Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι ορισμένες διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας που διέπουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις φυλάξεως αντιβαίνουν προς τις αρχές της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
Η βελγική νομοθεσία
2 Η επίδικη νομοθεσία είναι ο Loi du 10 avril 1999 sur les entreprises de gardiennage, sur les entreprises de sιcuritι et sur les services internes de gardiennage (νόμος της 10ης Απριλίου 1990, περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως, στο εξής: βελγικός νόμος), όπως έχει τροποποιηθεί με νόμο της 18ης Ιουλίου 1997.
3 Οι δραστηριότητες των επιχειρήσεων φυλάξεως, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του βελγικού νόμου, συνίστανται στην επιτήρηση και προστασία προσώπων, πραγμάτων και μεταφορά πραγμάτων καθώς και στη διαχείριση εγκαταστάσεων συναγερμού ως παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, ο νόμος εφαρμόζεται επίσης στις εσωτερικές υπηρεσίες φυλάξεως που επιδίδονται κυρίως στις ίδιες δραστηριότητες καθόσον εργάζονται σε χώρους ανοικτούς στο κοινό. Επιχειρήσεις φυλάξεως, όπως ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, σχεδιάζουν, εγκαθιστούν, συντηρούν και επιδιορθώνουν εγκαταστάσεις συναγερμού.
4 Κατά τα άρθρα 2 και 4 του βελγικού νόμου, κάθε πρόσωπο που διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται επιχείρηση φυλάξεως, υπηρεσία φυλάξεως ή επιχείρηση ασφαλείας οφείλει να λαμβάνει άδεια από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οποία μπορεί να παρέχεται μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις φυλάξεως και τις εσωτερικές υπηρεσίες φυλάξεως είναι αυστηρότερες από αυτές που ισχύουν για τις επιχειρήσεις ασφαλείας.
5 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, οι επιχειρήσεις φυλάξεως μπορούν να έχουν τη μορφή νομικών προσώπων συσταθέντων κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Ενώσεως. Πάντως, πρέπει να έχουν την έδρα τους εκμεταλλεύσεως (siθge d'exploitation) στο Βέλγιο.
6 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, τα άτομα που ασκούν τη διεύθυνση επιχειρήσεως φυλάξεως ή εσωτερικής υπηρεσίας φυλάξεως, καθώς και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, εφόσον ασκούν την πραγματική διεύθυνση της επιχειρήσεως, οφείλουν να έχουν την κατοικία τους ή τη μόνιμη διαμονή τους στο Βέλγιο. Η ίδια προϋπόθεση ισχύει δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 7, για τα πρόσωπα που θα χαρακτηρίσω ως «προσωπικό ασφαλείας», δηλαδή όλους τους μισθωτούς που δεν ανήκουν στο προσωπικό που ασκεί διοικητικά καθήκοντα ή υλικοτεχνικής υποστηρίξεως. Για τις επιχειρήσεις ασφαλείας δεν ισχύουν τέτοιου είδους προϋποθέσεις διαμονής (άρθρα 5, παράγραφος 7, και 6, παράγραφος 7).
7 Τέλος, το άρθρο 8 επιβάλλει το προσωπικό ασφαλείας που εργάζεται σε επιχειρήσεις φυλάξεως και σε εσωτερικές υπηρεσίες φυλάξεως να διαθέτουν δελτίο ταυτότητας εκδοθέν από τον Υπουργό Εσωτερικών.
Διαδικασία
8 Η Επιτροπή ζήτησε από τις βελγικές αρχές να παράσχουν περισσότερα στοιχεία για τον βελγικό νόμο του 1995. Οι βελγικές αρχές το έπραξαν, αλλά η Επιτροπή θεώρησε ότι ορισμένες διατάξεις ήσαν ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο και, με έγγραφο της 11ης Απριλίου 1996, ζήτησε ρητώς από τη Βελγική Κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
9 Με τις παρατηρήσεις της της 14ης Ιουνίου 1996, η Βελγική Κυβέρνηση διατύπωσε την άποψη ότι οι περιορισμοί που περιέχονται στη νομοθεσία της δικαιολογούνται από τις σχετικές εξαιρέσεις της Συνθήκης που επιτρέπουν μέτρα που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας.
