Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στο μύθο του Jean de La Fontaine Ο μυλωνάς, ο γιος του και ο γάιδαρος, ο μυλωνάς εμφανίζεται να λέει: «Είναι εντελώς τρελός όποιος επιδιώκει να ευχαριστεί όλον τον κόσμο και τον πατέρα του». Θεωρώ ότι, δεδομένου του μεγάλου αριθμού ενδίκων διαφορών που προέκυψαν με αφορμή τον καθορισμό της τιμής παρεμβάσεως για τη ζάχαρη στην Ιταλία, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να ασπαστεί αυτήν την έκφραση αγανάκτησης.
2. Συγκεκριμένα, για να ανατρέξουμε μόνο στο πρόσφατο παρελθόν, ο καθορισμός μιας παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία προκάλεσε, εξαιτίας της προβλέψεως ελλείμματος στον εφοδιασμό της ιταλικής αγοράς, για τις περιόδους εμπορίας 1996/97 και 1997/98, έντονη δυσαρέσκεια στους Ιταλούς παραγωγούς ζαχάρεως, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν αυξημένη τιμή στους προμηθευτές τεύτλων, δυσαρέσκεια η οποία οδήγησε σε ένδικες διαφορές που ενίσχυσαν τον ρόλο τόσο του Δικαστηρίου όσο και του ρωτοδικείου . Όταν, αρχής γενομένης από την περίοδο 1998/99, δεν υπήρχε πλέον καθορισμένη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, η δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από τις επιλογές του Συμβουλίου κάθε άλλο παρά έπαυσε, καθώς, ενώ πριν ήταν δυσαρεστημένοι μόνο οι Ιταλοί ζαχαροβιομήχανοι, τώρα είναι δυσαρεστημένοι τόσο η Ιταλική Κυβέρνηση όσο και οι Ιταλοί παραγωγοί τεύτλων.
3. Οι κανονισμοί για τον καθορισμό των τιμών της ζαχάρεως για την περίοδο 1998/99 έχουν προσβληθεί από την Ιταλία ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-340/98 και τους τευτλοπαραγωγούς ενώπιον του ρωτοδικείου στις υποθέσεις Τ-152/98, Azienda agricola Ponte S. Pietro κατά Συμβουλίου, και Τ-153/98, ΑΝΒ κ.λπ. κατά Συμβουλίου, εκείνοι δε που καθορίζουν τις ίδιες τιμές για την περίοδο 1999/2000 έχουν ήδη προσβληθεί από την Ιταλία στην υπόθεση C-352/00.
4. Ανάμεσα στις πολυάριθμες αυτές δικαστικές υποθέσεις συγκαταλέγεται και η υπό εξέταση υπόθεση C-340/98, Ιταλική Κυβέρνηση κατά Συμβουλίου, υποστηριζομένου από την Επιτροπή, σχετικά με τον καθορισμό τιμής παρεμβάσεως για τη ζάχαρη για την περίοδο εμπορίας 1998/99. Η υπόθεση αυτή παρουσιάζεται υπό μορφήν προσφυγής περί ακυρώσεως του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1361/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/99, των παράγωγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελάχιστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως , «στο μέτρο που παραλείπει τον καθορισμό της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για όλες τις ζώνες της Ιταλίας, καθιστώντας, με το τρόπο αυτό, εφαρμοστέα για τις μη ελλειμματικές ζώνες στην Ιταλία, την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης που καθορίστηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1360/98 , κανονισμού που ενδέχεται, επίσης, να προσβάλλεται κατά το μέρος αυτό».
5. Υπενθυμίζω, εν συντομία, ότι η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως, όπως προκύπτει σήμερα από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως (στο εξής: βασικός κανονισμός), θεσπίζει, μεταξύ άλλων, ένα καθεστώς εγγυημένων τιμών. Αυτό συνίσταται ιδίως στον καθορισμό, πριν από την 1η Αυγούστου κάθε έτους, για την περίοδο εμπορίας που αρχίζει την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, μιας τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης την οποία πρέπει να καταβάλουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως για τη ζάχαρη που τους προμηθεύουν οι παραγωγοί (άρθρο 3 του βασικού κανονισμού).
