Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 21 Οκτωβρίου 1998 σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση 97/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο Βέλγιο στο πλαίσιο του σχεδίου Maribel bis/ter (στο εξής: απόφαση).
2. Η Επιτροπή προσήψε ιδίως στο Βασίλειο του Βελγίου ότι δεν είχε λάβει, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τις αποδέκτριες επιχειρήσεις των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων στο πλαίσιο του προαναφερθέντος σχεδίου. Κατά την Επιτροπή, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη επίσης τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο ΕΚ) και τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως.
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
3. Όπως προκύπτει από την απόφαση, η Βελγική Κυβέρνηση εξέδωσε το 1981 ένα νόμο «περί των γενικών αρχών της κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών» βάσει του οποίου «οι εργοδότες που απασχολούν χειρώνακτες εργαζομένους τυγχάνουν, για κάθε εργαζόμενο, μειώσεως των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως» (σχέδιο Maribel). Η απόφαση διευκρινίζει ότι, «λόγω του γενικού και αυτόματου χαρακτήρα του, το εν λόγω μέτρο δεν θεωρήθηκε ως ενίσχυση που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ» . Μεταξύ 1993 και 1994, το επίμαχο μέτρο αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχικών τροποποιήσεων, οι οποίες αποσκοπούσαν στην αύξηση των μειώσεων των εισφορών υπέρ των επιχειρήσεων που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε έναν από τους πλέον εκτεθειμένους στον διεθνή ανταγωνισμό τομείς (Maribel bis/ter).
4. Η χορήγηση των πρόσθετων αυτών μειώσεων τέθηκε υπόψη της Επιτροπής από διάφορες επιχειρήσεις που επέκριναν τον χαρακτήρα των μειώσεων αυτών ως κρατικών ενισχύσεων ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά. Μετά από μια πρώτη εκτίμηση, η Επιτροπή κίνησε, μαζί με τα ενδιαφερόμενα μέρη, την κατ' αντιμωλία διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, προκειμένου να εξετάσει πιο επισταμένως τα εν λόγω μέτρα.
5. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1996. Μ' αυτήν την απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα επίμαχα μέτρα αποτελούσαν παράνομες κρατικές ενισχύσεις, δεδομένου ότι δεν είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Η Επιτροπή θεώρησε, επιπλέον, ότι οι εν λόγω ενισχύσεις ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ), αφού δεν μπορούσαν να τύχουν καμιάς από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου (άρθρο 1 της απόφασης). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την απόφαση, το Βασίλειο του Βελγίου όφειλε «να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να θέσει τέλος το συντομότερο δυνατό στη χορήγηση προσαυξημένων μειώσεων των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως προβλέπονται στο άρθρο 1» και «να ανακτήσει εκ μέρους των αποδεκτριών επιχειρήσεων τις παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις». Η επιστροφή έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες και διατάξεις του βελγικού δικαίου, εντόκως μέχρι της ημερομηνίας πραγματικής επιστροφής συμπεριλαμβανομένης, από της ημερομηνίας χορηγήσεως των ενισχύσεων, με επιτόκιο που ισούται με το επιτόκιο αναφοράς κατά την ημερομηνία αυτή που θα χρησιμοποιηθεί ως βάση υπολογισμού του καθαρού ισοδύναμου επιχορηγήσεως των περιφερειακών ενισχύσεων στο Βέλγιο (άρθρο 2). Τέλος, το άρθρο 3 υποχρέωνε το Βασίλειο του Βελγίου να πληροφορήσει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της αποφάσεως, για τα μέτρα τα οποία θα ελάμβανε προς συμμόρφωσή του (άρθρο 3).
6. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στις βελγικές αρχές στις 20 Δεκεμβρίου 1996. Το Βέλγιο την προσέβαλε εντός των προβλεπομένων προθεσμιών με προσφυγή που κατέθεσε στις 19 Φεβρουαρίου 1997 (υπόθεση C-75/97), αλλά δεν υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως όπως προβλέπει το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 242 ΕΚ). Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αδυναμία ανακτήσεως των ενισχύσεων Maribel bis/ter εμφανιζόταν ως ένα από τα επιχειρήματα της προσφυγής.