10 Η Επιτροπή δεν συμφώνησε και απηύθυνε στη Βελγική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη στις 10 Ιουνίου 1997, καλώντας τη να συμμορφωθεί εντός δύο μηνών.
11 Με την απάντησή της της 6ης Μαου 1998, η Βελγική Κυβέρνηση υπογράμμισε την ιδιάζουσα φύση των εργασιών στον τομέα της ιδιωτικής ασφαλείας, τη στενή τους σχέση με την τήρηση της δημοσίας τάξεως, την ευθύνη της οποίας έχει το κράτος, και την ανάγκη ασκήσεως κατάλληλου ελέγχου επί των εργασιών αυτών, όπως καθίσταται εμφανές από πρόσφατα συμβάντα στο Βέλγιο. Περαιτέρω, υπογράμμισε ότι οι κανόνες που διέπουν τις επιχειρήσεις φυλάξεως ποικίλλουν σε μεγάλη έκταση από κράτος μέλος σε κράτος μέλος.
12 Η Επιτροπή παρέμεινε αμετάπιστη και στις 29 Σεπτεμβρίου 1998 άσκησε την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι
«το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας, στο πλαίσιο του νόμου της 10ης Απριλίου 1990, περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως, διατάξεις
α) οι οποίες εξαρτούν την εκμετάλλευση επιχειρήσεως εμπίπτουσας στον εν λόγω νόμο από προηγούμενη άδεια θέτουσα ορισμένες προϋποθέσεις, ήτοι:
- την υποχρέωση της επιχειρήσεως φυλάξεως να έχει έδρα εκμεταλλεύσεως στο Βέλγιο,
- την υποχρέωση των προσώπων τα οποία
- ασκούν την πραγματική διεύθυνση της επιχειρήσεως φυλάξεως ή της εσωτερικής υπηρεσίας φυλάξεως
ή
- εργάζονται σε ή για λογαριασμό μιας τέτοιας επιχειρήσεως ή χρησιμοποιούνται για τις δραστηριότητές της, εξαιρουμένου του προσωπικού που ασκεί εντός της επιχειρήσεως καθήκοντα διοικητικά ή υλικοτεχνικής υποστήριξης,
να έχουν την κατοικία τους ή, ελλείψει κατοικίας, τη συνήθη διαμονή τους στο Βέλγιο,
- την υποχρέωση επιχειρήσεως, εγκατεστημένης εντός άλλου κράτους μέλους, να διαθέτει άδεια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιολογητικά και οι εγγυήσεις που έχει ήδη παράσχει η επιχείρηση για την άσκηση της δραστηριότητάς της εντός του κράτους μέλους εγκαταστάσεως,
β) οι οποίες απαιτούν, για κάθε πρόσωπο που επιθυμεί να ασκήσει δραστηριότητα φυλάξεως ή να παράσχει εσωτερική υπηρεσία φυλάξεως στο Βέλγιο, την έκδοση δελτίου ταυτότητας κατά τον νόμο αυτό,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ).»
13 Στις 29 Οκτωβρίου 1998, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση C-114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (1), με την οποία έκρινε ότι «το Βασίλειο της Ισπανίας, διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα (...), στο μέτρο που αυτά εξαρτούν τη χορήγηση αδείας ασκήσεως δραστηριοτήτων ιδιωτικής ασφαλίσεως, στην περίπτωση των επιχειρήσεων ασφαλείας, από την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν την ισπανική ιθαγένεια, οι δε διαχειριστές και διευθυντές τους κατοικούν στην Ισπανία, και, στην περίπτωση του προσωπικού ασφαλείας, ότι αυτό διαθέτει την ισπανική ιθαγένεια, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα ως άνω άρθρα».
14 Στις 8 Δεκεμβρίου 1998, το Βασίλειο του Βελγίου κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως, στο οποίο επανέλαβε λακωνικότατα την άποψή του ότι εργασίες ιδιωτικής ασφαλίσεως δεν μπορούν να εξομοιωθούν με άλλες εμπορικές υπηρεσίες, ότι η έλλειψη κοινοτικής - ή μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, εθνικής - ρυθμίσεως καθιστά αναγκαία τη θέσπιση βελγικών νόμων και ότι οι επιχειρήσεις ασφαλείας συνιστούν πραγματική και επαρκώς σοβαρή απειλή για ένα από τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας, δηλαδή τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια.
