου για τον μοναδικό λόγο ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου περιορίζονταν εντός ενός μόνον κράτους μέλους, καθ' ότι, στη δεδομένη περίπτωση, η εφαρμογή του εθνικού μέτρου μπορούσε επίσης να επηρεάσει την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών . ρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι το ζήτημα στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε κατά μάλλον ασυνήθη τρόπο: υποστηρίχθηκε, ότι το συμβατό της εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 30 ήταν αναγκαίο να κριθεί, καθ' ότι, αν η εθνική νομοθεσία εστερείτο νομιμότητας μόνο σε σχέση με τις εισαγωγές, θα εστοιχειοθετείτο διάκριση εις βάρος τους. Τέτοια αντίστροφη διάκριση θα αντέκειτο στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, οι εγχώριοι παραγωγοί θα μπορούσαν να επικαλεστούν εμμέσως το άρθρο 30 προκειμένου να αποφύγουν την εφαρμογή, έναντι αυτών, του εθνικού δικαίου.
46. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται τέτοιος δεσμός. Εμμένω στην άποψή μου ότι, για να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 30, πρέπει να επηρεάζεται πράγματι ή να μπορεί να επηρεαστεί το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών· ας σημειωθεί ότι την άποψη αυτή εξέφρασε πρόσφατα και ο γενικός εισαγγελέας Saggio στην υπόθεση Guimont . Εντούτοις, εφόσον διατυπώθηκαν ισχυρισμοί με βάση το άρθρο 30, θα εξετάσω τα τεθέντα ζητήματα εκκινώντας από την υπόθεση ότι μπορούν να υπάρξουν κατά τα ανωτέρω συνέπειες για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
47. Ενόψει του περιεχομένου του, το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz εμπίπτει σαφώς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, το οποίο καλύπτει όλους τους κανόνες περί εμπορικών συναλλαγών που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη και είναι δυνατόν να παρεμποδίσουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο .
48. Απομένει, επομένως, να εξεταστεί αν η κρινομένη εθνική διάταξη μπορεί να δικαιολογηθεί είτε με βάση το άρθρο 36 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρο 30 ΕΚ) είτε ως επιβαλλόμενη από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση Cassis de Dijon .
Η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 36
49. Κατά το άρθρο 36 επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στις εισαγωγές οι οποίοι δικαιολογούνται από λόγους όπως η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, υπό τον όρον ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν αποτελούν μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η κρινόμενη εθνική ρύθμιση υπάγεται στις εξαιρέσεις αυτές, επικαλούμενη προς υποστήριξη της απόψεώς της την απόφαση στην υπόθεση Exportur , όπου το Δικαστήριο φάνηκε να δέχεται ότι η προστασία των απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως εμπίπτει στο πεδίο της εξαιρέσεως για λόγους «προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας», κατά την έννοια του άρθρου 36 .
50. Η εναγομένη αντιτείνει ότι το αντικείμενο της κυρίας δίκης στην παρούσα υπόθεση διαφέρει ως προς ένα βασικό σημείο από το αντικείμενο της κυρίας δίκης στην υπόθεση Exportur. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενδείξεις καταγωγής έχρηζαν προστασίας επειδή «ενδέχεται να έχουν πολύ μεγάλη φήμη μεταξύ των καταναλωτών και να αποτελούν για τους παραγωγούς οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στις περιοχές της οποίες προσδιορίζουν οι ονομασίες αυτές ένα σημαντικό τρόπο για την εξασφάλιση της πελατείας τους» . Επομένως, η προστασία των ενδείξεων αυτών εδικαιολογείτο συνεπεία του κινδύνου εκμεταλλεύσεως της φήμης τους από άλλους. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, η εθνική ρύθμιση απαγορεύει τη χρήση απλών ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως ανεξαρτήτως του αν αυτές συνδέονται με οποιαδήποτε φήμη αντιστοιχούσα στη γεωγραφική ένδειξη. Η ένδειξη «Warsteiner» προβλήθηκε από την εναγομένη και η φήμη της έγκειται στην ποιότητα της μπύρας την οποία προσδιορίζει, παρά στη γεωγραφική προέλευση της μπύρας αυτής. Κατά συνέπεια, η εναγομένη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η μόνη που νομιμοποιείται να διαμαρτυρηθεί για προσβολή του θεμελιώδους στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου δικαιώματός της για προστασία της πνευματικής της ιδιοκτησίας.
51. Οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης είναι κατά τη γνώμη μου πειστικοί. Η υπόθεση Exportur προέκυψε από αγωγή ασκηθείσα από ισπανική ένωση εξαγωγέων του επίμαχου προϊόντος (σακχαρώδες προϊόν αποκαλούμενο «Turrόn de Alicante» και «Turrόn de Jijona»), συσταθείσα με σκοπό την έναρξη και την προώθηση εξαγωγών, κατά δύο γαλλικών επιχειρήσεων παραγωγής σακχαρωδών προϊόντων αποκαλουμένων «Turrόn Alicante», «Turrόn type Alicante», «Turrόn Jijona», «Turrόn type Jijona», με την οποία η ενάγουσα ζήτησε να απαγορευθεί στις εναγόμενες η χρήση των εν λόγω ισπανικών ονομασιών. Η αγωγή ασκήθηκε με βάση τη σύμβαση της 27ης Ιουνίου 1973 μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και του ισπανικού κράτους για την προστασία των ονομασιών προελεύσεως, των ενδείξεων γεωγραφικής προελεύσεως και των ονομασιών ορισμένων προϊόντων, η οποία προέβλεπε ότι οι ονομασίες «Turrόn de Alicante» και «Turrόn de Jijona» επετρέπετο να χρησιμοποιούνται, στο έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας, αποκλειστικά για ισπανικά προϊόντα ή εμπορεύματα και μόνο σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία. Ανεξαρτήτως του αν απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως σαν αυτές που αφορά η υπόθεση Exportur μπορούν ευλόγως να εξομοιωθούν με τα συνήθη δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας όπως οι ευρεσιτεχνίες, τα εμπορικά σήματα και τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού, είναι, πάντως, σαφές ότι στην περίπτωση αυτή η ενάγουσα επεδίωκε την άσκηση δικαιώματός της ανάλογης τουλάχιστον φύσεως που παρείχε σ' αυτήν την ίδια (ή στα μέλη της) η συμφωνίαΧ το Δικαστήριο θεώρησε επίσης σαφώς σημαντικό το γεγονός ότι η προστατευόμενες ονομασίες και τα παρασκευαζόμενα από τις εγκατεστημένες στις αντίστοιχες περιοχές επιχειρήσεις προϊόντα έχαιραν φήμης από την οποία επωφελούνταν οι εναγόμενοι παραγωγοί . Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα, η οποία δεν έχει κανένα απολύτως δικαίωμα να χρησιμοποιεί την επίμαχη ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως, επιδιώκει να απαγορεύσει την χρήση της στην επιχείρηση που δημιούργησε μόνη της τη φήμη που συνοδεύει την εν λόγω ονομασία. Φρονώ ότι αποκλίνει της αποδεκτής χρησιμοποιήσεως εννοιών του κοινοτικού δικαίου το να θεωρηθεί η νομοθεσία με βάση την οποία ασκείται ένα τέτοιο ένδικο βοήθημα ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων που αποσκοπούν στην «προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας» κατά την έννοια του άρθρου 36.
52. εραιτέρω, το Δικαστήριο, με τη νομολογία του ως προς την οριοθέτηση της αποκλίσεως αυτής έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι το άρθρο 36 επιτρέπει αποκλίσεις από την αρχή της ελεύθερης διακινήσεως των εμπορευμάτων μόνο στο βαθμό που οι αποκλίσεις αυτές δικαιολογούνται προκειμένου να διασφαλισθούν δικαιώματα τα οποία αποτελούν το ειδικό αντικείμενο του συγκεκριμένου είδους πνευματικής ιδιοκτησίας . Το Δικαστήριο έχει διατυπώσει τις κατευθυντήριες γραμμές με βάση τις οποίες μπορεί να καθορισθεί ποιο είναι το ειδικό αντικείμενο των κατ' ιδίαν τύπων πνευματικής ιδιοκτησίας: προκειμένου για διπλώματα ευρεσιτεχνίας, παραδείγματος χάριν, αντικείμενο της προστασίας είναι να εξασφαλίζεται ότι, προκειμένου να ανταμειφθεί η δημιουργική προσπάθεια του εφευρέτη, ο δικαιούχος της ευρεσιτεχνίας έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί την εφεύρεση για την παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων και την πρώτη θέση τους σε κυκλοφορία, καθώς και το δικαίωμα να αποκρούει προσβολές του δικαιώματος αυτού · προκειμένου για εμπορικά σήματα, αντικείμενο της προστασίας είναι να εξασφαλίζεται ότι ο δικαιούχος του εμπορικού σήματος έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα αυτό για την πρώτη θέση σε κυκλοφορία των προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό· με τον τρόπο αυτό, ο δικαιούχος του σήματος προστατεύεται έναντι ανταγωνιστών που επιδιώκουν να επωφεληθούν του κύρους και της φήμης του εμπορικού σήματος, πωλώντας προϊόντα που φέρουν παρανόμως το εν λόγω εμπορικό σήμα . Είναι προφανές ότι σκοπός εθνικών ρυθμίσεων όπως αυτή του άρθρου 127, παράγραφος 1, του Markengesetz δεν είναι να διασφαλίζει ανάλογα δικαιώματα αντιστοιχούντα σε απλές ενδείξεις προελεύσεωςΧ πράγματι, το Bundesgerichtshof καταβάλλει προσπάθειες για να πείσει ότι, ελλείψει κατακυρώσεως της απλής ενδείξεως προελεύσεως σε συγκεκριμένο αποκλειστικό δικαιούχο, δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά την άποψή μου, οι αρχές τις οποίες έχει διατυπώσει το Δικαστήριο, αναφερόμενο στη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία υπό τη στενή έννοια των μεταβιβασίμων δικαιωμάτων όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα εμπορικά σήματα και τα δικαιώματα του πνευματικού δημιουργού, αποτελούν ένα ακατάλληλο ως εκ της φύσεώς του πλαίσιο για την εκτίμηση του συννόμου εθνικών διατάξεων που αφορούν τις απλές ενδείξεις.
53. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση Exportur έλαβαν χώρα σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό και νομοθετικό πλαίσιο σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως. Στην υπόθεση Exportur το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει μία σύμβαση με πολύ ευρύτερο αντικείμενο από αυτό της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως στην παρούσα υπόθεση: με τη σύμβαση αυτή επεδιώκετο να προστατευθούν ονομασίες προελεύσεως, ενδείξεις προελεύσεως και ονομασίες ορισμένων προϊόντων, καμία από τις οποίες δεν προστατευόταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κυρία δίκη . Δεν είμαι βέβαιος ότι η κατά γενικό τρόπο διατυπωθείσα θέση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ο σκοπός της συμβάσεως αυτής «μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στη σφαίρα της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 36», θα πρέπει να εφαρμοσθεί και στο πολύ στενότερο πεδίο των απλών γεωγραφικών ενδείξεων προελεύσεως, κατά μείζονα λόγο τώρα που οι ονομασίες προελεύσεως υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και, ως εκ τούτου, προστατεύονται σε κοινοτικό επίπεδο.
54. Ενόψει των προεκτεθέντων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι εθνικές ρυθμίσεις όπως αυτή του άρθρου 127, παράγραφος 1, του Markengesetz δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις που δικαιολογούνται ως μέτρα για την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης.
Δικαιολόγηση επί τη βάσει επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος
55. Μολονότι το Δικαστήριο δέχθηκε, κατ' αρχάς, ότι η ανάγκη προστασίας των παραγωγών έναντι του αθεμίτου ανταγωνισμού και των καταναλωτών έναντι παραπλανήσεως ως προς προέλευση των προϊόντων ήταν δυνατόν να αποτελέσει λόγο αποκλίσεως για λόγους δημοσίας τάξεως κατά το άρθρο 36 , με μεταγενέστερες αποφάσεις κατέστη σαφές ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 36 καθιερώνει απόκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της Συνθήκης του άρθρου 30, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά και δεν μπορεί το πεδίο του να εκτείνεται σε στόχους - όπως η προστασία κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού και η προστασία του καταναλωτή - που δεν κατονομάζονται ρητά στο κείμενό του . Επομένως, η νόμιμη βάση που θα μπορέσει να δικαιολογήσει τη διατήρηση σε ισχύ της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως πρέπει να αναζητηθεί αλλού.