7. Ενώ η προαναφερθείσα προσφυγή εκκρεμούσε ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, η Βελγική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή, στις 5 Μαρτίου 1997, ότι είχε την πρόθεση να τροποποιήσει το καθεστώς των εισφορών Maribel bis/ter, θεσπίζοντας ένα νέο σχέδιο (το Maribel quater), ούτως ώστε να καταργήσει τον επιλεκτικό χαρακτήρα του σχεδίου κατά του οποίου έβαλε η απόφαση. Με επιστολή της 15ης Απριλίου 1997, η Επιτροπή ενέκρινε ρητώς το σχέδιο αυτό, κατά το μέτρο που επρόκειτο, κατ' αυτήν, για ένα μέτρο γενικό, που δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συνεπώς, η Επιτροπή συμφώνησε με τις βελγικές αρχές ότι η εισαγωγή του συστήματος Maribel quater θα έθετε τέλος στο καθεστώς των επίμαχων ενισχύσεων.
8. Αντιθέτως, καμία συμφωνία δεν επιτεύχθηκε στο θέμα της ανακτήσεως των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί εν τω μεταξύ βάσει του σχεδίου Maribel bis/ter και στην παρούσα υπόθεση πρόκειται ακριβώς για τη μη ανάκτηση των ενισχύσεων αυτών. Οι θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές εκτέθηκαν στο πλαίσιο των διαφόρων συναντήσεων μεταξύ των βελγικών αρχών και των υπηρεσιών της Επιτροπής, καθώς και σε σημαντικό όγκο αλληλογραφίας, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.
9. Οι βελγικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο ακριβής υπολογισμός του επιστρεπτέου ποσού για κάθε επιχείρηση καθίσταται δύσκολος από ένα σύνολο περιστάσεων. Μεταξύ αυτών ήταν, ιδίως, η εξαφάνιση ή η πτώχευση ορισμένων επιχειρήσεων· η συγχώνευση των μειώσεων των εισφορών για τα σχέδια Maribel bis και Maribel ter· η λήψη υπόψη των διαφορετικών τρόπων χρηματοδοτήσεως που θα δικαιούνταν οι επιχειρήσεις αν δεν είχαν τύχει των μειώσεων αυτών· οι δυσκολίες υπολογισμού που συνδέονται με την πιθανή παρακράτηση των νέων μειώσεων των εισφορών που προβλέπονται ως προς το σχέδιο Maribel quater επί των ποσών που πρέπει να επιστραφούν· ο σημαντικός αριθμός των αποδεκτριών επιχειρήσεων για τις οποίες έπρεπε να υπολογιστούν οι τριμηνιαίες μειώσεις, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται· και, κατ' ουσίαν, το υψηλό κόστος και ο αφόρητος φόρτος εργασίας που θα συνεπαγόταν μια τέτοια επιχείρηση για την αρμόδια αρχή. ροκειμένου να υπερπηδηθούν οι δυσχέρειες αυτές, οι βελγικές αρχές εκτιμούσαν ότι ήταν αναγκαίο να προβούν σε έναν κατ' αποκοπήν υπολογισμό του ύψους των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθούν, δεν παρείχαν όμως πιο συγκεκριμένα στοιχεία ως προς αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζονταν ότι, σύμφωνα με τον κανόνα de minimis , οι επιχειρήσεις με λιγότερους από 50 εργαζομένους εξαιρούνται από την υποχρέωση επιστροφής των εν λόγω ενισχύσεων.
10. Η Επιτροπή, χωρίς να αρνείται κατ' αρχήν ούτε την εφαρμογή του κανόνα de minimis ούτε τον πιθανό συμψηφισμό μεταξύ των προς επιστροφή ποσών και των νέων μειώσεων που προβλέπει το σχέδιο Maribel quater, ζήτησε επανειλημμένως από τις βελγικές αρχές να υποβάλουν συγκεκριμένη πρόταση περί ανακτήσεως των εν λόγω ενισχύσεων. Η Επιτροπή επισήμανε τον πολύ ασαφή χαρακτήρα του κατ' αποκοπήν υπολογισμού των επιστρεπτέων ποσών και απέκλεισε κάθε μέθοδο υπολογισμού που δεν ελάμβανε υπόψη τις μειώσεις των εισφορών των οποίων είχαν όντως τύχει οι επιχειρήσεις.
11. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι συζητήσεις περί εκτελέσεως της αποφάσεως συνεχίστηκαν επί πολλούς μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι βελγικές αρχές, ως φαίνεται, δεν έκαναν καμία απόπειρα ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων και, εν πάση περιπτώσει, δεν υπέβαλαν συγκεκριμένη πρόταση για την υπερπήδηση των δυσχερειών που ανέκυπταν στον υπολογισμό των εν λόγω ενισχύσεων. Αντιθέτως, δημιούργησαν επανειλημμένως αμφιβολίες ως προς τις προθέσεις τους, όπως όταν επισήμαναν, με επιστολή από 10 Απριλίου 1998, ότι ορισμένοι τρόποι υπολογισμού, που αυτές είχαν προτείνει προηγουμένως και η Επιτροπή είχε αποδεχθεί, ήταν απολύτως θεωρητικοί και ανεφάρμοστοι.
12. Για να διευκολύνει την κατάσταση, η Επιτροπή επέβαλε στη συνέχεια στις βελγικές αρχές, με επιστολές από 10 Μαρτίου και 4 Μα_ου 1998, να υποβάλουν εντός σύντομης προθεσμίας (20 και 15 εργασίμων ημερών αντιστοίχως) συγκεκριμένες προτάσεις περί ανακτήσεως των ενισχύσεων. Σε αμφότερες τις επιστολές διευκρινιζόταν ότι, εάν η Επιτροπή δεν ελάμβανε τέτοιες προτάσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θα ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου τη μη εκτέλεση της αποφάσεως.
13. Η Επιτροπή αποφάσισε, επειδή δεν θεώρησε ικανοποιητικές τις απαντήσεις της Βελγικής Κυβέρνησης στις ερωτήσεις αυτές, να ασκήσει την παρούσα προσφυγή. Με το δικόγραφό της προσήψε στο Βασίλειο του Βελγίου: (α) ότι δεν εκπλήρωσε ικανοποιητικά την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας που υπείχε από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ) για την ανεύρεση, σε συμφωνία με την Επιτροπή, μιας ικανοποιητικής λύσεως για την ανάκτηση των ενισχύσεων Maribel bis/ter· (β) ότι δεν ανέλαβε πρωτοβουλία για την ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων από τις αποδέκτριες επιχειρήσεις και (γ) ότι δεν πρότεινε εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως που να καθιστούν δυνατή την υπέρβαση των δυσχερειών που συνάντησε στην ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων.
14. Το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε με υπόμνημα αντικρούσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1999, με το οποίο ισχυριζόταν ότι ενήργησε επιμελώς για την ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων, αλλά ότι συνάντησε ανυπέρβλητες δυσχέρειες στον ακριβή υπολογισμό ανά τριμηνία των μειώσεων των εισφορών των οποίων είχαν τύχει οι οικείες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, μόνον ο κατ' αποκοπήν υπολογισμός του επιστρεπτέου ποσού μπορούσε να καταστήσει δυνατή την υπερπήδηση των δυσχερειών αυτών, αλλά η λύση αυτή απορρίφθηκε από την Επιτροπή. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Βελγική Κυβέρνηση προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν συνεργάστηκε εποικοδομητικά για την ανεύρεση αποδεκτής λύσεως στο πρόβλημα της ανακτήσεως των εν λόγω ενισχύσεων υπογραμμίζοντας ότι η υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας βαρύνει τόσο τα κοινοτικά όργανα όσο και τα κράτη μέλη. Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι, ελλείψει μιας γενικής λύσεως στο πρόβλημα αυτό, δεν μπορεί να εκτελέσει την απόφαση έναντι ορισμένων μόνο από τις οικείες επιχειρήσεις, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
15. Τα θέματα αυτά αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς και θα εξεταστούν κατωτέρω, στο τμήμα των προτάσεών μου περί της νομικής αναλύσεως. Για λόγους πληρότητας, πρέπει πάντως να επισημάνω ότι, μετά την άσκηση της παρούσας προσφυγής, οι διάδικοι συνέχισαν να συζητούν περί της εκτελέσεως της αποφάσεως. ρος απάντηση, ιδίως, σε ερώτηση του Δικαστηρίου, διευκρινίστηκε ότι μεταξύ Φεβρουαρίου και Μα_ου 1999 οι βελγικές αρχές εξέτασαν και συζήτησαν με την Επιτροπή διάφορες εκδοχές ενός «σχεδίου πρωτοκόλλου» που προτάθηκε από τις βελγικές αρχές προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της ανακτήσεων των ενισχύσεων Maribel bis/ter.