15 Εξέθεσε, πάντως, ότι είχε λάβει γνώση της αποφάσεως στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας και εξέταζε ποια μέτρα θα πρέπει να ληφθούν για να τροποποιηθεί ο βελγικός νόμος, υποσχόμενο να πληροφορήσει το Δικαστήριο αμέσως μόλις θα λαμβάνονταν τα μέτρα αυτά. Μπορεί επίσης να σημειωθεί ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν ζήτησε ρητώς από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να καταθέσει υπόμνημα ανταπαντήσεως κατόπιν του καθαρά τυπικού υπομνήματος απαντήσεως της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση. Επιπλέον, δεν ζήτησε να ακουστεί από το Δικαστήριο.
Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
16 Υπό το φως της προσφυγής στο σύνολό της και της πριν από την άσκησή της διαδικασίας, προκύπτει ότι η Επιτροπή διατυπώνει κυρίως αιτιάσεις σε σχέση με τέσσερις κατηγορίες κανόνων που περιέχονται στον βελγικό νόμο: την υποχρέωση των επιχειρήσεων φυλάξεως να έχουν την έδρα τους εκμεταλλεύσεως στο Βέλγιο, τις προϋποθέσεις κατοικίας του προσωπικού που ασκεί τη διεύθυνση και τη φύλαξη, την προϋπόθεση αδείας για όλες τις κατηγορίες δραστηριοτήτων που συνίστανται σε υπηρεσίες φυλάξεως και, τέλος, τους κανόνες που αφορούν τα δελτία ταυτότητας.
17 Όσον αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση ότι μια επιχείρηση φυλάξεως πρέπει να έχει την έδρα της εκμεταλλεύσεως στο Βέλγιο, δεν είναι σαφές αν η εγκατάσταση στο Βέλγιο πρέπει να είναι η αποκλειστική ή η κύρια έδρα εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιεί η επιχείρηση φυλάξεως ή αν μπορεί απλώς να είναι μια μεταξύ άλλων. Εντούτοις, δεδομένου ότι από την ίδια της φύση η προϋπόθεση, κατά την οποία μια επιχείρηση πρέπει να έχει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, καθιστά αδύνατη την περιστασιακή παροχή υπηρεσιών πέραν των συνόρων, ο εν λόγω κανόνας περιορίζει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
18 Δεύτερον, οι προϋποθέσεις κατοικίας τόσο για τα διευθυντικά στελέχη όσο και για το προσωπικό - θεωρούμενες ειδικότερα από κοινού με την απαίτηση κατά την οποία οι επιχειρήσεις φυλάξεως πρέπει να έχουν την έδρα τους εκμεταλλεύσεως στο Βέλγιο - καθιστούν δυσκολότερο ή και αδύνατο για επιχειρήσεις που δεν είναι εγκατεστημένες στο Βέλγιο να παρέχουν οποιαδήποτε υπηρεσία φυλάξεως στη χώρα αυτή, για δε τα πρόσωπα που δεν κατοικούν στο Βέλγιο να ιδρύσουν μια επιχείρηση φυλάξεως εντός αυτού. Επομένως, συνιστούν περιορισμούς τόσο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών όσο και στην ελευθερία εγκαταστάσεως (2).
19 Η προϋπόθεση κατοικίας για το προσωπικό φυλάξεως καθιστά αδύνατο για εργαζομένους που κατοικούν στην αλλοδαπή - ιδίως μεθοριακούς εργαζομένους - να εργάζονται για τον παρέχοντα υπηρεσίες φυλάξεως που είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο. Κατά τη νομολογία, οι κανόνες της ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύουν όχι μόνον τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις, που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως οι οποίες καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, περιλαμβανομένων των κανόνων που προβαίνουν σε διάκριση βάσει της κατοικίας, οι οποίοι μπορούν να αποβούν σε βάρος των αλλοδαπών (3). Επομένως, η απαίτηση κατά την οποία ορισμένες κατηγορίες προσωπικού που απασχολούνται σε επιχειρήσεις φυλάξεως πρέπει τουλάχιστον να έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο Βέλγιο συνιστά προσβολή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που διασφαλίζει η Συνθήκη.
