Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Αντικείμενο της παρούσας διαφοράς, επιχειρήματα των διαδίκων και νομική ανάλυση
1 Η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: Επιτροπή) ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει στην παρούσα διαδικασία, βάσει του άρθρου άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), ότι η Γαλλία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποιεί την οδηγία 86/378/ΕΟΚ για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (στο εξής: οδηγία) (1). Το άρθρο 1 της οδηγίας αντικατέστησε τα άρθρα 2, 3, 6, 8 και 9 της προαναφερθείσας οδηγίας 86/378 και πρόσθεσε ένα νέο άρθρο, το 9α, και ένα παράρτημα, με σκοπό να προσαρμόσει την εν λόγω οδηγία στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Barber (2).
2 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας τα κράτη μέλη έπρεπε να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη μεταφορά της στις εθνικές νομοθεσίες και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση περί μεταφοράς της οδηγίας και μη διαθέτοντας καμία πληροφορία από την οποία να συνάγεται ότι η Γαλλία είχε πράγματι εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, κίνησε στις 9 Σεπτεμβρίου 1997 την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ διαδικασία. Η Επιτροπή απέστειλε στη Γαλλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών. Οι γαλλικές αρχές, μολονότι πληροφόρησαν την Επιτροπή με έγγραφο της 26ης Νοεμβρίου 1997 ότι καταρτίζονταν ήδη τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση της Γαλλίας προς την οδηγία, παρέλειψαν να της ανακοινώσουν το κείμενο των διατάξεων που θεσπίστηκαν προς τούτο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή κοινοποίησε στις 22 Απριλίου 1998 στη Γαλλία αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία συγχρόνως την καλούσε να θεσπίσει τα εν λόγω μέτρα εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης. Με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1998 οι γαλλικές αρχές πληροφόρησαν την προσφεύγουσα ότι οι νομοθετικές διατάξεις για τους μισθωτούς θα περιέχονταν σε σχέδιο νόμου που περιελάμβανε διάφορα μέτρα κοινωνικής φύσεως και το οποίο επρόκειτο να υποβληθεί σύντομα στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση.
3 Εντούτοις, κανένα εθνικό μέτρο για τη μεταφορά της οδηγίας δεν γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή, η οποία άσκησε πλέον στις 24 Σεπτεμβρίου 1998 την υπό κρίση προσφυγή. Η Γαλλία δεν αμφισβητεί την παράβαση που της καταλογίζεται και επιβεβαιώνει ότι επίκειται η νομοθετική τροποποίηση του ισχύοντος τελευταίου εδαφίου του άρθρου L 913-1 του γαλλικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο επιτρέπει διακρίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των συντάξεων χηρείας ή των συντάξεων ορφανών. Κατά την καθής κυβέρνηση όμως, από τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου συνάγεται ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων την εν λόγω διάταξη έναντι των μισθωτών που εμπίπτουν στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Στη συνέχεια, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τα οικεία επαγγελματικά συστήματα διαμορφώνονται και τροποποιούνται ελεύθερα από τους κοινωνικούς εταίρους εντός του εθνικού κανονιστικού πλαισίου και υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως της απαγορεύσεως διακρίσεων λόγω φύλλου, την οποία επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, μεγάλο μέρος των ιδιωτικών συστημάτων είχε ήδη υποστεί τις αναγκαίες προσαρμογές πριν από την έκδοση της οδηγίας, δηλαδή απευθείας βάσει της αποφάσεως Barber, η οποία ήταν πλέον γνωστή στους υπεύθυνους των συστημάτων αυτών.
4 Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, ακόμη και αν η οδηγία μεταφερόταν πράγματι στη γαλλική έννομη τάξη κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, τούτο δεν θα σήμαινε ότι η σημερινή προσφυγή της Επιτροπής θα καθίστατο αβάσιμη ή άνευ αντικειμένου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας από την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και (...) οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο» (3). Αυτό συνεπώς που έχει σημασία είναι αποκλειστικώς και μόνον το γεγονός ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της η οδηγία δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στη γαλλική έννομη τάξη.
