Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν τήρησε τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση για τη σύναψη συμβάσεων εκ μέρους οργανισμών οι οποίοι δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, τούτο δε επ' ευκαιρία συμβάσεως η οποία συνήφθη κατόπιν διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό. Το κυριότερο επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσον οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στην εν λόγω σύμβαση· η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της διαδικασίας. Σε περίπτωση εφαρμογής, θα πρέπει να προσδιοριστεί αν οι προϋποθέσεις παρεκκλίσεως από την υποχρέωση διενέργειας διαγωνισμού συνέτρεχαν.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Η οδηγία 93/38/ΕΟΚ (1) έχει εφαρμογή στους αναθέτοντες φορείς οι οποίοι εκμεταλλεύονται, μεταξύ άλλων, δημόσια δίκτυα μεταφορών υπό την ιδιότητα των δημοσίων αρχών ή δημοσίων επιχειρήσεων, ή διότι απολαύουν αποκλειστικών δικαιωμάτων που τους χορήγησε η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους (άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο γγ).
3 Η οδηγία αυτή προβλέπει ότι οι συμβάσεις των φορέων οι οποίοι ασκούν δραστηριότητα στους εν λόγω τομείς μπορούν να συναφθούν σύμφωνα με τρία είδη διαδικασιών: τις ανοικτές διαδικασίες, τις κλειστές διαδικασίες και τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση. Το άρθρο 1, σημείο 7, δίνει τους εξής ορισμούς:
«α) όσον αφορά τις ανοικτές διαδικασίες, όλοι οι ενδιαφερόμενοι προμηθευτές, εργολήπτες, ή παρέχοντες υπηρεσίες μπορούν να υποβάλλουν προσφορά·
β) όσον αφορά τις κλειστές διαδικασίες, μπορούν να υποβάλουν προσφορά μόνο οι υποψήφιοι που καλούνται από τον αναθέτοντα φορέα·
γ) όσον αφορά τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, ο αναθέτων φορέας απευθύνεται σε προμηθευτές ή εργολήπτες ή παρέχοντες υπηρεσίες της επιλογής του και διαπραγματεύεται τους όρους της σύμβασης με έναν ή περισσότερους από αυτούς».
4 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προσθέτει ότι: «Οι αναθέτοντες φορείς μεριμνούν ώστε να μην γίνονται διακρίσεις μεταξύ προμηθευτών, εργοληπτών, ή παρεχόντων υπηρεσίες».
5 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, διασαφηνίζει ότι: «Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να επιλέγουν οποιαδήποτε από τις διαδικασίες που περιγράφονται στο άρθρο 1, σημείο 7, εφόσον, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, έχει προκηρυχθεί διαγωνισμός σύμφωνα με το άρθρο 21» (το οποίο αναφέρεται στους τύπους που πρέπει να τηρηθούν για τις προκηρύξεις και διευκρινίζει ότι αυτές πρέπει να δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων).
6 Ωστόσο, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, «Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν διαδικασία χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[...]
γ) όταν, για λόγους τεχνικής ή καλλιτεχνικής ιδιομορφίας ή για λόγους που αφορούν την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας, η εκτέλεση της σύμβασης μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο προμηθευτή, εργολήπτη ή παρέχοντα υπηρεσία»·
[...]
7 Σύμφωνα με το άρθρο 45, τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της οδηγίας και να τις εφαρμόσουν το αργότερο την 1η Ιουλίου 1994.
8 Το άρθρο 45 προβλέπει επίσης ότι η οδηγία 90/531/ΕΟΚ (2) - η οποία περιελάμβανε (3) πανομοιότυπες διατάξεις με εκείνες της προπαρατεθείσας οδηγίας 93/38, καθόσον αφορά τις εν προκειμένω περιστάσεις - δεν παράγει πλέον αποτελέσματα από την ημερομηνία εφαρμογής της τελευταίας αυτής οδηγίας εκ μέρους των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη όφειλαν έως την 1η Ιανουαρίου 1993 να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 90/531 (4). Πριν από την οδηγία αυτή, η σύναψη συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, του ηλεκτρισμού, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών δεν ρυθμιζόταν σε κοινοτικό επίπεδο.
Η γαλλική νομοθεσία
9 Η σύναψη των δημοσίων συμβάσεων στη Γαλλία διέπεται ουσιαστικά από τις διατάξεις του κώδικα δημοσίων συμβάσεων (στο εξής: κώδικας).
10 Το άρθρο 104.Ι του κώδικα αυτού επιβάλλει όπως οι συμβάσεις με διαπραγμάτευση συνάπτονται κατόπιν προηγούμενης προκηρύξεως. Το άρθρο 104.ΙΙ δέχεται ορισμένες παρεκκλίσεις δυνάμει των οποίων δεν είναι απαραίτητη προηγούμενη προκήρυξη. Η διάταξη που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των περιστατικών της παρούσας υποθέσεως είχε ως εξής:
«Συμβάσεις κατά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων μπορούν να συνάπτονται χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού όταν η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον από συγκεκριμένο εργολήπτη ή προμηθευτή.
Αυτό συμβαίνει στις εξής περιπτώσεις:
1) όταν οι ανάγκες δεν μπορούν να ικανοποιηθούν παρά μόνο με παροχή η οποία απαιτεί τη χρήση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αδείας εκμεταλλεύσεως ή αποκλειστικών δικαιωμάτων που κατέχει ένας μόνον εργολήπτης ή ένας μόνον προμηθευτής·
2) όταν οι ανάγκες δεν μπορούν να ικανοποιηθούν παρά μόνο με παροχή η οποία, λόγω τεχνικών αναγκών, προηγούμενων σημαντικών επενδύσεων, ειδικών εγκαταστάσεων ή τεχνογνωσίας, μπορεί να εκτελεστεί μόνο από συγκεκριμένο εργολήπτη ή προμηθευτή·
[...]».
11 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 93/38 (5). Αντιθέτως, φαίνεται ότι η οδηγία 90-531 είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τον νόμο 92-1282, της 11ης Δεκεμβρίου 1992 (6), και του διατάγματος 93-990, της 3ης Αυγούστου 1993 (7). Το άρθρο 2 του διατάγματος αυτού περιλαμβάνει εξαντλητικό πίνακα των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατό να εφαρμοστεί διαδικασία χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό, και το σημείο 4 του πίνακα αυτού χρησιμοποιεί τους όρους του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 90/531, ταυτόσημους, για τους εργολήπτες και τους προμηθευτές, προς εκείνους του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 93/38.
Ιστορικό
12 Συνοπτικά, στην υπόθεση αυτή πρόκειται για μακρά διαδικασία συνάψεως συμβάσεως για την κατασκευή ενός ελαφρού αστικού μετρό. Οι διάφορες φάσεις της διαδικασίας αυτής ενδιαφέρουν ουσιαστικά καθόσον πρέπει να καθοριστεί αν πρόκειται για μια συνεχή διαδικασία ή αν προκηρύχθηκε δεύτερη διαδικασία σε σχετικά προχωρημένο στάδιο της συνολικής διαδικασίας. Τούτο ενδιαφέρει επίσης καθόσον πρέπει να προσδιοριστεί αν οι κοινοτικές διατάξεις είχαν εφαρμογή σε μια από τις αρχικές φάσεις της διαδικασίας που οδήγησε στην οριστική ανάθεση της συμβάσεως.
13 Οι δημόσιες μεταφορές της αστικής περιοχής της Rennes, στη Γαλλία, τελούν υπό την ευθύνη μιας κοινοπραξίας στην οποία μετέχουν όλες οι κοινότητες που ανήκουν στην ευρύτερη αυτή αστική περιοχή, δηλαδή του Syndicat intercommunal des transports collectifs de l'agglomιration rennaise (διακοινοτικός φορέας μαζικών μεταφορών της ευρύτερης αστικής περιοχής της Rennes, στο εξής: Sitcar), που υπόκειται προφανώς στην εξουσία του συμβουλίου του οργανισμού της ευρύτερης αστικής περιοχής (στο εξής: συμβούλιο του οργανισμού). Οι αποφάσεις λαμβάνονται από το συμβούλιο του οργανισμού ή την επιτροπή του Sitcar (στο εξής: επιτροπή), συγκείμενη από εκπροσώπους των διαφόρων κοινοτήτων. Η πραγματική διαχείριση της υπηρεσίας μεταφορών διασφαλίζεται από τη μεικτή εταιρία Semtcar.
14 Από το 1984, το Sitcar μελέτησε διάφορες δυνατότητες προς βελτίωση της υπηρεσίας αυτής, με τη δημιουργία ενός συστήματος μαζικών μεταφορών με δική του υποδομή, δηλαδή τη δημιουργία γραμμών τραμ ή ελαφρού μετρό. Στις 26 Οκτωβρίου 1989, η επιτροπή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιώσει τις προηγούμενες αποφάσεις περί δημιουργίας στην ευρύτερη αστική περιοχή δικτύου μαζικών μεταφορών με δική του υποδομή, να επιλεγεί ως τεχνολογία το αυτόματο ελαφρό μετρό VAL, να ζητηθεί από το κράτος οικονομική συνδρομή και να επιτραπούν οι διαβουλεύσεις για την ανάθεση της συμβάσεως προμελέτης. Η έκθεση βάσει της οποίας ψηφίστηκε η απόφαση αυτή ανέφερε ότι το σύστημα VAL κατασκευαζόταν από δύο εταιρίες, τη Matra (Matra Transport, η οποία είναι σήμερα γνωστή υπό την επωνυμία Matra Transport International) και την Alsthom (GEC Alsthom Transport). Η σύμβαση για την προμελέτη ανατέθηκε στην Matra η οποία την εκτέλεσε, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις στην επ' ακροατηρίου συζήτηση.
15 Τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1990 αναφέρουν ότι το Sitcar, αφού διατύπωσε την πρόσκληση υποβολής προσφορών για το τμήμα «έργα πολιτικού μηχανικού και εξοπλισμός μη συνδεόμενος με το σύστημα» και επέλεξε τον εργολάβο, έλαβε υπόψη κατά την ημερομηνία αυτή το γεγονός ότι το τμήμα «σύστημα και εξοπλισμός συνδεόμενος με το σύστημα» θα οδηγούσε στη σύναψη «συμβάσεως συνολικής εκτελέσεως του έργου» (σύμβαση με το κλειδί στο χέρι, δηλαδή που αφορούσε το σύνολο των εργασιών παραδοτέες έτοιμες προς λειτουργία) με την εταιρία Matra μόλις αυτή θα είναι σε θέση να δεσμευθεί επί μιας εγγυημένης αντικειμενικής τιμής.
16 Σε έκθεση αναγνωσθείσα στην επιτροπή κατά τη συνεδρίασή της της 12ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη σύμβαση των έργων πολιτικού μηχανικού και εξοπλισμού μη συνδεόμενου με το σύστημα, ο πρόεδρος του Sitcar ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις με τη Matra δεν είχαν ακόμη περατωθεί, αλλά θα κατέληγαν στη σύναψη μιας συμβάσεως συνολικής εκτελέσεως του έργου.
17 Σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου η Γαλλική Κυβέρνηση προσκόμισε έγγραφο που το Sitcar απηύθυνε στη Matra, με ημερομηνία 9 Ιουλίου 1991 και το οποίο φαίνεται ότι ελήφθη στις 12 Ιουλίου 1991 (αλλά αναμφίβολα πολύ αργότερα για να αναφέρεται στην έκθεση της ίδιας ημέρας). Το έγγραφο αυτό φαίνεται να συνόδευε φάκελο που περιείχε την προσφορά της Matra για το τμήμα «σύστημα» των έργων της πρώτης γραμμής της VAL στη Rennes. Επιβεβαιώνει την εγγυημένη τιμή των 987 000 000 γαλλικών φράγκων (FRF) ή, με ορισμένες πιθανές τροποποιήσεις του προγράμματος, των 953 200 000 FRF, εκτός φόρου στις δύο περιπτώσεις, με τιμές Ιανουαρίου 1991.
18 Στις 15 Φεβρουαρίου 1993, ο Νομάρχης (prιfet) της διοικητικής περιφέρειας Ille-et-Vilaine, διοικητική περιφέρεια στην οποία βρίσκεται η πόλη της Rennes, εξέδωσε απόφαση χαρακτηρίζουσα ως δημοσίας ωφελείας το σχέδιο της πρώτης γραμμής ελαφρού μετρό VAL. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελούσε την προϋπόθεση για τη συνέχιση του έργου, ειδικότερα για να πραγματοποιηθούν οι απαλλοτριώσεις.
19 Στις 30 Μαρτίου 1993, το συμβούλιο του οργανισμού ενέκρινε τη σύμβαση συνολικής εκτελέσεως την οποία η Semtcar είχε διαπραγματευθεί με τη Matra στην τιμή των 966 420 000 FRF εκτός φόρου, με τιμές Ιανουαρίου 1993, και ενέκρινε την υπογραφή της. Η σύμβαση αφορούσε την προμήθεια ενός πλήρους συστήματος, που περιελάμβανε όχι μόνον τις γραμμές, τον σταθμό διευθύνσεως και τα βαγόνια του μετρό, αλλά επίσης τους εξοπλισμούς ασφαλείας, του συνεργείου-αμαξοστασίου, παροχής ηλεκτρισμού και γραμμών, καθώς και τα ανταλλακτικά και την κατάρτιση του προσωπικού εκμεταλλεύσεως.
20 Ωστόσο, το στάδιο αυτό δεν επιτεύχθηκε χωρίς πολιτική αντιπολίτευση. Μια «επιτροπή για μια εναλλακτική λύση στο VAL» δημιουργήθηκε το 1991 και οι περισσότερες σχετικές αποφάσεις για το σχέδιο υπήρξαν αντικείμενο μειοψηφούσας δυσμενούς ψήφου. Εξάλλου, η οικολογική κίνηση Rennes Verte προσέφυγε στο διοικητικό δικαστήριο της Rennes ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση του Νομάρχη περί χαρακτηρισμού του σχεδίου ως δημοσίου συμφέροντος. Στις 16 Φεβρουαρίου 1994, το δικαστήριο αυτό ακύρωσε την απόφαση επειδή η προκαταρκτική έρευνα ήταν ελλιπής στο επίπεδο αναλύσεως ορισμένων απαιτούμενων προϋποθέσεων.
