Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (1), είναι σημαντική κυρίως επειδή θέτει το ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια οδηγία αποτελεί πράξη διοικητικού μάλλον παρά κανονιστικού χαρακτήρα, προκειμένου να καθοριστεί, στο πλαίσιο αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, ο εφαρμοστέος κανόνας για να κριθεί το παράνομο της συμπεριφοράς του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε.
I - Το ισχύον δίκαιο
2 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϋόντα (2) (στο εξής: οδηγία περί καλλυντικών), όπως τροποποιήθηκε ειδικότερα με την οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (3), αναφέρει ότι η επιδίωξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας πρέπει να διαπνέει την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα των καλλυντικών. Με την ένατη αιτιολογική σκέψη τονίζεται ότι η τεχνική πρόοδος απαιτεί προσαρμογή των τεχνικών προδιαγραφών που καθορίζονται στην εν λόγω οδηγία και στις μεταγενέστερες επί του θέματος αυτού οδηγίες.
3 Το άρθρο 4 της οδηγίας περί καλλυντικών επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά, πέραν των αναφερομένων ορίων και χωρίς να τηρούνται οι αναγραφόμενες προϋποθέσεις, καλλυντικών προϋόντων τα οποία περιέχουν μια από τις ουσίες που απαριθμούνται, μεταξύ άλλων, στον «κατάλογο ουσιών οι οποίες δεν πρέπει να περιέχονται στα καλλυντικά προϋόντα», ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω οδηγίας.
4 Το άρθρο 9 της οδηγίας περί καλλυντικών προβλέπει τη σύσταση μιας επιτροπής για την προσαρμογή στην τεχνκή πρόοδο των οδηγιών που αποσκοπούν στην εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στο εμπόριο των καλλυντικών προϋόντων (στο εξής: επιτροπή προσαρμογής), η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής.
5 Με την απόφαση 78/45/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (4), συστάθηκε μια επιστημονική επιτροπή καλλυντικών (στο εξής: επιστημονική επιτροπή) παρά τη Επιτροπή. Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, τα καθήκοντα της επιστημονικής επιτροπής συνίστανται στην παροχή γνώμης προς την Επιτροπή επί κάθε προβλήματος επιστημονικού και τεχνικού χαρακτήρα στον τομέα των καλλυντικών προϋόντων, ιδίως δε επί των ουσιών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των καλλυντικών προϋόντων και επί των όρων χρησιμοποιήσεως των προϋόντων αυτών. Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής διορίζονται από την Επιτροπή μεταξύ «των λίαν εξειδικευμένων επιστημονικών προσωπικοτήτων που έχουν εξειδικευθεί στους τομείς [των καλλυντικών προϋόντων]» (άρθρο 4)· οι εκπρόσωποι των ενδιαφερομένων υπηρεσιών της Επιτροπής μετέχουν στις συνεδριάσεις της επιστημονικής επιτροπής (άρθρο 8, παράγραφος 2)· η Επιτροπή μπορεί επίσης να προσκαλεί «προσωπικότητες που έχουν ειδικές [ικανότητες] στα προς μελέτη θέματα» να μετέχουν στις συνεδριάσεις αυτές (άρθρο 8, παράγραφος 3)· η επιστημονική επιτροπή μπορεί επίσης να συστήσει ομάδες εργασίας, οι οποίες συνέρχονται κατόπιν προσκλήσεως της Επιτροπής (άρθρα 7 και 8).
6 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί καλλυντικών προβλέπει ότι οι τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για τις προσαρμογές του παραρτήματος II στην τεχνική πρόοδο θεσπίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 10. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, προβλέπει ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή προσαρμογής σχέδιο των προς λήψη μέτρων. Η επιτροπή προσαρμογής διατυπώνει τη γνώμη της επί του σχεδίου εντός προθεσμίας καθοριζομένης από τον πρόεδρο με βάση το επείγον της υποθέσεως. Το άρθρο 10, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής:
«α) Η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα εφόσον συμφωνούν με τη γνώμη της επιτροπής.
β) Όταν τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει αμελλητί στο Συμβούλιο πρόταση σχετική με τα προς λήψη μέτρα. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
γ) Αν εντός τριών μηνών από της υποβολής της προτάσεως στο Συμβούλιο τούτο δεν έχει αποφασίσει, τα προτεινόμενα μέτρα θεσπίζονται από την Επιτροπή.»
7 Μετά από μια σειρά μελετών και διαβουλεύσεων που άρχισαν το 1987 και περιγράφονται κατωτέρω εν συντομία, η δέκατη όγδοη οδηγία 95/34/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1995, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο των παραρτημάτων II, III, VI και VII της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ (5) (στο εξής: προσβαλλόμενη οδηγία), προσέθεσε το ακόλουθο κείμενο, υπό αύξοντα αριθμό 358, στο παράρτημα II της οδηγίας περί καλλυντικών:
«Φουροκουμαρίνες (π.χ. τριοξυσαλάνη, 8-μεθοξυψωραλένιο και 5-μεθοξυψωραλένιο) εκτός από τα κανονικώς περιεχόμενα σε χρησιμοποιούμενα φυσικά αιθέρια έλαια.
Η περιεκτικότητα σε φουροκουμαρίνες των αντηλιακών και των προϋόντων για μαύρισμα χωρίς ήλιο πρέπει να είναι μικρότερη από 1 mg/kg.»
Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, από την 1η Ιουλίου 1996, όσον αφορά τις ουσίες που εκτίθενται στο παράρτημα, ούτε οι παραγωγοί ούτε και οι εισαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα να διαθέτουν στην αγορά προϋόντα που δεν πληρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και προκειμένου, μετά τις 30 Ιουνίου 1997, τα προϋόντα αυτά να μην είναι δυνατόν να πωλούνται ή να χορηγούνται στον τελικό καταναλωτή.
II - Τα πραγματικά περιστατικά
8 Η πρώτη αναιρεσείουσα, η Laboratoires pharmaceutiques Bergaderm SA (στο εξής: Bergaderm), είναι μια εταιρία της οποίας οι δραστηριότητες, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, συνίσταντο στην παρασκευή, αγορά και πώληση αντηλιακών λαδιών και κρεμών, κολωνιών και αρωμάτων. Ο δεύτερος αναιρεσείων, ο Jean-Jacques Goupil, ήταν ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της. Η Bergaderm τέθηκε τυπικά υπό εκκαθάριση στις 10 Οκτωβρίου 1995, κατόπιν διαδικασίας κινηθείσας στις 6 Ιουλίου 1995.