16. Αυτό το έγγραφο (ως είχε αρχικά στις 19 Μαϊου 1999) προέβλεπε ουσιαστικά τα ακόλουθα μέτρα: (α) οι ενισχύσεις θα ανακτούνταν εντός προθεσμίας τριών ετών (από 1η Απριλίου 2000 έως 1η Απριλίου 2003), αλλά καμία ανάκτηση δεν θα ελάμβανε χώρα για τις μειώσεις εισφορών χαμηλότερων από το όριο de minimis· (β) στον υπολογισμό των επιστρεπτέων ποσών θα λαμβάνοταν υπόψη το ότι οι εισφορές που δεν είχαν καταβληθεί λόγω των μειώσεων Maribel bis/ter εξέπιπταν του φόρου και τα εν λόγω ποσά μειώνονταν κατά συνέπεια αναλόγως· (γ) οι δεδουλευμένοι τόκοι από της ημερομηνίας χορηγήσεως των ενισχύσεων θα υπολογίζονταν με μέσο επιτόκιο αναφοράς 6,36 %· (δ) η κατάσταση των προβληματικών ή των υπό αναδιάρθρωση επιχειρήσεων θα αποτελούσε αντικείμενο ειδικής εξετάσεως και (ε) ένα σημαντικό μέρος του επιστρεπτέου ποσού θα αναδιανεμόταν μέσω μιας γενικής μειώσεως των κοινωνικών ασφαλιστικών εισφορών και ένα άλλο μέρος θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί εντός του ορίου de minimis.
17. Η μεθοδολογία που προτεινόταν με το προαναφερθέν έγγραφο έγινε κατ' ουσίαν δεκτή από την Επιτροπή, η οποία περιορίστηκε να ζητήσει διευκρινίσεις από τις βελγικές αρχές. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, με επιστολή της 1ης Ιουλίου 1999, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι το επιστρεπτέο ποσό θα καθοριζόταν για κάθε επιχείρηση βάσει του αριθμού των εργαζομένων που παραγματικά απασχολούνταν κατά τη χορήγηση της ενισχύσεως.
18. Η ανάκτηση των ενισχύσεων Maribel bis/ter ρυθμίστηκε κατά συνέπεια με νόμο της 24ης Δεκεμβρίου 1999 και, καθ' όσον γνωρίζω, συνεχίζεται· σύμφωνα με στοιχεία που υπέβαλαν οι βελγικές αρχές, στις 3 Νοεμβρίου 2000, η ανάκτηση είχε ήδη ολοκληρωθεί για τα τρία τέταρτα των οικείων επιχειρήσεων. Ορισμένες μέθοδοι της ανακτήσεως αυτής επικρίθηκαν από την Επιτροπή, η οποία υπέδειξε στις βελγικές αρχές ότι ήταν αναγκαίο να τροποποιήσουν το κείμενο του προαναφερθέντος νόμου. Φαίνεται ότι οι διάδικοι δεν διαφωνούν παρά μόνον ως προς δύο ειδικές πτυχές του νόμου αυτού: στη δυνατότητα εφαρμογής του κανόνα de minimis, με αυτόματη και γενικευμένη αφαίρεση 100 000 ευρώ από το ποσό που πρέπει να επιστρέψει η κάθε επιχείρηση, καθώς και στον αμφίσημο χαρακτήρα του νόμου που φαίνεται να χορηγεί μια διπλή φορολογική μείωση επί των επιστρεπτέων ποσών.
19. ρέπει, τέλος, να υπενθυμιστεί ότι, ενώ η γραπτή διαδικασία στην παρούσα υπόθεση εκκρεμούσε, το Δικαστήριο αποφάσισε επί της προσφυγής που άσκησε η Βελγική Κυβέρνηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως (υπόθεση C-75/97). Με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999 , το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή και, μεταξύ άλλων, το επιχείρημα το σχετικό με την παρανόμως επιβληθείσα υποχρέωση ανακτήσεως, «της οποίας η εκτέλεση είναι, από της γενέσεώς της, αντικειμενικώς και απολύτως, [αδύνατη]» . Σημείωσε ιδίως ότι «οι πρακτικές δυσχέρειες που συνεπάγεται ο μεγάλος αριθμός των ενισχυθεισών επιχειρήσεων» δεν «επαρκούν ώστε να θεωρηθεί η ανάκτηση ως τεχνικώς αδύνατη. ράγματι, τίποτε δεν αποδεικνύει, παρά την αδιαμφισβήτητη ύπαρξη δυσχερειών, όπως αυτές που επικαλέστηκε η Βελγική Κυβέρνηση από τον χρόνο ήδη της επιβολής της προσβαλλομένης υποχρεώσεως, αφενός, ότι είναι απολύτως αδύνατο να γίνει η ανάκτηση και, αφετέρου, ότι η απόλυτη αυτή αδυναμία υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο εκδόσεως από την Επιτροπή της προσβαλλομένης αποφάσεως» .
