Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει σε τρία προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Supreme Court της Ιρλανδίας, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 234 ΕΚ). Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στις σχέσεις των εθνικών δικαστηρίων με τα κοινοτικά διοικητικά και δικαιοδοτικά όργανα, σε περιπτώσεις που τίθεται ζήτημα ad hoc ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 81, παράγραφος 1 και 82 ΕΚ). Τα δύο επόμενα ερωτήματα αφορούν τη συμβατότητα με τους κοινοτικούς κανόνες συμβατικών ρητρών αποκλειστικότητας που επιβάλλονται από τον παραγωγό και διανομέα παγωτών στους λιανοπωλητές, σε σχέση με την χρήση των καταψυκτών που ο διανομέας αυτός παρέχει στους αντισυμβαλλόμενούς του.
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2. Η παρούσα υπόθεση αφορά τις συμφωνίες που συνήψε η εταιρία HB Ice Cream Ltd, που μετονομάσθηκε σε Van Den Bergh Foods Ltd (στο εξής: HB) σχετικά με τη διανομή των παγωτών άμεσης κατανάλωσης στην Ιρλανδία. Η πολιτική της HB, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, συνίσταται στο να διαθέτει καταψύκτες στα καταστήματα λιανικής πώλησης που διανέμουν τα παγωτά της, υπό τον όρο ότι οι καταψύκτες αυτοί θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τα δικά της προϊόντα (στο εξής: ρήτρα αποκλειστικότητας). Η HB, η οποία από το 1974 ανήκει στον όμιλο εταιριών Unilever, είναι η σημαντικότερη εταιρία παρασκευής και διανομής παγωτού στην Ιρλανδία, κατέχει την πρώτη θέση στην αγορά και η συμμετοχή της σε αξία στην αγορά αυτή δεν έχει ποτέ υπολειφθεί του 70 %.
3. Η εταιρία Masterfoods Ltd (στο εξής: Masterfoods) είναι θυγατρική της αμερικανικής πολυεθνικής Mars Inc. και εισήλθε στην αγορά παγωτών στην Ιρλανδία το 1989. Από το καλοκαίρι του ίδιου έτους, πολλοί λιανοπωλητές άρχισαν να αποθηκεύουν παγωτά Mars σε καταψύκτες τους οποίους είχαν προμηθευθεί από την HB. Η τελευταία απαίτησε τότε από αυτούς την πιστή τήρηση της ρήτρας αποκλειστικότητας που περιείχετο στη σύμβαση για τους καταψύκτες.
4. Τον Μάρτιο του 1990, η Masterfoods προσέφυγε ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας ζητώντας από αυτό να διαπιστώσει ότι η ως άνω ρήτρα ήταν αντίθετη προς τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 81 και 82 ΕΚ). Η HB ζήτησε από το ίδιο δικαστήριο να απαγορεύσει στην Masterfoods να παροτρύνει τους λιανοπωλητές να διατηρούν σε καταψύκτες HB παγωτά Mars. Τον Απρίλιο του 1990 το High Court εξέδωσε προσωρινή διαταγή υπέρ της HB.
5. Στις 28 Μα_ου 1992 το High Court εξέδωσε την οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή της Masterfoods και με οριστική διαταγή (permanent order) απαγόρευσε στην εταιρία αυτή να παροτρύνει τους λιανοπωλητές σε αποθήκευση παγωτών Mars σε καταψύκτες που ανήκαν στην HB. Απέρριψε δε το αίτημα αποζημίωσης της HB.
6. Η Masterfoods άσκησε στις 4 Σεπτεμβρίου 1992 έφεση (appeal) κατά της αποφάσεως του High Court ενώπιον του Supreme Court. Με την έφεσή της ζήτησε από το Supreme Court πρώτον να ακυρώσει την απόφαση και την διάταξη του High Court, δεύτερον, να διακηρύξει ότι οι επίμαχες ρήτρες αποκλειστικότητας είναι παράνομες και άκυρες, ως αντιβαίνουσες προς τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, τρίτον, επικουρικώς, να διατάξει την επανάληψη της δίκης ενώπιον του High Court και τέταρτον, να καταδικάσει την αντίδικό της στα δικαστικά έξοδα.
7. Ας σημειωθεί ότι, παράλληλα με τη διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η Masterfoods υπέβαλε στις 18 Σεπτεμβρίου 1991 καταγγελία στην Επιτροπή, υποστηρίζοντας ότι οι ρήτρες αποκλειστικότητας της συμφωνίας προμήθειας καταψυκτών που συνήπτε η HB με τους λιανοπωλητές ήσαν αντίθετες προς τους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού. Στις 29 Ιουλίου 1993, η Επιτροπή κατέληξε στο προσωρινό συμπέρασμα ότι το σύστημα διανομής της HB συνιστούσε παράβαση των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ και προήλθε στην έκδοση σχετικής ανακοίνωσης αιτιάσεων. αρέσχε δε τη δυνατότητα στην HB να προτείνει τροποποιήσεις του συστήματός της για τη διανομή παγωτών. Κατόπιν συζητήσεως με την Επιτροπή, η HB υπέβαλε τις σχετικές προτάσεις τροποποίησης στις 8 Μαρτίου 1995. Η Επιτροπή εξέδωσε αρχικώς δήλωση με την οποία εξέφραζε την εκ πρώτης όψεως άποψη ότι οι τροποποιήσεις θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να τύχουν απαλλαγής. Στις 15 Αυγούστου 1995, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να λάβει ευνοϊκή θέση έναντι των (τροποποιημένων) συμφωνιών διανομής που της κοινοποιήθηκαν. Στη συνέχεια όμως, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι ως άνω τροποποιήσεις δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα στην αγορά και λαμβάνοντας υπόψη την κατά τον χρόνο εκείνο κατάσταση της αγοράς, αναθεώρησε τη δεδηλωμένη πρόθεσή της και απηύθυνε εκ νέου στη HB ανακοίνωση αιτιάσεων (22 Ιανουαρίου 1997). Τέλος, στις 11 Μαρτίου 1998 εξέδωσε την απόφαση 98/531/ΕΚ (στο εξής: απόφαση 98/531).
8. Στο άρθρο 1 της απόφασης 98/531 αναφέρεται ότι «η διάταξη περί αποκλειστικότητας στις συμφωνίες για καταψύκτες που συνάπτει η Van Den Bergh Foods Ltd με λιανοπωλητές στην Ιρλανδία, για την τοποθέτηση καταψυκτών σε σημεία πώλησης όπου υπάρχει μόνο ένας ή περισσότεροι καταψύκτες που έχει διαθέσει η Van Den Bergh Foods Ltd με σκοπό την αποθήκευση παγωτών άμεσης κατανάλωσης σε ατομική συσκευασία και όπου δεν υπάρχει(-ουν) άλλος(-οι) καταψύκτης(-ες), είτε ιδιόκτητοι είτε παρασχεθέντες από άλλο παρασκευαστή παγωτού εκτός της Van Den Bergh Foods Ltd, αποτελεί παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ».
9. Στο άρθρο 3 της απόφασης 98/531 ορίζεται ότι «το γεγονός ότι η Van Den Bergh Foods Ltd παροτρύνει τους λιανοπωλητές στην Ιρλανδία που δεν διαθέτουν καταψύκτη(-ες), είτε ιδιόκτητο είτε παρασχεθέντα από άλλο παρασκευαστή παγωτού εκτός της Van Den Bergh Foods Ltd, να συνάψουν συμφωνίες για καταψύκτες υπό τον όρο της αποκλειστικότητας προσφερόμενη να τους διαθέσει καταψύκτη(-ες) για την αποθήκευση παγωτού άμεσης κατανάλωσης σε ατομική συσκευασία και να συντηρεί τον(τους) καταψύκτη(-ες) χωρίς άμεση επιβάρυνση, αποτελεί παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ».
10. Στις 21 Απριλίου 1998, η HB προσέφυγε ενώπιον του ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής (υπόθεση Τ-65/98).
11. Στις 16 Ιουνίου 1998, το Supreme Court αποφάσισε με διάταξή του να αναστείλει την εκκρεμούσα ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπό το φως της αποφάσεως και των διατάξεων του High Court of Ireland της 28ης Μα_ου 1992, της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 11ης Μαρτίου 1998 καθώς και της προσφυγής και της αιτήσεως της Van Den Bergh Foods Limited, βάσει των άρθρων 173, 185 και 186 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Συνθήκη ΕΚ) για ακύρωση και αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως:
i) Επιβάλλει η υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας με την Επιτροπή, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, στο Supreme Court να αναστείλει την παρούσα διαδικασία για όσο διάστημα εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί της ασκηθείσας ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγής κατά της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής καθώς και η έκδοση αποφάσεως επί τυχόν ασκηθησομένης ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρέσεως;
ii) Εμποδίζει απόφαση της Επιτροπής, η οποία απευθύνεται σε ιδιώτη (και έχει αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως και αιτήσεως αναστολής της εφαρμογής της απ' αυτόν τον ιδιώτη) και με την οποία η συμφωνία περί καταψυκτών του εν λόγω ιδιώτη κηρύχθηκε αντίθετη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, και/ή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ, τον ιδιώτη αυτόν από το να επιδιώξει να πετύχει την έκδοση αντίθετης και ευνοϊκής γι' αυτόν αποφάσεως από εθνικό δικαστήριο επί των ιδίων ή παρομοίων θεμάτων βάσει των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, όταν κατ' αυτής της αποφάσεως του εθνικού δικαστηρίου έχει ασκηθεί έφεση ενώπιον εθνικού δικαστηρίου;
Τα ερωτήματα 2 και 3 ισχύουν μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1.
2) Ενόψει του νομικού και οικονομικού πλαισίου της επίμαχης συμφωνίας περί καταψυκτών στην αγορά παγωτών με ατομική συσκευασία και παγωτών άμεσης κατανάλωσης, συνιστά μια πρακτική κατά την οποία ένας παρασκευαστής και/ή προμηθευτής παγωτών παρέχει καταψύκτη στον λιανοπωλητή χωρίς άμεση επιβάρυνση - ή ενθαρρύνει κατ' άλλον τρόπο τον λιανοπωλητή να δεχθεί τον καταψύκτη - υπό την προϋπόθεση ότι αυτός θα διατηρεί στον καταψύκτη μόνο τα παγωτά που θα του προμηθεύει ο εν λόγω παρασκευαστής και/ή προμηθευτής παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, και/ή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ;
3) Καλύπτονται από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΚ οι σχετικές με την αποκλειστική χρησιμοποίηση του καταψύκτη συμφωνίες από τυχόν αμφισβήτησή τους βάσει των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ;»
12. Εξάλλου, στα πλαίσια της διαφοράς που είχε αχθεί ενώπιον του ρωτοδικείου, κατόπιν της από 21 Απριλίου 1998 προσφυγής της HB, ο ρόεδρος της δικαιοδοσίας αυτής (ρωτοδικείου), με διάταξή του της 7ης Ιουλίου 1998 , ανέστειλε την εκτέλεση της προσβληθείσας αποφάσεως της Επιτροπής μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της προσφυγής στην υπόθεση αυτή (Τ-65/98).
13. Με διάταξή του της 28ης Απριλίου 1999, ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του ρωτοδικείου, εφαρμόζοντας το άρθρο 47, εδάφιο 3 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ανέστειλε τη διαδικασία στην υπόθεση Τ-65/98 μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση.
ΙΙΙ - Η ανάγκη αποφυγής αντιφατικών αποφάσεων από τα εθνικά δικαστήρια και τα κοινοτικά όργανα
14. Το κεντρικό ζήτημα που ανακύπτει στην υπό εξέταση υπόθεση είναι σαφώς εκείνο της αποφυγής αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και των κοινοτικών οργάνων, στο πλαίσιο της ερμηνείας και της εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 81 και 82 ΕΚ). Ο κίνδυνος αυτός υφίσταται διότι, όπως παρατηρεί το Δικαστήριο με την απόφασή του Δηλιμίτης , για ορισμένα από τα ζητήματα που αντιμετωπίζονται με τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ - μεταξύ των οποίων και εκείνο του χαρακτηρισμού επιχειρηματικής συμπεριφοράς ως σύμφωνης ή όχι προς τα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ - η Επιτροπή δεν έχει αποκλειστική αλλά συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα εθνικά δικαστήρια.
Α - ότε υπάρχει κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων;
α) Γενικά
15. Σε ό,τι αφορά το πότε υφίσταται σύγκρουση ή κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ, αφενός, απόφασης της Επιτροπής με την οποία εφαρμόζονται επί συγκεκριμένης διαφοράς τα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ και, αφετέρου, απόφασης εθνικού δικαστηρίου επί του ίδιου ζητήματος, είναι απαραίτητο να παρατηρηθούν εισαγωγικώς τα ακόλουθα.
16. Για να διαπιστωθεί τέτοιας μορφής σύγκρουση δεν αρκεί απλώς η συνάφεια του νομικού προβλήματος που εγείρεται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και εκείνου που απασχολεί την Επιτροπή . Δεν αρκεί ακόμη η ομοιότητα του νομικού προβλήματος όταν δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση ως προς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς που απασχολεί την Επιτροπή και τα εθνικά δικαστήρια . Μπορεί μεν η απόφαση της Επιτροπής να παρέχει σημαντικές ενδείξεις ως προς τον προσήκοντα τρόπο ερμηνείας των άρθρων 85, παράγραφος 1 και 86, στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν υφίσταται από στενώς νομική άποψη κίνδυνος λήψης αντιφατικών αποφάσεων. Ο κίνδυνος αυτός υπάρχει μόνο όταν το δεδικασμένο που δημιουργείται ή θα δημιουργηθεί με την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου αντιβαίνει προς το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης της Επιτροπής . Απαιτείται, επομένως, να εξετάζονται κάθε φορά τα όρια του δεδικασμένου της αποφάσεως της εθνικής δικαιοδοσίας καθώς και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής.