9 Ένα από τα προϋόντα της Bergaderm ήταν το Bergasol, ένα αντηλιακό λάδι που περιείχε, εκτός από φυτικό έλαιο και φίλτρα, περγαμέλαιο. Μεταξύ των μορίων που συνθέτουν το περγαμέλαιο περιλαμβάνονται τα ψωραλένια, τα οποία καλούνται επίσης φουροκουμαρίνες. Μια απ' αυτές είναι το περγκαπτένιο, το οποίο είναι γνωστό στους επιστημονικούς κύκλους και με το όνομα 5-μεθοξυψωραλένιο (στο εξής: 5-MOP). Το 5-MOP είναι ισχυρή φωτοδυναμική χημική ένωση, με αποτέλεσμα η παρουσία περγαμελαίου στο Bergasol να επιταχύνει σημαντικά τη διαδικασία του μαυρίσματος (6). Ωστόσο, υπάρχουν υποψίες ότι το 5-MOP σε χημικώς αμιγή μορφή είναι καρκινογόνο. Πολλές επιστημονικές μελέτες πραγματοποιήθηκαν για να ελεγχθεί αν το 5-MOP είναι επίσης καρκινογόνο και ως συστατικό του περγαμελαίου. Οι μελέτες αυτές κατέληξαν σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα (7).
10 Τον Μάρτιο του 1987, η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα περιορισμού της μέγιστης συγκεντρώσεως ψωραλενίων φυσικής προελεύσεως στα αντηλιακά λάδια. Η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη της επιστημονικής επιτροπής. Η μελέτη που πραγματοποίησε ένα από τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατέληξε ότι, υπό την επίδραση υπεριωδών ακτίνων, το 5-MOP είναι φωτοτοξικό και φωτομεταλλαξογόνο και, συνεπώς, δυνάμει καρκινογόνο (8). Παρά ορισμένες διαφωνίες μεταξύ των μελών της, η επιστημονική επιτροπή συνέστησε, στις 2 Οκτωβρίου 1990, το 1 mg/kg ως μέγιστη συγκέντρωση του 5-MOP στα αντηλιακά λάδια.
11 Οι αναιρεσείοντες διοργάνωσαν ένα σεμινάριο, τον Ιούνιο του 1991, αφιερωμένο στα αποτελέσματα των ψωραλενίων, μετά το οποίο πολλοί επιστήμονες υπέγραψαν ένα έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ότι ο κίνδυνος να έχει το 5-MOP φωτομεταλλαξογόνα και φωτοκαρκινογόνα αποτελέσματα ήταν ασήμαντος, εφόσον το μόριο αυτό χρησιμοποιούνταν σε συνδυασμό με άλλα αντηλιακά φίλτρα. Εν συνεχεία, η επιστημονική επιτροπή κάλεσε διάφορους εμπειρογνώμονες μη μέλη της επιτροπής σε μια συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1991, με σκοπό να συζητηθούν τα αποτελέσματα του σεμιναρίου αυτού. Πολλοί επιστήμονες, αφού ανέφεραν τις έρευνές τους σχετικά με τα αντηλιακά λάδια που περιείχαν περγαμέλαιο με συγκέντρωση 5-MOP μεταξύ 15 και 50 mg/kg, υποστήριξαν ότι τα αντηλιακά προϋόντα που περιέχουν αντηλιακές ουσίες και 5-MOP δεν ήταν λιγότερο ασφαλή απ' ό,τι άλλες αντηλιακές ουσίες ή ήταν ίσως και πιο ασφαλή (9). Ωστόσο, στις 4 Νοεμβρίου 1991, η επιστημονική επιτροπή επιβεβαίωσε την προηγούμενη γνώμη της.
12 Η επιτροπή προσαρμογής συνεδρίασε για πρώτη φορά στις 17 Δεκεμβρίου 1991 για να συζητήσει το ζήτημα των ψωραλενίων ως συστατικού των αντηλιακών λαδιών, χωρίς να καταλήξει σε συμπέρασμα. Σε μια νέα συνεδρίαση της 1ης Ιουνίου 1992, κατά τη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή ζήτησε από την επιτροπή προσαρμογής να λάβει θέση επί μιας εναλλακτικής προτάσεως, ήτοι επί του περιορισμού της συγκεντρώσεως ψωραλενίων στα αντηλιακά προϋόντα ή σε 60 mg/kg ή στο 1 mg/kg, το ήμισυ των μελών της επιστημονικής επιτροπής ψήφισε υπέρ του πρώτου σκέλους της εναλλακτικής προτάσεως, το δε άλλο ήμισυ υπέρ του δευτέρου σκέλους. Στις 2 Ιουνίου 1992, η επιστημονική επιτροπή επιβεβαίωσε την από 4 Νοεμβρίου 1991 γνώμη της (που πρότεινε τον περιορισμό της συγκεντρώσεως στο 1 mg/kg), όπως επίσης έπραξε εκ νέου στις 24 Ιουνίου 1994, παρότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαφωνίες στους επιστημονικούς κύκλους (10).
13 Κατά τη διάρκεια μιας συνεδριάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 1995, η ομάδα εργασίας σχετικά με τα καλλυντικά προϋόντα, η οποία αποτελούνταν από το σύνολο των μελών της επιστημονικής επιτροπής και της επιτροπής προσαρμογής, ψήφισε, με μόνη εξαίρεση τον Γάλλο εκπρόσωπο, υπέρ του περιορισμού της μέγιστης συγκεντρώσεως ψωραλενίων στα αντηλιακά προϋόντα στο 1 mg/kg. Όλες οι αντιπροσωπείες στο πλαίσιο της επιτροπής ψήφισαν υπέρ της γνώμης αυτής, εξαιρέσει της γαλλικής αντιπροσωπείας. Η φινλανδική αντιπροσωπεία απουσίαζε. Η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη οδηγία στις 10 Ιουλίου 1995.
14 Κατά τη διοικητική διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης οδηγίας, οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν συννόμως παρατηρήσεις με δική τους πρωτοβουλία, αποστέλλοντας στην Επιτροπή και στα μέλη της επιστημονικής επιτροπής επιστολές και έγγραφα περιέχοντα στοιχεία και επιστημονικές αξιολογήσεις σχετικά με το Bergasol. Επιπλέον, στις 5 Νοεμβρίου 1990, ο J.-J. Goupil μίλησε ενώπιον της ομάδας εργασίας σχετικά με τα καλλυντικά προϋόντα. Η εν λόγω ομάδα εργασίας συνεδρίασε επανειλημμένα μεταξύ 1990 και 1995 για να συζητήσει το ζήτημα του Bergasol με βάση τις γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις της Bergaderm.
III - Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
15 Στις 4 Δεκεμβρίου 1996, οι αναιρεσείοντες άσκησαν αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατ' εφαρμογήν των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ) και ζήτησαν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει 152 867 090 γαλλικά φράγκα (FRF), ως αποζημίωση στη Bergaderm, και 161 309 995,33 FRF, ως αποζημίωση στον Jean-Jacques Goupil, καθώς και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
16 Οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η προσβαλλόμενη οδηγία αποτελούσε στην πραγματικότητα διοικητική πράξη, καθόσον αφορούσε αποκλειστικά το προϋόν Bergasol. Υποστήριξαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε δύο διαδικαστικά σφάλματα. Πρώτον, παρέλειψε να υποβάλει την πρότασή της περί επιβολής μέγιστης συγκέντρωσης ψωραλενίων στα αντηλιακά προϋόντα στο Συμβούλιο ενώ, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, η επιτροπή προσαρμογής διατύπωσε δυσμενή γνωμοδότηση την 1η Ιουνίου 1992. Δεύτερον, η Επιτροπή ουδόλως έλαβε υπόψη τα δικαιώματα άμυνας, παραλείποντας να διαβιβάσει στην επιτροπή προσαρμογής τα επιστημονικά στοιχεία που οι αναιρεσείοντες είχαν υποβάλει στην επιστημονική επιτροπή. Επιπλέον, η ενώπιον της επιτροπής προσαρμογής διαδικασία δεν ετήρησε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, πράγμα που είχε ως συνέπεια παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, μη διακρίνοντας μεταξύ των κινδύνων για την υγεία που αντιπροσωπεύει το 5-MOP ως χημικώς αμιγής ουσία και των κινδύνων που προκαλούνται με τη χρησιμοποίηση, σε ένα αντηλιακό προϋόν, του 5-MOP που υπάρχει στα φυσικά έλαια.
IV - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
17 Το Πρωτοδικείο ανέλυσε τις προϋποθέσεις που διέπουν την ευθύνη της Κοινότητας ως εξής:
«48 Η στοιχειοθέτηση ευθύνης της Κοινότητας, βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και των γενικών αρχών στις οποίες η διάταξη αυτή παραπέμπει, προϋποθέτει την πλήρωση ενός συνόλου προϋποθέσεων όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης στο κοινοτικό όργανο ενέργειας, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ ενέργειας και προβαλλομένης ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου 1993, C-257/90, Italsolar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-9, σκέψη 33, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Οκτωβρίου 1996, Τ-336/94, Efisol κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1343, σκέψη 30). Όσον αφορά την ευθύνη από πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, η προσαπτομένη στην Κοινότητα ενέργεια πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να συνιστά παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου προστατεύοντος τους ιδιώτες (απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Δεκεμβρίου 1997, Τ-195/94 και Τ-202/94, Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2247, σκέψη 49).
49 Η υπό κρίση αγωγή έχει ως αίτημα την αποκατάσταση ζημίας σχετιζόμενης με ενέργειες της Επιτροπής που αφορούσαν την προπαρασκευή και την έκδοση οδηγίας για την προσαρμογή της οδηγίας περί καλλυντικών.
50 Η αγωγή αυτή αφορά προδήλως πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα. Πράγματι, η οδηγία αποτελεί κοινοτική πράξη γενικού περιεχομένου και η κανονιστική φύση της δεν θίγεται από τη δυνατότητα περισσότερο ή λιγότερο ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται (διάταξη του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-4149, σκέψη 30). Η οδηγία περί προσαρμογής αφορά, γενικώς και αφηρημένως, όλους τους επιχειρηματίες των κρατών μελών οι οποίοι, κατά τη λήξη των προθεσμιών που έχουν ταχθεί για τη μεταφορά της σε κάθε εσωτερική έννομη τάξη, δραστηριοποιούνται στον οικείο τομέα.
51 Συνεπώς, πρέπει να ελεγχθεί αν η εναγομένη παρέβη υπέρτερο κανόνα δικαίου προστατεύοντα τους ιδιώτες.»
18 To Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα ότι η πρόταση της Επιτροπής έπρεπε να υποβληθεί στο Συμβούλιο μετά τη συνεδρίαση της επιτροπής προσαρμογής της 1ης Ιουλίου 1992. Το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν το άρθρο 10 της οδηγίας περί καλλυντικών περιείχε ή όχι υπέρτερους κανόνες δικαίου για την προστασία των ιδιωτών. Έκρινε ότι από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής προέκυπτε σαφώς ότι, δεδομένου ότι και οι γνώμες των αντιπροσωπειών των κρατών μελών διχάζονταν μεταξύ των δύο σκελών της εναλλακτικής προτάσεως, η Επιτροπή αποφάσισε να αποσύρει την πρότασή της. Η κατάσταση αυτή δεν καλυπτόταν από το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχεία αα ή ββ, της οδηγίας περί καλλυντικών, δεδομένου ότι τα «προτεινόμενα μέτρα» δεν υφίσταντο πλέον. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει αρκετό χρόνο για να υποβάλει σε νέα εξέταση τα επιστημονικά ζητήματα (11).
19 Όσον αφορά την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε (12) ότι επρόκειτο για θεμελιώδη αρχή η οποία εφαρμόζεται σε κάθε διοικητική διαδικασία που κινείται κατά ορισμένου προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι' αυτό πράξη (13), αλλά δεν επιβάλλεται στις νομοθετικές (14) διαδικασίες πλην εξαιρετικών και ρητώς προβλεπομένων περιπτώσεων (15). Καμιά τέτοια διάταξη δεν περιλαμβανόταν στην οδηγία περί καλλυντικών. Εν πάση περιπτώσει, από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι οι αναιρεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν διά μακρών την άποψή τους στην επιστημονική επιτροπή και στην Επιτροπή και ότι είχαν τη δυνατότητα επίσης να την αναπτύξουν προφορικά στην ad hoc συσταθείσα ομάδα εμπειρογνωμόνων.
20 Το Πρωτοδικείο ομοίως απέρριψε την αιτίαση που αφορούσε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (16). Παρατήρησε ότι η Επιτροπή είχε εκτιμήσει τα αποτελέσματα του 5-MOP σε σχέση με τα συστατικά των αντηλιακών προϋόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα αντηλιακά φίλτρα. Από κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να συναχθεί ότι η Επιτροπή αντελήφθη εσφαλμένα το επιστημονικό ζήτημα που ετίθετο. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να διατυπώσει η ίδια τις επιστημονικές εκτιμήσεις που ήσαν αναγκαίες για την εξυπηρέτηση του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας που επιδιώκει η οδηγία περί καλλυντικών, η επιστημονική επιτροπή είχε ως αποστολή να την επικουρήσει στο καθήκον αυτό (17). Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι βασίστηκε στη γνώμη του οργάνου αυτού. Επιπλέον, σε περίπτωση αβεβαιότητας όσον αφορά τους κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών, τα θεσμικά όργανα μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας χωρίς να οφείλουν να αναμένουν να αποδειχθεί πλήρως το υποστατό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων (18).
V - Η αίτηση αναιρέσεως
21 Οι αναιρεσείοντες άσκησαν τη αίτησή τους στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, ζητώντας από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να τους επιδικάσει την αποζημίωση και τα δικαστικά έξοδα που είχαν αρχικά ζητήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η Γαλλική Δημοκρατία παρενέβη υπέρ της Επιτροπής. Οι αναιρεσείοντες στηρίζονται σε τρεις λόγους. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό εκάστου των λόγων αυτών, με το αιτιολογικό ότι απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
22 Ο πρώτος λόγος συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο, χαρακτηρίζοντας την προσβαλλομένη οδηγία ως κανονιστική αντί για διοικητική πράξη. Παρά τη μορφή της, η οδηγία εξατομίκευσε τους αναιρεσείοντες σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, δεδομένου ότι η Bergaderm ήταν η μόνη επιχείρηση που παρήγε και εμπορευόταν αντηλιακό λάδι περιέχον 5-MOP και ο J.-J. Goupil ήταν κάτοχος του μοναδικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που επέτρεπε την ενσωμάτωση φυσικών αιθερίων ελαίων από εσπεριδοειδή περιεχόντων 5-MOP σε αντηλιακό προϋόν. Με βάση αυτό το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, υποχρέωσε τους αντίπαλους παραγωγούς να εγκαταλείψουν την παραγωγή αντηλιακών λαδιών περιεχόντων 5-MOP. Είναι επίσης σημαντικό ότι οι τίτλοι ορισμένων εκθέσεων της επιστημονικής επιτροπής αναφέρονται ρητώς στο Bergasol. Η Επιτροπή απαντά ότι η προσβαλλόμενη οδηγία δεν θίγει τους αναιρεσείοντες παρά μόνο λόγω της εμπλοκής τους σε εμπορική δραστηριότητα ανοικτή σε όλες τις επιχειρήσεις. Οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν την ύπαρξη των σχετικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ούτε την απαγόρευση που επιβλήθηκε στις λοιπές επιχειρήσεις να παράγουν ή να εμπορεύονται αντηλιακές κρέμες περιέχουσες 5-MOP. Επιπλέον, ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει περιορισμένη διάρκεια ισχύος και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υποχρεωτικών αδειών εκμετάλλευσης. Εν πάση περιπτώσει, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να εμποδιστούν να θεσπίσουν νομοθεσία σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία που προκαλεί ένα προϋόν, απλώς και μόνον επειδή έχουν χορηγηθεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας για το προϋόν αυτό.
23 Ο δεύτερος λόγος που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες συνίσταται στον ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά το επιστημονικό ζήτημα, δεδομένου ότι από όλες τις επιστημονικές αποδείξεις προέκυπτε ότι το Bergasol ήταν ακίνδυνο και παρείχε αποτελεσματική αντηλιακή προστασία. Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την εφαρμογή της αρχής της προλήψεως. Η Επιτροπή απαντά ότι ο λόγος αυτός αφορά τα όσα διαπίστωσε το Πρωτοδικείο σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και είναι συνεπώς απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν ότι το Bergasol ήταν ακίνδυνο και ότι η Επιτροπή είχε εσφαλμένα δεχθεί τη σύσταση της επιστημονικής επιτροπής.
24 Τρίτον, οι αναιρεσείοντες φρονούν ότι το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ότι η Επιτροπή είχε παραβεί τρεις φορές υπέρτερους κανονες δικαίου που προστατεύουν τους ιδιώτες. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε καταδικάσει αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υπέβαλε την πρότασή της στο Συμβούλιο, δεδομένου ότι η επιτροπή προσαρμογής είχε διατυπώσει αρνητική γνώμη την 1η Ιουνίου 1992. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν καταδίκασε μια πρόδηλη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Τούτο επιδεινώθηκε από τη συμμετοχή, στο πλαίσιο της επιτροπής προσαρμογής, των Αυστριακών και Σουηδών αντιπροσώπων, μολονότι δεν είχαν εμπλακεί στις πρώτες συζητήσεις που διεξήχθησαν πριν τη διεύρυνση της Κοινότητας το 1995. Τέλος, η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αποκλείοντας το Bergasol από την αγορά χωρίς καμία δικαιολογία που να στηρίζεται στη δημόσια υγεία. Τούτο ήταν ακόμη πιο σοβαρό καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα συμφέροντα μιας χωριστής ομάδας επιχειρηματιών (19).
VI - Ανάλυση
A - Παραδεκτό
25 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό και των τριών λόγων αναιρέσεως, με το αιτιολογικό ότι οι αναιρεσείοντες απλώς επανέλαβαν τα επιχειρήματα που είχαν ήδη προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με τις προτάσεις που διατύπωσα στην υπόθεση Carbajo Ferrero κατά Κοινοβουλίου (20), επέκρινα ήδη την άμετρη χρήση του επιχειρήματος αυτού. Όπως και στην υπόθεση εκείνη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εντοπίζει, για κάθε λόγο αναιρέσεως, τα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά των οποίων βάλλουν οι αναιρεσείοντες και εκθέτει - άλλοτε διά μακρών, άλλοτε λακωνικά - τους λόγους στους οποίους στηρίζονται προς τούτο (21). Το ότι αυτό αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού προκύπτει σαφώς από την απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Carbajo Ferrero κατά Κοινοβουλίου, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κύριος λόγος αναιρέσεως ήταν παραδεκτός (22).
B - Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως
26 Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, καθορίζοντας τον εφαρμοστέο κανόνα για να εκτιμήσει τη συμπεριφορά της Επιτροπής, πλανήθηκε περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας την προσβαλλόμενη οδηγία ως κανονιστικό μέτρο αντί για διοικητική πράξη. Η παράβαση ενός υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες αποτελεί προϋπόθεση για να γίνει δεκτή μια αγωγή αποζημιώσεως όσον αφορά ζημία προκληθείσα από νομοθετικό μέτρο. Εξάλλου, κάθε είδος ελλείψεως νομιμότητας μπορεί να συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως για ζημία προκληθείσα από διοικητική πράξη.
27 Από τη φύση της και από τη μέθοδο εκδόσεως και μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, μια οδηγία είναι κανονικά μέτρο γενικής ισχύος (23). Ωστόσο, το Δικαστήριο θα εξετάσει, αν αυτό απαιτείται, το ζήτημα αν μια οδηγία είναι γενική εκ φύσεως από πάσης απόψεως (24), ή αν αφορά, τουλάχιστον εν μέρει, ατομικά ένα πρόσωπο που έχει ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως (25) (σε αντίθεση μ' ένα πρόσωπο που έχει ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω ζημίας προκληθείσας από οδηγία). Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο άφησε τουλάχιστον ανοιχτό το ζήτημα αν ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί ή όχι να το αφορά ατομικά, υπό ορισμένες περιστάσεις, μια οδηγία, οπότε θα νομιμοποιείται να προσβάλει το κύρος της οδηγίας αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου (26). Η συλλογιστική που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Γιβραλτάρ δεν διακρίνει μεταξύ οδηγιών και κανονισμών όσον αφορά τον καθορισμό του κανονιστικού χαρακτήρα τους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι «κατά πόσον η εν λόγω πράξη έχει ή όχι γενική ισχύ» (27). Όπως εξηγώ κατωτέρω, το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται προφανώς, κατά τη γνώμη μου, κατά τον καθορισμό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου σε ένα αίτημα περί αποζημιώσεως.
28 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι τα μέτρα που είναι γενικής ισχύος και έχουν, κατά συνέπεια, κανονιστική φύση μπορούν, παρ' όλ' αυτά, να αφορούν ατομικά ορισμένους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, οπότε αυτοί μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση των εν λόγω μέτρων (28). Η απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου αφορά το στοιχείο που εξετάζω. Την Codorniu, μια ισπανική εταιρία παραγωγής αφρωδών οίνων που ήταν κάτοχος γραφικού σήματος περιλαμβάνοντος τις λέξεις «Gran Cremant», θεωρήθηκε ότι την αφορά ατομικά ένας κανονισμός που περιόριζε τη χρήση της λέξεως «crιmant» σε ορισμένους αφρώδεις οίνους παραγόμενους στη Γαλλία και στο Λουξεμβούργο. Ο κανονισμός απαγόρευε στην Codorniu να χρησιμοποιεί το σήμα της, πράγμα που συνιστούσε μια κατάσταση η οποία, από την άποψη της προσβαλλομένης διατάξεως, τη διαφοροποιούσε σε σχέση με όλους τους άλλους επιχειρηματίες (29). Εν συνεχεία, το Δικαστήριο εξήγησε το αποτέλεσμα αυτό αναφερόμενο στις συνέπειες επί των «ειδικών δικαιωμάτων» της Codorniu (30). Η σπουδαιότερη πτυχή της υποθέσεως αυτής, σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα, είναι ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο επίμαχος κανονισμός είχε παρ' όλ' αυτά κανονιστικό χαρακτήρα (31). Ωστόσο, καμιά αγωγή αποζημιώσεως δεν ασκήθηκε. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να επιχειρηθεί διάκριση μεταξύ της υποθέσεως Codorniu κατά Συμβουλίου και της υπό κρίση υποθέσεως.
29 Από την κατ' εξαίρεση αναγνώριση της νομιμοποιήσεως ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά κανονιστικών μέτρων δεν προκύπτει ότι τα μέτρα αυτά μπορούν, ομοίως, να αντιμετωπισθούν ως έχοντα διοικητικό χαρακτήρα όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων που ισχύουν για την ευθύνη της Κοινότητας στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Οι λόγοι για τους οποίους αναγνωρίζεται νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής στα φυσικά και νομικά πρόσωπα, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ασκουμένης βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ) και στρεφομένης κατά αποφάσεων των οποίων τα πρόσωπα αυτά είναι αποδέκτες και κατ' άλλων πράξεων οι οποίες τα αφορούν άμεσα και ατομικά, διαφέρουν από τους λόγους για τους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ κανονιστικών και διοικητικών πράξεων στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως. Το Δικαστήριο προέβη σε συγκριτική μελέτη των εθνικών νομοθεσιών στην υπόθεση HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (32) και παρατήρησε ότι οι δημόσιες αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να φέρουν την ευθύνη για νομοθετικά μέτρα που αποτελούν το αποτέλεσμα επιλογών οικονομικής πολιτικής παρά μόνον εξαιρετικά και υπό ειδικές περιστάσεις, και προσέθεσε τα εξής:
«Η περιοριστική αυτή άποψη εξηγείται από τον λόγο ότι η νομοθετική εξουσία, ακόμη και εκεί όπου υφίσταται δικαστικός έλεγχος του κύρους των πράξεών της, δεν πρέπει να εμποδίζεται να λαμβάνει αποφάσεις από το ενδεχόμενο αγωγών αποζημιώσεως κάθε φορά που πρόκειται να λάβει, προς το γενικό συμφέρον, κανονιστικά μέτρα δυνάμενα να θίξουν τα συμφέροντα ιδιωτών.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στους τομείς που εμπίπτουν στην οικονομική πολιτικής της Κοινότητας, μπορεί να απαιτηθεί από τους ιδιώτες να υποστούν, εντός ευλόγων ορίων, χωρίς να μπορούν να αποζημιωθούν από τους δημοσίους πόρους, ορισμένα αποτελέσματα που βλάπτουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, και τα οποία συνεπάγεται μια κανονιστική πράξη, έστω και αν αυτή αναγνωρίζεται ως ανίσχυρη» (33).
30 Έκτοτε, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το γεγονός ότι μια προσφυγή ακυρώσεως στρεφομένη κατά μέτρου γενικής ισχύος και ασκηθείσα από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή λόγω των ατομικών αποτελεσμάτων της επί του προσώπου αυτού δεν σημαίνει ότι το μέτρο θα αντιμετωπισθεί ως έχον διοικητικό χαρακτήρα στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας από το ίδιο πρόσωπο. Έτσι, στην υπόθεση Sofrimport κατά Επιτροπής (34), το Δικαστήριο ακύρωσε μερικώς ορισμένους κανονισμούς της Επιτροπής κατόπιν ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους περιορισμένης ομάδας εισαγωγέων, των οποίων τα προϋόντα τελούσαν υπό διαμετακόμιση προς την Κοινότητα όταν εκδόθηκαν οι κανονισμοί και των οποίων τα συμφέροντα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, αλλά εφάρμοσε το κριτήριο της ευθύνης λόγω κανονιστικών μέτρων στο πλαίσιο της παράλληλης αγωγής αποζημιώσεως. Με την απόφαση Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (35), το Πρωτοδικείο ακύρωσε μερικώς, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους ορισμένων επιχειρηματιών, την απόφαση της Επιτροπής της οποίας αποδέκτες ήσαν τα κράτη μέλη επειδή, παρά τον κανονιστικό χαρακτήρα της, στον βαθμό που η απόφαση αυτή εφαρμοζόταν στο σύνολο των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, θεωρουμένων στο σύνολό τους, αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες επιχειρηματίες (που είχαν ήδη συνάψει συμβάσεις), ως πρόσωπα των οποίων τα συμφέροντα είχαν ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή. Ωστόσο, το Δικαστήριο επικύρωσε, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή επί της παράλληλης αγωγής αποζημιώσεως που άσκησαν οι ίδιοι επιχειρηματίες των κριτηρίων ευθύνης που ισχύουν για τα κανονιστικά μέτρα (36). Το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«Η προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη πράξη έχει τον τύπο αποφάσεως και συνεπώς, κατ' αρχήν, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως δεν αρκεί για να αποκλειστεί ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας τέτοιας πράξεως. Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως, ο χαρακτήρας αυτός συνδέεται πράγματι με τη φύση της επίδικης πράξεως και όχι με τον τύπο της (βλ., συναφώς, την προαναφερθείσα απόφαση Sofrimport κατά Επιτροπής)» (37).
31 Είναι κατά τη γνώμη μου προφανές ότι η προσβαλλόμενη οδηγία έχει κανονιστικό χαρακτήρα, στον βαθμό που αφορά την παρούσα διαδικασία. Όπως ορθώς παρατήρησε το Πρωτοδικείο, πρόκειται για μέτρο γενικής ισχύος. Αφορά, χρησιμοποιώντας γενικώς περιγραφόμενα αντικειμενικά κριτήρια, όλους τους επιχειρηματίες του οικείου τομέα. Επομένως, κάποιες επιχειρήσεις όπως η Bioderma και η Klorane, οι οποίες, κατά τους αναιρεσείοντες, παρήγαγαν κάποτε και διέθεσαν στην αγορά αντηλιακά προϋόντα περιέχοντα 5-MOP προσβάλλοντας έτσι τα δικαιώματα που ο J.-J. Goupil αντλούσε από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τις αφορούσε δυνητικά όπως αφορούσε και την Bergaderm. Αν ο J.-J. Goupil είχε χορηγήσει άδεια για παραγωγή και διάθεση στην αγορά αντηλιακών προϋόντων περιεχόντων κιτρικό 5-MOP σε διάφορες επιχειρήσεις εγκατεστημένες εντός της Κοινότητας, όλες αυτές οι επιχειρήσεις θα υπόκεινταν στις διατάξεις της προσβαλλομένης οδηγίας όσον αφορά τη μέγιστη περιεκτικότητα σε 5-MOP. Οι διανομείς και οι έμποροι λιανικής πωλήσεως που κατείχαν αποθέματα Bergasol κατά τον χρόνο που τέθηκε σε ισχύ η απαγόρευση διαθέσεως του προϋόντος στον τελικό καταναλωτή όφειλαν επίσης να τηρήσουν τους όρους της οδηγίας. Οι παραγωγοί αντηλιακών προϋόντων περιεχόντων μη προερχόμενο από εσπεριδοειδή 5-MOP θα είχαν θιγεί, αν υφίσταντο, κατά τον ίδιο τρόπο. Τέλος, η προσβαλλόμενη οδηγία, υπό τη σημερινή μορφή της, θα εξακολουθούσε να εφαρμόζεται σε όλους τους παραγωγούς αντηλιακών προϋόντων μετά τη λήξη της ισχύος των δικαιωμάτων που ο J.-J. Goupil αντλεί από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι η Bergaderm θα μπορούσε, κατά τους ισχυρισμούς της, να εντοπιστεί ως η μοναδική παραγωγός επιχείρηση που θίγεται άμεσα από την προσβαλλόμενη οδηγία δεν αρκεί για να στερηθεί η οδηγία αυτή του κανονιστικού χαρακτήρα της. Κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι μπορεί να προσδιοριστεί ο αριθμός ή ακόμη και η ταυτότητα των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα κανονιστικό μέτρο δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την κανονιστική φύση του μέτρου αυτού (38).
32 Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα αυτό συμφωνεί προς την προαναφερθείσα εξήγηση των διαφόρων προσεγγίσεων σχετικά με την ευθύνη της Κοινότητας λόγω κανονιστικών και διοικητικών μέτρων. Όπως στην περίπτωση της ασκήσεως κοινοτικών αρμοδιοτήτων στον οικονομικό τομέα, η προστασία της δημόσιας υγείας και η ανάγκη ταχείας προσαρμογής στην τεχνική πρόοδο προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός (39) συνεπάγονται την άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής. Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει μέτρα προστασίας κατά πραγματικών κινδύνων για την υγεία οσάκις το υποστατό ή το μέγεθος του κινδύνου εξακολουθεί να είναι αβέβαιο και «χωρίς να [οφείλει] να [αναμένει] να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό και η σοβαρότητα των εν λόγω κινδύνων» (40). Η ευχέρειά της να θεσπίζει γενικά μέτρα που φαίνονται αναγκαία για να αντιμετωπιστεί μια απειλή για τη δημόσια υγεία δεν πρέπει να εμποδίζεται από την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες αγωγές αποζημιώσεως ασκούμενες από ιδιώτες των οποίων τα οικονομικά συμφέροντα - συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων τους πνευματικής ιδιοκτησίας - θα μπορούσαν να θιγούν σε περίπτωση που τα μέτρα αυτά χαρακτηρίζονται από κάποια μορφή ελλείψεως νομιμότητας.
33 Συνεπώς, δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της προσβαλλομένης οδηγίας ως κανονιστικού μέτρου γενικής ισχύος και προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Γ - Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως
34 Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου είναι απαράδεκτο βάσει του άρθρου 168 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225 ΕΚ) και του άρθρου 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός αμφισβητεί ευθέως τη διαπίστωση την οποία έκανε το Πρωτοδικείο ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στα έγγραφα που του υποβλήθηκαν το οποίο να στηρίζει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αντελήφθη εσφαλμένα το επιστημονικό ζήτημα σχετικά με τον κίνδυνο που προκαλούν τα αντηλιακά λάδια τα οποία περιέχουν περγαμέλαιο (41). Εν πάση περιπτώσει, δεν βλέπω κανένα λόγο για να επικριθεί το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου, το οποίο στηρίζεται ιδίως στο συμπέρασμα του Δικαστηρίου στην απόφαση Angelopharm (42), σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή είχε δικαίωμα να δώσει συνέχεια στη γνωμοδότηση της επιστημονικής επιτροπής.
35 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο δε πλανήθηκε κατά τη γνώμη μου περί το δίκαιο, επικαλούμενο την αρχή της προλήψεως που έχει ήδη παραθέσει το Δικαστήριο με την απόφαση National Farmers' Union κ.λπ. Το επιχείρημα που στηρίζεται στην αρχή αυτή είναι ίσως ακόμη πιο ισχυρό στο πλαίσιο των περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως. Η υπόθεση National Farmers' Union κ.λπ. αφορούσε ένα επείγον μέτρο που απαγόρευε προσωρινά τις εξαγωγές βοοειδών και βοείου κρέατος καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου λόγω της αβεβαιότητας όσον αφορά τους κινδύνους που προκαλούσε η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ) για τους ανθρώπουν που καταναλώνουν προϋόντα βοοειδών. Το μέτρο αναφερόταν ρητώς, στο προοίμιό του, στην ανάγκη πραγματοποιήσεως πρόσθετων λεπτομερών επιστημονικών μελετών. Μολονότι υφίστανται αποδείξεις όσον αφορά τις διαφορετικές απόψεις που επικρατούν μεταξύ των μελών της επιστημονικής επιτροπής όσον αφορά την απειλή που συνιστά η χρησιμοποίηση 5-MOP στα αντηλιακά προϋόντα, οι πραγματοποιηθείσες έρευνες ήσαν πολύ πιο ευρείες και αφορούσαν μεγαλύτερη περίοδο απ' ό,τι εκείνες που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τη λήψη του επίμαχου επείγοντος μέτρου στην υπόθεση National Farmers' Union κ.λπ. και η σύσταση της επιστημονικής επιτροπής ήταν πολύ πιο αποφασιστική. Υπό το φως αυτών των πειστικών στοιχείων, η Επιτροπή δικαιολογημένα επέλεξε να λάβει προστατευτικά μέτρα χωρίς να αναμένει την ικανοποιητική για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη περάτωση της επιστημονικής συζητήσεως.