Νομική ανάλυση
Επί του αντικειμένου της παρούσας προσφυγής
20. Κατά την εξέταση της παρούσας υποθέσεως, πρέπει εκ προοιμίου να διευκρινιστεί η ακριβής έκταση και να εκτιμηθεί η λυσιτέλεια των μεταγενέστερων της ασκήσεως της προσφυγής πραγματικών περιστατικών. ράγματι, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετική με τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν 226 ΕΚ) προκύπτει ότι «η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο [...]. Συνακολούθως, οι νομοθετικές ή ρυθμιστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη» .
21. Η σταθερή αυτή νομολογία πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμοστεί επίσης στην περίπτωση προσφυγής βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, την οποία το Δικαστήριο καθόρισε ως «μια παραλλαγή της προσφυγής λόγω παραβάσεως, ειδικώς προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα προβλήματα που παρουσιάζουν οι κρατικές ενισχύσεις για τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς» . ράγματι, αν ο προφανής παραλληλισμός των δύο διαδικασιών, στον οποίο προβαίνει η Συνθήκη, έχει νόημα, είναι σαφές ότι η αρχή, βάσει της οποίας το Δικαστήριο εκτιμά την ύπαρξη παραβάσεως κατά την εκπνοή της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τον τερματισμό της παραβάσεως, πρέπει να εφαρμοστεί εξίσου στη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο. Δεδομένου ότι, ως προς το άρθρο αυτό, δεν προβλέπεται προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, εν αντιθέσει προς την προσφυγή λόγω παραβάσεως, και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση που επιβάλλει στα κράτη μέλη προθεσμία συμμορφώσεως προς την απόφασή της, η προθεσμία αναφοράς δεν μπορεί να είναι, για την εφαρμογή της πρώτης διατάξεως που αναφέρθηκε, παρά μόνον αυτή που προβλέπεται στην απόφαση της οποίας η μη εκτέλεση βάλλεται ή, ανάλογα με την περίπτωση, αυτή που η Επιτροπή όρισε στη συνέχεια.
22. Φθάνω στην παρούσα υπόθεση. Αφού τόνισα ότι, εν πάση περιπτώσει, η παράβαση εξακολουθούσε κατά την άσκηση της προσφυγής από την Επιτροπή, υπενθυμίζω ότι η Βελγική Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 2 της αποφάσεως, να θέσει τέλος, «αμελλητί», στη χορήγηση των ενισχύσεων και να τις ανακτήσει. Ήταν επίσης υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 3, να πληροφορήσει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, για τα μέτρα που θα ελάμβανε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση. Τόνισα ήδη, εξάλλου, ότι δύο φορές (στις 10 Μαρτίου και στις 14 Μα_ου 1998) η Επιτροπή έταξε προθεσμία στις βελγικές αρχές (20 και 15 εργασίμων ημερών αντίστοιχα) για να υποβάλουν συγκεκριμένη πρόταση περί ανακτήσεως των ενισχύσεων, διευκρινίζοντας ότι στην αντίθετη περίπτωση θα προσέφευγε στο Δικαστήριο. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η ύπαρξη της επίδικης παραβάσεως στην παρούσα υπόθεση πρέπει να εκτιμηθεί το αργότερο μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την από 4 Μα_ου 1998 επιστολή της. Οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε η Βελγική Κυβέρνηση μετά την ημερομηνία αυτή (δεν έχουν παρέλθει πολλοί μήνες από την έναρξη της παρούσας διαδικασίας), μεταξύ των οποίων ιδίως το «σχέδιο πρωτοκόλλου» περί ανακτήσεως των ενισχύσεων και ο νόμος της 24ης Δεκεμβρίου 1999, δεν μπορούν συνεπώς να ληφθούν υπόψη προκειμένου να προσδιοριστεί, εάν κατά την εκπνοή της προθεσμίας που έθεσε η Επιτροπή, η αδυναμία εκτελέσεως της ανακτήσεως των ενισχύσεων Maribel bis/ter εξακολουθούσε να υπάρχει.
Επί της απόλυτης αδυναμίας ανακτήσεως
23. Είναι βέβαιο στην παρούσα υπόθεση ότι οι βελγικές αρχές δεν ανέκτησαν τις ενισχύσεις Maribel bis/ter εντός της ταχθείσας από την Επιτροπή προθεσμίας· αντιθέτως, τα μέρη διαφωνούν ως προς τους λόγους που επικαλέστηκαν οι βελγικές αρχές για να δικαιολογήσουν τη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων.
24. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμίσω ότι, «κατά πάγια νομολογία, το μόνο μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, την οποία άσκησε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, είναι αυτό που βασίζεται στην απόλυτη αδυναμία της ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως [...]. Ωστόσο, η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται οσάκις η καθής κυβέρνηση απλώς γνωστοποιεί στην Επιτροπή δυσκολίες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως που παρουσίαζε η εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να αναζητήσει την ενίσχυση και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως που θα καθιστούσαν δυνατή την υπερπήδηση των δυσχερειών» . Εξάλλου, «η απόλυτη αδυναμία δεν μπορεί να στηρίζεται σε απλές υποθέσεις αλλά, αντιθέτως, πρέπει να αποδεικνύεται από την αποτυχία των προσπαθειών αναζητήσεως, οι οποίες έχουν καταβληθεί καλόπιστα, και οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται από συνεργασία με την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης, με σκοπό την υπερπήδηση των δυσκολιών που έχουν ανακύψει» .
25. Όμως, οι βελγικές αρχές, κατ' εμέ, δεν προσκόμισαν πειστικές αποδείξεις ως προς την απόλυτη αδυναμία ανακτήσεως των ενισχύσεων Maribel bis/ter. Στην πράξη, περιορίστηκαν να καταγγείλουν την ύπαρξη δυσχερειών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα που παρουσίαζε μια τέτοια ανάκτηση, δυσχερειών που απέρρεαν ουσιαστικά από τον σημαντικό αριθμό των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων (περίπου 1 200), καθώς και από την ανάγκη να καθοριστεί το ύψος των ενισχύσεων ανά τρίμηνο βάσει του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνταν πραγματικά στις επιχειρήσεις αυτές. Δεν προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως ότι προέβησαν σε «κινήσεις προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να ανακτήσουν τις ενισχύσεις» και ότι «οι καλόπιστες απόπειρες ανακτήσεως απέτυχαν».
26. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμίσω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι οι δυσχέρειες τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα του είδους αυτού που επικαλέστηκαν οι βελγικές αρχές δεν συνεπάγονται από μόνες τους απόλυτη αδυναμία ανακτήσεως των εν λόγω ενισχύσεων. Αναφέρομαι ιδίως στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C-280/95), στην οποία το εναγόμενο κράτος είχε επικαλεστεί ακριβώς την αδυναμία ανακτήσεως ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί υπό μορφή φορολογικών ελαφρύνσεων, ισχυριζόμενο ότι γι' αυτήν την ανάκτηση της φορολογικής πιστώσεως θα απαιτούνταν «ο αφηρημένος προσδιορισμός των δικαιούχων (περίπου 100 000), η εξέταση κάθε ατομικής καταστάσεως για ένα ή περισσότερα έτη [...], η επαλήθευση της πράγματι χρησιμοποιηθείσας πιστώσεως φόρου, η κατανομή της συνολικής πιστώσεως που χρησιμοποιήθηκε από καθένα στις διάφορες φορολογικές κατηγορίες, η προετοιμασία εγγράφων προς δικαιολόγηση κάθε αιτήσεως επιστροφής και η σύνταξη αιτήσεως επιστροφής, εξυπακουομένου ότι κάθε υπηρεσία [θα έπρεπε να προβεί] στην αναζήτηση των φόρων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, τόσο από γεωγραφικής απόψεως όσο και σε σχέση με το είδος του φόρου» . Το Δικαστήριο εντούτοις, απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά, θεωρώντας ότι, «έστω κι αν υποτεθεί ότι η αναζήτηση της επίμαχης πιστώσεως φόρου παρουσιάζει δυσχέρειες από διοικητικής απόψεως, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επιτρέψει να θεωρηθεί η αναζήτηση ως τεχνικώς αδύνατη» . Απλώς και μόνον το γεγονός της υπάρξεως δυσχερειών πρακτικού χαρακτήρα δεν μπορεί να θέσει τέλος στην υποχρέωση ανακτήσεως των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα· πρέπει γι' αυτό να είναι αντικειμενικώς και απολύτως αδύνατο να ανακτηθούν οι εν λόγω ενισχύσεις.