6. αράλληλα το Συμβούλιο καθορίζει ετησίως μια βασική τιμή για τα τεύτλα (άρθρο 4 του βασικού κανονισμού). Με βάση την τιμή αυτή, το Συμβούλιο καθορίζει μια ελάχιστη τιμή που πρέπει να καταβάλουν οι παραγωγοί ζαχάρεως στους προμηθευτές τεύτλων (άρθρο 5, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού).
7. Η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης και η ελάχιστη τιμή τεύτλων δεν είναι οι ίδιες σε όλη την Κοινότητα. Συγκεκριμένα, γίνεται διάκριση ανάμεσα στις μη ελλειμματικές και στις ελλειμματικές ζώνες. Για τις τελευταίες καθορίζονται παράγωγες τιμές παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη καθώς και ελάχιστες αυξημένες τιμές για τα τεύτλα (άρθρα 3, παράγραφος 1 και 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού).
8. Αντίθετα προς τους κανονισμούς που αφορούσαν προηγούμενες περιόδους εμπορίας, στον κανονισμό 1361/98 δεν καθορίζεται παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η τιμή παρεμβάσεως που καθορίζει ο κανονισμός 1360/98.
9. ρος στήριξη της προσφυγής της, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως:
- παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του βασικού κανονισμού, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι για την περίοδο εμπορίας 1998/99 καθορίστηκαν τιμές μόλις στις 26 Ιουνίου 1998 και, συνεπεία της καθυστερήσεως αυτής στον καθορισμό των τιμών, παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης·
- παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ), συνισταμένη στο γεγονός ότι η αιτιολογία που περιέχουν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί, όσον αφορά την έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης στην Ιταλία, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου αυτού·
- παραβίαση της αρχής ίσης μεταχειρίσεως, συνισταμένη στο γεγονός ότι δεν έγινε κατ' εφαρμογήν των ίδιων κριτηρίων η κατάταξη της μεν Ιταλικής Δημοκρατίας στις μη ελλειμματικές ζώνες των δε άλλων κρατών μελών στις ελλειμματικές.
Θα τους εξετάσουμε διαδοχικά και με αυτήν τη σειρά.
Ως προς τους λόγους ακυρώσεως που αντλούνται αοπό την καθυστερημένη έκδοση των κανονισμών 1360/98 και 1361/98
Επί της παραβάσεως του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του βασικού κανονισμού
10. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την περίοδο 1998/99, τόσο η τιμή παρεμβάσεως όσο και οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως καθορίστηκαν στις 26 Ιουνίου 1998. Το Συμβούλιο παραβίασε με αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 4 και 5, του εν λόγω κανονισμού, αφού όφειλε να καθορίσει τις τιμές αυτές πριν την 1η Αυγούστου 1997.
11. ροκειμένου να στηρίξει την άποψή της ότι το Συμβούλιο έπρεπε οπωσδήποτε να τηρήσει την εν λόγω ημερομηνία, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν παραθέτει κανένα επιχείρημα που να μην έχει ήδη απορριφθεί με την προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Eridania, ως προς την οποία, ουδείς λόγος υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
12. Υπενθυμίζω ότι, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο εξέτασε τους σκοπούς που επιδιώκει το θεσπισθέν από τον βασικό κανονισμό καθεστώς τιμών. Επισήμανε ότι, «προς το συμφέρον της ορθής λειτουργίας του μηχανισμού των τιμών παρεμβάσεως ενόψει των στόχων αυτών, πρέπει, όπως ορθώς επισήμανε το Συμβούλιο, η ημερομηνία καθορισμού των τιμών αυτών να είναι όσον το δυνατόν εγγύτερη της ημερομηνίας ενάρξεως της σχετικής περιόδου. ράγματι, οι τιμές αυτές καθορίζονται ανάλογα με τη σχέση μεταξύ του όγκου της διαθέσιμης παραγωγής βάσει της ερχόμενης περιόδου και του όγκου της προβλεπόμενης καταναλώσεως, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Έτσι, όσο εγγύτερα προς την ημερομηνία της 1ης Ιουλίου καθορίζονται οι τιμές, τόσο τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η εκτίμηση των μεγεθών αυτών μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα» (σκέψη 30 της αποφάσεως).