56. Εφόσον στην επίμαχη εθνική ρύθμιση αναφέρεται ρητώς ότι αυτή εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων επί των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων, ο περιορισμός της ελεύθερης διακινήσεως των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητος τον οποίο συνεπάγεται μπορεί, κατ' αρχήν, να δικαιολογηθεί με επίκληση του κανόνα που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από το Δικαστήριο στην απόφαση Cassis de Dijon , δηλαδή συνεπεία επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος , μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και η προστασία του καταναλωτή, υπό τον όρον ότι η εκάστοτε ρύθμιση είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
57. Στη διάταξή του περί παραπομπής, το Bundesgerichtshof διατυπώνει την άποψη ότι το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz αποτελεί διάταξη δικαίου του ανταγωνισμούΧ η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι στη βάση της ρυθμίσεως βρίσκεται η προστασία του καταναλωτή. Τούτο συνάγεται σαφώς όχι μόνον από το περιεχόμενο της ρυθμίσεως, αλλά και από το γεγονός ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 128, παράγραφος 1, του Markengesetz σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του UWG, αφενός, οι ενώσεις καταναλωτών νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 127, παράγραφος 1, και, αφετέρου, το άρθρο 3 του UWG, το οποίο φαίνεται να συμπληρώνει αν όχι να υποκαθιστά το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz, όσον αφορά τις απλές ενδείξεις γεωγραφικής προελεύσεως, έχει κατ' επανάληψη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ως διάταξη αποσκοπούσα στην προστασία του καταναλωτή .
58. Καθίσταται οπωσδήποτε προφανές από την ίδια την απόφαση Cassis de Dijon ότι οι δύο έννοιες της προστασίας του καταναλωτή και της προστασίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό συνδέονται στενά: το Δικαστήριο, στην εν λόγω απόφαση, έκρινε ότι ο υποχρεωτικός καθορισμός ελαχίστης περιεκτικότητας σε οινόπνευμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως στοιχείο εξασφαλίζον τον αποκλεισμό αθέμιτης συμπεριφοράς στις εμπορικές συναλλαγές , δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα απλό μέσο εξασφαλίζον την παροχή της κατάλληλης πληροφορήσεως επί της συσκευασίας στον καταναλωτή . Οι δύο αυτοί δικαιολογητικοί λόγοι ως εκ της φύσεώς τους συντρέχουν συχνά μαζί · πράγματι, ο διττός στόχος της προστασίας του καταναλωτή και της προστασίας του παραγωγού βρίσκεται στη βάση του κανονισμού 2081/92 .
59. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι ο κίνδυνος παραπλανήσεως των καταναλωτών δεν μπορεί να υπερισχύσει της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, κατά συνέπεια, να δικαιολογήσει την παρεμπόδιση του εμπορίου, εκτός εάν ο κίνδυνος είναι αρκετά σοβαρός και ότι, κατά την εκτίμηση του μεγέθους του κινδύνου, το εφαρμοστέο κριτήριο είναι οι τεκμαιρόμενες προσδοκίες του μέσου καταναλωτή που έχει ευλόγως καλή πληροφόρηση και είναι ευλόγως παρατηρητικός και προσεκτικός .
60. Εάν, επομένως, ο μέσος καταναλωτής, όπως αυτός ορίζεται, ενός συγκεκριμένου προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο με μία απλή ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως δεν συνδέει τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που τον ωθούν να το αγοράσει με την ένδειξη προελεύσεως, τότε η ένδειξη αυτή δεν επηρεάζει την απόφασή του, ο καταναλωτής δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι παραπλανήθηκε και η απαγόρευση εμπορικής διαθέσεως του προϊόντος με την ένδειξη αυτή, δήθεν για την προστασία των καταναλωτών, θα αποτελούσε σαφώς δυσανάλογο και μη ενδεδειγμένο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
61. Όπως προκύπτει από τους αριθμούς που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής (που αντλήθηκαν από την πραγματογνωμοσύνη βάσει σφυγμομετρήσεων στην οποία το Oberlandesgericht, Karlsruhe στήριξε την απόφασή του), μολονότι σχεδόν το 81 % των προσώπων που καταναλώνουν συχνά μπύρα γνωρίζουν την τοποθεσία Warstein, μόνον το 8 % των καταναλωτών που πίνουν μπύρα, έστω και περιστασιακά ή σπάνια, θεωρούν την τοποθεσία αυτή σημαντική για την αγοραστική τους επιλογή.
62. Το Bundesgerichtshof αναφέρει στη διάταξη περί παραπομπής ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση της προστασίας μιας απλής ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως δυνάμει του άρθρου 127 του Markengesetz η ένδειξη αυτή να είναι γνωστή υπό την ιδιότητα αυτή στους καταναλωτές, αλλά αρκεί απλώς το αναφερόμενο τοπωνύμιο να μην μπορεί να αποκλειστεί προφανώς ως αντιστοιχούν στον τόπο παραγωγής. Με βάση την ερμηνεία αυτή, είναι αλυσιτελές το αν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τόπος που ονομάζεται Warstein επηρεάζει την απόφαση του μέσου καταναλωτή να αγοράσει μπύρα της μάρκας WarsteinerΧ το αν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να παραπλανηθεί ο αγοραστής ως προς τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος δεν ασκεί επιρροή.