β) Στην υπό κρίση υπόθεση
17. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να τονισθεί, εισαγωγικώς, ότι το αντικείμενο της αποφάσεως του High Court φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ταυτίζεται με εκείνο της αποφάσεως της Επιτροπής· συνίσταται δε στην εκτίμηση της συμβατότητας με τα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, της ρήτρας αποκλειστικότητας που περιέχεται σε συμβάσεις για καταψύκτες μεταξύ της HB και των λιανοπωλητών παγωτών στην Ιρλανδία. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι οι αποφάσεις αυτές, στο μέτρο που καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα, συγκρούονται απόλυτα μεταξύ τους.
18. Ειδικότερα, η απόφαση του High Court, σε ό,τι αφορά τη διαπίστωση πως οι επίμαχες ρήτρες αποκλειστικότητας που επέβαλε η HB, ως εκ των αποτελεσμάτων επί του ανταγωνισμού, δεν αντέβαιναν στα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, ερείδεται επί στοιχείων και εκτιμήσεων που εντοπίζονται, χρονικώς, στο διάστημα πριν από την έκδοση της ενλόγω αποφάσεως, δηλαδή πριν από το 1992. Εντούτοις, τα έννομα αποτελέσματα που παράγονται από το δεδικασμένο της απόφασης του High Court εκτείνονται σαφώς πέραν της ημερομηνίας δημοσιεύσεώς της. Το High Court διατύπωσε μια μόνιμη διαταγή με την οποία επιβάλλεται η τήρηση των ρητρών αποκλειστικότητας για τους καταψύκτες της HB και απαγορεύεται στην εταιρία Masterfoods να παροτρύνει τους λιανοπωλητές σε παράβαση αυτών των ρητρών αποκλειστικότητας.
19. Η απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε έρευνα επί της αγοράς που διενεργήθηκε το 1996 , λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι οι συμφωνίες που πρότεινε η HB στους λιανοπωλητές για την παροχή καταψυκτών τροποποιήθηκαν μετά το 1995. Ως προς το διατακτικό της, η απόφαση της Επιτροπής είναι σαφής: οι συμβατικές ρήτρες περί αποκλειστικότητας στην χρήση των καταψυκτών που παρέχει η HB στους λιανοπωλητές είναι άκυρες, διότι αντιβαίνουν στα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ· η HB οφείλει να «παύσει πάραυτα» τις ενλόγω παραβάσεις, υποχρεούται δε να ενημερώσει σχετικώς τους λιανοπωλητές εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης .
20. Από τα ανωτέρω, συνάγονται τα ακόλουθα δυο συμπεράσματα. ρώτον, το σκεπτικό της απόφασης της Επιτροπής δεν θεμελιώνεται σε εκτίμηση του ιδίου πραγματικού με εκείνο που απασχόλησε τον Ιρλανδό δικαστή . Είναι θεωρητικώς δυνατόν η ρήτρα αποκλειστικότητας σε συμβάσεις για καταψύκτες που ίσχυαν και εφαρμόζονταν πριν από το 1992 να μην αντιβαίνει στους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού - όπως έκρινε το High Court - το αντίθετο όμως να συμβαίνει για τις μεταγενέστερες του 1992 συμβάσεις, στις οποίες επικεντρώθηκε ο έλεγχος της Επιτροπής. Δεύτερον, οι δυο αποφάσεις συγκρούονται σαφώς ως προς τις έννομες συνέπειες που παράγουν, τουλάχιστον από την ημερομηνία εκδόσεως και κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής, από την 11η Μαρτίου 1998 η επίμαχη ρήτρα αποκλειστικότητας παύει πάραυτα να εφαρμόζεται ως μη συνάδουσα προς τους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού. Αντιθέτως, η οριστική διαταγή του High Court, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την 11η Μαρτίου 1998, επιβάλλει το σεβασμό της ενλόγω ρήτρας αποκλειστικότητας.
21. Επομένως, ευρισκόμεθα ενώπιον μερικής συγκρούσεως, μεταξύ της αποφάσεως του High Court και της αποφάσεως της Επιτροπής . Η σύγκρουση αυτή τελεί υπό την αίρεση της εφαρμογής της αποφάσεως της Επιτροπής, λόγω του ότι το ρωτοδικείο με διάταξη του ροέδρου του αποφάσισε την αναστολή εκτέλεσης της ενλόγω αποφάσεως . εραιτέρω, υπάρχει ο κίνδυνος εκδόσεως από το Supreme Court αποφάσεως αντίθετης προς εκείνη της Επιτροπής, ερειδόμενης επί του σκεπτικού της πρωτοδίκου αποφάσεως του High Court ή επί νέων στοιχείων και εκτιμήσεων. Το ενδεχόμενο αυτό θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείο της παρούσας ανάλυσης.
Β - Η νομολογία του Δικαστηρίου για την αντιμετώπιση του ενδεχόμενου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων
22. Έχει ήδη αναφερθεί ότι το Δικαστήριο εντόπισε, με την απόφαση Δηλιμίτης , τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων από τα εθνικά δικαστήρια και την Επιτροπή, στο πλαίσιο της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού. Υπογράμμισε δε ότι η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων είναι αντίθετη προς την θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου και «επομένως πρέπει να αποφεύγεται, όταν τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί συμφωνίας ή πρακτικής επί των οποίων ενδέχεται να εκδοθεί στη συνέχεια απόφαση της Επιτροπής» .
23. Το Δικαστήριο θεώρησε, στη συνέχεια, σκόπιμο να δώσει ορισμένες κατευθύνσεις στον εθνικό δικαστή για την αντιμετώπιση της ως άνω καταστάσεως. Αν η λύση ως προς την εφαρμογή των κρίσιμων κοινοτικών διατάξεων είναι προφανής, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στο δικαιοδοτικό του έργο . Αν όμως συντρέχει κίνδυνος συγκρούσεως της απόφασης του εθνικού δικαστή με την μελλοντική απόφαση της Επιτροπής, κατά την εφαρμογή των άρθρων 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, τίθεται τότε «θέμα αναστολής της διαδικασίας ή λήψεως ασφαλιστικών μέτρων» . εραιτέρω, το Δικαστήριο τόνισε ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί να ζητήσει πληροφορίες από την Επιτροπή για την πορεία του κοινοτικού ελέγχου ή και την επικουρία της επί των δυσχερειών που συναντά στην εφαρμογή των σχετικών άρθρων της Συνθήκης . Τέλος, το εθνικό δικαστήριο δύναται να αναστείλει την εκκρεμούσα ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ .
24. Ας σημειωθεί ότι η υπόθεση Δηλιμίτης αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ένα εθνικό δικαστήριο πρόκειται να κρίνει επί της εφαρμογής των άρθρων 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, καθόν χρόνο η Επιτροπή έχει μεν επιληφθεί του ιδίου θέματος δεν έχει όμως εκδώσει σχετική απόφαση. Εξάλλου, η προτροπή του Δικαστηρίου για χρήση της δικονομικής οδού του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ αναφέρεται σε φάση της διαδικασίας κατά την οποία ο εθνικός δικαστής δεν αμφισβητεί την νομιμότητα εκδοθείσας ήδη πράξεως της Επιτροπής. Δηλαδή, ο εθνικός δικαστής καλείται, μέσω των προδικαστικών ερωτημάτων που θα υποβάλει στο Δικαστήριο, να εγείρει ζήτημα ερμηνείας κοινοτικών διατάξεων και όχι, ενδεχομένως, ζήτημα κύρους ατομικής αποφάσεως που έχει ληφθεί από την Επιτροπή. Το ζήτημα αυτό ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση, στις ιδιαιτερότητες της οποίας κρίνω σκόπιμο να επιμείνω.
Γ - Η ιδιαιτερότητα της υπό εξέταση υπόθεσης
25. Η παρούσα υπόθεση δεν καλύπτεται πλήρως από τα πορίσματα της νομολογίας Δηλιμίτης. Η ιδιαιτερότητα και η δυσχέρειά της έγκειται στα ακόλουθα:
ρώτον, όπως ανέφερα ήδη, υφίσταται όχι απλώς ενδεχόμενη αλλά ορατή και επικείμενη σύγκρουση μεταξύ της απόφασης του ιρλανδικού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της ήδη εκδοθείσας αποφάσεως της Επιτροπής . Η σύγκρουση θα είχε ήδη συντελεσθεί αν δεν είχε διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής από το ρωτοδικείο . Επιπλέον, αντιφατικές αποφάσεις μεταξύ της Επιτροπής και ιρλανδικού δικαστηρίου θα υπάρξουν αν το Supreme Court, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, υιοθετήσει θέσεις αντίθετες προς εκείνες που διατυπώνονται στην απόφαση 98/531 της Επιτροπής. Τούτο είναι δυνατόν να συμβεί εφόσον το Supreme Court κρίνει, πρώτον, ορθό το σκεπτικό καθώς και το διατακτικό της αποφάσεως του High Court ή, δεύτερον, εσφαλμένο το σκεπτικό της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, θεωρήσει ωστόσο ότι το διατακτικό της είναι ορθό, επί τη βάσει άλλων στοιχείων.
Δεύτερον, το ζήτημα της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής εκκρεμεί ενώπιον του ρωτοδικείου. Σε περίπτωση που το τελευταίο απορρίψει την ασκηθείσα ενώπιόν του προσφυγή, το δε Ιρλανδικό Supreme Court επικυρώσει την αντίθετη διάταξη του High Court, η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου θα έχει διπλά θιγεί από τα ιρλανδικά δικαστήρια .
Τρίτον, η παρούσα υπόθεση ενδέχεται να οδηγήσει το Δικαστήριο να λάβει θέση επί των σχέσεων μεταξύ των δικονομικών οδών των άρθρων 173 και 177 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 230 και 234 ΕΚ), αλλά και επί των σχέσεων του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου.
Τέταρτον, ένα από τα μέρη στην κύρια δίκη, η εταιρία HB, η οποία υπεραμύνεται της πρωτοδίκου αποφάσεως του High Court, είναι επίσης ο αποδέκτης της αποφάσεως της Επιτροπής και έχει προσφύγει ενώπιον του ρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής. Συναφώς, η αντίδικός της στην κύρια δίκη, η εταιρία Masterfoods, έχει παρέμβει ενώπιον του ρωτοδικείου, στη διαδικασία που άρχισε με την προσφυγή της HB. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να επηρεάσει την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
IV - Η συνέχεια που θα πρέπει να δοθεί στα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα
Α - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
α) Το αντικείμενο της κυρίας διαφοράς
26. Στην αρχή θα πρέπει να εξετασθεί το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του Supreme Court. Χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, οι οποίες άπτονται του ιρλανδικού δικονομικού δικαίου, παρατηρώ ότι μέλημα του δικαστηρίου της παραπομπής είναι να κρίνει την ορθότητα τόσο του σκεπτικού όσο και του διατακτικού της πρωτοδίκου αποφάσεως. Η ορθότητα των θέσεων του High Court ως προς την συμβατότητα των επίμαχων ρητρών αποκλειστικότητας με τα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ θα εξετασθεί, καταρχήν, υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών δεδομένων επί των οποίων εκλήθη να αποφασίσει το πρωτοβάθμιο ιρλανδικό δικαστήριο. Η κρίση αυτή του Supreme Court δεν επηρεάζεται κατ' ανάγκην από την απόφαση 98/531 της Επιτροπής.
27. Αντιθέτως, οι έννομες συνέπειες της πρωτοδίκου αποφάσεως του ιρλανδικού δικαστηρίου, εφόσον υφίστανται και μετά τη θέση σε ισχύ της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής, συγκρούονται ευθέως με την τελευταία. Επομένως, ανεξάρτητα από την ορθότητα του σκεπτικού της πρωτοδίκου αποφάσεως του High Court, κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε αυτή, είναι προφανές ότι η συνέχιση της εφαρμογής της και μετά τη θέση σε ισχύ της αποφάσεως της Επιτροπής θα προσέκρουε στην τελευταία αν δεν είχε διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσής της από το ρωτοδικείο. Το Supreme Court δεν μπορεί να αγνοήσει την παράμετρο αυτή, στο μέτρο που με τη δική του απόφαση θα κριθεί τελεσιδίκως η συνέχιση ή όχι της εφαρμογής του διατακτικού της αποφάσεως του High Court και μετά την 11η Μαρτίου 1998. Επιπλέον, το Supreme Court, ενόψει του γεγονότος ότι καλείται να κρίνει πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση με την οποία διατυπώνεται μια μόνιμη διαταγή, οφείλει, εφόσον τούτο επιτρέπεται από την εσωτερική έννομη τάξη, να λάβει υπόψη του την νομική και πραγματική κατάσταση όπως διαμορφώνεται μέχρι το χρόνο της δικής του κρίσης. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να αγνοήσει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής.