20 Τρίτον, όσον αφορά τις προϋποθέσεις απαιτήσεως προηγούμενης αδείας, κανόνες που εξαρτούν την εκ μέρους επιχειρήσεως εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος παροχή ορισμένων υπηρεσιών από την έκδοση αδείας διοικητικής αρχής συνιστά - ιδίως όταν πρόκειται για περιστασιακή παροχή υπηρεσιών, ακόμη και αν εφαρμόζονται αδιακρίτως σε ημεδαπούς και προερχομένους από άλλα κράτη μέλη παρέχοντες υπηρεσίες - περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πέραν των συνόρων (4).
21 Για τους ίδιους λόγους η τέταρτη προϋπόθεση, κατά την οποία κάθε μέλος προσωπικού φυλάξεως που εργάζεται στο Βέλγιο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με δελτίο ταυτότητας εκδοθέν από τις βελγικές αρχές, συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Οι πιθανώς δαπανηρές και μακρόχρονες διατυπώσεις που συνεπάγεται η απόκτηση των δελτίων καθιστά δυσκολότερη την παροχή περιστασιακών υπηρεσιών πέραν των συνόρων, όπως η προστασία πολύτιμων αντικειμένων στο πλαίσιο της διεθνούς διαμετακομίσεως.
22 Επομένως, είναι σαφές και ουδέποτε αντικρούστηκε από τη Βελγική Κυβέρνηση ότι οι τέσσερις επίμαχες προϋποθέσεις περιορίζουν πράγματι την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Το μόνο επίμαχο ζήτημα φαίνεται πράγματι να συνίσταται στο αν οι κατ' αυτό τον τρόπο επιβαλλόμενοι περιορισμοί δικαιολογούνται.
23 Σύμφωνα με τα άρθρα 48, παράγραφος 3, και 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 39, παράγραφος 3, EK και 46, παράγραφος 1, ΕΚ), η απαγόρευση των περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ελεύθερης εγκαταστάσεως δεν ισχύει όταν τα μέτρα δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, το δε άρθρο 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 55 ΕΚ) εκτείνει τον αποκλεισμό αυτόν επί των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Κατά το άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 45 ΕΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 66, η απαγόρευση περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν ισχύει σε δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημοσίας εξουσίας.
24 Η Βελγική Κυβέρνηση προσπάθησε κατά τη διοικητική διαδικασία να στηριχθεί στις εξαιρέσεις αυτές, το γεγονός δε ότι η άμυνά της αναφέρθηκε ακροθιγώς στο ζήτημα μπορεί να θεωρηθεί ως διατήρηση της τάσεως αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου.
25 Με αυτό το δεδομένο, θα εξετάσω με συντομία τα επιχειρήματα αυτά.
26 Καταρχάς, δεν υπάρχει λόγος για να θεωρηθεί ότι ιδιωτικές επιχειρήσεις φυλάξεως ασκούν καθ' οποιονδήποτε τρόπο δημόσια εξουσία. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (5) ότι ιδιωτικές επιχειρήσεις φυλάξεως και το προσωπικό τους δεν μετέχουν κατά τρόπο άμεσο και ειδικό στην άσκηση δημοσίας εξουσίας βάσει της ισπανικής νομοθεσίας. Ουδέποτε η Βελγική Κυβέρνηση προσκόμισε την παραμικρή απόδειξη για το ότι η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική στο Βέλγιο. Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Alber στις προτάσεις του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας (6), το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις φυλάξεως μπορούν να βοηθούν την αστυνομία δεν σημαίνει ότι ως εκ τούτου ασκούν δημόσια εξουσία.