27. Εν προκειμένω, κατά συνέπεια, ακόμα και αν οι βελγικές αρχές είχαν πράγματι συναντήσει στο πλαίσιο άκαρπων προσπαθειών σοβαρές δυσχέρειες στην ανάκτηση των ενισχύσεων Maribel bis/ter, θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, «να [προτείνουν] στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως που θα καθιστούσαν δυνατή την υπερπήδηση των δυσχερειών» . Εντούτοις, δεν φαίνεται να έχει διατυπωθεί τέτοια πρόταση στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι η εξαιρετικά ασαφής πρόταση που διατύπωσαν οι βελγικές αρχές, για κατ' αποκοπήν υπολογισμό, μπορεί να θεωρηθεί πρόταση αυτού του είδους. Νομίζω, πράγματι, ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στην Επιτροπή στοιχεία τέτοια που να μπορούν να εξειδικεύσουν το κριτήριο αυτό και, ιδίως, ποια στοιχεία θα έπρεπε να θεωρηθούν ως «κατ' αποκοπήν». Με άλλα λόγια, δεν αποσαφήνισε το εάν ο κατ' αποκοπήν υπολογισμός αφορούσε το ύψος των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί σε κάθε επιχείρηση (ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζόμενων που αυτές απασχολούν) ή εάν αφορούσε άλλα στοιχεία, όπως π.χ. το εφαρμοστέο επιτόκιο για τον υπολογισμό των νομίμων τόκων επί του ποσού αυτού (επιτόκιο που, στο «σχέδιο πρωτοκόλλου» και στον μεταγενέστερο της 24ης Δεκεμβρίου 1999 νόμο, υπολογίστηκε βάσει του μέσου επιτοκίου που ίσχυε κατά την περίοδο αναφοράς). Ελλείψει πιο συγκεκριμένων στοιχείων, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να θεωρήσει ανεπίτρεπτο έναν πιθανό κατ' αποκοπήν υπολογισμό, στον οποίο δεν θα είχε ληφθεί υπόψη το ύψος των μειώσεων των εισφορών, των οποίων είχαν πράγματι τύχει οι επιχειρήσεις.
28. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι η αδυναμία ακριβούς υπολογισμού του ύψους των ενισχύσεων Maribel bis/ter φαίνεται, στην πραγματικότητα, να διαψεύδεται από τα πραγματικά περιστατικά. Αυτό προκύπτει ιδίως από τη δέσμευση που ανέλαβαν οι βελγικές αρχές με την από 1η Ιουλίου 1999 επιστολή (προς αντίκρουση των κριτικών σχολίων της Επιτροπής επί του «σχεδίου πρωτοκόλλου») να υπολογίσουν το επιστρεπτέο ποσό βασιζόμενες στον αριθμό των εργαζομένων που πράγματι απασχολούνταν από τις αποδέκτριες επιχειρήσεις κατά τη χορήγηση των μειώσεων των εισφορών· αυτό δε προκύπτει ακόμη περισσότερο από τους ισχυρισμούς της Βελγικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τους οποίους, μετά την έκδοση του νόμου της 24ης Δεκεμβρίου 1999, ανέκτησε μέσα σε λίγους μήνες τις ενισχύσεις από τα τρία τέταρτα των οικείων επιχειρήσεων. Όμως, αν αληθεύει ότι μπόρεσε να ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των επιδίκων ενισχύσεων μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, δεν καταλαβαίνω πώς μπορούσε σοβαρά να ισχυρίζεται μέχρι πρότινος ότι αυτή η ανάκτηση ήταν απολύτως αδύνατη.
29. Καταλήγοντας επί του σημείου αυτού, θεωρώ ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας επικαλούμενο αδυναμία ανακτήσεως των ενισχύσεων Maribel bis/ter.
Επί της υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας
30. Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης, κατά τη γνώμη μου, ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας με την Επιτροπή, προκειμένου να ανευρεθεί, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, αποδεκτή λύση στο πρόβλημα της ανακτήσεως των ενισχύσεων.
31. Για να πούμε την αλήθεια, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν είναι αυτή που, εν προκειμένω, παρέβη την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 5 της Συνθήκης, αλλά η Επιτροπή. Είναι, πράγματι, αληθές ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων διέπονται, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, από την αρχή της συνεργασίας» και ότι η «αρχή αυτή όχι μόνο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίζει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, αλλά επιβάλλει επίσης στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίες υποχρεώσεις συνεργασίας με τα κράτη μέλη» . Είναι σαφές, εντούτοις, ότι εν προκειμένω οι θέσεις του Βασιλείου του Βελγίου και της Επιτροπής είναι πολύ διαφορετικές και ότι οι αμοιβαίες τους υποχρεώσεις συνεργασίας συγκεκριμενοποιούνται κατά τρόπο πολύ διαφορετικό. Αυτό οφείλεται σε δύο είδη λόγων.