5 Επιπλέον, όπως έχω ήδη παρατηρήσει με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση C-96/95 και όπως θα ήθελα να επαναλάβω, τα δικαιώματα που αναγνωρίζει ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει να απορρέουν από το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο με επαρκή σαφήνεια και χωρίς να χρειάζεται καμία παραπομπή στις κοινοτικές διατάξεις που πρέπει να έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο: αυτόν τον σκοπό ακριβώς εξυπηρετεί η μεταφορά των οδηγιών στις εθνικές νομοθεσίες, την οποία προβλέπουν ρητά τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, αντιστοίχως, άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ), τα οποία επικαλείται εν προκειμένω η προσφεύγουσα (4).
Οι διατάξεις μιας οδηγίας συνεπώς πρέπει να εφαρμόζονται μέσω κανόνων αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας, με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, ώστε να πληρούται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει, στην περίπτωση όπου μια οδηγία αποσκοπεί στη γένεση δικαιωμάτων για τους ιδιώτες, να μπορούν οι δικαιούχοι να έχουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους (5). Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ούτε η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των οδηγιών, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη εθνική διάταξη, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση ενός νομοθετικού κειμένου (6). Συνεπώς, το ασυμβίβαστο μιας εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ακόμα και με αυτές που εφαρμόζονται απευθείας, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με αυτές που πρέπει να τροποποιηθούν (7).
ΙΙ - Πρόταση
Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο:
- να δεχθεί την προσφυγή και να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποιεί την οδηγία 86/378/ΕΟΚ για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης· και
- να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ 1997, L 46, σ. 20.
(2) - Βλ. απόφαση της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι συντάξεις που καταβάλλονται από τα ιδιωτικά επαγγελματικά συστήματα ασφαλίσεως - τα οποία χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι θεσπίζονται είτε κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων είτε κατόπιν μονομερούς αποφάνσεως του εργοδότη, από το γεγονός ότι χρηματοδοτούνται είτε μόνο από τον εργοδότη είτε συγχρόνως από τον εργοδότη και τους εργαζομένους, καθώς και από το γεγονός ότι ο νόμος επιτρέπει να υποκαθιστούν τα συστήματα αυτά εν μέρει, με τη συμφωνία των εργαζομένων, το εκ του νόμου σύστημα καθώς και ότι δεν αφορούν παρά μόνο τους εργαζομένους ορισμένων επιχειρήσεων - αποτελούν πλεονεκτήματα που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης EK (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ). Κατά τη δέκατη τέταρτη, τη δέκατη πέμπτη και τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, «(...) η απόφαση αυτή [η απόφαση Barber] συνεπάγεται απαραιτήτως τη μερική ακυρότητα ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ (...), όσον αφορά τους μισθωτούς· (...) το άρθρο 119 της Συνθήκης [ΕΚ]εφαρμόζεται άμεσα και μπορεί να γίνει επίκληση σε αυτό ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, και τούτο έναντι οποιουδήποτε εργοδότη είτε αυτός είναι ιδιώτης ή νομικό πρόσωπο, και είναι καθήκον αυτών των δικαστηρίων να εξασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει η διάταξη αυτή στους πολίτες· (...) πάντως, για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι αναγκαία η τροποποίηση της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, ώστε να προσαρμοστούν οι διατάξεις της που επηρεάζονται από τη νομολογία Barber».
(3) - Βλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψη 13), και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-361/95, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-7351, σκέψεις 13 και 14), καθώς και, ως τελευταία απόφαση, την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1998, C-364/97, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-6593, σκέψη 8).
(4) - Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 19 Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-96/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 20 Μαρτίου 1997 (Συλλογή 1997, σ. Ι-1653, σημείο 33).
(5) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1997, C-207/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-6869, σκέψη 26).
(6) - Βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-1489, σκέψη 16).
(7) - Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 26.
Full & Egal Universal Law Academy