21 Κατά συνέπεια, με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1994 το Υπουργείο Εξοπλισμού, Μεταφορών και Τουρισμού πληροφόρησε τον πρόεδρο του συμβουλίου του οργανισμού ότι οι κρατικές επιδοτήσεις δεν μπορούσαν να καταβληθούν εφόσον η διοικητική διαδικασία δεν επαναλαμβανόταν και εφαρμοζόταν εξ αρχής όπως απαιτούσε το διοικητικό δικαστήριο.
22 Στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, το συμβούλιο του οργανισμού έλαβε δύο συνδεόμενες μεταξύ τους αποφάσεις. Κατ' αρχάς, αποφάσισε να ανακαλέσει την προηγούμενη απόφασή του της 30ής Μαρτίου 1993 με την οποία εγκρίθηκε η σύμβαση με τη Matra και επετράπη στη Semtcar να την υπογράψει, «αφού η απόφαση αυτή ουδέποτε άρχισε να εφαρμόζεται και κατέστη χωρίς αντικείμενο». Η έκθεση βάσει της οποίας ψηφίστηκε η απόφαση αυτή ανέφερε ότι η εκ μέρους του κράτους έγκριση δεν έγινε έγκαιρα, διακυβεύοντας έτσι την εκτέλεση της συμβάσεως, ειδικότερα ως προς τις λεπτομέρειες.
23 Εν συνεχεία, το συμβούλιο του οργανισμού ζήτησε από τη Semtcar να «επανέλθει στην προσαρμογή της συμβάσεως αυτής με τη Matra» στο πλαίσιο της προϋπολογισθείσας χρηματοδοτήσεως που προβλέφθηκε για το έργο και να την υποβάλει εκ νέου προς έγκριση στον οργανισμό.
24 Σε έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1996, που απηύθυνε σε δύο συμβούλους αντίθετους προς το σχέδιο, οι οποίοι είχαν αμφισβητήσει τη φερόμενη άρνηση κοινοποιήσεως της συμβάσεως συνολικής εκτελέσεως του έργου του 1993 ως προς το τμήμα «σύστημα» της γραμμής VAL, ο πρόεδρος του συμβουλίου του οργανισμού δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση δεν μπορούσε να ανακοινωθεί λόγω του ότι ουδέποτε υπήρξε, δεδομένου ότι δεν είχε υπογραφεί ούτε διαβιβαστεί στον νομάρχη, και η ανάκληση της αποφάσεως με την οποία εγκρίθηκε το σχέδιο έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή του. Ωστόσο, η κοινοποιηθείσα με το έγγραφο αυτό απόφαση ακυρώθηκε εν συνεχεία, με την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1997, το οποίο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η ύπαρξη της συμβάσεως αυτής επιβεβαιωνόταν από τη φρασεολογία της αποφάσεως της 30ής Μαρτίου 1993 και η σύμβαση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ανύπαρκτη λόγω του ότι δεν είχε υπογραφεί ή κοινοποιηθεί· επρόκειτο για οριστικό έγγραφο, το οποίο υπήρξε αντικείμενο διαπραγματεύσεων και εν συνεχεία εγκρίσεως από το συμβούλιου του οργανισμού.
25 Στις 4 Οκτωβρίου 1996, ο νομάρχης έλαβε νέα απόφαση με την οποία χαρακτήρισε το σχέδιο δημοσίου συμφέροντος, πράγμα που αποδέσμευε την επιδότηση του δημοσίου. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το συμβούλιο του οργανισμού αποφάσισε στις 22 Νοεμβρίου 1996 να εγκρίνει «τους όρους του σχεδίου συμβάσεως με διαπραγμάτευση που θα συναφθεί με την εταιρία Matra Transport International σχετικά με την εκτέλεση του τμήματος σύστημα και εξοπλισμός συνδεόμενος με το σύστημα» και εξουσιοδότησε τη Semtcar να υπογράψει τη σύμβαση.
Η διαδικασία
26 Επιληφθείσα καταγγελίας στο τέλος του έτους 1996 - υποβληθείσας, φαίνεται, από τους συμβούλους που ήσαν αντίθετοι προς το σχέδιο VAL -, η Επιτροπή ζήτησε εξηγήσεις από τη Γαλλική Δημοκρατία, η οποία απάντησε, ουσιαστικά, ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί το 1989, πριν από την έναρξη ισχύος των οδηγιών 90/531 και 93/38, η Matra ήταν η μόνη εταιρία ικανή να ανταποκριθεί στις τεχνικές προδιαγραφές και, εξάλλου, είχε ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις. Η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως τον Ιούνιο του 1997. Θεωρώντας ότι η απάντησή της δεν ήταν ικανοποιητική, η Επιτροπή τής απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ) με το οποίο διαπίστωνε την παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 93/38 και έτασσε στη Γαλλική Δημοκρατία προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή. Με την από 12 Ιουνίου 1998 απάντησή τους, οι γαλλικές αρχές ενέμειναν στη θέση τους.
27 Η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 14 Σεπτεμβρίου 1998. Ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, με την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1996, με την οποία ανατέθηκε στην εταιρία Matra Transport η σύμβαση συνολικής εκτελέσεως του σχεδίου ελαφρού μετρό στην αστική περιοχή της Rennes, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/38 και ειδικότερα τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, αυτής. Η ακριβής παράβαση που προσάπτει η Επιτροπή είναι η μη διοργάνωση προηγούμενου διαγωνισμού προκειμένου να αποφευχθεί διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων.
Ανάλυση
28 Η θέση της Επιτροπής συνίσταται, ουσιαστικά, στο ότι η εν λόγω διαδικασία άρχισε στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 93/38 δεν συνέτρεχαν και, παραλείποντας να διοργανώσουν προηγουμένως διαγωνισμό, οι γαλλικές αρχές παρέβησαν την οδηγία. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διαδικασία κινήθηκε (και έληξε) πολύ νωρίτερα, η δε ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας είναι αυτή που ασκεί επιρροή προκειμένου να προσδιοριστεί αν οι κοινοτικές διατάξεις είχαν εφαρμογή στη διαδικασία αυτή. Απαντώντας στο τελευταίο αυτό επιχείρημα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, μολονότι μπορεί να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας, δεν πρέπει να παρέλθει μη εύλογο χρονικό διάστημα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πριν την καθαυτό ανάθεση της συμβάσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει, επικουρικώς, ότι, αν η κύρια θέση της Επιτροπής γίνει δεκτή, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως εν πάση περιπτώσει συνέτρεχαν.