32. ρώτον, διότι τα προβλήματα σχετικά με την ανάκτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα δεν θα είχαν ανακύψει αν το βελγικό κράτος είχε σεβαστεί την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Επιπλέον, από την προαναφερθείσα υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής (υπόθεση C-75/97) προκύπτει ότι, λίγο μετά τη θέσπιση του σχεδίου Maribel bis/ter, η Επιτροπή ζήτησε από τις βελγικές αρχές διευκρινίσεις επί του σχεδίου αυτού και υπογράμμισε ότι «οποιαδήποτε παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως επιστροφής», οπότε «η Βελγική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να αγνοεί τον κίνδυνο ενδεχόμενης ανακτήσεως της παράνομης ενισχύσεως» (σκέψεις 77 και 79). Στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι το Βασίλειο του Βελγίου υπείχε ειδική ευθύνη να εξουδετερώσει τα αποτελέσματα της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού που προκαλούσαν οι παρανόμως χορηγηθείσες ενισχύσεις, λαμβάνοντας κάθε χρήσιμο μέτρο προκειμένου να υπερπηδήσει τις σχετικές δυσχέρειες.
33. Δεύτερον, είναι γνωστό ότι «κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία αναζητήσεως των χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθέντων ποσών, η αναζήτηση των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου» . Επομένως, εμπίπτει στις εθνικές αρχές εννοείται υπό την εποπτεία της Επιτροπής να καθορίσουν τις κατάλληλες μεθόδους για τέτοια ανάκτηση.
34. Όπως είπα, ακριβώς για τους λόγους αυτούς, η κοινοτική νομολογία έχει διευκρινίσει ότι αν, κατά την εφαρμογή αποφάσεως της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές συναντούν μεγάλες δυσχέρειες στην ανάκτηση των παρανόμων ενισχύσεων, υποχρεούνται να προτείνουν άλλους τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως, που να καθιστούν δυνατή την υπερπήδηση των δυσχερειών. Οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να ελευθερωθούν από την υποχρέωση αυτή μετακυλίοντας στην Επιτροπή το βάρος ανευρέσεως λύσεως στα προβλήματα της ανακτήσεως, κατά τρόπο αυτόνομο. Είναι πράγματι σαφές ότι, μόνο με συγκεκριμένη πρόταση εκ μέρους των εθνικών αρχών, δίνεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να συνεργαστεί εποικοδομητικά προς την ανεύρεση λύσεως που να εγγυάται την ανάκτηση, «τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις ενισχύσεις» .
35. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν υπέβαλε καμία συγκεκριμένη πρόταση, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, για να υπερπηδηθούν οι δυσχέρειες που ανέκυψαν στην ανάκτηση των ενισχύσεων Maribel bis/ter, δεν μπορεί να κατηγορεί την Επιτροπή ότι δεν θέλησε να συνεργαστεί για αναζήτηση λύσεως στο πρόβλημα αυτό. Από τον φάκελο της παρούσας υποθέσεως προκύπτει, τέλος, ότι η Επιτροπή εξέτασε με προσοχή τα προβλήματα που επικαλέστηκαν οι βελγικές αρχές, επισημαίνοντας κάθε φορά αυτό που σκεφτόταν. Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένως από τις βελγικές αρχές να υποβάλουν συγκεκριμένες προτάσεις, άνευ των οποίων η συμβολή της στην επίλυση του προβλήματος δεν μπορούσε να είναι παρά μόνον οριακή.
36. Εκτιμώ, επομένως, ότι πρέπει επίσης να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση επ' αυτού και, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής.
Επί των δικαστικών εξόδων
37. Κατά το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και δεδομένων των όσων μόλις εξέθεσα περί του βασίμου της προσφυγής, το αίτημα της Επιτροπής πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό.
ρόταση
Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας τα μέτρα που είναι αναγκαία για να αναζητήσει από τις αποδέκτριες επιχειρήσεις τις ενισχύσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο του σχεδίου Maribel bis/ter εντός της ταχθείσας προθεσμίας από την απόφαση 97/239/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο Βέλγιο στο πλαίσιο του σχεδίου «Maribel bis/ter», παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ).
2) Το Βασίλειο του Βελγίου καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy