Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με προσφυγή που στηρίζεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία 93/15/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για την εναρμόνιση των διατάξεων περί εμπορίας και του ελέγχου των εκρηκτικών υλών εμπορικής χρήσης (1) (στο εξής: οδηγία).
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 9 της οδηγίας προβλέπει ένα σύστημα παροχής εγκρίσεως για τη μεταφορά στο εσωτερικό της Κοινότητας των εκρηκτικών υλών που διέπονται από την εν λόγω οδηγία. Ειδικότερα, η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι ο αγοραστής, παραλήπτης των εκρηκτικών υλών, για να μπορεί να μεταφέρει εκρηκτικές ύλες, πρέπει να ζητήσει έγκριση ad hoc της αρμόδιας αρχής του τόπου προορισμού. Η αρχή αυτή εξακριβώνει ότι ο παραλήπτης είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος για την απόκτηση των εκρηκτικών και ότι διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες ή εγκρίσεις. Αν η αρμόδια αρχή εγκρίνει τη μεταφορά, «χορηγεί στον παραλήπτη γραπτή έγκριση μεταφοράς στην οποία αναγράφονται όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 7» (άρθρο 9, παράγραφος 5).
Όταν δεν επιβάλλονται ιδιαίτερες απαιτήσεις δημόσιας ασφάλειας, το κράτος μέλος μπορεί να εγκρίνει τη μεταφορά εκρηκτικών υλών στο έδαφός του ή σε τμήμα του εδάφους του χωρίς προηγούμενη ενημέρωση. Η αρμόδια αρχή του τόπου προορισμού «χορηγεί έγκριση μεταφοράς που ισχύει για ορισμένη περίοδο» (άρθρο 9, παράγραφος 6).
3 Προβλέπεται επίσης διαδικασία εγκρίσεως για τη μεταφορά πυρομαχικών από ένα κράτος μέλος σε άλλο (άρθρα 10 επ.). Στην περίπτωση αυτή, η άδεια παρέχεται από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα πυρομαχικά αυτά.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 10 ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος «μπορεί να παρέχει σε οπλοπώλες το δικαίωμα να μεταφέρουν πυρομαχικά από το έδαφός του με προορισμό οπλοπώλη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος χωρίς προηγούμενη άδεια κατά την έννοια της παραγράφου 2. Το κράτος μέλος εκδίδει προς τούτο σχετική έγκριση με τριετή διάρκεια ισχύος, η οποία μπορεί να ανακληθεί ή να ακυρωθεί ανά πάσα στιγμή κατόπιν αιτιολογημένης αποφάσεως». Η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου προβλέπει επιπλέον ότι «Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στα άλλα κράτη μέλη κατάλογο πυρομαχικών για τα οποία η άδεια μεταφοράς στο έδαφός του μπορεί να δοθεί χωρίς προηγούμενη συναίνεσή του».
4 Κατά το άρθρο 11 της οδηγίας, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 9 και 10, ένα κράτος μέλος, «σε περίπτωση σοβαρής απειλής ή διατάραξης της δημόσιας ασφάλειας λόγω της παράνομης κατοχής ή της παράνομης χρήσης εκρηκτικών ή πυρομαχικών (...) μπορεί να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο σχετικά με τη μεταφορά εκρηκτικών ή πυρομαχικών για την πρόληψη αυτής της παράνομης κατοχής ή χρήσης».
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 12 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να δημιουργούν «δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών για την εφαρμογή» της οδηγίας (2).
Το άρθρο 13 της οδηγίας προβλέπει περαιτέρω ότι κάθε θέμα σχετικά με την εφαρμογή της εξετάζεται από συμβουλευτική επιτροπή που επικουρεί την Επιτροπή και αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από τον αντιπρόσωπο της Επιτροπής.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
5 Οι διατάξεις των άρθρων 9, 10, 11, 12, 13 και 14 της οδηγίας έπρεπε να τεθούν σε ισχύ από τα κράτη μέλη και να ανακοινωθούν στην Επιτροπή πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1993 (άρθρο 19 της οδηγίας).
Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μη έχοντας λάβει οποιαδήποτε ανακοίνωση της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 13ης Απριλίου 1994, της προσήψε ότι παρέβη την υποχρέωση να θεσπίσει τις εκτελεστικές διατάξεις της οδηγίας και της ζήτησε συναφώς στοιχεία.
Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 4ης Ιουλίου 1994, διαβεβαιώνοντας ότι το διάταγμα για τη μεταφορά της οδηγίας σχετικά με τις εκρηκτικές ύλες εμπορικής χρήσεως επρόκειτο να δημοσιευθεί το φθινόπωρο του 1995.
Στις 26 Νοεμβρίου 1996, η Γαλλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Επιτροπή το κείμενο του διατάγματος 96-1046, της 26ης Νοεμβρίου 1996 (3), που μετέφερε τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με την εμπορία, τον έλεγχο πιστότητας, τη σήμανση ΕΚ των εκρηκτικών υλών και τις εφαρμοστέες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων σημάνσεως.
Η Επιτροπή έκρινε ωστόσο ότι το διάταγμα αυτό δεν μετέφερε τις υπόλοιπες διατάξεις της οδηγίας και ιδίως τις σχετικές με την μεταφορά των εκρηκτικών υλών και των πυρομαχικών εντός της Κοινότητας (άρθρα 9, 10 και 11) καθώς και τις σχετικές με τις υποχρεώσεις ανταλλαγής πληροφοριών διατάξεις (άρθρα 12 και 14).
Δεδομένου ότι δεν ενημερώθηκε από τις γαλλικές αρχές για τη μεταφορά των υπολοίπων αυτών διατάξεων, η Επιτροπή διατύπωσε στις 30 Απριλίου 1997 αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης την οποία διαβίβασε στις γαλλικές αρχές.
6 Ελλείψει απαντήσεως, η Επιτροπή κατέθεσε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εμπροθέσμως τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με τα άρθρα 9, 10, 11, 12 και 14 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Επιχειρήματα των διαδίκων
7 Η Γαλλική Κυβέρνηση αντικρούει τα αιτήματα της Επιτροπής επικαλούμενη, αφενός, όσον αφορά τα πυρομαχικά, τη μεταφορά των συναφών διατάξεων της οδηγίας και, αφετέρου, ως προς τα εκρηκτικά, την ύπαρξη αντικειμενικών δυσχερειών που εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 της οδηγίας.
Ως προς το πρώτο, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας σχετικά με τη μεταφορά πυρομαχικών μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με τον τίτλο V του διατάγματος 95-589, της 6ης Μαου 1995, σχετικά με την εφαρμογή του διατάγματος της 18ης Απριλίου 1939, περί καθορισμού του καθεστώτος των πολεμικών υλικών, των όπλων και των πυρομαχικών (4) (μεταξύ άλλων με τα άρθρα 92, 93 και 94 του τμήματος 2 του τίτλου V). Το άρθρο 95 του διατάγματος 95-589 προέβλεπε ότι επρόκειτο να εκδοθεί απόφαση εφαρμογής για τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τη χορήγηση προηγούμενης άδειας καθώς και για τις σχετικές εξαιρέσεις.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας, το άρθρο 101 του διατάγματος 95-589 προβλέπει ότι ο αρμόδιος για τα τελωνεία υπουργός, από της εκδόσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως εφαρμογής, υποχρεούται να διαβιβάζει σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν την εφαρμογή των άρθρων 9 και 10 της οδηγίας.
Η Γαλλική Κυβέρνηση κατέθεσε ταυτόχρονα με το πρώτο της υπόμνημα το κείμενο του σχεδίου της αποφάσεως εφαρμογής και δήλωσε εξάλλου, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι το σχέδιο αυτό, που υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση στις 25 Μαου 1999, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 4 Ιουνίου και ισχύει από 15 Ιουνίου 1999.