29 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, μολονότι το κύριο προς επίλυση θέμα είναι να προσδιοριστεί αν μια νέα διαδικασία είχε αρχίσει στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, φαίνεται σκόπιμο, για να φωτιστεί η συζήτηση, να εξεταστεί γενικά το γενικότερο ζήτημα της εφαρμογής των νέων κοινοτικών διατάξεων στις τρέχουσες διαδικασίες. Εν συνεχεία θα εξετάσω το κύριο ζήτημα της ημερομηνίας ενάρξεως της διαδικασίας και, τέλος, το ζήτημα αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως συνέτρεχαν ενδεχομένως.
Η οδηγία 90/531 και η οδηγία 93/38
30 Οι διατάξεις των οδηγιών 90/531 και 93/38 οι οποίες ενδιαφέρουν στην παρούσα υπόθεση είναι πανομοιότυπες· οι τροποποιήσεις που έγιναν με την τελευταία από τις οδηγίες αυτές αποβλέπουν μόνο στο να επεκτείνουν την εφαρμογή των διατάξεων στις συμβάσεις υπηρεσιών, πέραν των συμβάσεων έργων και προμηθειών. Πάντως, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί μόνον η παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 93/38.
31 Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει, χωρίς να αποφανθεί ultra petita, ότι οι διατάξεις της οδηγίας 90/531 δεν τηρήθηκαν, σε χρόνο κατά τον οποίο είχαν εφαρμογή και κατά τον οποίο η οδηγία 93/38 δεν είχε ακόμη εφαρμογή. Ωστόσο, φρονώ ότι είναι χρήσιμο να έχουμε κατά νου τις δύο οδηγίες κατά την ανάλυση των περιστατικών της υποθέσεως.
Η εφαρμογή των οδηγιών σε κινηθείσα ήδη διαδικασία
32 Ο γενικός κανόνας είναι ότι, ελλείψει σαφούς διατάξεως και εφόσον ο προς επίτευξη στόχος δεν το απαιτεί, η κανονιστική ρύθμιση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως έχουσα αναδρομικό αποτέλεσμα (8). Στην παρούσα υπόθεση, καμιά από τις δύο οδηγίες δεν περιέχει παρόμοια διάταξη - ούτε καν μεταβατική διάταξη - και δεν υπάρχει λόγος να συναχθεί ότι ο σκοπός τους επιβάλλει οποιοδήποτε αναδρομικό αποτέλεσμα.
33 Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης την αρχή ότι οι τροποποιητικές διατάξεις εφαρμόζονται, εκτός αν υπάρχει αντίθετη διάταξη, στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων γεγενημένων υπό το κράτος της προγενέστερης νομοθετικής διατάξεως (9).
34 Ωστόσο, οι αρχές αυτές δεν επιλύουν ευθέως το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής των νέων κανόνων σε διαδικασία κινηθείσα ήδη κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία μεταφοράς των κανόνων αυτών στο εσωτερικό δίκαιο. Τα μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 90/531 έπρεπε να τεθούν σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1993 και εκείνα για την οδηγία 93/38 το αργότερο την 1η Ιουλίου 1994.
35 Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να εξετάσει ένα παρόμοιο ζήτημα, σχετικά με την εφαρμογή νέων κοινοτικών διατάξεων σε διαδικασίες κινηθείσες ήδη - μολονότι σε διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο - σε πολλές υποθέσεις συνεπαγόμενες στην εφαρμογή της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ (10), σχετικά με την αποτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον, η οποία δεν περιελάμβανε ούτε αυτή μεταβατικές διατάξεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία αυτή πρέπει να εφαρμόζονται σε διαδικασία εγκρίσεως κινηθείσα μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά πριν από την πραγματική μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (11). Για να τηρείται η αρχή της ασφαλείας δικαίου, το μόνο κριτήριο το οποίο μπορεί να γίνει δεκτό για τον προσδιορισμό του αν οι διατάξεις της οδηγίας έχουν εφαρμογή πρέπει να είναι η ημερομηνία της επίσης υποβολής της αιτήσεως, προγενέστερης ή μεταγενέστερης της προθεσμίας που καθορίστηκε για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (12). Η οδηγία εφαρμοζόταν σε σχέδια τέτοιας σπουδαιότητας των οποίων η πραγματοποίηση απαιτεί μακρά χρονική περίοδο, οπότε οι κινηθείσες ήδη διαδικασίες και οι δημιουργηθείσες ήδη καταστάσεις υπό το κράτος της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορούσαν να επηρεαστούν από την οδηγία (13).
36 Αν η συλλογιστική αυτή μεταφερθεί στην προκειμένη υπόθεση, συνάγεται ότι οι διατάξεις των οδηγιών 90/531 και 93/38 δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων οι οποίες είχαν κινηθεί ήδη κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι διατάξεις αυτές κατέστησαν δεσμευτικές.
37 Ωστόσο, δεν αποκλείω υποχρεωτικά κατ' αρχήν κάθε δυνατότητα οι διατάξεις μιας οδηγίας να έχουν εφαρμογή σε φάσεις μεταγενέστερες διαδικασιών οι οποίες κινήθηκαν ήδη κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου στις προπαρατεθείσες υποθέσεις αποτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον επηρεάστηκε ίσως από το γεγονός ότι ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί με ακρίβεια σε ποια στιγμή της διαδικασίας έπρεπε να πραγματοποιηθεί η αποτίμηση που απαιτεί η οδηγία, ενώ η κίνηση της διαδικασίας με την υποβολή της επίσημης αιτήσεως συνιστούσε βέβαιο γεγονός και δυνάμενο να προσδιοριστεί.
38 Αυτού του είδους οι σκέψεις δεν επιβάλλονται υποχρεωτικά στην περίπτωση κατά την οποία νέοι κανόνες τίθενται σε ισχύ σε χρόνο κατά τον οποίο μπορεί να εξακριβωθεί μια από τις φάσεις που αποτελούν το σύνολο της διαδικασίας. Αυτό που μπορεί να αποκλειστεί, αντιθέτως - σύμφωνα με την ανάγκη νομικής ασφαλείας που υπέμνησε το Δικαστήριο -, είναι να εφαρμοστούν οι κανόνες αυτοί σε εκτελεσθείσες ήδη φάσεις της διαδικασίας. Πράγματι, εκτός αν οι φάσεις αυτές είναι ήδη σύμφωνες προς τους νέους κανόνες, το μόνο μέσο να καταστούν σύμφωνες προς τους κανόνες αυτούς είναι να αρχίσουν εκ νέου, πράγμα που επιβάλλει επανάληψη από το μηδέν ολόκληρης της διαδικασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται λόγος για τις πρώτες φάσεις - και δεν μπορεί να αποδίδεται μια τέτοια πρόθεση στον κοινοτικό νομοθέτη, εφόσον δεν υπάρχει σαφής σχετική ένδειξη.
39 Όπωσδήποτε, ανεξαρτήτως του αν οι διατάξεις των οδηγιών μπορούν ή όχι να εφαρμοστούν στις μεταγενέστερες φάσεις διαδικασιών που έχουν ήδη κινηθεί, καταλήγω στο ότι αυτές δεν μπορούν να έχουν αποτέλεσμα στις φάσεις που είχαν εκτελεστεί πριν από την καθορισθείσα προθεσμία για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
40 Στο ειδικότερο πλαίσιο μιας κοινοτικής οδηγίας σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων, η οποία δεν έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί με ότι έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Tφgel (14), κατά την οποία «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει σε αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους να παρεμβαίνει [...] στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις [...] εφόσον οι σχέσεις αυτές συστήθηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο». Είναι αληθές ότι η απόφαση αυτή αφορούσε περίπτωση στην οποία η σύναψη της καθαυτό συμβάσεως έγινε πριν την λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και για διάρκεια βαίνουσα πέραν της προθεσμίας αυτής, αλλά, κατά τη γνώμη μου, η αρχή αυτή έχει γενική αξία: εφαρμόζεται σε όλες τις φάσεις μιας διαδικασίας διαγωνισμού και ανεξάρτητα από τον αριθμό των φάσεων αυτών, εφόσον αυτές εκτελέστηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η εφαρμογή των οδηγιών στην παρούσα περίπτωση
41 Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η φάση της αρχικής διαδικασίας κατά την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί διαγωνισμός περατώθηκε πριν από την 1η Ιουλίου 1994, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/38, και ακόμη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, ημερομηνία από της οποίας τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας 90/531 έπρεπε να εφαρμοστούν.
42 Ο διαγωνισμός πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση είναι σαφές ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν ήδη αρχίσει το αργότερο στις 19 Ιουλίου 1990 - προτού καν εκδοθεί η οδηγία 90/531 - και είχαν ήδη ευωδοθεί ουσιαστικά στις 9 Ιουλίου 1991. Υπήρξε συμφωνία των μερών το αργότερο στις 30 Μαρτίου 1993. Εξάλλου, κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, η Επιτροπή φαίνεται να δέχθηκε ότι, αν η σύμβαση είχε εκτελεστεί σύμφωνα με τη συμφωνία που εγκρίθηκε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, δεν θα υπήρχε παράβαση του κοινοτικού συστήματος συνάψεως των συμβάσεων.
43 Ωστόσο, η Επιτροπή εκκινεί από την αρχή ότι η ανωτέρω περιγραφείσα αρχική διαδικασία περατώθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1995 και άρχισε τότε νέα διαδικασία. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε περάτωση μιας διαδικασίας και κίνηση άλλης, αλλά μία και μόνον διαδικασία, η οποία καθυστέρησε σε μια από τις φάσεις της λόγω απροσδόκητου διοικητικού εμποδίου.
44 Επομένως, το ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί είναι το εξής: ποια είναι τα αποτελέσματα ανακλήσεως της αποφάσεως με την οποία εγκρίθηκε η σύμβαση του 1993 και της αποφάσεως περί προσαρμογής της συμβάσεως με την εταιρία Matra;
45 Η σύμβαση που εγκρίθηκε στις 30 Μαρτίου 1993 φαίνεται ότι ουδέποτε είχε υπογραφεί. Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκαν διάφορα επιχειρήματα επί του ζητήματος αν η ανάθεση της συμβάσεως που δέσμευε τα μέρη είχε ωστόσο πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία αυτή ή σε προγενέστερη ημερομηνία, τη στιγμή κατά την οποία υπήρξε συμφωνία των μερών ως προς τους όρους της συμβάσεως. Η Επιτροπή φρονεί ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί στις 30 Μαρτίου 1993, ελλείψει οριστικής και ανεπιφύλακτης συμφωνίας πριν από την ημερομηνία αυτή. Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι η Matra απέκτησε δικαίωμα συνάψεως της συμβάσεως δεσμευόμενη οριστικά επί της τιμής στις 9 Ιουλίου 1991.
46 Οι διάδικοι διαφωνούν επίσης ως προς το ζήτημα αν, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρξε σύναψη της συμβάσεως, η σύμβαση κατέστη ανίσχυρη εν συνεχεία λόγω της ανακλήσεως της αποφάσεως με την οποία εγκρίθηκε. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συνέπεια της ανακλήσεως, στο γαλλικό διοικητικό δίκαιο, ήταν ότι η απόφαση θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε. Για τη Γαλλική Κυβέρνηση, αντιθέτως, η κατάσταση είναι απλώς η εξής: εφόσον δεν υπήρξε νέα διακήρυξη περί δημοσίου συμφέροντος και αποδέσμευση της χρηματοδοτήσεως εξαρτώμενη από τη διακήρυξη αυτή, ήταν αδύνατο να υπογραφεί η σύμβαση με τη Matra· ωστόσο, η απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως στην εταιρία αυτή είχε ληφθεί κατά τρόπο δεσμευτικό και εξακολουθούσε να υπάρχει, εφόσον δεν είχε ακυρωθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.
47 Ως προς τον ρόλο της αποφάσεως με την οποία ζητήθηκε από την Semtcar να «αναπροσαρμόσει» τη σύμβαση, η Επιτροπή θεωρεί την απόφαση ως την προφανή απόδειξη κινήσεως νέας διαδικασίας, ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση ως επανάληψη και συνέχιση της αρχικής διαδικασίας. Οι δύο διάδικοι επικαλούνται τη σύμβαση που εγκρίθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1996 για να στηρίξουν τη θέση τους: η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτή διαφέρει εκείνης του 1993 επί ουσιωδών πτυχών ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι πρόκειται ουσιαστικά για την ίδια σύμβαση, αφού οι μόνες διαφορές είναι η επιλογή ενός τύπου ελαφρώς διαφορετικού που οφείλεται στη διαπιστωθείσα εν τω μεταξύ τεχνολογική εξέλιξη και στην αναπροσαρμογή της τιμής.
48 Η Επιτροπή προσβάλλει με την προσφυγή της τη διαδικασία η οποία κατέληξε στην ανάθεση της συμβάσεως η οποία εγκρίθηκε προς υπογραφή στις 22 Νοεμβρίου 1996. Επομένως, πρόκειται για το ζήτημα αν η ανάθεση της συμβάσεως αυτής συνιστά την κατάληξη της αρχικής διαδικασίας ή αν η διαδικασία αυτή είχε λήξει στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, αν όχι ενωρίτερα.
49 Η οδηγία 93/38 απαριθμεί ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να τηρούνται πριν, κατά και μετά την απόφαση περί «αναθέσεως», αλλά δεν διευκρινίζει σε συνάρτηση προς ποια κριτήρια η ημερομηνία της αναθέσεως αυτής μπορεί να προσδιοριστεί. Ο λόγος του κενού αυτού μπορεί ευχερώς να κατανοηθεί: οι κοινοτικές οδηγίες στον τομέα συνάψεως των συμβάσεων δεν πραγματοποιούν πλήρη εναρμόνιση των διαδικασιών, αλλά καθορίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται στην περίπτωση που συντρέχουν ορισμένα κριτήρια, ειδικότερα όσον αφορά το ποσό της συμβάσεως. Όλοι οι άλλοι εφαρμοστέοι κανόνες, περιλαμβανομένων και εκείνων που προσδιορίζουν σε ποια χρονική στιγμή ανατέθηκε ή συνήφθη η σύμβαση, αναπτύσσει αποτελέσματα ή καθίσταται δεσμευτική, πρέπει να αναζητηθούν στο εθνικό δίκαιο. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί ζητημάτων γαλλικού δικαίου, πρέπει να εξεταστούν διάφορες υποθέσεις.