27 Όσον αφορά το δεύτερο πλέγμα εξαιρέσεων που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως μπορεί να αποτελεί αντικείμενο επικλήσεως μόνον όταν υφίσταται πραγματική και αρκετά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη που θίγει ένα από τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας. Η εξαίρεση της δημοσίας τάξεως, όπως όλες οι παρεκκλίσεις από τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (7).
28 Στο πλαίσιο της άμυνάς της, η Βελγική Κυβέρνηση εκθέτει, χωρίς να το αιτιολογεί, ότι κάθε επιχείρηση φυλάξεως αποτελεί μια πραγματική και επαρκώς σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη. Στην απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης, υποστήριξε ότι οι απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως απειλούνταν από τον κίνδυνο συγκρούσεων συνεπεία της αθέμιτης ή της ελεύσεως ιδιωτών παρεχόντων υπηρεσίες φυλάξεως σε τομείς της αρμοδιότητας της αστυνομίας και συνεπεία του κινδύνου να μη μπορεί το κοινό να διακρίνει μεταξύ του προσωπικού ιδιωτικής φυλάξεως και του προσωπικού της αστυνομίας.
29 Δεν μπορώ να συναγάγω, βάσει αποκλειστικά αυτών των επιχειρημάτων - αν, πράγματι, η Βελγική Κυβέρνηση εξακολουθεί να τα διατηρεί - ότι οποιαδήποτε επιχείρηση φυλάξεως αποτελεί σοβαρή απειλή για τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως.
30 Επίσης, οι επίμαχοι τομείς δεν μπορούν να εξαιρεθούν συλλήβδην από τους γενικούς κανόνες που θέτει η Συνθήκη. Με την απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (8), το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) η ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό οικονομικών τομέων, όπως αυτός της ιδιωτικής ασφαλείας, από την εφαρμογή της αρχής αυτής, και τούτο από την άποψη της προσβάσεως στην απασχόληση (...)».
31 Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο προέβη σ' αυτή την κρίση έχοντας ειδικά υπόψη μια προϋπόθεση ιθαγένειας που προβλεπόταν για το προσωπικό. Καμία τέτοια προϋπόθεση δεν επιβάλλεται εντός του Βελγίου, αλλά οι επίδικοι κανόνες συνιστούν έμμεση, ή συγκεκαλυμμένη, δυσμενή διάκριση καθόσον επιβάλλουν ιδιαίτερους περιορισμούς σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που κατοικούν ή έχουν εγκατάσταση σε άλλα κράτη μέλη. Επομένως, δεν διστάζω να θεωρήσω ότι η ρύθμιση αυτή καλύπτει όλες τις μορφές δυσμενούς διακρίσεως. Επίσης, δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιορίσω το συμπέρασμα αυτό στο πεδίο της απασχολήσεως, λαμβανομένης υπόψη της παράλληλης φύσεως των εξαιρέσεων που επιτρέπουν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών.
32 Πάντως, ακόμη και αν θεωρούνταν ότι ως προς τους παρέχοντες υπηρεσίες φυλάξεως ορισμένα εθνικά μέτρα που περιορίζουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη μπορούν να δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, οποιαδήποτε τέτοια μέτρα πρέπει να συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας. Εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού (9).
33 Η βελγική νομοθεσία φαίνεται να έχει ιδιαίτερα περιοριστικά αποτελέσματα για τις επιχειρήσεις φυλάξεως που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος του οποίου πληρούν όλους τους διοικητικούς περιορισμούς, οι οποίες παρέχουν - ενδεχομένως περιστασιακά - υπηρεσίες φυλάξεως στο Βέλγιο ή ακόμη υπηρεσίες πέραν των συνόρων όπως την προστασία πολύτιμων αντικειμένων στο πλαίσιο της διεθνούς διαμετακομίσεως.