63. Αν, ωστόσο, ο μέσος καταναλωτής δεν παραπλανάται, είναι δύσκολο να εντοπιστεί ποιο δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται με τον περιορισμό της χρήσεως της ενδείξεως καταγωγής. Είναι αδύνατο να συμβιβαστεί ο εν λόγω περιορισμός με το κριτήριο του μέσου καταναλωτή το οποίο, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει θέσει ως γνώμονα για την εκτίμηση, στο πλαίσιο αυτό, του συννόμου των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Με άλλα λόγια, είναι προφανώς δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό το μέτρο που απαγορεύει την εμπορική διάθεση ενός προϊόντος με ορισμένη ένδειξη γεωγραφικής καταγωγής υπό τις περιστάσεις αυτές. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, για τους προεκτεθέντες λόγους, το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz, όπως ερμηνεύεται από το Bundesgerichtshof, εισάγει αδικαιολόγητο περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που καθιερώνει το άρθρο 30, δεδομένου ότι έχει ως αποτέλεσμα να προστατεύει απλές γεωγραφικές ενδείξεις προελεύσεως και, συνεπώς, να περιορίζει, δυνάμει, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει κανένας πραγματικός κίνδυνος συγχύσεως για τους καταναλωτές. Ωστόσο, το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Markengesetz θα συμβιβαζόταν με το άρθρο 30 βάσει της αρχής της προστασίας του καταναλωτή, αν η εν λόγω εθνική διάταξη ερμηνευόταν από το εθνικό δικαστήριο ως προϋποθέτουσα την ύπαρξη επαρκώς σοβαρού κινδύνου παραπλανήσεως του μέσου καταναλωτή, σύμφωνα με το σχετικό ορισμό του Δικαστηρίου, ως προς τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος.
64. Η προσέγγιση εξασφαλίζει επίσης ότι το σύννομο της εθνικής νομοθεσίας εκτιμάται με βάση τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για την εκτίμηση του συμβατού με την οδηγία 79/112 σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων , αφού στην περίπτωση της οδηγίας αυτής εφαρμόζεται το αυτό κριτήριο του μέσου καταναλωτή όπως αυτό ορίζεται από το κοινοτικό δίκαιο: από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον μια περιγραφή, ένα εμπορικό σήμα ή ένα κείμενο για την προώθηση του προϊόντος είναι παραπλανητικά με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης ή της εν γένει κοινοτικής νομοθεσίας.
65. Ωστόσο, η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική προκειμένου για την οδηγία 84/450 περί παραπλανητικής διαφημίσεως , η οποία ρητώς χαρακτηρίζεται ως οδηγία του ελάχιστου κοινού παρανομαστή και δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν διατάξεις με σκοπό να εξασφαλίζουν πιο εκτεταμένη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα . Επομένως, η οδηγία αυτή καθ' αυτή δεν αποκλείει την παράλληλη ισχύ εθνικών ρυθμίσεων σαν αυτή του άρθρου 127, παράγραφος 1, του Markengesetz όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Bundesgerichtshof. Ωστόσο, όπως προανέφερα, μια τέτοια ρύθμιση θα πρέπει επίσης να συμβιβάζεται με τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 30 : επομένως, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.
Συμπέρασμα
66. Ενόψει των ανωτέρω φρονώ ότι στο υποβληθέν από το Bundesgerichtshof προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«1. Ο κανονισμός 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων δεν απαγορεύει την παράλληλη εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την παραπλανητική χρήση απλής ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως, δηλαδή ενδείξεως στην περίπτωση της οποίας δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος και της γεωγραφικής του προελεύσεως.
2. Οσάκις μια τέτοια εθνική ρύθμιση επηρεάζει πραγματικά ή είναι δυνατόν να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, με βάση την ερμηνεία της από το εθνικό δικαστήριο, απαγορεύει τη χρήση απλής ενδείξεως γεωγραφικής προελεύσεως, ακόμη και στην περίπτωση που η χρήση αυτή δεν μπορεί να παραπλανήσει έναν μάλλον καλά πληροφορημένο και επαρκώς παρατηρητικό και προσεκτικό καταναλωτή, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ).»
Full & Egal Universal Law Academy