50 Ωστόσο, για την εξέταση των υποθέσεων αυτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, στο πλαίσιο προσφυγών κατά κράτους μέλους λόγω παραβάσεως, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτόμενης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου αυτό να διαπιστώσει την ύπαρξη της παραβάσεως αυτής (15).
51 Τρεις μπορούν να είναι οι δυνατότητες όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία περατώθηκε η αρχική διαδικασία: η διαδικασία μπορεί να περατώθηκε με την έγκριση της συμβάσεως εκ μέρους του συμβουλίου του οργανισμού στις 30 Μαρτίου 1993, με την ανάθεση της συμβάσεως σε προγενέστερη ημερομηνία, η οποία μπορεί να είναι εκείνη κατά την οποία είχε επιτευχθεί οριστική συμφωνία, ή με οποιοδήποτε άλλο μεταγενέστερο γεγονός.
52 Αν η έγκριση εκ μέρους του εκλεγμένου οργάνου είναι αναγκαία και η διαδικασία περατούται με την απόφαση εγκρίνουσα τη σύμβαση και επιτρέπουσα την υπογραφή της, τότε η απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993 φαίνεται να περάτωσε την αρχική διαδικασία. Ωστόσο, κατά την ίδια την Επιτροπή, η ανάκληση της αποφάσεως αυτής συνεπάγεται ότι αυτή θεωρείται ότι ουδέποτε υπήρξε. Έτσι, η αρχική διαδικασία πρέπει υποχρεωτικά να θεωρηθεί ότι ουδέποτε περατώθηκε. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, οι διαπραγματεύσεις κατά το 1995 και το 1996 μπορούν να θεωρηθούν ως συνέχιση της διαδικασίας.
53 Αντιθέτως, αν η διαδικασία περατώθηκε με χωριστή ανάθεση της συμβάσεως και αν αυτή πραγματοποιήθηκε όταν, για παράδειγμα, ο αναθέτων φορέας και ο μελλοντικός εργολήπτης κατέληξαν σε οριστική συμφωνία, οπότε η έγκριση εκ μέρους του εκλεγμένου οργάνου, μολονότι εξακολουθεί να είναι ουσιώδης για άλλους λόγους, δεν επηρεάζει την ύπαρξη της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως (16), ενώ φαίνεται ότι η ανάκληση της εγκρίσεως αυτής δεν έχει επίπτωση στην ύπαρξη της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως, έστω και αν νέα απόφαση είναι προφανώς αναγκαία προτού η σύμβαση αναπτύξει αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως που λήφθηκε πριν από τις 30 Μαρτίου 1993 εξακολούθησε να υπάρχει μετά τις 22 Σεπτεμβρίου 1995, αφού η μόνη ανακληθείσα πράξη κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία ήταν η απόφαση με την οποία εγκρίθηκε η σύμβαση και επετράπη η υπογραφή της, και εγκρίθηκε εκ νέου μεταγενέστερα με την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1996.
54 Αν η αρχική διαδικασία δεν περατώθηκε στις 30 Μαρτίου 1993, ούτε πριν, τότε πρέπει να περατώθηκε με ένα μεταγενέστερο γεγονός. Η ανάκληση της αποφάσεως της 30ής Μαρτίου 1993 δεν μπορούσε, στην περίπτωση αυτή, να αποτελέσει αυτό το γεγονός. Η ανάκληση της αποφάσεως θα περάτωνε τη διαδικασία αν επρόκειτο για απόφαση πραγματικά συστατική της διαδικασίας - όπως είναι η απόφαση να πραγματοποιηθεί το σχέδιο, να αναζητηθεί προμηθευτής για το σύστημα ελαφρού μετρό ή να γίνουν διαπραγματεύσεις με τη Matra. Όμως, καμία απόφαση αυτού του είδους δεν ανακλήθηκε. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η σύμβαση που εγκρίθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1996 φαίνεται να είναι η κατάληξη της αρχικής διαδικασίας, οι δε κοινοτικοί κανόνες δεν μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στις πρώτες φάσεις αυτής.
55 Ωστόσο, τα συμπεράσματα που διατυπώνονται στις τρεις αυτές υποθέσεις εξαρτώνται όλα από ένα άλλο γεγονός: θα πρέπει να προσδιοριστεί αν οι διαπραγματεύσεις που έγιναν το 1995 και το 1996 αποτελούσαν όντως τη συνέχεια εκείνων που είχαν διεξαχθεί πριν από το 1993, και/ή αν αφορούσαν μόνον την επιτραπείσα αναπροσαρμογή της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί προηγουμένως ή, αντιθέτως, αποτελούσαν νέο ξεκίνημα.
56 Συναφώς, οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν στη δεύτερη απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1995 - «να επανέλθουν στην προσαρμογή [της συμβάσεως]» - είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί της συνεχίσεως και της καταλήξεως των διαπραγματεύσεων. Επιπροσθέτως, η Γαλλική Κυβέρνηση προσκόμισε έγγραφο που η Matra απηύθυνε στη Semtcar, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1995, όπου αναφέρεται ότι η Matra είχε μελετήσει την επίπτωση της αναπροσαρμογής του χρονοδιαγράμματος εκτελέσεως των έργων και, λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνηθείσα ενημέρωση της συγγραφής των ιδιαίτερων διοικητικών ρητρών, επιβεβαίωσε την ισχύ, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1996, της διαπραγματευθείσας στις αρχές του 1993 προσφοράς της. Τα δύο αυτά έγγραφα συνιστούν πειστική απόδειξη, μη αντικρουσθείσα από την Επιτροπή, ότι οι διαπραγματεύσεις στην πραγματικότητα επαναλήφθηκαν λίγο μετά τις 22 Σεπτεμβρίου 1995 με βάση τα όσα προηγήθηκαν. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί εύλογα να αναμένεται από τον αναθέτοντα φορέα να δεσμεύεται από έναν τύπο μετρό που ήταν πλέον παρωχημένος λόγω των αναγκαστικών καθυστερήσεων, οποιαδήποτε και αν ήταν η αιτία, και τόσο η αλλαγή του τύπου όσο και η αναπροσαρμογή της τιμής φαίνεται να αποτελούσαν τις καθόλα δικαιολογημένες αναπροσαρμογές. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη σημαντικότερων «ουσιαστικών διαφορών» μεταξύ των δύο συμβάσεων, έχω την άποψη ότι η εγκριθείσα στις 22 Νοεμβρίου 1996 σύμβαση μπορεί θεμιτά να θεωρηθεί ως κατάληξη συνεχίσεως των προγενέστερων διαπραγματεύσεων και/ή ως επιτρεπόμενη ενημέρωση της συμφωνίας η οποία είχε επιτευχθεί κατά την προηγούμενη φάση.