Το άρθρο 11 της οδηγίας μεταφέρθηκε, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, με το άρθρο 80 του διατάγματος 95-589, το οποίο παρέχει στον αρμόδιο για τα τελωνεία υπουργό την εξουσία να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα σε περίπτωση σοβαρής απειλής ή διατάραξης της δημόσιας ασφάλειας λόγω της παράνομης κατοχής ή της παράνομης χρήσεως εκρηκτικών ή πυρομαχικών.
8 Όσον αφορά τα μέτρα εφαρμογής σχετικά με τη μεταφορά των εκρηκτικών, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αρνείται την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 9 και 11 της οδηγίας. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι συνάντησε αντικειμενικές δυσχέρειες κατά τη μεταφορά των διατάξεων του άρθρου 9. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει ότι η μεταφορά του άρθρου 9 είναι άσκοπη και έχει προσωρινό χαρακτήρα αν δεν συνοδεύεται από την εφαρμογή ενός εναρμονισμένου εγγράφου ισχύοντος ως έγκριση μεταφοράς. Προς το παρόν, πράγματι, σε περίπτωση μεταφοράς εκρηκτικών με προορισμό τη Γαλλία, η έγκριση που χορηγεί το κράτος αυτό είναι δυνατό να μην αναγνωρίζεται από τις αρχές ενός άλλου κράτους μέλους, τούτο δε διότι η νομική μορφή του εγγράφου διαφέρει σήμερα σημαντικά από κράτος σε κράτος. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, σε περίπτωση μεταφοράς εκρηκτικών από τη Γαλλία προς άλλο κράτος μέλος, ελλείψει μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο απ' όλα τα κράτη μέλη που υποχρεούνται προς τούτο (λόγω των προαναφερθεισών αντικειμενικών δυσχερειών, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση), το σύστημα που προβλέπει η οδηγία δεν είναι προς το παρόν σε θέση να λειτουργήσει και, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι σκοποί της οδηγίας, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει απόφαση που θα καθιστά υποχρεωτική τη χρήση ενός εναρμονισμένου εγγράφου εγκρίσεως.
H Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν έμεινε αδρανής έναντι των δυσχερειών που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Συγκεκριμένα, η γαλλική αντιπροσωπεία πρότεινε, κατά τις δύο συνεδριάσεις της συμβουλευτικής επιτροπής που συστάθηκε βάσει του άρθρου 13 της οδηγίας, που πραγματοποιήθηκαν στις 6 Δεκεμβρίου 1996 και στις 23 Απριλίου 1998 αντιστοίχως, την εφαρμογή ενός εναρμονισμένου εγγράφου για τη μεταφορά εκρηκτικών. Κατά την άποψή της, από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Απριλίου 1998 προέκυπτε ότι ένα σχέδιο εναρμονισμένου εγγράφου επρόκειτο να υποβληθεί προς ψήφιση στα μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής και στη συνέχεια να αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι, μέχρι τούδε, δεν υπήρξε ούτε ψηφοφορία στη συμβουλευτική επιτροπή ούτε απόφαση της Επιτροπής.
Επομένως, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, όσον αφορά τη μεταφορά εκρηκτικών, οφείλεται στην έλλειψη σαφήνειας και ακρίβειας των διατάξεών της. Το κενό αυτό πρέπει σε μεγάλο βαθμό να καταλογιστεί στην Επιτροπή, η οποία μέχρι τούδε δεν έχει λάβει τα μέτρα εφαρμογής τα οποία αναφέρει το άρθρο 13, γεγονός που προκύπτει επίσης από τα πρακτικά της συμβουλευτικής επιτροπής.