β) Τα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα
28. Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στο γεγονός ότι η απόφαση 98/531 της Επιτροπής, η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με το διατακτικό της πρωτοδίκου αποφάσεως του ιρλανδικού δικαστηρίου, έχει ήδη προσβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου. Αρκεί αυτό για να υποχρεωθεί ο εθνικός δικαστής να αναμένει το πέρας της ακυρωτικής δίκης μέχρι την οριστική επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς; Έχει σημασία το ότι η εταιρία HB, η οποία υπεραμύνεται της πρωτοδίκου αποφάσεως, είναι επίσης η διάδικος που έχει προσφύγει δυνάμει του ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ κατά της αποφάσεως 98/531/ΕΚ; Τα άλλα δυο ερωτήματα αναφέρονται σε ζητήματα ουσίας, ήτοι στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 85, παράγραφος 1, 86 και 222 της Συνθήκης ΕΚ.
29. Σε ό,τι αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, επιβάλλεται η ακόλουθη εισαγωγική παρατήρηση. Αν η επίλυση της εθνικής διαφοράς δεν επηρεάζεται από το κύρος της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξαρτηθεί από την ολοκλήρωση της ακυρωτικής δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής. Το ενδεχόμενο αυτό είναι, υποθετικώς, νοητό, στο μέτρο που, όπως παρατηρήθηκε, η απόφαση του High Court δεν συγκρούεται κατ' ανάγκην ως προς το σκεπτικό της με την απόφαση της Επιτροπής, καθώς θεμελιώνεται σε διαφορετικά πραγματικά στοιχεία. Είναι όμως πρακτικώς δυνατή η εκδίκαση της κύριας διαφοράς χωρίς να τεθεί καθόλου το ζήτημα της ορθότητας και της ανάγκης σεβασμού της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής; Θα πρέπει να γίνει διάκριση των εξής δυο περιπτώσεων.
30. i) Ας υποτεθεί ότι, από τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις που θα δώσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, το Supreme Court οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του High Court, ενόψει του πραγματικού που είχε εκτιμήσει, είναι νομικώς εσφαλμένη λόγω κακής ερμηνείας ή/και εφαρμογής των άρθρων 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ. Τότε, η πρωτόδικος απόφαση θα εξαφανισθεί, θα παύσει να παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν θα τίθεται πλέον ζήτημα συγκρούσεως της αποφάσεως αυτής με εκείνη της Επιτροπής. Αν με τη διαπίστωση του ελαττώματος της πρωτοδίκου αποφάσεως και την άρση της επίμαχης μόνιμης διαταγής υπέρ της HB πρόκειται να περατωθεί η εκκρεμούσα ενώπιον του Supreme Court κύρια δίκη, θεωρώ τότε ότι ο δικαστής της παραπομπής μπορεί κάλλιστα να ολοκληρώσει το δικαιοδοτικό του έργο χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει αν η απόφαση 98/531 είναι έγκυρη ή όχι και χωρίς να γεννάται ο κίνδυνος εκδόσεως αποφάσεως αντίθετης προς εκείνη της Επιτροπής.
31. ii) Τι θα γίνει όμως στην περίπτωση - η οποία είναι και η πιθανότερη - κατά την οποία ο δικαστής της παραπομπής, ενόψει τυχόν εφαρμοστέων εθνικών δικονομικών κανόνων, κληθεί να αποφανθεί επί της ορθότητας της μόνιμης δικαστικής διαταγής υπέρ της HB επί τη βάσει του πραγματικού που έχει διαμορφωθεί μέχρι το χρόνο της κρίσεώς του; Συναφής είναι η περίπτωση κατά την οποία το Supreme Court εξαφανίσει μεν την πρωτόδικο μόνιμη διαταγή και κληθεί να κρίνει την υπόθεση στην ουσία της, εξετάζοντας πλέον αν, κατά το χρόνο της νέας αυτής κρίσεως, οι επίμαχες ρήτρες της HB είναι ή όχι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο. εραιτέρω, πως πρέπει να αντιμετωπισθεί η πιθανότητα, ο δικαστής της παραπομπής, ενόψει ενδεχομένως και των απαντήσεων στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, να επικυρώσει την πρωτοβάθμια μόνιμη διαταγή;
32. Σε όλες τις ανωτέρω καταστάσεις της δεύτερης περίπτωσης, φρονώ ότι το Supreme Court δεν δύναται να αγνοήσει την απόφαση 98/531 της Επιτροπής, το περιεχόμενο της οποίας οφείλει να σεβασθεί. Ακόμη περισσότερο, το Supreme Court αδυνατεί να προχωρήσει στην έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως με την οποία θα επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση ή, εν πάση περιπτώσει, θα επιβάλει την τήρηση των επίμαχων συμφωνιών για καταψύκτες, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστά εκ μέρους του ευθεία προσβολή του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής και παράβαση των επιταγών που απορρέουν για το εμπλεκόμενο κράτος μέλος από το άρθρο 10 ΕΚ . Διαπιστώνεται επομένως ότι ο δικαστής της παραπομπής δεν είναι σε θέση να ολοκληρώσει την εκδίκαση της κύριας δίκης χωρίς να γνωρίζει κατά πόσον η απόφαση 98/531 είναι έγκυρη ή όχι, ζήτημα το οποίο ο ίδιος είναι αναρμόδιος να κρίνει. Διαθέτει βεβαίως τη δυνατότητα να περιμένει την απόφαση του ρωτοδικείου επί της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως 98/531. Αν όμως δεν επιθυμεί να αναμένει το πέρας της ακυρωτικής διαδικασίας ενώπιον του ρωτοδικείου , δεν έχει άλλη επιλογή παρά να θέσει θέμα κύρους της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής, με την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο , υπό την αίρεση ότι αυτό είναι δυνατόν εν προκειμένω .
33. Ανακύπτει, επομένως, το ακόλουθο ερώτημα για την περίπτωση κατά την οποία η εκδίκαση της κυρίας διαφοράς προϋποθέτει την εκτίμηση του κύρους της απόφασης 98/531 της Επιτροπής. Το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον το επιθυμεί , μπορεί να υποβάλει το σχετικό ζήτημα στο Δικαστήριο, μέσω της δικονομικής οδού του άρθρου 234 ΕΚ (πρώην άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ);
Β - Η εξέταση του κύρους της αποφάσεως 98/531 με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος είναι δυνατή εν προκειμένω;
34. Με την ανάλυση που ακολουθεί επιχειρείται να δοθεί απάντηση στα δυο σκέλη του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, στην περίπτωση κατά την οποία, για την επίλυση της κυρίας διαφοράς, είναι αναγκαία η προηγούμενη εκτίμηση του κύρους της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής.
α) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
35. Εκκινώ την ανάλυσή μου με τις ακόλουθες δυο παρατηρήσεις.
36. ρώτον, αξίζει να τονισθεί ότι αν το δικαστήριο της παραπομπής αποφάσιζε το ίδιο να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι την οριστική εξέταση της νομιμότητας της επίμαχης πράξης της Επιτροπής από τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα της Κοινότητας, η λύση αυτή θα απέτρεπε με τον καλύτερο τρόπο τον κίνδυνο λήψης από μέρους του αποφάσεως αντίθετης προς εκείνη της Επιτροπής. Ωστόσο, ούτε από την απόφαση Δηλιμίτης, ούτε από κάποιο κανόνα του κοινοτικού δικαίου μπορεί να συναχθεί σαφώς η υποχρέωση εθνικού δικαστηρίου να αναμένει την εκδίκαση της προσφυγής ακυρώσεως του άρθρου 230 ΕΚ πριν προχωρήσει στην οριστική επίλυση της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς. Το αντίθετο μάλιστα, το Δικαστήριο με την απόφαση Δηλιμίτης κάνει λόγο για ευχέρεια και όχι για καθήκον του εθνικού δικαστή να αναστέλει την εθνική διαδικασία για να αποτρέψει την έκδοση συγκρουόμενων αποφάσεων.
37. Η υπό εξέταση υπόθεση διαφέρει σημαντικά από την περίπτωση που είχε κατά νουν ο δικαστής στην υπόθεση Δηλιμίτης . άντως, από την απόφαση αυτή συνάγεται το συμπέρασμα ότι με την ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ από εθνικό δικαστήριο το οποίο βρίσκεται ενώπιον κινδύνου εκδόσεως αποφάσεως αντιβαίνουσας προς τις θέσεις της Επιτροπής, αφενός ικανοποιούνται οι ανάγκες της εθνικής δίκης και αφετέρου διασφαλίζεται η κοινοτική νομιμότητα και η ασφάλεια δικαίου . Αντιθέτως, προβληματική φαίνεται η λύση σύμφωνα με την οποία η άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, αρκεί για να αποκλεισθεί η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ και να υποχρεωθεί το εθνικό δικαστήριο να αναστείλει την εκδίκαση της δικής του υποθέσεως μέχρι την περάτωση της ακυρωτικής δίκης, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως. Εκ πρώτης όψεως, η λύση αυτή φαίνεται να συνιστά υπέρμετρη δέσμευση σε βάρος του εθνικού δικαστή, η οποία δεν είναι σαφές ότι αντιστοιχεί στην υπάρχουσα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών και κοινοτικών οργάνων ή ότι συνάδει με τα γενικώς παραδεδεγμένα για τις σχέσεις μεταξύ εθνικής και κοινοτικής έννομης τάξης .
38. Δεύτερον, ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει και σε άλλες περιπτώσεις αντιμετωπίσει προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία εγείρεται το ζήτημα του κύρους κοινοτικής πράξης, που έχει ήδη προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο δεν έχει θεωρήσει πως η υποβολή παρόμοιων ερωτημάτων είναι αδύνατη λόγω της προηγούμενης ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής ακυρώσεως, ούτε έχει απαιτήσει από τα εθνικά δικαστήρια να αναμένουν την περάτωση της διαδικασίας του άρθρου 230 ΕΚ . Αντιθέτως, η ύπαρξη δυο παράλληλων διαδικασιών που ταυτίζονται ως προς το αντικείμενό τους αντιμετωπίζεται από τα ίδια τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα με την αναστολή της μιας διαδικασίας μέχρι την ολοκλήρωση της άλλης .
39. Αν αρκεσθούμε στις ανωτέρω γενικές σκέψεις, οδηγούμεθα στη διατύπωση μιας κατευθυντήριας αρχής, σύμφωνα με την οποία, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ο εθνικός δικαστής αντιμετωπίζει τον κίνδυνο σύγκρουσης με ήδη εκδοθείσα απόφαση της Επιτροπής, η οποία έχει προσβληθεί επί ακυρώσει δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, ο δικαστής αυτός δεν υποχρεούται να αναμείνει την περάτωση της ακυρωτικής δίκης, παρά το ότι, για την εκδίκαση της κυρίας διαφοράς, είναι απαραίτητο να γνωρίζει αν η κρίσιμη απόφαση της Επιτροπής είναι έγκυρη ή όχι. Το ζήτημα αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί με την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο.
40. Ωστόσο, θα επιχειρήσω στη συνέχεια να αποδείξω ότι η ως άνω κατευθυντήρια αρχή δεν είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Είναι δυνατόν να προβληθούν σημαντικά επιχειρήματα υπέρ της αντίθετης λύσης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, ήτοι υπέρ του αποκλεισμού εν προκειμένω της δικονομικής οδού του άρθρου 234 ΕΚ και της αναγνώρισης της υποχρεώσεως του εθνικού δικαστή να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία μέχρι την περάτωση της ακυρωτικής δίκης ενώπιον του ρωτοδικείου.
β) Η ταυτότητα των διαδίκων στην κύρια δίκη είναι εμπόδιο στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος για το κύρος της αποφάσεως 98/531
41. Η ευχέρεια στην χρησιμοποίηση της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής από τον εθνικό δικαστή δεν είναι απεριόριστη. Το Δικαστήριο έχει μέχρι τούδε κρίνει ότι η αμφισβήτηση του κύρους κοινοτικής πράξεως μέσω της δικονομικής οδού του άρθρου 234 ΕΚ είναι αδύνατη όταν ένα από τα μέρη στην κύρια δίκη ανήκει στην ακόλουθη κατηγορία: αφενός, είναι αποδέκτης της κρίσιμης κοινοτικής πράξης, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα νομιμοποιείτο να την προσβάλει επί ακυρώσει, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, έχει όμως απολέσει το δικονομικό αυτό δικαίωμα λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας που τάσσει το τελευταίο εδάφιο του ίδιου άρθρου· αφετέρου, είναι ο διάδικος στην εθνική δίκη, ο οποίος θα ωφεληθεί από την αμφισβήτηση του κύρους της επίμαχης πράξης με την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος.
42. Η πάγια αυτή νομολογία εξυπηρετεί την κατοχύρωση της ορθής τηρήσεως των κοινοτικών δικονομικών κανόνων και κατ' επέκταση της ασφάλειας του δικαίου. Ειδικότερα, ενδεχόμενη υιοθέτηση της αντίθετης λύσης θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση υπέρ του διαδίκου που ανήκει στην ως άνω κατηγορία, «της ευχέρειας να παρακάμψει το απρόσβλητο της αποφάσεως με το οποίο, δυνάμει της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να περιβάλλεται μια απόφαση μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 173» .