57 Φρονώ επίσης ότι η περάτωση της αρχικής διαδικασίας σε προγενέστερο στάδιο δεν αποδείχθηκε σε καμιά από τις τρεις πιθανές υποθέσεις, οπότε η εγκριθείσα στις 22 Νοεμβρίου 1996 σύμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως η κατάληξη της διαδικασίας αυτής. Οι κοινοτικές διατάξεις δεν είχαν εφαρμογή στις συμβάσεις τις οποίες συνήπταν οι φορείς οι οποίοι ασκούν δραστηριότητα στον τομέα των δημόσιων μεταφορών κατά τον χρόνο που κινήθηκε η διαδικασία αυτή. Το γεγονός ότι δεν οργανώθηκε προηγούμενος διαγωνισμός δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει παράβαση των διατάξεων αυτών.
Η παρέκκλιση του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 93/38
58 Πάντως, θα εξετάσω επικουρικώς την υπόθεση μιας νέας διαδικασίας που κινήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/38. Στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, όπως ισχυρίζεται η Γαλλική Κυβέρνηση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, συνέτρεχαν.
59 Σημειώνεται ότι, έστω και εάν επικρίνει το άρθρο 104.ΙΙ του γαλλικού κώδικα περί των συμβάσεων δημοσίων έργων, η Επιτροπή δεν προσάπτει στο καθού κράτος μέλος ότι παρέβη τις υποχρεώσεις του καθιερώνοντας με το άρθρο αυτό παρέκκλιση βασιζόμενη στην ύπαρξη σημαντικών προηγούμενων επενδύσεων. Με το υπόμνημα απαντήσεως ούτε η Γαλλική Δημοκρατία επικαλείται το άρθρο αυτό. Ισχυρίζεται, πράγματι, ότι είχε εφαρμογή η παρέκκλιση όπως αυτή προβλεπόταν στο κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, η πτυχή αυτή μπορεί να αφεθεί κατά μέρος και δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω αν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του άρθρου 104.ΙΙ του κώδικα και του άρθρου 2, παράγραφος 4, του διατάγματος 93-990 με το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή η οδηγία 90/531 (17). Το προς επίλυση ζήτημα είναι το εξής: υπήρξε παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 93/38 λόγω ενεργειών μεταγενέστερων της 1ης Ιουλίου 1994;
60 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί προηγούμενος διαγωνισμός επειδή περισσότερες της μιας επιχειρήσεως ήσαν ικανές να κατασκευάσουν το σύστημα VAL ή ισότιμό του. Προσκομίζει έγγραφα της Alsthom και μιας άλλης επιχειρήσεως - της ANF Industrie, του ομίλου Bombardier Eurorail - τα οποία είχαν απευθυνθεί στους αντιτιθέμενους στο σύστημα VAL, χρονολογούμενα από το 1995, 1996 και 1997, τα οποία αναφέρουν, κατά την Επιτροπή, ότι οι επιχειρήσεις αυτές ήσαν σε θέση κατά την εποχή εκείνη να υποβάλουν προσφορά σύμφωνη προς τις προδιαγραφές. Συνάγει ότι η παρέκκλιση δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή κατά τον χρόνο της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1996. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί ότι άλλες επιχειρήσεις ήσαν σε θέση να προσφέρουν ισότιμα συστήματα, αλλά (μόνο) ήταν αναγκαία η διοργάνωση διαγωνισμού ακριβώς για να προσδιοριστεί αν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση.
61 Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως συνέτρεχαν τόσο από την άποψη των «τεχνικών προδιαγραφών» όσο και για «λόγους σχετικούς με την προστασία των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας». Τα βασικά στοιχεία και ορισμένα ουσιώδη τμήματα του συστήματος VAL πράγματι προστατεύονται από έντεκα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και ένα πρότυπο που κατέθεσε η Matra στη Γαλλία μεταξύ 1975 και 1993, έκαστο δε από αυτά έχει διάρκεια ισχύος είκοσι ετών και τα περισσότερα απ' αυτά ισχύουν στα άλλα κράτη μέλη. Μόνο δύο διπλώματα ευρεσιτεχνίας έληξαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο, το 1995. Η επωνυμία «VAL» κατατέθηκε από τη Matra ως σήμα το 1987. Το 1996, η Alsthom ανέφερε στη Semtcar ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τους προβλεπόμενους όρους τόσο υπό την έποψη τηρήσεως του χρονοδιαγράμματος όσο και προηγούμενης πείρας. Ένα σύστημα που πρότεινε η Alsthom για την Τουλούζη θα ελάμβανε την πιστοποίηση μόλις το 2006, ενώ το σύστημα της Rennes έπρεπε να λειτουργήσει το 2001. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, καμιά άλλη επιχείρηση δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει σύστημα ανταποκρινόμενο στις ειδικές προϋποθέσεις του σχεδίου της Rennes, και η Επιτροπή δεν απέδειξε το αντίθετο.
62 Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο δεν είναι επομένως μονοσήμαντα και η εκτίμησή τους εξαρτάται ευρέως από το ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως και από την ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων.
63 Όπως παρατήρησα ήδη (18), στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει το βάσιμο της προσφυγής της και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία.
64 Ωστόσο, όταν ένα κράτος μέλος επικαλείται παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ότι το βάρος αποδείξεως αντιστρέφεται (19). Αυτό έκρινε σε ορισμένο αριθμό υποθέσεων σχετικά με τις διατάξεις των οδηγιών περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, πανομοιότυπων επί της ουσίας ή συγκρίσιμων με εκείνες του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 93/38 (20). Έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές, «οι οποίες επιτρέπουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα ασκήσεως των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων, πρέπει να ερμηνεύονται στενά και ότι το βάρος αποδείξεως περί του ότι συντρέχουν όντως οι έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούν την απόκληση το φέρει όποιος τις επικαλείται» (21).
65 Αυτό συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι, όταν ένα κράτος μέλος επικαλείται μια παρέκκλιση, σ' αυτό απόκειται να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του, και όχι στην Επιτροπή να αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις τις παρεκκλίσεως δεν συνέτρεχαν. Πάντως, το συνολικό βάρος αποδείξεως εξακολουθεί να βαρύνει την Επιτροπή· αν προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία για να δικαιολογήσουν την παρέκκλιση, η Επιτροπή οφείλει να τα αντικρούσει. Ενόψει του συνόλου των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι η Επιτροπή απέδειξε το βάσιμο της προσφυγής της.
66 Στην παρούσα υπόθεση, η Γαλλική Κυβέρνηση προσκόμισε δύο έγγραφα αναφέροντα ότι η Alsthom δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει σύστημα ελαφρού μετρό που να ανταποκρίνεται στις τεχνικές προδιαγραφές. Το πρώτο είναι ένα σύντομο έγγραφο της Alsthom προς τη Semtcar με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1996 (δηλαδή περισσότερο από ένα έτος μετά την απόψαση περί επαναλήψεως των διαπραγματεύσεων με την Matra και λιγότερο από ένα μήνα πριν από την οριστική έγκριση της συμβάσεως με την εταιρία αυτή) που αναφέρει ότι όντως υπήρξε επικοινωνία με την Alsthom αλλά αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να προτείνει σύστημα συμβατό με την προβλεφθείσα ήδη υποδομή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ή να αναφέρει ως εμπειρία πανομοιότυπο σύστημα που λειτουργούσε ήδη. Το άλλο έγγραφο είναι απόσπασμα πρακτικών του αντίστοιχου προς τη Sitcar οργανισμού της Τουλούζης με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1998, από το οποίο προκύπτει ότι, για τη δεύτερη γραμμή ελαφρού μετρό της πόλεως αυτής, η Alsthom είχε προτείνει σύστημα το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει το 2006, ενώ η γραμμή της Rennes έπρεπε να λειτουργήσει από τον Νοέμβριο του 2001.
