Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η υπό κρίση υπόθεση αφορά αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η ιταλική εταιρία Ca'Pasta Srl (στο εξής: Ca'Pasta) κατά διατάξεως του Πρωτοδικείου απορρίψασας την προσφυγή της ως απαράδεκτη (1). Αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής ήταν η ακύρωση εγγράφου της Επιτροπής σχετικού με χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγήθηκε στην Ca'Pasta κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (2).
2 Ο κανονισμός αυτός προέβλεπε τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους της Κοινότητας για διάφορα σχέδια του τομέα αυτού. Τα κράτη μέλη έπρεπε επίσης να παράσχουν χρηματοδοτική συνδρομή. Το άρθρο 44 του κανονισμού 4028/86 προέβλεπε ότι η Επιτροπή μπορούσε, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 47, να αποφασίσει την αναστολή, μείωση ή κατάργηση της χρηματοδοτικής συνδρομής, αν δεν πληρούνταν ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις.
3 Η Επιτροπή χορήγησε στην Ca'Pasta, για σχέδιο υδατοκαλλιέργειας στην Contarina της Veneto, χρηματοδοτική συνδρομή που ισοδυναμούσε με το 40 % του σχεδίου. Περαιτέρω, η Ιταλική Δημοκρατία δεσμεύτηκε να χρηματοδοτήσει το 30 % των δαπανών.
4 Ακολούθως, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ca'Pasta την πρόθεσή της να κινήσει τη διαδικασία καταργήσεως της συνδρομής και ανακτήσεως του ήδη καταβληθέντος ποσού. Η Επιτροπή, αφού έλαβε τις παρατηρήσεις της Ca'Pasta, της γνωστοποίησε, με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1997, ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα συνέχιζαν την εσωτερική διαδικασία για την κατάργηση της συνδρομής και την ανάκτηση του ήδη καταβληθέντος ποσού.
5 Η Ca'Pasta άσκησε προσφυγή κατά του εγγράφου αυτού ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο, με διάταξη της 16ης Ιουλίου 1998, απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελούσε μέτρο κατά του οποίου μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης (νυν άρθρου 230 ΕΚ).
6 Με τη διάταξή του, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, κατά τη νομολογία, συνιστά πράξη ή απόφαση η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, κάθε μέτρο τα έννομα αποτελέσματα του οποίου είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική κατάστασή του.
7 Όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια διαδικασίας περιλαμβάνουσας πλείονα στάδια, ιδίως κατά την ολοκλήρωση μιας εσωτερικής διαδικασίας, πράξεις προσβλητές συνιστούν καταρχήν μόνον τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση του οργάνου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, αποκλειομένων των ενδιαμέσων μέτρων, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως.
8 Το Πρωτοδικείο συνέχισε ως εξής:
«Με το επίδικο έγγραφο, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για "τη συνέχεια της εσωτερικής διαδικασίας με σκοπό την κατάργηση της συνδρομής [που είχε χορηγηθεί στην προσφεύγουσα] και της ανακτήσεως του ήδη καταβληθέντος ποσού". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη λάβει τελική απόφαση όσον αφορά την κατάργηση της χορηγηθείσας στην προσφεύγουσα χρηματοδοτικής συνδρομής, αλλά ότι ήταν έτοιμη να καταρτίσει την εν λόγω απόφαση. Επομένως, το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί μέτρο παράγον υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, τροποποιώντας σημαντικά τη νομική κατάστασή της (...). Όπως ορθώς ισχυρίστηκε η Επιτροπή, η εν λόγω αλληλογραφία αποτελεί απλό έγγραφο ενημερώσεως. Όσον αφορά τα αρνητικά αποτελέσματα που η προσφεύγουσα διατείνεται ότι υπέστη λόγω του ότι η ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη (...), δεν πρόκειται παρά για τη λογική συνέπεια της κινήσεως της εν λόγω διαδικασίας. Ενόσω η Επιτροπή λαμβάνει, όπως εν προκειμένω, μόνον ενδιάμεσα μέτρα στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας, τα ανωτέρω αποτελέσματα δεν χαρακτηρίζουν την ύπαρξη μέτρου παράγοντος υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας. Επομένως, το επίδικο έγγραφο δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.»
9 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ca'Pasta ζητεί από το Δικαστήριο όχι μόνο να εξαφανίσει τη διάταξη του Πρωτοδικείου, αλλά και να ακυρώσει την, κατά τον ισχυρισμό της, απόφαση της Επιτροπής. Το τελευταίο αίτημα είναι προδήλως απαράδεκτο. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν μπορεί, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως, εφόσον δεν το έπραξε το Πρωτοδικείο.
10 Η Ca'Pasta βάλλει κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου για δύο λόγους. Κατ' αρχάς, ισχυρίζεται ότι το επίδικο έγγραφο περιείχε την τελική απόφαση της Επιτροπής και προβάλλει συναφώς τρία επιχειρήματα.
11 Πρώτον, υποστηρίζει ότι υπήρχε (σιωπηρή) απόφαση να μην καταβληθούν η δεύτερη και η τελευταία δόση της συνδρομής. Μου φαίνεται ότι το επιχείρημα αυτό αντιβαίνει στο σαφές κείμενο του εγγράφου, όπου γίνεται λόγος για συνέχιση της διαδικασίας με σκοπό την κατάργηση της συνδρομής και την ανάκτηση του ήδη καταβληθέντος ποσού. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το επίδικο έγγραφο περιέχει σιωπηρή απόφαση με το περιεχόμενο που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
12 Δεύτερον, η Ca'Pasta ισχυρίζεται ότι το έγγραφο είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση τόσο της κοινοτικής όσο και της εθνικής συνδρομής καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο κατά του οποίου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή. Πάντως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το αποτέλεσμα αυτό δεν συνεπάγεται ότι το έγγραφο είχε οποιαδήποτε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Δεν χωρεί προσφυγή ακυρώσεως, αν δεν υπάρχει πράξη ή μέτρο που να μπορεί να ακυρωθεί· η απλή παροχή πληροφοριακών στοιχείων δεν μπορεί να ακυρωθεί και, εφόσον το έγγραφο παραμένει έγγραφο ουσιωδώς ενημερωτικής φύσεως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.