43. Τα δεδομένα της υπό εξέταση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνα που απασχόλησαν το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα νομολογία. Η εταιρία HB είναι η διάδικος στην κύρια δίκη που έχει συμφέρον να κλονισθεί το κύρος της απόφασης 98/531 της Επιτροπής με την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος από το Supreme Court. εραιτέρω όμως, η ίδια εταιρία, ως αποδέκτης της επίμαχης κοινοτικής απόφασης, έχει ήδη προσφύγει ενώπιον του ρωτοδικείου και ζητεί την ακύρωσή της. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι η αντίδικος της HB στην κύρια δίκη, η εταιρία Masterfoods, έχει υποβάλει την καταγγελία επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η κρίσιμη απόφαση της Επιτροπής και παρενέβη υπέρ του κύρους της αποφάσεως αυτής ενώπιον του ρωτοδικείου.
44. Η εξαιρετική αυτή περίπτωση δεν φαίνεται να έχει ευθέως αντιμετωπισθεί από το Δικαστήριο. Εκ πρώτης όψεως, πάντως, η αναγνώριση της δυνατότητας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος δεν γεννά εν προκειμένω τους ίδιους κινδύνους προσβολής του δεσμευτικού χαρακτήρα τόσο των κοινοτικών πράξεων όσο και των κοινοτικών δικονομικών κανόνων, κινδύνους που σαφώς υφίστανται στην περίπτωση της προμνησθείσας νομολογίας. Το γεγονός και μόνο ότι η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής έχει ήδη προσβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου αρκεί για να μην έχει παγιωθεί κατά τρόπο απόλυτο η ρυθμιζόμενη νομική κατάσταση και ο αποδέκτης της δεν έχει απολέσει κάθε δυνατότητα αμφισβήτησης της νομιμότητάς της .
45. αρόλα αυτά, φρονώ ότι στην ειδική αυτή περίπτωση είναι προτιμότερο να γίνει δεκτό πως η έμμεση αμφισβήτηση του κύρους της κοινοτικής πράξης με την υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος δεν είναι δυνατή. Είναι, νομίζω, αντίθετο με την αρχή της καλής και ορθολογικής απονομής της δικαιοσύνης να ελέγχεται το κύρος μιας κοινοτικής πράξης με δυο παράλληλες διαδικασίες για να προστατευθούν εντέλει τα συμφέροντα διαδίκων οι οποίοι είναι παρόντες και στις δύο δίκες .
46. Η συλλογιστική αυτή ερείδεται, καταρχάς, στην παρατήρηση ότι φαινόμενα έγερσης του ίδιου ακριβώς νομικού ζητήματος με δυο παράλληλες δικαστικές διαδικασίες, εντελώς αυτόνομες μεταξύ τους, από τους ίδιους διαδίκους, χρεώνονται σαφώς στην παθολογία ενός δικονομικού συστήματος. Είναι ανεπιθύμητα όχι μόνο διότι επιβαρύνουν το έργο του δικαστή αλλά και διότι αυξάνουν τον κίνδυνο λήψης αντιφατικών αποφάσεων ή τουλάχιστον εκείνο της στρέβλωσης των δικονομικών κανόνων και της καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων .
47. Στην προκειμένη περίπτωση, στην εθνική δίκη ενώπιον του Supreme Court αντιπαρατάσσονται διάδικοι οι οποίοι μετέχουν ήδη στην ακυρωτική δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου. Ειδικώς η HB, η οποία θα κινδύνευε να υποστεί αδίκως ζημία αν η επίμαχη πράξη της Επιτροπής - επί τη εκδοχή ότι αποδεικνυόταν παράνομη - εφαρμοζόταν στην εθνική δίκη, προστατεύεται με αποτελεσματικό τρόπο από τον κίνδυνο αυτό: πρώτον, έχει ενεργοποιήσει τα δικονομικά δικαιώματα που της παρέχει το άρθρο 230 ΕΚ ασκώντας προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου· δεύτερον, η επίμαχη πράξη της Επιτροπής τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης οπότε και δεν υπάρχει πιθανότητα να εφαρμοσθεί άμεσα από τον Ιρλανδό δικαστή .
48. Επιπλέον, αν αναγνωριζόταν η δυνατότητα στην HB καθώς και στη Masterfoods να επιτύχουν την εξέταση του κύρους της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Supreme Court ενώπιον του Δικαστηρίου, θα δημιουργείτο, κατά τη γνώμη μου, κίνδυνος κατάχρησης διαδικασίας. Τόσο η προσφεύγουσα όσο και η παρεμβαίνουσα ενώπιον του ρωτοδικείου θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν την εκδίκαση του κύρους της κρίσιμης αποφάσεως της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου, παρακάμπτοντας με αυτό τον τρόπο την ακυρωτική διαδικασία. Δεν νομίζω ότι παρόμοια εξέλιξη, μέσω της οποίας ορισμένοι διάδικοι αποκτούν ή μπορούν να αποκτήσουν εμμέσως τη δυνατότητα επιλογής της κοινοτικής δικονομικής διαδικασίας υπό την οποία θα κριθεί η νομιμότητα αποφάσεως των κοινοτικών οργάνων , είναι δικονομικώς ανεκτή. Δεν συνάδει με την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. ιστεύω λοιπόν πως, ενόψει των ιδιαζουσών συνθηκών που συντρέχουν στην υπό εξέταση υπόθεση, είναι προτιμότερο να αποκλεισθεί η δυνατότητα αμφισβήτησης του κύρους της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Supreme Court .
γ) Τα ενγένει προβλήματα που δημιουργεί η εξέταση του κύρους κοινοτικής αποφάσεως όπως η υπό κρίση με τη διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ
49. Θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω ορισμένες επιπλέον σκέψεις για να εξηγήσω γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι προβληματική η εξέταση του κύρους αποφάσεων, όπως η υπό κρίση, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 177, εφόσον εκκρεμεί προσφυγή κατά της ίδιας πράξεως.
50. Εκκινώ τη συλλογιστική μου με το ακόλουθο ερώτημα. Είναι δυνατόν το Δικαστήριο να θεωρήσει νόμιμη μια απόφαση της Επιτροπής, εκτιμώντας την στα όρια του ελέγχου που δύναται να ασκήσει κατά το άρθρο 234 ΕΚ, και το ρωτοδικείο να ακυρώσει την ίδια απόφαση, επισημαίνοντας, για παράδειγμα, ελάττωμα επί του πραγματικού, στο πλαίσιο του ασκούμενου από το δικαιοδοτικό αυτό όργανο πλήρους ελέγχου ουσίας; Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή το ρωτοδικείο εντοπίσει ελάττωμα της αποφάσεως το οποίο εκφεύγει από τις δυνατότητες ελέγχου του Δικαστηρίου, η ακυρωτική απόφαση θα είναι καθόλα ορθή ενώ θα βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις δοθείσες από το Δικαστήριο απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα. Αν υφίσταται αυτό το ενδεχόμενο, και μόνον η πιθανότητα να δημιουργηθεί η ως άνω ανεπιθύμητη κατάσταση αντιφατικών κοινοτικών δικαστικών αποφάσεων θα πρέπει να αποτρέψει το Δικαστήριο από την εξέταση του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής μέσω της απαντήσεως των κρισίμων προδικαστικών ερωτημάτων.
51. Ο κίνδυνος αυτός είναι, νομίζω, υπαρκτός. Θα μπορούσε να αποφευχθεί μόνο εάν το Δικαστήριο, εφόσον αποφάσιζε να προχωρήσει στην εξέταση του κύρους απόφασης της Επιτροπής στο πλαίσιο απαντήσεως προδικαστικού ερωτήματος, ήταν σε θέση να το πράξει ασκώντας τον ίδιο νομικό έλεγχο που ασκεί στο πλαίσιο του άρθρου 230 ΕΚ το ρωτοδικείο. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι δυνατόν.
52. Αναφέρομαι, καταρχάς, στην διαφορά μεταξύ της διαδικασίας του άρθρου 234 EK και εκείνης του άρθρου 230 EK. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην πρώτη περίπτωση είναι αμιγώς νομική. Εξαντλείται στην ερμηνεία και την εκτίμηση της νομιμότητας των κανονιστικών και ατομικών πράξεων των κοινοτικών οργάνων . Αντιθέτως, η δικονομική οδός του άρθρου 230 EK μπορεί να οδηγήσει τον κοινοτικό δικαστή στην εξέταση ζητημάτων ουσίας όπως είναι η διαπίστωση και η εκτίμηση πραγματικών περιστατικών .
53. Οι διαφορές μεταξύ των δυο διαδικασιών δεν έχουν μεγάλη πρακτική σημασία όταν αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου είναι το κύρος κανονιστικής κοινοτικής πράξης, όπως είναι ένας κανονισμός ή μια οδηγία. Η εκτίμηση της νομιμότητας των πράξεων αυτών εξαντλείται κατά κύριο λόγο στην άσκηση αμιγώς νομικού ελέγχου, χωρίς να είναι απαραίτητη η εξέταση ζητημάτων ουσίας. Αντιθέτως, στην περίπτωση των ατομικών διοικητικών πράξεων, όπως η υπό κρίση, η άσκηση πλήρους δικαστικού ελέγχου ουσίας είναι κεφαλαιώδης για την αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας.
54. εραιτέρω, η απόφαση της Επιτροπής που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζει μια επιπλέον ιδιαιτερότητα. Αφορά στην εφαρμογή, σε συγκεκριμένη υπόθεση, των διατάξεων των άρθρων 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ. ροϋποθέτει, δηλαδή, περίπλοκες τεχνικές και οικονομικές εκτιμήσεις για την ορθότητα των οποίων επιβάλλεται εξαντλητικός έλεγχος ουσίας από ειδικευμένη δικαστική αρχή. Η κάλυψη της ανάγκης αυτής, πλην άλλων, οδήγησε το συνταγματικό κοινοτικό νομοθέτη στην ίδρυση του ρωτοδικείου. Το δικαστήριο αυτό, με την συστηματική εκδίκαση προσφυγών επί ακυρώσει κατά αποφάσεων της Επιτροπής, που ομοιάζουν με την υπό κρίση, έχει επιτύχει να εμβαθύνει και να εδραιώσει το δικαστικό έλεγχο επί των αποφάσεων αυτών, συνεισφέροντας στην βελτίωση του κοινοτικού συστήματος παροχής δικαστικής προστασίας .
55. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι το δικαστικό έργο, στο πλαίσιο του ακυρωτικού ελέγχου, τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του ρωτοδικείου, επί ατομικών διοικητικών πράξεων, όπως η υπό κρίση, είναι πιο αποτελεσματικό από αυτό που επιτυγχάνεται με την απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα δυνάμει του άρθρου 234 EK . Εξάλλου, δεν θα ήταν φρόνιμο να μεταβληθεί η δικονομική υπόσταση της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ ούτως ώστε να καταστεί πιστή αντιγραφή εκείνης του άρθρου 230 ΕΚ .
Γ - Συμπεράσματα
56. Από την προηγηθείσα ανάλυση συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα.
57. Το δικαστήριο της παραπομπής δεν υποχρεούται να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να αναμείνει την περάτωση της ακυρωτικής δίκης μόνον εκ του ότι έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή στο ρωτοδικείο κατά της αποφάσεως 98/531 της Επιτροπής. Τέτοια υποχρέωση υφίσταται όμως αν η επίλυση της κυρίας διαφοράς προϋποθέτει να γνωρίζει ο εθνικός δικαστής κατά πόσον η επίμαχη απόφαση είναι έγκυρη ή όχι, στο μέτρο που το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της δικονομικής οδού του άρθρου 234 ΕΚ για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της παραπομπής ή το δικαστήριο στο οποίο θα αναπεμφθεί, ενδεχομένως, η υπόθεση προς ουσιαστική κρίση, οφείλουν να αποφύγουν τη λήψη αποφάσεως η οποία θα ήταν αντίθετη με την απόφαση 98/531/ΕΚ, εκτός αν η τελευταία ακυρωθεί από την κοινοτική δικαιοδοσία .
58. Ύστερα από την ως άνω διαπίστωση τίθεται το ζήτημα της συνέχειας που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Θεωρώ πιθανό ότι το Supreme Court αδυνατεί να εκδικάσει την ενώπιόν του διαφορά πριν ολοκληρωθεί η ακυρωτική δίκη ενώπιον του ρωτοδικείου λόγω του ότι το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως 98/531 φαίνεται να αποτελεί πρόκριμα για την επίλυση της κύριας διαφοράς. Αν όντως έχουν έτσι τα πράγματα παρέλκει η απάντηση στα δύο επόμενα προδικαστικά ερωτήματα· εφόσον το Δικαστήριο δεν πρόκειται να θίξει το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως 98/531, το οποίο - για λόγους που ήδη εξήγησα - δεν είναι δυνατόν να τεθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, η απάντηση αυτή δεν είναι χρήσιμη για την επίλυση της κύριας διαφοράς.
59. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, το Supreme Court να έχει θέσει τα κρίσιμα ερωτήματα και προς το σκοπό της εκτιμήσεως της ορθότητας του σκεπτικού της πρωτοδίκου αποφάσεως του High Court, αποκλειστικώς επί τη βάσει του πραγματικού και νομικού πλαισίου επί του οποίου αυτή ελήφθη. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, τα μόνα στοιχεία επί του πραγματικού που υπέβαλε στο Δικαστήριο με την παραπεμπτική του διάταξη είναι εκείνα που είχαν διαπιστωθεί πρωτοδίκως από το High Court. ιστεύω ότι η ειδική αυτή πτυχή της υποθέσεως μπορεί να εξετασθεί εν προκειμένω, στα πλαίσια της απάντησης στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Δεν πρόκειται βεβαίως να εκτιμήσω την ορθότητα του περιεχομένου της απόφασης 98/531 ούτε να λάβω υπόψη μου αντίθετα προς την απόφαση αυτή στοιχεία.