67 Η Επιτροπή προσκόμισε έγγραφο της Alsthom που απευθύνθηκε σε έναν από τους συμβούλους οι οποίοι ήσαν αντίθετοι προς το σχέδιο VAL, με ημερομηνία 23ης Νοεμβρίου 1995 (δηλαδή δύο μήνες μετά την απόφαση περί επαναλήψεως των συνομιλιών με τη Matra και ένα έτος πριν από την οριστική έγκριση της συμβάσεως). Από το έγγραφο προκύπτει ότι κατά την ημερομηνία αυτή η Alsthom, αφού είχε προμηθεύσει παρόμοια συστήματα, όχι όμως πανομοιότυπα, στο παρελθόν, φρονούσε ότι ήταν πλήρως σε θέση να προμηθεύσει σύστημα εντελώς αυτόματο μαζικών μεταφορών με δική του υποδομή στη Rennes, σύμφωνο προς τις τεχνικές προδιαγραφές, και επιθυμούσε να υποβάλει προσφορά αν της δοθεί ευκαιρία. Εξάλλου, η Alsthom ανέφερε ότι αρκετές βιομηχανικές επιχειρήσεις ήσαν σε θέση να προμηθεύσουν ένα σύστημα, το δε γεγονός ότι εμποδίζονταν να συμμετάσχουν σε διαγωνισμό με τη Matra ήταν παράτυπο ενόψει της ισχύουσας νομοθεσίας. Η Επιτροπή προσκόμισε επίσης τεχνικά σημειώματα προερχόμενα από την ANF Industrie, τα οποία αναφέρονταν σε συστήματα ελαφρού αστικού μετρό τα οποία παραδόθηκαν στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από το 1995.
68 Τα έγγραφα αυτά, κατά τη γνώμη μου, αντικρούουν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Γαλλική Κυβέρνηση και αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον μια άλλη επιχείρηση ήταν σε θέση να απαντήσει σε διαγωνισμό τον Σεπτέμβριο του 1995 και θα το έπραττε αν της είχε δοθεί η δυνατότητα.
69 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, φρονώ ότι, αν έπρεπε να κριθεί ότι η διαδικασία που οδήγησε στην οριστική ανάθεση της συμβάσεως είχε αρχίσει τον Σεπτέμβριο του 1995, το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι, για τεχνικούς λόγους ή για λόγους προστασίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων, η σύμβαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί παρά μόνον από συγκεκριμένο επιχειρηματία· η παρέκκλιση του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της οδηγίας 93/38 δεν είχε επομένως εφαρμογή και η Γαλλική Δημοκρατία, μη δημοσιεύοντας προκήρυξη διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεως που υπέχει από τη διάταξη αυτή και, κατά συνέπεια, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
Πρόταση
70 Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ως προς την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων στις αρχικές φάσεις της επίδικης διαδικασίας, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να απορρίψει την προσφυγή,
και
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84).
(2) - Οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 297, σ. 1).
(3) - Στα άρθρα 1, παράγραφος 6, 4, παράγραφος 2, 15, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο γγ, και 16.
(4) - Άρθρο 37, παράγραφοι 1 και 2.
(5) - Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Μαου 1997, C-311/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-2939).
(6) - Journal officiel de la Rιpublique franηaise (JORF) 1992, σ. 16952. Ο νόμος αυτός προσδιορίζει ιδίως τους φορείς και τις δραστηριότητες για τις οποίες πρόκειται, τις λεπτομέρειες δημοσιότητας και τις διαδικασίες που πρέπει να καθοριστούν με μεταγενέστερο διάταγμα (βλ. άρθρο 1). Το άρθρο 9 αναφέρει ότι οι διατάξεις του έπρεπε να εφαρμόζονται από 1ης Ιανουαρίου 1993.
(7) - Δημοσιεύθηκε στις 10 Αυγούστου 1993· JORF 1993, σ. 11266.
(8) - Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1977, 88/76, Sociιtι pour l'exportation des sucres κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 209, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σκέψη 17)· της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/88, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. I-3695, σκέψεις 17 και 20), και της 20ής Νοεμβρίου 1997, C-244/95, Μοσκώφ (Συλλογή 1997, σ. I-6441, σκέψη 77).
(9) - Βλ. για παράδειγμα, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, 125/77, Koninklijke Scholten-Honig και DeVerenigde Zetmalbedrijven «De Bijenkorf», γνωστή ως «Ισογλυκόζη» (Συλλογή τόμος 1978, σ. 625, σκέψη 37, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), και την πρόσφατη απόφαση της 29ης Ιουνίου 1999, C-60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. I-3939, σκέψη 24), καθώς και την παρατιθέμενη σ' αυτή νομολογία.
(10) - Οδηγία του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40).
(11) - Απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-396/92, Bund Naturschutz κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-3717, σκέψεις 18 έως 20).
(12) - Απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-431/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. I-2189, σκέψη 32).
(13) - Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1998, C-81/96, Gedeputeerde Staten van Noord-Holland (Συλλογή 1998, σ. I-3923, σκέψεις 23 και 24).
(14) - Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-76/97 (Συλλογή 1998, σ. I-5357, σκέψη 54).
(15) - Βλ. την πλέον πρόσφατη απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1999, C-96/98, Επιτροπή κατά Γαλλία (Συλλογή 1999, σ. Ι-8531, σκέψη 36).
(16) - Βλ., απόφαση του tribunal administratif της 16ης Ιουλίου 1997, παρατεθείσα στην παράγραφο 24 ανωτέρω.
(17) - Βλ. παραγράφους 10 και 11 ανωτέρω.
(18) - Βλ. παράγραφο 50 ανωτέρω.
(19) - Βλ., για παράδειγμα, για τις εξαιρέσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1990, C-128/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1990, σ. I-3239, σκέψη 23), και της 19ης Μαρτίου 1991, C-205/89, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1991, σ. I-1361, σκέψη 9).
(20) - Άρθρο 9, στοιχεία ββ και δδ (νυν άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο γγ), της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), και άρθρο 6, στοιχείο ββ, της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24).
(21) - Βλ. αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1996, C-318/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I-1949, σκέψη 13)· της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1039, σκέψη 14)· της 2ας Αυγούστου 1993, C-107/92, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1993, σ. Ι-4655, σκέψεις 12 έως 14)· της 3ης Μαου 1994, C-328/92, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1994, σ. I-1569, σκέψη 16), και της 18ης Μαου 1995, C-57/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I-1249, σκέψη 23).
Full & Egal Universal Law Academy