13 Τρίτον, η Ca'Pasta υποστηρίζει ότι, εφόσον βάσει της διαδικασίας του άρθρου 47 του κανονισμού, η Επιτροπή δεν οφείλει, κατά τη λήψη μέτρων, να λάβει υπόψη την αρνητική γνώμη της μόνιμης επιτροπής διαρθρώσεων της αλιείας, η διαδικασία αυτή λειτουργεί υπέρ της Επιτροπής, οπότε το έγγραφο της Επιτροπής αποτελούσε τοποθέτηση που, στην πράξη, δεν μπορούσε να τροποποιηθεί. Ωστόσο, το άρθρο 47 προβλέπει σχετικά ότι η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στη μόνιμη επιτροπή διαρθρώσεων της αλιείας και, εάν τα μέτρα αυτά δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει διαφορετικά μέτρα.
14 Συγκεκριμένα, η Ca'Pasta προσθέτει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μπορέσει να προσβάλει το έγγραφο της Επιτροπής, διότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες οι προσφυγές για την ακύρωση μέτρου που απλώς επιβεβαιώνει προηγούμενη απόφαση μη προσβληθείσα εμπροθέσμως (3). Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί: αν, όπως αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο και πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επιβεβαιώσει το Δικαστήριο, το έγγραφο της Επιτροπής δεν αποτελεί απόφαση, τότε είναι σαφές ότι η τελική απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί απλώς να επιβεβαιώνει προηγούμενη απόφαση.
15 Επομένως, κανένα από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμο.
16 Ως δεύτερο λόγο ακυρώσεως η Ca'Pasta προβάλλει την ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία της διατάξεως. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, η διάταξη εξηγεί ικανοποιητικά τους λόγους που οδήγησαν το Πρωτοδικείο να καταλήξει ότι το επίδικο έγγραφο δεν αποτελούσε τελική απόφαση: βλ., το προπαρατεθέν, στο σημείο 8, απόσπασμα της διατάξεως.
17 Η Ca'Pasta ισχυρίζεται ότι, δεδομένης της σοβαρότητας των συνεπειών του επίδικου εγγράφου, το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένα ότι το εν λόγω έγγραφο δεν συνιστά μέτρο κατά του οποίου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και παραθέτει, προς στήριξη της απόψεώς της, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ.: «όπως το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει, το γεγονός της μειώσεως ή της αναστολής χορηγήσεως μιας ήδη εγκριθείσας συνδρομής, ή ακόμα και η πρόβλεψη της εκ μέρους του κράτους μέλους αναζητήσεως των αρχικώς χορηγηθέντων ποσών, αποτελεί εξ αντικειμένου σοβαρότερο μέτρο, όσον αφορά τις συνέπειες που αυτό έχει για τα δικαιώματα των αμέσως ενδιαφερομένων προσώπων, σε σχέση με την αρχική απόφαση περί μη εγκρίσεως της χορηγήσεως της συνδρομής που ζητείτο. Πράγματι, πρόκειται για μέτρο που έρχεται σε αντίθεση με όσα ανέμενε ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος θεώρησε ότι, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, μπορούσε να προσδοκά δικαιολογημένα την ικανοποίηση του αιτήματός του». (4) Η υπόθεση αυτή όμως αφορούσε ρητή απόφαση.
18 Το επιχείρημα της Ca'Pasta ότι το επίδικο έγγραφο είχε αρνητικές συνέπειες μπορεί να είναι βάσιμο, αλλά η ενδεχόμενη ύπαρξη τέτοιων συνεπειών δεν αναιρεί την ανάγκη εκδόσεως τελικής αποφάσεως πριν από την άσκηση προσφυγής κατά οποιουδήποτε μέτρου. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, αν μπορούσε να προσβληθεί έγγραφο παρέχον πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη μιας διαδικασίας, αυτό όχι μόνο θα ήταν αντίθετο προς την πάγια νομολογία, αλλά θα έβλαπτε την ασφάλεια δικαίου και θα παρεμπόδιζε τις διοικητικές λειτουργίες της Επιτροπής.
19 Συνεπώς, θεωρώ ότι, σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση, μόνον οι τελικές αποφάσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής και όχι οι ενδιάμεσες ή προπαρασκευαστικές αποφάσεις. Επιπλέον, εν προκειμένω, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε καν ενδιάμεση απόφαση, αλλά μόνον κοινοποίηση της πληροφορίας ότι βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία που μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεως.
Πρόταση
20 Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει την Ca'Pasta στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Διάταξη της 16ης Ιουλίου 1998, Τ-274/97, Ca'Pasta κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2925).
(2) - EE L 376, σ. 7.
(3) - Η Ca'Pasta παραπέμπει στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473), και στη διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990, C-12/90, Infortec κατά Επιτροπής (Συλογή 1990, σ. Ι-4265).
(4) - Σημείο 45 των προτάσεων (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-32/95 P, Συλλογή 1996, σ. Ι-5373).
Full & Egal Universal Law Academy