V - Ως προς το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
60. Με το δεύτερο ερώτημα, τίθεται το ζήτημα της συμβατότητας των επίμαχων ρητρών αποκλειστικότητας προς τα άρθρα 85 παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 81 και 82 ΕΚ).
Α - Η τιμή των παγωτών και η συμβατότητα των επίμαχων συμφωνιών με τις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ
61. ριν εξετάσω τα επιχειρήματα των μερών που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία, θεωρώ απαραίτητο να επιμείνω στο ακόλουθο ειδικό ζήτημα το οποίο εγείρει η Σουηδική Κυβέρνηση.
62. Από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το ιρλανδικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο φαίνεται να προκύπτουν τα ακόλουθα: κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο στην οποία επικεντρώθηκε ο δικαστικός έλεγχος, η τιμή πώλησης των παγωτών της ΗΒ στους λιανοπωλητές ήταν η ίδια, ανεξάρτητα από το αν οι λιανοπωλητές αυτοί είχαν συνάψει ή όχι με την ΗΒ τις επίμαχες συμβάσεις προμήθειας καταψυκτών. Επομένως, στην τιμή του παγωτού εικάζεται ότι περιλαμβάνονταν, εκτός από την αξία του παγωτού, το κόστος του καταψύκτη, καθώς και το κόστος συντήρησής του. Επί τη εκδοχή αυτή, με την ως άνω πολιτική συνολικής τιμολόγησης, σε συνδυασμό και με την επιβολή της κρίσιμης ρήτρας αποκλειστικότητας στη χρήση των καταψυκτών, εισάγονταν διακρίσεις μεταξύ των λιανοπωλητών. Οι λιανοπωλητές που διέθεταν ιδιόκτητους καταψύκτες υφίσταντο την επιβάρυνση για μια υπηρεσία που δεν τους προσφερόταν· επιπλέον, σε αυτούς μετακυλίετο το κόστος της χωρίς αντάλλαγμα (ή έναντι συμβολικού ανταλλάγματος) παροχής καταψυκτών της ΗΒ σε άλλους λιανοπωλητές.
63. Λαμβανομένης υπόψη της δεσπόζουσας θέσης της εταιρίας ΗΒ στην αγορά , φρονώ ότι η ως άνω συμπεριφορά της εταιρίας αυτής - επί τη εκδοχή πάντοτε ότι τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως ανωτέρω - αντέβαινε στο άρθρο 86, στοιχείο γ_ της Συνθήκης ΕΚ. Με τη διάταξη αυτή χαρακτηρίζεται ως καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης η «εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό» . Στην προκειμένη περίπτωση, οι λιανοπωλητές οι οποίοι δεν επιθυμούν να προμηθευθούν καταψύκτες από τη ΗΒ και να δεσμευθούν με τις σχετικές ρήτρες αποκλειστικότητας πλήσσονται από ένα σαφές ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σχέση με τους λιανοπωλητές που συνάπτουν συμβάσεις προμήθειας καταψύκτη με την ΗΒ . Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε, εξάλλου, και η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων που απέστειλε το 1993 στην εταιρία ΗΒ. Την αντίθεση της ως άνω εμπορικής πολιτικής προς τους κανόνες του ανταγωνισμού φαίνεται να παραδέχεται εμμέσως και η ίδια η εταιρία ΗΒ, η οποία την τροποποίησε το 1995, εισάγοντας ένα σύστημα διαφορετικής τιμολόγησης, ανάλογα με το κατά πόσον ο λιανοπωλητής, εκτός από παγωτά, προμηθεύεται ή όχι καταψύκτη από την ΗΒ .
64. Επομένως, η κατά τα ανωτέρω καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης της ΗΒ, υπό την προϋπόθεση ότι δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών , είναι αντίθετη προς το άρθρο 86 της Συνθήκης. εραιτέρω, οι επίμαχες ρήτρες αποκλειστικότητας, σε συνδυασμό με την πολιτική ενιαίας τιμολόγησης των παγωτών, προσέκρουαν στην ως άνω κοινοτική διάταξη και δεν ήταν δυνατόν να επιβληθεί δικαστικώς η υποχρέωση τήρησής τους.
Β - Οι επίμαχες ρήτρες αποκλειστικότητας και το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ
65. Καλούμεθα να εξετάσουμε κατά πόσον μια σειρά από συμβάσεις αποκλειστικότητας συνιστούν παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ .
α) Η απόφαση Δηλιμίτης
66. Η νομική οδός διά μέσου της οποίας θα κριθεί το επίμαχο ζήτημα χαράσσεται με την προμνησθείσα απόφαση Δηλιμίτης του Δικαστηρίου .
67. Το Δικαστήριο έκρινε ότι συμφωνία αποκλειστικότητας από την οποία αποκομίζουν οφέλη τόσο ο προμηθευτής όσο και ο μεταπωλητής, δεν είναι per se αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, «πρέπει εντούτοις να εξετασθεί αν το αποτέλεσμά (της) (...) συνίσταται στην παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού» . Για την εκτίμηση της συμφωνίας αυτής είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη «το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και εντός του οποίου μπορεί να συμβάλει, μαζί με άλλες συμφωνίες, στην πρόκληση σωρευτικού αποτελέσματος επί της λειτουργίας του ανταγωνισμού». Το ενλόγω σωρευτικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί παρά «ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη» σε σχέση με την ενδεχόμενη αλλοίωση του ανταγωνισμού και των συνεπειών της στο διακρατικό εμπόριο.
68. Η εξέταση των σωρευτικών αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας και των ομοειδών της συμφωνιών προϋποθέτει, καταρχάς, την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς. Στη συνέχεια, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ύπαρξη περισσότερων συμβάσεων αποκλειστικότητας εμποδίζει τη διείσδυση στην οριοθετηθείσα αγορά, είναι αναγκαίο να εξετασθεί «η φύση και η σημασία του δικτύου των συμβάσεων αυτών». Η επίδραση που ασκούν επί της δυνατότητας διεισδύσεως στην αγορά εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον αριθμό των σημείων πωλήσεως που δεσμεύονται δυνάμει των συμβάσεων αποκλειστικότητας σε σχέση με τον αριθμό των μη δεσμευομένων σημείων πωλήσεως, επίσης από τη διάρκεια ισχύος των δεσμεύσεων, καθώς και από το ύψος των ποσοτήτων του επίμαχου προϊόντος που διακινούνται από «δεσμευμένα σημεία πώλησης» σε σχέση με τις ποσότητες που πωλούνται διαμέσου μη δεσμευμένων σημείων πώλησης . Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι «η ύπαρξη μιας δέσμης παρεμφερών συμβάσεων (εννοεί αποκλειστικότητας) , ακόμη και αν επηρεάζει σημαντικά τις δυνατότητες διεισδύσεως στην αγορά, δεν αρκεί πάντως για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει στεγανοποίηση της σχετικής αγοράς, αφού αποτελεί ένα μόνο από τα στοιχεία του οικονομικού και νομικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εκτιμάται η σύμβαση» .
69. Στη συνέχεια, τονίζεται η ανάγκη διερεύνισης κατά πόσο «ένας νέος ανταγωνιστής έχει πραγματικές και συγκεκριμένες δυνατότητες να ενταχθεί στο δίκτυο των συμβάσεων» .
70. Αν από την ανωτέρω ανάλυση συναχθεί ότι το δίκτυο των επίμαχων συμβάσεων προκαλεί ως «σωρευτικό αποτέλεσμα» τη στεγανοποίηση της αγοράς έναντι των νέων εγχωρίων και αλλοδαπών ανταγωνιστών, η ευθύνη για την προκαλούμενη στεγανοποίηση και οι απαγορεύσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, βαρύνουν τους επιχειρηματίες που «συμβάλλουν σημαντικά στο αποτέλεσμα αυτό» . Για να κριθεί το τελευταίο αυτό ζήτημα, ήτοι ο βαθμός στον οποίο συγκεκριμένες συμβάσεις αποκλειστικότητας συντελούν στην παραγωγή του σωρευτικού αποτελέσματος στεγανοποίησης της αγοράς, πρέπει να εκτιμάται «η θέση των συμβαλλομένων εντός της αγοράς» . Αυτή υπολογίζεται με βάση το μερίδιο του προμηθευτή στην αγορά, από τον αριθμό των σημείων πωλήσεως που ελέγχει σε σχέση με το συνολικό αριθμό των σημείων πωλήσεως και από τη διάρκεια των κρίσιμων συμβάσεων.
71. Εν συνόψει, μια σύμβαση αποκλειστικότητας απαγορεύεται, εφόσον διαπιστώνεται ότι, πρώτον, το πλέγμα των ενλόγω ομοειδών συμβάσεων, ενόψει και του γενικότερου οικονομικού και νομικού πλαισίου στο οποίο εφαρμόζονται, έχει ως σωρευτικό αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση της αγοράς και δεύτερον, η συγκεκριμένη σύμβαση συντελεί σημαντικά στο αποτέλεσμα αυτό.
β) Η μεταφορά της νομολογίας Δηλιμίτης στην υπό κρίση υπόθεση
72. Kαλούμεθα, καταρχάς, να εξετάσουμε τη φύση και τη σημασία του συνόλου των συμφωνιών προμήθειας καταψύκτη με ρήτρα αποκλειστικότητας που συνάπτουν οι εταιρίες προμήθειας παγωτών με τους λιανοπωλητές . Οι συμβάσεις αυτές συνιστούν πάγια πρακτική στην Ιρλανδία. Αν και δεν είναι per se αντίθετες προς το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, ενδέχεται να επιφέρουν περιορισμούς στον ανταγωνισμό, εφόσον αποκλείουν ορισμένα σημεία πώλησης από τα προϊόντα άλλων ανταγωνιστών.
73. Εν πρώτοις, είναι απαραίτητο να αναζητηθούν τα χαρακτηριστικά των σημείων πώλησης. Από όσα διαπίστωσε το High Court με την προσβληθείσα ενώπιον του Supreme Court απόφασή του, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος των σημείων πώλησης αποτελούν οι λιανοπωλητές · αυτοί διενεργούν και το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων. Επιπλέον, πολύ μικρό ποσοστό λιανοπωλητών διαθέτει ιδιόκτητους καταψύκτες, δηλαδή καταψύκτες στους οποίους μπορούν να αποθηκεύουν παγωτά διαφορετικών εμπορικών σημάτων . Η μεγάλη πλειοψηφία των λιανοπωλητών δεν διαθέτει παρά ένα ή δύο καταψύκτες αποκλειστικής χρήσης ενός προμηθευτή. Ο περιορισμός του αριθμού των καταψυκτών φαίνεται ότι είναι απόρροια της έλλειψης χώρου στα καταστήματα λιανικής πώλησης και της ανυπαρξίας εμπορικού ενδιαφέροντος εκ μέρους των καταστηματαρχών· οι τελευταίοι δεν αναμένουν ουσιαστική αύξηση των κερδών τους με την προσθήκη ενός επιπλέον καταψύκτη, ακόμη και όταν αυτό είναι πρακτικά δυνατόν . Σε ό,τι αφορά την εταιρία ΗΒ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δικαστήριο της παραπομπής, αυτή ελέγχει περίπου 12 000 από τους 18 000 καταψύκτες που υπάρχουν στην κρίσιμη αγορά. Το πρωτοβάθμιο ιρλανδικό δικαστήριο υπολόγισε ότι περίπου το 80 % των καταψυκτών που βρίσκονται σε μικρά σημεία λιανικής πώλησης ελέγχονται από την ΗΒ.
74. Φρονώ ότι οι συμβάσεις παροχής καταψύκτη σε λιανοπωλητές επηρεάζουν σημαντικά τις δυνατότητες διεισδύσεως ενός νέου ανταγωνιστή στην αγορά. Λαμβανομένης υπόψη της μικρής έως ανύπαρκτης πιθανότητας να πεισθεί ο λιανοπωλητής να αντικαταστήσει ήδη εγκατεστημένο καταψύκτη ή να εγκαταστήσει επιπλέον καταψύκτη (ιδιόκτητο ή άλλου εμπορικού σήματος), υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα σημεία πώλησης που ελέγχονται μέσω των ρητρών αποκλειστικότητας από έναν προμηθευτή, είναι de facto δεσμευμένα από αυτόν. Επειδή δε τα σημεία πώλησης για τα οποία έχουν συναφθεί συμφωνίες για καταψύκτες με ρήτρα αποκλειστικότητας είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που διαθέτουν «ελεύθερους καταψύκτες», είναι σαφές ότι το μεγαλύτερο μέρος των σημείων πώλησης στην Ιρλανδία είναι de facto δεσμευμένα από κάποιον προμηθευτή.
75. Ειδικώς για την περίπτωση της ΗΒ, αυτή έχει ένα ακόμη πλεονέκτημα λόγω της θέσεώς της στην αγορά. Είναι ο παραγωγός παγωτών με την μεγαλύτερη κλίμακα προϊόντων και έχει τη μεγαλύτερη δημοτικότητα. Συνεπώς, οι λιανοπωλητές - οι οποίοι, όπως ελέχθη, δεν διαθέτουν συνήθως ιδιόκτητους καταψύκτες - έχουν κάθε συμφέρον, όταν αποφασίζουν να πωλήσουν παγωτά, να στρέφονται προς την ΗΒ· η τελευταία, λόγω της θέσης της στην αγορά, τους εξασφαλίζει κατά τεκμήριο μεγαλύτερο όγκο πωλήσεων. Για τον ίδιο λόγο, υπάρχουν ελάχιστες δυνατότητες να εγκαταλείψουν τους καταψύκτες ΗΒ για να τους αντικαταστήσουν με καταψύκτες αποκλειστικής χρήσης άλλου εμπορικού σήματος. Τέλος, η προσθήκη επιπλέον καταψύκτη προς το σκοπό της διάθεσης παγωτών άλλου εμπορικού σήματος δεν αναμένεται να αυξήσει ουσιαστικά τα κέρδη των λιανοπωλητών· τα παγωτά ΗΒ θα συνεχίσουν να αποτελούν τον κύριο όγκο των πωλήσεων του καταστήματος. Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και από το πρωτοβάθμιο ιρλανδικό δικαστήριο.
76. Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες των νέων ανταγωνιστών να ενταχθούν στο υπάρχον δίκτυο διανομής και, κατ' επέκταση, στην κρίσιμη αγορά, η ΗΒ παραθέτει μία σειρά από επιχειρήματα για να αποδείξει ότι οι κρίσιμες συμφωνίες δεν έχουν ως σωρευτικό αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση της αγοράς έναντι των νέων ανταγωνιστών. Η ΗΒ ισχυρίζεται ότι, για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1 στην παρούσα υπόθεση, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί το «κατώφλι ελάχιστης πρόσβασης στην αγορά» που θα πρέπει να παρέχεται στους νέους ανταγωνιστές. Αν η ελάχιστη αυτή πρόσβαση εξασφαλίζεται στην προκειμένη περίπτωση, οι επίμαχες ρήτρες αποκλειστικότητας δεν αντιβαίνουν στις κοινοτικές διατάξεις περί ανταγωνισμού.
77. Δεν διαφωνώ με την ανωτέρω συλλογιστική. Ωστόσο, ο μεγάλος αριθμός των de facto δεσμευμένων σημείων πώλησης λόγω των ρητρών αποκλειστικότητας στη χρήση καταψυκτών αποτελεί σημαντική ένδειξη - την οποία καλείται να επιβεβαιώσει το δικαστήριο της παραπομπής - ότι ο περιορισμός στον ανταγωνισμό που προκαλεί η δέσμη των κρίσιμων συμφωνιών είναι τόσο σοβαρός ώστε να μην υπάρχει το απαραίτητο (ελάχιστο) περιθώριο πρόσβασης στην αγορά. Η διαπίστωση αυτή δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι ορισμένοι ανταγωνιστές, όπως η Mars, παρά τους υφιστάμενους περιορισμούς, επιτυγχάνουν να εισέλθουν σε ένα μικρό μέρος της αγοράς. Εξάλλου, δεν είναι ορθό να υποστηρίζεται - όπως το επιχειρεί η ΗΒ - ότι η είσοδος στην αγορά της προμήθειας παγωτών στην Ιρλανδία προϋποθέτει ότι ο νεοεισερχόμενος προμηθευτής παγωτών οφείλει να φροντίσει για τη δημιουργία δικού του «στόλου καταψυκτών», ώστε να αποκτήσει τον έλεγχο ορισμένων σημείων πώλησης. Η ως άνω προσέγγιση εμφανίζεται να δικαιολογεί την επιπλέον δέσμευση της αγοράς ως προϋπόθεση για την απελευθέρωσή της· αξίζει δε να υπογραμμισθεί ότι κρίσιμη αγορά είναι εκείνη της προμήθειας παγωτών για άμεση κατανάλωση και όχι μία ενιαία αγορά προμήθειας παγωτών και καταψυκτών . Τέλος, εύστοχα μεν παρατηρεί η ΗΒ ότι οι συμφωνίες αποκλειστικότητας δεν θεωρούνται ότι συντελούν στη στεγανοποίηση της αγοράς κατά τρόπο αντίθετο προς τους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού, εάν οι νεοεισερχόμενοι προμηθευτές παγωτών έχουν τη δυνατότητα να καταφύγουν σε εναλλακτικές μεθόδους εδραίωσής τους στην αγορά. Δεν είναι όμως σαφές ότι τέτοια εναλλακτική δυνατότητα υφίσταται στην αγορά παγωτών στην Ιρλανδία , ζήτημα το οποίο, πάντως, ανήκει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου της παραπομπής .
78. Από την προηγηθείσα ανάλυση συνάγεται ότι - εφόσον τα εκτιμηθέντα πραγματικά και νομικά στοιχεία είναι ορθά - η δέσμη των συμβάσεων για καταψύκτες με όρο αποκλειστικότητας που συνάπτουν οι προμηθευτές παγωτών στην Ιρλανδία με τους λιανοπωλητές επιφέρει, ως σωρευτικό αποτέλεσμα, την αλλοίωση των υγιών συνθηκών ανταγωνισμού εντός της κρίσιμης αγοράς και οδηγεί σε στεγανοποίηση της τελευταίας. Το σύστημα των ρητρών αποκλειστικότητας, όπως λειτουργεί στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται να τείνει στην υπέρμετρη ενίσχυση του προμηθευτή με την ισχυρότερη θέση στην αγορά, να καθιστά πρακτικά αδύνατη την είσοδο νέων προμηθευτών (ιδίως των μικρομεσαίων προμηθευτών, εκείνων δηλαδή που δεν προσφέρουν μεγάλη κλίμακα προϊόντων και αδυνατούν να αναλάβουν το κόστος δημιουργίας δικτύου καταψυκτών) και να ζημιώνει σε τελική ανάλυση τον καταναλωτή διότι δεν προωθεί τον ανταγωνισμό, με βάση την ποιότητα και την τιμή των προϊόντων. Δεν αμφισβητώ ότι το σύστημα αυτό μπορεί από ορισμένης απόψεως να θεωρηθεί ότι λειτουργεί προς όφελος των συμμετεχόντων στις επίμαχες συμφωνίες για καταψύκτες ή ότι δύναται να έχει και θετικό αντίκτυπο στην αγορά · και με την εκδοχή αυτή όμως δεν αναιρούνται οι καταλυτικές αρνητικές συνέπειες που προκαλεί επί του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι οποίες ισοδυναμούν με στεγανοποίηση της αγοράς.
79. αραμένει προς εξέταση κατά πόσον τυγχάνει ή όχι εφαρμογής η ρήτρα de minimis που θέτει η απόφαση Δηλιμίτης, αν δηλαδή οι συμφωνίες καταψυκτών ειδικώς της ΗΒ «συμβάλλουν σημαντικά» στην παραγωγή των ως άνω αρνητικών αποτελεσμάτων επί της αγοράς. Με βάση, τουλάχιστον, τα στοιχεία που αναφέρονται στην πρωτόδικο απόφαση του ιρλανδικού δικαστηρίου, νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί θετική απάντηση. Από το σύνολο των ως άνω συμφωνιών για καταψύκτες, την μερίδα του λέοντος έχει η ΗΒ. Η εταιρία αυτή εμφανίζεται ως ο σημαντικότερος καθιερωμένος προμηθευτής στην αγορά, κατοχύρωσε επί μακρόν τη θέση αυτή, διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο καταψυκτών και μέσω αυτών προσφέρει τα προϊόντα της από τα περισσότερα σημεία πώλησης. Επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του πρωτοβάθμιου ιρλανδικού δικαστηρίου, τα 2/3 των καταψυκτών που υπάρχουν σε σημεία πώλησης στην Ιρλανδία έχουν δοθεί από τη ΗΒ με βάση τις συμφωνίες αποκλειστικής χρήσης και ότι το 80 % των καταστημάτων λιανικής πώλησης είναι de facto δεσμευμένα από τη ΗΒ.
80. Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν κλονίζονται από όσα αντιτάσσει η ΗΒ.
81. Η εταιρία αυτή αναφέρεται, καταρχάς, στο κριτήριο της διάρκειας των ρητρών αποκλειστικότητας, το οποίο χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση Δηλιμίτης. Ισχυρίζεται ότι, σε αντίθεση με το πραγματικό της προμνησθείσας απόφασης Lagnese-Iglo , οι επίμαχες συμβάσεις αποκλειστικής χρήσεως καταψυκτών συνάπτονται ελευθέρως από τους λιανοπωλητές και μπορούν κατά βούληση να καταγγελθούν απ' αυτούς χωρίς περαιτέρω δεσμεύσεις εκ μέρους της προμηθεύτριας εταιρίας. Το στοιχείο αυτό συνηγορεί - κατά την ΗΒ - στο ότι οι συμφωνίες αυτές συνάδουν με το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ.
82. Η άποψη αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σε κάθε περίπτωση, είναι σκόπιμη η εξέταση της πραγματικής διάρκειας των συμβάσεων. Αν ο μέσος όρος διάρκειας είναι μακρύς και διαπιστώνεται απροθυμία των λιανοπωλητών να καταγγείλουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τις ενλόγω συμβάσεις, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προβλεπόμενη δυνατότητα της «καταγγελίας κατά βούληση» αρκεί για να θεωρηθεί πως οι συμφωνίες αυτές δεν επιφέρουν κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, στεγανοποίηση της αγοράς.
83. Η ΗΒ προβάλλει ακόμη ότι για τον ορθό προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο οι δικές της συμβάσεις συμβάλλουν στη στεγανοποίηση της αγοράς είναι απαραίτητο να γίνει η ακόλουθη διάκριση. Στο σύνολο των σημείων πώλησης που τίθενται εκτός ελεύθερου ανταγωνισμού διότι δεσμεύονται de facto από την ΗΒ, δεν θα πρέπει να περιληφθούν και οι περιπτώσεις λιανοπωλητών οι οποίοι, ναι μεν διαθέτουν μόνον καταψύκτη/ες ΗΒ, πλην όμως δεν ενδιαφέρονται να πωλήσουν παγωτά άλλου εμπορικού σήματος για λόγους αμιγώς εμπορικούς, ιδίως δε λόγω της χαμηλής ζήτησης εκ μέρους των καταναλωτών παγωτών άλλων από εκείνα της ΗΒ.
84. Η συλλογιστική αυτή, στην οποία φαίνεται να στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο το High Court, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα αποτελέσματα μιας συμβάσεως που περιορίζουν τον ανταγωνισμό πρέπει να εκτιμώνται αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους οι συμβαλλόμενοι συνάπτουν αυτή την περιοριστική σύμβαση. Ο σημαντικός αποκλεισμός τρίτων προμηθευτών από την αγορά δύναται να αποτελεί, καταρχήν, παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, έστω και αν ο λιανοπωλητής που αποδέχεται τη ρήτρα αποκλειστικότητας δηλώνει σε κάποια χρονική στιγμή ότι δεν ενδιαφέρεται να διευρύνει τον κύκλο των προμηθευτών του. Επομένως, για τον ορθό υπολογισμό των περιοριστικών αποτελεσμάτων των επίμαχων συμβάσεων για καταψύκτες επί του ανταγωνισμού, ενόψει της προηγηθείσης αναλύσεως, ως de facto εξαρτώμενα από τη ΗΒ θα πρέπει να θεωρηθούν όλα τα σημεία πώλησης που διαθέτουν μόνον καταψύκτες ΗΒ και ως εκ τούτου δεν πωλούν παγωτά άλλου εμπορικού σήματος.
γ) Ως προς την αντικειμενική δικαιολόγηση των επίμαχων ρητρών αποκλειστικότητας
85. Η ΗΒ υποστηρίζει ότι οι κρίσιμες ρήτρες εισάγουν έναν δευτερεύοντα περιορισμό στον ανταγωνισμό ο οποίος είναι καθόλα θεμιτός διότι δικαιολογείται αντικειμενικά. Επικαλείται προς τούτο την απόφαση Pronuptia και τη θεωρία περί αντικειμενικής δικαιολόγησης ορισμένων συναλλακτικών συμπεριφορών οι οποίες, για το λόγο αυτό, εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ.
86. Ειδικότερα, η ΗΒ προβάλλει ότι με τις συμφωνίες για την παραχώρηση χρήσης και τη συντήρηση των καταψυκτών, χωρίς άμεση επιβάρυνση, ωφελούνται τόσο η ίδια όσο και οι συμβαλλόμενοι με αυτήν λιανοπωλητές. Ενδεικτικώς, μειώνεται το συνολικό κόστος της δραστηριότητας που συνίσταται στην πώληση παγωτών , επιτυγχάνεται καλύτερη διανομή των προϊόντων και αυξάνονται τα σημεία πώλησης των προϊόντων .
87. εραιτέρω, η ΗΒ ισχυρίζεται ότι η ρήτρα αποκλειστικότητας που συνοδεύει τις ως άνω συμβάσεις είναι απαραίτητη για την ορθή λειτουργία του συστήματος και δεν επιφέρει παρά μόνον δευτερεύοντες θεμιτούς περιορισμούς στον ανταγωνισμό. Χωρίς τη ρήτρα αυτή, παρατηρεί η ΗΒ, θα διακυβευόταν η ορθή οργάνωση της αγοράς των παγωτών άμεσης κατανάλωσης και η προσήκουσα διανομή των προϊόντων αυτών. Οι προμηθευτές εξασφαλίζουν με τις ρήτρες αυτές καλύτερη πρόσβαση στα προϊόντα τους, έχουν περιθώρια να επωμισθούν το κόστος των καταψυκτών γιατί προσβλέπουν σε μεγαλύτερο όγκο πωλήσεων, ελέγχουν καλύτερα τις συνθήκες υγιεινής και συντήρησης των παγωτών, διευκολύνουν τη διαφήμιση και την ενγένει προβολή των προϊόντων τους και προστατεύονται από καταχρηστική συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους , διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα ιδιοκτησίας που διαθέτουν επί των καταψυκτών. Όλα τα ανωτέρω επιτυγχάνονται, κατά τους ισχυρισμούς της ΗΒ, χωρίς υπέρμετρο περιορισμό του ανταγωνισμού.
88. Στην ανωτέρω επιχειρηματολογία παρατηρώ τα ακόλουθα:
ρώτον, παρατηρώ ότι το κριτήριο της αντικειμενικής δικαιολόγησης δύσκολα ερμηνεύεται και εφαρμόζεται στην πράξη· είναι μάλιστα αμφίβολο κατά πόσον συνιστά δόκιμο κριτήριο για την απόδοση της έννοιας των κοινοτικών διατάξεων του ανταγωνισμού . αρόλα αυτά, δεν απουσιάζει εντελώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου .
Δεύτερον, αντιθέτως προς την περίπτωση που απασχόλησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Pronuptia, στην υπό εξέταση υπόθεση η ρήτρα αποκλειστικότητας δεν φαίνεται να αποτελεί αντικειμενικώς αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός συστήματος του οποίου η αμετάβλητη διατήρηση είναι καθόλα δικαιολογημένη. Αφενός, δέχομαι ότι οι συμβάσεις προμήθειας καταψύκτη στους λιανοπωλητές παρουσιάζουν πλεονεκτήματα για τους αντισυμβαλλόμενους και τον καταναλωτή· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι από αυτές εξαρτάται η υπόσταση και η ορθή λειτουργία της αγοράς των παγωτών άμεσης κατανάλωσης στην Ιρλανδία . Αφετέρου, και αυτό είναι το σημαντικότερο, η ρήτρα αποκλειστικότητας που συνοδεύει την παροχή του καταψύκτη δεν συνιστά conditio sine qua non για την σύναψη των συμβάσεων για καταψύκτες. αρά τα αντιθέτως προβαλλόμενα από τη ΗΒ δεν αποδεικνύεται ότι η οργάνωση από τους προμηθευτές παγωτού ενός λειτουργικού δικτύου διανομής με την παροχή στους λιανοπωλητές καταψυκτών δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς δωρεάν παροχή του καταψύκτη συνοδευόμενη από ρήτρα αποκλειστικότητας ως προς τη χρήση του .
Τρίτον, φρονώ ότι, και με την εκδοχή ότι ορισμένοι περιορισμοί στον ανταγωνισμό θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν χάριν της διατήρησης ενός μηχανισμού ο οποίος λειτουργεί εντέλει προς όφελος της αγοράς και των συμμετεχόντων σε αυτή, οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν ένα όριο, το οποίο μπορεί να προσδιορισθεί εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας . Εφόσον, επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα ανάλυση, από την συνολική εκτίμηση του νομικού και πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται οι επίμαχες συμβάσεις της ΗΒ, διαπιστώνεται ότι αυτές συνεισφέρουν σημαντικά με άλλες ομοειδείς συμβάσεις στην πρόκληση σωρευτικού αρνητικού αποτελέσματος επί του ανταγωνισμού, κατά τρόπο ώστε να στεγανοποιούν την αγορά, οι συμβάσεις αυτές, παρά τα θετικά τους σημεία που επισημαίνει η ΗΒ, είναι αντίθετες προς το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ. ρώτον, λόγω της βαρύτητας των αρνητικών συνεπειών επί του ανταγωνισμού, οι επίμαχοι περιορισμοί υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο όριο πέραν του οποίου δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι . Δεύτερον, όπως έχω ήδη εξηγήσει, δεν αποδεικνύεται ότι οι ενλόγω περιορισμοί που προκαλούν οι υπό εξέταση συμβάσεις αποκλειστικότητας είναι απαραίτητοι για την επίτευξη του, έστω, θεμιτού σκοπού που επιδιώκουν .
89. Εν κατακλείδι, στο πρώτο σκέλος του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: Ενόψει των νομικών και πραγματικών δεδομένων που συνθέτουν την κρίσιμη αγορά, συμφωνία ή πρακτική όπως εκείνη που απασχολεί την κύρια δίκη αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, σε συνδυασμό με τις ομοειδείς συμφωνίες ή πρακτικές στην ίδια αγορά, αποκλείει de facto την πρόσβαση άλλων ανταγωνιστών σε ιδιαιτέρως μεγάλο μέρος των υπαρχόντων σημείων πωλήσεως, οδηγώντας σε στεγανοποίηση της αγοράς· δεύτερον, συμβάλλει σημαντικά στην ως άνω στεγανοποίηση· τρίτον, ο ενλόγω περιορισμός του ανταγωνισμού δύναται να επηρεάσει το διακρατικό εμπόριο .
Γ - Οι επίμαχες ρήτρες αποκλειστικότητας και το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ
90. Η θέση μιας επιχειρήσεως στην αγορά μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «δεσπόζουσα» όταν της επιτρέπει να παρεμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού και να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες της και τους καταναλωτές . Η συμμετοχή σε μεγάλο τμήμα της αγοράς αποτελεί, καταρχήν και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, αποδεικτικό στοιχείο δεσπόζουσας θέσης .
91. Η συμμετοχή της ΗΒ στην αγορά παγωτών ατομικής συσκευασίας για άμεση κατανάλωση στην Ιρλανδία κυμαίνεται επί πολλά έτη στο επίπεδο του 70 % και άνω. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η ΗΒ κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ως άνω αγορά .
92. Η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης την οποία απαγορεύει το άρθρο 86 είναι «αντικειμενική έννοια η οποία αφορά τη συμπεριφορά επιχειρήσεως (...) η οποία είναι ικανή να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς, όπου, λόγω ακριβώς της υπάρξεως της ενλόγω επιχειρήσεως, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και η οποία εμποδίζει τη διατήρηση του ανταγωνισμού που υπάρχει ακόμη στην αγορά, με τη βοήθεια μέσων που είναι διαφορετικά από αυτά που διέπουν ένα φυσιολογικό ανταγωνισμό (...)» . Επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση δεν επιτρέπεται «να εκτοπίζει από την αγορά ανταγωνιστική της επιχείρηση και να ενισχύει με τον τρόπο αυτό τη θέση της χρησιμοποιώντας μέσα διαφορετικά από εκείνα που εντάσσονται στο πλαίσιο ενός υγιούς ανταγωνισμού» . Σε ό,τι αφορά την ορθή εφαρμογή του άρθρου 86, το Δικαστήριο θεωρεί ότι «το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της ειδικής ευθύνης που βαρύνει μια επιχείρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση πρέπει να εκτιμάται ενόψει των ειδικών συνθηκών της κάθε περιπτώσεως, που αποδεικνύουν την εξασθένιση του ανταγωνισμού» . Ως προς τις συμβάσεις αποκλειστικότητας, υφίσταται πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία «το γεγονός ότι επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση σε συγκεκριμένη αγορά δεσμεύει - έστω και κατόπιν αιτήσεώς τους - τους αγοραστές με υπόσχεση να καλύπτουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος μέρος των αναγκών τους αποκλειστικά από την ενλόγω επιχείρηση συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης» .
93. Η εταιρία ΗΒ προτείνει στους λιανοπωλητές την ακόλουθη συμφωνία: τους παρέχει μεν (χωρίς άμεση επιβάρυνση από μέρους τους) καταψύκτες για τους οποίους αναλαμβάνει η ίδια το κόστος απόκτησης και συντήρησης· τάσσει όμως ως όρο την αποκλειστική χρήση των καταψυκτών αυτών για την αποθήκευση μόνο των δικών της προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό, παροτρύνει τους λιανοπωλητές που δεν διαθέτουν καταψύκτη, είτε ιδιόκτητο, είτε άλλου προμηθευτή, να συνάψουν μαζί της συμβάσεις προμήθειας με ρήτρα αποκλειστικότητας. Έχω ήδη εξηγήσει ότι οι λιανοπωλητές οι οποίοι συνάπτουν τις ως άνω συμβάσεις κατά κανόνα δεν δέχονται να αντικαταστήσουν τους καταψύκτες ΗΒ με καταψύκτες άλλου προμηθευτή ή με ιδιόκτητους καταψύκτες ούτε είναι διατεθειμένοι να εγκαταστήσουν επιπλέον καταψύκτες . Κατά συνέπεια, τα σημεία πώλησης που καλύπτονται από τις επίμαχες συμβάσεις καθίστανται de facto σημεία αποκλειστικής πώλησης των προϊόντων της ΗΒ. Από την προηγηθείσα ανάλυση συνάγεται ότι το ποσοστό των ενλόγω σημείων πώλησης είναι ιδιαιτέρως υψηλό, φαίνεται να ανέρχεται δε μέχρι το 80 % των μικρών καταστημάτων .
94. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η δεσπόζουσα θέση της ΗΒ, συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο ο ανταγωνισμός, ο οποίος είναι, ούτως ή άλλως, εξασθενημένος λόγω της δεσπόζουσας θέσης της ΗΒ. Γενικότερα, η επίμαχη πολιτική της ΗΒ δεν συνάδει με τις συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού στην προμήθεια καταναλωτικών προϊόντων: πρώτον, καθίσταται δυσχερής η διείσδυση και η εδραίωση στην αγορά άλλων προμηθευτών, ανταγωνιστών της ΗΒ· δεύτερον, πλήσσεται η ελευθερία των λιανοπωλητών να επιλέγουν τους προμηθευτές τους βάσει των πλεονεκτημάτων που αυτοί προσφέρουν· τρίτον, πλήσσεται η ελευθερία των καταναλωτών να επιλέγουν τα κρίσιμα προϊόντα με βάση την ποιότητα και την τιμή τους. Δηλαδή, σε κανένα από τα επίπεδα της αγοράς, ο ανταγωνισμός μεταξύ των παγωτών ατομικής συσκευασίας και άμεσης κατανάλωσης δεν τελεί σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά των ενλόγω προϊόντων αλλά εξαρτάται από το κατά πόσον τα επίμαχα σημεία πώλησης είναι ή όχι de facto δεσμευμένα από τη ΗΒ. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά της ΗΒ συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως.
95. Η ορθότητα του ως άνω συμπεράσματος δεν κλονίζεται από όσα αντιτάσσει η ΗΒ.
96. Η διάδικος αυτή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η σύναψη συμβάσεων για καταψύκτες με ρήτρα αποκλειστικότητας συνιστά πάγια πρακτική των προμηθευτών στην επίμαχη αγορά η οποία δεν συνιστά απόκλιση από τον υγιή ανταγωνισμό αλλά μάλλον επενεργεί θετικά στις συνθήκες ανταγωνισμού. Εξάλλου, ενδεχόμενη απαγόρευση των επίδικων συμβάσεων ως αντίθετων προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ, θα επέβαλλε στην ΗΒ να βλάψει τα ίδια της τα συμφέροντα, κάτι το οποίο δεν είναι δυνατόν . Η ΗΒ επικαλείται επίσης την απόφαση Bronner από την οποία συνάγει ότι μία επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση δεν είναι υποχρεωμένη να ανοίξει το σύστημα διανομής των προϊόντων της σε ανταγωνιστές, έστω και έναντι ευλόγου αμοιβής, εφόσον η άρνηση της πρόσβασης, πρώτον, δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του ανταγωνισμού από μέρους της αιτούσας την πρόσβαση επιχείρησης, δεύτερον, είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί αντικειμενικά και τρίτον, υφίσταται άλλη υπαρκτή ή δυνητική εναλλακτική λύση. Τέλος, η ΗΒ ισχυρίζεται αφενός ότι οι επίμαχες συμφωνίες δεν κλονίζουν τις συνθήκες του ανταγωνισμού, καθώς της εξασφαλίζουν την αποκλειστικότητα για ένα αμελητέο μόνο ποσοστό των σημείων πωλήσεως και αφετέρου ότι, σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση συμπεριφορά της είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη.
97. Δεν αμφισβητείται ότι οι συμφωνίες για καταψύκτες αποτελούν σύνηθες εμπορικό φαινόμενο στην κρίσιμη αγορά και ότι από ορισμένης απόψεως είναι επωφελείς για τους αντισυμβαλλόμενους. Η παρατήρηση όμως αυτή δεν αρκεί για να μην θεωρηθούν οι επίμαχες συμβάσεις της ΗΒ αντίθετες προς το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ· αυτό θα γινόταν, ενδεχομένως, δεκτό σε αγορές όπου επικρατούν κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού όχι όμως στην υπό εξέταση περίπτωση όπου, λόγω ακριβώς της δεσπόζουσας θέσης της ΗΒ, ο ανταγωνισμός είναι ήδη μειωμένος. Εξάλλου, τα επιχειρήματα της ΗΒ δεν ανατρέπουν τις διαπιστώσεις της προηγηθείσας ανάλυσης, ιδιαιτέρως εκείνη σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις για καταψύκτες της ΗΒ δεν επιτρέπουν στον ανταγωνισμό να λειτουργήσει φυσιολογικά, όπως ενδείκνυται στην περίπτωση της προμήθειας καταναλωτικών αγαθών.
98. Επιπλέον, η προτεινόμενη εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ μπορεί μεν να στερεί τη ΗΒ από τη δυνατότητα άντλησης όλων των πλεονεκτημάτων που πηγάζουν από τη θέση της στην αγορά, δεν της επιβάλλει ωστόσο να ενεργήσει σε βάρος των συμφερόντων της. Είναι καθόλα θεμιτό τα περιθώρια επιχειρηματικών ελιγμών που διαθέτει μία εταιρία να περιορίζονται δυνάμει του άρθρου 86, στο μέτρο που μία επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση βαρύνεται πάντοτε με την ιδιαίτερη ευθύνη να μην βλάπτει με τη συμπεριφορά της το γνήσιο, ανόθευτο ανταγωνισμό στην κοινή αγορά.
99. εραιτέρω, τα πορίσματα της νομολογίας Bronner και η αρχή των «ουσιωδών διευκολύνσεων» (essential facilities) δεν επηρεάζουν την υπό κρίση υπόθεση. Η απόφαση Bronner αναφερόταν στο δικαίωμα πρόσβασης ενός ανταγωνιστή σε ένα υφιστάμενο δίκτυο διανομής άλλου ανταγωνιστή ο οποίος κατέχει δεσπόζουσα θέση, όταν η συμμετοχή στο δίκτυο αυτό φέρεται να συνιστά ουσιώδη διευκόλυνση για την άσκηση της κρίσιμης δραστηριότητας και για την ύπαρξη ανταγωνισμού. Το κεντρικό ζήτημα που μας απασχολεί είναι άλλο· αφορά την αλλοίωση των συνθηκών ανταγωνισμού με την επιβολή ρήτρας αποκλειστικότητας στους λιανοπωλητές σε σχέση με την προμήθεια των προϊόντων ως προϋπόθεση για την παραχώρηση σε αυτούς καταψυκτών χωρίς άμεση οικονομική επιβάρυνση. Το πρόβλημα των ουσιωδών διευκολύνσεων δεν τίθενται στην προκειμένη περίπτωση .
100. Σε σχέση με την επιχειρηματολογία της ΗΒ, σύμφωνα με την οποία, είναι αμελητέο το ποσοστό των λιανοπωλητών που δεσμεύονται λόγω των επίμαχων ρητρών αποκλειστικότητας, παρατηρώ ότι τα κριτήρια με τα οποία η ΗΒ προβαίνει στους σχετικούς υπολογισμούς και καταλήγει στο ανωτέρω συμπέρασμα δεν είναι ορθά. Η ΗΒ φαίνεται να μην περιλαμβάνει στην έρευνά της λιανοπωλητές οι οποίοι διαθέτουν μόνο καταψύκτες ΗΒ αλλά δηλώνουν ότι δεν ενδιαφέρονται ούτως ή άλλως να πωλήσουν παγωτά άλλου εμπορικού σήματος για αμιγώς προσωπικούς και επιχειρηματικούς λόγους. Όπως έχω εξηγήσει και κατά την ανάλυση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, ως de facto δεσμευμένα από τη ΗΒ λόγω των συμφωνιών για καταψύκτες θα πρέπει να θεωρηθούν όλα τα σημεία πώλησης στα οποία υφίστανται μόνο καταψύκτες ΗΒ . Υπενθυμίζω δε ότι, από τα στοιχεία που παραθέτει το δικαστήριο της παραπομπής, το 80 % των μικρών καταστημάτων στην Ιρλανδία πωλούν μόνο παγωτά ΗΒ και δεν μπορούν να διευρύνουν την κλίμακα των προϊόντων τους ακόμη και αν το επιθυμούν, λόγω του ότι είναι εξοπλισμένα με καταψύκτες ΗΒ.
101. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα περί «αντικειμενικής δικαιολόγησης» της συμπεριφοράς της ΗΒ, υπογραμμίζω, καταρχάς, ότι η νομολογία δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί ρητώς την έννοια αυτή για την ερμηνευτική απόδοση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ. αρόλα αυτά, συμφωνώ ότι δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό πως μια αντικειμενικώς δικαιολογημένη επιχειρηματική ενέργεια είναι και καταχρηστική . Ο δικαιολογημένος ή μη χαρακτήρας της συμπεριφοράς εκτιμάται με βάση την αρχή της αναλογικότητας . Μια εταιρία που κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν δικαιούται να επιφέρει δυσανάλογους περιορισμούς στον ελεύθερο ανταγωνισμό, ακόμη και αν οι στόχοι που επιδιώκει είναι καθόλα θεμιτοί. Σε σχέση με τις επίμαχες συμφωνίες για καταψύκτες, φρονώ ότι οι διαπιστωθείσες ανωτέρω βαρύτατες αρνητικές συνέπειες στη λειτουργία της αγοράς, η έκταση των περιορισμών που προκαλούνται στον ανταγωνισμό και η επερχόμενη αδυναμία εξασφαλίσεως συνθηκών υγιούς και φυσιολογικού ανταγωνισμού, καθιστούν εκ προοιμίου αδικαιολόγητη την συμπεριφορά της ΗΒ . Αλλά και αν δεν γίνει δεκτό το ως άνω «τεκμήριο καταχρηστικότητας», οι υπό εξέταση ενέργειες της ΗΒ δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένες διότι εισάγουν προσκόμματα και αλλοιώσεις στον ελεύθερο ανταγωνισμό τα οποία υπερβαίνουν τον επιδιωκόμενο σκοπό και δεν είναι απαραίτητα για την επίτευξή του .
102. Επομένως, καταλήγω στο ακόλουθο συμπέρασμα: μία επιχείρηση προμήθειας παγωτού σε ατομική συσκευασία για άμεση κατανάλωση, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην κρίσιμη αγορά και η οποία, παροτρύνοντας τους λιανοπωλητές να συνάπτουν συμβάσεις μαζί της για παροχή καταψυκτών χωρίς άμεση επιβάρυνση από μέρους τους, υπό τον όρο της αποκλειστικής χρήσης των καταψυκτών για την αποθήκευση προϊόντων μόνο της ενλόγω προμηθεύτριας εταιρίας, επιτυγχάνει, ενόψει των χαρακτηριστικών της αγοράς, να δεσμεύσει de facto μεγάλο αριθμό σημείων πωλήσεως και να περιορίσει περαιτέρω τον ήδη εξασθενημένο ανταγωνισμό, μη επιτρέποντας στην αγορά να λειτουργήσει υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 86 της Συνθήκης.
VI - Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
103. Το δικαστήριο της παραπομπής ερωτά κατά πόσον η προστασία της ιδιοκτησίας, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 295 ΕΚ), εμποδίζει την αμφισβήτηση των επίμαχων συμβάσεων για καταψύκτες της ΗΒ βάσει των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 81 και 82 ΕΚ).
104. Στο ως άνω ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
105. Υπενθυμίζω ότι το δικαίωμα κυριότητας διασφαλίζεται σύμφωνα με τις αρχές που υπάρχουν στα συντάγματα των κρατών μελών· οι θεμελιώδεις αυτοί εθνικοί κανόνες διακρίνουν τον πυρήνα του ενλόγω δικαιώματος, η προσβολή του οποίου καταρχήν απαγορεύεται, από την άσκηση του δικαιώματος αυτού, η οποία μπορεί να περιορίζεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά το μέτρο που τούτο είναι απαραίτητο . Δεν αμφισβητείται ότι τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ κατέχουν σημαντική θέση στο σύστημα της κοινοτικής έννομης τάξης και υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον το οποίο συνίσταται στη διασφάλιση του ανόθευτου ανταγωνισμού . Επομένως, είναι καθόλα νοητή η επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα της κυριότητας δυνάμει των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, στο βαθμό που είναι αναγκαίοι για την προάσπιση του ανταγωνισμού. Το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθεί ως ασπίδα από τους επιχειρηματίες για την αποφυγή της εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 σε βάρος τους.
106. Εν προκειμένω, τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκαν προηγουμένως, δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος κυριότητος της ΗΒ επί των καταψυκτών , αλλά εισάγουν όρια στις συμβατικές ρήτρες που τάσσει η ΗΒ σε σχέση με τον τρόπο χρήσεως των καταψυκτών που παραχωρούνται στους λιανοπωλητές, όρια τα οποία είναι αναγκαία για τη διασφάλιση των συνθηκών ανταγωνισμού στην κρίσιμη αγορά. Η εταιρία αυτή μπορεί να αναζητήσει άλλο τρόπο για την προστασία των περιουσιακών της στοιχείων μη επιβάλλοντας πλέον τις ρήτρες αποκλειστικότητας· δεν μπορεί όμως να επικαλεσθεί το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΚ για να αποφύγει τη συμμόρφωση προς όσα επιτάσσει η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 85 και 86.
VII - Συμπεράσματα
107. Εν κατακλείδι, για τους λόγους που εξήγησα προηγουμένως, η ως άνω ανάλυση για το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα επιτρέπει να δοθεί απάντηση στα τιθέμενα ζητήματα του κοινοτικού δικαίου χωρίς να εξετασθεί το πρόβλημα της νομιμότητας και του κύρους της απόφασης 98/531 της Επιτροπής. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, το Δικαστήριο μπορεί κάλλιστα να μην δώσει απάντηση στα ερωτήματα αυτά αν θεωρήσει ότι η κύρια διαφορά δεν είναι δυνατόν να εκδικασθεί πριν εκτιμηθεί το κύρος της απόφασης 98/531, κάτι το οποίο, όπως εξήγησα ενόψει της ιδιαιτερότητας της υποθέσεως, θα κριθεί από το ρωτοδικείο στο πλαίσιο της εκκρεμούσης ενώπιόν του προσφυγής ακυρώσεως. Εντούτοις, εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι πρέπει να απαντήσει στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα συνεκτιμώντας το κύρος της αποφάσεως 98/531, αρκούμαι επικουρικώς να παρατηρήσω ότι η απόφαση αυτή, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του ελέγχου νομιμότητας που είναι δυνατόν να ασκηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, είναι ορθή και ότι οι επίμαχες συμφωνίες για καταψύκτες που συνήπτε η HB με τους λιανοπωλητές στην Ιρλανδία αντιβαίνουν προς τα άρθρα 81 και 82 ΕΚ.
VIII - ρόταση
108. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
«Το δικαστήριο της παραπομπής δεν υποχρεούται να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να αναμείνει την περάτωση της ακυρωτικής δίκης μόνον εκ του ότι έχει ήδη ασκηθεί προσφυγή στο ρωτοδικείο κατά της αποφάσεως 98/531/ΕΚ της Επιτροπής. Τέτοια υποχρέωση υφίσταται όμως αν η επίλυση της κυρίας διαφοράς προϋποθέτει να γνωρίζει ο εθνικός δικαστής κατά πόσον η επίμαχη απόφαση είναι έγκυρη ή όχι, στο μέτρο που το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την δικονομική οδό του άρθρου 234 ΕΚ αλλά θα εξετασθεί από το ρωτοδικείο στο πλαίσιο της εκκρεμούσας ενώπιόν του προσφυγής ακυρώσεως. Συναφώς, το δικαστήριο της παραπομπής οφείλει να αποφύγει τη λήψη αποφάσεως η οποία θα ήταν αντίθετη με την απόφαση 98/531 της Επιτροπής, εκτός αν η τελευταία ακυρωθεί από την κοινοτική δικαιοδοσία.»
Εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι υπάρχει έδαφος για την εξέταση του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, προτείνω τις ακόλουθες απαντήσεις:
«Ενόψει των νομικών και πραγματικών δεδομένων που συνθέτουν την κρίσιμη αγορά, συμφωνία ή πρακτική όπως εκείνη που απασχολεί την κύρια δίκη αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ), εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, σε συνδυασμό με τις ομοειδείς συμφωνίες ή πρακτικές στην ίδια αγορά, αποκλείει de facto την πρόσβαση άλλων ανταγωνιστών σε ιδιαιτέρως μεγάλο μέρος των υπαρχόντων σημείων πωλήσεως, οδηγώντας σε στεγανοποίηση της αγοράς· δεύτερον, συμβάλλει σημαντικά στην ως άνω στεγανοποίηση· τρίτον, ο σχετικός περιορισμός του ανταγωνισμού δύναται να επηρεάσει το διακρατικό εμπόριο.
Μία επιχείρηση προμήθειας παγωτού σε ατομική συσκευασία για άμεση κατανάλωση, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην κρίσιμη αγορά και η οποία, παροτρύνοντας τους λιανοπωλητές να συνάπτουν συμβάσεις μαζί της για παροχή καταψυκτών χωρίς άμεση επιβάρυνση από μέρους τους, υπό τον όρο της αποκλειστικής χρήσης των καταψυκτών για την αποθήκευση προϊόντων μόνο της ενλόγω προμηθεύτριας εταιρίας, επιτυγχάνει, ενόψει των χαρακτηριστικών της αγοράς, να δεσμεύσει de facto μεγάλο αριθμό σημείων πωλήσεως και να περιορίσει περαιτέρω τον ήδη εξασθενημένο ανταγωνισμό, μη επιτρέποντας στην αγορά να λειτουργήσει υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 82 ΕΚ).
Η προστασία της ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρούται με το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη άρθρο 295 ΕΚ), δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό συμβάσεων αποκλειστικότητας, όπως εκείνες που απασχολούν το δικαστήριο της παραπομπής, ως αντιθέτων προς τα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστησαν άρθρα 81, παράγραφος 1 και 82 ΕΚ).»
Full & Egal Universal Law Academy