Δ - Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως
36 Ο λόγος αυτός αφορά τις εκ μέρους της Επιτροπής παραβάσεις υπέρτερων κανόνων δικαίου που προστατεύουν τους ιδιώτες. Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη οδηγία αποτελεί κανονιστικό μέτρο, η απόδειξη μιας τέτοιας παραβάσεως είναι, όπως έχω ήδη πει, ουσιώδης για την ευδοκίμηση των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων. Το πρώτο σκέλος αφορά την προβαλλόμενη μη τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής της προϋποθέσεως που επέβαλλε την υποβολή της προτάσεώς της στο Συμβούλιο μετά την εκ μέρους της επιτροπής προσαρμογής διατύπωση δυσμενούς γνώμης την 1η Ιουνίου 1992. Είναι νομίζω σαφές ότι η μη τήρηση του άρθρου 10 της οδηγίας περί καλλυντικών, που καθορίζει την εφαρμοστέα διαδικασία, δεν αποτελεί παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου τόσο σοβαρή ώστε να συνεπάγεται την εξωσυμβατική ευθύνη λόγω κανονιστικού μέτρου. Οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου που αφορούν τις σχέσεις των πολιτικών θεσμικών οργάνων και των οργανισμών, όπως είναι οι επιτροπές που προβλέπονται στην απόφαση περί επιτροπών (43), αποτελούν κατ' εξοχήν παραδείγματα κανόνων περί κατανομής των εξουσιών. Με την απόφαση Vreugdenhil κατά Επιτροπής (44), το Δικαστήριο έκρινε ότι «το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων οργάνων της Κοινότητας έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των οργάνων που προβλέπεται από τη Συνθήκη και όχι την προστασία των ιδιωτών». Επομένως, η μη τήρηση της ισορροπίας αυτής δεν αρκεί, από μόνη της, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της Κοινότητας έναντι των ζημιωθέντων ιδιωτών (45).
37 Εν πάση περιπτώσει, συμφωνώ με την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή εδικαιούτο να αποσύρει την πρότασή της εφόσον οι γνώμες των μελών της επιτροπής προσαρμογής διχάζονταν σχετικά με το βάσιμο των δύο εναλλακτικών προτάσεων και να υποβάλει νέα πρόταση μετά από περαιτέρω μελέτη. Το επιχείρημα των αναιρεσειόντων στηρίζεται στο ότι λαμβάνουν, κακώς, κατά λέξη το άρθρο 10 της οδηγίας περί καλλυντικών. Είναι παράλογο να υποστηρίζεται ότι το γεγονός ότι ένα ιδιαίτερο είδος μέτρου μπορεί να λαμβάνεται μόνο βάσει ορισμένης διαδικασίας συνεπάγεται ότι η διαδικασία αυτή, αφ' ης στιγμής κινήθηκε, πρέπει να συνεχίσει μέχρι το τέρμα της έστω και αν το μέρος που προτείνει το μέτρο επιθυμεί να επανεξετάσει τη σκοπιμότητά του ή τις πιθανότητες λήψεώς του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Το επιχείρημα των αναιρεσειόντων θα είχε ως συνέπεια ότι η Επιτροπή θα υποχρεούνταν να λάβει μέτρα τα οποία δεν υποστηρίζει πλέον, υπο περιστάσεις κατά τις οποίες τόσο η επιτροπή προσαρμογής όσο και το Συμβούλιο παρέλειψαν να ενεργήσουν. Το άρθρο 189 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 250 ΕΚ) ορίζει ότι, «εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της καθόλη τη διάρκεια των διαδικασιών που οδηγούν στη θέσπιση κοινοτικής πράξης». Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κανόνας αυτός, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα αποσύρσεως μιας προτάσεως, δεν εφαρμόζεται στη λήψη μέτρων της Κοινότητας στην οποία μετέχουν οι επιτροπές, στις οποίες εκπροσωπούνται κράτη μέλη ή/και το Συμβούλιο. Με την απόφαση Pharos κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με νομοθετική διαδικασία κατ' ουσίαν πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 10 της οδηγίας περί καλλυντικών, ότι «αν τα προτεινόμενα από την Επιτροπή μέτρα δεν είναι σύμφωνα προς τη γνώμη της ΕΠΤΠ [επιτροπής προσαρμογής σχετικά με τα κτηνιατρικά φάρμακα], ή δεν εκδοθεί γνώμη, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να υποβάλει στο Συμβούλιο τα ίδια αυτά μέτρα, χωρίς καμία τροποποίηση» (46). Ομοίως, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή μπορούσε να αποσύρει την πρότασή της και να υποβάλει νέα μετά από συμπληρωματική εξέταση των επιστημονικών ζητημάτων εκ μέρους της επιστημονικής επιτροπής. Κατά συνέπεια, απορρίπτω τα σχετικά με το σημείο αυτό επιχειρήματα των αναιρεσειόντων.
38 Το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αφορά το δικαίωμα ακροάσεως που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, ως πραγματικό περιστατικό, ότι στους αναιρεσείοντες χορηγήθηκε ευρεία δυνατότητα να παρουσιάσουν την άποψή τους στην επιστημονική επιτροπή και στην Επιτροπή και ότι οι αναιρεσείοντες ήταν σε θέση να λάβουν τον λόγο ενώπιον της ad hoc ομάδας εμπειρογνωμόνων, η οποία φαίνεται να αποτελούνταν από τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής και της επιτροπής προσαρμογής. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματά τους είναι απαράδεκτα, στον βαθμό που στρέφονται κατά της διαπιστώσεως αυτής. Οι αναιρεσείοντες, στο μέτρο που τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να ερμηνευθούν ως σημαίνοντα ότι δικαιούνταν ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία, δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα που θα με οδηγούσε έστω και να αμφιβάλω όσον αφορά την ανάλυση του Πρωτοδικείου, η οποία είναι σύμφωνη προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.
39 Το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, που αφορά τη συμμετοχή των Σουηδών και Αυστριακών αντιπροσώπων στην επιτροπή προσαρμογής, είναι εντελώς και προδήλως αβάσιμο. Ελλείψει ειδικών διατάξεων στην πράξη προσχωρήσεως, τα νέα κράτη μέλη αποκτούν αμέσως δικαίωμα να μετέχουν υπό συνθήκες ισότητας με τα άλλα κράτη μέλη σε όλες τις κανονιστικές δραστηριότητες της Κοινότητας.
40 Η αιτίαση των αναιρεσειόντων όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι νέα και, κατά συνέπεια, απαράδεκτη βάσει του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Τα επιχειρήματά τους που αφορούν την αναλογικότητα και τα οποία προέβαλαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και με την αίτηση αναιρέσεως είναι κατ' ουσίαν τα ίδια με εκείνα που αφορούν την εκ μέρους της Επιτροπής προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και συνεξετάστηκαν από το Πρωτοδικείο. Οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων όσον αφορά την αναλογικότητα, που προβλήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως, δεν περιέχουν κανένα στοιχείο που να μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω το συμπέρασμά μου όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ήτοι ότι η Επιτροπή εδικαιούτο να δώσει συνέχεια στις σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά και τα επιστημονικά ζητήματα εκτιμήσεις της επιστημονικής επιτροπής, προκειμένου να προστατεύσει τη δημόσια υγεία. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει και την πτυχή αυτή της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβάσιμη.