9 Η Επιτροπή, αντιθέτως, αρνείται ότι η οδηγία προβλέπει την υποχρέωση αυτή. Συγκεκριμένα, το άρθρο 9 ουδόλως απαιτεί την εφαρμογή ενός εναρμονισμένου εγγράφου σχετικά με την έγκριση μεταφοράς ούτε εξαρτά την υποχρέωση να τεθεί σε ισχύ η εν λόγω διάταξη από την προϋπόθεση αυτή.
Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει, αντίθετα με όσα δήλωσε η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι οι διατάξεις της οδηγίας είναι επαρκώς σαφείς και ότι, εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμη δεν ήταν, το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη τήρηση από ένα κράτος μέλος των υποχρεώσεων που του επιβάλλει η Συνθήκη. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ενδεχόμενες καθυστερήσεις των λοιπών κρατών μελών κατά τη μεταφορά της οδηγίας δεν μπορούν να προβληθούν από ένα κράτος μέλος προκειμένου να δικαιολογηθεί η δική του παράβαση.
10 Όσον αφορά τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με τα πυρομαχικά, η Επιτροπή υπογραμμίζει κατ' αρχάς ότι το διάταγμα 95-589 της 6ης Μαου 1995 ουδέποτε της κοινοποιήθηκε, ότι περιήλθε εις γνώση της μόνο στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και ότι τούτο συνιστά παραβίαση της υποχρεώσεως ανακοινώσεως που προβλέπει το άρθρο 19 της οδηγίας. Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίστηκε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι η απόφαση εφαρμογής του εν λόγω διατάγματος δεν της είχε ακόμη κοινοποιηθεί επισήμως.
Επί της ουσίας, κατά την Επιτροπή, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας βέβαιον ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη, η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει τη μεταφορά των διατάξεων σχετικά με τα πυρομαχικά και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 της οδηγίας.
Επί της υπάρξεως παραβάσεως
11 Κατ' αρχάς, δεν εξετάζεται στην παρούσα διαφορά ο ισχυρισμός που αφορά την παράλειψη μεταφοράς του άρθρου 14 της οδηγίας σχετικά με τις πληροφορίες που αφορούν τις επιχειρήσεις του τομέα των εκρηκτικών υλών που έχουν άδεια ή έγκριση: ο λόγος είναι ότι, κατόπιν της ανακοινώσεως από τη Γαλλική Κυβέρνηση του διατάγματος για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, της 10ης Φεβρουαρίου 1998 (JORF της 14ης Μαρτίου 1998, σ. 3837), η Επιτροπή παραιτήθηκε, με το υπόμνημά της απαντήσεως, από αυτόν τον λόγο προσφυγής (5).
12 Η παράβαση που καταλογίζεται στη Γαλλική Δημοκρατία, που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς και επί της οποίας επομένως το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί, αφορά κυρίως δύο σημεία: την παράλειψη μεταφοράς, αφενός, των διατάξεων της οδηγίας που αφορούν τη μεταφορά εκρηκτικών (άρθρα 9, 11 και 12) και, αφετέρου, τις διατάξεις που αφορούν τη μεταφορά πυρομαχικών (άρθρα 10, 11 και 12).
Επί της παραλείψεως μεταφοράς των διατάξεων σχετικά με τη μεταφορά εκρηκτικών
13 Όσον αφορά το πρώτο σημείο, τονίζω ευθύς εξαρχής ότι δεν μπορώ να συμμεριστώ τα επιχειρήματα που προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψη της μεταφοράς των διατάξεων της οδηγίας.
Πρέπει πράγματι να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η οδηγία δεν έχει επαρκή σαφήνεια, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν εξέδωσε τα σχετικά μέτρα εφαρμογής που ανάγονται κατά βάση στην επιβολή ενός εναρμονισμένου εγγράφου για τη χορήγηση αδειών, δεν μπορεί να αναιρέσει την υποχρέωση εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας.
Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι η οδηγία ουδαμού προβλέπει την καθιέρωση ενός εναρμονισμένου εγγράφου. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επανειλημμένως τονίστηκε η ανάγκη να καθιερωθεί ένα τέτοιο έγγραφο και ότι η ίδια η Επιτροπή τάχθηκε υπέρ της απόψεως αυτής δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να ανασταλεί η υποχρέωση εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (6), οι δηλώσεις που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου κατά τη θέσπιση διατάξεως του παραγώγου δικαίου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την ερμηνεία της θεσπισθείσας διατάξεως εφόσον το περιεχόμενο της δηλώσεως δεν απαντά στο κείμενο της επίδικης διάταξης και ως εκ τούτου στερείται νομικής σημασίας. Σύμφωνα με την ίδια λογική, οι δηλώσεις που περιέχονται στα πρακτικά μιας επιτροπής που θεσπίστηκε βάσει οδηγίας δεν μπορούν, κατά μείζονα λόγο, να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας αυτής.
Ακολούθως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, το άρθρο 13 ουδόλως θίγει την υποτιθέμενη υποχρέωση της Επιτροπής να εκδώσει ένα έγγραφο αυτού του είδους. Το άρθρο αυτό προβλέπει συγκεκριμένα μόνο τη γενική υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλει στην επιτροπή «σχέδιο των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν» στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας, σχέδιο για το οποίο η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της, καθώς και την επίσης γενική υποχρέωση της Επιτροπής να θεσπίσει τα μέτρα «τα οποία μπορούν να εφαρμοσθούν αμέσως».
14 Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η παράλειψη της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας είναι εν πάση περιπτώσει δικαιολογημένη, αν ληφθεί υπόψη ότι τα λοιπά κράτη μέλη δεν έχουν μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο τη διάταξη αυτή, και τούτο για πολλούς λόγους.
Κατ' αρχάς, ο ισχυρισμός αυτός δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Μάλλον το αντίθετο φαίνεται να προκύπτει από τη δικογραφία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του εκπροσώπου της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, όλα τα λοιπά κράτη μέλη μετέφεραν την οδηγία στο εσωτερικό τους δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του άρθρου 9.
Εν πάση περιπτώσει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «τα κράτη μέλη δεν μπορούν να δικαιολογούν τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τη Συνθήκη επειδή άλλα κράτη μέλη παρέβησαν και εξακολουθούν να παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους. Πράγματι, στην έννομη τάξη που εγκαθίδρυσε η Συνθήκη η εκ μέρους των κρατών μελών εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να εξαρτάται από οποιονδήποτε όρο αμοιβαιότητας» (7).
15 Απομένει τώρα να εξετασθεί αν, γενικώς, είναι δυνατό να γίνει δεκτό ως δικαιολογία για την προσαπτόμενη στη Γαλλική Δημοκρατία παράβαση το γεγονός ότι το κράτος αυτό συνάντησε δυσχέρειες πρακτικής φύσεως κατά τη μεταφορά του άρθρου 9.
Το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Συναφώς αρκεί να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «δυσχέρειες εφαρμογής, αναφανείσες στο στάδιο εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως, δεν μπορούν να επιτρέψουν σ' ένα κράτος μέλος να απαλλαγεί από την τήρηση των υποχρεώσεών του» (8).
16 Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν κυρίως όταν το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας ή η διάρθρωση της επίμαχης ρυθμίσεως παρέχει «στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα αναγκαία μέτρα για να επιτύχει ώστε να ληφθούν λογικά υπόψη οι δυσχέρειές του, τηρώντας τις αρχές της κοινής αγοράς και τα νόμιμα συμφέροντα των άλλων κρατών μελών» (9).
Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι στη συμβουλευτική επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 13 της οδηγίας έχει ακριβώς ανατεθεί το καθήκον να εξετάζει τα ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας. Πράγματι σε αυτό το πλαίσιο της συμβουλευτικής αυτής επιτροπής αποφασίστηκε η καθιέρωση ενός εναρμονισμένου εγγράφου προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία του άρθρου 9.