34 Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι δεν βάλλει κατά της δικαιολογήσεως μέτρων κυβερνητικού ελέγχου επί των επιχειρήσεων φυλάξεως - δεν προβάλλει, παραδείγματος χάρη, αντίρρηση για κανόνες που αφορούν την υποχρέωση του προσωπικού να φέρει στολές, να οπλοφορεί, να πληροφορεί τις πολιτικές και αστυνομικές αρχές για τις πραγματοποιούμενες δραστηριότητες ή την υπαγωγή των ιδιωτικών επιχειρήσεων φυλάξεως στον αστυνομικό έλεγχο - αλλά απλώς κατά της επιβολής αυτού του ελέγχου κατά τρόπο που συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος επιχειρήσεων και ατόμων που έχουν εγκατάσταση ή κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη. Επίσης, εκθέτει ότι οι βελγικές αρχές θα πρέπει να κάνουν χρήση των αποδείξεων και εγγυήσεων που παρέχει οποιαδήποτε επιχείρηση φυλάξεως για την άσκηση της δραστηριότητάς της στο κράτος μέλος της εγκαταστάσεώς της.
35 Η Βελγική Κυβέρνηση, αμυνόμενη, δεν αντέκρουσε τα επιχειρήματα της Επιτροπής επί του σημείου αυτού. Αντιθέτως, εξέθεσε ότι εξέταζε υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για την τροποποίηση του βελγικού νόμου προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό και σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας σύστημα ελέγχου των παρεχόντων υπηρεσίες φυλάξεως. Επιπλέον, υποσχέθηκε να πληροφορήσει το Δικαστήριο από τη στιγμή που θα έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα.
36 Στις 23 Αυγούστου 1999, η Βελγική Κυβέρνηση απέστειλε στο Δικαστήριο αντίγραφα του νόμου της 9ης Ιουνίου 1999, που δημοσιεύθηκε στο Moniteur Belge της 29ης Ιουλίου 1999, για την τροποποίηση του βελγικού νόμου της 10ης Απριλίου 1990, και ενός εγγράφου με το οποίο ζήτησε από την Επιτροπή να παραιτηθεί από την παρούσα διαδικασία.
37 Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει το περιεχόμενο του τροποποιητικού αυτού νόμου στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Το Δικαστήριο έχει κρίνει παγίως ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (10). Πάντως, σημειώνω ότι ο νόμος της 9ης Ιουνίου 1999 φαίνεται να αμβλύνει τις προϋποθέσεις εγκαταστάσεως και κατοικίας προβλέποντας ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν την έδρα της εκμεταλλεύσεώς τους, και οι οικείες κατηγορίες προσώπων την κατοικία τους, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και όχι πλέον στο Βέλγιο. Πάντως, δεν νομίζω ότι έχουν τροποποιηθεί οι κανόνες που αφορούν την υπουργική άδεια και την κατοχή δελτίων ταυτότητας εκδιδομένων από τις βελγικές αρχές.
Πρόταση
38 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει
1) να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ τον νόμο της 10ης Απριλίου 1990, περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως, καθόσον θεσπίζει ένα σύστημα κατά το οποίο οι επιχειρήσεις φυλάξεως πρέπει να έχουν την έδρα τους εκμεταλλεύσεως στο Βέλγιο, τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό ασφαλείας να έχουν τουλάχιστον τη συνήθη διαμονή τους στο Βέλγιο, όλες οι κατηγορίες δραστηριοτήτων που συνίστανται σε υπηρεσίες φυλάξεως να εξαρτώνται από προηγούμενη άδεια και το προσωπικό φυλάξεως που εργάζεται στο Βέλγιο πρέπει να κατέχει δελτίο ταυτότητας εκδιδόμενο από τις βελγικές αρχές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ)·
2) να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Συλλογή 1998, σ. Ι-6717.
(2) - Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 44.
(3) - Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 7ης Μαου 1998, C-350/96, Clean Car Autoservice (Συλλογή 1998, σ. Ι-2521, σκέψεις 27 έως 30).
(4) - Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-43/93, Vander Elst (Συλλογή 1994, σ. Ι-3803, σκέψεις 14 και 15).
(5) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 υπόθεση C-114/97· βλ. σκέψεις 35 έως 39 της αποφάσεως.
(6) - Στο σημείο 27.
(7) - Βλ. την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calfa (Συλλογή 1999, σ. Ι-11, σκέψεις 21 και 23).
(8) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση, σκέψη 42.
(9) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 37).
(10) - Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997, C-316/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-7231, σκέψη 14).
Full & Egal Universal Law Academy