13. Το Δικαστήριο κατέληξε κρίνοντας ότι «η καταληκτική ημερομηνία της 1ης Αυγούστου στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 δεν είναι αποκλειστική και, συνεπώς, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα το ανίσχυρο του κανονισμού 1580/96 επειδή ο κανονισμός αυτός καθορίζει τις τιμές παρεμβάσεως μετά την 1η Αυγούστου» (σκέψη 34 της ίδιας αποφάσεως).
Επί της παραβιάσεως της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
14. Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση που διατύπωσε η Ιταλική Κυβέρνηση στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, της παραβιάσεως δηλαδή της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, θα αρχίσω επισημαίνοντας ότι, στο μέτρο που η αιτίαση αυτή στηρίζεται στον συλλογισμό ότι ο καθορισμός των τιμών πριν από την 1η Αυγούστου έχει ως σκοπό να επιτραπεί στους επιχειρηματίες, ήτοι στους ζαχαροβιομηχάνους και στους τευτλοπαραγωγούς, να προγραμματίσουν τη δραστηριότητά τους με πλήρη επίγνωση, αντιβαίνει και αυτή στην προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Eridania.
15. Το Δικαστήριο έκρινε, συγκεκριμένα, στην απόφαση αυτή ότι «[...] με αυτόν τον μηχανισμό καθορισμού τιμών δεν μπορούν να τεθούν κανόνες βάσει των οποίων οι επιχειρηματίες του τομέα της ζαχάρεως θα μπορούν να προγραμματίζουν τις δραστηριότητές τους πριν από τη σύναψη των συμβάσεων μεταξύ ζαχαροβιομηχάνων και τευτλοπαραγωγών πριν οι τευτλοπαραγωγοί σπείρουν τα εδάφη. ράγματι, οι εν λόγω τιμές δεν σκοπούν τον προσανατολισμό της οικονομικής συμπεριφοράς των επιχειρηματιών του τομέα της ζαχάρεως, αλλά συνιστούν προσπάθεια να προβλεφθεί, προς το συμφέρον τους, η πιθανή εξέλιξη της παραγωγής και της καταναλώσεως ενόψει της σταθεροποιήσεως της κοινοτικής αγοράς» (σκέψεις 31 και 32).
16. Επίσης, όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών, το Δικαστήριο δεν έκρινε σχετική την απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995 , την οποία επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση.
17. Θα μπορούσε εντούτοις να θεωρηθεί, ανεξάρτητα από τον εσφαλμένο αυτόν συλλογισμό, ότι, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, η αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν τηρήθηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι, λίγες μέρες πριν από την έναρξη μιας νέας περιόδου εμπορίας και ενώ στο παρελθόν καθοριζόταν πάντα μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, το Συμβούλιο εξέδωσε ένα κανονισμό που δεν προέβλεπε μια τέτοια τιμή;
18. Δεν νομίζω, και τούτο για δύο λόγους, ο ένας βασιζόμενος σε νομικούς ισχυρισμούς και ο έτερος σε πραγματικούς. Από νομικής πλευράς, συνάγεται προδήλως από την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998 ότι, οσάκις μια κοινή οργάνωση αγοράς προβλέπει τον ετήσιο καθορισμό των τιμών της περιόδου ανάλογα με την εξέλιξη της αγοράς, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να τρέφουν προσδοκίες για την ανανέωση των τιμών της περιόδου που προηγήθηκε.
19. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση αυτή, ο ετήσιος καθορισμός τιμών εμπεριέχει εξ ορισμού το ενδεχόμενο τροποποιήσεως των τιμών από το ένα έτος στο άλλο και, όπως είχε ήδη παλαιότερα επισημανθεί στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 , «[...] μολονότι η τήρηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες για διατήρηση υφισταμένης καταστάσεως, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα και τούτο ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως [...]» (σκέψη 57).
20. Από πλευράς πραγματικών περιστατικών, δεν μπορώ να συνταχθώ με την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για την Ιταλία αποτέλεσε γεγονός εντελώς απροσδόκητο, που εξέπληξε όλους τους επιχειρηματίες του τομέα.
21. Αντιθέτως, όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες γνώριζαν πολύ καλά, ακόμα και πριν από τη δημοσίευση των προτάσεων της Επιτροπής σχετικά με τις τιμές στις 13 Μαρτίου 1998, ότι η Ιταλία δεν φαινόταν να βρίσκεται πλέον στην κατάσταση ελλείμματος στην οποία βρισκόταν στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, οι αντιπρόσωποί τους συμμετέχουν σε διάφορους συμβουλευτικούς οργανισμούς που συνδέονται με τη διαχείριση της κοινής οργανώσεως αγοράς ζαχάρεως.
22. Βεβαίως, όταν εκδόθηκαν οι κανονισμοί για τις τιμές, προβλεπόταν ακόμη μελλοντικό έλλειμμα για τις περιόδους 1996/97 και 1997/98, τα γεγονότα όμως διέψευσαν τις προβλέψεις αυτές. Αποδείχθηκε, πράγματι, εκ των υστέρων, ότι η ιταλική παραγωγή ζαχάρεως ξεπέρασε την κατανάλωση κατά τις περιόδους αυτές. Η έλλειψη, επομένως, καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για την περίοδο 1998/99 καθίστατο ένα ενδεχόμενο που έπρεπε να ληφθεί υπόψη.
23. Θεωρώ, επομένως, ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου.
Ως προς την έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας
24. Τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση συνθέτουν δύο διαφορετικά επιχειρήματα. Σύμφωνα με το πρώτο, είναι ανεπίτρεπτο το γεγονός ότι οι κανονισμοί 1360/98 και 1361/98, και αν ακόμη συνδυαστούν, δεν περιέχουν καμία ένδειξη ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν καθορίζεται, αντίθετα προς ό,τι είχε γίνει για όλες τις προηγούμενες περιόδους, παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία.
25. Σύμφωνα με το δεύτερο, το γεγονός ότι η Ιταλία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των ελλειμματικών ζωνών θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την αλλαγή της μεθόδου εντοπισμού των κρατών μελών για τα οποία ο καθορισμός παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης επιβάλλεται, η αλλαγή δε αυτή απαιτεί από μόνη της ειδική αιτιολογία, η οποία απουσιάζει παντελώς.
26. Θα ξεκινήσω από τη διαπίστωση ότι, πράγματι, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 1360/98 δεν εξηγεί ειδικώς γιατί η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης την οποία καθορίζει πρέπει να εφαρμόζεται στην Ιταλία και ο κανονισμός 1361/98 δεν εξηγεί ειδικώς γιατί δεν καθορίζει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία. ρέπει εξ αυτού να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ιταλία δεν συνοδεύεται από καμία αιτιολογία; Βεβαίως όχι, διότι από τον συνδυασμό των δύο κανονισμών προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν εφαρμόζει μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης προφανώς διότι δεν κατατάσσεται μεταξύ των ελλειμματικών ζωνών, που είναι οι μόνες για τις οποίες ο βασικός κανονισμός προβλέπει ότι πρέπει να καθοριστεί μια τέτοια τιμή.
27. Αρκεί όμως μια τέτοια αιτιολογία για να καταλήξουμε ότι δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης; Αν ανατρέξουμε, για άλλη μια φορά, στην προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Eridania, πρέπει να θεωρήσουμε, κατά τη γνώμη μου, ότι, αν και συνοπτική, είναι αρκετή. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι:
«[...] η αιτιολογία πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότη της αμφισβητούμενης πράξεως, ώστε να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του[...]» (σκέψη 38).
28. Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται, εν συνεχεία, ότι, «[...]κατά πάγια νομολογία, δεν απαιτείται η αιτιολογία των κανονισμών να εξειδικεύει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά δεδομένα, ενίοτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, ενόψει των οποίων εκδίδονται οι κανονισμοί, εφόσον οι κανονισμοί αυτοί περιλαμβάνονται στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος [...]» (σκέψη 40).
29. Έχετε επισημάνει, τέλος, ότι «[...]το ζήτημα αν η αιτιολογία των κανονισμών πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα[...]» (σκέψη 41).
30. Βρισκόμαστε πάντως ενώπιον μιας αιτιολογίας η οποία δεν είναι αμφιλεγόμενη, αφού δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι στην Ιταλική Δημοκρατία δεν εφαρμόζεται παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, διότι ακριβώς αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ελλειμματική ζώνη. Αυτή η κατάταξη στις ελλειμματικές ζώνες δεν έπρεπε απαραιτήτως να συνοδεύεται από παρουσίαση των πολύπλοκων στοιχείων βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε, αφού άλλωστε η Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία είναι παρούσα σε όλες τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και εκπροσωπείται από επιτροπές που βοηθούν την Επιτροπή να διαχειρίζεται την κοινή οργάνωση, γνώριζε πολύ καλά τα στοιχεία αυτά.
31. εραιτέρω, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η κατάταξη στις μη ελλειμματικές ζώνες δεν είναι το αποτέλεσμα μιας επιλογής που έκανε το Συμβούλιο στα πλαίσια διακριτικής του ευχέρειας, την άσκηση της οποίας θα έπρεπε να εξηγήσει. Είναι το αντικειμενικό αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας επίσης αντικειμενικής μεθόδου με βάση την οποία προβλέπεται μια κατάσταση ελλείμματος.
32. Έπρεπε, εντούτοις, να τύχει ειδικών επεξηγήσεων το γεγονός ότι η εφαρμογή της μεθόδου αυτής, για την περίοδο 1998/99, είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί, για πρώτη φορά, ότι δεν μπορούσε να προβλεφθεί έλλειμμα για την Ιταλία;
33. Δεν το νομίζω. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει τίποτα το ασυνήθιστο στο ενδεχόμενο η εφαρμογή της ίδιας μεθόδου να οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με το έτος. Ουδέποτε αναγνωρίστηκε μόνιμο έλλειμμα στην Ιταλική Δημοκρατία, η δε βελτίωση της καταστάσεώς της ως προς τον εφοδιασμό με ζάχαρη πόρρω απέχει από το να μην είναι φυσιολογική. Αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί η ευτυχής κατάληξη της πολιτικής ενθαρρύνσεως της παραγωγής τεύτλων που επέφερε ο επί έτη καθορισμός παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης. Η θεωρία ότι, άπαξ και επιτευχθεί το αποτέλεσμα, τα μέσα που εφαρμόστηκαν για τον σκοπό αυτόν δεν χρειάζεται πια να χρησιμοποιηθούν, φαίνεται να εμπίπτει στη λογική του βασικού κανονισμού, λογική βάσει της οποίας όλα μπορούν να δικαιολογηθούν.
34. Επισημαίνω, τέλος, ότι θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο να θεωρήσουμε ότι η έλλειψη διαπιστώσεως ελλείμματος δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την έλλειψη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Eridania (σκέψη 39), για τον καθορισμό παράγωγης τιμής παρεμβάσεως δεν απαιτείται άλλη αιτιολογία παρά η διαπίστωση ότι μπορεί να προβλεφθεί έλλειμμα.
35. Όπως επισημαίνεται στην εν λόγω απόφαση, η εφαρμογή μιας τιμής παρεμβάσεως και μιας παράγωγης τιμής παρεμβάσεως δεν έχουν μεταξύ τους σχέση κανόνα προς εξαίρεση. Η καθεμία από αυτές αντιστοιχεί σε μια δεδομένη κατάσταση που προβλέπει ο βασικός κανονισμός, με συνέπεια, από τη στιγμή που η διατύπωση των κανονισμών δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την κατάσταση στην οποία βρίσκεται μια δεδομένη ζώνη, η εφαρμογή της τιμής παρεμβάσεως στην κατάσταση αυτή να μη χρειάζεται να είναι ειδικά αιτιολογημένη.
36. Αφού, επομένως, η πρώτη επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή, πρέπει να εξεταστεί η δεύτερη.
37. Επιτρέψτε μου να αναφέρω, ευθύς εξαρχής, ότι, αν πράγματι το Συμβούλιο τροποποιούσε, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, από το ένα έτος στο άλλο, τη μέθοδο που εφαρμόζεται για να εκτιμηθεί αν σε ένα δεδομένο κράτος μέλος προβλέπεται κατάσταση ελλείμματος για την ερχόμενη περίοδο, η αιτιολογία που προκύπτει από τη διατύπωση των αιτιολογικών σκέψεων των κανονισμών 1360/98 και 1361/98 θα έπρεπε να θεωρηθεί ανεπαρκής.
38. ράγματι, άλλο είναι, χωρίς να αλλάζει η μέθοδος, να υπάρχουν, λόγω της εξελίξεως στην παραγωγή και στην κατανάλωση, διαφορετικές διαπιστώσεις όσον αφορά την κατάσταση εφοδιασμού, και άλλο να αλλάζουν τα κριτήρια για να υπάρξουν διαφορετικές διαπιστώσεις.
39. Η εφαρμογή μιας νέας μεθόδου, χωρίς σχετική ενημέρωση των επιχειρηματιών, στερεί από τους τελευταίους τη δυνατότητα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου ως προς το ζήτημα αν έτυχαν αυθαίρετης μεταχειρίσεως ή όχι.
40. ροκειμένου για την περίοδο 1998/99, το Συμβούλιο και η Επιτροπή χρησιμοποίησαν μέθοδο διαφορετική από εκείνη στην οποία προσέφυγαν το προηγούμενο έτος για να εκτιμήσουν την κατάσταση εφοδιασμού στα διάφορα κράτη μέλη;
41. Για να μας πείσει επ' αυτού η Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία υπενθυμίζω ότι, ως προσφεύγουσα, φέρει το βάρος αποδείξεως, δεν προσκομίζει, κατά τη γνώμη μου, πειστικά στοιχεία. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την περίοδο 1997/98 και που συνίσταται στη σύγκριση της διαθέσιμης παραγωγής, η οποία αποτελείται από τις ποσότητες ζάχαρης Α και ζάχαρης Β που προβλέπεται να παραχθούν, αυξημένες, ενδεχομένως, με τη μεταφορά της ζάχαρης Γ που πραγματοποιήθηκε τηρουμένων των κοινοτικών κανόνων, με την προβλέψιμη κατανάλωση, δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τις προηγούμενες περιόδους.
42. Σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, η κατάσταση του προβλέψιμου ελλείμματος προσδιοριζόταν παλαιότερα, έως την περίοδο 1997/98, λαμβανομένων υπόψη των ποσοτήτων ακατέργαστης ζάχαρης που εισάγονται στην Ιταλία και εξάγονται από την Ιταλία, καθώς και του αντίστοιχου τιμήματος. ρος στήριξη των ισχυρισμών της, κάνει αναφορά στην αιτιολογία που περιείχαν, έως το 1980, οι κανονισμοί για τον καθορισμό παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία . Στην αιτιολογία αυτή αναφέρεται ότι:
«[...] συνεπεία του σχετικά υψηλού κόστους παραγωγής, η παραγωγή ζαχάρεως στην Ιταλία πιθανότατα δεν θα ξεπεράσει αισθητά την καθορισμένη βασική ποσότητα, υπολογίζεται επομένως έλλειμμα μεγαλύτερο των 200 000 τόνων , που πρέπει να καλυφθεί από τις πλεονασματικές ζώνες της Κοινότητας».
και ότι
«υπό αυτές τις συνθήκες, το επίπεδο τιμών της ιταλικής αγοράς θα προσδιοριστεί από τις τιμές προσφοράς της ζαχάρεως από τη Βόρεια Γαλλία, η παράγωγη τιμή παρεμβάσεως καθορίζεται σε [...] λαμβανομένων υπόψη αφενός της τιμής παρεμβάσεως που εφαρμόζεται στην Βόρεια Γαλλία, προσαυξημένης με τα έξοδα εμπορίας για τις προμήθειες προς τη Βόρεια Ιταλία και αφετέρου των λειτουργικών εξόδων της ιταλικής βιομηχανίας ζαχάρεως».
43. Επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι από τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις ουδόλως προκύπτει ότι το έλλειμμα για το οποίο γίνεται λόγος κατέστη προφανές από την εφαρμογή της μεθόδου στην οποία αναφέρεται η Ιταλική Κυβέρνηση.
44. Δεύτερον, η Ιταλική Κυβέρνηση παρέλειψε να επισημάνει ότι οι προυποθέσεις που έθεταν, την εποχή εκείνη, οι βασικοί κανονισμοί, προκειμένου να μπορεί να καθοριστεί παράγωγη τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, δεν ήταν οι ίδιες με αυτές που θέτει ο σημερινός βασικός κανονισμός. Στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζαχάρεως , αναφέρεται, για παράδειγμα, στο άρθρο 3:
«1. Για τη ζώνη της Κοινότητας με το μεγαλύτερο πλεόνασμα , ορίζεται ετησίως μια τιμή παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη.
2. Για τις υπόλοιπες ζώνες, οι παράγωγες τιμές παρεμβάσεως καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των περιφερειακών διαφορών στις τιμές της ζαχάρεως οι οποίες προβλέπονται, σε περιπτώσεις φυσιολογικής συγκομιδής και ελεύθερης κυκλοφορίας της ζαχάρεως, βάσει των φυσικών συνθηκών της διαμορφώσεως των τιμών της αγοράς.»
45. Eίναι προφανές, επομένως, ότι, ισχύοντος του κανονισμού αυτού, ο καθορισμός παράγωγης τιμής παρεμβάσεως δεν διεπόταν από κανόνες ίδιους με αυτούς που ισχύουν σήμερα. Ας υπομνησθεί απλώς, επ' αυτού, ότι ο βασικός κανονισμός τον οποίο έθεσε σε εφαρμογή ο προσβαλλόμενος κανονισμός προβλέπει στο άρθρο 3:
«1. Για τη λευκή ζάχαρη, ορίζεται ετησίως:
α) μια τιμή παρεμβάσεως για τις μη ελλειμματικές ζώνες
β) μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για κάθε μια ελλειμματική ζώνη.
[...]»
46. Για να κάνει πιστευτή τη θέση αυτή, η Ιταλική Κυβέρνηση θα έπρεπε να μας αποδείξει ότι, ισχύοντος του σημερινού κανονισμού, ήτοι αρχής γενομένης από το 1981, ορίστηκε κανονικά μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, κατ' εφαρμογήν μιας μεθόδου διαφορετικής από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε για την περίοδο 1998/99. Δεν το κάνει όμως αυτό. ροσπαθεί, βεβαίως, να μας αποδείξει ότι η μέθοδος η οποία, όπως ισχυρίζεται, εφαρμοζόταν πραγματικά οδηγούσε οπωσδήποτε στη διαπίστωση ελλείμματος. Τούτο όμως και πάλι δεν αποδεικνύει ότι αυτή ήταν όντως η μέθοδος που εφάρμοζαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο.
47. Σ' αυτό προστίθεται το γεγονός - το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αμελητέο - ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, που συμμετείχε εντούτοις πάντα στενά στην προετοιμασία των αποφάσεων σε θέματα τιμών, έστω και μόνο στα πλαίσια της επιτροπής διαχειρίσεως της ζαχάρεως, δεν μας προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι, μολονότι συμφωνεί επί της διαπιστώσεως ελλείμματος και του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, διατύπωσε, αν όχι διαμαρτυρίες, τουλάχιστον επιφυλάξεις, ως προς τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο. αρατηρώ επίσης ότι δεν αμφισβητεί ούτε την ακρίβεια των αριθμητικών στοιχείων στα οποία εφαρμόστηκε η μέθοδος που επικρίνει, πιθανότατα γιατί πρόκειται για τα αριθμητικά στοιχεία που η ίδια διεβίβασε στην Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 779/96 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ανακοινώσεις στον τομέα της ζαχάρεως .
48. Όσον αφορά την Επιτροπή και το Συμβούλιο, αναφέρθηκαν σε έγγραφα που καταρτίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της προπαρατεθείσας υποθέσεως C-289/97 και που γνωστοποιήθηκαν στην Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια τους. Από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι μεσολάβησε οποιαδήποτε αλλαγή μεθόδου επ' ευκαιρία του καθορισμού των προβλέψεων για την περίοδο 1998/99.
49. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Ως προς την παραβίαση της αρχής της ισότητας
50. Απομένει να εξεταστεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως, με τον οποίο η τελευταία υποστηρίζει ότι η απουσία της Ιταλικής Δημοκρατίας από τον πίνακα των κρατών μελών για τα οποία ο καθορισμός παράγωγης τιμής παρεμβάσεως ήταν επιβεβλημένος, μπορεί να εξηγηθεί μόνο με προσφυγή σε κριτήρια διαφορετικά ανάλογα με τα κράτη μέλη. Όπως ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, η δυσμενής αυτή διάκριση είναι ιδιαιτέρως προφανής στην περίπτωση της Ιρλανδίας, η οποία θεωρήθηκε ελλειμματική διότι δεν εφαρμόστηκε σ' αυτήν η ίδια μέθοδος με εκείνη που εφαρμόστηκε στην Ιταλική Δημοκρατία.
51. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή όχι μόνον αμφισβητούν την ύπαρξη οποιασδήποτε δυσμενούς διακρίσεως, αλλά υποστηρίζουν επίσης ότι, δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν ζήτησε την ακύρωση του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για άλλα κράτη μέλη, δεν μπορεί να απαιτεί να της εξασφαλιστεί η ακύρωση την οποία αιτείται επικαλούμενη την κατάσταση άλλων κρατών μελών. Επιτρέψτε μου να διατυπώσω ευθύς αμέσως τη διαφωνία μου ως προς τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό.
52. Αν έπρεπε να αποδειχθεί, κατόπιν εξετάσεως, ότι τα μέτρα που θεσπίστηκαν για άλλα κράτη μέλη μπορούν να βρουν εξήγηση μόνο μέσω προσφυγής, για την πρόβλεψη ελλείμματος, σε μια μέθοδο διαφορετική από εκείνη που εφαρμόζεται στην Ιταλία, θα έπρεπε η προσφυγή να γίνει δεκτή. Θα εναπέκειτο στο Συμβούλιο, επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ), να διερωτηθεί επί του ορθότερου μέσου εξαλείψεως της δυσμενούς διακρίσεως: να εφαρμοστεί στην Ιταλία η μέθοδος που χρησιμοποιείται για άλλα κράτη μέλη ή να εφαρμοστεί στα άλλα κράτη μέλη η διαφορετική μέθοδος που χρησιμοποιείται για την Ιταλία.
53. Δεδομένης της διευκρινίσεως αυτής, απέδειξε η Ιταλική Κυβέρνηση την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως; Δεν το νομίζω. Όπως επισημαίνουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, τα έγγραφα στα οποία βασίζεται ουδόλως αποδεικτικά είναι, στο μέτρο που δεν προκύπτει εξ αυτών ότι, αν, τη στιγμή που η Επιτροπή υπέβαλε τις προτάσεις της και το Συμβούλιο αποφάνθηκε, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για να διαπιστωθεί ότι ουδέν έλλειμμα προβλεπόταν για την Ιταλία, για την ερχόμενη περίοδο, εφαρμοζόταν με ακρίβεια στα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με άλλα κράτη μέλη, για τα οποία καθορίστηκε τελικά μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως, θα συναγόταν το συμπέρασμα ότι αυτά πιθανότατα δεν παρουσίαζαν έλλειμμα.
54. άντως, μόνο βάσει της αποδείξεως αυτής θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν τηρήθηκε η ισότητα μεταχειρίσεως. Είναι, πράγματι, ανώφελη, για προηγούμενες περιόδους, η εκ των υστέρων διαπίστωση σφάλματος στην πρόβλεψη ελλείμματος για οποιοδήποτε κράτος μέλος, ό,τι δηλαδή συνέβη, ας επισημανθεί επί τη ευκαιρία, ιδίως στην περίπτωση της Ιταλίας. Αυτό που έχει σημασία είναι, τη στιγμή που εκδίδεται η απόφαση από το Συμβούλιο, η πρόβλεψη να πραγματοποιείται βάσει μιας ενιαίας μεθόδου που να εφαρμόζεται σε εξίσου αξιόπιστα στοιχεία.
55. Έχω πλήρη συναίσθηση της δυσκολίας στην απόδειξη της δυσμενούς διακρίσεως προκειμένου για τους κανονισμούς 1360/98 και 1361/98, εν όψει της ελάχιστης αιτιολογίας που περιέχουν. Αφού όμως η Ιταλική Κυβέρνηση συμμετείχε στενά στην προετοιμασία της αποφάσεως και στην έκδοσή της, δεν μπορεί να διατείνεται ότι δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα που θα της επέτρεπαν να αποδείξει το βάσιμο των ισχυρισμών της.
56. Φρονώ επομένως ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν κατάφερε να τεκμηριώσει, με αποδεικτικά στοιχεία, τους ισχυρισμούς στους οποίους στηρίζεται ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.
ρόταση
57. Επειδή θεωρώ ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος, προτείνω στο Δικαστήριο να:
- απορρίψει την προσφυγή,
- η Ιταλική Κυβέρνηση να φέρει τα έξοδα της και τα έξοδα του Συμβουλίου,
- η Επιτροπή να φέρει τα έξοδα της.
Full & Egal Universal Law Academy