Ωστόσο, από το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω άρθρο δεν είναι σαφές καθ' εαυτόν και ήδη εφαρμοστέο στο εσωτερικό δίκαιο, έστω και χωρίς τα εν λόγω μέτρα εφαρμογής. Τούτο εξάλλου φαίνεται από το γεγονός ότι, εξαιρέσει της Γαλλικής Δημοκρατίας, τα κράτη μέλη μετέφεραν την επίδικη διάταξη στις αντίστοιχες έννομες τάξεις τους.
Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το γεγονός ότι η Γαλλική Δημοκρατία πρότεινε την τροποποίηση ή τη συμπλήρωση της διατάξεως αυτής με την καθιέρωση ενός εναρμονισμένου εγγράφου και ότι η Επιτροπή ανέλαβε να υποβάλει σχετικό σχέδιο δεν είναι δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1987, Επιτροπή κατά Βελγίου (10), την άρση της παραβάσεώς της.
Επ' αυτού, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «το γεγονός ότι τα κοινοτικά όργανα προβαίνουν σε τροποποιήσεις των οδηγιών δεν αρκεί για την απαλλαγή των κρατών μελών από την υποχρέωση να συμμορφώνονται εμπροθέσμως προς τις οδηγίες αυτές» (11).
17 Επομένως, οι δυσχέρειες που επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παράβαση των υποχρεώσεων που της επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο.
Επί της παραλείψεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων που αφορούν τη μεταφορά πυρομαχικών
18 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι το πρώτον κατά την προφορική διαδικασία η Γαλλική Κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι η απόφαση εφαρμογής του διατάγματος 95-589 (12) εκδόθηκε στις 25 Μαου 1999.
19 Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή είναι δυνατό να ολοκλήρωσε τη διαδικασία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων σχετικά με τη μεταφορά πυρομαχικών ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη υπόθεση. Πράγματι, η προθεσμία που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη καθορίζει, και χρονικώς, την παράβαση του κράτους, οπότε η εκπρόθεσμη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, είτε συντελείται πριν από την άσκηση της προσφυγής είτε διαρκούσας της εκκρεμοδικίας, δεν αίρει το έννομο συμφέρον της, εκτός αν η Επιτροπή παραιτηθεί από την προσφυγή, πράγμα που εν προκειμένω, ως προς το σημείο αυτό τουλάχιστον, δεν συνέβη (13).
20 Επομένως, απομένει μόνο να διαπιστωθεί ότι, κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη θεσπίσει τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας που περιλαμβάνονται πλέον στο προαναφερθέν διάταγμα. Το διάταγμα αυτό, του οποίου οι διατάξεις σχετικά με τα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας εξαρτώνταν ακριβώς, ως προς την εφαρμογή τους, από την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί κανονιστική πράξη δυνάμενη να μεταφέρει πλήρως και επακριβώς τα άρθρα αυτά (14). Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Επιτροπή κατά Βελγίου (15), ήτοι με την κρίση του ότι διατάξεις εσωτερικού δικαίου που δεν περιέχουν καμία ουσιαστικού δικαίου διάταξη μεταφοράς της οδηγίας, αλλ' απλώς εξουσιοδοτούν μια δημόσια αρχή να θεσπίσει στη συνέχεια τις αναγκαίες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν πλήρη και επακριβή μεταφορά της οδηγίας.
21 Όμως, έστω και στην περίπτωση που η Επιτροπή παραιτείτο ως προς το σημείο αυτό από την προσφυγή, ήτοι σχετικά με την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων που αφορούν τη μεταφορά πυρομαχικών, ωστόσο η παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων που αφορούν τη μεταφορά εκρηκτικών υλών θα εξακολουθούσε εν πάση περιπτώσει να είναι αποδεδειγμένη και αδικαιολόγητη. Συνεπώς, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία σχετικά με την παράβαση εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεων που απορρέουν γι' αυτήν από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ) και από την οδηγία. Πράγματι, ως γνωστόν, η οδηγία δεσμεύει τα κράτη ως προς τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν, χωρίς ωστόσο να μπορούν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ορισμένα μόνον από τα αποτελέσματα αυτά (16).