VII - Πρόταση
41 Κατόπιν των προεκτεθέτων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
2) να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, T-199/96 (Συλλογή 1998, σ. II-2805, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145.
(3) - ΕΕ L 151, σ. 32.
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 13/007, σ. 36.
(5) - ΕΕ L 167, σ. 19.
(6) - Βλ., επιπλέον, τη σκέψη 8 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(7) - Βλ. σκέψεις 11 και 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(8) - Βλ. την αναφορά στη μελέτη του κ. Fielder, που περιέχεται στη σκέψη 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(9) - Βλ. σκέψεις 16 έως 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
(10) - Βλ. σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(11) - Το Πρωτοδικείο παρέθεσε την απόφαση της 17 Φεβρουαρίου 1998, T-105/96, Pharos κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-285, σκέψεις 65 και 68). Βλ., γενικώς, τις σκέψεις 52 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(12) - Βλ., γενικώς, τις σκέψεις 58 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(13) - Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, T-450/93, Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-1177, σκέψη 42).
(14) - Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1996, T-521/93, Atlanta κ.λπ. κατά ΕΚ (Συλλογή 1996, σ. II-1707, σκέψη 70).
(15) - Βλ., ειδικότερα, τον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1).
(16) - Βλ. σκέψεις 62 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(17) - Το Πρωτοδικείο παραθέτει την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1994, C-212/91, Angelopharm (Συλλογή 1994, σ. I-171, σκέψεις 32, 34 και 38).
(18) - Σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο παραθέτει την απόφαση της 5ης Μαου 1998, C-157/96, National Farmers' Union κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-2211, σκέψη 63).
(19) - Βλ. απόφαση της 19ης Μαου 1992, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-3061, σκέψεις 16 και 17).
(20) - Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1999, C-304/97 P (Συλλογή 1999, σ. I-1749, σημείο 8 των προτάσεων).
(21) - Οι μόνες εξαιρέσεις είναι το επιχείρημα περί αναλογικότητας που προβλήθηκε ως τμήμα του τρίτου λόγου, που είναι κατ' ουσίαν ίδιος με τον δεύτερο λόγο, και ένα νέο επιχείρημα που αφορά την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης το οποίο επίσης προβλήθηκε στο πλαίσιο του τρίτου λόγου. Κατωτέρω συστήνω την απόρριψη του τελευταίου αυτού επιχειρήματος για τον λόγο ότι είναι απαράδεκτο, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
(22) - Όπ.π., σκέψεις 25 έως 28.
(23) - Βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1984, 70/83, Kloppenburg (Συλλογή 1984, σ. 1075, σκέψη 11)· διάταξη της 13ης Ιουλίου 1988, 160/88 R, Fedesa κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4121, στο εξής: διάταξη Fedesa, σκέψη 28), και απόφαση της 29ης Ιουνίου 1993, C-298/89, Γιβραλτάρ κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-3605, στο εξής: απόφαση Γιβραλτάρ, σκέψη 16).
(24) - Διάταξη Fedesa, σκέψη 28, και απόφαση Γιβραλτάρ, σκέψεις 19 έως 23.
(25) - Διάταξη της 7ης Δεκεμβρίου 1988, 138/88, Flourez κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 6393, στο εξής: απόφαση Flourez, σκέψες 10 έως 12), και προπαρατεθείσα απόφαση Asocarne κατά Συμβουλίου, στο εξής: απόφαση Asocarne, σκέψεις 31 και 32).
(26) - Βλ. αποφάσεις Flourez, σκέψη 11, και Asocarne, σκέψη 32. Το Πρωτοδικείο, μολονότι το Δικαστήριο αρνήθηκε ρητώς να εξετάσει το ζήτημα αυτό στην απόφαση Asocarne, ερμήνευσε τις αποφάσεις Γιβραλτάρ και Asocarne ως σημαίνουσες ότι «από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μόνο αυτό το στοιχείο δεν αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια τέτοια προσφυγή [ακυρώσεως]» (απόφαση της 17ης Ιουνίου 1998, T-135/96, UEAPME κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II-2335, σκέψη 63).
(27) - Διάταξη Fedesa, σκέψη 27.
(28) - Βλ. αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 239/82 και 275/82, Allied Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1005, σκέψη 11· της 16ης Μαου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-2501, σκέψεις 13 και 14)· της 18ης Μαου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-1853, σκέψεις 17 έως 19)· Asocarne, σκέψη 43· διάταξη της 24ης Απριλίου 1996, C-87/95 P, CNPAAP κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-2003, σκέψη 36), και βλ. επίσης απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, T-480/93 και T-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2305, σκέψη 66).
(29) - Όπ.π., σκέψεις 17 έως 22.
(30) - Απόφαση Asocarne, σκέψη 43, και διάταξη CNPAAP κατά Συμβουλίου, όπ.π., σκέψη 36.
(31) - Όπ.π., σκέψη 19.
(32) - Απόφαση της 25ης Μαου 1978, 83/76, 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψη 5).
(33) - Όπ.π., σκέψεις 5 και 6. Το επίμαχο μέτρο έχει ήδη κηρυχθεί άκυρο κατόπιν αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που αφορούσε το σημείο αυτό, με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1977, 114/76, Bela-Mόhle (Συλλογή τόμος 1977, σ. 385).
(34) - Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88 (Συλλογή 1990, σ. I-2477, σκέψεις 10 έως 13 και 25).
(35) - Όπ.π., υποσημείωση 28.
(36) - Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C-390/95 P (Συλλογή 1999, σ. I-769, σκέψεις 56 έως 61), βλ. τις σκέψεις 189 έως 194 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, όπ.π.
(37) - Όπ.π., σκέψη 60.
(38) - Βλ. τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως· σκέψη 17 της αποφάσεως Γιβραλτάρ και σκέψη 30 της αποφάσεως Asocarne.
(39) - Βλ. τρίτη και ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί καλλυντικών.
(40) - Βλ. απόφαση National Farmers' Union κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, ιδίως σκέψη 63.
(41) - Σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(42) - Όπ.π.
(43) - Απόφαση 87/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ L 197, σ. 33).
(44) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1992, C-282/90 (Συλλογή 1992, σ. I-1937, σκέψη 20).
(45) - Όπ.π., σκέψη 21.
(46) - Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-151/98 P (Συλλογή 1999, σ. I-8157, σκέψη 23). Πρόκειται για την αναίρεση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως Pharos κατά Επιτροπής, όπ.π., την οποία παρέθεσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Οι δύο υποθέσεις είναι διαφορετικές καθόσον τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν τη λήψη μέτρων βάσει της επίμαχης στην υπόθεση Pharos κατά Επιτροπής νομοθεσίας, με συνέπεια η προϋπόθεση που απαιτεί να υποβάλλονται «αμελλητί» οι προτάσεις στο Συμβούλιο αν δεν εγκρίνονται από την αρμόδια επιτροπή προσαρμογής επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις στην Επιτροπή οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, δεν υφίστανται στην υπό κρίση υπόθεση.
Full & Egal Universal Law Academy