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, η Γαλλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να κρίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με τα άρθρα 9, 10, 11 και 12 της οδηγίας 93/15/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για την εναρμόνιση των διατάξεων περί της εμπορίας και του ελέγχου των εκρηκτικών υλών εμπορικής χρήσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ·
- να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 121, σ. 20.
(2) - Το άρθρο 14 της οδηγίας προβλέπει εξάλλου ότι τα κράτη μέλη «θέτουν στη διάθεση των άλλων κρατών μελών και της Επιτροπής τις ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρήσεις του τομέα των εκρηκτικών υλών που έχουν άδεια ή έγκριση (...)».
(3) - JORF [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας] της 5ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 17695.
(4) - JORF της 7ης Μαου 1995, σ. 7458.
(5) - Πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω διάταγμα κατατέθηκε από τη Γαλλική Κυβέρνηση με το υπόμνημά της αντικρούσεως.
(6) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-292/89, Antonissen (Συλλογή 1991, σ. I-745, σκέψη 18). Παρεμφερώς, βλ. επίσης τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-197/94 και C-252/94, Bautiaa και Sociιtι franηaise maritime (Συλλογή 1996, σ. I-505, σκέψη 47), και της 29ης Μαου 1997, C-329/95, VAG Sverige (Συλλογή 1997, σ. I-2675, σκέψη 23).
(7) - Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1991, C-146/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1991, σ. I-3533). Βλ. επίσης την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 52/75, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1976, σ. 121).
(8) - Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 128/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 183, σκέψη 10). Βλ. επίσης την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-236/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. I-3163, σκέψη 17).
(9) - Προαναφερθείσα απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 10.
(10) - Υπόθεση 306/84, Συλλογή 1987, σ. 675, σκέψη 7.
(11) - Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C-182/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-1465, σκέψη 6). Βλ. επίσης την απόφαση της 12ης Μαρτίου 1998, C-344/96, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. I-1165, σκέψη 9).
(12) - Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή έλαβε γνώση του κειμένου του διατάγματος 95-589 το πρώτον με την κατάθεση του εν προκειμένω υπομνήματος αντικρούσεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
(13) - Βλ. αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1988, 283/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 3271, σκέψη 6), και της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, 291/84, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1987, σ. 3483). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, εφόσον η παράβαση αίρεται εκπροθέσμως, «εξακολουθεί να υπάρχει έννομο συμφέρον προς εκδίκαση της προσφυγής προκειμένου να θεμελιωθεί η ευθύνη που ένα κράτος μέλος ενδέχεται να υπέχει ως συνέπεια της παραβάσεώς του έναντι των λοιπών κρατών μελών, της Κοινότητας ή των ιδιωτών» (απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1990, C-287/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. I-125).
(14) - Το άρθρο 80 του προαναφερθέντος διατάγματος, που μετέφερε το άρθρο 11 της οδηγίας, καίτοι κατά τα φαινόμενα δεν εξηρτάτο τυπικώς από την έκδοση αποφάσεως εφαρμογής, έχει πρακτική σημασία μόνον από τη στιγμή που οι διατάξεις του άρθρου 10 τίθενται σε εφαρμογή.
(15) - Υπόθεση C-263/96 (Συλλογή 1997, σ. I-7453, σκέψη 26). Βλ. επίσης την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-131/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I-825).
(16) - Βλ. τις προτάσεις μου της 1ης Οκτωβρίου 1998 στην υπόθεση C-409/97, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (μη ακόμη δημοσιευθείσες στη Συλλογή).
Full & Egal Universal Law Academy